Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

Τα γενέθλια του Μπετόβεν

 Η χρονιά που τελειώνει σε λίγες μέρες θα ήταν κανονικά η χρονιά του Μπετόβεν. Κι ο Δεκέμβρης, ο μήνας των γενεθλίων του. 250 χρόνια συμπληρώθηκαν από τη γέννησή του κι ετοιμάζονταν σε όλο τον κόσμο συναυλίες, εκδηλώσεις, φλας μομπ, παραστάσεις, εκδόσεις, συζητήσεις, αναλύσεις, ταινίες και θεατρικά έργα. Ηταν όμως άτυχη η μνήμη του κι εμείς κυρίως, αντί να αναλύουμε τις σχέσεις του με τους ευγενείς και πώς κατάφερνε να τις συντηρεί ενώ ταυτόχρονα έλπιζε πολλά από τη Γαλλική Επανάσταση, και πώς τους άντεχε ενώ τους περιφρονούσε, αλλά και ερωτευόταν διάφορες ευγενείς γυναίκες, όλα αυτά τα περίπλοκα και εξόχως ενδιαφέροντα, ακούγοντας ξανά τα χιτάκια του και για πρώτη φορά τα λιγότερο γνωστά του έργα, αντί για όλα αυτά λοιπόν τα θαυμάσια και μουσικά και εξυψωτικά, μας έλαχε ο Covid-19 και επιδοθήκαμε στη μικροβιολογία.

Τους πρώτες μήνες πρόλαβε το Μέγαρο μια καλή εισαγωγή και το Τρίτο Πρόγραμμα όλο και κάτι θυμόταν στη διάρκεια του χρόνου, αλλά η καταβύθιση που είχα ονειρευτεί όταν ξεκινούσε αυτή η χρονιά δεν συνέβη σίγουρα. Βρήκα στο διαδίκτυο ταινίες για τη ζωή του, πολλές συναυλίες επίσης, αλλά δεν έγινε η προσωπικότητά του θέμα συζήτησης, να τον βάλουμε και λίγο στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή, να μας πει γιατί έβριζε τους υπηρέτες και τις υπηρέτριες με τέτοιο πάθος (π.χ. μήπως εκεί κρυβόταν η απογοήτευσή του από τα συγκεκριμένα πρόσωπα του προλεταριάτου που δεν αποδεικνύονταν ίσως ικανά να σηκώσουν το βάρος του ανθρωπιστικού προσώπου όπως το είχαν σχεδιάσει οι φιλόσοφοι;). Μπετόβεν και Γαλλική Επανάσταση, δεν θα ήταν τέλειο θέμα συζήτησης στο Μέγαρο, υπό τους ήχους της Ενάτης; Κι εκείνο το απόσπασμα που μελοποίησε, «όλοι οι άνθρωποι θα γίνουν αδέρφια», τι πολιτικές προεκτάσεις έχει;

Αμ εκείνο το γράμμα στην αθάνατη αγαπημένη; Ποια να ήταν από όλες, κανείς δεν έλυσε το μυστήριο τόσα χρόνια, κι ήταν η ευκαιρία φέτος να πέσουν με τα μούτρα όλοι οι λύτες μυστηρίων και να τη βρουν. Είδα και την ταινία, προτείνει τη νύφη του ως αθάνατη αγαπημένη, τη μητέρα του ανιψιού που υιοθέτησε και μάλλον κατέστρεψε, μια γυναίκα που μισούσε. Αλλο θέμα, η σχέση με τον ανιψιό. Πολλά ζητήματα να εντρυφήσουμε ακούγοντας μουσική, δοκιμάζοντας τη δεδομένη λατρεία μας, προσπαθώντας να αποστασιοποιηθούμε, λατρεύοντας ξανά. Και η κωφότης; Το πώς γράφει μουσική κάποιος που δεν ακούει…

Κρίμα. Και δεν θα ζήσω να προλάβω τα 300στά του γενέθλια.

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Καντάτα ανάμεσα σε δυο πολέμους


Φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την αρχή του πολέμου, εκείνη την τόσο επιπόλαια αρχή. Με πόση ελαφρότητα μπλέχτηκαν τα κράτη, με πόση απερισκεψία έστειλαν οι κυβερνήσεις χιλιάδες ανθρώπους να περάσουν στα χαρακώματα χρόνια και χρόνια φρίκης, να σκοτωθούν μαζικά, ποτέ δεν θα το κατανοήσουμε πλήρως. Όμως το προσπαθούμε, κι αυτό έχει σημασία έναν αιώνα αργότερα. Ο πόλεμος εκείνος ήταν σφαγείο για τα νιάτα της Ευρώπης. Αλλά ήταν και ο πρώτος ίσως πόλεμος που ξεσήκωσε τις συνειδήσεις σε τέτοιο βαθμό, που οι πολίτες τον βίωσαν ως το απόλυτο κακό, που οδήγησε τους ανθρώπους να αποφασίσουν ότι δεν θέλουν να πολεμούν. Αυτούς που είχαν εμπλακεί τουλάχιστον.
Μετά από τον πόλεμο αυτό, μετά απο εκατομμύρια νεκρούς, μετά από κινήματα ειρήνης, έργα τέχνης, καταγγελίες, απώλειες απερίγραπτες, οι εμπόλεμοι έγιναν πολίτες, οι επιζήσαντες έγιναν πολίτες, και η βούληση που επικράτησε ήταν να μην ξαναγίνει πόλεμος.
Αν το καλοσκεφτούμε, δηλαδή ανατρέξουμε στους περασμένους πολέμους, ίσως να μην ήταν και ο πιο πολύνεκρος. Η Ευρώπη έχει ποτιστεί αίμα επί αιώνες. Όμως έγινε σε μια στιγμή που οι κάτοικοι της ηπείρου αποκτούσαν πολιτική δύναμη. Κάποτε δεν μπορούσαν ν' αντιδράσουν, τους έστελνε στον πόλεμο ο βασιλιάς, ο πάπας, ο φεουδάρχης, δεν υπήρχε δυνατότητα αμφισβήτησης. Αυτή είναι η διαφορά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου από τους προηγούμενους.
Στο σχολείο στην Ελλάδα μαθαίνουμε τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο υπό το πρίσμα των ελληνικών συμφερόντων. Οι Έλληνες πολεμούσαν και πριν, για να μεγαλώσουν την επικράτεια της χώρας στους Βαλκανικούς, κι όταν ξεκίνησε ο Α' παγκόσμιος το θέμα ήταν τι συνέφερε τη χώρα. Πάνω εκεί συγκρούστηκε ο Βενιζέλος με τον Κωνσταντίνο και ξεκίνησε ο διχασμός. Άλλο θέμα είχε δηλαδή η Ελλάδα. Βρέθηκε στο πλευρό των νικητών, είχε κέρδη, και ζημίες μετά λόγω της Μικρασιατικής εκστρατείας που οδήγησε στην Καταστροφή. Η εικόνα που έχουμε είναι ότι οι Έλληνες δεν είχαν ακριβώς μπουχτίσει και σιχαθεί τον πόλεμο, δεν είχαν πάρει την απόφαση να μην ξαναπολεμήσουν. Δεν μετέχουμε στην ευρωπαϊκή συνείδηση με τα βιβλία της Ιστορίας.
Με τον τρόπο αυτό δεν καταλαβαίνουμε γιατί οι Γάλλοι, ας πούμε, έλεγαν Pourquoi? όταν ο πόλεμος τους ξαναχτύπησε την πόρτα, γιατί οι Γερμανοί του Χίτλερ μπόρεσαν να προχωρήσουν τόσο γρήγορα εισβάλλοντας σε κάθε κατεύθυνση, γιατί άργησαν τόσο πολύ οι άλλοι ν'αντιδράσουν. Ερμηνεύουμε ότι οι Γάλλοι και οι άλλοι ήταν δειλοί, λαπάδες, κλπ, ξεχνώντας την ιστορική συνέχεια, την απόφαση να μην πολεμήσουν ξανά, αυτή που οδήγησε ουσιαστικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά από τις νέες περιπέτειες.
Μαθαίνοντας τον Α' πόλεμο με αυτή την οπτική δεν τον καταλαβαίνουμε και δεν καταλαβαίνουμε την Ευρώπη, την ιστορική συνείδηση των Ευρωπαίων.
Τα σκέφτομαι συνέχεια όλ' αυτά τους τελευταίους μήνες, καθώς μαθαίνουμε στη χορωδία Αthens Singers την καντάτα του άγγλου συνθέτη RalphVaughn Williams, “Dona nobis pacem”. Φράσεις ικεσίας για ειρήνη από το Ευαγγέλιο, πασίγνωστες φράσεις, “ Δος ημίν ειρήνη, και Δόξα εν υψίστοις θεώ και επι γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία”, λατινικά στο πρώτο μέρος και αγγλικά στο τελευταίο, πλαισιώνουν τρία ποιήματα του Ουώλτ Ουίτμαν με αναφορές στον πόλεμο. Για μένα ήταν μια εξαιρετική μαθητεία όλο αυτό, και στη μουσική, και στο νόημα της επετείου του Α' πολέμου. Θυμόμουν, μαθαίνοντας τις νότες και τους στίχους, πόσα κείμενα έχω διαβάσει για τον πόλεμο αυτό χωρίς όμως να τα εντάσσω κάπου, συνειδητοποιούσα πόσο βαθιά είναι χαραγμένος στην ευρωπαϊκή ταυτότητα.
Και στην Ελλάδα; δεν μάτωνε, δεν υπέφερε ο κόσμος εδώ; Οι κραυγές του διχασμού και ο θρήνος της Καταστροφής θολώνουν τη γνώση μας. Δεν ξέρουμε λεπτομέρειες.
Απόψε, Παρασκευή 11 Απριλίου το αποτέλεσμα των προσπαθειών της χορωδίας θα ακουστεί στο Μέγαρο Μουσικής, με διεύθυνση του Ρότζερ Τάιλι και σολίστ την σοπράνο Χέδερ Χέλιγκερ και τον βαρύτονο Βαγγέλη Μανιάτη. Στο πιάνο θα είναι ο Δημήτρης Βεζύρογλου. Θα ακουστούν και άλλα έργα του συνθέτη πριν την Καντάτα αυτή, που απορεί κανείς, καθώς η μουσική τον παρασέρνει στο μεγαλείο της ικεσίας, της επιθυμίας για ειρήνη, πώς είναι δυνατόν να γράφτηκε ανάμεσα στους δυο μεγάλους πολέμους, πώς είναι δυνατόν να έγινε ξανά πόλεμος μετά.
Αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Η τέχνη δεν σώζει. Παρηγορεί και βοηθά την κατανόηση μόνο, του εαυτού μας και των άλλων.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.mousiki&id=33166
 

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Alexander, rock opera


 Μια βδομάδα στη Θεσσαλονίκη είχα ήδη βαρεθεί να βλέπω ανδριάντες του Αλεξάνδρου και των συγγενών του, και ξεκίνησα επιφυλακτική για τη ροκ όπερα Alexander, που παίζεται και το επόμενο Σαββατοκύριακο. Πάντως γρήγορα  ξέχασα  τις επιφυλάξεις, χάρηκα την πρώτη ροκ όπερα που έβλεπα στη ζωή μου,(αν εξαιρέσεις το Jesus Christ Superstar, το οποίο  έχω δει μόνο στο σινεμά).
 Υπάρχει ένα κοινό σημείο στις δυο αυτές ροκ όπερες: οι ήρωες είναι και οι δυο σουπερστάρ, δηλαδή το κοινό τους γνωρίζει. Μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει γνωστά στοιχεία, να στήσει πάνω τους χαρακτήρες και δράση, να απομυθοποιήσει ή να αγιογραφήσει. Στο Alexander του Κώστα Αθυρίδη που γράφτηκε σε λιμπρέτο της Penny Turner, οι μυθικοί και υπερβολικά φετιχοποιημένοι, ειδικά στη Θεσσαλονίκη, ήρωες, παίρνουν ανθρώπινες διαστάσεις,  παρουσιάζονται από την αρχή με τις αδυναμίες τους, τις μανίες τους για μεγαλείο, τα πάθη και τα λάθη τους.

Η μητέρα του Αλέξανδρου, η Ολυμπιάδα, πρώην ιέρεια των Καβειρίων της Σαμοθράκης, κολλημένη στην ανεξαρτησία και την αίγλη που έχασε με το γάμο της, ζητάει να τον κάνει όργανό της. Ο ίδιος μοιάζει πολύ με θύμα της μαζικής κουλτούρας της εποχής του, που ήταν τα έπη του Ομήρου. Στις σελίδες της Ιλιάδας βρίσκει το πρότυπο του.  Έχει τους φίλους και την ορμή, την επιθυμία των νέων για κατακτήσεις, θέλει δόξα και αθανασία. Χάνει τους φίλους στην πορεία, από υπερβολικό εγωισμό. Παραδίδεται στα πάθη, στο πάθος της καταστροφής μεταξύ άλλων. Το λιμπρέτο της Penny Turner τον παρουσιάζει με ιστορικές λεπτομέρειες, ξεφεύγοντας από το μύθο του άψογου εκπολιτιστή. Συχνά στρέφεται σε πρόσωπα της εποχής του λιγότερο διάσημα υπονομεύοντας ακόμα περισσότερο την ηρωική ατμόσφαιρα. Το έργο διαθέτει χιούμορ, πλησιάζει με  κατανόηση την εποχής της δράσης, αναδεικνύει τις αναλογίες με τη σημερινή, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα είδος αποστασιοποίησης, που τη χρειαζόμαστε επειγόντως.

Η παραγωγή είναι  φιλόδοξη. Ορχήστρα, μπαλέτο, ζωντανό τραγούδι στη  μεγάλη σκηνή του Stage, στην περιοχή  Σφαγείων της Θεσσαλονίκης, με  αρκετά φτηνό εισιτήριο. Οι καλλιτέχνες στη σκηνή, τραγουδιστές και ηθοποιοί, έχουν δουλέψει με πάθος. Είναι σπάνια απόλαυση να βλέπεις τόσους νέους συντονισμένους στη σκηνή γεμάτους όρεξη, ενέργεια, ωραίες, δουλεμένες φωνές, σε ένα χορταστικό θέαμα.
Οι στίχοι είναι στα αγγλικά, ίσως βοηθήσουν το έργο να κάνει διεθνή καριέρα. Η σκηνοθεσία είναι του συνθέτη, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Απόστολου Βέττα, οι χορογραφίες της Άσπας Φούτση και η ενορχήστρωση του Κώστα Τζούνη που διευθύνει και την ορχήστρα. Τραγουδούν στην παράσταση μεταξύ άλλων η Ρούλα Μανισσάνου, ο Δημήτρης Τικτόπουλος. η Γεωργία Βεληβασάκη, η Ραχήλ Τσελεπίδου, κι άλλοι. 

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Τραγουδιστές, αρχιερείς, προφήτες

Νύχτα στη Σμύρνη
Από το Books' Journal Ιουνίου 2012

Ταξιδεύοντας πρόπερσι στη Σμύρνη είχα μαζί μου το βιβλίο του John Freely, The Western shores of Turkey το οποίο περιέγραφε το δικό του ταξίδι στην ίδια πόλη τρεις δεκαετίες πριν. Εξερευνώντας την εβραϊκή γειτονιά της πόλης είχε ανακαλύψει μια ομάδα εναπομεινάντων πιστών του Σαμπεθάι Ζέβι συγκεντρωμένους στο σπίτι που γεννήθηκε να προσκυνούν κάτι που θεωρούσαν την κούνια του. Βλέποντας τους  είχε προσπαθήσει να φανταστεί την ημέρα του 1665 που ο Ζεβι είχε αναγγείλει στα πλήθη ότι ήταν ο Μεσσίας. Η σκηνή ήταν υποβλητική, ο Φρίλι έχει γράψει ένα βιβλίο και για τον ίδιο τον Σαμπεθάι Ζέβι, έναν από τους ‘ψευδομεσσίες’ όπως ονομάζονται, ο οποίος έδρασε και σε χώρους της σημερινής Ελλάδας και είχε σημαντική κοινότητα πιστών στη Θεσσαλονίκη μεταξύ άλλων, κοινότητα που τον ακολούθησε ακόμα κι όταν αλλαξοπίστησε. Η ιστορία του είναι συναρπαστική, παρακολουθεί και σχεδιάζει ολόκληρο τον αιώνα του σε Ανατολή αλλά και στη Δύση, κι είναι κρίμα που αποφεύγουμε να μάθουμε γι αυτόν περισσότερα εδώ στην Ελλάδα. Το τζαμί των Ντονμέδων ή Μαμίν στη Θεσσαλονίκη, χτισμένο το 19ο αιώνα σε ύφος νεοκλασσικό,  το Γενί Τζαμί όπως το λένε, χρημάτισε και Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Τώρα πια είναι απλώς ένας χώρος εκθέσεων που ανήκει στο Δήμο και δεν έχει κανέναν οδηγό, καμία επιγραφή ή ταμπελίτσα που να εξηγεί την ιστορία του αρχηγού του δόγματος και της κοινότητας, η οποία ανταλλάχθηκε το ’22 και κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη.
Τους αιώνες εκείνους υπήρχαν αρκετοί εβραίοι που ανήγγειλαν τον εαυτό τους ως Μεσσία στις εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης, οι οποίες ταλαιπωρούνταν πάρα πολύ από διώξεις και πογκρόμ και χρειάζονταν τον σωτήρα που υπόσχεται η θρησκεία τους. Ο πιο επιτυχημένος ήταν αυτός, ο σμυρνιός Σαμπεθάι Ζέβι, ο οποίος ανήγγειλε τη μεσσιανική του ιδιότητα στη γλώσσα λατίνο, γλώσσα των σεφαραδιτών εβραίων, τραγουδώντας ένα τραγούδι που λεγόταν «Η βασιλοπούλα βγήκε στο παράθυρο».
Τι σχέση μπορεί να είχε ο τίτλος του τραγουδιού με τη μεσσιανική αναγγελία; Προσπαθώ να φανταστώ τη σκηνή. Τα πλήθη από κάτω, το ραβίνο να εμφανίζεται και να αρχίζει το τραγούδι με φωνή στεντόρεια. Μικρόφωνα δεν υπήρχαν, άρα θα πρέπει να είχε πολύ δυνατή φωνή, και να μην ήταν φάλτσος. Ένας μεσσίας του 17ου αιώνα δηλαδή θα πρέπει να έμοιαζε με έναν σημερινό Παβαρότι, ο οποίος παρόλη τη δύναμη της φωνής του υπέκυπτε καμιά φορά στην ευκολία του μικροφώνου. Τότε όμως δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα. Οι κάτοχοι της αλήθειας όφειλαν να έχουν ανθεκτικά πνευμόνια, να μη βραχνιάζουν εύκολα, να διαθέτουν καθαρή φωνή, να ξέρουν πώς θα αντέξει να μην κλείσει μετά από μεγαλόφωνο τραγούδι. Θα έπρεπε δηλαδή να έχουν εκπαίδευση σημερινού μονωδού της όπερας.
Το Γενί Τζαμί στη Θεσσαλονίκη
Πώς όμως το θρησκευτικό συναίσθημα διαχύθηκε στην αναγγελία εκείνη με τα λόγια ενός τραγουδιού που έλεγε ότι η βασιλοπούλα βγήκε στο παράθυρο; Εδώ πια πρέπει ο καθένας να χρησιμοποιήσει τη δική του φαντασία. Μπορεί τα λόγια του τραγουδιού να είναι συνθηματικά, ένα θαυμάσιο υλικό για μυθιστόρημα μυστηρίου αλά ‘κώδικα Νταβίντσι’. Μπορεί η σειρά των στίχων να είναι κωδικοποιημένη. Μπορεί απλώς να μην έχει καμιά σημασία, και τα πλήθη να ήταν έτοιμα να ακολουθήσουν με οποιοδήποτε τραγούδι. Φτάνει να υπήρχε τραγούδι. Πιθανότατα θα το τραγούδησαν μαζί από τη δεύτερη στροφή, αλλά μπορεί κι από την πρώτη. Ακούνε την πρώτη στροφή, ύστερα επαναλαμβάνουν, όπως γίνεται σήμερα στις συναυλίες. Η είδηση για το μεσσία είχε ήδη διαδοθεί, οι πιστοί ήταν έτοιμοι, το τραγούδι ήταν απλώς το μέσο για να ενωθούν μαζί του στον κοινό ψαλμό. Μήπως αυτό δεν κάνει, κατά κάποιο τρόπο, κάθε τραγούδι;
Έτσι μέσα από την ιστορία, ή μάλλον μια λεπτομέρεια της ιστορίας ενός παράξενου θρησκευτικού ηγέτη -παράξενου γιατί αργότερα έγινε μουσουλμάνος αλλά πολλοί οπαδοί του τον ακολούθησαν- η οποία ήταν σαν ένα είδος αναβίωσης της γέννησης μεγάλων θρησκειών μέσα στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα βρήκα απαντήσεις σε απορίες που είχα πάντα σχετικά με τη δύναμη της μουσικής και των τραγουδιών. Μεσσίες μπορεί να μην εμφανίζονται πια, αλλά οι τραγουδιστές συμμετέχουν ακόμα σε κάτι που θυμίζει θρησκευτική λειτουργία. Το κοινό ξέρει το τραγούδι, απολαμβάνει την επανάληψη, κι όσο καλύτερα το ξέρει τόσο περισσότερο απολαμβάνει. Όταν ο τραγουδιστής είναι πολύ δημοφιλής ονομάζεται ‘είδωλο’ κάτι που το λατρεύεις δηλαδή θρησκευτικά. Τις πολύ πετυχημένες τραγουδίστριες της όπερας τις λένε diva, θεά. Στις συναυλίες των μεγάλων ειδώλων εκτυλίσσονται σκηνές λατρείας σε βαθμό υπερβολής, που δεν μπορεί να εξηγηθεί από την αξία της μουσικής, της φωνής, της προσπάθειας των τραγουδιστών. Κάτι υπάρχει στον ανθρώπινο εγκέφαλο και δίνει στη μουσική μεγάλη εξουσία επάνω του. Στις εκκλησίες εξάλλου χρησιμοποιούν ακόμα μουσική. Κάποτε οι αργόσυρτοι ύμνοι της ορθόδοξης λειτουργίας μπορεί να ξεσήκωναν συναισθήματα στους πιστούς τους, πριν ανακαλύψουν άλλα είδη μουσικής πιο θελκτικά.
Από μια άποψη είμαστε τυχεροί που γεννηθήκαμε σε μια εποχή χωρίς μεσσιανικές αποκαλύψεις. Από μια άλλη τις νοσταλγούμε υποσυνείδητα, αναζητώντας στη μαγεία που ασκεί επάνω μας το τραγούδι και οι τραγουδιστές απαντήσεις για πολιτικά ζητήματα. Ίσως ο Μίκης Θεοδωράκης να ήταν η τελευταία εμφάνιση ενός μουσικού με μεσσιανικές προεκτάσεις, ή μάλλον επιβιώσεις. Την εποχή που τραγουδούσαμε μαζικά τα τραγούδια του στα στάδια, έχοντας τα προηγουμένως λατρέψει μυστικά επί χούντας, θα μοιάζαμε ίσως με τα πλήθη που συγκινούσε ο Σαμπεθάι Ζέβι και πριν απ’ αυτόν κάθε μεσσίας, κάθε θεός, ή απλώς κάθε αρχιερέας. Ο δε Μίκης, παρόλη τη λατρεία που απόλαυσε στη ζωή του μοιάζει συνέχεια πικραμένος ίσως επειδή  γεννήθηκε με δυο-τρεις αιώνες καθυστέρηση. Οι προσπάθειες του να περάσει η μέθεξη με το πλήθος που βίωνε στις συναυλίες του στην πολιτική σκηνή, δεν ευοδώθηκαν ποτέ. Η ‘μουσική για τις μάζες’, ένα βιβλίο που είχε γράψει κάποτε, δεν κατάφερε να δημιουργήσει νέο δόγμα.
Τι να κάνουμε; Η μουσική αποκόπηκε από τα πλήθη εδώ και πολύ καιρό, ίσως από τη στιγμή που η Σαπφώ τραγούδησε τον έρωτά της και ο πρώτος χορευτής ξέφυγε από την ομαδική τελετουργία του Διονύσου. Τα βάσανα των ερωτευμένων είναι το αγαπημένο μοτίβο των τραγουδιών, η πιο διαδεδομένη σύγχρονη θρησκεία. Ακόμα κι όταν ουρλιάζουν οι νέοι στις συναυλίες, ο καθένας έχει τους δικούς του λόγους. Είναι πια αργά για αρχιερείς- τραγουδιστές που θα οδηγούν τα πλήθη τραγουδώντας στη θρησκευτική αποκάλυψη. Το τραγούδι είναι ατομικό, κι όταν καταφέρνει να ενώνει  χορωδίες και πλήθη μέσα σε συγκίνηση είναι επειδή ο καθένας αναλογίζεται κάτι δικό του που ταιριάζει με τους πανανθρώπινους καημούς και τα ανικανοποίητα.
Ωστόσο οι τραγουδιστές έχουν ακόμα υπερβολική επιρροή, δυσανάλογη με τη δουλειά που κάνουν στη μουσική. Είναι πιο διάσημοι και πληρώνονται καλύτερα από τους συνθέτες και τους μουσικούς. Για τους στιχουργούς δεν το συζητάμε καν. Ακόμα πιο άδικο είναι πως τραγούδια γραμμένα από άλλους συνδέονται με το δικό τους όνομα και ξεχνιούνται οι δημιουργοί τους. Ο Θεοδωράκης κάτι ήξερε που έπιασε και τραγουδούσε μόνος του.
Το πιο χαρακτηριστικό αυτής της υπέρμετρης λατρείας που μοιάζει με επιβίωση θρησκευτικών συνηθειών, είναι οι ύμνοι που γράφονται όταν πεθαίνει κάποιος λαϊκός τραγουδιστής. Θυμηθείτε τι έχει γραφτεί για το θάνατο του Καζαντζίδη ας πούμε, ή πρόσφατα του Μητροπάνου. Οι αγιογραφίες και οι υπερβολές σ’ αυτές τις περιπτώσεις θυμίζουν στ’ αλήθεια θρησκευτική προσήλωση και θρησκευτικές πρακτικές. Όλοι μας έχουμε ζήσει υπέροχες στιγμές τραγουδώντας, ειδικά με παρέα, είναι μεγάλη συγκίνηση τα ηχεία του σώματος να δονούνται αρμονικά με τα ηχεία του σώματος των άλλων γύρω μας, αλλά δεν γίνεται πια αυτό να παράγει πίστη σε θεούς.  
Βέβαια οι τραγουδιστές προσφέρουν την παρουσία τους στην εκτέλεση του τραγουδιού, τη χρήση του σώματος τους στην παραγωγή του ήχου, οπότε μπορεί κανείς να δικαιολογήσει το γιατί ξεχωρίζουν τόσο. Αλλά κι οι μουσικοί είναι παρόντες με τα χέρια τους στα πλήκτρα και τις χορδές, κουράζονται πολύ και δουλεύουν συχνά πολύ περισσότερο από τους τραγουδιστές, αλλά μόνο από ευγένεια τους χειροκροτάμε. Μόνο οι τραγουδιστές ‘μετέχουν του θείου’ και περιμένουμε υποσυνείδητα να μας πουν καμιά προφητεία. Κι όταν δεν τη λένε τα τραγούδια, την αναζητάμε σε πεζό. Τους παίρνουμε ακόμα συνεντεύξεις όπου τους ρωτάμε να μας πουν τη λύση για τα μεγάλα προβλήματα του κόσμου.

Μόνο σε μια μέρα βρίσκω στο σάιτ Αιχμή ας πούμε, αποσπάσματα από συνεντεύξεις της Δήμητρας Γαλάνη, του Γιάννη Κότσιρα, του Σταμάτη Κραουνάκη, και μερικών ακόμα, με ρηξικέλευθες απόψεις για το Μνημόνιο, το λαό, την ‘εθνική μειοδοσία’ τη ‘χαβούζα της πολιτικής’ κι όποια άλλη μεγάλη κουβέντα κυκλοφορεί. Οι δημοσιογράφοι τους αντιμετωπίζουν με την πρέπουσα ευλάβεια, αφήνοντας τους να εκτεθούν με τρόπο που πια δεν εξυπηρετεί κανέναν. Ο τελευταίος όμως νομίζω που ακουγόταν σαν προφήτης, χρησιμοποιούσε κι εκείνα τα κάπως κρυπτικά, ποιητικά του  αποφθέγματα, ήταν ο Σαββόπουλος. Έκτοτε η συνταγή δεν ξαναδούλεψε. Άδικα έτρεχε στα στάδια κι ο Μαρκόπουλος με εξίσου βαρύγδουπο ύφος. Άδικα προσπαθούν να δημιουργήσουν το νέο ‘εθνικό τραγουδιστή’. Μήπως είναι ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, αναρωτιέται ένα άλλο σάιτ, αυτός που ‘θέλει να πιει όλο το Βόσπορο’; Δεν τραβάνε όμως τα νέα εύκολα μεγαλόστομα στιχάκια. Παρόλα όσα μας συμβαίνουν πρέπει να έχουμε ωριμάσει σε κάποια πράγματα.
Οι έρευνες συνεχίζονται βέβαια. Μπορεί να κάνω και λάθος.

John Freely
The Western Shores of Turkey: Discovering the Aegean and Mediterranean Coasts (1988), John Murray Pub Ltd; 2nd. ed., (2004), Tauris Parke Paperbacks
                  The Lost Messiah: In Search of the Mystical Rabbi Sabbatai Sevi (2001)

Για τον Σαμπεθάι Ζέβι στα ελληνικά: Μαρκ Μαζάουερ, «Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων» μετάφραση Κώστας Κουρεμένος, εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

Τέλος εποχής

Μια εικόνα ήρθε στον νου μου όταν έμαθα ότι πέθανε ο Χρήστος Λαμπράκης: το Μέγαρο Μουσικής γιαπί επί δεκαετίες, όπως φαινόταν από το τρόλεϊ που περνούσε στη Βασιλίσσης Σοφίας. 
Είχαμε πάψει να πιστεύουμε ότι θα κατάφερνε να χτιστεί στ΄ αλήθεια, φαινόταν το σχέδιο πολύ μεγάλο, πολύ φιλόδοξο, και πολύ αταίριαστο με τα μουσικά γούστα των Ελλήνων. 
Δηλαδή μπορεί και να μην το ήθελαν οι Έλληνες, να μην το χρειάζονταν καθόλου. Υπήρχε η Λυρική, διάφορα θέατρα, και πολύ μας έπεφταν με τόσο λίγο που ακούγαμε κλασική μουσική. Κι όμως έγινε τελικά, και δουλεύει, και μετά ξεκίνησε και στη Θεσσαλονίκη να γίνει Μέγαρο Μουσικής, και σε άλλες πόλεις. Φαίνεται πως το χρειαζόμασταν κατά βάθος, όπως χρειαζόμαστε περισσότερα και καλύτερα σχολεία, πανεπιστήμια, μουσεία, ωδεία, εκδοτικούς οίκους, εφημερίδες και περιοδικά, θέατρα και κινηματογράφους, βιβλιοθήκες, ορχήστρες, όλα αυτά τα απαραίτητα εργαλεία του πολιτισμού που συχνά θεωρούνται απαράδεκτες πολυτέλειες.
Τα χρειαζόμαστε, αλλά ποιος θα τα κάνει; Πρέπει να βρίσκονται οι πολύ προσηλωμένοι στην άποψη ότι αξίζουμε περισσότερα από όσα παραδεχόμαστε εκ πρώτης όψεως, να είναι όχι απλά ισχυροί, να είναι κυρίως διατεθειμένοι να επιμείνουν ακόμα και κόντρα στην κοινή γνώμη. 
Κυρίως κόντρα στην κοινή γνώμη. Τραβάτε με κι ας κλαίω ο ελληνικός λαός, τραβάτε με στον ευρωπαϊκό δρόμο, στον εκσυγχρονισμό, αλλά να γκρινιάζω και να κατηγορώ. Τώρα που το βιοτικό επίπεδο έχει ανέβει σημαντικά και φαίνεται να μη χρειάζονται οι Έλληνες τέτοιες κατευθύνσεις, μπορεί να είναι πράγματι τέλος εποχής αυτός ο θάνατος, μπορεί να λείψουν πια οι επιχειρηματίες, οι εκδότες, πώς να τους πούμε, οι άνθρωποι με πολιτιστικό και πολιτικό βάρος, που είναι διατεθειμένοι να γίνονται τόσο ενοχλητικοί, να δίνουν τέτοιες μάχες. Μακάρι να βγει λάθος αυτός ο τίτλος: «Τέλος εποχής».

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...