Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαργαρίτα Κουλεντιανού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαργαρίτα Κουλεντιανού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2018

Θέατρο με τη Μαργαρίτα

Με τη Μαργαρίτα πολλά χρόνια μετά το "Φριχτό παραμύθι"
Ας πούμε ότι είμαστε μαζί ακόμα. Μαζί δεν είχαμε ξεκινήσει ως τελειόφοιτες φοιτήτριες να γράφουμε θεατρικό έργο για το ΦΟΘΚ; Βασικά, τον είχαμε μόνοι μας επανιδρύσει τον ΦΟΘΚ, ιδέα του Μητσομπούνη ήταν, εκείνος ήξερε, ήταν μέλος προδικτατορικά. Ας φτιάξουμε μια αφίσα, είπε. Την έφτιαξε μόνος του, αρχιτέκτονας γαρ, και σκηνογράφος στο Θεατρικό Εργαστήρι τότε πλέον, εξέλιξη του πρώτου ΦΟΘΚ. Τη θυμάμαι σαν και τώρα, στο χοντρό ριζόχαρτο, την τύπωσε καμιά δεκαριά φορές και αποφάσισε ότι πρέπει να την κολλήσουμε γύρω από το Πανεπιστήμιο.
Εμένα μου φαίνονταν αδιανόητα όλ' αυτά. Μπορούσαμε δηλαδή έτσι στα καλά καθούμενα εμείς οι τέσσερεις να γράψουμε μια αφίσα και να την κολλήσουμε όπου μας άρεσε; Βγαίναμε από χούντα, σας θυμίζω. Και βέβαια, είπε ο Μητσομπούνης που ήξερε. Όποιος θέλει να συμμετέχει στην ιδρυτική συνεδρίαση του Φοιτητικού Ομίλου Θεάτρου και Κινηματογράφου, να έρθει τάδε μέρα τάδε ώρα στην τάδε αίθουσα της Φιλοσοφικής. Και μας έδιναν αίθουσα στη Φιλοσοφική; Βεβαιότατα! Ήμασταν η "Πρωτοβουλία για την επανίδρυση του ΦΟΘΚ"
Βγήκαμε νύχτα με σελοτέιπ και κολλήσαμε τις αφίσες, και νάσου την ορισμένη ώρα κάμποσοι φοιτητές στην αίθουσα, να επανιδρύουμε τον ΦΟΘΚ. Μέχρι τα Χριστούγεννα συζητούσαμε τι έργο θα ανεβάζαμε. Εγώ ήθελα τη 12η νύχτα του Σαίξπηρ. Με τη μία Σαίξπηρ, τρομάρα μου. Δεν συμφωνούσαμε. Κάποια στιγμή μας επισκέφτηκε ο Γιώργος Σκούρτης, άκουσε τις διάφορες απόψεις κι απεφάνθη ότι δεν έπρεπε να πάρουμε έτοιμο έργο αλλά να γράψουμε ένα δικό μας! Πανζουρλισμός έγινε και η πρόταση πέρασε σχεδόν παμψηφεί.
Δεν μου άρεσε καθόλου η ιδέα αυτή, ανυπομονούσα να παίξω, δεν ήθελα να γράψω. Αλλά πεισμώσαμε. Καλά, έτσι είσαστε; Ας γράψουμε έργο λοιπόν! Κι αρχίσαμε οι δυο μας να τριγυρίζουμε στα βιβλιοπωλεία και να κλέβουμε στίχους, έμμετρο θα το κάναμε το έργο μας. Θα έδειχνε την επόμενη μέρα μετά την επανάσταση, κάποια φλου, μακρινή επανάσταση, με αντάρτες και αντάρτισσες, που έμπαιναν νικητές στην πόλη. Και μόλις έμπαιναν νικητές, η πρώτη τους δουλειά να στείλουν τις γυναίκες πίσω στα σπίτια τους, ή στα μπουρδέλα τους, διότι χρειάζονται κι αυτά! Μόνο μια νεαρή αντάρτισα το αμφισβητούσε όλο αυτό κι έμενε μόνη στη σκηνή να απορεί και να σχολιάζει.
Φεμινιστικό έργο ακραίων συμβολισμών, χα χα! Τίτλος, "Το φριχτό παραμύθι" από το ποίημα του Εγγονόπουλου "Μπολιβάρ". Η ελευθερία είναι το φριχτό παραμύθι. Ο προτελευταίος στίχος του έργου λέει: "...το φριχτό παραμύθι/ Λιμπερτά". Ναι, μας είχε απογοητεύσει η στάση των πολιτικών οργανώσεων απέναντι στις γυναίκες, περιμέναμε περισσότερο φεμινισμό, και σεβασμό. Δεν υπήρχε τίποτε από τα δυο, η αντρίλα ήταν η αξία.
Πόσο διασκεδάσαμε παρωδώντας στίχους για το έργο μας. Θυμάμαι έναν, τη στιγμή που μπαίνουν οι αντάρτες στην πόλη και πετάνε τους μπερέδες στον αέρα: "Αυτός είναι ο ιερός μπερές, ο στρογγυλός και μαύρος..." Κλέβαμε ασύστολα ποιητές σύγχρονους και παλιούς, μοντέρνους και κλασσικούς. Υπήρχε και πεζό, "Βάλε το σφυροδρέπανο στην πρίζα," θυμάμαι την ατάκα του θριαμβευτή αρχηγού.
Ήταν πολύ νωρίς για τόση πλάκα. Αρχή του 1975, πρώτη χρονιά χωρίς χούντα στο Πανεπιστήμιο, κι εμείς κοροϊδεύαμε τα ιερά και τα όσια. Αφού το έργο εγκρίθηκε ως το καλύτερο που είχε γραφτεί, κι αρχίσαμε να μοιράζουμε ρόλους, περιμέναμε μάλιστα και τον Σκούρτη να μας πει εντυπώσεις, εμφανίστηκε μια ομάδα Κνιτών στις πρόβες, ήταν πάντα ανοιχτές οι διαδικασίες μας, και ψήφισε να μην ανέβει η παράσταση. Έτσι έληξε άδοξα η θεατρική συνεργασία με τη Μαργαρίτα.
Κοίτα τώρα, τόσα χρόνια μετά, η Αθηνά αποφάσισε να ανεβάσει ένα κείμενο που είχες γράψει, ένα μικρό θεατρικό μονόλογο, να κάνει μια μικρή παράσταση στη μνήμη σου. Κι εγώ έγραψα άλλο ένα, έτσι θα είμαστε παρέα στη σκηνή, εσύ απούσα πια, εγώ εδώ προς το παρόν. Η Αθηνά δεν την ξέρει αυτή την ιστορία με το "Φριχτό παραμύθι". Και το καλοκαίρι που πήγα να δω τις κόρες σου και προσπαθούσα να τους πω ιστορίες, δεν τη θυμήθηκα. Τώρα μου ήρθε, που ξεκίνησαν οι πρόβες για τους μονολόγους μας. Ξαφνικά θυμήθηκα ότι έχουμε ξανακάνει μαζί θέατρο. Αχ Μαργαρίτα....


Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017

Η φίλη μου η Μαργαρίτα

 Εισαγωγή στην ταινία που είχε γράψει η Μαργαρίτα τα κείμενα, στο Πόκετ Φέστιβαλ που γινόταν στο βιβλιοπωλείο του Γαβριηλίδη

H εισαγωγή που θα κάνω δεν θα γινόταν αν δεν είχε μεσολαβήσει το πάντα απρόβλεπτο γεγονός. Η Μαργαρίτα Κoυλεντιανού που έγραψε το κείμενο της ταινίας, θα ήταν εδώ και ίσως έκανε εκείνη μια εισαγωγή, ίσως και όχι, ίσως καθόταν στο μπαρ και κάπνιζε γιατί δεν άντεχε πολλή ώρα χωρίς να καπνίζει. Εγώ σίγουρα δεν θα ήμουν εδώ, γιατί τέτοια ώρα δεν συνηθίζω να βγαίνω, το έχω αφήσει αυτό στη νεώτερη γενιά, δεν μπορεί να μην έχετε παρατηρήσει ότι οι νέοι τώρα πια ζουν τη νύχτα, ίσως είναι η μόνη ελεύθερη ζώνη του 24ωρου, έχουμε πιασμένες εμείς όλες τις υπόλοιπες, οπότε το θεωρώ δίκαιο να τους παραχωρώ τις νυχτερινές ώρες. Αλλά το πάντα απρόβλεπτο γεγονός σε κάνει να τα ξεχνάς όλα αυτά, τις αρχές και τις συνήθειες και τα προγράμματα, κι έτσι εγώ βρίσκομαι εδώ να σας μιλήσω λίγο εκτός προγράμματος για τη Μαργαρίτα Κουλεντιανού που έγραψε το κείμενο της ταινίας. Θα μπορούσε αντί να έχει γράψει το κείμενο, να εμφανίζεται στην ταινία και να μιλάει, αυτό ήταν κάτι  που έκανε με εξαιρετικά γοητευτικό τρόπο, ο τρόπος που μιλούσε ήταν το μεγάλο της ταλέντο. Ένα ταλέντο που δυστυχώς δεν αποτυπώνεται, ακόμα κι αν το βάλεις σε ταινία, ή σε θεατρικό έργο, ή το περιγράψεις, ή το αφηγηθείς, δεν μπορείς να το αναπαράγεις. Ειδικά κάποιον άνθρωπο που δεν φωνάζει, δεν μιλάει σε κοινό, μιλάει σε μικρές παρέες, χαμηλόφωνα, πώς να τον καταγράψεις; Το απολαμβάνεις δια ζώσης, δεν μεταφέρεται, μόνο αν είσαι τυχερός και συναντήσεις έναν τέτοιον καλλιτέχνη θα τη γνωρίσεις. Η Μαργαρίτα ήταν ένας τέτοιος καλλιτέχνης, κι εγώ ήμουν μια τέτοια τυχερή. Εφόσον όμως έγραψε απλώς το κείμενο της ταινίας, θα σας μιλήσω για τα κείμενα. Ευχαριστώ το πόκετ φέστιβαλ που οργάνωσε για δεύτερη φορά η Αθηνά Κεφαλά, για την ευκαιρία που μου δίνει. 

Ως κειμενογράφοι  ήμασταν συνάδελφοι για μερικές δεκαετίες στις εφημερίδες. Ασκούσαμε μια τέχνη ξεχασμένη, με την έννοια ότι διαδόθηκε πια τόσο πολύ που μπορεί να έχει ξεχαστει η καταγωγή της. Νομίζω ότι έχει ξεχαστεί και η ίδια η λέξη, κανείς δεν τη χρησιμοποιεί πια. Γράφαμε χρονογραφήματα. Να θυμίσω τι εστί χρονογράφημα. Είναι ένα κείμενο που δημοσιεύεται σε ειδική θέση στις εφημερίδες και ασχολείται με την καθημερινότητα, με διάφορα φαινόμενα της ζωής στην πόλη κυρίως, με ασήμαντα εκ πρώτης όψεως περιστατικά, ή μπορεί βέβαια και να σχολιάζει τις ειδήσεις, αλλά κατ' αρχήν όχι τις πολιτικές. Οφείλει να έχει προσωπικό στυλ, αλλιώς δεν γίνεται. Στην καταγωγή του το χρονογράφημα είναι υποχρεωμένο να βρει κάτι άλλο να ασχοληθεί, πλην πολιτικής. Σιγά σιγά αυτό άλλαξε, το ζήσαμε ν’ αλλάζει, η Μαργαρίτα κι εγώ, μεταξύ λίγων άλλων βέβαια, αντισταθήκαμε πιστεύω, αλλά πόσο ν’ αντισταθείς; Για χρόνια γράφαμε παράλληλα, πολύ συχνά είχαμε διάλογο για διάφορα θέματα, εκείνη έγραφε στην Ελευθεροτυπία, εγώ στην Αυγή, σε διάφορα περιοδικά, ανταλλάσαμε απόψεις, διαφωνούσαμε, συμφωνούσαμε, προσπαθούσαμε να καταπλήξουμε η μία την άλλη. Είχαμε τα αγαπημένα μας θέματα, τις γυναίκες και τα παιδιά, κατεξοχήν, αν μπορούσαμε να μετρήσουμε πόσες φορές γράψαμε για τις γυναίκες και για τα παιδιά, δεν ξέρω ποια θα κέρδιζε. Διαβάζοντας τα τελευταία της κείμενα διαπίστωσα πως ήταν όλα με θέμα τα παιδιά, μικρά παιδιά, έναν παιδί ηθοποιό που είχε δει στο θέατρο, μεγάλα παιδιά, φίλες των θυγατέρων της που έψαχναν για δουλειά.  Η προστατευτική αυτή στάση, η μητρική θα έλεγα, ήταν πολύ χαρακτηριστική της, αλλά δεν έμοιαζε καθόλου με την κλασσική προστατευτική στάση των γονιών ή των μεγάλων φίλων που ξέρουμε. Ήταν ένα χαρμάνι εντελώς ιδιαίτερο, που έχει να κάνει με την εποχή που μεγαλώσαμε, τα ιδανικά που είχαμε την εποχή που συναντηθήκαμε με τη Μαργαρίτα, στα 18 μας χρόνια.

 

Ήταν το 1971, τέτοια εποχή, φθινόπωρο. Είχαμε περάσει στη Νομική Θεσσαλονίκης, η κολλητή μου κι εγώ, εκείνη την είχε βάλει πρώτη προτίμηση κρυφά, εγώ ευτυχώς είχα μόλις γλυτώσει την Αθήνα, και το λέω γιατί για μας είχε τεράστια σημασία να φύγουμε από το σπίτι των γονιών μας, και δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Ήμασταν λοιπόν πανευτυχείς έξω από τη γραμματεία της Σχολής, είχαμε πάει πρώτη μέρα, κι είχαμε σταθεί στην ουρά για εγγραφές όλο χαρά και κέφι, κι εκεί ήρθε μια παρέα νεαρών και άρχισε να μας κολλάει. Βρεθήκαμε να κουβεντιάζουμε, μάλλον να ανταλλάσσουμε πειράγματα. Πού μένετε, πάρτε μας για συγκάτοικους, σιγά μη σας πάρουμε, μήπως μια φίλη μας που ψάχνει σπίτι; Έχετε φίλη ή μας δουλεύετε; Περιμένετε να τη φωνάξουμε! Φύγανε, περνούσε η ώρα και δεν εμφανίζονταν, ψέμματα έλεγαν για τη φίλη σκεφτήκαμε εμείς. Όμως εμφανίστηκαν μετά από κάμποση ώρα κουβαλώντας τη Μαργαρίτα στους ώμους όπως σηκώνουν τους παίκτες που βάζουν γκολ στο ποδόσφαιρο και κάνουν το γύρο του θριάμβου. Αξέχαστη εμφάνιση ανάμεσα στο πλήθος από πρωτάκια.

Ήρθε να μείνει στο σπίτι μας, είχαμε μια κρεβατοκάμαρα που περίσσευε, έφερε μια βαλίτσα, κι άπειρες παρέες αγοριών που γνώριζε από την Αθήνα. Εμείς μπροστά της ήμασταν σα χαζές, άβγαλτες, αδέξιες, φοβισμένες, αν και γεμάτες επιθυμίες και φιλοδοξίες. Βυθιστήκαμε στο πλήθος που εκείνη προσέλκυε, και στις συζητήσεις που εκείνης της άρεσαν. Αν και τόσο πλούσια σε πείρα και γνωριμίες, δεν ήταν δεσποτική καθόλου, ανάμεσα μας κυριαρχούσε ένα είδος καθημερινού διαγωνισμού ελαφρότητας. Αστειευόμασταν με τα πάντα, χωρίς να χάνουμε το σεβασμό για ό,τι άξιζε να σέβεται κανείς, ισορροπούσαμε τη στάση μας ανάμεσα στην κριτική και την αναζήτηση εκείνου που άξιζε. Δεν μπορώ πια να μεταφέρω εύκολα το κλίμα της εποχής εκείνης, την καθημερινότητα της φοιτητικής ζωής επί χούντας. Κάναμε πολλές φιλοσοφικές συζητήσεις, Ένα απ’ τα αγαπημένα θέματα της Μαργαρίτας ήταν η ελευθερία. Μπορούσε να διατηρήσει το άτομο την εσωτερική του ελευθερία ζώντας σε δικτατορικό καθεστώς; Περνούσαμε νύχτες άυπνες να συζητάμε, να αναλύουμε. Η Μαργαρίτα ήταν σα λαγωνικό ιδεών περί ελευθερίας. Μάθαινε πρώτη τις συγκλονιστικές ιδέες που κυκλοφορούσαν τότε στην Ευρώπη, στο Παρίσι κυρίως, ανέλυε τον Σάρτρ, μιλούσε για τη σκέψη του Φουκώ πχ, πριν εμείς πληροφορηθούμε καν την ύπαρξη του.

Στο σπίτι μας ήταν σπάνιο να συναντήσεις λιγότερους από δέκα ανθρώπους ανά πάσα στιγμή. Η Μαργαρίτα ενορχήστρωνε όλο εκείνο το πλήθος με απέραντη ηρεμία, σιγουριά και χάρη. Ήταν το εντελώς αντίθετο μου, εγώ έκανα φασαρία ενώ ήμουν δειλή, ανασφαλής, και νευρική. Μιλούσα πολύ, άνοιγα την καρδιά μου πανεύκολα, ζητούσα βοήθεια όποτε κάτι μου συνέβαινε, κυρίως από κείνη. Εκείνη άκουγε, όχι μόνο εμένα φυσικά, άκουγε τους πάντες. Είχε άπειρη ώρα και υπομονή ν’ ακούει τον καθένα. Με ύφος ανάλαφρο, μ’ ένα κούνημα του χεριού της, έδιωχνε τα προβλήματα, πρότεινε τις λύσεις.

-Μη δίνεις σημασία μου έλεγε για όσα με πλήγωναν, με βασάνιζαν και με ταλαιπωρούσαν. Μη δίνεις σημασία, έγινε η φράση φυλαχτό.

 Ήθελα να μάθω να μη δίνω σημασία σε ό,τι δεν άξιζε.  Επιπλέον, ήθελα να γίνω σαν εκείνη. Να μπορώ να μιλώ ήρεμα, να ακούω προσεχτικά, να αντιμετωπίζω ψύχραιμα και με χιούμορ τις δυσκολίες. Την έφερνα στο νου όταν δυσκολευόμουν, εδώ τι θα έκανε προσπαθούσα να σκεφτώ. Κι είχα τη φιλοδοξία κάποτε  να μου ανοίξει κι εκείνη την καρδιά της, να μπορέσω κι εγώ μια φορά να της φανώ χρήσιμη. Αλλά αυτή την πολυτέλεια δεν την πρόσφερε η Μαργαρίτα εύκολα.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ήταν μάλλον καταπληκτικό που μπορούσε να είναι και εξαιρετική φοιτήτρια, αλλά συνέβαινε και αυτό. Θα μπορούσε να είχε γίνει καθηγήτρια στη Νομική, κάτι τέτοιο φανταζόμουν εγώ όταν έφυγε για μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία, αλλά δεν έγινε. Η αγάπη της για την ελευθερία κάτι άλλο της υπαγόρευσε, και στράφηκε σταδιακά σε δουλειές που είχαν περισσότερη σχέση με το γράψιμο, έτσι που βρεθήκαμε ξανά μαζί στις εφημερίδες. Περίπου την ίδια εποχή δεσμευτήκαμε στο ρόλο της μητέρας, κι εκεί είδα τη Μαργαρίτα να συνδυάζει όλη εκείνη την αναζήτηση περί ελευθερίας με τις ανάγκες της αγάπης και της προστασίας. Ήταν βέβαια κάτι που έζησε έντονα η γενιά μου, πώς οι ακραίες και ασυμβίβαστες φεμινίστριες που υπήρξαμε, φιλοσοφικά τουλάχιστον, έγιναν οι πιο προσεκτικές, ενίοτε κι οι πιο προστατευτικές μητέρες, οι πιο αφοσιωμένες σύντροφοι. Θα μπορούσε να είναι μυθιστόρημα ποταμός η απάντηση στο ερώτημα αυτό, και το αφήνω ανοιχτό για να το βρει όποιος ενδιαφέρεται και μπορεί να ρωτήσει και να μάθει.

Η φιλία μας, από τα 18 μας χρόνια, μέχρι τα 63 μας, φέτος το Φεβρουάριο που πέθανε, έμεινε ζωντανή, και πάντα εγώ έβρισκα σοφία κι ανακούφιση κοντά της, και πάντα ήθελα να την κάνω να μου μιλάει περισσότερο για την ίδια, να μη μ’ αφήνει συνέχεια εμένα να λέω, να μου ανοίγει κι εκείνη την καρδιά της.

Την τελευταία φορά που την είδα μου έκανε ένα δώρο, κάθισε και μου διηγήθηκε με το νι και με το σίγμα τα τελευταία τηλεφωνήματα που είχε με την κόρη της από το Λονδίνο, όλες τις λεπτομέρειες, πώς είχε βρει δουλειά, τι της είχε πει, τι είχε συμβεί, όλα. Με τις ώρες. Είχα βουρκώσει από χαρά, ήταν σα να γιορτάζαμε. Κάτι που συνέβαινε κατά κάποιον τρόπο, αλλά δεν το ξέραμε. Ήταν η τελευταία φορά που την είδα.

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

Μοναξιές, Μαργαρίτα



Στη στήλη αυτή κάθε Παρασκευή έγραφε ως τώρα η Μαργαρίτα Κουλεντιανού. Ξεκινήσαμε κι οι δυο να γράφουμε στην εφημερίδα αυτή μόλις εκδόθηκε, εκείνη πιο κοντά στις πολιτικές της θέσεις απ’ ό,τι εγώ. Παράλληλα γραψίματα, σε πολλά συμφωνούσαμε, σε μερικά συμπεράσματα διαφωνούσαμε. Από τότε που γνώρισα τη Μαργαρίτα, ακόμα ήταν χούντα βαθιά κι ήμασταν πολύ νέες, αυτό συνέβαινε, ποτέ δεν συμφωνήσαμε εντελώς στο τι κόμμα θα ήταν καλό να ψηφίσουμε π.χ, ή να συμμετέχουμε,  και ποτέ δεν τσακωθήκαμε στ’ αλήθεια για τα πολιτικά. Ήμασταν κι οι δυο αριστερές, σε πολλά διαφωνούσαμε, ωστόσο ήταν αδύνατον να τσακωθείς μαζί της, κι εγώ που εύκολα ερχόμουν σε σύγκρουση με τον καθένα, που παθιαζόμουνα και φώναζα, έβρισκα σ’ εκείνην το δάσκαλο των επιχειρημάτων που διατυπώνονταν ήρεμα κι αργά, με σιγανή φωνή, και κάθε αγανάκτηση, κάθε είδους πάθος, ξεφούσκωνε μπροστά στην ακαταμάχητη αταραξία της. Πάντα καταλήγαμε σε γέλιο συμφιλίωσης. Ο τρόπος της με αφόπλιζε, απέφευγα να συζητάω πράγματα για τα οποία ήθελα να διατηρήσω τη γνώμη μου, ξέροντας τις δικές της αρετές και τις δικές μου αδυναμίες.
Έγραψε για χιλιάδες πράγματα,  στην Ελευθεροτυπία κι εδώ, για τις γυναίκες και τα παιδιά περισσότερο, τους αδύναμους της ανθρωπότητας εν γένει. Ενίοτε κάναμε διάλογο μέσω  κειμένων,  πολύ περισσότερο έξω απ’ αυτά.  Κάτι από την ευγένεια και τη μεγαλοψυχία της έβγαινε στα γραπτά της, αλλά η γοητεία της προσωπικής παρουσίας, εκείνο το γέλιο, οι αδιόρατες κι όμως εκφραστικές  γκριμάτσες αντί για λέξεις που ακόμα δεν έχουν επινοηθεί, οι λεπτές κινήσεις, η διακριτικότητα που εξομολογούσε, η παρηγοριά που δεν κριτίκαρε, η υπομονή κι η κατανόηση,  δεν έχουν πουθενά καταγραφεί,  στις εφημερίδες,  στα βιβλία που μετέφρασε, μια ιδέα μόνο πέρασε στα δικά της. Από πού αντλούσε τόση περηφάνεια κι αρχοντιά, απορούσα πάντα. Δεν κατέληξα, ήταν προϊόν του περιβάλλοντος, της φωτεινής Αθήνας του 60, της οικογένειας, της τάξης, ή των νεράιδων που μοιράζουν τις χάρες αυθαίρετα;
Έφυγε ξαφνικά από τη ζωή, απροειδοποίητα, εν μέσω σχεδίων για βόλτες, ταξίδια στην ξένη πόλη που ζουν τώρα και των δυο μας τα παιδιά,  νέες δραστηριότητες. Από τα δεκαοχτώ μας την είχα πάντα δίπλα μου, ακόμα κι όταν έλειπε, να μου εξηγεί και να μου παρουσιάζει τον κόσμο, όμως δεν πρόλαβα να γίνω ο άνθρωπος που ήθελα, με αφήνει στη μέση. Μοναξιές, όπως είχε γράψει δηλώνοντας μια μοναδική φορά ανάγκη για παρέα. 
 https://www.efsyn.gr/arthro/monaxies-margarita

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

Στο ένα χέρι το τσιγάρο

Περπατάμε στην Εγνατία και σε ακούω να μιλάς. Μου εξηγείς κάτι, με το ένα χέρι συνοδεύεις την εξήγηση, με το άλλο κρατάς το αιώνιο τσιγάρο.  Μια μέρα, έτσι όπως περπατούσαμε οι δυο μας στην αιωνίως συννεφιασμένη τότε Θεσσαλονίκη, μια γυναίκα σου είχε βάλει τις φωνές. Ή μήπως ήταν άντρας, δεν θυμάμαι πια. Εκείνο που δεν θα ξεχάσω ποτέ ήταν ο τρόπος που στάθηκες στη μέση του δρόμου κι άρχισες να του εξηγείς τα περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το δικαίωμα  να καπνίζεις στη μέση του δρόμου, μ' εκείνη τη σιγανή, την υποβλητική, τη μαγική για μένα φωνή. Κι εκείνος να φωνάζει βέβαια, άντρας θα πρέπει να ήταν. Ή ίσως να είχε γίνει η ίδια σκηνή και με γυναίκα. Κι εγώ να σε τραβάω, τι χαλάς τα λόγια σου με τον κάθε μαλάκα; Αλλά  έτσι ήσουν, δεν περιφρονούσες κανέναν, κι ας ήταν βασική συνταγή παρηγοριάς για τους άλλους να μας λες να περιφρονούμε μερικούς. Μία από τις πολλές αντιφάσεις που χτίζανε τη γοητευτική προσωπικότητά σου.
Ήσουν ταυτόχρονα ειρωνική και τρυφερή. Σνομπ κι όμως ευγενική με τον καθένα. Αστεία και σοβαρή, δεν άφηνες ποτέ στόμφο να σε πτοήσει, ακόμα κι αν ήταν κάτι που θάμπωνε εκ πρώτης όψεως. Αποδομούσες τα σπουδαιοφανή και πρόσεχες τα ασήμαντα και περιφρονημένα. Στήριγμα για τους διπλανούς, για όποιον τυχερό βρισκόταν στο δρόμο σου. Και ταυτόχρονα μέτρο για όσους αποφάσιζαν ότι θέλουν να σου μοιάζουν.
Εγώ ήθελα να σου μοιάζω, σε θαύμασα από την πρώτη στιγμή που σε  είδα. Σε φέρανε σηκωμένη στους ώμους η αγοροπαρέα, σα θεά, κι έμεινα άφωνη να κοιτάζω αυτό το απίστευτο θέαμα.  Από εκείνη τη στιγμή περάσαμε μαζί τα φοιτητικά μας χρόνια. Μέσα στη θλίψη που σε χάνω, σκέφτομαι πόσο τυχερή ήμουν που σε συνάντησα, κι έζησα τόσα χρόνια το προνόμιο της φιλίας μας, Μαργαρίτα μου.
Ήμασταν ήδη τρεις κοπέλες στο διαμέρισμα εκείνο. Από το ίδιο σχολείο και άρτι αποφοιτήσασες, ελαφρώς χάπατα δηλαδή, μην πω βαρέως. Εσύ ήσουν ένα χρόνο μεγαλύτερη, ψημμένη. Είχες δώσει Ιατρική την πρώτη φορά. Έπρεπε να έχεις επιμείνει με την Ιατρική, σκέφτομαι τώρα, τόσα χρόνια μετά. Σου ταίριαζε, πέρασες τη ζωή σου να γιατρεύεις ψυχικά τους ανθρώπους γύρω σου. Και τώρα που έπεσες στην ανάγκη των γιατρών, δεν μπορούν να κάνουν τίποτε για σένα.
Γελάω πολύ όταν θυμάμαι την πρώτη είσοδο σου στο σπίτι μας, στο δωμάτιο που σου προτείναμε. Ήταν μια σκοτεινή κρεβατοκάμαρα, άδεια τελείως, μ' εναν γυμνό γλόμπο να κρέμεται απ' το ταβάνι. Εμείς είχαμε στα δωμάτια μας από ένα μεταλλικό ντιβάνι με στρώμα μπαμπακένιο, από κείνα τα ριγέ, και στην κουζίνα μοιραζόμασταν ένα τραπέζι από φορμάικα και μια ξύλινη καρέκλα για την καθεμία. Ψυγεία, τηλέφωνα, τηλεοράσεις, δεν υπήρχαν. Στάθηκες λοιπόν στην πόρτα εκείνου του άδειου δωματίου, γέρνοντας νωχελικά όπως συνήθιζες, σήκωσες το χέρι, το λεπτό κομψό χεράκι σου, και δήλωσες ότι θα έφερνες μια διπλή ντουλάπα με καθρέφτη, διπλό κρεβάτι ξύλινο και πολυέλαιο, για να δείξει το δωμάτιο. Είχαμε μείνει ξερές οι τρεις μας. Κι ήρθες με τη βαλίτσα σου, η οποία παρέμεινε το μόνο έπιπλο σου για όλον τον καιρό. Βρήκαμε κι ένα στρώμα, κι ένα μεγάλο πήλινο κεσέ γιαουρτιού για να μην καίγεσαι από τα τσιγάρα που έσπερνες παντού.
Ωστόσο μέσα στο απερίγραπτο χάλι εκείνου του δωματίου εσύ τον είχες τον πολυέλαιο, το πολυτελές κρεβάτι, και τους καθρέφτες σου νοερά. Η αρχοντιά σου ακτινοβολούσε όπου και να βρισκόσουν, ό,τι και να φορούσες. Κάθε σου κίνηση ήταν έργο τέχνης, κάθε σου λέξη ήταν ευγένεια.
Κι ήμουν εγώ τότε σαν παραζαλισμένο κοτόπουλο, από το σπίτι του υπερφοβισμένων υπερπροστατευτικών γονιών μου στη δυνατότητα να ζήσω επιτέλους μόνη μου στο μεγάλο άγριο κόσμο. Εκείνα τα λιμασμένα αγόρια που σε φέρανε σα θεά μπροστά μας την πρώτη μέρα της καινούργια μας ζωής, για να μας κάνουν καμάκι, ήταν  άγγελοι προστάτες.


Προσηλώθηκα επάνω σου και μαθήτευσα στον τρόπο που είχες ν' αντιμετωπίζεις τους ανθρώπους. Ποτέ δεν έγινα τόσο γενναιόδωρη, ποτέ δεν υπήρξα τόσο περήφανη, τόσο δοτική στους άλλους και τόσο τσιγκούνα να μοιραστώ δικά μου προβλήματα, όπως ήσουν εσύ. Σε στιγμές δύσκολες, μεγάλης αμηχανίας, σκεφτόμουν: τι θα έκανε τώρα η Μαργαρίτα, ας φανταστώ πως είμαι εκείνη! Αλλά εγώ δεν έκρυβα τόσο ζηλότυπα τις στεναχώριες μου, ζητούσα βοήθεια, ενώ εσύ ποτέ. Θα ήταν προσβολή ακόμα και να υποθέσουμε ότι χρειαζόσουν κάτι. Ή θα έπρεπε κάπως να το πλασάρουμε, σαν επιλογή ενός αστείου μεταξύ άλλων, πράγμα που ήθελε ταλέντο που δεν διέθετα. Ίσως το είχαν άλλες φίλες.
Έτσι όπως ήσουν με όλους τρυφερή και διαθέσιμη, κι έτσι όπως εγώ πάσχιζα να είμαι διακριτική, δεν κατάφερα ποτέ να σε διεκδικήσω όσο θα ήθελα. Δεν σε έπεισα να πάμε αρκετές βόλτες, αρκετές εκδρομές, αρκετά ταξίδια. Δεν σε χόρτασα ποτέ αγαπημένη μου. Γελούσες όταν στο έλεγα βέβαια,  δεν παρέλειπα να στο λέω.
 Προσπαθώ ν' ακούσω το γέλιο σου. Θέλω να μάθω να γελάω όπως εσύ με κάθε έντονη έκφραση συναισθημάτων. Εσύ, η πλουσιότατη, ο Μπιλ Γκέιτς της αγάπης, γελούσες με κάθε έκφραση συναισθηματισμού. Θα γελάω, αλλά θα τα λέω τα συναισθήματα μου. Θα τα λέω και θα ξαναγελάω. Πολύ γέλιο. Πολύ σε αγαπούσα. Γέλα όσο θέλεις.

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

I still love Πρωτομαγιά

Μ’ αρέσει πολύ η Πρωτομαγιά. Μ’ αρέσει αποβραδίς, όταν πέφτει η νύχτα δροσερή και φαντασιώνομαι πως κόβω λουλούδια από κήπους της Κυπριάδου. Δεν το έχω κάνει ποτέ, αλλά έτσι αποφάσισα ότι πρέπει να συμβαίνει, όταν έμαθα από τη φίλη μου τη Μαργαρίτα πως πρέπει να κλέβεις τριαντάφυλλα την παραμονή της Πρωτομαγιάς για να φτιάξεις το στεφάνι την άλλη μέρα.
Εκείνο που έχω κάνει την παραμονή της Πρωτομαγιάς ήταν να κυκλοφορήσω με τραμ στη Βιέννη, το 1967, με τους γονείς μου. Είχε γίνει μόλις η χούντα στην Ελλάδα, κι ήμασταν πολύ δυστυχείς οικογενειακώς, και κοιτάζαμε με ζήλια τις παρέες των νεαρών που μπαινόβγαιναν στο τραμ κρατώντας πανό, που γελούσαν και χαιρετιόντουσαν κλείνοντας ραντεβού για την επόμενη μέρα. Κι ήταν μυρωμένος ο αέρας. Σα να κόβεις λουλούδια στην Κυπριάδου.
Ήμουν δεκατεσσάρων χρονών, είχα απίστευτη λαχτάρα να τρέξω κι εγώ στους δρόμους με πανό, το περίμενα πώς και πώς, το θεωρούσα το άκρον άωτον της ελευθερίας και της απόλαυσης, και ξαφνικά είχε γίνει δικτατορία. Και σα να μην έφτανε αυτό, είχαμε βρεθεί και στη Βιέννη για λόγους υγείας, να πρέπει να βλέπουμε τη βιεννέζικη Πρωτομαγιά.
Δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου τέτοιο θέαμα, δεν έχω συγκλονιστεί ξανά με συγκέντρωση κόσμου, όπως αυτή η Πρωτομαγιά που έτυχα στη Βιέννη το 1967. Θα πρέπει να είχε κατέβει ο μισός πληθυσμός της, δεν ήταν και καμιά μεγάλη πόλη. Περνούσαν και περνούσαν οι άνθρωποι κι εμείς κλαίγαμε οικογενειακώς παρακολουθώντας τους από το πεζοδρόμιο. Κλαίγαμε, γιατί όλοι αυτοί φωνάζανε ένα σύνθημα, ένα και μοναδικό που δεν σταμάτησαν να το φωνάζουν από το πρωί μέσα στον ήλιο, ως το βράδυ που νύχτωσε:
Freiheit in Griechenland!
Ελευθερία στην Ελλάδα!
Περνούσαν και περνούσαν κι ήταν ατέλειωτοι, όλοι με τα συνδικάτα τους και τα ρούχα της δουλειάς. Οι γιατροί με τις άσπρες μπλούζες, οι νοσοκόμες με τις στολές, οι εργάτες με τις φόρμες τους, τα κράνη τους, οι φοιτητές με τα κανονικά τους ρούχα, όλοι συντεταγμένοι, κρατώντας γαρύφαλλα και φορώντας διάφορες κόκκινες κονκάρδες, κι όλοι με την ίδια φράση, την ίδια φωνή, το ίδιο σύνθημα, τον ίδιο θυμό: Ελευθερία στην Ελλάδα! Τους έβλεπες κι έλεγες, πόσο θα κρατήσει η χούντα, δεν θα αντέξει, θα τη ρίξει η πνοή αυτού του κόσμου!
Περπατούσαμε κι εμείς πάνω –κάτω μέσα στον κόσμο αυτό, προσπαθούσαμε να καταλάβουμε, κανείς μας δεν ήξερε γερμανικά, ξαφνικά βλέπουμε μια φωτογραφία μπροστά στο Δημαρχείο τους, μια κατασκευή είκοσι μέτρα ύψος τουλάχιστον που έδειχνε έναν άντρα, «Ο Γλέζος! μου λέει ο πατέρας μου, έχουν φωτογραφία το Γλέζο!»
Κι έτσι έμαθα μαζεμένα εκείνη τη μέρα, πρώτα λίγες λέξεις στα γερμανικά, κι ύστερα ποιος ήταν ο Γλέζος, τι είχε κάνει, καθώς και ποιοι ήταν οι Βιεννέζοι, για τους οποίους έχω ακούσει έκτοτε του κόσμου τα κλισέ και τις προκαταλήψεις, κι έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως εκείνη τη μέρα, αν και υπάρχουν έλληνες παντού, θα πρέπει να ήμασταν οι μόνοι που την είδαμε, εκείνη την Πρωτομαγιά.
Έχω πάντα μια προσδοκία την Πρωτομαγιά. Ακόμα και τώρα που έχω σιχαθεί τις πορείες και δεν υπάρχει περίπτωση να με πας ούτε δεμένη σε διαδήλωση, κάτι μέσα μου τραγουδάει και χοροπηδάει στους δρόμους. Κάτι μέσα μου ακόμα ελπίζει τη συμφωνία με κάποιο πλήθος, τη βάπτιση στη συλλογική ψυχή. Αθάνατο αριστερό φολκλόρ. Καλύτερα θα μάθαινα χορό, να ήξερα πώς τελετουργικά εκφράζεται η ανάγκη αυτή και ικανοποιείται.
Βγαίνω και μαζεύω λίγα λουλούδια, το έχω γυρίσει πλέον στο παγανιστικό, με τα παιδιά έφτιαχνα στεφάνια όσο ήταν μικρά, σήμερα φτιάχνω ένα μπουκέτο και θυμάμαι την Αλίκη που είχαμε κάνει μαζί εκδρομές, είχαμε πλέξει στεφάνια, κι είχαμε πλέξει επίσης προσδοκίες και βεβαιότητες για τις συγκινήσεις της φιλίας μας, αν μη τι άλλο. Με πιάνει ξαφνικά μια αμφιβολία, της είχα πει για κείνη την Πρωτομαγιά στη Βιέννη, την Freiheit in Griechenland και το πορτρέτο του Γλέζου; Μα βέβαια θα της είχα πει, είχαμε φλομώσει η μια την άλλη με παλιές ιστορίες, άρα δεν έχει νόημα να αμφιβάλω. Θα τηλεφωνιόμασταν και θα θυμόμασταν διάφορα σήμερα, αλλά δεν είμαι θλιμμένη καθώς τη σκέφτομαι, κοιτάζω τη φωτογραφία της και σχεδόν μιλάμε.
Πέρσι τέτοια εποχή ήμασταν στο Εδιμβούργο, και επισκεφτήκαμε φίλους σε ένα σπίτι που είχαμε μείνει πριν οκτώ χρόνια με ανταλλαγή, στην Κάρολ. Η Κάρολ, με την οποία αλληλογραφούμε, μας πήγε στην πλατεία της γειτονιάς της και μας έδειξε κάτι γλάστρες με ανθισμένες πρίμουλες. «Αυτές τις φύτεψα εγώ μαζί με τις φίλες μου» μας είπε.
Νομίζω ότι θα μου άρεσε πολύ να φυτέψω μια μέρα γλάστρες μαζί με τις φίλες μου σε μια πλατεία της Αθήνας. Μπορεί να ακούγεται πολύ ταπεινή ως προσδοκία, αλλά πλέον μου αρκεί. Κι ας ειρωνεύονται οι φίλοι επαναστάτες τους Ατενίστας.
Καλά κουράγια. Ο μήνας θα είναι δύσκολος, με εξαιρετική παραγωγή κακογουστιάς, ως συνήθως.

Κίτρινο γρασίδι

 Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...