Κυριακή 12 Ιουλίου 2020

Πώς να συνηθίσω



Δεν μπορώ να συνηθίσω να μου λένε ‘καλησπέρα’ μετά τις 12 το μεσημέρι. Μια νεαρή στις δωδεκάμιση ζήτησε συγγνώμη που είπε καλημέρα. Αμερικάνικο κόλπο ή αγγλικό; Η εσπέρα είναι για μένα το δειλινό, όταν ο ήλιος γέρνει. Ίσως να μη θέλει να γείρει πια, να πρέπει να τον καλοπιάνεις από νωρίς. Δεν ξέρω.
Δεν μπορώ να συνηθίσω το «καλή απόλαυση» που λένε τα γκαρσόνια. Αφού είναι απόλαυση, καλή δεν θα είναι; Υπάρχει κακή απόλαυση; Αλλά θα μου πείτε, τι να πουν, απολαύστε; Ακούγεται κάπως άσεμνο.
Δεν μπορώ να συνηθίσω την κακοποίηση των τριτοκλίτων, ειδικά σε φαρμακεία όπου σε εξυπηρετούν επιστήμονες. Ζητάω ένα διαφανές αντηλιακό. Φέρε την διαφανές κρέμα, φωνάζει η φαρμακοποιός στη βοηθό της. Ποια διαφανές; ρωτά εκείνη. Εκείνη τη διαφανή κρέμα, διευκρινίζω. Α, ναι, η διαφανή, ξέρω, λέει πρόθυμα η βοηθός. Φεύγω με το κεφάλι κάτω. Τι το ήθελα το τριτόκλιτο; Θα μπορούσα να έχω πει διάφανο, εξαρχής. Αλλά κι αυτές, μέσα σε τόσο διαφανές μαγαζί, τόσα διαφανή πράγματα που πουλάνε, δεν μπορούνε μια φορά να ανοίξουν τη ρημαδογραμματική να θυμηθούν πώς κλίνεται, ή να το γκουγκλάρουν, υπόθεση δευτερολέπτων είναι.
Δεν μπορώ να συνηθίσω αυτή τη «δολοφονία χαρακτήρων» κυρίως «στο τέλος της μέρας». Πότε τελειώνει η μέρα ακριβώς; Μεσάνυχτα, ή με την εσπέρα που λέγαμε; Κάθε φορά προσπαθώ να βρω, και χάνω την υπόλοιπη φράση. Καλά, με τη δολοφονία χαρακτήρων χάνω τ’ αυγά και τα πασχάλια, κοιτάζω γύρω μου να δω πτώματα. Σημαίνει προσβολή προσωπικότητας, ή κάτι τέτοιο; Ντρέπομαι και να ρωτήσω. Δεν μπορείς να ρισκάρεις ερωτήσεις σε δολοφονικά περιβάλλοντα.
Δεν μπορώ να συνηθίσω τις «δραματικές αλλαγές» που δεν έχουν να κάνουν με το δράμα όπως το λέγαμε κάποτε εμείς οι νεοέλληνες, αλλά με το θέατρο που το λένε δράμα οι νεοάγγλοι, ίσως και οι παλαιοάγγλοι, δεν ξέρω. Επινόησαν την τραγωδία οι πρόγονοί μας, βλέπετε, και την πληρώνουμε εμείς. Ανέβηκε δραματικά το εισόδημα, λένε και γράφουν, άλλαξε δραματικά προς το καλύτερο η περιοχή, λένε και γράφουν, ψάχνω να βρω το δράμα εγώ στην αλλαγή προς το καλύτερο, ύστερα θυμάμαι, α, είναι το θέατρο, άλλαξε δηλαδή εντυπωσιακά, εννοούν, αλλά αν το πουν έτσι δεν θα εντυπωσιάσουν αρκετά, οπότε ρίξε έναν αγγλισμό να σαρώσεις τα γέρικα αυτιά, να τραντάξεις τα γλωσσικά αισθήματα…
Κι έπεται συνέχεια.

Σάββατο 11 Ιουλίου 2020

Ξανά τζαμί η Αγία Σοφία…

Ο Ερντογάν αποφάσισε να ξανακάνει τζαμί την Αγία Σοφία, να δείξει πόσο θρησκευόμενος είναι, και πόσο δυνατός και αποφασιστικός. Καλά που πρόλαβα να τη δω ως μουσείο. 

 Λυπάμαι πολύ τους Τούρκους με αυτά που κάνει ο Ερντογάν. Τους προσφέρει επανάληψη της χαράς της Άλωσης, τι διαστροφή και τι ασύλληπτη οπισθοδρόμηση... Τραγικό. Αλλά ομολογώ ότι δεν καταλαβαίνω τι δουλειά έχει ο δικός μας πρωθυπουργός να υπερασπίζεται το μουσειακό χαρακτήρα της Αγίας Σοφίας. Αυτό είναι δουλειά των πολιτών της Τουρκίας, με ό,τι πολιτικό τους έχει απομείνει, και του ΟΗΕ, της UNESCO, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπουργείων πολιτισμού της, επικουρικά. Δεν είναι η Ελλάδα κληρονόμος του Βυζαντίου, όχι μόνο, κι όχι αποκλειστικά κι ούτε καν αποκλειστικός. Η δική μας ταυτότητα είναι πιο σύνθετη και πιο πολύ στηρίχτηκε στην αρχαιότητα παρά στο Βυζάντιο. Ναι, είναι κίνηση βαριά, θλιβερή, κυρίως για τους Τούρκους. Ούτε καν προσβολή της ελληνικής συνείδησης βλέπω, προσβολή της πολιτικής συνείδησης των γειτόνων, των Ευρωπαίων δευτερευόντως και όλου του κόσμου τριτευόντως

Τρίτη 7 Ιουλίου 2020

Τα πεύκα

Πιάνω και φτιάχνω αλυσιδίτσα με τις πευκοβελόνες, σαν αυτές που κάναμε στην κατασκήνωση. Βγάζεις τη μία από τη θηκούλα της και λυγίζεις την άλλη, πιάνεις εκεί την επόμενη και μπορείς να φτιάξεις εύθραυστο κολλιέ όσο μακρύ το θελεις με όσες σειρές αντέχεις να δημιουργήσεις. Μας περιτριγυρίζουν πεύκα εδώ, πεύκα μεγάλα και μικρά, γέρικα και νεαρά, πράσινα ανοιχτά και σκούρα. Οι πλαγιές είναι στρωμένες με πευκοβελόνες, το φως είναι στις αποχρώσεις του πεύκου, σκιά και παρηγοριά είναι πεύκινες. H μυρωδιά του ρετσινιού με το αεράκι φέρνει  δροσιά μαζι με υποσχέσεις. Θα σου χαρίσω μαγικές δυνάμεις, ψιθυρίζει το ρετσίνι, θα σου αποκαλύψω όλα τα μυστικά.
Από την αυλή του σπιτιού της Καλλιόπης βλέπω τα πεύκα να υψώνονται πάνω από τη μικρή πλαγιά που πάει στη θάλασσα. Κατεβαίνεις εκεί αν θέλεις για μπάνιο από κάτι απότομα τσιμεντένια σκαλιά, θέλει κλειστό παπούτσι και ελεύθερα χέρια. Οι πευκοβελόνες γλιστράνε και μόνο από τις πέτρες κάτω μπορείς να κρατηθείς. Κολυμπάμε εκεί κάτω από τον αρχαιολογικό χώρο του λιμανιού, με τη μοναδική κολώνα που υψώνεται στη μύτη του μικρού ακρωτηρίου
Εχω χρόνια να έρθω στην Αίγινα καλοκαίρι, είναι σα να βυθίστηκα με χρονομηχανή στις παιδικές μου διακοπές που πάντα ήταν στον Αργοσαρωνικό, δεν είχα γνωρίσει άλλο νησί μέχρι τα 15 μου, πέρα από Αίγινα, Πόρο, Ύδρα, Σπέτσες. Για να ταξιδέψουμε περπατούσαμε κουβαλώντας τις βαλίτσες μας 
μέσα από το πάρκο, το Πεδίο Άρεως, περνάγαμε την Πατησίων, μπαίναμε στο σταθμό Βικτόρια του ΗΣΑΠ και φτάναμε Πειραιά. Νοικιάζαμε κάτι σπίτια με τσιμεντένιο πάτωμα και μπαλκονια χωρίς κάγκελα, δεν είχαν ακόμα τελειώσει το χτίσιμο.
Τον ένα από τους δυο μήνες του καλοκαιριού εγώ πήγαινα στην κατασκήνωση των υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος στην Πάρνηθα, άλλα πεύκα εκεί, δάση ολόκληρα και πλαγιές με πευκοβελόνες, όπου αν βρίσκαμε κανένα μεγάλο χαρτόνι, καθόμασταν επάνω και γλιστρούσαμε σα να ήταν έλκηθρο. Φτιάχναμε κολιέ με πάθος, αλυσιδίτσες με πευκοβελόνες αλλά κυρίως περνούσαμε κουκουναράκια σε σπάγκο. Γινόταν μεγάλος ανταγωνισμός ποια θα βρει περισσότερα κουκουναράκια, δεν έμενε στα δέντρα ούτε μισό. Μερικές τα βάφανε με ασημένια ή χρυσή μπογιά, ήταν κάτι το καταπληκτικό να τα βλέπεις, δεν έχω συγκινηθεί και ζηλέψει κόσμημα τόσο πολύ στη ζωή μου όσο αυτά τα χρυσαφένια κουκουναράκια.
Ναι, τα πεύκα είναι εύφλεκτα, δεν είναι καν αυτοφυή παντού, δάσκαλοι τα φύτευαν σε λόφους με τα παιδιά κάποια εποχή που είχαν μανία με αναδασώσεις, όμως πώς να μην τα αγαπάς;

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

Μόρια


Από τη Μόρια βλέπουμε συνήθως στιγμιότυπα, φωτογραφίες και τίτλους. Τα νούμερα είναι εξουθενωτικά, η σκέψη της ταλαιπωρίας που υφίστανται οι άνθρωποι εκεί είναι αφόρητη. Δεν έχουμε μπροστά μας πρόσωπα. Δεν μαθαίνουμε ονόματα. Ούτε τις ιστορίες των ανθρώπων που περνούν τις μέρες τους υπομένοντας και περιμένοντας από τη μια ουρά στην άλλη, από τη μια διαδικασία στην άλλη.
Μια νεαρή δικηγόρος, η Μαρί Ντουτρεπόν, έμεινε τρεις μήνες εκεί προσπαθώντας να βοηθήσει νομικά στις διαδικασίες απονομής ασύλου τους πρόσφυγες. Έστελνε γράμματα στους δικούς της κρατώντας κάτι σαν ημερολόγιο, εκεί βρίσκεται το ρεπορτάζ που δεν διαβάζουμε από τη Μόρια. Η καθημερινότητα των ανθρώπων, τα ονόματα κάποιων που γνώρισε και προσπάθησε να βοηθήσει με τις διαδικασίες. Οι διαδικασίες αυτές που συνέχεια αλλάζουν, τόσο που ακόμα και οι εθελοντές που μοιράζουν οδηγίες για το τι να κάνει κανείς για να μπορέσει κάποια στιγμή να υποβάλει αίτηση, πρέπει συνέχεια να τις διορθώνουν.
Στη Μόρια χρειάζονται νομικοί όσο και γιατροί. Ίσως περισσότερο οι νομικοί, γιατί όλη αυτή η ιστορία βασίζεται σε νόμους. Οι πρόσφυγες δεν ξέρουν, υπάρχουν άνθρωποι από μέρη με σπάνιες γλώσσες, ας πούμε, δεν μιλούν αγγλικά, δεν βρίσκουν μεταφραστή, περιμένουν μήνες, ίσως χρόνια, να δοθεί λύση στο πρόβλημά τους. Η λέξη λύση είναι υπερβολή βέβαια, αλλά ας την πάρουμε κι αυτή σαν μια όψη του νόμου. Κάποια λύση. Ένα χαρτί που θα σε απαλλάξει από τον εγκλεισμό στο στρατόπεδο και θα σου ανοίξει το δρόμο στη μιζέρια του ανεπιθύμητου ξένου. Αυτό το πολύτιμο χαρτί.
Τα γράμματα της Μαρί εκδόθηκαν στην Ελλάδα από τον «Ποταμό» σε μετάφραση Σάντρας Βρέττα. Επειδή αυτά που περιγράφονται, πολύ απλά, χωρίς δραματικό ύφος, χωρίς εικόνες φρίκης, χωρίς αυτή τη δημοσιογραφική θεατρικότητα που απλώς μας απωθεί, μόνο με γνήσια απορία, γιατί πρέπει να γίνονται έτσι τα πράγματα, αυτά λοιπόν όλα συμβαίνουν στην Ελλάδα, αλλά με ευρωπαϊκές αποφάσεις, θα είχε νόημα να διαβαστεί το βιβλιαράκι αυτό. Πρέπει να ξέρουμε και πρέπει να σκεφτούμε αν όλα όσα συμβαίνουν στο όνομά μας, γιατί είμαστε πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχουμε λόγο, αν τα θεωρούμε λογικά όλ’ αυτά και μας ικανοποιούν. Αν συμφωνούμε πως είναι χρήσιμα και ωφέλιμα για όλους μας, ή μήπως πρέπει να το ξανασκεφτούμε το πράγμα για να μη βρεθούμε κάποτε κατηγορούμενοι, έστω κι αν αυτό αργήσει, έστω κι αν άλλος κατήγορος δεν θα υπάρχει από τη συνείδησή μας.
Το βιβλίο λέγεται «Μόρια- Μετέωροι στο πουθενά της Ευρώπης»

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020

Δικαιούμεθα σκιούλα;


Με το που αφίχθην πήγα κι εγώ να δω τον μεγάλο περίπατο. Ανέβηκα την Πανεπιστημίου μέχρι το Σύνταγμα, κατέβηκα την Ερμού για να φτάσω να δω και την Ομόνοια, γύρισα από Πατησίων. Φορούσα το ελαφρύ ψάθινο καπελάκι μου τύπου Παναμά, αλλά δεν άντεξα να περπατήσω στη λουρίδα για πεζούς όπου ο ήλιος έψηνε. Θα το ήθελα, το δηλώνω. Ειμαι υπέρ των πεζών, περπατώ συνεχώς, κυκλοφορώ με τα πόδια, το μπλογκ μου λέγεται πεζότης, κλπ κλπ, όμως ήταν απλώς αδύνατον.
Γράφω χρόνια και δημοσιεύω, και με έχουν βαρεθεί οι λίγο που με διαβάζουν, για τις στάσεις λεωφορείων μπροστά στην Αθηναϊκή τριλογία. Για το αθηναϊκό λιοπύρι που δεν αντιμετωπίζεται με νερατζιές. Ας το γράψω άλλη μια φορά, σε όλους αρέσουν τα φαρδιά πεζοδρόμια, αλλά όταν ο ήλιος καίει απλώς δεν αντέχονται. Δεν γίνεται ούτε περίπατο να κάνεις, ούτε να σκάσεις μύτη να περάσεις απέναντι. Γιατί τόσα χρόνια, σχεδόν δυο αιώνες δηλαδή, δεν αποφάσισαν να φυτέψουν μεγάλα δέντρα στην Πανεπιστημίου; Δεν ξέρω. Ίσως οι δήμαρχοι ήθελαν πάντα κάποιο γρήγορο αποτέλεσμα, ίσως το ίδιο και οι πολεοδόμοι.
Ας θυμόμαστε ότι το κομμάτι αυτό, Ομόνοια- Σύνταγμα- ανήκε στο πρώτο και μόνο πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας. Γιατί δεν έβαλαν φλαμουριές οι Κλεάνθης και Σάουμπερτ με τις γερμανικές καταβολές τους; Και ο Κλεάνθης στο Βερολίνο είχε σπουδάσει, δεν υπήρχε ακόμα εκεί η λεωφόρος υπό τας φιλύρας; Τους επιασε η προσήλωση στο τοπικό κλίμα, είπαν δεν θα ευδοκιμήσει εδώ η φλαμουριά, βάλε νεραντζιές; Και τα πλατάνια; Και οι ευκάλυπτοι; Κάτι με σκιά τέλος πάντων; Κάτι να μεγαλώσει και να καλύψει τους έρμους τους κατοίκους της πόλης; Όχι, βάλε το πολύ- πολύ ακακίες.
Δεν ξέρω πώς σκέφτηκαν οι πρώτο εκείνοι γερμανοτραφείς. Έφτιαξαν πολύ ωραία κτίρια, αλλά δύσκολα σηκώνεις τα μάτια να τα αντικρίσεις έτσι όπως τα λούζει ανελέητα ο ήλιος. Πιο πολύ βλέπεις τα κόκκινα σου βλέφαρα από μέσα, παρά οτιδήποτε άλλο, κι αμέσως χαμηλοκοιτάς.
Εχω την υποψία ότι οι αρχιτέκτονες δεν συμπαθούν ιδιαίτερα τα δέντρα. Σα να τους χαλούν τα σχέδια, να τους μουτζουρώνουν τις ωραίες ευθείες. Δείτε την πλατεία Μοναστηρακίου, δεν υπάρχει ούτε ένα να χαλάει τα ωραία παιχνίδια των πλακακιών
Στο μεταξύ, σε άλλους δρόμους με πολύ λιγότερο χώρο στα πεζοδρόμια, φυτεύονται δέντρα που κάνουν δύσκολα τα περάσματα. Δεν είναι αλήθεια ότι δεν έχει δέντρα η ΑΘήνα, έχει πάρα πολλά. Αλλά ίσως θεωρούνται κάτι σαν παραχώρηση στις αδυναμίες των κατοίκων της, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψιν όταν δεν φαίνονται πολύ, δεν είναι στη βιτρίνα. Είναι ρε παιδί μου χαζορομαντικοί αυτοί οι ΑΘηναίοι, σα να ακούω τους σχεδιαστές να λένε, θέλουν δέντρα, τι μπανάλ, ε, άστους να βάζουν ακακίες εκεί που δεν χωρούν να περάσουν, εκεί που δεν θα πάει ποτέ ένας επίσημος, ένα τανκ να παρελάσει, ένας τουρίστας να θαυμάσει.
Μπορεί να είναι δύσκολο να φυτευτεί μεγάλο δέντρο στην Ομόνοια και στο Σύνταγμα, έχει απο κάτω το μετρό, θα πείτε. Κι όμως, αν το αποφάσιζαν θα μπορούσε να ετοιμαστεί λίγος χώρος για κάποια μεγάλα δέντρα, δεν χρειάζεται δάσος. Αλλά σ' αυτή την πολη γίνονται όλα επί ωραίου χάρτου, μακριά απο κλιματικές συνθήκες και άλλες τέτοιες μικρότητες, δεν μετράται η αντοχή των ταλαίπωρων που περιμένουν τα λεωφορεία στις στάσεις, δεν έχουν κουράγιο ούτε να αναπνεύσουν, θα βρουν λέξεις να ζητήσουν σκιά; Είναι μια πόλη- όραμα μεγάλων πνευμάτων, ακατοίκητη από ανθρώπους, καλύτερα να προσαρμόζεται κανείς και να αρθρώνει το ποίημα της μόδας κάθε φορά, να διαλέγει στρατόπεδο και να παραιτείται από κάθε ελπίδα ότι θα ληφθούν κάποτε υπόψιν οι αληθινές ανάγκες του.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Πρέπει να καλλιεργούμε τον κήπο μας

Il faut cultiver son jardin
Καθώς ακούω το πρώτο τζιτζίκι του καλοκαιριού, ετοιμάζω τα πράγματα μου για να φύγουμε από τη Δράκεια. Συμπληρώσαμε τρεις μήνες, ποτέ δεν είχαμε μείνει τόσο πολύ στο σπιτάκι αυτό. Ήρθαμε με χιόνια, περάσαμε δεκαήμερα βροχής, τρύπησε η στέγη και τη μπαλώσαμε. Καθαρίσαμε τον κήπο, μαζέψαμε κλαδιά, τα κάψαμε στο τζάκι τις πολλές κρύες βραδιές. Φυτέψαμε σπόρους και φυντάνια. Σκάψαμε, ποτίσαμε, κομποστοποιήσαμε οργανικά σκουπίδια και βάψαμε το φράχτη. Κλαδεψαμε την κερασιά και τραγουδήσαμε τη φλαμουριά σε δύο γλώσσες. Φυτέψαμε μια μουριά και μαζέψαμε τίλιο. Πολεμήσαμε το σαράκι στο πάτωμα, φτιάξαμε και το κομμάτι που είχε σαπίσει από την υγρασία. Τοποθέτησε ο ξυλουργός καινούργιο το κομμάτι του φράχτη που βλέπει στο δρόμο με πεζούλι για να κάθεται όποιος θελει.
Φάγαμε αγριόχορτα με την ψυχή μας και τον τελευταίο μήνα κάθε μέρα τρώγαμε και κολοκυθάκια και μελιτζάνες από τον κήπο.
Πρέπει να καλλιεργούμε τον κήπο μας, η τελευταία φράση του Βολταίρου στον Αγαθούλη, με είχε εντυπωσιάσει όταν το διάβασα φοιτήτρια. Ήταν το συμπέρασμα μιας πολύ περιπετειώδους ζωής, όπου ο Αγαθούλης που δεν είναι ακριβώς Αγαθούλης, γιατί Candide σημαίνει και γλυκούλης, εξου και η μικρή Κάντυ, αφού πέρασε από σαράντα κύματα κι απο του λιναριού τα πάθη χάρις στην αγαθοσύνη, την αφέλεια και την ευπιστία του, κατέληξε σ' αυτή τη σοφή επιλογή. Να καλλιεργήσει τον κήπο του. Ήμουν τότε πολύ μακριά από μια τέτοια φάση, ωστόσο με συγκίνησε το βιβλίο, ίσως επειδή αν και προσπαθούσα να κάνω την έξυπνη κατά βάθος ήξερα ότι ήμουν αγαθούλα κι εγώ, και κάπως μου καρφώθηκε η φράση, κι ενώ πίστευα θεωρητικά στο τυχαίο και στα θαύματα του, παράλληλα και κάπως ασυνείδητα καλλιεργούσα και τον κήπο μου, πιστεύω, έστω κι αν ήταν απλώς μια μικρούλα στήλη στις εφημερίδες κάθε μέρα, που στην εποχή της ανθοφορίας έγινε και εκπομπή στο ραδιόφωνο που είχε επιπλέον τη χαρά της συνεργασίας.
Τέλος πάντων, εδώ τον κηπάκο που βλέπετε τον καλλιέργησε συστηματικά ο Δημήτρης, εγώ γέμισα τον υπόλοιπο χώρο σπόρους, σταθερά προσκολλημένη στην πίστη του τυχαίου, από τους οποίους φύτρωσαν μόνο μαϊντανοί, φασόλια, και κάτι παράξενα λουλούδια που δεν ξέρω πώς τα λένε. Ακόμα κι αν αποφάσιζα να καλλιεργήσω έναν κήπο δεν θα μπορούσα να τον κάνω τόσο αλφαδιασμένο, θα τον έκανα κάτι σαν μικρή ζούγκλα, αλλά μάλλον φαντασιοκοπώ, απόδειξη ότι οι σπόροι μου δεν έπιασαν, κι όπως είχα γράψει, έμεινα στην τροφοσυλλεκτική περίοδο, ενώ ο άλλος προχώρησε στις καλλιέργειες.
Τώρα τι θα απογίνει ο κήπος, τι θα απογίνουν τα σκυλάκια που κανείς δεν βρέθηκε να τα υιοθετήσει, κυρίως γι αυτά στεναχωριέμαι. Φαίνονται τόσο ευτυχισμένα που τρέχουν εδώ ελευθερα, αλλά ξέρω πολύ καλά ότι δεν είναι φτιαγμένα για τέτοια ζωή. Οι σκύλοι πρέπει να ζουν με ανθρώπους, είναι ζώα καλλιεργημένα, για να μιλήσουμε ξανά για καλλιέργειες, δεν μπορούν να γυρίσουν στη φύση και η μοίρα των αδέσποτων είναι σκληρή. Τέλος πάντων, κάναμε κάτι κινήσεις εδώ για να αναλάβει ο Δήμος να στειρώσει τη μάνα τουλάχιστον, ελπίζω να πετύχουν. Κανονίσαμε και για τα ποτίσματα, για την όποια σοδειά. Γενικά το σπιτάκι θα στηριχτεί στην καλωσύνη των ξένων για να συντηρηθεί ώσπου να ξανάρθουμε. Που δεν είναι και τόσο ξένοι τελικά.

H ευτυχία των παιδιών

Τα βράδυα στις πλατείες των χωριών, σ' αυτό το δώρο που το παρελθόν προσφέρει στο παρόν, αφήνουν οι μεγάλοι τα παιδιά να παίζουν ελεύθερα. Καθισμένοι αυτοί στα καφενεία πίνουν ένα τσίπουρο και κουβεντιάζουν, τα παιδιά γύρω από το πεζούλι του πλάτανου επινοούν δικούς τους κόσμους, μοιράζουν ρόλους, τρέχουν, τσακώνονται, φωνάζουν, φιλιώνουν, πέφτουν και κλαίνε, σηκώνονται και γελούν. Οι φωνές τους είναι η καλύτερη μουσικη υπόκρουση για τις τυχερές πλατείες όπου οι μαγαζάτορες δεν σκέφτονται να βάλουν καμία άλλη.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία από το παιχνίδι αυτό, αυτή την πλαισιωμένη και ασφαλή ελευθερία, την αρμονία που κάποια βρίσκουν στην επαφή με τ' άλλα. Σταματά για λίγο ο χρόνος, προχωρά η νύχτα, ξεχνιούνται οι γονείς, ξεχνιούνται και τα παιδιά, ή μάλλον αυτά το αντίθετο, δεν ξεχνιούνται, δημιουργούνται κι ανακαλύπτονται μέσα στους ρόλους που βρίσκουν, αναδεικνύονται, ακούγονται, στήνουν σκηνικά για τον εαυτό τους, γνωρίζουν τους άλλους, τους συνομήλικους που θα είναι ο αυριανός τους κόσμος. Δεν είναι εύκολο πάντα, από τον κόσμο της οικογένειας που τα δέχεται και τα κανακεύει, να σταθούν στο σκληρό έξω κόσμο που στο βάθος είναι οι συνομήλικοι. Είναι όμως πάντα συνταρακτικο.
Άραγε να έχουν παιχνίδια όπως τα δικά μας, εκείνα τα "Καλημέρα βασιλιά με τα δώδεκα σπαθιά" και τα "Περνά περνά η μέλισσα" και τα "Δεν περνάς κυρα Μαρία" και "Μπερλίνα" και διάφορα άλλα που έχω ξεχάσει; Αυτά όλα μπορεί να έχουν εξαφανιστεί πια. Τα θυμάμαι εγώ που τα παίζαμε τα καλοκαίρια και δεν χόρταινα τις συγκινήσεις που πρόσφεραν, δεν πήγαινα ποτέ για ύπνο αρκετά ικανοποιημένη , ήθελα κι άλλο, πάντα, διαρκώς. Σα να ήξερα ότι δεν κρατά για πολύ αυτή η φάση, κι ας μοιάζει εκείνες τις βραδιές να λειώνει ο χρόνος και να παραδίνεται, απάτη είναι, τρέχει ο άτιμος, τρέχει.


Παρασκευή 26 Ιουνίου 2020

Η χρυσή τομή



Μαθηματικά κάναμε πολλά, και πάντα ήμασταν πίσω από την ιδανική σχολική παρακολούθηση στο σχολείο θηλέων που τέλειωσα. Αυστηροί και κάπως πικραμένοι καθηγητές διαδέχτηκαν τη γυναίκα που στο γυμνάσιο μας έδειχνε εμπιστοσύνη και συμπάθεια, η χαρά της μάθησης εξοβελίστηκε δια παντός, τα μαθηματικά γίνανε ο βραχνάς που έπρεπε η καθεμιά να αντιμετωπίζει μόνη της. Ωστόσο δεν θυμάμαι αν μάθαμε τα δύσκολα ή τα εύκολα χρόνια τη χρυσή τομή, κι αν ήταν στη Γεωμετρία. Το μόνο πράγμα που μου έμεινε. Το φως που ένιωσα να με πλημμυρίζει όταν μας εξήγησαν τι ακριβώς σημαίνει και πώς χρησιμοποιείται, ή μάλλον πώς θεωρείται.  Θα ήταν ίσως η λέξη αυτή, η οικειότητα του χρυσού, που μας έκανε να ανακαθίσουμε ζωντανεμένες στα θρανία μας, να φωτιστούν τα νυσταγμένα μάτια μας λιγάκι; Ο καθηγητής, ή καθηγήτρια, φωτίστηκε κι αυτός, η αίθουσα χρύσισε. Φέρνω ακόμα στο μυαλό μου την εικόνα του πίνακα με την ευθεία κομμένη στο υπολογισμένο σημείο της χρυσής τομής.  Ήταν η στιγμή που ένωνε εκείνο το βαρύ μάθημα που μας έβγαζε άχρηστες με ό,τι μας άρεσε κι αγαπούσαμε, τα εικαστικά, τις τέχνες.
Θα μπορούσαν να υπάρχουν κι άλλες τέτοιες γέφυρες; Να συναντήσουμε τη χρυσή τομή μαθαίνοντας στοιχεία Ιστορίας της τέχνης, ας πούμε, ή να βρούμε με μαθηματικούς τύπους τις βασικές αρχές του τονικού συστήματος στη θεωρία της Μουσικής; Δεν έχουν κάτι μαθηματικό οι κλίμακες που θα μπορούσε να μπει στην Αριθμητική του Δημοτικού, να μαθαίνουν τα παιδάκια που δεν σκέφτονται οι γονείς, ή δεν μπορούν να τα στείλουν σε Ωδείο, την αλφαβήτα της αναπαράστασης των μουσικών συμβόλων; Και στα θρησκευτικά θα μπορούσαν να μπουν να μπουν λίγα στοιχεία ιστορίας των αναπαραστάσεων του θεού ανά τους αιώνες, αλλά και της εξέλιξης των ύμνων. Η μουσική και οι εικαστικές τέχνες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη θρησκεία. Με τόσες ώρες θρησκευτικά θα μπορούσαμε να έχουμε μάθει κάτι για το Γρηγοριανό μέλος, για τον Γκουίντο ντ’ Αρέτσο που επινόησε τις νότες, για το πότε μπήκε η προοπτική στις τοιχογραφίες και πώς εξελίχτηκε. Να βρίσκαμε μια χρυσή τομή στην ύλη και τις διδακτικές ώρες…
Αλλά όχι, δεν έγινε έτσι. Τα Μαθηματικά μας γύρισαν ξανά την πλάτη, όπως τη γύριζε ο απογοητευμένος- και που έσπερνε απογοήτευση- καθηγητής, τα Εικαστικά εξαφανίστηκαν σταδιακά διότι μεγαλώναμε και οφείλαμε σοβαρότητα, η Ωδική έφτασε ως το μισό πρώτο εξάμηνο της θεωρίας με χίλια βάσανα, θέατρο ό,τι γράψαμε μόνες μας για την ερασιτεχνική παράσταση, και θρησκευτικά, ξέρετε. Εξάλλου, όλοι ξέρουμε τα ίδια.




Είναι καστανή η καστανιά;


Η καστανιά δεν είναι πάντα καστανή. Σίγουρα όχι τώρα, που τα λουλούδια της τινάζονται σα μικροί ήλιοι και κάνουν όλο το βουνό να φαίνεται κίτρινο. Πρώτη φορά συνειδητοποιώ πόσες πολλές καστανιές έχει αυτή η πλαγιά, κι ας έχω περπατήσει φθινόπωρο στο γύρω δάσος, πάνω στο καστανόχωμα.
Προσπαθώ στο μυαλό μου να βάλω σε σειρά τις εποχές. Αυτή την προκλητική ανοιξιάτικη κατάσταση- μα είναι άνοιξη, είναι καλοκαίρι, τι είναι; Μήπως είναι καστανοέκρηξη, κάτι σαν ενδιάμεση εποχή; Αυτό που αντικρίζω τώρα να το συνδυάσω με την καρτερική όψη του φθινοπώρου, τότε που το καφέ απλώνεται σιγά σιγά και τόσο εντυπωσιακά ώστε να πάρει το χρώμα το όνομά του.
Έχουμε έρθει μια ή δυο φορές στο τριήμερο της 28ης Οκτωβρίου (Το ένδοξο 28 που έλεγαν τα πιτσιρίκια) κι έχουμε περπατήσει σε χωματόδρομους που αρχίζουν να λασπώνουν, έχουμε μαζέψει με ενθουσιασμό κάστανα και καρύδια. Όσα κάστανα ήταν με την αγκαθωπή πανοπλια τους δεν καταφέραμε να τα καθαρίσουμε, παραιτηθήκαμε σε λίγο απ' αυτή τη συλλογή. Τα άλλα τα χαράζαμε και τα βάζαμε στο τζάκι, μπορέσαμε να φάμε μερικά. Πιο καλά είναι βραστά τα κάστανα Πηλίου, διαπιστώσαμε. Μα πώς γίνονται κάστανα αυτά τα τόσο λεπτεπίλεπτα λουλουδάκια, αυτό δεν μπορώ να καταλάβω.
Το να μαζεύεις κάστανα, λέει ο σοφός μου γείτονας, είναι πολύ δύσκολη δουλειά. Τώρα πια δεν τα μαζεύουν εδώ, δεν συμφέρει. Όταν ήμουν νέος, εγώ γκρέμιζα κάστανα, ανέβαινα στην κορφή της καστανιάς και γκρέμιζα τα κάστανα. Ου, να δεις πώς τα γκρέμιζα τότε. Από την κορφή κουνούσα όλο το δέντρο και γκρέμιζα τα κάστανα.
Προσπαθώ να φέρω την εικόνα στο μυαλό μου. Γκρεμίζεις τα κάστανα χωρίς να γκρεμίσεις τίποτ' άλλο, το δέντρο ας πούμε, και κυρίως χωρίς να γκρεμιστείς εσύ. Καλά, αυτά τα δέντρα δεν γκρεμίζονται, γι αυτό το ρήμα έχει τόση δύναμη, νομίζω. Κι ακολουθεί το τρομερό καθάρισμα και το ξεδιάλεγμα και το πούλημα και για τα πιο εκλεκτά, το ψήσιμο στα πεζοδρόμιο.
Τα λατρεύω τα κάστανα. Το φθινόπωρο θα σας αποκαλύψω τον καλύτερο και φθηνότερο καστανά της Αθήνας, μόλις βεβαιωθώ ότι είναι στη θέση του.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

Zagora by night

 Γιορτάσαμε τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου ανεβαίνοντας στις πίστες του σκι, στις Αγριόλευκες, εκεί που τα παιδιά, αλλά και ο μπαμπάς τους, έμαθαν σκι. Περπατήσαμε κάμποσο βυθισμένοι στις αναμνήσεις και στη μυθοπλασία που είχε στήσει ο Δημήτρης στο παράξενο μυθιστόρημα του "Χιονίζει ήσυχα στις Αγριόλευκες", μαγεμένος από τη γνωριμία με τα βουνά, τη φθαρμένη δόξα των χωριών και την εμπειρία του σκι.
Απο ψηλά βλέπαμε τη Ζαγορά, φαινόταν λες ότι θα απλώναμε το χέρι και θα την αγγίζαμε. Άντε πάμε στη Ζαγορά, είπαμε κατεβαίνοντας.
Αμ δεν είναι τόσο απλό. Επτά χιλιόμετρα απέχουμε εμείς από το χιονοδρομικό στις Αγριόλευκες, αλλά η Ζαγορά είναι άλλα 20, όλο στροφές. Είχαμε πάει κάποτε από ένα μονοπάτι που κόβει τις στροφές, δεν είχαμε καταλάβει. Αυτή τη φορά φτάσαμε ζαλισμένοι και αρκετά αργά. Και στην αρχή βρήκαμε μια μικρή πλατεία, αυτό είναι όλο; Δεν θυμόμασταν Όχι βέβαια, η Ζαγορά είναι κωμόπολη, έχει τέσσερεις πλατείες, κι είναι απλωμένη, δεν την γυρίζεις εύκολα. Μας καλούσε να καθήσουμε ένα παγκάκι τοποθετημένο "εις μνήμην" κάποιου, και πολύ χαρήκαμε που αυτή η βρετανική συνήθεια έφτασε και σε μάς, αλλά προχωρήσαμε.
Καταφέραμε να ανακαλύψουμε την κεντρική πλατεία, του Αγίου Γεωργίου. Κόσμος στα μαγαζιά, Σαββατόβραδο, θα είχαν έρθει και Αθηναίοι. Περνούν παρέες νέων και εξαιρετικά ωραίων, η λαμπρή τους όψη μου θυμίζει ότι εδώ υπήρξε κάποτε κέντρο γραμμάτων και τεχνών, βιοτεχνίας και ναυπήγησης, πλούτου και ευεργεσιών. Βρίσκουμε προτομή του Κορδάτου, άγαλμα του Νίκου Γούναρη, με το λιγοστό φως θαυμάζουμε τα μαρμαρόγλυφα 
στην πίσω όψη της εκκλησίας, ανεβαίνουμε λίγο παραπάνω στα καλοσυντηρημένα δρομάκια, κάτι σπίτια παλιά πέτρινα βοηθούν να φανταστείς την όψη της ακμής στο 19ο αιώνα. Κάπως ακόμα τα καταφέρνει η Ζαγορά με τα μήλα της, έχει την πολυτέλεια να προσφέρει την ομορφιά της στους περιηγητές, έστω και νύχτα.
Στον περίβολο της εκκλησίας μια βρύση είναι δωρεά της κόρης του Κορδάτου στη μνήμη των γονιών της. Τιμούμε κι εμείς τη δουλειά του ιστορικού, ειδικά εδώ στο Πήλιο καθημερινά ανατρέχουμε, είναι η πηγή μας. Απ' αυτόν ξέρουμε ότι η Ζαγορά, η πατρίδα του, εφτιαχνε καράβια τραγουδισμένα, παραθέτει όλα τα σχετικά τραγούδια.
Πόσο παράξενη η ζωή στα βουνά, τόσο πλούσια και πολυσχιδής, δεν παύει να με εκπλήσσει




Χρώματα κι αρώματα

Φτάνουμε, ξεφορτώνουμε, κουβαλάμε, τακτοποιούμαστε, ρίχνουμε μια ματιά στο βουνό, μωβ βαθύ σχεδόν μαύρο, από τους ξερούς κορμούς της δασικής οξιάς. Τις μέρες που χιόνιζε, άσπρισε βέβαια, αλλά ήταν άνοιξη, γρήγορα ξαναβρήκε το μωβ του. Ώσπου να γυρίσουμε το κεφάλι είχε γίνει πράσινο, μια φωτεινή απόχρωση από τα νεαρά φύλλα, αλλά όχι ενιαία. Πινελιές όλων των παραλλαγών του πρασίνου. Σε ζάλιζε να το κοιτάς και να προσπαθείς να βρεις λέξεις για τα χρώματα. Δεν έχουμε και πολλές, έτσι; Κυπαρισσί, λαχανί, ανοιχτό σκούρο και βαθύ, λαδί, τι άλλο;
Δεν πρόλαβα να φωτογραφίσω την πλαγιά, άλλαξε πάλι. Συνέχεια αλλάζει, κρατά λίγες μέρες η ανθοφορία μερικών δέντρων, γεμίζουν φύλλα μετά, ανθοφορούν άλλα. Τώρα είναι γεμάτες λουλούδια οι καστανιές, και νέα παρτίδα αγριολούλουδων έχει πάρει τη θέση των προηγουμένων, που ακόμα δεν κατάφερα να μάθω τα ονόματά τους. Οι φτέρες, που τις κόβαμε στην άκρη για τσιγαριστές με αυγά, έχουν απλώσει τα φύλλα τους, έχουν φτιάξει ολόκληρο δάσος, απο κάτω χαρχαλεύουν μικρά ερπετά, κρύβουν τη θέα στο περπάτημα. Αυτάρκεις, προϊστορικές φτέρες, τα μόνα φυτά που ακόμα πολλαπλασιάζονται με σπόρους οι οποίοι βγαίνουν κατευθείαν πάνω στα φύλλα τους, ούτε λουλούδια, ούτε γύρη, ούτε μέλισσες, ούτε σεξ, τίποτε. Ούτε μπελάδες, θα μπορούσε να πει κανείς. Η φλαμουριά, που για μια βδομάδα μύριζε και βούιζε από τα λουλούδια της, νομίζαμε ότι θα πάθουμε κάτι από τη δυνατή μυρωδιά, ότι θα μας τσιμπήσει κάποιο από τα χιλιάδες έντομα που την τριγύριζαν, αλλά τίποτε δεν συνέβη, ήταν απολύτως αφοσιωμένα στη δουλειά τους, η φλαμουριά λοιπόν σκουραίνει και τινάζει τα ξεραμένα πλέον άνθη, έχει βάψει τον κήπο κίτρινο.
Ο Ιούνιος ακόμα ποτίζει και μπουμπουνίζει, θα ήθελα να ξέρω όλα του τα έργα, να τα μελετώ απομονώνοντας τις ανθρώπινες δραστηριότητες, αλλά πρέπει σιγά- σιγά να ετοιμάσω βαλίτσες. Θα κιτρινίσουν εδώ τα χόρτα χωρίς εμένα.






Οδύσσειες της στεριάς

Θυμήθηκα τώρα, καθώς βάφω αυτά τα κάγκελα και έρχονται παλιές εικόνες σαν στρώσεις μπογιάς που αποκαλύπτονται αντί απλώς να καλύπτονται, θυμ...