Δεν πιστεύω ότι η ατμόσφαιρα στην Ευρώπη θυμίζει δεκαετία
του 30, όπως είπε ο Μακρόν, και λέγεται πολύ εν γένει. Πιο πολύ μπορεί να
θυμίζει την εποχή πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος άρχισε με
ενθουσιασμό και σιγουριά εκατέρωθεν, δι ασήμαντον αφορμή, για να τελειώσει όπως
τέλειωσε πριν ακριβώς 100 χρόνια. Τότε ήταν που οι πολίτες των παρηκμασμένων
αυτοκρατοριών και των ανερχομένων εθνών ένοιωθαν θυμό για όσα πίστευαν πως τους
αδικούσαν, ασφυκτιούσαν στα όρια της Αυστροουγγαρίας, ήθελαν να γκρεμίσουν και
να αναδειχτούν με τις ιδιαιτερότητές τους, που ήταν οπωσδήποτε οι καλύτερες του
κόσμου και δεν αναγνωρίζονταν επαρκώς, δεν είχαν κράτος να τις πλαισιώνει, όχι
παντού, όχι αρκετά, δεν τους περιλάμβανε όλους. Ένας αντιπαθής διάδοχος της
ανάγκης, που κανείς δεν τον ήθελε αφότου είχαν χάσει τον ωραίο και αληθινό
διάδοχο, εκείνον τον Ροδόλφο, τον εραστή της Μαρίας Βετσέρα, πήγε επίσκεψη στο
Σεράγεβο, ένας αυτονομιστής Σέρβος τον σκότωσε, ο αυτοκράτορας αποφάσισε να
δείξει την ισχύ του, κι αυτό ήταν. Χάθηκε όλη η χρυσή ηλικία της Ευρώπης, η
γενιά που θα γνώριζε στην καθημερινότητά της τα αποτελέσματα της προόδου. Τότε
που διαδιδόταν ο κινηματογράφος, τα αυτοκίνητα, οι μηχανές άρχιζαν να
απελευθερώνουν, η ιατρική προόδευε, οι γυναίκες τολμούσαν να ζητήσουν δικαιώματα,
οι άνθρωποι αντίκριζαν την ευτυχία, τότε ακριβώς ο γέρο Φραγκίσκος Ιωσήφ
αποφάσισε να παλιμπαιδίσει και να ξεχάσει τη διπλωματία, να το παίξει
πεισμωμένος, να χαρίσει λίγες ώρες ενθουσιασμού στο λαό του, στους λαούς του
μάλλον, να ξεμουδιάσουν λίγο από την υπερβολική ειρήνη. Να, πώς πολεμούσαν εκεί
κάτω στα Βαλκάνια οι άλλοι και περνούσαν αξέχαστα; Να μη διασκεδάσουν λίγο και
οι βορειότεροι;
Όπως λέει κι ένα αγαπημένο μου γαλλικό τραγούδι, μόλις ο
πόλεμος τελειώσει πρέπει να κάνεις ειρήνη. Ίσως είναι πιο περίπλοκο. Πριν εκατό
χρόνια ακριβώς τέλειωνε ο απαίσιος εκείνος πόλεμος, κι έβρισκε τους Ευρωπαίους
αποφασισμένους να μην πολεμήσουν ξανά ποτέ. Αλλά δεν πρόσεξαν την ειρήνη, την
έκαναν άτσαλη, παλιομοδίτικη, τους έβγαλε καινούργιο πόλεμο σε είκοσι χρόνια.
Κι έκτοτε προσέχουν. Όσο γίνεται, άνθρωποι είναι κι αυτοί. Κι αν ξέχασαν στ’
αλήθεια τι πέρασαν οι παππούδες τους, αν πάλι θυμώνουν, μουτρώνουν,
παλιμπαιδίζουν, κι έχουν μουδιάσει από την πολλή ειρήνη, ζηλεύουν τους
πρόσφυγες, θέλουν κι αυτοί ανθρωπιστική βοήθεια, επιδόματα, συσσίτια, όλ’ αυτά
τα ωραία, ποιος να τους προφυλάξει;
Οφείλω να ξέρω αυτή την πόλη. Ζουν και τα τρία μου παιδιά εκεί, άρα οφειλω να μη χάνομαι, να μπορώ να προσανατολίζομαι, και στοιχειωδώς να συνενοούμαι. Δεν δικαιολογείται, μετά από τόσες φορές που έχω έρθει να μη θυμάμαι τι είναι στο κέντρο και τι όχι, να μην έχω ιδέα για το πώς λειτουργεί το μετρό, να ξεκινάω κάθε φορά σε λάθος κατεύθυνση. Με το τηλέφωνο στο χέρι να κάνω μερικά βήματα και να με δείχνει ότι πηγαίνω ανάποδα, άντε πάλι πίσω. Τι έκανα πριν αποκτήσω GPS; Χανόμουν, ναι, το θυμάμαι αυτό, αλλά πάθαινα τέτοιο πανικό, ή το είχα συνηθίσει; Με πιάνει αγωνία συνέχεια, μήπως πάρω λάθος τραίνο, μήπως βγω σε λάθος σταθμό, μήπως δεν χτυπήσει σωστά το εισιτήριο και δεν ανοίξει η μπάρα. Σα χωριατοπούλα που ήρθε πρώτη φορά στη μεγάλη πόλη. Ποιος, εγώ που είμαι στα μέρη αυτά σαν ψάρι στα νερά. Ο άνθρωπος των μεγάλων πόλεων, που ανάσαινα τον αέρα τους και άνοιγε η ψυχή μου.
Δεν είναι μόνο ο χρόνος που με αποξένωσε. Είναι και το Brexit που δηλητηρίασε τη σχέση μου με τη χώρα αυτή. Πάντα θαύμαζα τους Άγγλους, κάθετι που έκαναν το θεωρούσα σπουδαίο, δεν περίμενα με τίποτε ότι θα ψήφιζαν έξοδο από την Ευρώπη. Αυτοί, που πολέμησαν για να μη γίνει φασιστική, που κέρδισαν τον πόλεμο κι έχασαν τις αποικίες, που έχτισαν τη δημοκρατία βήμα βήμα χωρίς να χρειαστεί να καρατομήσουν κανέναν βασιλιά μετά τον δέκατο έβδομο αιώνα.
Ο θαυμασμός μου, η εκτιμηση, η αγάπη στη χώρα και τους ανθρώπους, έχει πληγωθεί ανεπανόρθωτα. Με πόση λαχτάρα ερχόμουν κάποτε, με πόση χαρά μιλούσα με τους ανθρώπους σε κάθε ευκαιρία, τ' αυτιά τεντωμένα να καταλάβω τι λένε, τα δικά τους αγγλικά ευαγγέλιο. Γελούσα με την κριτική των Ελλήνων, που τους λένε βρώμικους, που τους κοροϊδεύουν για τις χωριστές βρύσες. Κι αυτή τη φορά είδα κι εγώ τη βρώμα, και σκέφτηκα επίσης πόσο ηλίθιο πράγμα είναι αυτό με τις χωριστές βρύσες. Είδα τις τεράστιες ταξικές διαφορές χωρίς ιστορική κατανόηση, είδα τα ομοιόμορφα σπιτάκια στις γειτονιές σα να μη με αφορούν πια καθόλου. Δεν θαμπώθηκα από τα ωραία, δεν ήμουν επιεικής με τα άσχημα. Ένιωσα, φαντάζομαι, όπως οι περισσότεροι Έλληνες όταν ταξιδεύουν σε ευρωπαϊκές χώρες, από αδιάφορα έως εχθρικά.
Σχεδόν χάρηκα, έγινα επιτέλους όπως όλος ο κόσμος. Όμως τι κρίμα! Και πώς είναι δυνατόν; Τη γριάν Αγγλία την αγαπώ, που έλεγε και το τραγούδι. Την αγαπούσα. Έχω βγάλει τα μάτια μου μια ολόκληρη ζωή να διαβάζω Ντίκενς στο πρωτότυπο, και Τζέιν Ώστεν, και τις αδελφές Μπροντέ, και τον Θάκερεϊ, όλη την κλασσική αγγλική λογοτεχνία χωρίς βοήθεια από σχολεία, δυστυχώς. Τα παιδικά, τόμους ατελείωτους. Μόνο στον Σαίξπηρ κώλωσα, εκεί θέλει δασκάλους. Το σχεδίαζα για το μέλλον, πού να πήγαινα για αγγλική λογοτεχνία. Ξανά και ξανά τους πεζογράφους όμως, με το λεξικό δίπλα, κι ένα σωρό νέους, ακόμα πιο δύσκολους, και Ιστορία με τη σέσουλα, και τα γενεαλογικά των βασιλιάδων, και βιογραφίες επιστημόνων, του Νεύτωνα, του Σάμουελ Τζόνσον που έφτιαξε τα λεξικά, κι ενός ερασιτέχνη λογίου που τον βοηθούσε, χωριστά. Και μιας επίσης ερασιτέχνιδας κυρίας που μάζευε παλαιοντολογικά απολιθώματα σε κάποια ακτή. Ήξερα και της ακτής το όνομα και το δικό της, τα ξέχασα και δεν με νοιάζει. Οι Βρετανοί δεν μας θέλουν, αποφάσισαν. Αυτό το τραύμα καταστρέφει αναδρομικά τα πάντα. Μπαίνω στα βιβλιοπωλεία, κι εκεί που δεν χόρταινα να χαζεύω και δεν ήξερα τι να πρωτοδιαλέξω, δεν με τραβάει τίποτε, φεύγω με άδεια χέρια.
Ήμουν περήφανη που τα παιδιά μου ζουν εκεί και εργάζονται, τώρα είμαι κυρίως αγχωμένη. Γι αυτό χανόμουν και μπερδευόμουν, από αδιαφορία, από έλλειψη λαχτάρας να ξαναβρώ μια πόλη αγαπημένη. Εχασα την αγάπη. Το βλέμμα μου ήταν ψυχρό, κι όσο κι αν προσπαθούσε η λογική να ελέγξει το συναίσθημα, στο κάτω- κάτω η πολιτική δεν είναι η ζωή μας, και οι Λονδρέζοι ψήφισαν να παραμείνουν στην Ευρώπη, όλ' αυτά τα σωστά δεν κατάφερναν να με θεραπεύσουν, το στραπάτσο είχε γίνει.
Ωστόσο έκανα τα σχέδια, το πρόγραμμά μου. Με συμβούλευσαν φίλοι να πάω σε διάφορα μοντέρνα θεάματα και εκθέσεις, η καρδιά μου όμως ήθελε κλασικά, σα να χρειαζόταν να στραφεί στο παρελθόν για να ισορροπήσει. Πήγα δυο μέρες στο Βρετανικό Μουσείο, σε μέρη του που δεν είχα ξαναπάει, άλλες δυο στην Εθνική Πινακοθήκη, άλλες δυο στο Victoria & Albert, κι ένα πρωινό στο Temple, τον ναό των Ιπποτών. Πήγα σε δυο κονσέρτα σε εκκλησίες με χορωδία και όργανο, και σε μια μπαρόκ όπερα. Τα μοντέρνα άλλη φορά, αν επιζήσω να ξαναπάω.
Θυμάμαι τη μέρα που κηρύχτηκε δικτατορία σα να ήταν χτες.
Συχνά την έχω ανακαλέσει, θα ήθελα να το
κάνω πάλι σαν κάτι πολύ παράξενο που έτυχε στην εφηβεία μου. Αλλά φέτος
ζωντανεύει η ανάμνηση με ανησυχητικά σημάδια.
Δεν είναι πια μόνο οι ταξιτζήδες που πάντα ήθελαν έναν
Παπαδόπουλο να μας βάλει σε σειρά. Είναι πολλά παρόμοια, η δυσανεξία των
συμπολιτών στις αντίθετες απόψεις, η νοσταλγία τους για κάποια υποτιθέμενη
ομοιομορφία που ίσως κάποτε βασίλευε, ίσως τη βλέπουν στις φωτογραφίες από τη
Βόρεια Κορέα και τη ζηλεύουν, ίσως έχουν απλώς απαυδήσει από τη ζωή χωρίς
κανόνες που επικρατεί στη, γεμάτη απαγορεύσεις ωστόσο, χώρα μας, και πιστεύουν
ότι άλλη γιατρειά δεν υπάρχει από ένα σιδερένιο χέρι που θα κρατά τον κόσμο
πειθαρχημένο στον τρόπο που εκείνοι- ο καθένας -νομίζει σωστό. Έρχεται δε κι
από άλλα μέρη το μήνυμα γι αυτή τη νοσταλγία, όπως με έκπληξη παρατηρούμε τον
τελευταίο καιρό. Με έκπληξη, γιατί νομίζαμε ότι μόνο εμείς πάσχαμε από την ανωριμότητα
που αναζητά τον συμβολικό πατέρα, έστω και λίγο αυταρχικό, να βάλει τα πράγματα
στη θέση τους. Και καλά η Τουρκία, πες ότι τη θεωρούμε ούτε καν συνομήλικη,
αλλά νεώτερη και πολύ πιο πρωτόγονη, επιρρεπή στον αυταρχισμό, αλλά και οι ΗΠΑ
και η Γαλλία, και διάφορες άλλες χώρες πολιτισμένες να τον χρειάζονται σαν
ηλεκτροσόκ που θα τις συνεφέρει, νομίζουν, θα τους ξαναδώσει πίσω λαμπερή την
ιδεατή ταυτότητα, ή ό,τι άλλο φαντασιώνονται ότι έχουν χάσει, αυτό δεν
χωνεύεται εύκολα. Αν δεν μπορούμε να αναζητήσουμε κι εμείς οι νότιοι το όραμα
της ήρεμης αυτογνωσίας σε δημοκρατίες άτρωτες, τι θα απογίνουμε;
Στην εφηβεία μας ήταν σα να μας έκλεισαν ξαφνικά σ’ ένα
μοναστήρι. Ο κόσμος γύρω, εκείνη η γοητευτική Ευρώπη του 60 που ωρίμαζε σε μια
συναρπαστική εποχή αφθονίας κι ερωτημάτων, έμοιασε πολύ επικίνδυνος κι έπρεπε
να προστατευτούμε στο κελί της Ελλάδας Ελλήνων Χριστιανών. Αυτά που χάσαμε ως
έφηβοι από τον εγκλεισμό εκείνο δεν αναπληρώθηκαν ποτέ. Εγωιστικό να το
σκέφτεται κανείς, σε σχέση με όσους πέρασαν χρόνια σε φυλακή, ή εξορία,
βασανίστηκαν, υπέφεραν, αλλά μπορεί και να είναι το καθοριστικό στοιχείο που
διαμόρφωσε την πολιτική νοοτροπία μας, ο επαρχιωτισμός που ξαναβγήκε τόσο
εύκολα στην επιφάνεια. Ναι, η χούντα δεν αρκούνταν στην υπακοή και την
υποκρισία, ήθελε να ελέγχει τα φρονήματα και τα γούστα, να υπαγορεύει τις
μουσικές και τις μόδες, ήθελε πλήρη αφοσίωση, ήθελε αγάπη, όπως θέλουν αυτού
του τύπου τα σύγχρονα καθεστώτα. Το λαϊκό έρεισμα σε βάθος. Γι αυτό κι έκανε το
πραξικόπημα στην Κύπρο, τόσο επιπόλαια κι ωστόσο αυθόρμητα, όταν κατάλαβε ότι έχει
χάσει το λαϊκό έρεισμα, την αγάπη, μπας και τα ξανακέρδιζε. Αν τα είχε
καταφέρει τότε, σίγουρα δεν θα είχε πέσει έτσι απότομα, είναι βέβαιο.
Μέσα στο κελί που μας έκλεισαν τότε, εμείς επιμέναμε ν’
αγαπάμε άλλους, τους Ευρωπαίους και τους Αμερικάνους, ακόμα κι όταν νομίζαμε
ότι ήμασταν κομμουνιστές. Το ίδιο νόμιζαν κι από εκείνους πολλοίεξάλλου, η πρόκληση μετρούσε, η ελευθερία. Δεν
κατάφερε η χούντα να την αγαπήσουμε, ό,τι κι αν έκανε. Κι όχι μόνο επειδή ήταν
αιμοβόρα, συγκριτικά με άλλα καθεστώτα της εποχής εκείνης ήταν σχεδόν σοφτ.
Αλλά επειδή ήμασταν αλλού τότε, κι άδικα μας κρατούσε στην απομόνωση. Στη μάχη
για τις καρδιές των Ελλήνων, νίκησε η άρνηση της νεολαίας να τη δεχτεί.
Πώς γίνεται τώρα, αυτοί που ζούσανε την πιο δημιουργική, την
πιο τολμηρή κι ευφάνταστη, την πιο αισιόδοξη περίοδο των ευρωπαϊκών δεκαετιών,
αυτήν που εμείς χάσαμε στο νευραλγικό εκείνο 1967, να μοιάζουν να μας πλησιάζουν
στην παράξενη νοσταλγία του αυταρχισμού;
Αφελώς για χρόνια πιστεύαμε ότι η δημοκρατία είναι κάτι σαν
φυσιολογική εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας, πηγαίνουν όλοι προς τα εκεί
μοιραία, σχεδόν χωρίς προσπάθεια, δεν έχουν παρά να παίζουν το ρόλο τους σωστά,
ο στρατός με το στρατό και οι εκκλησίες με τον εσωτερικό κόσμο των πιστών, να
μην ανακατεύονται παλάτια και πεντάγωνα κι όλα θα έβρισκαν το δρόμο τους. Όπως
μια γέννα που γίνεται στο νερό, μαλακά θα γλυστρούσε η δημοκρατική συνείδηση
στον κόσμο, με λίγες βαθιές αναπνοές θα ελευθερωνόταν κι αυτόματα θα ανέπνεε. Χρειάζεται
όμως και εκπαίδευση για να γίνει το μωρό άνθρωπος και η δημοκρατία από
προσδοκία και διακήρυξη να γίνει συνείδηση και να λειτουργεί στην
καθημερινότητα. Δεν είναι εύκολη δουλειά να μάθεις να σέβεσαι τον αντίπαλο, τις
μειοψηφίες, τα δικαιώματα του ενός και του άλλου. Ορίστε, η Γαλλία σε αδιέξοδο,
και το Βέλγιο, και η Βρετανία, με τα δικαιώματα των φιδιών που τρέφουν στον
κόρφο τους, τι κάνεις με τους φανατικούς μουσουλμάνους; Εκπτώσεις στις
δημοκρατικές κατακτήσεις; Και πώς; Κι ο ρατσισμός γεννιέται με την ίδια ευκολία
που νομίζαμε ότι είχε το δημοκρατικό αίσθημα, μάλλον με πολύ μεγαλύτερη. Αρχίζουν
οι φόβοι, κι ένα σωρό πολιτικοί με χαρά τους καλλιεργούν, στα μικρά εθνικά
κράτη, τα περίκλειστα, θα έχουν όλοι τους μεγαλύτερη εξουσία, τι τη θέλουμε την
Ευρώπη; Γιατί δεν φτάνει η Δημοκρατία, θέλαμε και Ειρήνη, φτιάξαμε την Ευρώπη,
αυτό το δύσκολο επίτευγμα. Δεν αρέσει στους πολιτικούς, πώς θα ελέγχουν σε τόσο
πολύπλοκους θεσμούς; Κι ανεβαίνει η Λε Πεν κι οι παρόμοιοι, με τη βοήθεια των
τζιχαντιστών, που είναι λες και τους πληρώνουν. Σα να θέλουν οι λαοί να
κλειστούν μόνοι τους τώρα σ’ ένα κελί μοναστηριού, να γλιτώσουν από τον κακό
κόσμο.
Αλλά όχι, δεν είναι οι λαοί. Είναι οι οπαδοί που οι ηγέτες
τους ονομάζουν έτσι. Η τάση μπορεί να περάσει σαν ένα μαύρο σύννεφο πάνω από
την Ευρώπη, κι η Ένωση να ξαναβρεί το βήμα της, να ξαναβρεί η δημοκρατία
τρόπους.
Ξύνουν τα νυχάκια τους
οι Ευρωπαίοι. Βαρέθηκαν τη μονοτονία
της συνύπαρξης, νοστάλγησαν τη δόξα των
πολέμων, είναι πληκτικό να πρέπει κάθε
Χριστούγεννα να ψήνεις γαλοπούλα; Αυτή
η παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα που μας
αλλοιώνει τις παραδόσεις είναι αβάσταχτη,
λένε. Οπότε πάρτε ένα Brexit κι
ό,τι άλλο ήθελε προκύψει από τις επινοήσεις
των πολιτικών που βάρυναν πρόωρα, γιατί
να μπλέκουν με τα δύσκολα; Βρίσκουν
εχθρούς και βαράνε τις σάλπιγγες,
μαζεύουν το θυμό των πολιτών σε ψήφους,
παίρνουν την εξουσία και συνεχίζουν να
χρωματίζουν, να πλάθουν, να τελειοποιούν
τους εχθρούς, άλλη δουλειά δεν ξέρουν.
Βέβαια, τα
πράγματα δεν είναι μονοσήμαντα. Όπως
μου έλεγε και μια φίλη γαλλίδα πριν
χρόνια, τότε που είχε ψηφίσει κι εκείνη
Όχι στο Ευρωσύνταγμα, δεν ήταν που δεν
το ήθελε, όχι. Δηλαδή ναι. Το ήθελε, αλλά
δεν ήταν αρκετά τέλειο. Ήταν πολύ
νεοφιλελεύθερο, ή κάπως έτσι. Οπότε
προτίμησε το Όχι, αφού τα πράγματα δεν
είναι μονοσήμαντα. Έκτοτε δεν της δόθηκε
η ευκαιρία να το αναπτύξει αυτό το τέλειο
Σύνταγμα που ήθελε, ούτε και σε κανέναν
άλλον. Ίσως τώρα που θα πρέπει να διαλέξει
ανάμεσα πρόεδρο ανάμεσα στη Μαρίνα και
τον άλλον, που καθόλου δεν της αρέσει,
ψηφίσει πιο μονοσήμαντα. Συμβιβάζεται
κανείς. Αλλά πάλι, ποιος ξέρει; Άβυσσος
η ψυχή του ανθρώπου.
Ωστόσο επιχαίρουν
με πένθιμο ύφος, αυτό το υποκριτικό,
δήθεν θλιμμένο, οι εχθροί της Ένωσης,
αχ βρε παιδί μου η Ευρώπη δεν τραβάει.
Μεγάλη παρακμή. Τιμωρείται η λιτότητα,
η γερμανική πολιτική. Κι αυτοί οι
Γερμανοί, τι το ήθελαν; Αν και δεν κατάλαβα
ποτέ τι σημαίνει να είσαι κατά της
λιτότητας όταν δεν έχεις λεφτά. Είμαι
λίγο άσχετη με τα οικονομικά θέματα. Θα
πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος που
δεν μας τον εξηγούν όλοι αυτοί οι πολύ
μορφωμένοι άνθρωποι οι οποίοι είναι
τώρα βουλευτές, γραμματείς, φαρισαίοι,
ευρωβουλευτές. Κρίμα να μας αφήνουν στο
σκοτάδι.
Και στην Ιταλία
φαίνεται οι Ιταλοί δεν ψηφίσαν μονοσήμαντα,
θέλαν κάτι καλύτερο, ή ίσως επιστροφή
στις ρίζες, όπως εμείς. Εμείς με τις
ρίζες έχουμε πάθος. Κολλημένοι στις
ένδοξες αναμνήσεις. Επέτειοι, μαχητικότης,
θλίψη και θυμός, κι άντε πάλι τα ίδια.
Νοσταλγούμε την εποχή των παππούδων,
τότε πολεμούσε ο κόσμος, έβρισκε διέξοδο
η τεστοστερόνη. Τόσοι άντρες μαζεμένοι
σε μια ήπειρο ειρηνική επί δεκαετίες,
μπορεί και να ασφυκτιούν. Ή μπορεί να
γαντζώνονται στις αναμνήσεις της γενιάς
που πολέμησε, αυτής που σβήνει σιγά-
σιγά ολοσχερώς. Να μην θέλει ν' αφήσει
τους γονείς να πεθάνουν ήσυχα, να θέλει
να ξαναζήσει τη δόξα των συγκρούσεων
που ξέρει μόνο από τις διηγήσεις τους.
Όλη αυτή η επιθετική νοσταλγία για
εθνικές ταυτότητες στην Ευρώπη, τώρα
πίσω- πίσω, ίσως είναι απονενοημένη
πρόκληση στο χρόνο, άρνηση της φθοράς
των γονιών. Ένα είδος υικής και θυγατρικής
στοργής. Ποιος ξέρει; Άβυσσος η ψυχή του
ανθρώπου...
Πολίτες της Ενωσης, από εδώ παρακαλώ. Πάντα οι ουρές είναι
μικρότερες. Εμείς είμαστε αυτοί, προχωράμε με περηφάνια στον διάδρομο
κάτω από τον γαλάζιο κύκλο με τα κίτρινα αστέρια.
Βρισκόμαστε σε αεροδρόμιο του Λονδίνου και δεν μπορώ να μη σκέφτομαι
ότι όλη αυτή η προνομιακή κατάσταση κινδυνεύει από το δημοψήφισμα για
την έξοδο ή την παραμονή της Αγγλίας στην Ευρώπη.
Πώς θα είναι τα ταξίδια αν αποφασίσουν οι Βρετανοί ότι πρέπει να
φύγουν; Τέρμα οι μπλε πινακίδες με τ’ αστέρια, οι ξεχωριστές ουρές, το
ταξίδι με την ταυτότητα; Τα παιδιά μας, που εργάζονται εδώ ως Ευρωπαίοι
πολίτες χωρίς καμιά δυσκολία, τι θα πρέπει να κάνουν;
Θα συμμαζευτούμε στην ήπειρο αποκόβοντας το μεγάλο νησί που πάντα
ήθελε να διατηρεί τον μοναδικό νησιωτικό του χαρακτήρα; Τις πένες του,
τις ίντσες του, τα μίλια του, την αριστερή του λωρίδα, όλες του τις
ιδιαιτερότητες που τις θεωρεί ατόφιο χρυσάφι;
Οι οπαδοί της παραμονής στην Ενωση κάθε μέρα δημοσιεύουν άρθρα με
έρευνες, στατιστικές, νούμερα, που αποδεικνύουν ότι οι Βρετανοί είναι
ωφελημένοι από την Ε.Ε. Ισως το παρακάνουν με τα νούμερα, παρατηρούν οι
Ελληνες Λονδρέζοι μου. Οι άλλοι, οι οπαδοί της αποχώρησης, απευθύνονται
στο συναίσθημα με απλό, αδρό τρόπο.
Να, σαν αυτόν τον νεαρό στην παμπ που αυτοπροσκλήθηκε στην παρέα μας
να ρωτήσει αν είμαστε με το «μέσα» ή με το «έξω». Με το «μέσα» είμαστε,
ρε φίλε, του είπαν οι δικοί μου, κι εκείνος, χωρίς πολύ επιθετικό ύφος,
δηλώνει πως είναι με το «έξω» ρε φίλε, γιατί, κοίτα να δεις, ο παππούς
μου πολέμησε στην Ευρώπη τους Γερμανούς και δεν μπορεί τώρα να είναι
στην ίδια ένωση μαζί τους. Οχι ρε με δαύτους!
Τα ενδιάμεσα είχαν ξεχαστεί για τον ανθενωτικό αυτόν ψηφοφόρο, ο
Ψυχρός Πόλεμος, οι αλλαγές των συμμαχιών, οι δύο Γερμανίες κ.λπ. κ.λπ.,
είχε επιστρέψει στις αντιθέσεις του τελευταίου αληθινού ευρωπαϊκού
πολέμου, σαν να ήταν ο μόνος αυτός με το γνήσιο, άφθονο αίμα που
μπορούσε να του καθορίσει την ταυτότητα ανεξίτηλα.
Μα ακριβώς γι' αυτό πρέπει να μείνετε, προσπαθώ να σκεφτώ σε σωστά
αγγλικά, αλλά γυρίζει την πλάτη και πάει να παρακολουθήσει Γιούρο.
Τι να σου κάνουν οι στατιστικές, οι αριθμοί και τα ποσοστά μπροστά
στην ανάγκη να ανήκεις κάπου; Κι αν αυτό το συναίσθημα δεν μπορεί να το
προσφέρει η Ευρωπαϊκή Ενωση, με τόσο ωραία σημαία, τόσο λαμπερά
αστεράκια, με τις ωραιότερες νότες που γράφτηκαν ποτέ για ύμνο της (αλλά
είναι Γερμανός ο συνθέτης), τότε γλιστράς στη νοσταλγία των
κατορθωμάτων του παππού, που ονειρευόταν κατά πάσα πιθανότητα την
ειρήνη, αλλά άντε να βρει τον εγγονό να του το πει.
Μια ποδοσφαιρική ομάδα για όλη την Ευρώπη, γιατί δεν σκέφτηκε, τότε
που υπήρχε συναίσθημα, να φτιάξει ο Ντελόρ; Μια ομάδα με τους καλύτερους
παίκτες όλων των χωρών, που θα αντιμετώπιζε χώρες ισάξιων πληθυσμών
πάνω–κάτω, την Κίνα, την Ινδία, τις ΗΠΑ, τον νικητή του Παναφρικανικού
Κυπέλλου και τέτοια; Εκεί οι πολεμιστές παππούδες να φέρνουν τις ασπίδες
τους κι οι νεαροί παθιασμένοι οπαδοί να κουνούν τις σημαίες με πάθος;
https://www.efsyn.gr/arthro/meinete-mazi-mas
Κοντεύω να
περπατήσω τη μισή Σκωτία, κάθε δυο
καλοκαίρια σχεδόν πηγαίνω εκεί, ιδίως
αφότου σπουδάζει το παιδί μου. Έχω
επισκεφτεί ένα σωρό πόλεις, έχω διαβάσει
ξανά και ξανά ηρωικές ιστορίες, έχω
καθαρίσει φοιτητικά διαμερίσματα, έχω
αλωνίσει το Εδιμβούργο. Δεν χορταίνω
να τη φωτογραφίζω, νομίζω ότι η ομορφιά
της χώρας αυτής με έκανε να αγοράσω
επιτέλους καλή ψηφιακή φωτογραφική
μηχανή. Μπορεί να αποφεύγω πια τις
αίθουσες βασανιστηρίων των μεσαιωνικών
κάστρων, την αιματηρή ιστορία όμως κάθε
μνημείου που επισκέπτομαι ως επίμονη
τουρίστρια, την ακούω υπομονετικά. Ήρωες
που έγιναν αθάνατοι, κι έφτασαν μέχρι
τις μέρες μας ως κινηματογραφική σειρά.
Μάχες που κόστισαν χιλιάδες ζωές.
Κοιλάδες ποτισμένες με πολύ αίμα. Έφιπποι
ανδριάντες. Τοίχοι πέτρινοι που υπήρξαν
μπουντρούμια, αλλά τώρα είναι φόντο για
γαμήλιες πόζες. Ένα σιδερένιο κλουβί
κρεμασμένο σε ψηλό πύργο, όπου πέρασε
τέσσερα χρόνια η ευγενής που έστεψε
βασιλιά τον Μπρους, ο οποίος σκότωσε
τον άντρα της αργότερα διότι εκείνος
διαφωνούσε. Αποκεφαλισμοί, ακρωτηριασμοί,
βασανιστήρια, πυρές. Τρομερά πράγματα,
που θυμίζουν αν μη τι άλλο ότι στην
αγαπημένη Ευρώπη έχουν γίνει για αιώνες
φρικαλεότητες σαν αυτές που κάνει τώρα
η ISIS. Μόνο
που δεν είχαν τότε κάμερες να τις
μεταδίδουν σ' όλο τον κόσμο.
Ίσως οι τουριστικές
αυτές επισκέψεις μου δημιουργούν την
εντύπωση πως η ιδέα της οριστικής
αποχώρησης της Σκωτίας από το Ηνωμένο
Βασίλειο είναι στραμμένη στο παρελθόν.
Παλιοί λογαριασμοί που μερικοί αισθάνονται
ότι δεν διευθετήθηκαν όπως θα έπρεπε,
άντε ξανά να τους φέρουμε στο τραπέζι.
Και φοβούνται άλλοι, ότι από τέτοιους
λογαριασμούς που δεν έκλεισαν σωστά η
Ευρώπη είναι γεμάτη. Κι αν αρχίσουν οι
αποσχίσεις δεν θα έχουν σταματημό, κι
άλλη δουλειά δεν θα κάνουμε από το να
βαθαίνουμε τα σύνορα την εποχή ακριβώς
που ελπίζαμε ότι θα τα σβήναμε σταδιακά.
Ας μη μιλήσουμε και για εκείνους που
θέλουν να τ' αλλάξουν, που τ' αλλάζουν
ήδη όπως στην Ουκρανία, ας ξορκίζουμε
αυτό το ενδεχόμενο.
Οι οπαδοί της
απόσχισης έχουν βέβαια σύγχρονα
επιχειρήματα, οικονομικά και πολιτικά,
που δεν μπορώ να παρακολουθήσω. Όμως
κακά τα ψέμματα, τίποτε πιο συμβολικό
δεν υπάρχει στις μέρες μας, ακόμα, από
τα έθνη και τα κράτη. Γιατί, τι νόημα
έχει να δημιουργούνται νέα κράτη στην
Ευρώπη που στοχεύει να γίνει συνομοσπονδία
επαρχιών, ή κάτι τέτοιο; Εκτός αν
αποφασίσουμε πως μόνο αν τελειώσει η
δημιουργία μερικών ακόμα κυρίαρχων
κρατών (Καταλωνία; Ουαλία; Χώρα των
Βάσκων; Βαλωνία; και τι άλλο ακόμα;) κι
αποσχιστούν όλοι απ' όλους, θα σκεφτούν
μετά να παραιτηθούν από ένα κομματάκι
κυριαρχίας για την Ενωμένη Ευρώπη. Ζήσε
Μάη μου να φας τριφύλλι.
Ομολογώ ότι τα έχω χαμένα με τον ενθουσιασμό που επικρατεί στα πρωτοσέλιδα (με την ευρεία έννοια) για το κυπριακό "όχι" στο σχέδιο διάσωσης. Αυτό ήταν το ζητούμενο δηλαδή, να βρεθεί η αδελφή της ανάδελφης Ελλάδας να παραστήσει την περήφανη μικρή που τα κλωτσάει όλα, που πραγματοποιεί τον εκβιασμό τον οποίο οι Ελληνες "δεν τόλμησαν"; Βρήκαμε τον εχθρό, αυτό ήταν, κι αμέσως το καλούπι της λεβεντιάς μας χώρεσε με αναστεναγμούς ανακούφισης; Ο εχθρός είναι οι ευρωπαίοι λοιπόν; Εμείς δεν είμαστε ευρωπαίοι σα να λέμε, δεν έχουμε καμία σχέση με αυτό το πείραμα, με αυτό το όραμα; Μας έχει απομείνει μόνο η πληγωμένη περηφάνεια η οποία πρέπει να γιατρευτεί έστω και αυτοκαταστροφικά; Μόνο αυτό μας παρηγορεί, να καθόμαστε σε μια γωνιά να βλέπουμε την Ευρώπη να διαλύεται και να πηδάμε απο τη χαρά μας;
Η Ευρώπη τι είναι ακριβώς; Η μακρινή μητέρα που πρέπει να έχει την τέλεια παιδαγωγική απέναντι στους άσωτους υιούς, διαφορετικά μαύρο φίδι που την έφαγε; Δεν διεκδικήσαμε σε αυτή την Ευρώπη να συμμετέχουμε ισότιμα, δεν δώσαμε μάχη να είναι τα ελληνικά επίσημη γλώσσα, να έχουμε βουλευτές, να παίρνουμε την προεδρία, να συμμετέχουμε σε όλους τους θεσμούς; Ξαφνικά το Γιούρογκροπ είναι ο θεός που οφείλει να βρει τις σωστές λύσεις, διαφορετικά το κριτικάρουμε σα να μην έχουμε καμία σχέση, βγαίνουμε απέξω, καγχάζουμε, οικτίρουμε, επιχαίρουμε για λάθη που μπορεί να καταστρέψουν τις ευρωπαϊκές προσπάθειες, αλλά εμείς χαιρόμαστε μόνο και μόνο επειδή απέδειξαν ότι οι θεός δεν είναι αλάθητος;
Και το αντικείμενο της γενναίας άρνησης ποιο είναι; Οι καταθέσεις με υψηλό επιτόκιο των Ρώσων; Μια μείωση που δεν θα τις εξαφάνιζε τέλος πάντων, θα τις χρησιμοποιούσε σε κάποιο ποσοστό για να σωθεί η χώρα που τις φιλοξένησε στο κάτω- κάτω. Δηλαδή το χρήμα νέτο σκέτο και μάλιστα των τραπεζών, ξαφνικά είναι το Κούγκι, το Μεσολόγγι κι η Τριπολιτσά μαζί; Ξεχάστηκαν και τα κομμουνιστικά, και τα αντικαπιταλιστικά, και τα εναντίον των χρημάτων ηθικοπλαστικά, όλα πια πήγαν στην άκρη για να ευχαριστηθούμε το οχι σα να είναι το σούπερ λάβαρο όλων των εθνικών επετείων μαζεμένων, το αθάνατο κρασί του 21; Τόσο κομπλεξικοί είμαστε, μπροστά στην ηδονή να βρίζουμε τον Σόιμπλε, γαία πυρί μιχθήτω;
Δεν καταλαβαίνω πια τίποτε. Σίγουρα ζούμε σε άλλη χώρα.
Αγαπητέ κύριε Ρουμπινί χαίρομαι για σας που κάνατε την αυτοκριτική σας. Είστε ώριμος άνθρωπος πρέπει να παραδεχτούμε. Μπορεί να σας έχουν ονομάσει "προφήτη" αλλά εσεις καταλαβαίνετε πως προφήτης δεν μπορεί να είναι κανένας. Το μέλλον δεν προβλέπεται, τι να κάνουμε. Υπάρχουν κι άλλα πράγματα στον κόσμο εκτός από τους δείκτες της οικονομίας. Υπάρχουν αστάθμητοι παράγοντες που δεν εκτιμήσατε καλά όταν δηλώνατε σίγουρος ότι δεν θα ήταν στο ευρώ σε ένα χρόνο η Ελλάδα.
"Επεσα έξω σαν πρωτάρης" είπατε στον ιστότοπο του Spiegel. Το Spiegel με τα προφητικά εξώφυλλά του, με το Akropolis adieu που είχε βάλει πέρσι το Μάιο και τρέχαμε να βρούμε τη Mireille Mathieu να το τραγουδά σε αθώες δεκαετίες με φόντο τις κολόνες του Παρθενώνα. Αυτές οι κολόνες σας έφαγαν νομίζω, η Ακρόπολη ακριβώς. Οι αστάθμητοι συναισθηματικοί παράγοντες. Ο Γκυντερ Γκρας. Δεν το είχατε υπολογίσει το καθήκον προς τους προγόνους, το αίσθημα προστασίας προς τη μητέρα που έχει μεταφερθεί προς την Ελλάδα απο μια ολόκληρη Ευρώπη. Εγώ σας το έλεγα, αλλά δεν με ακούγατε, η Ευρώπη δεν θα εγκαταλείψει την Ελλάδα με τίποτε, είναι σαν τον Αινεία που πήρε τον πατέρα του στον ώμο ενώ η Τροία καιγόταν.
Δεν ξέρω αν σας παρηγορεί, αλλά τον πληρώνουμε ακριβά αυτόν το δεσμό, πρέπει να ξέρετε. Η γηραιά μητέρα παραμένει προσκολημμένη στο γήρας μέχρι να πιει το αίμα της νεότητας. Το να σε σώζουν συνεχώς οι άλλοι σε κακομαθαίνει καταστροφικά. Σε κάνει απαιτητικό, σαν τις μανάδες ακριβώς, τις τυραννικές μανάδες που έχουν άποψη για όλα και δεν ανέχονται τίποτε και κανέναν κοντά στο παιδί τους. Γκρινιάρη σαν τα παιδιά αυτών των μανάδων που χτυπάνε τα πόδια στο πάτωμα, τσιροκοπάνε και κρατάνε την αναπνοή τους μέχρι να τους κάνεις το χατήρι. Δεν ωριμάζεις ποτέ, δεν αντικρίζεις τον εαυτό σου και τις δυνατότητες του ποτέ με ειλικρίνεια, συνέχεια παλεύεις να δώσεις μεγαλόπρεπες εντυπώσεις, μπλέκεσαι σε παιχνίδια εξάρτησης. Δεν πιστεύεις στον εαυτό σου. Περιμένεις πάντα το προστατευτικό χέρι του μεγάλου να σε βοηθήσει, κι όλο τα βάζεις μαζί του όταν το απλώνει στα δύσκολα. Η ωρίμανση αναβάλλεται επ' αόριστον. Για όταν ξοφλήσεις τα δάνεια. Για όταν λυθεί η απεργία. Για όταν έλθει ο σοσιαλισμός. Ή ένας καλύτερος κόσμος. Ή η βασιλεία των ουρανών. Πολύ κουραστικό πράγμα κύριε Ρουμπινί μου.
Πέσατε έξω λοιπόν, και μπράβο που το παραδέχεστε. Εσείς κάνετε την αυτοκριτική σας, το Spiegel κάνει τη δική του (ίσως καταλάβει ότι όσο περισσότερα αρχαία δημοσιεύει τόσο οξύνει το αίσθημα προστασίας που λέγαμε) εμείς εδώ για να δούμε, θα κάνουμε ποτέ τη δική μας, ή θα μείνουμε να υπερασπιζόμαστε την ελληνικότητα της λέξης;
Στα χαρακώματα του Α Πολέμου χάθηκε
η νεολαία της Ευρώπης το 1914-18
Σχεδόν κάθε βράδυ
στη ΝΕΤ υπέροχα σήριαλ εποχής μας διδάσκουν ευρωπαϊκή Ιστορία. Ο Πρώτος
παγκόσμιος πόλεμος σε δυο απ’ αυτά μας θυμίζει το τρομερό σφαγείο που οδήγησε τους ευρωπαίους να
αποφασίσουν να σταματήσουν τους πολέμους. Φυσικά δεν ήταν εύκολο, γι αυτό
ακολούθησε ο Δεύτερος πόλεμος, αλλά μετά η απόφαση οργανώθηκε καλύτερα. Ακόμα
δεν είναι εύκολο. Οι άνθρωποι δεν είναι ειρηνικοί εκ φύσεως. Χρειάζεται συνεχής
προσπάθεια, καλλιέργεια σχέσεων διαφορετικού τύπου από αυτές που συνήθιζαν για
αιώνες τα ευρωπαϊκά κράτη. Γι αυτό το επίτευγμα δόθηκε το Νόμπελ στην Ευρωπαϊκή
Ένωση. Μπορεί μερικοί να το βλέπουν μικρό, αλλά πρώτη φορά στην ιστορία της το
κατάφερε για τόσο καιρό. Η Ευρώπη των κρατών που ακόμα βιώνουν εθνικισμούς, και
μάλιστα αναζωπυρωμένους. Και η κριτική για τη μεταναστευτική πολιτική της
Ευρώπης είναι σωστή, στο θέμα αυτό η Ένωση και οι χώρες που την αποτελούν
φέρονται σα να φοράνε μπούρκα, κρύβονται πίσω από στερεότυπα και φήμες,
αρνούνται να δείξουν την τόλμη που έδειξαν σε άλλα πράγματα, όπως στη φροντίδα
για διατήρηση της ειρήνης.
Το Νόμπελ πάντως το παίρνουν επειδή κατάφεραν να μην
πολεμάνε μεταξύ τους μετά το 1945, και φέρνει η μοίρα η δική μας, των Ελλήνων,
να στέλνουμε το Σαμαρά πρωθυπουργό να το παραλάβει μαζί με τους άλλους. Τον
άνθρωπο που όταν ήταν υπουργός εξωτερικών στη μακρινή εποχή της διάλυσης της
Γιουγκοσλαβίας, επινόησε στην ουσία ένα πρόβλημα με τους γείτονες και το όνομα
της καινούργιας χώρας τους και πρότεινε λύση με τον τρόπο που ακριβώς απέφευγαν
οι ευρωπαίοι για να έχουν ειρήνη: αδιάλλακτο και ουσιαστικά αδιέξοδο, χωρίς
περιθώρια συμβιβασμού. Τον τρόπο που παγίδευε κάποτε τους πολιτικούς σε
τελεσίγραφα και οδηγούσε τα κράτη σε πολέμους. Κι έκτοτε η αδιαλλαξία
καλλιεργήθηκε και κάθε προσπάθεια συμβιβασμού λοιδωρήθηκε, και ειπώθηκαν βαριές
κουβέντες γεμάτες μίσος και πολεμική διάθεση, αλλά πόλεμος δεν έγινε. Λες και
δεν συμμετείχε η Ελλάδα στον Β’ Παγκόσμιο, δεν χόρτασε νεκρούς. Μήπως το ό,τι
έζησε απομονωμένη από τους γείτονες της στην περίοδο του ψυχρού πολέμου, δεν
αναγκάστηκε να συνηθίσει την ύπαρξη τους, καλλιέργησε αυτή τη συγκρουσιακή,
αδιάλλακτη νοοτροπία; Τι να πω πια; Ακούς και σήμερα διάφορους δεξιά κι
αριστερά να μιλάνε σα να είναι έτοιμοι να πιάσουν τα καριοφίλια. Μπορεί να
ελπίζουν στο βάθος ότι στο τέλος θα τους συγκρατήσουν οι μεγάλες δυνάμεις,
ευρωπαίοι κι αμερικάνοι, ύστερα θα μπορούν να παραπονιούνται ότι οι μεγάλες
δυνάμεις ανακατεύονται στα εσωτερικά μας, κλπ.
Ο Σαμαράς λοιπόν, ο οποίος ποτέ δεν έκανε αυτοκριτική για
εκείνα, όπως και κανένας άλλος, ο οποίος δήλωνε διάφορα αδιάλλακτα φυλετιστικά
πριν εκλεγεί, χώρια τα όσα έλεγε ως αντιπολίτευση, αλλά ουδείς αναμάρτητος,
αυτός είναι που πάει ως ευρωπαίος να παραλάβει το Νόμπελ ειρήνης. Μας επιφυλάσσει
η μοίρα μεγάλες ειρωνείες.
Δεν πειράζει όμως. Βοήθειά του. Ας το χαρεί, κι ας αφήσει
το πνεύμα του Όσλο να τον φωτίσει και να τον καλλιεργήσει. Αμήν.
Να βάλουμε για
ύμνο της Ευρώπης την Ωδή στη Χαρά, ή μήπως το τελευταίο κομμάτι του Πράισνερ
στην Μπλε ταινία; Τέτοια θα ήταν ωραία να συζητάμε για την Ευρώπη, τέτοια
διλήμματα να έχουμε. Αντί γι αυτό δυστυχώς κουβεντιάζουμε για κρίση, για
οπισθοδρόμηση, για αναδίπλωση των πολιτών της ηπείρου στους εθνικισμούς τους,
για αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής ιδέας. Και δεν χαιρόμαστε όπως ο Ντελόρ για την
ΕΕ που πήρε το Νόμπελ.
Το κομμάτι του
Πράισνερ στη Μπλε ταινία του Κισλόφσκι είναι μελοποίηση του αποσπάσματος της
επιστολής του Παύλου προς Κορινθίους. Εάν τις γλώσσες των ανθρώπων λαλώ και των
αγγέλων αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί. Ουδέν είμι, τραγουδά η χορωδία, πολωνική
να είναι; Όλα τα ρήματα τα τονίζουν λάθος, κι αυτό ακόμα είναι τόσο
συγκινητικό. Πάντα οι άνθρωποι τονίζουν λάθος τις οικουμενικές γλώσσες, και τα
ελληνικά της επιστολής του Παύλου είναι οικουμενική γλώσσα. Ο ίδιος ήταν
άνθρωπος με οικουμενικές φιλοδοξίες, ζούσε στην εποχή ενός οικουμενικού κράτους, ή
τέλος πάντων μιας αυτοκρατορίας με οικουμενικές φιλοδοξίες, επίσης.
Ναι, μα είναι
απόσπασμα χριστιανικού κειμένου και δεν μπορούμε να καπελώσουμε την Ευρώπη με
το χριστιανισμό, θα έλεγαν οι οπαδοί του άλλου ύμνου, της Ωδής στη χαρά του
Μπετόβεν, χωρίς τους στίχους. Θα πάρουν αέρα οι Χριστιανοδημοκράτες, θα λένε
μετά ότι αυτοί κυβερνούν. Υπάρχουν τέτοιοι κίνδυνοι σ’ αυτή την επιλογή.
Και η χαρά σαν
συναίσθημα δεν είναι πιο αυθόρμητο από την αγάπη; Χαρά, κόρη από τα Ηλύσια… Ωχ,
αυτά τα Ηλύσια δεν είναι χριστιανικά; Όχι καλέ, είναι αρχαιοελληνικά, τα Ηλύσια
Πεδία! Μα μήπως είναι γαλλοκεντρικά; LesChampsElysees! Αλλά είπαμε,
είναι χωρίς τους στίχους. Όμως κάποια σημασία έχουν και οι στίχοι, γιατί λένε
«Αγκαλιαστείτε εκατομμύρια, για όλους τους ανθρώπους αυτό το φιλί»
Όμως χρησιμοποιήθηκε σε λάθος εποχές από λάθος ανθρώπους ο ύμνος αυτός, οπότε
ας αφήσουμε τους στίχους στην άκρη.
Τι καλά θα ήταν
να κουβεντιάζαμε τέτοια για την Ευρώπη, και να τσακωνόμαστε για το αν η αγάπη
ήταν απλώς ένα διαφημιστικό κόλπο για την εξάπλωση του Χριστιανισμού, που το
ξέχασε όταν κυριάρχησε και χωρίς αγάπη καθάρισε τους αντιπάλους του, ή μπορεί
να απομονωθεί σαν ιδέα και να εκφράσει μια πολιτική στάση της Ευρώπης απέναντι
στους πολίτες της και στον κόσμο… Τι καλά θα ήταν.
Αντί γι αυτό,
έχουμε τις ειρωνείες, τώρα που διαλύεται το πήρε το Νόμπελ Ειρήνης η ΕΕ! Ή, δεν
έκανε τίποτε η ΕΕ για τον εμφύλιο στη Γιουγκοσλαβία! Πράγμα που δεν είναι
αλήθεια, βέβαια, αλλά πότε ασχοληθήκαμε με την αλήθεια του εμφύλιου στη
Γιουγκοσλαβία εμείς, για να το κάνουμε τώρα πίσω –πίσω;
Αντί γι αυτό
λέμε, η Ευρώπη δεν κατάφερε το ένα, δεν κατάφερε το άλλο. Είναι μια οικονομική
ένωση, τίποτε περισσότερο. Λες και δεν είμαστε εμείς η Ευρώπη, αλλά κάποια θεά
που αποφασίζει και απλώς μπορούμε να γκρινιάζουμε και να κοπανιόμαστε. Λες και
δεν αποφάσισαν οι λαοί, ο γαλλικός συγκεκριμένα, να σταματήσουν την πολιτική
της ενοποίηση, επειδή «δεν τους άρεσε εκείνη η Ευρώπη» Έχω φίλους στη Γαλλία,
αριστερούς, που ψήφισαν εναντίον της ενοποίησης με αυτό το σκεπτικό. Και τώρα
δεν τους αρέσει ούτε ετούτη η Ευρώπη που είναι μόνο οικονομική Ένωση. Να κάνανε
και λίγη αυτοκριτική τουλάχιστον…
Αυτοί που ποτέ
δεν ήθελαν την Ευρώπη, της κάνουν κριτική από όλες τις πλευρές, αυτοί που τη
θέλουν, όπως εγώ, το ρίχνουν στο τραγούδι. Ξέρω τα λόγια της Ωδής στη Χαρά του
Σίλερ απέξω στα γερμανικά, ξέρω και τα στραβοτονισμένα ελληνικά του Παύλου στον
Πράισνερ, κι όπως οι πιστοί μιας θρησκείας υποτονθορίζουν τροπάρια όταν
μερακλώνουν, έτσι κι εγώ πιστή μιας θρησκείας γιορτάζω μοναχικά το Νόμπελ
Ειρήνης στην ΕΕ. Είμαι φανατική οπαδός, κακό αυτό, αλλά καλύτερα από άλλους
φανατισμούς. Σημαίνει, υπενθυμίζω διαρκώς στον εαυτό μου, που έχει την τάση να
φανατίζεται γρήγορα και εύκολα, ότι μου
αρέσει η συνεχής προσπάθεια της ευρωπαϊκής ιδέας να δέχεται τον άλλον ως ίσο,
να εφαρμόζει τα ανθρώπινα δικαιώματα στον τρόπο που αντιλαμβάνεται την ανθρωπότητα,
με τάση να επεκτείνει τα δικαιώματα και στον κόσμο των ζώων. Σημαίνει
προσπάθεια να καταλαβαίνεις τι έχει συμβεί στη χώρα αυτή και τους γείτονες της,
σημαίνει να είσαι έτοιμος να τους ακούσεις, σημαίνει να θέλεις να καταργήσεις
τα σύνορά σου μέσα σε μια ομοσπονδία, σημαίνει να πιστεύεις ότι μπορείς να
παραιτηθείς από τους εξοπλισμούς, και από μέρος της εθνικής κυριαρχίας ήρεμα
και ώριμα, σημαίνει ότι ελπίζεις πως μέσα σ’ αυτά τα ευρωπαϊκά σύνορα θα γίνει
κάποια στιγμή η σοβαρή συζήτηση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν
και που δημιουργούν οι μετανάστες, θα σταματήσει η υποκρισία και ο ρατσισμός,
θα σταθούν οι άνθρωποι με ειλικρίνειά απέναντι στις ανάγκες τους κι απέναντι
στον απέναντι. Αν δεν εμπιστευτώ την Ευρώπη που έχει περάσει από σαράντα κύματα
κι ακόμα παλεύει για όλ’ αυτά, ποιον θα εμπιστευτώ; Το πόσο προσπάθησε στο κάθε
τι, με τα λάθη της, με τις γκάφες της, το πόσα έκανε για ισότητα, πάρτε
παράδειγμα την τρέλα με τις γλώσσες όλων των κρατών να είναι επίσημες, για να
μην αδικηθεί καμία, μόνο αυτό δείχνει το κουπί που τραβάει, την ασίγαστη
προσπάθεια που κάνει.
Η αγάπη νομίζω
είναι πιο καλλιεργήσιμο συναίσθημα. Ξεκινάς από την αγάπη στο παιδί σου, στους
γονείς σου, από τον έρωτα, και μπορείς να την καλλιεργήσεις και για άλλους. Αλλά
και η χαρά καλλιεργείται, μαθαίνεις να χαίρεσαι με τους άλλους, οι άνθρωποι
είναι απολύτως κατάλληλοι για να προσφέρουν χαρά ο ένας στον άλλον.
Η Ευρώπη θα
ενωθεί, ίσως. Το παλεύει από την εποχή των παγετώνων. Το 2005 πλησίαζε πολύ,
νομίζαμε, αλλά οι γάλλοι είπαν όχι στο ευρωσύνταγμα επειδή δεν ήθελαν, λέει, ακριβώς
εκείνη την Ευρώπη. Τους φαινόταν πολύ
καπιταλιστική. Δεν σκέφτηκαν ότι αν διευκόλυναν την ένωση θα μπορούσαν μετά να αλλάξουν πολλά. Για τις διαφορές στις
αποχρώσεις πέταξαν ολόκληρο τον πίνακα ζωγραφικής. Όχι, αλλιώς το λένε,
«πέταξαν το μωρό μαζί με τα βρωμόνερα».
Εδώ που τα λέμε
δεν τους νοιάζει και πολύ τους Γάλλους. Είναι ταυτόχρονα στο Βορρά και στο
κέντρο, καρδιά της Ευρώπης. Αλίμονο σε
κάτι νότιους ακραίους σαν εμάς.
Τώρα πάλι κάτι
κινείται δειλά, υπό την πίεση των οικονομικών εκτροχιασμών. Εμείς εδώ το
βλέπουμε με το γνωστό μας στυλ, τι θα κερδίσουμε με την αναστάτωση αυτή; Θα
βγουν καινούργια πακέτα, ή να τρομάξουμε καλύτερα ότι θα χάσουμε την εθνική μας
κυριαρχία και ανεξαρτησία;
Μα δεν υπάρχει
αμφιβολία ότι για να γίνει η Ευρώπη πολιτικός οργανισμός πρέπει να χάσουν κάτι
από την εθνική τους κυριαρχία τα κράτη που συμμετέχουν. Ήδη έχουν χάσει, με το
ευρώ και τις συνθήκες που υπογράφουν, μην κοιτάτε που το ελληνικό δεν τις τηρεί
και το θεωρεί παλικαριά και αντίσταση. Αν αυτό θέλουμε, αν ονειρευόμαστε να
δημιουργηθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, τα κράτη πρέπει να δώσουν το
καθένα λίγη κυριαρχία, έως και πολλή.
Κρατάει χρόνια
αυτή η συζήτηση. Θεωρητικά αυτή ήταν η ιδέα από την αρχή, πρακτικά δεν δούλεψε.
Στα ευρωπαϊκά όργανα οι αντιπρόσωποι των
κρατών προσπαθούσαν πάντα να υπερασπιστούν τα τοπικά τους συμφέροντα, αφού γύριζαν
πίσω να εκλεγούν στη χώρα τους. Βλέπαμε την Ευρώπη, όχι μόνο εμείς, όλοι, σαν
μια αρένα πάλης κρατικών συμφερόντων που συγκρούονταν. Υπήρχαν πολιτικοί που
πίστεψαν πολύ στη δημιουργία της ένωσης, όπως ήταν ο Ντελόρ, εργάστηκαν πολύ γι
αυτήν, αλλά το πνεύμα τους υποχώρησε εδώ και αρκετά χρόνια.
Νομίζαμε τότε πως
όλες εκείνες οι ζυμώσεις ήταν η αρχή για την πολυπόθητη- από πολλούς- ένωση,
τώρα μοιάζει να ήταν μαζί η κορύφωση και το τέλος. Γενιές που μεγάλωσαν χωρίς
πολέμους δεν καταλαβαίνουν προς τι το όραμα. Όλοι κατηγορούν τις Βρυξέλλες για
γραφειοκρατία. Μπορεί να έχουν και δίκιο, τι να πω, μόνο τη γραφειοκρατία των
Αθηνών ξέρω και τη θεωρώ ανώτερη.
Η Ευρώπη
προσπαθεί να ενωθεί επί αιώνες. Τόσες φορές αυτοκράτορες και ηγεμόνες
προσπάθησαν να το κάνουν με πολέμους, νοσταλγώντας τους Ρωμαίους, εκείνη την Pax. Την ειρήνη. Μόνο στη δική μας εποχή ξεκίνησε να
γίνει ειρηνικά. Ζούμε το παράδοξο να ακούμε να μιλάνε ξανά για την ένωση τώρα
που όλοι έχουν φορέσει τους εθνικούς φανατισμούς τους. Στις εκλογές μας δεν
αναμετριούνται προτάσεις αλλά εθνικές περηφάνιες, ποιος την έχει μεγαλύτερη. Με
πιάνει φόβος μήπως η ένωση προχωρήσει χωρίς εμάς, μήπως στ’ αλήθεια, είμαστε
τόσο ιδιαίτερη περίπτωση που δεν μπορέσουμε και δεν θελήσουμε να ακολουθήσουμε.
Αν οι άλλοι τα καταφέρουν, θα είναι η Ελλάδα στα ευρωπαϊκά κράτη, ή θεωρώντας
τον εαυτό της κάτι μοναδικό και ιδιαίτερο, ανυπόταχτο και ανώτερο, που δεν
θυσιάζει εθνική κυριαρχία αυτή γιατί θα τη ρίξουν, θα μείνει απέξω να κάνει πως
σνομπάρει; Οι πολιτικοί δεν θα το θέλουν και πολύ. Εθνική κυριαρχία σημαίνει μεγαλύτερη
εξουσία γι αυτούς. Οι πολίτες για να το θέλουν χρειάζεται να πιστέψουν ότι οι
ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι οι πιο δοκιμασμένοι, ψημένοι και δουλεμένοι με στόχο τη
δικαιοσύνη και την ισότητα. Όχι να αισθάνονται υποτιμητικά απέναντι στους
ευρωπαίους, αλλά να αναγνωρίζουν στη συνύπαρξη μια πρόκληση για να αναδείξουν
τον καλύτερο εαυτό τους, να παράγουν τα καλύτερα προϊόντα τους και να
καλλιεργήσουν τη μεγαλύτερη και τη βαθύτερη δυνατή αξιοπρέπεια τους. Ευρώπη
είναι να ταξιδεύεις εύκολα, δεν το υποτιμώ καθόλου, αλλά είναι κι όλα τα
παραπάνω..
Δεν τους συμφέρει
να φύγουμε, λένε πολλοί έλληνες. Προσέξτε το ρήμα και την αντωνυμία. Κριτήριο
το συμφέρον, ένα αγαπημένο μέγεθος με το οποίο συνεννοούμαστε. Και αντωνυμία
τρίτου πληθυντικού, εκείνοι.
Κι εμείς; Εμάς τι
μας συμφέρει; Εμείς πού ανήκουμε; Εμείς τι είμαστε;
Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=16172
Δεν υπάρχει πια
κανείς να υποστηρίζει το Μνημόνιο από τις πολιτικές δυνάμεις. Ούτε όσοι το
υπέγραψαν. Κρίμα, γιατί καθώς ο καιρός περνάει αρχίζουν διάφοροι άνθρωποι, όχι
πολιτικοί, αυτοί είναι στα μετερίζια του αγώνα εναντίον του, όλοι, με διάφορες
λέξεις ο καθείς και τα όπλα του, αρχίζουν όμως άλλοι άνθρωποι, διαβαστεροί, να
το μελετάν στα σοβαρά και να δημοσιεύουν περιλήψεις, λίστες, κεντρικές ιδέες
και διάφορα άλλα πράγματα που μάθαμε να κάνουμε στις αναλύσεις κειμένων. Αποδεικνύεται
λοιπόν ότι το Μνημόνιο έχει μερικές πολύ χρήσιμες ιδέες που συχνά έχουν
υποστηριχτεί από κόμματα αριστερά και δεξιά, αλλά κανένα δεν ευκαίρησε να τις
πραγματοποιήσει. Ας πάρουμε το Κτηματολόγιο, για να μην τσακωθούμε με τους
δημοσίους υπαλλήλους, τα στελέχη της ΔΕΗ και τους συνταξιούχους του ΟΤΕ. Ή του
ΟΣΕ, ακόμα καλύτερα. Ποιος δεν υποσχέθηκε ότι θα το τελειώσει; Κάθε κυβέρνηση
που αναλάμβανε έψεγε την προηγούμενη ότι δεν το είχε προχωρήσει όσο έπρεπε. Μια
φορά πήγαμε και δηλώσαμε τα πάντα, σπίτια, κήπους, μπαλκόνια, ρίζες κρεμμυδιών
στον κήπο, το πιστέψαμε στα σοβαρά, θα έχουμε κτηματολόγιο κι όμως ακόμα δεν
έχει τελειώσει αυτή η ιστορία. Και τώρα που το Μνημόνιο λέει ότι πρέπει να γίνει,
τι θα συμβεί; Επειδή το λέει το Μνημόνιο δεν θα γίνει ποτέ διότι πρέπει να του
αντισταθούμε;
Τα ίδια μπορείς
να πεις για άλλα εξήντα τρία (63) τουλάχιστον ζητήματα που κάποιος καλός και
οργανωτικός αναγνώστης κάθισε και κατέγραψε και ανάρτησε στο διαδίκυτο. Όλα
είναι λογικά και επιθυμητά, ιδέες για πάταξη της γραφειοκρατίας και της
σπατάλης, όσες μπορεί να σκεφτεί κανείς υπολογίζοντας σε μια στοιχειώδη
ευαισθησία του πολίτη, μια στοιχειώδη ενημέρωση. Οι πολιτικοί όμως δεν τα
αναφέρουν ποτέ, και λένε ότι θα διαπραγματευτούν, θα απαγκιστρωθούν, θα
ακυρώσουν, κλπ. Από ρήματα περίπλοκα υπάρχει πλούτος στη γλώσσα.
Καλά ο Σύριζα
πρώτα θα το καταγγείλει κι ύστερα με τρόπους μυστήριους θα το καταργήσει και
στα νούμερα μισθών, αν και μερικές μεταρρυθμίσεις που προτείνει τις δέχεται
χωρίς να το παραδέχεται, αλλά η ΝΔ, που παριστάνει το αντίπαλο δέος, δεν εξηγεί
τίποτε. Οι ιδέες της είναι τόσο αντιευρωπαϊκές που δεν μιλάει για να μην την
πνίξουν στο βήχα. Αλλά και το ΠαΣοκ να υπόσχεται αποσκίρτηση, όχι, συγγνώμη
κάπως αλλιώς το είπε. Κανείς να μην μπαίνει στον κόπο να το υπερασπιστεί, ποτέ.
Δύο φορές βουλευτικές εκλογές σε δυο μήνες, εκατομμύρια ευρώ έξοδα, επιδοτήσεις
για βλακώδεις διαφημίσεις, συγκεντρώσεις, φωνές, σλόγκαν, άνδρες σοφοί και
γυναίκες μαχητικές, αλλά επ’ αυτού τίποτε.
Αυτοί οι
ευρωπαίοι είναι παράξενοι. Όλοι ποιητές, Γκύντερ Γκρας, μας λατρεύουν σαν θεούς
και προσπαθούν να μας κάνουν να μοιάζουμε με τον εαυτό μας. Μαζί τους και
διάφοροι ντόπιοι εκσυγχρονιστές αμετανόητοι, που έχουν ξεφύγει και κυκλοφορούν
ακόμα ακούραστοι και βραχνιάζουν και κάνουν λίστες.
Οικονομία δεν
ξέρω, και δυσκολεύομαι να καταλάβω την οργάνωση του κράτους. Από την Ευρώπη
επιθύμησα τη βαθιά συνείδηση του πολίτη που έβλεπα κάθε μέρα στους δρόμους,
εκεί που για να περάσεις απέναντι χρησιμοποιείς τις διαβάσεις με φανάρια, ή με
απλή διαγράμμιση. Πριν ταξιδέψω στην Ευρώπη δεν ήξερα γιατί έχουν άσπρες
γραμμές οι δρόμοι. Ίσως είναι ένα δράμα το να το μαθαίνει κανείς Επί χρόνια
έλπιζα ότι κάποτε θα γινόταν στην Ελλάδα. Αντ’ αυτού κοντεύουμε να καταργήσουμε
και τα φανάρια τελείως. Οι δε άσπρες γραμμές ξεθωριάζουν πια, αφού πετάχτηκαν
επί δεκαετίες λεφτά για να τις βάφουν, ενώ κανείς δεν τις υπολόγιζε. Όπως τόσα
και τόσα δήθεν πράγματα και θεσμούς που παρίσταναν ότι υπάρχουν, κι έμοιαζαν
δόλωμα για αφελείς, για ανθρώπους σαν εμένα, που δεν χορτάσαμε πολιτισμό,
ευγένεια και διαγραμμισμένες διαβάσεις.
Αυτοί που ξέρουν
Οικονομία καλά μπορεί να το βρουν, πώς να γίνει να αλλάξουν τα πράγματα και να
συμβεί αυτό που δήλωσαν μερικοί ότι ελπίζουν πλέον: να ξαναπάρουν τους μισθούς
και τις συντάξεις που έπαιρναν, επίσης και το φόρο ακινήτου που πλήρωσαν με τη
ΔΕΗ (χαϊδευτικά: χαράτσι). Τώρα δηλαδή που βγήκε ο Ολλάντ στη Γαλλία, και χάνει
η Μέρκελ στη Γερμανία, κάτι θα γίνει κι όλα θα αλλάξουν και θα γυρίσει πίσω ο
τροχός, σαν αυτοκίνητο που βρήκε κράσπεδο, θα ξαναγίνουν όλα όπως πριν, ή έστω
μερικά.
Πώς θα γίνει αυτό
δεν είναι πολύ ξεκάθαρο, και κάτι ιδέες που πέταξαν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ
περί καταθέσεων φαίνεται πως δεν άρεσαν καθόλου και σε κανέναν. Κάτι για δάνεια
των πλουσίων στους φτωχούς, που ακούγονται δίκαια, ούτε αυτά άρεσαν πολύ. Εξάλλου,
αυτό δεν υποτίθεται ότι κάνει η φορολογία; Δεν φορολογούνται αυτοί που
κερδίζουν χρήματα για να χρηματοδοτούν το κράτος πρόνοιας; Εντάξει, στο δρόμο
χάνονται πολλά, αλλά το πνεύμα και οι νόμοι που υποτίθεται το διέπουν, υπάρχει.
Κι αν λειτουργούσε σωστά δεν θα χρειαζόταν όλος αυτός ο χαμός κι η συφορά, αλλά
να που δεν λειτουργεί, κι όσο περνάνε οι μέρες τόσο χειροτερεύει. Κι όλοι
αναλύουν πως η κατάσταση σε όλη την Ευρώπη είναι άσχημη, κι άλλοι ονειρεύονται
επαναστάσεις, κι άλλοι απλώς κλαίνε το νεανικό τους ευρωπαϊκό όνειρο, μαζί με
τα υπόλοιπα όνειρα.
Φαίνεται ότι η
Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή, είναι πια ξεκάθαρο. Φαίνεται ότι μοιραία έχει
χάσει το προνόμιο να παράγει και να κερδίζει, φαίνεται ότι η παραγωγή γλίστρησε
προς ανατολάς και δεν τη σταματάς με τίποτα. Η καταραμένη παγκοσμιοποίηση
δηλαδή έχει πριονίσει τα θεμέλια της ευημερίας μας, η οποία όμως, όσο
καταραμένη κι αν είναι, πώς σταματάει; Πώς εμποδίζεις τα κεφάλαια και τα
εργοστάσια να φύγουν; Με νόμους αυστηρούς; Κι αν οι αυστηροί νόμοι απλώς
δημιουργούν συνθήκες παρανομίας, δηλαδή τρέφουν μαφίες, όπως όλες οι
παρανομίες, πάλι χαμένος δεν είσαι;
Βέβαια οι νόμοι
επέτρεψαν τη μετακίνηση κεφαλαίων ενώ απαγορεύουν τη μετακίνηση ανθρώπων, (κι
εκεί είναι που ανθούν οι μαφίες). Όμως και χωρίς αυτούς, νομίζω ότι τίποτε δεν
θα σταματούσε την ορμή των φτωχών λαών να δουλέψουν φτηνότερα για να βελτιώσουν
το επίπεδο ζωής τους. Αν δεν έβγαιναν τα ίδια τα κεφάλαια, θα έβγαιναν τα
ντιζάιν, όπως παλιά στην Ιαπωνία. Κάτι θα έβγαινε πάντως, κι η Ευρώπη, όσο και
να προστάτευε τον εαυτό της, που τον προστατεύει περισσότερο απ’ όσο θέλουν
πάντα οι κεφαλαιούχοι, θα βρισκόταν στην ίδια θέση της πολύ προνομιούχου
ηπείρου που αφού συγκέντρωσε τον πλούτο αρχίζει να παρακμάζει.
Νομίζω πως ο θρήνος
για την Ευρώπη σκεπάζει το γεγονός ότι στον υπόλοιπο φτωχότερο κόσμο οι
άνθρωποι αρχίζουν να βελτιώνουν το επίπεδο ζωή τους. Παρόλη την κρίση η φτώχεια
περιορίστηκε, ανακοινώνουν οι διεθνείς οργανισμοί. Η Ευρώπη δεν θα μπορούσε να
έχει για πάντα την ακμή, για πάντα την εκμετάλλευση των τριτοκοσμικών.
Απλώνεται η εκμετάλλευση, αλλά απλώνονται και τα αγαθά της, όπως απλώνονται και
οι οικολογικές καταστροφές, και η άνοδος του επιπέδου ζωής των ανθρώπων. Όλα
μαζί. Δεν πάει τίποτε μόνο του, έτσι είναι το είδος μας, έτσι γινόταν πάντα η
ανάπτυξη. Και το θέμα είναι, πώς θα μπορέσουν οι Κινέζοι και οι Ινδοί να
βελτιώσουν τις συνθήκες δουλειάς τους, να αποκτήσουν κι αυτοί απαιτήσεις όπως
οι ευρωπαίοι εργάτες, να ισορροπήσουν κάπως τα πράγματα, και να μην καταστραφεί
το περιβάλλον; Πότε θα γίνουν όλοι ευρωπαίοι, πώς θα απλωθούν τα ανθρώπινα
δικαιώματα, όπως απλώνονται οι επιθυμίες για απόκτηση αγαθών, για κέρδη, για
εκμετάλλευση της γης από τους ανθρώπους και του ανθρώπου από άνθρωπο;
Μπορεί να κάνω
λάθος, γιατί το ομολόγησα, στα Οικονομικά ήμουν κακή μαθήτρια, πάντα με
δυσκολία τα καταλάβαινα, αλλά έχω την εντύπωση ότι η Ευρώπη πρέπει να αποδεχτεί
αυτή την πραγματικότητα και να δει τι θα κάνει. Να εξάγει με κάποιο τρόπο σκέψη
και οργάνωση, ιδέες και ανθρωπιστικές κατακτήσεις. Να εξάγει το δύσκολο και
περίπλοκο προϊόν της που λέγεται ανθρώπινα δικαιώματα. Όλο και κάτι κάνει
βέβαια, όλο και προσπαθεί, είναι και το προϊόν αυτό ελκυστικό από μόνο του. Αλλά
θέλει πολλή δουλειά, θέλει πολλή φαντασία και γενική ανακαίνιση στον τομέα της
συσκευασίας του προϊόντος. Άσε που δεν θα της φέρει λεφτά, παρά σε ασύλληπτο
βάθος χρόνου, αν ποτέ τα φέρει.
Και στο μεταξύ
οφείλει να το αναβαθμίζει, να το φέρνει σε επαφή με τις εσωτερικές ανάγκες της,
τις αδικίες στα δικά της εδάφη, τους αποκλεισμούς και τους ρατσισμούς που κι
αυτά διαρκώς αναβαθμίζονται, για να διατηρείται φρέσκο και να έχει διαρκώς νέα
ημερομηνία λήξης.
Ο Ρουσώ το 1753 από τον Μωρις Κουεντίν
ντε λα Τουρ
Ευρώπη είναι και ο Ζαν Ζακ Ρουσώ. Ο φιλόσοφος που είπε ότι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι. Αυτή η ιδέα ήταν η μεγάλη επανάσταση. Αυτή είναι ακόμα.. Αυτή είναι το σπουδαίο νόημα της γαλλικής επανάστασης, όχι οι καρμανιόλες. Καρμανιόλες υπήρχαν πριν, υπήρχαν και μετά, η βία δεν έχει πρωτοτυπία. Ούτε κατάφερε να χώσει την ιδέα της ισότητας στα κεφάλια, αυτά που δεν έκοψε. Είχε γεννηθεί σε μια ήπειρο που είχε θεσπισμένες τις ανισότητες ο Ρουσώ, κι όσα κι αν λέμε για την άσχημη εποχή μας, αυτή την κατάσταση δεν μπορούμε ούτε να τη φανταστούμε.
Ευρώπη δεν είναι μόνο το ευρώ, είναι και οι διαρκείς προσπάθειες για ενότητα. Στην Ευρώπη ξεκίνησε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, και τον πυροδότησαν οι ρατσιστικές ιδέες. Αυτές που νικήθηκαν τότε για πάντα, γι αυτό και τώρα πια η Ευρώπη είναι η ήπειρος που θεωρεί ύβρη το ρατσισμό, Ναι, ακόμα και στην Ελλάδα πας φυλακή για ρατσιστικές διακρίσεις. Η ισότητα των ανθρώπων, αυτή η τρομερή και πάντα πρωτότυπη ιδέα του Ρουσώ, είναι το νομικό και το κοινωνικό θεμέλιο της Ευρώπης. Δεν την έχει πετύχει βεβαίως, αλλά την αναζητά, οφείλει να προσπαθεί κάθε ώρα και στιγμή να την πετύχει. Δεν έπλασε τον παράδεισο η ιδέα του Ρουσώ, έβαλε μια γραμμή πλεύσης, κι αυτή τη στιγμή στον κόσμο όσοι θέλουν να λέγονται πολιτισμένοι παλεύουν με βάση αυτή την αρχή. Μπορεί κανείς κάθε μέρα να ανακαλύπτει ανισότητες, μεγάλες και μικρές, και να προσπαθεί να τις ανατρέψει. Ο Ρουσώ εξασφάλισε ενδιαφέρουσα ζωή σε όλους μας για πολλούς αιώνες ακόμα.
Σε όλους μας; Όχι! Υπάρχουν κόμματα της αριστεράς, υποτίθεται, που δεν ενοχλήθηκαν από τις συζητήσεις που γίνονταν για συγκυβέρνηση, μια βδομάδα τώρα, οι οποίες περιλάμβαναν όλως τυχαίως και την αναφορά στο νόμο περί ιθαγένειας. Αυτό το νόμο που δειλά και με ένα σωρό εμπόδια προσπαθεί να αποδώσει την ιδιότητα του πολίτη στους ανθρώπους που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα από μετανάστες γονείς. Μπαινόβγαινε ο Καρατζαφέρης και ζητούσε όρο να αποσυρθεί ο νόμος για να συνεργαστεί (γιατί πώς να σώσεις μια χώρα μιασμένη από αίμα μεταναστών;) όπως είχε ζητήσει ο Σαμαράς στην αρχή κι ύστερα το ξέχασε γιατί κάποιος μπορεί να του θύμισε τι σημαίνει Ευρώπη. Και τα αριστερά κόμματα, οι κληρονόμοι της ανθρωπιστικής παράδοσης, υποτίθεται, άκουγαν μαζί με μας ότι ο Βορίδης μπορεί να αναλάβει το υπουργείο δημόσιας τάξης, και ουδόλως ενοχλούνταν. Όχι, δεν καταδέχτηκαν να συνεργαστούν. Ούτε για το χατίρι των μεταναστών, ούτε για το χατίρι της ιδέας της ισότητας, κρατήθηκαν έξω από αυτό το ρεζίλικο παζάρεμα, με καθαρά χέρια για να μπορέσουν άφθαρτα να μετάσχουν στις εκλογές και να εισπράξουν της αφθαρσίας την αμοιβή, Αλλά τι αριστερά κόμματα είναι αν δεν βρήκαν να πουν μια κουβέντα για τη λεπτομέρεια αυτή του παζαριού; Τι έχει απομείνει από την ουσία τους; Δεν άξιζε ούτε αυτή η τόσο βασική συζήτηση, το να μπαίνει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης η βασική συνθήκη ύπαρξης του πολίτη σε ένα πολιτισμένο κράτος, δεν άξιζε να βγουν από τη μεγαλόπρεπη ακαταδεξία τους. Άλλες φορές είναι λαλίστατοι. Τώρα σα να μην υπήρχαν. Μόνο ευρώ είναι η Ευρώπη, ευρώ για τους μισθούς τους και ευρώ για διεκδίκηση, όλο και πιο πολλά ευρώ.
Αυτή τη φορά με έπεισαν, απορρίπτουν τελικά την Ευρώπη. Αυτή του Ζαν Ζακ Ρουσώ που αναζητά την ισότητα, αυτή την Ευρώπη που μας ενδιαφέρει, το όραμα πίσω από τα κοινά νομίσματα και τους θεσμούς που γεννά τις συναινέσεις.. Δεν ήταν παρά ένας γάλλος ο Ρουσώ, σαν το Σαρκοζί ένα πράγμα. Ακόμα χειρότερα, ήταν ελβετός! Ρε, μήπως ήταν και τραπεζίτης;