Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Books' journal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Books' journal. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2022

Ζήσαμε δίπλα σε ανθρώπους εξαίσιους

Αναγνωρίζω τη Βάσα Σολωμού Ξανθάκη στη φωτογραφία που δημοσιεύεται στο facebook μαζί με την αναγγελία του θανάτου της. Έχουν περάσει τόσα χρόνια αλλά δεν άλλαξε, που λέει ο λόγος, και θα το επιβεβαιώσω βρίσκοντας τις παλιές φωτογραφίες από το σχολείο. Την είχαμε καθηγήτρια φιλόλογο στην Αηδονοπούλου για λίγα χρόνια, η χούντα μας στέρησε τα πολλά. Είχε αναγκάσει τη διεύθυνση του σχολείου να τη διώξει, μαζί με τον φυσικό μας, τον Βασίλη Νικολόπουλο, και χρειάστηκε να περάσουν δυο τρία χρόνια για να μπορέσουν να δουλέψουν ξανά και να τους έχουμε, εκείνους τους εξαιρετικούς, τους αγαπημένους καθηγητές μας.

Αδειάζω μια κούτα με φωτογραφίες, και δεν βρίσκω παρά ελάχιστα πράγματα, κυρίως από εκδρομές, και μερικές στην αυλή του σχολείου μια και μόνη μέρα που κάποια θα είχε φέρει μαζί της φωτογραφική μηχανή. Ασπρόμαυρες όλες, όπως ήμασταν τότε ντυμένες για το σχολείο, φούστα μπλούζα σε δυο αποχρώσεις του γκρίζου. Υπάρχει μια που συζητούν οι δυο τους, η Βάσα Σολωμού- Ξανθάκη με την Κάτια Παπαϊωάνου- Μόζερ, άλλη αγαπημένη φιλόλογο, σε μια άκρη της αυλής. Η κυρία Σολωμού, έτσι τη λέγαμε, στέκεται προφίλ, δεν φαίνεται καλά το πρόσωπο της. Ωστόσο μπορώ να τη βλέπω πεντακάθαρα μέσα στις εικόνες του μυαλού μου, το λεπτό της δέρμα, το ανοιγοκλείσιμο των ματιών πάνω από τα βιβλία της έδρας, μπορώ ακόμα να ακούω και τη φωνή της, χαμηλή φωνή, ποτέ δεν την ύψωνε, ήταν σα να μην μπορούσε να την υψώσει, μπορώ να βλέπω νοερά την έκταση και τη χροιά της σε διαγράμματα που δεν έχουν ακόμα επινοηθεί.

Βρίσκω και μερικές φωτογραφίες από την εκδρομή που μας είχε πάει η κυρία Σολωμού στ’ Αμπελάκια, ένα σπέσιαλ δώρο για την επιτροπή Αλληλοβοήθειας, στην οποία δεν ανήκα και δεν θυμάμαι πώς κατάφερα να τρυπώσω στην ομάδα. Είχαμε και τον αδερφό της Μαριάννας μαζί μας, οπότε θα πρέπει να ήταν κάτι πολύ ελεύθερο, γιατί αγόρια δεν υπήρχαν στο σχολείο μας, το Παρθεναγωγείο μας. Στη μια είμαστε όλη η ‘επιτροπή’ στην πλατεία της Λάρισας, έχουμε στηθεί κατά ύψος, με την πιο ψηλή καθιστή στα γόνατά της. Στην άλλη είμαι μόνο εγώ, ανεβαίνω ή κατεβαίνω μια σκάλα στο σπίτι του Σβαρτς όπου μας είχε πάει η καθηγήτρια μας, και γυρίζω να κοιτάξω το φακό.  Ανάδυση στο μέλλον ή κατάδυση στο παρελθόν. Είμαι δεκαοχτώ χρονών και τα κάνω και τα δυο, από τότε μέχρι τώρα, αλλά κυρίως ζω το παρόν με τέτοια ένταση που ακόμα θυμάμαι τον ήχο από το πικάπ που ακούστηκε την πρώτη νύχτα της άφιξης μας στο δικό της σπίτι, της κυρίας Σολωμού, όταν έβαλε το δίσκο με το «Ματωμένο γάμο» του Χατζιδάκι να παίξει. Ήταν απόλυτη ησυχία στο χωριό, κι ήταν σκοτεινά, ίσως δεν είχαμε ηλεκτρικό, μπορεί να ήταν το πικάπ με μπαταρίες. Δεν είμαι σίγουρη γι αυτό. Κι όταν ακούστηκαν οι πρώτες νότες και η βραχνή φωνή του Λάκη Παππά, «Τώρα νυφούλα μου χρυσή, που βγαίνεις απ’ το σπίτι σου…» ήταν σα να άνοιξε για μας ένας νέος κόσμος ομορφιάς, σα να βγήκαμε εμείς σε έναν ορίζοντα ανοιχτό, τέχνης και κατανόησης, συγκινήσεων και αλήθειας, σα να γλιτώσαμε επιτόπου από τη χούντα και τα βάσανα της. Έσταζαν οι νότες μέσα μας σαν ακριβά και θεραπευτικά μυστικά, καταλαβαίναμε ότι ο κόσμος ήταν πλούσιος και μας περίμενε, και τίποτε δεν θα μας εμπόδιζε να τον γευτούμε. Βάλαμε ξανά και ξανά το δίσκο, μιλούσε για μια ιστορία παράξενη, δεν μας αφορούσε η ιστορία, ο ματωμένος γάμος, κι όμως η συγκίνηση ήταν βαθιά και η στιγμή αξέχαστη. Είχαμε ήδη περάσει μια μέρα τρελή, όταν το πουλμανάκι που μας μετέφερε είχε χαλάσει κάπου στη μέση του ταξιδιού κι είχαμε βρεθεί με κάποιο τρόπο να ταξιδεύουμε με αστικό λεωφορείο, γελώντας ακατάπαυστα καθώς σαν τρελές, σαν παιδιά μάλλον, τρέχαμε πέρα δώθε μέσα. Πόση ψυχραιμία κι εμπιστοσύνη είχε δείξει η καθηγήτρια μας…

Την επόμενη μέρα, περπατώντας στα Αμπελάκια δεν πιστεύαμε στα μάτια μας αντικρύζοντας εκείνη την αρχιτεκτονική για πρώτη φορά. Πώς να καταλάβεις την εξέλιξη ενός τέτοιου χωριού, στο οποίο εμείς πηγαίναμε για ‘Αλληλοβοήθεια’, μεταφέροντας κουτιά με γραφική ύλη για τα παιδιά του σχολείου, και ρούχα και παπούτσια και τέτοια πράγματα, πώς να αντιληφθείς ότι είχε υπάρξει τόπος πλούσιος επί δεκαετίες κι είχαν χτίσει οι κάτοικοι του τέτοια αρχοντικά, όταν μάθαινες την Ιστορία στο σχολείο με τρομερές παραλείψεις για την αληθινή ανάπτυξη των Ελλήνων στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας; Πώς να συνδυάσεις την αρχοντιά των παλιών σπιτιών με τα φτωχοντυμένα παιδιά του σχολείου που μας υποδέχτηκαν σε μια γιορτή κατά την οποία σηκώνονταν ένα -ένα επάνω κι απάγγελαν ποιήματα αφού πρώτα χαιρετούσαν στρατιωτικά και στήνονταν κλαρίνο, παιδιά με πρόσωπα ηλιοκαμένα που σίγουρα θα δούλευαν έξω στις υποτίθεται ελεύθερες ώρες τους;

Τι όμορφα πράγματα ζήσαμε, λέει η Κατερίνα στο τηλέφωνο, η πιο παλιά κι αγαπημένη φίλη. Τι  χρωστάμε στην κυρία Σολωμού, που ποτέ δεν ξοφλήσαμε. Θυμόμαστε τη βραδιά της γιορτής που κάναμε για αποχαιρετισμό στην Έκτη Γυμνασίου. Κάθε χρόνο η Πέμπτη αποχαιρετούσε την Έκτη. Είχαμε γράψει δικό μας έργο και το είχαμε παίξει, την κωμωδία Φιλοθέτιδαι, κι είχε έρθει η άντρας της κυρίας Σολωμού, ο κύριος Ξανθάκης, και μας είχε χορέψει. Τον είχαμε κι αυτόν λατρέψει, την ευγένεια, το χιούμορ του, τον τρόπο που μας έκανε να νιώθουμε άνθρωποι. Αυτός και οι καθηγητές μας από άντρες στη γιορτή, και ο Νίκος Μπελογιάννης. Ο γιος του Μπελογιάννη δηλαδή, που ζούσε με το ζεύγος Σωτηρίου, τον κύριο Πλάτωνα και τη Διδώ, αυτός ήταν ο μοναδικός έφηβος που βλέπαμε καμιά φορά, και ψιθυριστά, μετά φόβου χαφιέδων και άλλων δαιμόνων, μαθαίναμε την ιστορία του. Στο ιδιωτικό μας σχολείο έβρισκαν καταφύγιο οι αριστεροί και πριν τη χούντα, που θα έμεναν χωρίς δουλειά λόγω ‘κοινωνικών φρονημάτων’.

Ο κύριος Σωτηρίου, ο άντρας της Διδώς (κι όχι Διδούς, όπως γράφουν τώρα διάφοροι ελληνοπαθείς) ήταν ο γυμνασιάρχης μας. Τον λατρεύαμε και αυτόν, και πιστεύαμε ότι μας λάτρευε κι εκείνος, αφού είχε δηλώσει ότι δεν θα βγει στη σύνταξη παρά όταν βγάζαμε κι εμείς, η δική μας τάξη, το Γυμνάσιο, δηλαδή και τις έξι τάξεις. Ήταν υπέροχος άνθρωπος, κρεμόμασταν από τα χείλη του κάθε φορά που μας μιλούσε, κι αμέσως οι ατάκες τους διαδίδονταν σαν χρησμοί, σαν ξόρκια προφύλαξης από κάθε κακό και κάθε βλακεία. Και η Διδώ είχε έρθει μια φορά να μας μιλήσει, δεν κυκλοφορούσαν τα βιβλία της τότε, ή δεν τα ξέραμε, πάντως μας είχε απογοητεύσει ως σύζυγος του κυρίου Σωτηρίου, που τον θεωρούσαμε θεό, επειδή δεν ήταν  όμορφη σαν εκείνον. Αν και ακούγοντας την καταλάβαμε ότι δεν υπάρχει μόνο η ομορφιά που ελκύει σε μια γυναίκα, πληροφορία απείρως σημαντική για τη φάση που περνούσαμε τότε.

Θα ήθελα να έχω γίνει φιλόλογος, όπως σκόπευα τότε, και να είμαι σε θέση να ζυγίσω και να αποτιμήσω δίκαια και σωστά την αξία της Βάσας Σολωμού- Ξανθάκη ως λογοτέχνη, αλλά δεν έγινα. Αγόραζα τα βιβλία της όταν τα έβρισκα, δεν τα διαφήμιζε, δεν έκανε παρουσιάσεις και τέτοια, και ξέρω ότι πάντα υπήρξε περιθωριακή ως συγγραφέας, κι ότι δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει. Το βιβλίο της «Ο γάμος» το είχε ανεβάσει στο θέατρο η Άννα Βαγενά και το είχα δει, ήταν για μένα συγκλονιστικό και πιστεύω ότι η ηθοποιός δημιούργησε κάτι πολύ σημαντικό με αυτό τον ρόλο. Κάποτε θα πρέπει να αποτιμηθεί το έργο συγγραφέων που θεωρούνται ελάσσονες, να εξεταστεί η σημασία τους και η συνεισφορά τους. Η κυρία Παπαϊωάννου, ας πούμε, είχε κι εκείνη γράψει ένα βιβλίο για τον άντρα της, που με είχε μαγέψει για τον τρόπο που εξέθετε την καθημερινότητα τους, κι ακόμα θυμάμαι φράσεις του. Ως τότε και για όσο ζω, για μένα οι δάσκαλοι εκείνοι λογαριάζονται στις πολύτιμες γνωριμίες της ζωής μου. Μας έμαθαν όχι μόνο ελληνικά και Φυσική, και διάφορα άλλα που η ύλη απαιτούσε και τα μάθαμε τόσο καλά που μπορώ να πω ότι πουθενά αλλού δεν συγκέντρωσα τέτοιον όγκο γνώσης όσο στο σχολείο, αλλά και ευγένεια, και στάση ζωής, και γενναιοδωρία που ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμασταν στα χρόνια εκείνα τα σκυφτά και μουγγά. Ζήσαμε δίπλα σε ανθρώπους εξαίσιους. Έπρεπε να τους βλέπουμε περισσότερο και τα επόμενα χρόνια, μια φορά ή δυο μόνο πήγαμε στο σπίτι της κυρίας Σολωμού και των άλλων, μια φορά ή δυο μιλήσαμε μετά στο τηλέφωνο. Λάθος μας και μεγάλη παράλειψη, μια από τις πολλές στη ζωή μας. Κι όμως είναι σα να τους είχαμε πάντα μαζί μας.

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

H παγίδα των αρχαίων

Τα μεγάλα εθνικά θέματα, ή μάλλον τα μεγάλα εθνικά κολλήματα, μου δίνουν την ευκαιρία να γράφω αναμνήσεις. Τα αρχαία ας πούμε, αχ πόσο μου άρεσαν όταν πηγαίναμε σχολείο! Τρελαινόμουν, κι επιπλέον ξελάσπωνα από βαθμούς, σήκωνα το μέσο όρο μου πάντα, παίρνοντας τις περισσότερες φορές 20, με σχετική ευκολία.
Προσέξτε, η δική μου φουρνιά άρχισε αρχαία στο πρωτότυπο στην Τρίτη (Γ') γυμνασίου. Είχαν προηγηθεί δυο χρονιές με αρχαία από μετάφραση, λόγω της μεταρρύθμισης Παπανούτσου. Οδύσσεια στην Α', μετάφραση Σιδέρη, Ιλιάδα στη Β΄, μετάφραση Πολυλά. Στην Γ' θα κάναμε κάτι άλλο, δεν θυμάμαι πια, αλλά ήρθε η 21η Απριλίου κι αμέσως, χωρίς συζητήσεις και διαλόγους, τη σάρωσε εκείνη τη μεταρρύθμιση, κι έβαλε ξανά αρχαία από την Α Γυμνασίου. Οι μεταφράσεις που είχαμε κάνει εμείς καταργήθηκαν, τα βιβλία φυλάχτηκαν ως συλλεκτικά. Αλλά δεν θα τα φύλαξαν αρκετοί φαίνεται, αφού μάλλον έχει ξεχαστεί η εποχή εκείνη.
Εκείνα λοιπόν τα δυο αξέχαστα χρόνια κάναμε ανάλυση κειμένου με τρόπο που δεν είχε ξαναγίνει ούτε ξανάγινε ποτέ στα δικά μου σχολικά χρονικά, και στων παιδιών μου που παρακολούθησα τριάντα χρόνια αργότερα. Μόνο στο Γαλλικό Ινστιτούτο, επιλογή Λογοτεχνία, είδα κάτι παρόμοιο. Διαβάζαμε πάντα ένα μεγάλο κομμάτι κειμένου στην τάξη, ύστερα έπρεπε να γράψουμε στο σπίτι απαντήσεις σε ερωτήσεις του τύπου: “Ποια ήταν τα συναισθήματα του Οδυσσέα όταν είδε τη Ναυσικά να παίζει μπάλα με τις φίλες της στην παραλία που τον είχε ξεβράσει η τρικυμία;”
Δεν σας φαίνεται αρκετά σοβαρό ίσως; Δεν έχει πολλή γραμματική μέσα και παπαγαλία; Σα χαμένος νοιώθει κανείς μπροστά σε κάτι τέτοιο; Το να μάθει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του ο μαθητής για να εκφράσει τις σκέψεις του πάνω σε ένα κείμενο, κι όχι να παραθέσει παραγράφους εκθεσάδων, μοιάζει λίγο επιστημονική φαντασία, έτσι δεν είναι;
Υπήρχε και κάτι άλλο στα βιβλία εκείνα. Στην εισαγωγή, σα στολίδι, μια παράγραφος από το αρχαίο κείμενο, η αρχή του έπους. Άνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον.. Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος... Τα θυμάμαι πάντα, κυρίως της Οδύσσειας, τον Αχιλλέα και τη μήνι του δεν τα χώνευα και τόσο. Τις είχα μάθει απ' έξω χωρίς κανείς να με αναγκάσει, τις έβλεπα σαν υπόσχεση για το μέλλον. Αυτά που θα μαθαίναμε σε μεγαλύτερες τάξεις. Το οποίο, είπαμε, ήρθε κάπως πιο γρήγορα κι απότομα, με τη χούντα.
Το σύστημα εκείνο είχε το καλό ότι μελετούσε την ομιλούμενη γλώσσα και ταυτόχρονα ένα σπουδαίο κείμενο, είχε όμως το κακό ότι άφηνε απ' έξω άλλα κείμενα νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Στηριζόταν ουσιαστικά σε αρχαίο κείμενο, έστω από μετάφραση. Ήδη τότε το αναλυτικό πρόγραμμα δεν περιείχε συστηματική γνωριμία με τα νέα ελληνικά. Με δική τους πρωτοβουλία οι καθηγήτριες, εξαιρετικές όλες στη Σχολή Αηδονοπούλου που πήγαινα, μας έβαζαν να διαβάζουμε κάπως πιο σφαιρικά τους βασικούς λογοτέχνες της Ανθολογίας. Τα Νέα ελληνικά ήταν ο φτωχός συγγενής της ύλης, όπως και τώρα. Αντί με τον καιρό να εμπλουτιστεί η διδασκαλία με περισσότερα κείμενα νέων ελληνικών, γυρίσαμε πίσω στα αρχαία από το πρωτότυπο ως κύριο μάθημα γλώσσας ήδη από την πρώτη Γυμνασίου.
Μα, θα πείτε, τα αρχαία κείμενα είναι πιο σημαντικά, είναι παγκοσμίως γνωστά κλπ κλπ. Πράγματι, πολλοί επικαλούνται τη διδασκαλία τους σε ευρωπαϊκές χώρες, κι έχουν την άποψη ότι εμείς οι χρήστες της γλώσσας που είναι συνέχεια της αρχαίας, θα πρέπει να ξεκινάμε από την αρχή προς το τέλος. Από μικρά τα παιδιά να μαθαίνουν αρχαία, και μεγαλώνοντας, σα να είναι αυτά τα ίδια η ενσωμάτωση του ελληνικού έθνους, να έρχονται και στα Νέα ελληνικά.
Μάλιστα υπάρχει η άποψη ότι ως δια μαγείας, περνάει μέσω γονιδίου τρόπον τινα, ενστικτωδώς, σαν την ανάγκη για νερό και για φαΐ, η ίδια η εξέλιξη της ομηρικής γλώσσας στην αττική διάλεκτο, κι απο κει στην ελληνική κοινή, στην κρητική του Ερωτόκριτου κι εν συνεχεία στην καθαρεύουσα του Παπαδιαμάντη. Αρκεί λοιπόν αυτή η παπαγαλία λίγων αρχαίων κειμένων και πολλών ρημάτων που καταβροχθίζει τις διδακτικές ώρες του Γυμνασίου και του Λυκείου, για να βγει μορφωμένο το γνήσιο ελληνόπουλο. Εμπεριέχουν αυτά τα λίγα κείμενα το μαγικό ξόρκι, φτάνει να χωθούν στον εφηβικό εγκέφαλο, κι ύστερα εκείνος θα γεννήσει τα υπόλοιπα από μόνος του, φτάνει να μην έχει αλλοιωθεί το DNA της φυλής.
Είναι ρομαντικό, είναι ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι ο τρόπος που διδάσκονται οι γλώσσες. Μαθαίνουμε ανάγνωση με απλά κείμενα, προχωράμε σε δυσκολότερα μεγαλώνοντας, εμβαθύνουμε σε ακόμα πιο δύσκολα μεγαλώνοντας περισσότερο. Αυτός είναι τρόπος. Στα δεκατρία τα παιδιά δεν έχουν ακόμα εξοικειωθεί με τη γλώσσα τους, δεν έχουν μάθει να διαβάζουν και να κατανοούν νέα ελληνικά, και τα βάζουμε να αποστηθίζουν ρήματα και να καταγίνονται με παραγράφους στην αρχαία. Δεν γίνεται έτσι.
Θα έπρεπε να το έχουμε υποπτευθεί βλέποντας γύρω μας τόσους νέους που έκαναν αρχαία από τα 12 ως τα 18, δεν ξέρουν όμως ούτε τα δευτερόκλιτα ουσιαστικά - η οδός, της οδού- να χρησιμοποιήσουν όταν μιλούν και γράφουν, πόσο μάλλον τα τριτόκλιτα. Αλλά όχι, εμείς πιστεύουμε στη μεταφυσική δύναμη της γλώσσας, στις “αμμουδιές του Ομήρου”, όπου αφού κολυμπάμε πρέπει να ξέρουμε και απέξω τα έπη.
Όμως τη γλώσσα του τη μαθαίνει κανείς αρχίζοντας απ' αυτά που ξέρει. Όσοι γονείς διαβάζουν στα παιδιά τους παιδικά βιβλία, κάθονται αγκαλιά και τους δείχνουν γράμματα και εικόνες, το γνωρίζουν καλά. Μεγαλώνοντας κανείς μαθαίνει περισσότερα και περισσότερα, όλο και πιο δύσκολα. Και πράγματι είναι σπουδαία η ευκολία που έχουμε ως νεοέλληνες, αφού μάθουμε τη γλώσσα που μιλάμε και που γράφεται εδώ και λίγους αιώνες, αρχίζοντας από τα παραμύθια του Τριβιζά στην προσχολική ηλικία, περνώντας από τη σύγχρονη πεζογραφία, πηγαίνοντας όλο και πιο πίσω στο χρόνο καθώς συνεχίζονται οι σπουδές, κι όχι το ανάποδο, να προσεγγίζουμε αρχαία κείμενα στο πρωτότυπο. Τα ίδια που μαθαίνουν και οι Γερμανοί κι οι Σουηδοί κι οι Γάλλοι, όχι για να ελέγχουν την ψυχή των κομπιούτερ, όπως πιστεύουν πολλοί απόφοιτοι Λυκείου, μη σου πω και Πανεπιστημίου, αλλά επειδή είναι τόσο όμορφα και σπουδαία στην πρωτότυπη γλώσσα τους αυτά τα κείμενα, κι αξίζει τον κόπο να τα μάθει κάποιος. Αφού πρώτα μάθει τη γλώσσα του. Όπως κάνουν οι Αγγλοι στην Οξφόρδη, οι Ολλανδοί κι οι Φινλανδοί. Κανείς δεν ξεκινάει αρχαία ελληνικά αν δεν μάθει πρώτα τη γλώσσα του.
Εμείς δυστυχώς έχουμε πέσει σε παγίδα. Με τη μεγαλειώδη ιδέα πως τα αρχαία είναι στην πηγή των νέων ελληνικών, διδάσκουμε στα παιδιά αρχαία με τέτοιο τρόπο που δεν μαθαίνουν ποτέ νέα ελληνικά. Ούτε κι αρχαία μαθαίνουν φυσικά, αλλά αυτό είναι λεπτομέρεια. Το να μην μπορείς να χρησιμοποιήσεις, να διαβάσεις, να απολαύσεις, να μιλήσεις, να παίξεις, να δημιουργήσεις, να εξερευνήσεις τη γλώσσα που μιλάς, αυτό είναι η μεγάλη αναπηρία. Και με αυτή την έννοια έχει δίκιο ο Φίλης, ή όποιος άλλος το είπε: η διδασκαλία των αρχαίων στο Γυμνάσιο είναι αφύσικη, αν υποθέσουμε ότι η φύση θέλει να μαθαίνουμε όσο καλύτερα μπορούμε τη γλώσσα μας. Το φυσικό, το λογικό τέλος πάντων, είναι να μαθαίνεις πρώτα τη γλώσσα σου, κι ύστερα την αρχαία κι όποια άλλη θέλεις. Τη γλώσσα που μιλάμε χρειάζεται όλοι να τη μάθουμε, κι εν συνεχεία όλοι πρέπει να μάθουμε και αγγλικά. Αυτή είναι η γλώσσα των κομπιούτερ, και πολλών άλλων πραγμάτων, δυστυχώς. Αρχαία θα μάθουν όσοι θέλουν, όσοι ακολουθήσουν θεωρητική κατεύθυνση. Μετά τα δεκαπέντε.
Και η χαρά της ετυμολογίας; ρωτά μια φίλη σε σχετική συζήτηση. Μα η χαρά της ετυμολογίας ανήκει στις πολύ απλές χαρές της γλώσσας. Μπορείς και στα μικρά παιδιά να λες τις ιστορίες των λέξεων διδάσκοντας ορθογραφία: ας πούμε, γιατί το “γεια σου” γράφεται με ει και το άλλο “για” με ι; Επειδή το “γεια” βγαίνει από τη λέξη “υγεία” κλπ κλπ. Από το σύγχρονο πας στο παλιό, κινείς το ενδιαφέρον σ' αυτόν που έχει κάποια κλίση στη μελέτη των κειμένων, και στον άλλον που έχει λιγότερη.
Ξεκίνησα με τις σχολικές μου αναμνήσεις, θα συνεχίσω σε τόνο προσωπικό. Ήμουν παιδί μοναχικό και διαβαστερό, λάτρεψα τ' αρχαία, τελειώνοντας το σχολείο μπορούσα να διαβάζω στο πρωτότυπο αττικούς συγγραφείς- προσέξτε, αττικούς, όχι Όμηρο! Το να διαπιστώσω λοιπόν όλα αυτά που γράφω εδώ, μου πήρε πολύ χρόνο και πολύ κόπο. Μου κόστισε και μου κοστίζει. Παρακολούθησα από πολύ κοντά την εκπαίδευση των παιδιών μου, ξέρω το πώς έχει εξελιχτεί η διδασκαλία των αρχαίων. Οι μεν θετικοί κάνουν απλώς υπομονή, δημιουργώντας αντισώματα απέναντι στο διάβασμα ελληνικών κειμένων για όλη τους τη ζωή, οι δε θεωρητικοί, που έχουν κάποια κλίση, κάποιο ενδιαφέρον, κάποια αγάπη, υποχρεώνονται σε τέτοια παπαγαλία και τόσο αποξενώνονται από τα κείμενα που είναι για λύπηση. Κι όχι μόνο αυτοί. Όλοι μας.

Δημοσιεύτηκε στο Books journal του Ιουλίου 2016

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Μοντέρνος χορός για παραδοσιακή γιορτή

Το μεσημέρι της Κυριακής 22 Μαρτίου παρακολουθήσαμε την Αφγανική Πρωτοχρονιά στην Αθήνα, σε μια δημοτική αίθουσα πάνω από τα Δικαστήρια. Είχε τραγούδια, χορό, ομιλίες που δεν καταλαβαίναμε και την απαγγελία ενός ποιήματος του Μανώλη Αναγνωστάκη, στα ελληνικά, από μια νέα κοπέλα. Εκείνου που αρχίζει με το στίχο: “Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει...” και τελειώνει “...ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο”.
Δεν ξέρω αν οι συγκεντρωμένοι στη γιορτή ονειρεύονται όλοι να γυρίσουν στον τόπο τους. Έφυγαν οι περισσότεροι, από τα στρατόπεδα προσφύγων του Ιράν, όπου είχαν περάσει συνήθως αρκετά χρόνια χωρίς να μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα για να γλιτώσουν τη μιζέρια. Στην Ελλάδα μπορεί να είναι περαστικοί, όσοι εγώ είχα γνωρίσει έχουν ήδη φύγει για άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Υπάρχουν σίγουρα μερικοί που ζουν χρόνια εδώ, η νεαρή που απάγγειλε Αναγνωστάκη θα είναι μία απ' αυτούς.
Τα παιδάκια που έτρεχαν στο διάδρομο ή άλλαζαν αγκαλιές στη διάρκεια της γιορτής, θα ζήσουν εδώ άραγε; Κάποια θα μεγαλώσουν στην Αθήνα, ή σε κάποια άλλη πόλη, και μια φορά το χρόνο θα παίρνουν μέρος στην αρχαία αυτή γιορτή. Θα ξέρουν τι συμβολίζουν τα αντικείμενα πάνω στο γιορτινό τραπέζι: μια γλάστρα με λουλούδι, ένα βιβλίο, λίγα μήλα, μια γυάλα με χρυσόψαρο, δυο πιατέλες με φυτρωμένη χλόη, σκόρδα, κεριά, έναν καθρέφτη, βαζάκια με άγνωστα μπαχαρικά. Αλλά μπορεί και να μην το μαθαίνουν, να είναι αφηρημένα όταν τους το λένε οι γονείς και οι παππούδες.
Η αίθουσα στη γιορτή είναι γεμάτη, δεν περισσεύουν καρέκλες. Κυρίως άντρες έχουν μαζευτεί, οι γυναίκες θα μένουν στο σπίτι. Υπάρχουν μερικές, φοράνε μαντήλα. Όχι όλες. Και μερικά κορίτσια φοράνε μαντήλα, όχι όμως όλα. Πόσο υποχωρούν οι αυστηρές συνήθειες; Είναι πολύ κλειστή, πολύ συντηρητική κοινότητα, σίγουρα. Τι σημαίνει γι αυτούς να ζουν στην Αθήνα;
Παίζουν μουσική, ύστερα χορεύουν. Μόνο άντρες, ένας ανάμεσά τους ντυμένος με άσπρη κελεμπία κουνιέται με θηλυπρέπεια. Θυμίζει την απαγορευμένη πλέον παράδοση των “πουστ” στην Τουρκία, νεαρούς άντρες που ντυμένοι γυναικεία χόρευαν χορό της κοιλιάς. Στις κουλτούρες που αποκλείουν τις γυναίκες κάποιος πρέπει καλλιτεχνικά να τις παριστάνει. Και στο αρχαίο θέατρο, και στο αναγεννησιακό, έπαιζαν άντρες τους ρόλους των γυναικών. 

Ακούσαμε το ποίημα του Αναγνωστάκη, είδαμε τους χορούς, ετοιμαζόμασταν πια να φύγουμε, όταν ανάγγειλαν έναν ακόμα χορό, από συγκρότημα. Όλα ήταν πολύ γραφικά, πολύ ενδιαφέροντα, έως συγκινητικά για τους ανθρώπους που τόσο μακριά από τον τόπο τους θυμούνταν τα έθιμα και τα τραγούδια τους. Η γιορτή αυτή της Πρωτοχρονιάς είναι πανάρχαιη, πριν το ισλάμ, και έχει επιβιώσει και ενσωματωθεί σ' αυτό, αν και καταπολεμήθηκε. Ίσως να βιώνεται σαν εθνικοθρησκευτική γιορτή, πράγμα που ταίριαζε στο ντεκόρ της αίθουσας, κατά κάποιον τρόπο, με τα ελληνικά σημαιάκια και τα πορτραίτα των ηρώων του 21. Πιθανόν. Ποιος ξέρει; Αν και είχαμε προσκληθεί, νιώθαμε ότι δεν ξέρουμε τίποτε, δεν καταλαβαίναμε, ήταν σα να είχαμε πάει ταξίδι. Εξωτικά, ενδιαφέροντα, ακατανόητα.
Ο επόμενος χορός δεν ήταν αφγανικός, ούτε φολκλόρ, ούτε παραδοσιακός οποιασδήποτε παράδοσης. Ήταν μοντέρνος χορός, και τον χορευτή τον γνωρίσαμε, ήταν μαθητής μας στο “Ανοιχτό Σχολείο της Αγοράς” στη Φωκίωνος Νέγρη. Πάνε χρόνια που είχε πρωτοέρθει για να μάθει ελληνικά, κι ήταν τότε διαφορετικός, δειλός, σκυφτός, αμίλητος. Το μόνο που τον ξεχώριζε ήταν η επιμονή του, δεν παράτησε τα μαθήματα παρά τις δυσκολίες. Μια μέρα ήρθε εκεί στην Αγορά μια ελληνοαμερικανίδα χορογράφος, η Δέσποινα-Σοφία Στάμος, και ρώτησε αν οι μετανάστες- μαθητές ενδιαφέρονταν να πάρουν μέρος σε μια χορογραφία που ετοίμαζε με θέμα το ταξίδι τους. Οι περισσότεροι επέδειξαν συστολή, ωστόσο επιμέναμε, κάποιοι βρέθηκαν να ξεθαρρέψουν και να δηλώσουν ενδιαφέρον. Ένας απ' αυτούς και ο Αφγανός χορευτής που με εξαιρετικό έλεγχο σηκώνει στα μπράτσα του αυτή τη στιγμή την παρτενέρ του. Είναι ένα κορίτσι από το συγκρότημα, ελληνίδα ή κάτι άλλο, πάντως τολμηρή, με χορευτικές κινήσεις που θα μπορούσαν να σοκάρουν τους συντηρητικούς Αφγανούς και τις γυναίκες τους. Κοιτάζω γύρω μου, βλέπω πρόσωπα λαμπερά, περήφανα, χειροκροτούν με μανία τον συμπατριώτη τους που άλλαξε τόσο εντυπωσιακά στα χρόνια της διαμονής του. Κι εγώ δεν θα τον γνώριζα αν δεν τον ήξερα τόσο καλά. Το σώμα του έχει δέσει, οι κινήσεις του έχουν έλεγχο και νόημα, το κεφάλι του σηκώνεται ψηλά. Είναι άλλος άνθρωπος. Αυτό θέλουν να κάνουν και οι άλλοι που τον παρακολουθούν με καμάρι και ζήλια. Να εξελιχτούν, να ζήσουν ολοκληρωμένα στην καινούργια χώρα. Να τους δοθεί η ευκαιρία. Καλές οι μουσικές της πατρίδας, και οι γιορτές, και οι αναμνήσεις της καταγωγής, όμως στο βάθος εκείνο που οδηγεί τους ανθρώπους σε τολμηρά ταξίδια και τόσες δυσκολίες στα μέρη όπου είναι ανεπιθύμητοι, είναι να διακριθούν στον κόσμο αυτό, τον δυτικό κόσμο των ελευθεριών, αυτόν που αφήνει την ελευθερία στους ανθρώπους να ξεδιπλώσουν τα ταλέντα τους, που αναγνωρίζει τη δυνατότητα να χειραφετηθείς σαν άτομο, να ξεχωρίσεις.
Μπορεί να είναι δύσκολα τα πράγματα για τις αφγανές γυναίκες στην Αθήνα, όμως το δηλητήριο της ατομικής ελευθερίας έχει ήδη μπει στις ζωές τους και τις έχει ξεσηκώσει. Ας φορούν τη μαντήλα μερικές, κι άλλες όχι, έχουν ήδη νιώσει τον πειρασμό της ελευθερίας. Αυτό είναι το μεγαλείο των χωρών που επέλεξαν να ζήσουν και να έρθουν με τόσα ρίσκα. Αυτή η πάλη, που θα κρατήσει μια ζωή, ανάμεσα στην καταγωγή και στην κατάκτηση της ατομικότητας. Αστράφτουν τα μάτια τους καθώς καμαρώνουν τον καλλιτέχνη και την καλλιτέχνιδα, κάθε τους μέρα θα είναι αγώνας να σταθούν στα πόδια τους και στην ελληνική κοινωνία, και στη δική τους.
Να το μάθημα που μου δίνει λοιπόν ο παλιός μαθητής μου. Είναι ο αριστούχος της τάξης αυτής που τον χειροκροτεί τώρα συγκλονισμένη. Τους έχει δώσει φτερά. Θυμούνται γιατί βρίσκονται εδώ πέρα. Θυμόμαστε κι εμείς, συνειδητοποιούμε ότι με όλα τα στραβά της η Ελλάδα είναι δυτική χώρα, υποχρεωμένη από τους νόμους της να σέβεται τις ελευθερίες, να τις προστατεύει. Και τις δίνει, τις παρέχει. Για τους ανθρώπους αυτούς είναι τόση σημαντική, είναι στ' αλήθεια η γη της επαγγελίας.
Δε βαστιέμαι, θα το πω κι αυτό, η εξαιρετική δουλειά με τους ηθοποιούς που δημιουργήθηκαν από την πρωτοβουλία της ελληνοαμερικανίδας χορογράφου πριν έξι- εφτά χρόνια, δεν θα είχε γίνει αν δεν υπήρχε η Αγορά, αν δεν είχε συμβεί εκείνη η φάση που κατάφερε να λειτουργήσει με αυτοδιαχείριση. Πολλοί τη συκοφάντησαν εκ των υστέρων, ειπώθηκαν σημεία και τέρατα από ανθρώπους με κύρος, οι οποίοι δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να το ψάξουν το πράγμα, ούτε να αναγνωρίσουν ότι μπορεί να είπαν υπερβολές. Ωστόσο για λίγα χρόνια στο χώρο αυτό έγιναν τέτοιες συναντήσεις ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν θα μπορούσαν να βρεθούν αλλού, όπως ήταν οι μετανάστες στην Ελλάδα και τα παιδιά Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική. Η όλη προσπάθεια ήταν να ξεπεραστεί η εκατέρωθεν δυσπιστία, να βρεθεί ένας τρόπος επαφής, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας ήταν το όχημα. Το θεωρώ άδικο για την υστεροφημία του εγχειρήματος να έχει επικρατήσει η εικόνα των ακραίων εκατέρωθεν. Ακόμα κι αν τέτοιες προσπάθειες δεν μπορούν να λειτουργήσουν για πολύν καιρό ανιδιοτελώς, δεν γίνεται να μην αναγνωρίζουμε το τι προσφέρουν στο λίγο καιρό που το καταφέρνουν.
Πέρσι ο Δήμος Αθηναίων παραχώρησε ξανά στην ομάδα των δασκάλων που έχουμε ονομάσει “Γέφυρες” δυο αίθουσες για μαθήματα ελληνικών. Για μια σχολική χρονιά λειτούργησαν ξανά με τον ίδιο τρόπο, σαν χώρος δυνατοτήτων. Δυνατότητα να συναντηθείς, να μάθεις κάτι, να δείξεις κάτι, να αναγνωρίσεις και να σε αναγνωρίσουν, να αποκτήσεις γνώσεις καλλιεργώντας σχέσεις εμπιστοσύνης. Για λίγους μήνες, ύστερα ο Δήμος ανακοίνωσε ότι το κτίριο θα ανακαινιστεί, τα μαζέψαμε και φύγαμε. Τι θα γίνει όταν ανακαινιστεί; Παιδική βιβλιοθήκη και λίγα μαγαζιά, λένε οι πληροφορίες.
Μαγαζιά στην Κυψέλη; Στη γειτονιά που έχει τόσα πολλά; Που είναι τα περισσότερα ξενοίκιαστα και μοιάζουν να τυλίγουν με φαντάσματα τους δρόμους; Μα έχουμε πήξει στα μαγαζιά! Ένας χώρος όμως όπως υπήρξε έστω και για λίγο η Αγορά δεν υπάρχει. Έστω, η πρόθεση για κάτι τέτοιο, που να γίνεται υποδομή.



Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

O Hansen και η Ελλάδα

Rethink Athens. Το σχέδιο πεζοδρόμησης της Πανεπιστημίου δεν θα χρηματοδοτηθεί τελικά. Θα πρέπει χωρίς λεφτά να ξανασκεφτούμε την Αθήνα, πράγμα δύσκολο. Στο κέντρο, στην περίφημη νεοκλασική τριλογία που θα αναδείκνυε το Rethink Athens, το κτίριο της Ακαδημίας εδώ και μήνες προστατεύεται από τα γκράφιτι και τις λοιπές εκδηλώσεις μίσους κατοίκων της πόλης με ένα πανό κατσαρής λαμαρίνας που ξεπερνά το ανθρώπινο ανάστημα. Οι μπογιές των συνθημάτων που έγραφαν στους τοίχους της απαιτούσαν όλο και βαθύτερο, όλο και πιο καταστροφικό καθάρισμα. Να κάτι που δεν θα μπορούσε να φανταστεί ο αρχιτέκτονας που τη σχεδίασε, ο Θεόφιλος Χάνσεν.
Στο ίδρυμα Θεοχαράκη έγινε από τον Οκτώβριο ως τον Ιανουάριο έκθεση σχεδίων του συγκεντρωμένων από ιδρύματα ευρωπαϊκών πόλεων όπου έζησε και εργάστηκε, η οποία θα μπορούσε να βοηθήσει να ξανασκεφτούμε την Αθήνα με λιγότερα μέσα. Έστω και χωρίς πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου. Να ξανασκεφτούμε ακόμα και την ανάγκη εντυπωσιακών παρεμβάσεων. Χωρίς αυτές, αναδεικνύοντας μόνο ό,τι υπάρχει ήδη επιτόπου, μπορούμε να σκεφτόμαστε;
Ο Θεόφιλος Χάνσεν υπήρξε ένας από τους διασημότερους αρχιτέκτονες της Ευρώπης. Ήταν Δανός αλλά εργάστηκε περισσότερο στη Βιέννη. Σπούδασε στην Κοπεγχάγη, ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη, βρέθηκε στην Αθήνα το 1838 και ξανασπούδασε, κατά κάποιον τρόπο, παρακολουθώντας τις ανασκαφές και το καθάρισμα της Ακρόπολης, περπατώντας συχνά στην πόλη και τα προάστειά της, μελετώντας τις αρχαιότητες και τις βυζαντινές εκκλησίες. Στην Αθήνα άρχισε και να διδάσκει, στο Σχολείο των Τεχνών. Ήταν Ευρωπαίος, όπως οι περισσότεροι αρχιτέκτονες της εποχής του που δεν αισθάνονταν ότι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν νέα κτίρια στις πόλεις τους αν δεν ταξίδευαν πρώτα νότια, αν δεν μελετούσαν τα ρωμαϊκά ερείπια και στη συνέχεια, ακόμα καλύτερα, τα ελληνικά. Το καθιερωμένο αυτό ταξίδι, συμπλήρωμα απαραίτητο σχεδόν στις σοβαρές αρχιτεκτονικές σπουδές τότε, δημιούργησε τις ευρωπαϊκές πόλεις όπως τις ξέρουμε, αλλά δημιούργησε και την Αθήνα. Μελετώντας στην πηγή των πηγών, την ολοκαίνουργια πρωτεύουσα του ολοκαίνουργιου κράτους, οι αρχιτέκτονες εμπνέονταν και σχεδίαζαν όχι μόνο τις περίφημες νεοκλασικές πόλεις, ή τις νεοκλασικές επεμβάσεις στο Μόναχο, στη Βιέννη, στο Βερολίνο, στο Παρίσι, σε κάθε πόλη της Ευρώπης, αλλά πρότειναν και για την Αθήνα το καινούργιο της πρόσωπο.
Rethink Athens. Να ξανασκεφτούμε την Αθήνα. Να τη σκεφτούμε σαν σημείο ενός δικτύου πόλεων στην Ευρώπη οι οποίες την ίδια ταραγμένη εποχή, που τα έθνη αναδύονται ως ενσάρκωση των δημοκρατικών ιδεωδών, ως ιδανικά πλαίσια ελευθερίας των πολιτών, πασχίζουν να φτιάξουν το πολιτικό τους πρόσωπο με βάση τη θεωρούμενη κοιτίδα της δημοκρατίας. Να τη σκεφτούμε σαν τον ιδανικό προορισμό φοιτητών που ταξίδευαν με δυσκολίες αλλά και ενθουσιασμό κι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθούν τη γέννηση μιας καινούργιας πόλης με αρχαίο όνομα. Πεζόδρομο ακριβοπληρωμένο από Άγγλους -Γάλλους -Πορτογάλους και λοιπούς λαούς της Ευρώπης δεν θα έχουμε. Ο προστατευτικός φράχτης από λαμαρίνα μπροστά στην Ακαδημία μπορεί να μείνει για πολύ, πολύ καιρό. Όπως και το μαυρισμένο ερείπιο του κινηματογράφου “Αττικού” ακριβώς από κάτω μπορεί να μείνει για πολύ καιρό ερείπιο. Τα ξέρουμε αυτά, αλλά δεν τα συζητάμε πολύ. Ωστόσο το ερώτημα έχει τεθεί: Υπάρχει ταύτιση των πολιτών με την πόλη; Έχουν υπόσταση τα κτίρια αυτά στα σύγχρονα πολιτικά οράματα; Τα βλέπει κανείς; Κάποιος άλλος εκτός απ' όσους μπανίζουν τα μάρμαρα των σκαλοπατιών που σπάνε εύκολα και γίνονται πυρομαχικά στις αψιμαχίες των δρόμων;
Ας την ξανασκεφτόμαστε την Αθήνα καθώς περνάμε ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο, έργο του Χριστιανού Χάνσεν, του μεγαλύτερου αδερφού, και την Ακαδημία, έργο του Θεόφιλου Χάνσεν, του μικρότερου αδερφού, ο οποίος σχεδίασε αργότερα και τη Βιβλιοθήκη. Εξάλλου πρόκειται για ιδρύματα που προάγουν τη σκέψη. Το γιατί δεν καταφέρνουν να ενσωματωθούν στη ζωή και την καθημερινότητα της πόλης, γιατί τα κοιτάμε μόνο σαν προσόψεις, γιατί δεν ανεβαίνουμε τα σκαλιά, δεν περνάμε το κατώφλι τους, θέλει πολλή σκέψη. Έχουν γεννηθεί τα τελευταία χρόνια κινήματα ξενάγησης, ας τα ονομάσουμε έτσι, εθελοντικές προσπάθειες εξοικείωσης με την πόλη και την ιστορία της, που θα μπορούσαν, αν απλωθούν, ν' αλλάξουν το βλέμμα πολλών αθηναίων, και σταδιακά την ίδια την πόλη.
Τα σχέδια που εκτέθηκαν στην έκθεση του ιδρύματος Θεοχαράκη για τον Θεόφιλο Χάνσεν βοηθούν πολύ, όπως και η έκθεση που είχε γίνει πριν μερικά χρόνια στην Εθνική Πινακοθήκη με τα σχέδια του Τσίλερ. Μαθαίνοντας τη ζωή, την πορεία, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες των ανθρώπων που σχεδίασαν και ξεκίνησαν να φτιάχνουν την καινούργια Αθήνα ίσως μπορέσουμε να την ξανασκεφτούμε καλύτερα. Μπορούμε να φανταστούμε τον εικοσιπεντάχρονο αρχιτέκτονα να ξεκινά από την πατρίδα του, όπου είχε ήδη εργαστεί ως τεχνίτης οικοδόμος κατά τη διάρκεια των σπουδών του, με αρκετά βραβεία αλλά χωρίς τη μεγάλη υποτροφία που θα του επέτρεπε να ταξιδέψει όπως ήθελε μέχρι την Αθήνα. Για πέντε μήνες περιόδευε στις πόλεις της Γερμανίας, όπου ο νεοκλασικισμός ήταν η τελευταία λέξη της πρωτοπορίας, κι ύστερα κατάφερε να φύγει νοτιότερα, στην Ιταλία, στη Βερόνα και τη Βενετία. Δεν κατέβηκε στη Ρώμη, όπως συνηθιζόταν. Από την Τεργέστη πήρε το πλοίο για τον Πειραιά, να συναντήσει στην Αθήνα τον αδερφό του Χριστιανό, ο οποίος ήταν εδώ αρχιτέκτονας της βασιλικής αυλής. Έκανε δηλαδή τη σωστή χρονολογικά πορεία, πρώτα στην Αθήνα, ύστερα στη Ρώμη, όπως παρατηρούν οι επιμελητές της έκθεσης Γιώργος Πανέτσος και Μαριλένα Κασιμάτη στο εισαγωγικό κείμενο του καταλόγου.
Για λίγα χρόνια αυτός ο πολύ εργατικός άνθρωπος, ο οποίος πριν σπουδάσει αρχιτεκτονική είχε μάθει τεχνική οικοδομών και είχε άδεια χτίστη, που στη ζωή του σχεδίασε άπειρα φιλόδοξα σχέδια και επέβλεψε την ανέγερση πολλών απ' αυτά, έμεινε στην Αθήνα παρακολουθώντας απλώς τις εργασίες στην Ακρόπολη. Σχεδίασε τον Παρθενώνα με το τζαμί που είχαν χτίσει μέσα μετά τον βομβαρδισμό του Μοροζίνη, πολλές αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες και γλυπτά, αλλά και πανοράματα της Αττικής. Μελέτησε βυζαντινές εκκλησίες, επισκέφτηκε τη μονή Οσίου Λουκά , τη σχεδίασε κι αυτή. Οι πρώτες παραγγελίες που πήρε ήταν το Αστεροσκοπείο που αποφάσισε να δωρήσει ο βαρώνος Σίνας στο ελληνικό κράτος και το ιδιωτικό μέγαρο Δημητρίου στην τότε πλατεία Ανακτόρων. Η πλατεία ονομάστηκε “Συντάγματος” λίγο αργότερα, το μέγαρο Δημητρίου κατεδαφίστηκε για να μεγαλώσει και είναι το γνωστό ξενοδοχείο “Μεγάλη Βρετανία”, μόνο το Αστεροσκοπείο μένει ολόιδιο στο λόφο των Νυμφών και δεσπόζει με το παράξενο σχήμα του στο τοπίο γύρω από την Ακρόπολη. Θυμίζει λίγο εκκλησία, με τον τρούλο του, αλλά και αρχαίο ναό, με τις κολώνες, τα αετώματα του, και τις διακοσμητικές λεπτομέρειες που αναπαράγουν αρχαία μοτίβα. Ας πούμε ότι προτείνεται κάπως σαν ναός της επιστήμης, προς την οποία θα στρεφόταν το νέο κράτος βγαίνοντας από την οθωμανική άγνοια και οπισθοδρόμηση.
Με το Σύνταγμα του 1843 οι ξένοι υπήκοοι δεν μπορούσαν να εργάζονται σε δημόσιες θέσεις. Ο Χριστιανός και ο Θεόφιλος Χάνσεν έφυγαν από τις θέσεις του στην αυλή και στο Σχολείο των Τεχνών, ο Σάουμπερτ επίσης. Ο Θεόφιλος έπρεπε να εγκαταλείψει και τα σχέδια της Μητρόπολης που είχε κάνει. Πήγε στη Βιέννη, όπου μια άλλη νέα πόλη γεννιόταν, η αυτοκρατορική πρωτεύουσα του Φραγκίσκου Ιωσήφ, ο οποίος αποφάσισε ότι καλώς είχαν γκρεμιστεί τα τείχη της στους Ναπολεόντειους πολέμους, θα έπεφταν όλα και στη θέση τους να γινόταν η περιφερειακή οδός, η ωραία και επιβλητική Ringstrasse. Ο Χάνσεν έκανε προτάσεις για πολλά κτίρια και ανέλαβε το Κοινοβούλιο, το Χρηματιστήριο και διάφορα ιδιωτικά μέγαρα αστών που εγκαθίσταντο μεγαλοπρεπώς στην ανοιχτή πόλη. Έχτισε στη Βιέννη σε όλα τα ιστορικά στυλ, μεταφράζοντας τα στο δικό του τρόπο που είχε να ερμηνεύει την εποχή του: κλασικό, αναγεννησιακό, μεσαιωνικό, ακόμα και βυζαντινό. Ο επισκέπτης της πόλης δύσκολα συνειδητοποιεί ότι το Μουσείο των Όπλων που θυμίζει το βενετσιάνικο Αρσενάλε, η ελληνική εκκλησία της Αγίας Τριάδας, ένα μικρό βυζαντινό κομψοτέχνημα στην καρδιά της πόλης, το αναγεννησιακό Χρηματιστήριο και το Κοινοβούλιο που μοιάζει με αρχαίο ελληνικό συγκρότημα είναι σχεδιασμένα από το χέρι του ίδιου αρχιτέκτονα. Η πρώτη εντύπωση είναι πως ο αρχιτέκτονας επαναλαμβάνει παλιότερα στυλ προσφέροντας στα νέα κράτη τα χαρακτηριστικά της ταυτότητας που αναζητούν. Για την αυτοκρατορική Αυστρία η ιδέα αυτή περιλαμβάνει τα πάντα. Όμως το σύγχρονο βλέμμα μας, συνηθισμένο στο ριζοσπαστικό μοντέρνο, εμποδίζει να διακρίνουμε τον μοντέρνο για την εποχή του τρόπο με τον οποίο μεταχειρίστηκε ο Χάνσεν τα στοιχεία της αρχαιότητας, και των υπολοίπων ιστορικών περιόδων.
Η Αθηναϊκή τριλογία περιλαμβάνει μια πλήρη τέτοια πρόταση. Κλασική Ελλάδα με αναγεννησιακά στοιχεία δίπλα στο βυζαντινό Οφθαλμιατρείο και στη Μητρόπολη που δεν έγινε ποτέ, αλλά είχε ένα βλέμμα ανανέωσης του βυζαντινού ρυθμού με στροφή προς το κλασικό και μια ανεπαίσθητη πινελιά γοτθικότητας. Τη σχεδιάζει το 1856 και ξεκινά τη μελέτη της Ακαδημίας με χορηγία του Σίμωνος Σίνα. Η κατασκευή αρχίζει το 1859 με διευθυντή έργου τον μαθητή του Τσίλερ, ο οποίος θα εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Η ανέγερσή της έχει αποτυπωθεί φωτογραφικά, οι δυο αρχιτέκτονες διακρίνονται στο εργοτάξιο. Στο κτίριο αυτό αποτύπωσε τις θεωρίες του περί πολυχρωμίας, ένα θέμα που ξεσήκωνε τότε μεγάλες συζητήσεις ανάμεσα σε αρχαιολόγους και αρχιτέκτονες. Χρησιμοποίησε στοιχεία του Ερεχθείου και του ναού της Αθηνάς Νίκης. Λένε πολλοί πως είναι το ωραιότερο νεοκλασικό κτίριο του κόσμου, κι αν σκεφτείτε πόσα υπάρχουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, δεν είναι μικρό πράγμα ακόμα και ο ισχυρισμός για κάτι τέτοιο. Ίσως να είναι και το πιο κλειστό του κόσμου, κλειστό στο κοινό και στην πόλη, αλλά αυτό δεν έχει μετρηθεί ακόμα.
Η Βιβλιοθήκη σχεδιάστηκε το 1885 και το Ζάππειο το 1880. Την κατασκευή τους επέβλεπε ο Τσίλερ, καθώς ο Χάνσεν εργαζόταν πια κυρίως στη Βιέννη. Ήταν και διευθυντής εκεί στο τμήμα Αρχιτεκτονικής της Ακαδημίας Καλών τεχνών, κι οι μαθητές του έγιναν αργότερα οι σχεδιαστές των κτιρίων κοινωνικής κατοικίας της “κόκκινης Βιέννης”, πράγμα που επίσης δύσκολα φαντάζεται ο σημερινός επισκέπτης της πόλης αν δεν διαβάσει κάπου όλες αυτές τις ιστορίες.
Στον τόμο που εξέδωσε το ίδρυμα Θεοχαράκη για την έκθεση Χάνσεν μπορεί κανείς να βρει αυτές και άλλες πολλές ιστορίες, να σκεφτεί ξανά την Αθήνα, να αναλογιστεί πάνω στο μέγα μυστήριο της σχέσης της με τους κατοίκους της. Ίσως ακόμα και να ονειρευτεί το πιο απλό και τολμηρό σχέδιο, καθημερινές ξεναγήσεις στο κτίριο της Ακαδημίας, το Ζάππειο, το Αστεροσκοπείο από αρχιτέκτονες (και δυνατότητα επίσκεψης σε μαγαζάκι με σουβενίρ εν συνεχεία, με δυνατότητα κατανάλωσης καφέ) Περνάμε καθημερινά δίπλα από θησαυρούς και πρέπει ο καθένας ατομικά να αποφασίσει αν τον αφορά η ομορφιά τους, η πρόταση τους, οι ιδέες τους και οι μορφές τους, ή όχι.



Η αρχιτεκτονική του Θεοφίλου Χάνσεν (1813- 1891)
Hellenische Renaissance
The Architecture of Theophil Hansen

κατάλογος της έκθεσης, επιμέλεια Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη, Γεώργιος Α. Πανέτσος
Ίδρυμα Εικαστικών τεχνών και Μουσικής Β & Μ Θεοχαράκη


Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Κούντου λούνα βίνι, τραγουδάν οι βλάχοι

Στη βρυση τη βουνισια, στην είσοδο του Συρράκου

Ένα λόγιο χωριό
Τον περασμένο Ιούλιο επισκέφτηκα το Συρράκο μαζί με δυο κοινωνιολόγους που πριν τριάντα χρόνια  είχαν κάνει εκεί μια έρευνα. Σπάνια ευκαιρία, να ξαναβλέπεις ένα χωριό που μελέτησες επιστημονικά σε μια διαφορετική εποχή και με διαφορετική οπτική. Μεγάλες αλλαγές είχαν γίνει στο μεσοδιάστημα, στο τοπίο και τους ανθρώπους, ίσως και στους ίδιους τους παρατηρητές, όπως παραδέχτηκαν οι ίδιοι μιλώντας στο συνέδριο, που τους είχαν καλέσει, το οποίο γινόταν για «Τα 100 χρόνια ελεύθερου βίου της περιοχής».
Πριν τριάντα χρόνια η ομάδα των κοινωνιολόγων αναζητούσε ένα χωριό κτηνοτρόφων στο οποίο θα μελετούσε τις επιπτώσεις των αλλαγών του τρόπου παραγωγής, από τους παραδοσιακούς στους σύγχρονους. Επέλεξαν το Συρράκο ίσως απλώς επειδή το είδαν. Το θέαμα του χωριού καθώς το πλησιάζεις, τα πέτρινα σπίτια  πάνω στην πλαγιά του βουνού,  εντυπωσιάζει βαθιά. Ή μπορεί να το είχαν ακουστά με κάποιο τρόπο, γιατί δεν είναι άσημο χωριό που περιμένει τον επισκέπτη να το ανακαλύψει. Το όνομα του είναι γνωστό από τον Κωλέττη, τον Κρυστάλλη και τον Ζαλοκώστα, που κατάγονταν από εκεί, τα έργα και την ιστορία τους.
Για τρία καλοκαίρια τα μέλη της ομάδας έμειναν στο χωριό μελετώντας έναν τρόπο ζωής που ήδη έσβηνε: τον τρόπο ζωής που βασιζόταν στην περιοδική μετακίνηση. Κάθε χειμώνα όλοι οι κάτοικοι του χωριού κατέβαιναν στα χειμαδιά του κάμπου με τα κοπάδια τους, για έξι μήνες. Μόνο ένας άνθρωπος, ο φύλακας, έμενε στο ορεινό, 1100 μέτρα υψόμετρο, χωριό. Το χιόνι μπορούσε να τον αποκλείσει για μήνες. Ο πληθυσμός επέστρεφε το θερινό εξάμηνο. Το σχολείο λειτουργούσε ανάποδα, έκλεινε τους κρύους μήνες του χειμώνα κι άνοιγε το καλοκαίρι. Τα παιδιά έμεναν λίγο περισσότερο στο χωριό,  πριν και μετά την αναχώρηση των γονιών τους, για να μπορούν να συμπληρώνουν το σχολικό έτος. Τους μήνες που οι γονείς έλειπαν, έμεναν σε ένα οικοτροφείο, το οποίο φιλοξενούσε και μαθητές των γειτονικών χωριών όταν υπήρχε ανάγκη.
 Όλα ήταν παράξενα στο Συρράκο, όλες οι συνήθειες που πρόλαβαν οι ερευνητές  να καταγράψουν πριν χαθούν εντελώς. Η καταγραφή  αφορούσε μια χρονική περίοδο, τη δεύτερη ή τρίτη φάση της ιστορίας του χωριού. Οι προηγούμενες φάσεις ωστόσο δεν είχαν περάσει στη λήθη. Το Συρράκο δεν ήταν πάντα έτσι, χωριό αποκλειστικά νομάδων, που ζωντάνευε το καλοκαίρι και έπεφτε σε νάρκη το χειμώνα. Όπως μαρτυρούν τα λαμπρά πέτρινα σπίτια, είχε υπάρξει κάποια άλλη εποχή έδρα εμπόρων με οικονομικές διασυνδέσεις μέχρι και τη Βενετία, μέχρι και την Τεργέστη, καθώς έδρα τεχνιτών. «Ραφτάδες» ονομάζονταν συλλήβδην όλοι αυτοί οι αστοί, ας τους πούμε αστούς, οι οποίοι συνεργάζονταν, αλλά και συγκρούονταν διαρκώς με τους κτηνοτρόφους. Για την εξυπηρέτηση των δραστηριοτήτων τους υπήρχε το πλούσιο δίκτυο μουλαρόδρομων και βοηθητικών μονοπατιών τα απομεινάρια του οποίου σήμερα επισκέπτονται  τουρίστες από όλο τον κόσμο για να γνωρίσουν τις ομορφιές του βουνού. Τα ταξίδια των εμπόρων που έχει περιγράψει ο Νίκος Θέμελης στο βιβλίο του Η Αναζήτηση, με τα καραβάνια μουλαριών που περνούν από τα βουνά για να ταξιδέψουν σε πόλεις της Ρωσίας και της Ευρώπης, θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί και για το Συρράκο. Ωστόσο οι «ραφτάδες» εγκατέλειψαν το χωριό σταδιακά, για να εγκατασταθούν σε μέρη πιο πρόσφορα για τις δουλειές τους και τον τρόπο ζωής τους, ειδικά μετά την απελευθέρωση.
Το Συρράκο υπήρξε δηλαδή λόγιο χωριό από την εποχή της Επανάστασης.  
Από τους τρεις διάσημους άνδρες του περισσότερη φήμη του έδωσε, πιστεύω, ο ανίσχυρος πολιτικά Κώστας Κρυστάλλης, ο οποίος πρόλαβε να γράψει πολλά βουκολικά δημοτικοφανή ποιήματα μέχρι τα 26 του χρόνια, που πέθανε, ώστε να το αναδείξει σε ένα είδος νέας Αρκαδίας. Η ζωή του κτηνοτρόφου τραγουδήθηκε πιο ρομαντικά από ποτέ, σε μια εποχή που οι Έλληνες βιάζονταν υπερβολικά να ξεχάσουν τα χωριά τους.
In Arcadia ego
Το καμπαναριό στην εκκλησία της πλατείας
Ο ποιητής αυτός, που έχει σήμερα μάλλον ξεχαστεί, είχε μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό, τουλάχιστον για τις γενιές μέχρι τον πόλεμο. Στο Συρράκο θα βρείτε το σπίτι του συντηρημένο και ανοιχτό σαν Λαογραφικό Μουσείο, προτομή και ανδριάντα του, και μια αίθουσα συγκεντρώσεων με το όνομα του, στην οποία γινόταν και το συνέδριο για  τα 100 χρόνια ελεύθερου βίου των περιοχών του Δήμου Δυτικά των Χρούσια - Καλαρρύτικου – Αράχθου.
 Οι ερευνητές του ΕΚΚΕ βρήκαν το χωριό αλλαγμένο με πολλούς τρόπους. Το σχολείο του, ένα επιβλητικό τριώροφο που δεσπόζει στα άλλα σπίτια, έχει γίνει ξενώνας. Οι οικογένειες δεν μένουν εδώ και πολύν καιρό πια στο Συρράκο, έχουν όλες εγκατασταθεί στα παλιά χειμαδιά τους, σε πεδινές πόλεις, κι έρχονται μόνο για διακοπές. Το παλιό Οικοτροφείο, στο οποίο οι ίδιοι ερευνητές είχαν μείνει  στη δεκαετία του 80, χωρίς τρεχούμενο νερό και άλλες ανέσεις, έγινε ξενώνας κι αυτό. Τα σπίτια είναι ανακαινισμένα, τα καλντερίμια και οι δημόσιοι χώροι επίσης. Είναι πολύ εντυπωσιακά διατηρημένο, για ένα χωριό που δεν έχει στην ουσία μόνιμους κατοίκους. Πολύ λίγα κάποτε όμορφα ορεινά χωριά είναι σε τόσο καλή κατάσταση, και μάλιστα χωρίς αρκετό τουρισμό.
Καινούργιες πέτρες έχουν μπει σε βρύσες και σε τοιχία στήριξης. Και το γύρω κατάξερο τοπίο έχει πάρει να πρασινίζει. Είναι φυσικό. Δεν υπάρχουν πια πολλοί κτηνοτρόφοι με πρόβατα και γίδια να τρώνε ότι πράσινο βλαστάρι βρουν. Μόνο ένας έχει απομείνει με τέτοια κοπάδια. Καναδυό πήραν γελάδες, οι περισσότεροι νοικιάζουν τους βοσκότοπους. Το χωριό μεγάλωσε, νέα σπίτια έχουν κτιστεί, όλα με πέτρα, ίσως όχι με άψογα παραδοσιακά σχέδια, πέτρινα πάντως.  Στην ανακαινισμένη πλατεία όμως μαζεύεται λιγότερος κόσμος. Κι αυτός ο κόσμος ανεβαίνει στο χωριό μόνο για λίγες μέρες το καλοκαίρι, κάθε χρόνο και λιγότερες. Σπάνια πια θα πετύχεις παρέες γέρων να μιλάνε βλάχικα μεταξύ τους, η γλώσσα ξεχνιέται σιγά- σιγά.
Το χειμώνα πάλι το χωριό αδειάζει, κι ακόμα μένει εκεί ένας φύλακας. Του κρατά τώρα συντροφιά και η ταβερνιάρισα και ξενοδόχος του «Σταυραετού», που κρατάει ανοιχτά ξενώνα και μαγαζί όλο το χρόνο. Υπάρχει τουρισμός, αλλά όχι τόσος που θα μπορούσε να κρατήσει περισσότερο κόσμο στο χωριό. Ίσως το μέλλον να βρίσκεται στον τουρισμό, στον παραθερισμό, κάποια λύση να βρεθεί για να μην εγκαταλειφθούν ξανά αυτά τα ανακαινισμένα σπίτια, να μην πάει χαμένη όλη αυτή η προσπάθεια αναβίωσης. Η ίδια η ιστορία του χωριού, το υπόδειγμα ενός μικρόκοσμου που προσφέρει, θα μπορούσε, ιδανικά, να συνεχίσει να είναι αντικείμενο μελέτης, να διατηρηθεί ως αντικείμενο μελέτης.

Σαλόνι ενός απο τα σπίτια των ραφτάδων που έχει γίνει μουσείο
(Μουσείο Ερμηνείας Φωτιάδου)
Δυσκολίες προσαρμογής
Έρημο λοιπόν το χωριό το χειμώνα, δύσκολα θα κατοικηθεί ξανά, δύσκολα θα ζωντανέψει. Όπως σε όλη την Ευρώπη, οι νομάδες σταμάτησαν την περιοδική κίνηση, εγκαταστάθηκαν κατά προτίμηση στα πιο εύκολα μέρη, στους κάμπους. Καθώς το συνέδριο με θέμα το Συρράκο πλησίαζε στο τέλος του, κι ενώ είχε ολοκληρωθεί πολύ ζωντανά και λεπτομερειακά η εικόνα του παρελθόντος, κι είχαμε απογειωθεί στα φτερά του τραγουδισμένου σταυραετού,  η προτελευταία ομιλήτρια, η Ελευθερία Γκαρτζονίκα, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών- Σχολική Σύμβουλος Φυσικής Αγωγής),ανέλαβε να μας προσγειώσει αφήνοντας τις κορφές και τις αετοφωλιές που στα σημερινά μάτια είναι αδύνατον να απεκδυθούν του ποιητικού ρομαντισμού τους. Μας κατέβασε στον κάμπο, στα χειμαδιά που δεν είναι πια απλώς χειμαδιά αλλά μόνιμες κατοικίες, στην περίοδο προσαρμογής όπως τη βίωσαν οι σύγχρονοι μας. Η εγκατάσταση έγινε στο περιθώριο των πόλεων, σε γειτονιές που τις περιέγραψε γλαφυρά, σε καλύβες στην αρχή, τις παλιές κτηνοτροφικές καλύβες, χειροποίητα σπίτια στη συνέχεια, πέρα κι από τους γυφτομαχαλάδες ενίοτε. Εκεί τις πρώτες δεκαετίες της σταδιακής  μετανάστευσης οι Βλάχοι του Συρράκου αντιμετώπισαν την εχθρότητα και το ρατσισμό των σταθερών κατοίκων σε κάθε έκφανση της ζωής τους. Πιο σκληρά ήταν τα παιδιά για τα παιδιά, η ζωή στο σχολείο ήταν για καιρό πολύ δύσκολη και τραυματική, αλλά και οι μεγάλοι των μικρών πόλεων γύρω από τον Αμβρακικό αντιστάθηκαν σθεναρά στην προσπάθεια των Βλάχων για ενσωμάτωση. Η οποία γινόταν παράλληλα με την παράλληλη προσπάθεια τους να μην αλλοιωθεί εντελώς η πολιτιστική τους κληρονομιά, να διατηρηθούν κάποιες γιορτές, κάποια έθιμα, κάποια στοιχεία προέλευσης.

Το Συρράκο όπως φαίνεται απο το δρόμο
O θάνατος της γλώσσας
Τελευταία ομιλήτρια στο συνέδριο ήταν η νεαρότερη, η Μαρία Μαγκλάρα, υποψήφια διδάκτωρ Κοινωνιογλωσσολογίας. Το θέμα της ήταν μια έρευνα που είχε κάνει σε βλαχόφωνους πληθυσμούς στην περιοχή της Φιλιππιάδας και του Κάμπου για το επίπεδο γνώσεων τους στη βλάχικη γλώσσα. Είχε χωρίσει τους 24 ομιλητές που πήραν μέρος στην έρευνα της σε τρεις ηλικιακές ομάδες, με τη μεγαλύτερη, ηλικίας 50 και άνω, φυσικά να διαθέτει τους πιο επαρκείς ομιλητές της βλάχικης, την μεσαία, των ηλικιών 30-50, με πολύ μικρότερες ικανότητες, και τη νεώτερη, την κάτω των 30, με ανθρώπους που γνωρίζουν μόνο κάποιες λέξης, αλλά δεν καταλαβαίνουν ούτε μια απλή συζήτηση στα βλάχικα. Δεν είχε μπορέσει να βρει νέους κάτω των 30 χρονών που να μπορούν να επικοινωνήσουν στοιχειωδώς στη γλώσσα.  Η έρευνα της επικεντρώθηκε στη παραγωγική μορφολογία, δηλαδή το γλωσσικό μηχανισμό που ελέγχει την παραγωγή  λέξεων, και βέβαια τα συμπεράσματα της ήταν ότι η γλώσσα χάνει τους παραγωγικούς της μηχανισμούς και συρρικνώνεται.
Το συμπέρασμα της έρευνας ήταν κάτι που το ακροατήριο γνώριζε εκ πείρας: οι ομιλητές των βλάχικων λιγοστεύουν, οι μεγάλοι δεν μαθαίνουν τη γλώσσα στα παιδιά τους, ακόμα και οι ίδιοι την ξεχνούν σιγά- σιγά. Πιο πολύ ενδιαφέρον είχε η παράθεση των επιχειρημάτων υπέρ της προσπάθειας να μην αφήνονται οι γλώσσες να χάνονται. Μετά από αρκετές γενιές που προσπάθησαν συστηματικά να ξεχάσουν τη γλώσσα που μιλούσαν στο σπίτι, αν ήταν διαφορετική από την επίσημη, που διδάχτηκαν στο σχολείο ότι έτσι έπρεπε να κάνουν, κι αφού τέλος πάντων η προσπάθεια απέφερε καρπούς, και τα σημερινά παιδιά δεν καταλαβαίνουν γρυ βλάχικα, κι ούτε έχουν ευκαιρίες να τ’ ακούσουν κάπου δημόσια, ήταν μια στιγμή ανατροπής να ακούγεται στο βήμα της αίθουσας «Κώστας Κρυστάλλης», από  μια νεαρή επιστήμονα η τόσο θετική άποψη για τη γλώσσα αυτή «του σπιτιού» που τελούσε υπό περιφρόνηση αν όχι υπό δίωξη.  
Τα πράγματα έχουν αλλάξει από την εποχή που τα ευρωπαϊκά κράτη επεδίωκαν να εξαφανίσουν τις τοπικές γλώσσες και η ύπαρξη τους ήταν απειλή ύπαρξης μειονότητας που θα μπορούσε να προκαλέσει πολέμους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κάνει συστάσεις για τη διατήρηση των περιφερειακών και λιγότερο ομιλούμενων γλωσσών τις οποίες θεωρεί «άυλη πολιτιστική κληρονομιά». Όπως είπε και η Μ. Μαγκλάρα, πολλές  κοινωνιογλωσσικές και ανθρωπολογικές μελέτες σε διάφορες γλώσσες στον κόσμο έχουν δείξει ότι η κάθε γλώσσα διατέμνει τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο. «Αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο σε μεγάλο βαθμό μέσα από τη γλώσσα που μιλάμε. Κάθε γλώσσα είναι ένας πολιτισμικός πλούτος που αποτυπώνει και δείχνει και διαφορετική οπτική του κόσμου και η απώλειά της είναι απώλεια πολιτισμική»
Το πιο βιωματικό επιχείρημα της ήταν η δική της σχέση με τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Τα βλάχικα είναι γλώσσα λατινογενής, οπότε όποιος τα μιλάει μπορεί να μάθει εύκολα όλες τις λατινογενείς γλώσσες. Η ίδια έμαθε με ευκολία γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά χάρις στη μητρική της γλώσσα. Πέρα από αυτό το χρησιμοθηρικό επιχείρημα, κατέθεσε τις απόψεις της ψυχογλωσσολογίας που υποστηρίζουν ότι η διγλωσσία βοηθάει την ανάπτυξη της γλωσσικής δημιουργικής ικανότητας, και τα συμπεράσματα μελετητών που παρατήρησαν ότι  τα δίγλωσσα παιδιά έχουν μεγαλύτερη ικανότητα να αναλύσουν τις γλωσσικές πληροφορίες και μπορούν να αντιληφθούν καλύτερα κάποιες πτυχές της διαπροσωπικής επικοινωνίας. Ενώ οι παλιότερες αντιλήψεις θεωρούσαν πως η διγλωσσία από μικρή ηλικία ήταν παράγοντας κακών σχολικών επιδόσεων και κοινωνικής στασιμότητας, (χρησιμοποιούνταν μάλιστα οι όροι ‘mental confusion’και  ‘language handicap’, δηλαδή διανοητική σύγχυση και γλωσσική υστέρηση) υπάρχουν συμπεράσματα  προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση: στα παιδιά που μαθαίνουν καλά δύο ή περισσότερες γλώσσες φαίνεται να ενεργοποιούνται πτυχές στον εγκέφαλο που στην περίπτωση  της μονογλωσσίας παραμένουν μη ενεργοποιημένες.
.
Προσωπικά αναρωτιόμουν κατά πόσον οι σημερινές έρευνες σε δίγλωσσα παιδιά αντιμετωπίζουν και νοοτροπίες διαφορετικές από τις παλιότερες, τότε που το να μιλάς διαλέκτους ή γλώσσες διαφορετικές από την κυρίαρχη επέφερε κοινωνική περιφρόνηση και απομόνωση, πράγματα που από μόνα τους δημιουργούν και γλωσσική υστέρηση και διανοητική σύγχυση.
Δεν ξέρω αν στο ακροατήριο υπήρχαν νεαρές μητέρες που πείστηκαν να χρησιμοποιήσουν με τα παιδιά τους τη βλάχικη γλώσσα την οποία ίσως είχαν μάθει στο σπίτι τους. Ίσως να είναι πολύ αργά για τις δυνατότητες της γλώσσας να επιβιώσει.  Άλλες ανησυχίες εκδηλώθηκαν στο ακροατήριο. «Είναι τα βλάχικα ίδια γλώσσα με τα ρουμάνικα» θέλησε να μάθει κάποιος από το κοινό, ίσως για να μπορέσει να εκτιμήσει ελεύθερα, χωρίς το φόβο ότι θα γινόταν αντικείμενο ρουμάνικης προπαγάνδας όπως είχαν γίνει οι Βλάχοι πριν 100 περίπου χρόνια,  την πολυγλωσσία του. Η Μ. Μαγκλάρα τον βεβαίωσε πως δεν είναι ίδιες οι δυο γλώσσες, τα βλάχικα έχουν πολύ περισσότερες λέξεις που προέρχονται από τα ελληνικά και τα ρουμάνικα λέξεις από τις σλαβικές γλώσσες.  Δεν ξέρω αν τον καθησύχασε. Θαύμασα τη σταθερότητα που έχει η ίδια κερδίσει χάρις στη γνώση και τις αναζητήσεις της, την κατάληξη της εισήγησης της, που ακόμα κι αν δεν άλλαξε τις νοοτροπίες σίγουρα φώτισε διαφορετικά την ίδια την ιστορία των ανθρώπων που την άκουγαν.
«Η γλώσσα φέρνει μέσα από τους αιώνες τη λαϊκή σοφία, τον τρόπο αντίληψης του κόσμου, τον τρόπο ζωής των προηγούμενων γενεών, την πορεία τους μέσα στο χρόνο, κατέληξε.  Δεν μπορώ λοιπόν να φανταστώ πώς θα μπορούσα να μην γνωρίζω τη γλώσσα ή μια από τη γλώσσες που μιλούσαν οι προγονοί μου και που μεταφέρθηκε μέσα από τα στόματα των γονιών μου, του Γιώργου και της Λαμπρινής, σε εμένα.  Θα  ήταν σα να σπάει ένας συνδετικός κρίκος της αντίληψης και της  παρουσίας μου στον κόσμο.»
Η Μαρία Μαγκλάρα με τους γονείς της στην πλατεία 
Γνώρισα τους γονείς της Μαρίας, το Γιώργο και τη Λαμπρινή, μόλις το συνέδριο τέλειωσε και βγήκαμε στην πλατεία. Μου είπαν ότι μιλούν βλάχικα μεταξύ τους, αφού κι οι δύο ήταν Συρρακιώτες, έτσι και η κόρη τους μεγάλωσε με τη γλώσσα αυτή. Ο πατέρας ξυλουργός, με δάχτυλα να λείπουν από το δεξί χέρι, η μητέρα μια λιπόσαρκη γυναίκα που είπε χαμογελώντας: «Είχα κάτι να πω κι εγώ μετά την ομιλία, αλλά φοβήθηκα ότι δεν θα το έλεγα σωστά..»
-Έπρεπε να το πεις στα βλάχικα, της είπε η κόρη της. Οι πιο πολλοί καταλάβαιναν εκεί μέσα, κι εγώ θα το μετέφραζα για τους υπόλοιπους!
Χαμήλωσε τα μάτια γελαστά η κυρία Λαμπρινή, χωρίς να πιστεύει ακόμα ότι οι γνώσεις της κόρης της έχουν ανοίξει τέτοιους ορίζοντες δικαίωσης και αξιοπρέπειας. Την επόμενη φορά ίσως.
Όταν βγήκε το φεγγάρι (κουντου λούνα βίνι)
Το ίδιο βράδυ πήγαμε επίσκεψη σε μια παλιά γνωριμία των κοινωνιολόγων, στο σπίτι που έχτισε σχεδόν μόνος του πάνω στα ερείπια του πατρικού του, ένας συνταξιούχος καθηγητής σε ΤΕΙ. Η ηλικία του είναι κοντά στα εξήντα, είχε προλάβει τη λειτουργία του σχολείου και του Οικοτροφείου. Καθίσαμε στη φεγγαράδα της αυλής του κι ακούγαμε τον ήχο του Καλαρρύτικου που έτρεχε στο βάθος της χαράδρας.. Μιλώντας έπιασε να μας περιγράφει αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια.
«Εμείς μέναμε στο Οικοτροφείο από τον Οκτώβρη που κατέβαιναν οι γονείς με τα ζώα στην Πρέβεζα, μέχρι τα Χριστούγεννα που κατεβαίναμε κι εμείς να τους βρούμε. Να σας πω πώς έφευγα από το σπίτι. Έφτιαχνε η μάνα μου ένα στρώμα με φύλλα. Μάζευε τα φύλλα, το έραβε, και γινόταν το στρώμα. Το τίναζε, το δίπλωνε, ετοίμαζε κι ένα κασελάκι με τα πράγματά μου. Το Οικοτροφείο ήταν μικρό, τα στρώματα μπαίνανε στη σειρά, το ένα δίπλα στ’ άλλο, δεν είχε χώρο για τίποτε άλλο. Ένα –ένα έρχονταν τα παιδιά. Έφευγαν μία- μία οι οικογένειες, μεγάλωνε η σειρά με τα στρώματα. Το καλοκαίρι, που γυρνούσαν μία- μία οι οικογένειες, μίκραινε σιγά-σιγά η σειρά.
Το σχολείο ήταν αυστηρό, οι τιμωρίες έπεφταν βροχή. Ο δάσκαλος είχε μια βίτσα κι έδινε μια βιτσιά για κάθε λάθος που έκανες. Κατέγραφε τα λάθη της ημέρας και τις έδινε στο τέλος μαζεμένες τις βιτσιές. Εγώ ήμουν καλός μαθητής, δεν έτρωγα πολύ ξύλο. Οι πιο πολλές που έφαγα ποτέ ήταν δώδεκα, επειδή είχα κλίνει λάθος τη λέξη «πλημμύρα». Η πλημμύρα, της πλημμύρης είχα πει, το είχα μπερδέψει με τη θάλασσα. Η θάλασσα της θαλάσσης. Δεν ξέραμε και καλά ελληνικά βλέπεις. Α, βλάχικα απαγορευόταν να μιλάς, αν σε άκουγαν έστω και στο διάλειμμα, έτρωγες χαστούκι. Μερικά παιδιά έκαναν τόσα λάθη κι έτρωγαν τόσες βιτσιές που τα χέρια τους αναισθητοποιούνταν πια, δεν καταλάβαιναν πόνο…
Θυμάμαι τη χαρά όταν γύριζαν οι δικοί μας από τον κάμπο, το καλοκαίρι πια. Καθόμασταν στην τάξη και το μυαλό στο παράθυρο, ποιος φάνηκε πέρα στο δρόμο, και τίνος η οικογένεια είναι… Ο δάσκαλος βουρλιζόταν, δεν είχαμε μυαλό για μάθημα.
Στον κάμπο εμάς μας κατέβαζαν με φορτηγά. Ταξιδεύαμε στην καρότσα. Έκανε διανομή το φορτηγό στα χωριά που ήταν οι γονείς μας. Φορούσαμε κάτι κοντές κάπες, όχι τις μεγάλες τις μακριές τις διάσημες. Κάτι μικρούλες. Τα πόδια μας από κάτω κρύωναν. Όταν φτάναμε και κατεβαίναμε από το φορτηγό, μαζεύονταν οι ντόπιοι και κορόιδευαν, κοίτα τους βλάχους, έλεγαν και γελούσε ο κόσμος μαζί μας…
Τα βλάχικα πεθαίνουν, ναι, βέβαια, τι να κάνουμε; Ε, δεν χάλασε κι ο κόσμος αν τα ξεχάσουμε πια. Την άκουσα τη Μαρία, αλλά εντάξει, πάνε αυτά τώρα. Δεν θα κλάψω και για τα βλάχικα…»
Ο συνομιλητής μας ήταν ένας άνθρωπος που είχε καταφέρει να μορφωθεί με μεγάλες δυσκολίες, να γίνει καθηγητής, όπως και η Μαρία Μαγκλάρα. Τους χωρίζει μια γενιά, εξού και οι διαφορές στις εμπειρίες και τις αντιλήψεις. Κρίσιμη γενιά της αυτογνωσίας. Τώρα που οι δάσκαλοι δεν έχουν βίτσες, τώρα που απαγορεύονται τα χαστούκια, τα παιδιά δε μιλάνε πια βλάχικα. Άλλες γλώσσες ίσως, και τα προβλήματα αναπαράγονται με νέα όψη. 
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Book's journal Οκτωβρίου 2012

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Τραγουδιστές, αρχιερείς, προφήτες

Νύχτα στη Σμύρνη
Από το Books' Journal Ιουνίου 2012

Ταξιδεύοντας πρόπερσι στη Σμύρνη είχα μαζί μου το βιβλίο του John Freely, The Western shores of Turkey το οποίο περιέγραφε το δικό του ταξίδι στην ίδια πόλη τρεις δεκαετίες πριν. Εξερευνώντας την εβραϊκή γειτονιά της πόλης είχε ανακαλύψει μια ομάδα εναπομεινάντων πιστών του Σαμπεθάι Ζέβι συγκεντρωμένους στο σπίτι που γεννήθηκε να προσκυνούν κάτι που θεωρούσαν την κούνια του. Βλέποντας τους  είχε προσπαθήσει να φανταστεί την ημέρα του 1665 που ο Ζεβι είχε αναγγείλει στα πλήθη ότι ήταν ο Μεσσίας. Η σκηνή ήταν υποβλητική, ο Φρίλι έχει γράψει ένα βιβλίο και για τον ίδιο τον Σαμπεθάι Ζέβι, έναν από τους ‘ψευδομεσσίες’ όπως ονομάζονται, ο οποίος έδρασε και σε χώρους της σημερινής Ελλάδας και είχε σημαντική κοινότητα πιστών στη Θεσσαλονίκη μεταξύ άλλων, κοινότητα που τον ακολούθησε ακόμα κι όταν αλλαξοπίστησε. Η ιστορία του είναι συναρπαστική, παρακολουθεί και σχεδιάζει ολόκληρο τον αιώνα του σε Ανατολή αλλά και στη Δύση, κι είναι κρίμα που αποφεύγουμε να μάθουμε γι αυτόν περισσότερα εδώ στην Ελλάδα. Το τζαμί των Ντονμέδων ή Μαμίν στη Θεσσαλονίκη, χτισμένο το 19ο αιώνα σε ύφος νεοκλασσικό,  το Γενί Τζαμί όπως το λένε, χρημάτισε και Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Τώρα πια είναι απλώς ένας χώρος εκθέσεων που ανήκει στο Δήμο και δεν έχει κανέναν οδηγό, καμία επιγραφή ή ταμπελίτσα που να εξηγεί την ιστορία του αρχηγού του δόγματος και της κοινότητας, η οποία ανταλλάχθηκε το ’22 και κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη.
Τους αιώνες εκείνους υπήρχαν αρκετοί εβραίοι που ανήγγειλαν τον εαυτό τους ως Μεσσία στις εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης, οι οποίες ταλαιπωρούνταν πάρα πολύ από διώξεις και πογκρόμ και χρειάζονταν τον σωτήρα που υπόσχεται η θρησκεία τους. Ο πιο επιτυχημένος ήταν αυτός, ο σμυρνιός Σαμπεθάι Ζέβι, ο οποίος ανήγγειλε τη μεσσιανική του ιδιότητα στη γλώσσα λατίνο, γλώσσα των σεφαραδιτών εβραίων, τραγουδώντας ένα τραγούδι που λεγόταν «Η βασιλοπούλα βγήκε στο παράθυρο».
Τι σχέση μπορεί να είχε ο τίτλος του τραγουδιού με τη μεσσιανική αναγγελία; Προσπαθώ να φανταστώ τη σκηνή. Τα πλήθη από κάτω, το ραβίνο να εμφανίζεται και να αρχίζει το τραγούδι με φωνή στεντόρεια. Μικρόφωνα δεν υπήρχαν, άρα θα πρέπει να είχε πολύ δυνατή φωνή, και να μην ήταν φάλτσος. Ένας μεσσίας του 17ου αιώνα δηλαδή θα πρέπει να έμοιαζε με έναν σημερινό Παβαρότι, ο οποίος παρόλη τη δύναμη της φωνής του υπέκυπτε καμιά φορά στην ευκολία του μικροφώνου. Τότε όμως δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα. Οι κάτοχοι της αλήθειας όφειλαν να έχουν ανθεκτικά πνευμόνια, να μη βραχνιάζουν εύκολα, να διαθέτουν καθαρή φωνή, να ξέρουν πώς θα αντέξει να μην κλείσει μετά από μεγαλόφωνο τραγούδι. Θα έπρεπε δηλαδή να έχουν εκπαίδευση σημερινού μονωδού της όπερας.
Το Γενί Τζαμί στη Θεσσαλονίκη
Πώς όμως το θρησκευτικό συναίσθημα διαχύθηκε στην αναγγελία εκείνη με τα λόγια ενός τραγουδιού που έλεγε ότι η βασιλοπούλα βγήκε στο παράθυρο; Εδώ πια πρέπει ο καθένας να χρησιμοποιήσει τη δική του φαντασία. Μπορεί τα λόγια του τραγουδιού να είναι συνθηματικά, ένα θαυμάσιο υλικό για μυθιστόρημα μυστηρίου αλά ‘κώδικα Νταβίντσι’. Μπορεί η σειρά των στίχων να είναι κωδικοποιημένη. Μπορεί απλώς να μην έχει καμιά σημασία, και τα πλήθη να ήταν έτοιμα να ακολουθήσουν με οποιοδήποτε τραγούδι. Φτάνει να υπήρχε τραγούδι. Πιθανότατα θα το τραγούδησαν μαζί από τη δεύτερη στροφή, αλλά μπορεί κι από την πρώτη. Ακούνε την πρώτη στροφή, ύστερα επαναλαμβάνουν, όπως γίνεται σήμερα στις συναυλίες. Η είδηση για το μεσσία είχε ήδη διαδοθεί, οι πιστοί ήταν έτοιμοι, το τραγούδι ήταν απλώς το μέσο για να ενωθούν μαζί του στον κοινό ψαλμό. Μήπως αυτό δεν κάνει, κατά κάποιο τρόπο, κάθε τραγούδι;
Έτσι μέσα από την ιστορία, ή μάλλον μια λεπτομέρεια της ιστορίας ενός παράξενου θρησκευτικού ηγέτη -παράξενου γιατί αργότερα έγινε μουσουλμάνος αλλά πολλοί οπαδοί του τον ακολούθησαν- η οποία ήταν σαν ένα είδος αναβίωσης της γέννησης μεγάλων θρησκειών μέσα στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα βρήκα απαντήσεις σε απορίες που είχα πάντα σχετικά με τη δύναμη της μουσικής και των τραγουδιών. Μεσσίες μπορεί να μην εμφανίζονται πια, αλλά οι τραγουδιστές συμμετέχουν ακόμα σε κάτι που θυμίζει θρησκευτική λειτουργία. Το κοινό ξέρει το τραγούδι, απολαμβάνει την επανάληψη, κι όσο καλύτερα το ξέρει τόσο περισσότερο απολαμβάνει. Όταν ο τραγουδιστής είναι πολύ δημοφιλής ονομάζεται ‘είδωλο’ κάτι που το λατρεύεις δηλαδή θρησκευτικά. Τις πολύ πετυχημένες τραγουδίστριες της όπερας τις λένε diva, θεά. Στις συναυλίες των μεγάλων ειδώλων εκτυλίσσονται σκηνές λατρείας σε βαθμό υπερβολής, που δεν μπορεί να εξηγηθεί από την αξία της μουσικής, της φωνής, της προσπάθειας των τραγουδιστών. Κάτι υπάρχει στον ανθρώπινο εγκέφαλο και δίνει στη μουσική μεγάλη εξουσία επάνω του. Στις εκκλησίες εξάλλου χρησιμοποιούν ακόμα μουσική. Κάποτε οι αργόσυρτοι ύμνοι της ορθόδοξης λειτουργίας μπορεί να ξεσήκωναν συναισθήματα στους πιστούς τους, πριν ανακαλύψουν άλλα είδη μουσικής πιο θελκτικά.
Από μια άποψη είμαστε τυχεροί που γεννηθήκαμε σε μια εποχή χωρίς μεσσιανικές αποκαλύψεις. Από μια άλλη τις νοσταλγούμε υποσυνείδητα, αναζητώντας στη μαγεία που ασκεί επάνω μας το τραγούδι και οι τραγουδιστές απαντήσεις για πολιτικά ζητήματα. Ίσως ο Μίκης Θεοδωράκης να ήταν η τελευταία εμφάνιση ενός μουσικού με μεσσιανικές προεκτάσεις, ή μάλλον επιβιώσεις. Την εποχή που τραγουδούσαμε μαζικά τα τραγούδια του στα στάδια, έχοντας τα προηγουμένως λατρέψει μυστικά επί χούντας, θα μοιάζαμε ίσως με τα πλήθη που συγκινούσε ο Σαμπεθάι Ζέβι και πριν απ’ αυτόν κάθε μεσσίας, κάθε θεός, ή απλώς κάθε αρχιερέας. Ο δε Μίκης, παρόλη τη λατρεία που απόλαυσε στη ζωή του μοιάζει συνέχεια πικραμένος ίσως επειδή  γεννήθηκε με δυο-τρεις αιώνες καθυστέρηση. Οι προσπάθειες του να περάσει η μέθεξη με το πλήθος που βίωνε στις συναυλίες του στην πολιτική σκηνή, δεν ευοδώθηκαν ποτέ. Η ‘μουσική για τις μάζες’, ένα βιβλίο που είχε γράψει κάποτε, δεν κατάφερε να δημιουργήσει νέο δόγμα.
Τι να κάνουμε; Η μουσική αποκόπηκε από τα πλήθη εδώ και πολύ καιρό, ίσως από τη στιγμή που η Σαπφώ τραγούδησε τον έρωτά της και ο πρώτος χορευτής ξέφυγε από την ομαδική τελετουργία του Διονύσου. Τα βάσανα των ερωτευμένων είναι το αγαπημένο μοτίβο των τραγουδιών, η πιο διαδεδομένη σύγχρονη θρησκεία. Ακόμα κι όταν ουρλιάζουν οι νέοι στις συναυλίες, ο καθένας έχει τους δικούς του λόγους. Είναι πια αργά για αρχιερείς- τραγουδιστές που θα οδηγούν τα πλήθη τραγουδώντας στη θρησκευτική αποκάλυψη. Το τραγούδι είναι ατομικό, κι όταν καταφέρνει να ενώνει  χορωδίες και πλήθη μέσα σε συγκίνηση είναι επειδή ο καθένας αναλογίζεται κάτι δικό του που ταιριάζει με τους πανανθρώπινους καημούς και τα ανικανοποίητα.
Ωστόσο οι τραγουδιστές έχουν ακόμα υπερβολική επιρροή, δυσανάλογη με τη δουλειά που κάνουν στη μουσική. Είναι πιο διάσημοι και πληρώνονται καλύτερα από τους συνθέτες και τους μουσικούς. Για τους στιχουργούς δεν το συζητάμε καν. Ακόμα πιο άδικο είναι πως τραγούδια γραμμένα από άλλους συνδέονται με το δικό τους όνομα και ξεχνιούνται οι δημιουργοί τους. Ο Θεοδωράκης κάτι ήξερε που έπιασε και τραγουδούσε μόνος του.
Το πιο χαρακτηριστικό αυτής της υπέρμετρης λατρείας που μοιάζει με επιβίωση θρησκευτικών συνηθειών, είναι οι ύμνοι που γράφονται όταν πεθαίνει κάποιος λαϊκός τραγουδιστής. Θυμηθείτε τι έχει γραφτεί για το θάνατο του Καζαντζίδη ας πούμε, ή πρόσφατα του Μητροπάνου. Οι αγιογραφίες και οι υπερβολές σ’ αυτές τις περιπτώσεις θυμίζουν στ’ αλήθεια θρησκευτική προσήλωση και θρησκευτικές πρακτικές. Όλοι μας έχουμε ζήσει υπέροχες στιγμές τραγουδώντας, ειδικά με παρέα, είναι μεγάλη συγκίνηση τα ηχεία του σώματος να δονούνται αρμονικά με τα ηχεία του σώματος των άλλων γύρω μας, αλλά δεν γίνεται πια αυτό να παράγει πίστη σε θεούς.  
Βέβαια οι τραγουδιστές προσφέρουν την παρουσία τους στην εκτέλεση του τραγουδιού, τη χρήση του σώματος τους στην παραγωγή του ήχου, οπότε μπορεί κανείς να δικαιολογήσει το γιατί ξεχωρίζουν τόσο. Αλλά κι οι μουσικοί είναι παρόντες με τα χέρια τους στα πλήκτρα και τις χορδές, κουράζονται πολύ και δουλεύουν συχνά πολύ περισσότερο από τους τραγουδιστές, αλλά μόνο από ευγένεια τους χειροκροτάμε. Μόνο οι τραγουδιστές ‘μετέχουν του θείου’ και περιμένουμε υποσυνείδητα να μας πουν καμιά προφητεία. Κι όταν δεν τη λένε τα τραγούδια, την αναζητάμε σε πεζό. Τους παίρνουμε ακόμα συνεντεύξεις όπου τους ρωτάμε να μας πουν τη λύση για τα μεγάλα προβλήματα του κόσμου.

Μόνο σε μια μέρα βρίσκω στο σάιτ Αιχμή ας πούμε, αποσπάσματα από συνεντεύξεις της Δήμητρας Γαλάνη, του Γιάννη Κότσιρα, του Σταμάτη Κραουνάκη, και μερικών ακόμα, με ρηξικέλευθες απόψεις για το Μνημόνιο, το λαό, την ‘εθνική μειοδοσία’ τη ‘χαβούζα της πολιτικής’ κι όποια άλλη μεγάλη κουβέντα κυκλοφορεί. Οι δημοσιογράφοι τους αντιμετωπίζουν με την πρέπουσα ευλάβεια, αφήνοντας τους να εκτεθούν με τρόπο που πια δεν εξυπηρετεί κανέναν. Ο τελευταίος όμως νομίζω που ακουγόταν σαν προφήτης, χρησιμοποιούσε κι εκείνα τα κάπως κρυπτικά, ποιητικά του  αποφθέγματα, ήταν ο Σαββόπουλος. Έκτοτε η συνταγή δεν ξαναδούλεψε. Άδικα έτρεχε στα στάδια κι ο Μαρκόπουλος με εξίσου βαρύγδουπο ύφος. Άδικα προσπαθούν να δημιουργήσουν το νέο ‘εθνικό τραγουδιστή’. Μήπως είναι ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, αναρωτιέται ένα άλλο σάιτ, αυτός που ‘θέλει να πιει όλο το Βόσπορο’; Δεν τραβάνε όμως τα νέα εύκολα μεγαλόστομα στιχάκια. Παρόλα όσα μας συμβαίνουν πρέπει να έχουμε ωριμάσει σε κάποια πράγματα.
Οι έρευνες συνεχίζονται βέβαια. Μπορεί να κάνω και λάθος.

John Freely
The Western Shores of Turkey: Discovering the Aegean and Mediterranean Coasts (1988), John Murray Pub Ltd; 2nd. ed., (2004), Tauris Parke Paperbacks
                  The Lost Messiah: In Search of the Mystical Rabbi Sabbatai Sevi (2001)

Για τον Σαμπεθάι Ζέβι στα ελληνικά: Μαρκ Μαζάουερ, «Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων» μετάφραση Κώστας Κουρεμένος, εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Η Femme Fatale του φεμινισμού


Ανάμεσα στη φήμη και στη διαστρέβλωση, στα βιβλία που έχουμε διαβάσει και στη θεοποίηση, η πυκνή αφήγηση της ζωής της Σιμόν ντε Μπωβουάρ από την Υγκέτ Μπουσαρντώ πλέκει ένα νήμα που δίνει νόημα, θέση και ερμηνεία στα φεμινιστικά και στα πολιτικά ζητήματα της εποχής της και στις επιλογές της. Σχεδιάζει έτσι μια πολύπλευρη πραγματική προσωπικότητα στις πραγματικές διαστάσεις της. [ΤΒJ]

Από το  Books' journal
Παρουσίαση του βιβλίου της 
Huguette Bouchardeau, Σιμόν ντε Μπωβουάρ, μετάφραση: Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη, Κίχλη, Αθήνα 2010, 480 σελ.


Μια Κυριακή του 1921, η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, δεκατεσσάρων χρονών, κόρη καλής οικογενείας, αρνήθηκε να πάει στην εκκλησία με τους γονείς της. «Έχασα την πίστη», τους δήλωσε. Δεν ήταν περήφανη  για το γεγονός και δεν μίλησε με αναίδεια. Ήταν λυπημένη που είχε χάσει κάτι πολύτιμο, κάτι με το οποίο είχε μεγαλώσει. Επιπλέον ήταν αποφασισμένη να είναι ειλικρινής με τους δικούς της. Θα της ήταν εύκολο να πει ψέματα, ότι πάει στην εκκλησία, και να κάνει κοπάνα, όπως ήδη είχε κάνει μια φορά. Τότε, είχε πάει σε μια γέφυρα του Σηκουάνα, χάζεψε πολύ, στοχάστηκε πολύ και πήρε μια απόφαση που θα τηρούσε σε όλη της τη ζωή: να λέει την αλήθεια για τα πράγματα που της συνέβαιναν, να εξηγεί, να προσπαθεί να διατυπώσει τις ιδέες της, να διεκδικεί την αποδοχή της αληθινής προσωπικότητάς της.
Υπήρξε συνεπής. Όλη η ζωή της ήταν η περιπέτεια της ειλικρίνειας  απέναντι στον κόσμο και στον εαυτό της, η περιπέτεια ενός ανθρώπου που αποφασίζει να ζήσει ελεύθερα, σε αρμονία με τις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες του, διεκδικώντας επιπλέον το δικαίωμα αυτό πολιτικά και φιλοσοφικά. Θα μπορούσε, εκείνη την Κυριακή της εφηβείας της, να κάνει κάτι πιο απλό: να προσποιηθεί πονοκέφαλο, να συμβιβαστεί με λίγη υποκρισία. Κάτι που θα έκαναν πολλοί άνθρωποι στη θέση της. Αλλά επέλεξε άλλο δρόμο.
Με την αφήγηση αυτής της μέρας αρχίζει η Υγκέτ Μπουσαρντώ τη βιογραφία της Σιμόν ντε Μπωβουάρ. Μια ακόμα βιογραφία της. Πώς το σκέφτηκε να γράψει αυτό το βιβλίο; Δεν έχουν ειπωθεί τα πάντα για τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ; Η ίδια πρώτα απ’ όλα κατέγραψε εξονυχιστικά τη ζωή της, όχι μόνο στα μυθιστορήματα, που ήταν αυτοβιογραφικά τα περισσότερα, αλλά και στα ημερολόγια, τις σημειώσεις, τις επιστολές της. Όταν ακόμα ζούσε είχαν εκδοθεί τόμοι επί τόμων, η ζωή της ήταν πασίγνωστη στα πέρατα του κόσμου, πολύ περισσότερο κι από το έργο της. Στα γεράματά της γνώρισε δυο βιογράφους της, ή μάλλον τρεις, δυο που αποτελούσαν ομάδα και μία ακόμα ξεχωριστά, με τις οποίες πέρασε λίγο καιρό καθώς γράφονταν ταυτόχρονα δυο βιογραφίες. Χώρια οι άλλες, οι ανεπίσημες, χώρια οι συνεντεύξεις, οι αφηγήσεις, τα άρθρα, τα ρεπορτάζ, οι φωτογραφίες, οι αναφορές στον Τύπο σε όλη τη διάρκεια της ζωής της. Τι έμενε να ειπωθεί και να γραφτεί ακόμα;
Η Υγκέτ Μπουσαρντώ, πολιτικός της Αριστεράς, του τροτσκιστικού χώρου, υποψήφια πρόεδρος το 1981, ύστερα υπουργός Περιβάλλοντος στην κυβέρνηση του Μιττεράν, εκδότρια, ακτιβίστρια του φεμινιστικού κινήματος, βιογράφος πολλών ξεχωριστών γυναικών, από τη Γεωργία Σάνδη ώς τη φιλόσοφο Σιμόν Βέηλ και τη Σιμόν Σινιορέ, δηλώνει και τις δικές της επιφυλάξεις, θυμίζοντας στην εισαγωγή πόσο πολύ αυτοβιογραφήθηκε η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, και στα μυθιστορήματά της και στα Απομνημονεύματά της. Τα χρόνια του φεμινιστικού κινήματος την είχε γνωρίσει, είχαν συνεργαστεί σε γυναικείες ομάδες, αλλά η συστολή την εμπόδιζε να προσπαθήσει να την πλησιάσει περισσότερο. Αποφάσισε να γράψει τη βιογραφία με όλη τη «δέουσα περίσκεψη», όπως λέει, η οποία ευτυχώς δεν την εμποδίζει να είναι ολοζώντανη και ενδιαφέρουσα. Στις σελίδες της ξαναβρίσκουμε τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ με ανθρώπινες διαστάσεις, παρακολουθούμε τις δυσκολίες και τα διλήμματά της, διασχίζουμε μαζί την εποχή της και καταλαβαίνουμε περισσότερο τη στάση της σε διάφορα ζητήματα, φεμινιστικά και πολιτικά. Καταλαβαίνουμε και τη μεταμόρφωσή της σε ένα είδος ειδώλου που αλλοίωνε το αληθινό της πρόσωπο. Ανάμεσα στη φήμη και στη διαστρέβλωση, στα βιβλία που έχουμε διαβάσει και στη θεοποίηση, η πυκνή αυτή αφήγηση της πραγματικής ζωής ενός ανθρώπου πλέκει ένα νήμα που δίνει νόημα, θέση και ερμηνεία σε όλ’ αυτά, και σχεδιάζει μια πολύπλευρη προσωπικότητα.


Ελευθερία και αντιφάσεις
Υπάρχει ένα παράδοξο στη ζωή και στο έργο της Σιμόν ντε Μπωβουάρ: στο ξεκίνημά της υπήρξε το παιδί - θαύμα μιας αστικής οικογένειας που αποφάσισε να αποτινάξει τα δεσμά της τάξης του και να ζήσει όσο πιο ελεύθερα και πιο έντονα γινόταν. Στη συνέχεια, όμως, βρέθηκε στρατευμένη σε κινήματα, στο κίνημα της Απελευθέρωσης των Γυναικών κυρίως, αλλά όχι μόνο σ’ αυτό, καθώς ο δεσμός της με τον Σαρτρ την οδηγούσε και σε αριστερές πολιτικές δεσμεύσεις. Συχνά ο τρόπος ζωής της ήταν απολύτως αντίθετος με τα καθεστώτα που βρέθηκε να υποστηρίζει. Είχε σκανδαλίσει τη μοντέρνα Γαλλία, ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, όταν, ενώ διεκδικούσε απόλυτη ατομική ελευθερία, από την άλλη βρισκόταν να συντρώγει με τον Φιντέλ Κάστρο στην Κούβα ή να υπερασπίζεται τους λεγόμενους κινεζόφιλους στο Παρίσι, να ενισχύει δηλαδή καθεστώτα ανελεύθερα. Αν προσπαθεί κανείς να καταλάβει εκ των υστέρων την εποχή και τις παρεξηγήσεις της, τις ουτοπίες και τις ψευδαισθήσεις της, η πυκνή και απολαυστικά γραμμένη αυτή βιογραφία είναι ένα θαυμάσιο βοήθημα αναστοχασμού. Σε μια εποχή που μπαίνει θέμα ελευθερίας να φορούν οι γυναίκες μπούργκα στους δρόμους των ευρωπαϊκών πόλεων, η ιστορία της ζωής μιας γυναίκας που ξεκίνησε χειραφετώντας τη ζωή της και, εν συνεχεία, γράφοντας το Δεύτερο φύλο, το βιβλίο που υπήρξε η βίβλος του φεμινισμού, μας βοηθά να τα ξανασκεφτούμε όλα από την αρχή.
Η Υγκέτ Μπουσαρντώ εξηγεί ότι επειδή είχε πάρα πολύ υλικό επέλεξε να χτίσει κάθε κεφάλαιο γύρω από μια ημερομηνία της ζωής της Μπωβουάρ, τεχνική που είχε ακολουθήσει και στη βιογραφία της Γεωργίας Σάνδη, περιγράφοντας επάλληλους κύκλους γύρω από αυτό το γεγονός. Η πρώτη τέτοια ημερομηνία είναι η Κυριακή εκείνη κατά την οποία η Μπωβουάρ, στα δεκατέσσερα χρόνια της, δήλωσε ότι είχε χάσει την πίστη. Η δεύτερη είναι η ημερομηνία που βρίσκεται γραμμένη στο πρώτο γράμμα της πλούσιας αλληλογραφίας της με τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Τον γνώρισε στο Πανεπιστήμιο μαζί με άλλους νεαρούς διανοούμενους και πέρασαν μαζί τις εξετάσεις του εθνικού διαγωνισμού πρόσληψης καθηγητών μέσης εκπαίδευσης, την περίφημη Agrégation. Πρώτος πέρασε ο Σαρτρ, ένα χρόνο μεγαλύτερος, που είχε ξαναδώσει, δεύτερη η Μπωβουάρ. Ο Σαρτρ ήταν απόφοιτος των πιο περιζήτητων Λυκείων και της Εκόλ Νορμάλ, ενώ η Μπωβουάρ είχε φτάσει ως εκεί από πολύ πιο άσημους δρόμους, από σχολές σχεδόν περιθωριακές, όπως ήταν η μοίρα των περισσότερων γυναικών που ήθελαν εκείνα τα χρόνια να σπουδάσουν.
Η φοιτητική της ζωή υπήρξε συναρπαστική. Από τη μία συσσώρευε τα διπλώματα, από την άλλη έκανε την επανάστασή της με διάφορους τρόπους: από το να ξενυχτάει σε κακόφημα μέρη, να πίνει και να κάνει τρέλες, μέχρι να στρατευτεί σε μια ομάδα επιμόρφωσης εργατών και να παραδίδει μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας σε εργάτριες. Ταυτόχρονα, από τη στιγμή που είχε αποφασίσει να γίνει συγγραφέας, έκανε διάφορες απόπειρες συγγραφής μυθιστορημάτων με ηρωίδες που της έμοιαζαν. Ο εαυτός της υπήρξε πάντα ο αγαπημένος της ήρωας, και πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ριψοκίνδυνη στάση της ειλικρίνειας που είχε υιοθετήσει την έκανε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ακόμα και στα ίδια της τα μάτια. Παρατηρούσε τη ζωή της ενώ τη ζούσε, και η παρατήρηση τη βοηθούσε να στέκεται στο ύψος των δύσκολων περιστάσεων.
Τη χρονιά που γνώρισε τον Σαρτρ και συνδέθηκε μαζί του έχασε τη φίλη των σχολικών της χρόνων, τη Ζαζά, η οποία είχε στα μάτια της όλα όσα εκείνη νόμιζε ότι στερούνταν. Είχε φυσική γοητεία, ανεμελιά και χάρη, ήταν έξυπνη, ήταν πρόσχαρη, τολμηρή, γοητευτική, και διέπρεπε χωρίς κόπο στα μαθήματα, εκεί που η Σιμόν έπρεπε να μελετήσει πολύ για να διακριθεί,. Τα είχε όλα δηλαδή, ακόμα και χρήματα, ανήκε σε μια μεγάλη, πλούσια οικογένεια με πολλά παιδιά που απολάμβαναν ελευθερίες αδιανόητες για τη Σιμόν και την αδελφή της, την Πουπέτ. Η Σιμόν και η Ζαζά είχαν περάσει τη σχολική ζωή τους μέσα στις χαρές, τιςλύπες και τις συγκινήσεις της άμιλλας για τις επιδόσεις στα μαθήματα. Σε όλη τη ζωή της η Σιμόν είχε να αναμετριέται με τέτοιες ακαταμάχητες γυναίκες, ιδίως για τον έρωτα του Σαρτρ, και χρησιμοποιούσε τα ίδια όπλα που είχε στην άμιλλα με τη Ζαζά. Ήταν εργατική, απίστευτα έως ψυχαναγκαστικά οργανωμένη, αφοσιωμένη σε στόχους, γεμάτη επιθυμίες και ανοιχτή σε ιδέες και εμπειρίες.
Ο ερωτικός δεσμός της Μπωβουάρ με τον Σαρτρ σφραγίστηκε με ένα μυστικό συμβόλαιο μη δεσμού, που περιλάμβανε ωστόσο πολύ σοβαρές δεσμεύσεις. Μια από αυτές ήταν η συμφωνία για πλήρη ειλικρίνεια μεταξύ τους. Η Σιμόν είναι για τον Σαρτρ η βασική σχέση, κατά δήλωσή του. Την ονομάζει «αναγκαία σχέση» και διατηρεί το δικαίωμα να έχει κι άλλες σχέσεις που δεν είναι αναγκαίες – για την ακρίβεια το διατηρούν και οι δυο, αλλά ο Σαρτρ έκανε πολύ περισσότερη χρήση. Βεβαίως, και η Μπωβουάρ έζησε παράλληλα έναν ή δύο μεγάλους έρωτες και μερικούς μικρότερους, για τους οποίους τον ενημέρωνε ανελλιπώς, αλλά κυρίως εκείνος ήταν ο μέγας γόης. Τον ενδιέφεραν δε μόνο οι γυναίκες – και δεν είχε προβλήματα σαν εκείνα της Μπωβουάρ, που ενέπνεε έρωτα σε γυναίκες και δυσκολευόταν να ανταποκριθεί.
Η καθημερινότητα της επιλογής αυτής, το 1929, έστω κι αν έγινε στο Παρίσι, μια πόλη με παράδοση ελευθερίας, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε ένας αγώνας που κράτησε ως το θάνατο του Σαρτρ. Αγώνας ισορροπίας των προσωπικοτήτων τους, δικαιοσύνης στη σχέση, κατανόησης και σύμπλευσης. Το ζευγάρι θα γίνει διάσημο σιγά σιγά, το μυστικό του συμβόλαιο θα γίνει πασίγνωστο, ο τρόπος ζωής του θα δημιουργήσει σκάνδαλο που θα το κάνει ακόμα πιο διάσημο, προπαγανδίζοντας την ελευθερία στις ερωτικές σχέσεις. Εννοείται ότι, όπως με όλους τους νεωτεριστές, το ζεύγος Μπωβουάρ-Σαρτρ θα εμπνεύσει τρομερές αντιπάθειες, θα συκοφαντηθεί και θα κατηγορηθεί για τα πάντα και τα αντίθετά τους – καθώς μάλιστα, σαν ζεύγος φιλοσόφων, δεν προτείνει απλά έναν τρόπο ζωής αλλά ένα πρότυπο. Όσες αντιρρήσεις κι αν έχει κανείς, όσο κι αν σκανδαλίζεται, δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι η αντοχή του σε όλ’ αυτά και η μακροημέρευση της σχέσης ταρακούνησαν τους παραδοσιακούς θεσμούς όσο χρειαζόταν η εποχή με τις τεράστιες αλλαγές της.
Τα χρόνια πριν από τον πόλεμο Μπωβουάρ και Σαρτρ ήταν καθηγητές σε Λύκεια. Φρόντιζαν να συναντιούνται κάθε τόσο, απέκτησαν τη συνήθεια να κάνουν μεγάλες διακοπές μαζί. Όχι όμως πάντα μόνοι τους. Υπήρχαν στην παρέα, συχνά, οι παλιές αγαπημένες του Σαρτρ, γυναίκες ξεχωριστές, με τους νέους εραστές τους, κι όταν εξαντλήθηκε το πάνθεον των παλιών εγκαινιάστηκε το πολύ μεγαλύτερο των καινούργιων. Γύρω τους σχηματίστηκαν κύκλοι φίλων, κάποιες εκ των οποίων ήταν ερωμένες του Σαρτρ και σπανιότερα, και διακριτικότερα, κάποιοι εραστές της Μπωβουάρ. Με τα χρόνια, όσες σχέσεις από αυτές αποδειχτούν ανθεκτικές θα δημιουργήσουν μια μικρή, ή μάλλον μια μεγάλη, οικογένεια. Μπορεί κανείς να σκεφτεί, διαβάζοντας την ιστορία αυτής της ζωής, ότι και με ανθρώπους που επιλέγουν οι μεν τους δε και προσπαθούν όλοι μαζί να επινοήσουν νέες σχέσεις, έξω από τα στερεότυπα της φιλίας, του ζευγαριού, της οικογένειας, γεννιούνται τα ίδια πάνω-κάτω προβλήματα ανταγωνισμού, ζήλειας, ευθιξίας, εγωισμών που υπάρχουν και στα στερεότυπα. Πάντως, οι φιλόσοφοι το πάλεψαν.  Η Μπωβουάρ προσπαθούσε να περιγράψει και να αναλύσει τα πάντα, και στον Σαρτρ και στα ημερολόγια και στα βιβλία της, εξημερώνοντας τα πάθη με το λόγο. Ως το τέλος της ζωής της θα γράφει ημερολόγια και επιστολές, αναλύοντας και τακτοποιώντας τα συναισθήματά της, τις σχέσεις με τους ανθρώπους και τις ιδέες της. Δύσκολη δουλειά η απόφαση να ζήσει κανείς με απόλυτη ειλικρίνεια, με ελευθερία στον έρωτα και σεβασμό στην ελευθερία του άλλου. Δύσκολη και χειρωνακτική. Ένας λόγος που η Μπωβουάρ την έβγαλε πέρα ήταν, προφανώς, η εργατικότητά της, αυτό το συνεχές γράψιμο.
Η τρίτη ημερομηνία που διάλεξε η βιογράφος είναι πάλι από ένα γράμμα που στέλνει η Μπωβουάρ στον Σαρτρ από την εξοχή. Ήταν δεινή οδοιπόρος, περπατούσε μόνη της ή με παρέα που συχνά εξοντωνόταν να την ακολουθεί, χωρίς ειδικό εξοπλισμό αλλά με αυστηρό πρόγραμμα, και εκεί. Θυμίζει τον οδοιπόρο Ζαν-Ζακ Ρουσώ, που επίσης διέσχισε την Ευρώπη με τα πόδια. Ο Σαρτρ την ακολουθούσε μερικές φορές, όπως όταν είχαν περπατήσει στην Αλσατία την οποία θεωρούσε χώρα των προγόνων του. Η Μπωβουάρ λάτρευε τη φύση από παιδί, την είχε αγαπήσει τα καλοκαίρια που πήγαινε στο κτήμα του παππού της. Μόλις πλησίαζε η άνοιξη έπρεπε οπωσδήποτε να φύγει για μεγάλες φυσιολατρικές εξορμήσεις.
Ξεκινώντας την καριέρα της ως καθηγήτρια διορίστηκε στη Μασσαλία, την οποία περπάτησε εξαντλητικά τις ελεύθερες ώρες της για να τη γνωρίσει καλά. Όταν εξάντλησε την πόλη, πήρε τα βουνά. Περπατούσε μόνη της, χωρίς ιδιαίτερο ορειβατικό εξοπλισμό αλλά με τέλεια οργανωμένο πρόγραμμα. Η πειθαρχία τής χάριζε ελευθερία. Συνέχισε να πεζοπορεί σε όλη της τη ζωή, όσο την κρατούσαν τα πόδια της.
Στις προπολεμικές  εκείνες διακοπές ταξίδευαν με τον Σαρτρ. Επισκέφθηκαν την Ιταλία, ύστερα την Ισπανία, τέλος το Βερολίνο. Ενοχλήθηκαν από την παρουσία των φασιστών στην Ιταλία και των ναζί στη Γερμανία, αλλά γενικά δεν ήθελαν να ασχολούνται με την πολιτική. Για την Μπωβουάρ, που άρχισαν να τη φωνάζουν όλοι Κάστορα, επειδή υποτίθεται ότι το όνομα Μπωβουάρ θυμίζει την αγγλική λέξη beaver, αλλά κι επειδή «σαν κάστορας χτίζει και διαρκώς δουλεύει μεθοδικά», η πολιτική θα μπορούσε να τους εμποδίσει να είναι παραγωγικοί. Κι εκείνοι είχαν συγγραφικές φιλοδοξίες. Ο Σαρτρ ξεκίνησε να γράφει τη Ναυτία και ο Κάστορας δούλευε ξανά και ξανά τα δικά του μυθιστορήματα. Γοητευτικές γυναίκες από το παρελθόν του Σαρτρ διασταυρώνονται στη ζωή τους, κι εμφανίζεται και μια «καλεσμένη» για το μέλλον: η Όλγα Κοζάκιεβιτς που ήταν δική της μαθήτρια, η οποία θα συνδεθεί με τον Σαρτρ. Και ο Κάστορας θα συνδεθεί με τον Μποστ, έναν μαθητή του Σαρτρ, ο οποίος αργότερα θα παντρευτεί την Όλγα. Γράφει η Υγκέτ Μπουσαρντώ:



Στο διάστημα των ετών 1935-1939, η Μπωβουάρ και ο Σαρτρ εξακολούθησαν να υφαίνουν ένα δίκτυο περιορισμένων αλλά έντονων σχέσεων. Δεν είναι ακόμη τα δημόσια πρόσωπα που θα γίνουν στο μέλλον, αλλά δεν έχουν εγκλωβιστεί στη ζωή του παραδοσιακού ζευγαριού. Αυτά ακριβώς τα χρόνια συγκροτείται η «οικογένεια», όπως θέλουν να την αποκαλούν μεταξύ τους. Όρος ακριβής, αν λάβουμε υπ’ όψη ότι παίζουν ρόλο «γονέων» στους κατά δέκα και δεκαπέντε χρόνια νεώτερούς τους, ότι, σαν γονείς, μεριμνούν σε μεγάλο βαθμό για τις υλικές ανάγκες των «παιδιών» που έχουν οι ίδιοι επιλέξει· όρος ανακριβής φυσικά αν λάβουμε υπ’ όψη ότι κανένας δεσμός, κανένα αίσθημα δεν θεωρείται ταμπού για τα μέλη της ομάδας, πλην της αποκλειστικότητας.

Μετά τη Μασσαλία η Μπωβουάρ πήγε στη Ρουέν, ενώ ο Σαρτρ εργαζόταν στη Χάβρη. Λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος είχαν επιστρέψει και οι δυο στο Παρίσι.



Drôle de guerre
Η Γαλλία βίωσε παράξενα την είσοδό της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο φόρος αίματος στον Α’ Παγκόσμιο ήταν πολύ μεγάλος και στη συνείδηση του πληθυσμού δεν είχε δικαιωθεί. Η απόφαση για ειρηνική ζωή, για την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών ήταν σχετικά πρόσφατη. Το θυμίζω, εκφέροντας την αντίρρησή μου για τον όρο «αστείος πόλεμος» που έχει επιλέξει η μετάφραση του βιβλίου. Η γαλλική έκφραση drôle de guerre θα μεταφραζόταν, νομίζω, πιο λογικά, σε κάτι σαν «δήθεν πόλεμος», επειδή οι Γάλλοι κατά κάποιον τρόπο άργησαν να συνειδητοποιήσουν σε τι πόλεμο είχαν μπλέξει – ή, έστω, «παράξενος πόλεμος», επειδή τον βίωσαν όντως έτσι.
Η εμπειρία του πολέμου και της αιχμαλωσίας σημάδεψαν τον Σαρτρ και τον άλλαξαν. Η προσωπική πορεία δεν είναι πια το παν γι’ αυτόν, θέλει να συμμετέχει στην πολιτική, στο συλλογικό γίγνεσθαι. Όταν επέστρεψε στο Παρίσι άρχισε, μαζί με την Μπωβουάρ, μερικές προσπάθειες να συγκροτήσουν ένα αντιστασιακό δίκτυο διανοουμένων.  Η ημερομηνία της επιστροφής του είναι ο τέταρτος σταθμός της βιογραφίας. 1941.  Οι δυο τους με ανύπαρκτα μέσα, με ποδήλατα κυρίως, ταξίδεψαν σε πολλές πόλεις, συνάντησαν πολλούς ανθρώπους, προσπάθησαν να στήσουν μια οργάνωση, δεν κατάφεραν όμως και σπουδαία πράγματα. Δεν μπόρεσαν να μεταμορφωθούν σε ανθρώπους της δράσης. Στο εξής, όμως, έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν να αγνοούν την πολιτική. Η ανάγκη της στράτευσης, με όλες τις έννοιες, άλλαξε τους χαρακτήρες τους, τη δουλειά και τη ζωή τους.
Ο επόμενος σταθμός της αφήγησης, τον Ιανουάριο του 1945, είναι η συνάντηση της Σιμόν με τον υπουργό που είναι αρμόδιος να αποδεσμεύσει μια ποσότητα από τα αποθέματα χαρτιού για να μπορέσουν να εκδώσουν το πολιτικό περιοδικό τους Μοντέρνοι καιροί (Les temps modernes). Τον τίτλο τον εμπνεύστηκαν από την ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν, και είναι ό,τι πρέπει. Τι άλλο είναι η ομάδα του περιοδικού παρά απόστολοι και ερευνητές, πιστοί και εξερευνητές των μοντέρνων καιρών; Καιροί της απελευθέρωσης όχι μόνο της Ευρώπης από το ναζισμό αλλά και των ατόμων από τα δεσμά της συμβατικότητας, των προκαταλήψεων, της άγνοιας και της ευπιστίας. Η σύνταξη του περιοδικού τούς απασχολεί πολύ, δέχονται πολιτικές επιθέσεις εκ δεξιών αλλά και εξ αριστερών. Οι ευθύνες όμως δεν τους εμποδίζουν να κάνουν και οι δυο παράλληλα ταξίδια στην Αμερική, να πιουν νερό στην πηγή των μοντέρνων καιρών. Η Μπωβουάρ συναντά και ερωτεύεται εκεί τον συγγραφέα Νέλσον Άλγκρεν, ζει μαζί του μια συγκλονιστική σχέση. Αλλά ο Άλγκρεν δεν ήταν ο άνθρωπος που θα μπορούσε να δεχτεί τις απόψεις του Κάστορα για τον έρωτα.
Στο ίδιο αυτό μεγάλο ταξίδι αρχίζει να κρατά σημειώσεις παρατηρώντας τις γυναίκες, οι οποίες θα οδηγήσουν αργότερα στη συγγραφή του Δεύτερου φύλου. Για τον εργατικό και μεθοδικό Κάστορα, το Δεύτερο φύλο αντιπροσώπευε εργασία μόνο δυο χρόνων. Συγκέντρωσε στοιχεία ξεκινώντας από την εντύπωση που της έκαναν οι Αμερικανίδες. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα γινόταν το εμβληματικό έργο της. Ήταν η στιγμή που ο δυτικός κόσμος περίμενε ένα τέτοιο βιβλίο να αμφισβητήσει τον παραδοσιακό ρόλο των γυναικών.  Την πρώτη εβδομάδα πούλησε 220.000 αντίτυπα. Ωστόσο, δεν είναι ακριβώς το βιβλίο στο οποίο είχε επενδύσει τις φιλοδοξίες της η συγγραφέας, αλλά μάλλον ένα δοκίμιο παράπλευρο στην κυρίως συγγραφική δραστηριότητά της, το οποίο οφείλεται στην εργατικότητά της. Αμέσως ξεκινά μια πολεμική που θα κρατήσει πολύ καιρό, που κατά κάποιον τρόπο συνεχίζεται ώς τις μέρες μας. Δεν είναι απλό πράγμα το 1949 να καταγγέλλεις το γάμο, να υπερασπίζεσαι την έκτρωση, να αναδεικνύεις κάθε θεσμό που θεωρεί αυτονόητη την κατωτερότητα των γυναικών. Όλα αυτά που μας φαίνονται σήμερα από αυτονόητα μέχρι ξεπερασμένα, τότε ξεσήκωσαν θυελλώδεις πολεμικές και, ταυτόχρονα, ενθουσιασμό και επαναστατικότητα. Το βιβλίο άνοιξε δρόμους στους οποίους ακόμα βαδίζουμε.
Από κει και πέρα πια, θέλοντας και μη, η Μπωβουάρ θα γίνει η άτυπη ηγέτιδα του φεμινιστικού κινήματος, ενός κινήματος που ξεκίνησε όταν οι πρώτες αναγνώστριες του Δεύτερου φύλου ωρίμασαν, τη δεκαετία του 1970.
Εκείνη βέβαια συνέχιζε να γράφει, να ταξιδεύει και να ερωτεύεται. Πήρε το βραβείο Γκονκούρ για το μυθιστόρημα Οι Μανδαρίνοι, όπου εύκολα ανιχνεύει κανείς στις ερωτικές περιπέτειες των ηρώων τη σχέση της με τον Άλγκρεν. Από το 1958 ετοιμάζει ένα καθαρά αυτοβιογραφικό έργο, τις Αναμνήσεις καθωσπρέπει κόρης, ένα από τα πιο πετυχημένα και αγαπητά βιβλία της, όπου περιγράφει το γεμάτο προκαταλήψεις και μειωτικές για τις γυναίκες αντιλήψεις και συνήθειες αστικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε.
Για να μπορεί να ζει απελευθερωμένη από τις φροντίδες του σπιτιού έζησε πολλά χρόνια της ζωής της σε ξενοδοχείο. Τα μέλη της «οικογένειας» έμεναν για ένα διάστημα σε ανεξάρτητα δωμάτια γύρω της. Ευφυής και πρωτότυπος διακανονισμός που εξασφάλιζε ταυτόχρονα συνάφεια και ανεξαρτησία. Μόνο για το χατίρι του Άλγκρεν η Σιμόν βρήκε ένα σπίτι, αλλά θα έπρεπε επιπλέον να θυσιάσει και τη σχέση της με τον Σαρτρ – κι αυτό της ήταν αδύνατον.
Ένας από τους ανθρώπους που επηρέασε ο φεμινισμός της Μπωβουάρ πρέπει να ήταν η ίδια η μητέρα της, η οποία, ως χήρα, καθόλου δεν υπέκυψε στην απραξία ή την κατάθλιψη, αλλά έζησε όσο μποέμικα της επέτρεπε η ηλικία της, αλλάζοντας σπίτι και συνήθειες. Η Σιμόν βρέθηκε πολύ κοντά στη μητέρα της στο τέλος της ζωής της – και στο βιβλίο Ένας γλυκός θάνατος, το οποίο ο Σαρτρ θεωρούσε το καλύτερό της, περιγράφει την ανήμπορη αγανάκτηση του ανθρώπου μπροστά στο θάνατο, αυτό το συμβιβασμό που δεν μπορεί να κάνει. Στο πένθος της συμπαραστάθηκε η καινούργια της φίλη Συλβί λε Μπον, την οποία αργότερα θα υιοθετήσει και θα ορίσει κληρονόμο της. Ο Σαρτρ έχει κι αυτός υιοθετήσει τη νεαρή Αρλέτ, με την οποία η Μπωβουάρ δεν θα τα πάει ποτέ καλά.

Γιατί η Μπωβουάρ ήταν σημαντική
Η δεκαετία του 1970 τη βρίσκει ξανά να στρατεύεται, στο γυναικείο κίνημα αυτή τη φορά, και στις παρέες των γυναικών που μαζεύονται συχνά σπίτι της για να συντάξουν μανιφέστα ή περιοδικά, να οργανώσουν πορείες και παρεμβάσεις – όπως η δήλωση των 343 διάσημων γυναικών ότι έχουν κάνει έκτρωση. Ξαναβρίσκει έτσι τη συντροφικότητα που παρηγόρησε τα νεανικά της χρόνια σε δύσκολες καταστάσεις. Το κίνημα κερδίζει την απελευθέρωση των εκτρώσεων κι ένα σωρό άλλους νόμους που καταργούν τη θεσπισμένη ανισότητα των γυναικών. Ακαταμάχητο, απλώνεται σε όλη την Ευρώπη και στην Αμερική. Μένει να νικηθούν η αδικία και η προκατάληψη στη δουλειά και σε ένα σωρό άλλους τομείς, μένει να κατακτηθεί η ισότητα στην καθημερινότητα… Πράγμα που ακόμα μένει, μαζί με πολλά άλλα τα οποία ανέκυψαν στο μεταξύ σε βάρος των γυναικών, ανισότητες που αγνοούνταν εκείνες τις δεκαετίες, σε άλλες πλευρές του κόσμου…
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του Σαρτρ, η Σιμόν του παίρνει μια σειρά συνεντεύξεις προσπαθώντας να ξεκαθαρίσει ακόμα μια φορά τις ιδέες του, ιδέες που κι εκείνη επεξεργάστηκε μαζί του. Ο Σαρτρ πεθαίνει το 1980, η Μπωβουάρ το 1986. Η κηδεία της μαζεύει περισσότερο κόσμο κι από του Σαρτρ, ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο. «Γυναίκες της χρωστάτε τα πάντα!», λένε πως φώναξε η Ελιζαμπέτ Μπατιντέρ, την ώρα που κατέβαζαν το φέρετρο στον τάφο.
Της χρωστάμε τα πάντα; Ήταν η στιγμή πολύ φορτισμένη και ώθησε την τόσο σοβαρή αυτή φεμινίστρια που είχε αγωνιστεί μαζί της για την αλλαγή των νόμων να ξεσπάσει έτσι; Της χρωστάμε πάντως αυτή την αναστάτωση που τόσο μεθοδικά προετοίμασε με το Δεύτερο φύλο και με την ίδια τη ζωή της. Της χρωστάμε την τόλμη και την επιμονή, την αντοχή στις επιθέσεις που στιγμή δεν έλειψαν από τους κάθε είδους συντηρητικούς, την επιβίωση τέλος των ιδεών, και των συνηθειών της (που ήταν κατά κάποιον τρόπο έμπρακτη εφαρμογή των ιδεών της), από όλες τις προσπάθειες να χρησιμοποιηθούν πολιτικά από αυταρχικά καθεστώτα. Η Μπωβουάρ μπορεί να πήγε στην Κούβα, αλλά λίγο μετά δήλωσε την πίκρα της από τον Κάστρο. Μπορεί να υπερασπίστηκε κινεζόφιλους στο Παρίσι αλλά ήταν επειδή την εποχή του Ψυχρού Πολέμου οι δυτικοί κομμουνιστές υφίσταντο διάφορες διώξεις και αδικίες. Μπορεί να ήταν συχνά ακραία στα γραπτά της, ακόμα και η περίφημη ρήση: «Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι!» είναι μια παραδοξολογία καθεαυτή, αλλά βοήθησε να ταρακουνήσει τη σκέψη. Τι θα μπορούσε τώρα να φέρει τόσες αλλαγές εκεί όπου χρειάζονται, στα μέρη όπου οι γυναίκες είναι ακόμα θύματα στερεοτύπων πολύ πιο βίαιων και ισχυρών από εκείνα που καταπίεζαν τότε τις Δυτικές; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση, όπως δεν υπάρχει απάντηση και στο ερώτημα κατά πόσον η απελευθέρωση των γυναικών στη Δύση ώθησε το αντρικό κατεστημένο στην Ανατολή σε ακόμα μεγαλύτερη καταπίεση, από φόβο μήπως χάσει τα προνόμιά του. Είναι πολύ σύνθετα αυτά τα ιδεολογικά προβλήματα και δεν μπορείς εύκολα να καταλάβεις τι επιδρά σε τι. Κατά κάποιον τρόπο, η εποχή της Μπωβουάρ είχε το προνόμιο μιας κάποιας απλότητας. Εκείνη, πάντως, δεν βίωσε τίποτε απλά και προβληματιζόταν για το κάθε τι ώς την τελευταία στιγμή που η σκέψη της εργαζόταν.
Η βιογραφία της Μπουσαρντώ μας χαρίζει την ιστορία μιας πολύπλευρης και πλούσιας ζωής, πέρα από αυτά τα ιδεολογικά ερωτήματα. Την ιστορία μιας γυναίκας που, πάνω απ’ όλα, διψούσε για ζωή, είχε μεγάλες φιλοδοξίες, πολέμησε τις προκαταλήψεις μέσα της, εργάστηκε ακούραστα, ήταν εξαιρετικά οργανωμένη, δεν έπαψε ποτέ να αναζητά την επαφή με τη φύση, ήταν ανοιχτή σε όλους τους ορίζοντες.
Έχοντας ξεκινήσει το διάβασμα του βιβλίου, με τις επιφυλάξεις που απέκτησα για τους δογματισμούς της Μπωβουάρ, ομολογώ ότι με βοήθησε τελικά να συμφιλιωθώ με την προσωπικότητα της γυναίκας η οποία, στο κάτω- κάτω, μου έσωσε τη ζωή στα δεκατέσσερα, με κείνο το βιβλίο της, το Δεύτερο φύλο. Ο τρόπος που εργαζόταν και διεκδικούσε στη ζωή της, ο τρόπος που την απολάμβανε, η επιμονή στις αρχές της με όλες τις συναισθηματικές επιπλοκές που επέφερε, η πάλη της για ειλικρίνεια και διαφάνεια, είναι πράγματα που ακόμα μπορούν να εμπνεύσουν.

Δημοσιεύτηκε στο  Book's journalνούμερο 17 Μάρτιος 2012

Κίτρινο γρασίδι

 Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...