Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βενετια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βενετια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Βενετία, Βενετία, ωραιότης και λατρεία

Campo S Ternita, από το παράθυρο μας
Ξυπνάω στις 7 το πρωί από το φως στο δωμάτιο και δεν θυμάμαι πού βρίσκομαι. Α ναι, στη Βενετία. Σηκώνομαι και κοιτάζω λίγο από το παράθυρο. Η ομορφιά σου πληγώνει τα μάτια. Είναι ένα μικρό campo εκεί έξω, ασήμαντο, άγνωστο, με ένα κανάλι στην άκρη, μια γέφυρα, ένα μοναστήρι στο βάθος, ένα καμπαναριό, όλα τόσο όμορφα, που σου κόβεται η ανάσα.
Ντύνομαι και βγαίνω έξω, περπατώ για ώρα σε δρόμους έρημους. Κάνει κρύο, ο κόσμος δεν έχει ετοιμαστεί, δεν έχει βγει έξω, οι πλάκες είναι γεμάτες νερά. Αλλά θα έχει λιακάδα. Σιγά- σιγά αρχίζω να ακούω πάνω από κεφάλι μου παράθυρα να ανοίγουν. Ξυπνάνε οι άνθρωποι και πρώτη δουλειά να κάνουν το οφθαλμόλουτρό τους. Να ανοίξουν τα παράθυρα τους και να αντικρίσουν το κομμάτι της πόλης που τους αναλογεί. Να πάρουν μια βαθιά ανάσα από τον αέρα της.
Αχ να μπορούσα αυτές τις εικόνες που φτιάχνουν οι τοίχοι των σπιτιών, τα παράθυρα και οι πόρτες, οι γέφυρες και οι στέγες, τα καμπαναριά και οι καμινάδες, οι πλάκες στο έδαφος, τα χρώματα που έχουν βάλει, να μπορούσα όλες αυτές τις εικόνες να τις ρουφήξω, να με διαπεράσουν, να με δυναμώσουν, να αντέξω την ασχήμια της Αθήνας.
Αχ να μπορούσαν να την σβήσουν την ασχήμια της Αθήνας από το μυαλό μου. Να μπαίνανε μέσα μου σα μια ταπετσαρία που θα στρωνόταν πίσω από αυτά που πρόκειται να αντικρύσω αφότου φύγω, να γίνονταν μια διάφανη κουρτίνα που να μην αφήνουν άσχημους δρόμους να περνάνε στο οπτικό μου πεδίο με την ίδια δύναμη. Να αποκτούσαν αντοχή στο χρόνο, να πολλαπλασιάζονταν στην ένταση, να ρίζωναν σα δεύτερη φωνή, δεύτερη οθόνη σε κάθε γωνιά της Αθήνας που θα κοιτάξω από δω και μπρος.
Campo S Stefano
Γεμίζουν τα στενά, πυκνώνουν τα πλήθη. Κόσμος πάει κι έρχεται. Ένας στους τρεις διαβάτες στη Βενετία σέρνει μια βαλίτσα. Άλλος ένας –στους τρεις- ψάχνει να βρει το δρόμο με ένα χάρτη. Ο τελευταίος χαζεύει γύρω του. Συνέχεια διασταυρώνεται κανείς με ανθρώπους θαμπωμένους, χαμένους,  μετακινούμενους. Περνάνε ενθουσιώδεις φασαριόζικες παρέες γάλλων, ζευγάρια γερμανών, ογκώδεις ορθόστητοι αμερικάνοι, σχολεία ολόκληρα ακόμα  κι από την Ελλάδα. Τη χρεωμένη Ελλάδα. Γιαπωνέζοι απτόητοι, η χώρα τους καταστρέφεται κι αυτοί φωτογραφίζουν τη Βενετία. Κινέζοι που ξεχωρίζουν από τους Γιαπωνέζους επειδή είναι πιο απεριποίητοι, άβαφες οι γυναίκες, λιγότερο καλοζωισμένοι. Οικογένειες με μωρά στα σακίδια. Γριές σε καροτσάκια. Όλοι πρέπει να δουν τη Βενετία. Όλοι δικαιούνται να την περπατήσουν μια φορά, να πάθουν το σοκ της ομορφιάς, να προσπαθήσουν να αναλογιστούν τη ζωή στους αιώνες της ακμής της και να ζαλιστούν. Να τους πάρει ο καημός που δεν καταφέρνουν να την απαθανατίσουν ολόκληρη στις μηχανές τους, που δεν την ήξεραν ως τώρα, που θα φύγουν σε τρεις μέρες, που δεν μπορούν να μάτια τους να τα καταγράψουν όλα. Ύστερα να αφεθούν να παρασυρθούν από τις βιτρίνες και να ηρεμήσουν χαζεύοντας τσάντες, φουλάρια, μάσκες και γυάλινα μπιζού, ή τρώγοντας παγωτά και σάντουιτς.

Έτσι είναι. Η Βενετία ανήκει στην ανθρωπότητα. Κι η ανθρωπότητα την πλημμυρίζει αχόρταγα, την περπατάει, γελάει, τη χαζεύει, τη θαυμάζει, και φεύγει παίρνοντας για πάντα μαζί της τον καημό που δεν θα ζήσει άλλο στα στενά και στα κανάλια της, όχι πιο πολύ από δυο, τρεις μέρες.

Κι οι ντόπιοι τι κάνουν; Συντηρούν τα αρχαία σπίτια τους, φοράνε γαλότσες στην Άκουα Άλτα, βγάζουν βόλτα το σκύλο τους, δουλεύουν στα ξενοδοχεία, τα μουσεία, τα εστιατόρια, τα μαγαζιά. Τι έχουν παραπάνω από μας και δικαιούνται τη Βενετία;
Di ponte del'  Academia
Θα πρέπει η πόλη αυτή να μοιράζεται σε περισσότερους, με δικαιοσύνη. Κάθε μήνα να αλλάζουν οι κάτοικοι. Να παίρνουν μέρος οι άνθρωποι όλου του κόσμου σε μια λοταρία με κέρδος την παραμονή ενός μήνα στη Βενετία, πληρώνοντας τους λαχνούς που θα βοηθούν τη συντήρηση, και να αλλάζουν διαρκώς. Να είναι μάθημα στα σχολεία όλου του κόσμου, πώς θα βοηθήσετε τη Βενετία αν σας τύχει να πάτε εκεί, και να ξέρουν όλοι τι θα πρέπει να κάνουν, από μικρά παιδιά, όπως ξέρουν οι Ιάπωνες τι να κάνουν για το σεισμό. Να ξέρουν οι άνθρωποι τι να κάνουν αν τους τύχει η λοταρία. Ε, θα υπάρχουν και οι ειδικοί φυσικά που θα μένουν λίγο παραπάνω, αλλά θα εναλλάσσονται όλοι γενικά, θα πρέπει συνεχώς να εναλλάσσονται.

Πηγαίνω προς το παλιό μας σπίτι (μου αρέσει αυτό: το παλιό μας σπίτι, λες και μείναμε κανένα χρόνο εδώ τουλάχιστον) Τρεις εβδομάδες ήταν όμως γεμάτες. Περνώ το Ζανίπολο, αυτή την πλατεία με την πρόσοψη της Scuola grande di San Marco, χαστούκια ομορφιάς στο περπάτημα, συγγνώμη για την έκφραση, πώς να το πω αυτό το αισθητικό σοκ που δημιουργείται σε κάθε στροφή του κεφαλιού, σε κάθε βήμα; Περνώ το γεφυράκι, βρίσκομαι στα καναλάκια που συχνά περνούσαμε πρόπερσι το καλοκαίρι. Θυμάμαι το δρόμο, τα μαγαζιά. Ύστερα περιπλανιέμαι προς το Ριάλτο, βγαίνω στη Σάντα Σοφία και μπαίνω στη γόνδολα για την αγορά, σαν γνώστης πια, σαν βενετσάνα. Μια ριπή φωτός και λάμψης του Κανάλ Γκράντε, μια ακόμα προσπάθεια να αρμέξουν τα ματάκια μου αυτή τη λαμπρότητα, ύστερα χαζεύω στην αγορά.
Campo S Vio
Τι ωραία κόκκινα μαρούλια έχουν οι άτιμοι! Και μικρές αγκινάρες που επιπλέουν στο νερό, έτοιμες, καθαρισμένες. Τελευταίας εσοδείας, τα διαφημίζουν.
Απομακρύνομαι, δεν κάνει να φάω λαχανικά. Εγώ δεν είμαι τελευταίας εσοδείας. Θα τα ψώνιζα όλα αν μπορούσα, και θα έπρεπε να γυρίσω σπίτι, για να μην τα κουβαλάω.
Σκέφτομαι, καλά που έχω δει όλα τα μουσεία, τα βασικά δηλαδή, έτσι δεν χρειάζεται να δω κανένα, όχι επειγόντως τουλάχιστον. Μπορώ να γυρίζω και να χαζεύω στους δρόμους μέχρι τελικής πτώσεως.

Canal al Dorsoduro
Πίνω ένα καφέ στο Κάμπο σαν Στέφανο. Ο σερβιτόρος βλέπει που φωτογραφίζω διάφορους διαβάτες, προτείνει να με βγάλει κι εμένα φωτογραφία. Του λέω στην αρχή ότι δεν θέλω να βγω, ύστερα αλλάζω γνώμη. Με βγάζει μία φωτογραφία. Τον λένε Βαλεντίνο, με πληροφορεί και είναι από μια παραθαλάσσια πόλη 150 χλμ μακριά. Δουλεύει το χειμώνα εδώ, το καλοκαίρι στην πόλη του. Κάθε μέρα κάνει τη διαδρομή με το τρένο.
Στη γέφυρα της Ακαδημίας στέκομαι πολλή ώρα. Χαζεύω τη θέα κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή τηλεφωνάει ο Μ. Κρατάω το τηλέφωνο και ακουμπώ στο ξύλινο κάγκελο, γλιστράω το χέρι στη μπάρα που έχουν βάλει για βοήθεια σε καροτσάκια, μιλάω βουτώντας στο θέαμα του Κανάλ Γκράντε τα μάτια, ανταλλάσσουμε το θαυμασμό μας για την πόλη. Έχει ζήσει στην Ιταλία,έχει σπουδάσει, όπως πολλοί φίλοι. Κάποτε η Ιταλία ήταν πολύ σημαντική για μας. Μαθαίναμε ιταλικά τραγούδια, τα τραγουδούσαμε και τα χορευαμε, βλέπαμε ταινίες του Φελίνι, του Παζολίνι, τόσων άλλων. Εγώ έμαθα ιταλικά από θαυμασμό στη γλώσσα αυτή, στην κουλτούρα αυτή, δεν είχα άλλο λόγο. Ο Μ διηγείται ότι έφερε τις κόρες του με πλοίο να δουν τη Βενετία, κι η μεγάλη του κόρη, που παριστάνει την αδιάφορη και τη μπλαζέ σε ό,τι της δείχνει εκείνος, όταν ήρθε εδώ, είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.
  
 Έτσι είναι. Η Βενετία ανήκει στους γονείς. Να τη δείχνουν στα παιδιά τους, να τους μαθαίνουν ότι εδώ που τα φέρανε, σε αυτό τον πλανήτη, άξιζε τον κόπο. Που τον κυριάρχησαν οι άνθρωποι. Άξιζε τον κόπο. Που συσσώρευσαν πλούτη. Αλλά άξιζε τον κόπο. Που ήσαν άπληστοι, αρπαχτικοί, ληστές, πειρατές, πλιατσικολόγοι, όπως εξάλλου και οι άλλοι πριν από αυτούς, που έγιναν άποικοι, έμποροι, εκμεταλλευτές, καπιταλιστές, κλπ, κλπ. Ωστόσο, είναι απλό, κοιτάξτε αυτή την πόλη, αμέσως αποδεικνύεται ότι παρόλ’ αυτά άξιζε τον κόπο.
Α χρυσή εποχή που ζούμε, να μπορούμε να περπατάμε στην πόλη –φάντασμα και να είμαστε ζωντανοί, να τρώμε παγωτά, σπαγγέτι, να κοιμόμαστε στα κρεβάτια, να πλενόμαστε σε μπάνια υπερσύγχρονα, σα να μη συμβαίνει τίποτε. Δεν είναι πια η ισχυρή βασίλισσα των θαλασσών. Όλη η εξουσία της έχει γίνει παραμύθι, μόνο το κέλυφος έμεινε, ανοιχτή εκτίθεται κάθε μέρα στους ξένους, όλοι αυτοί που θα ήταν κάποτε εχθροί, είναι απλώς προσκυνητές της.
Mosaico al San Marco
Καλές οι σκέψεις, αλλά προσοχή, τα μικρά δρομάκια της Βενετίας σου καταπίνουν τη μέρα χωρίς να το καταλάβεις. Ξεκινάς ας πούμε για ένα σημειο της πόλης που ξέρεις ότι χρειάζεσαι μια ώρα για να φτάσεις, άντε και άλλη μια ώρα τις πρώτες μέρες που χάνεσαι συστηματικα, και νομίζεις ότι υπολόγισε εντάξει. Αμ δε!
Νυχτώνει κι ακόμα ψάχνεσαι, ξεχνάς για πού είχες φύγεις.
Καλύτερα τον πρώτο καιρό να έχεις πολύ χαλαρούς στόχους.
Έτσι την πρώτη μέρα κάνω έναν άσκοπο γύρο. Επιστρέφω  από το Σαν Μάρκο. Μπαίνω μέσα και ξεκουράζομαι λίγο στα στασίδια του, είναι η μόνη μεγάλη εκκλησία που δεν έχει εισιτήριο. Και δεν έχει ούτε μεγάλη ουρά αυτή την ώρα. Πληρώνεις μετά, αν θέλεις να δεις τα μπρούτζινα άλογα, το θησαυρό, ή την χρυσή pala, πώς τη λένε στα ελληνικά;
cinesa felice
Δεν θέλω να τα δω αυτά ξανά, μόνο να περπατήσω στο κυματιστό πάτωμα, που είναι σαν ακίνητη θάλασσα και νομίζεις ότι σε χορεύει σα να είσαι παιδί και να σε κάθισε παιχνιδιάρικα ο ναός στα γόνατά του. Μόνο να αναπαυτώ λίγο στις καρέκλες, κλέβοντας, όπως και οι άλλοι που αναπαύονται, λίγες στιγμές απο τις ιεροτελεστίες των εντεταλμένων ιερέων και τελεταρχών. ΄

Βγαίνω μετά στη Riva dei Schiavonni, είναι νομίζω το σημείο που αν δεν έχεις λιγωθεί ακόμα επαρκώς, λιγώνεσαι οριστικά. Και καθώς στέκεσαι λίγο στην ανοιχτωσιά της Ρίβας και κοιτάζεις προς τον Σαν Τζόρτζο Ματζόρε και τη Τζουντέκα, σε πλημμυρίζει πλέον η ικανοποίηση ότι αυτό είναι, έφτασες σε πλήρωση, αυτή τη στιγμή μετά από τόσο περπάτημα, καθώς κι ο ήλιος αποσύρεται αργά, μπορείς να κλείσεις με πληρότητα το πρόγραμμά σου, έκανες το καθήκον σου και η ανταμοιβή σε περιμένει…
Αλλά δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση βεβαίως, που σου προσφέρει η κούραση της μέρας για να αναλάβεις και να ξεκινήσεις την επαύριο με νέες δυνάμεις τη συσσώρευση εικόνων της Βενετίας.
Vicino a Rialto, in fronto di Palazzo Loredan Piscopia





Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Το βάδισμα της Αντζουλίνας

Τη Βενετία θα τη δω μόνη μου
Πήγα να δω τον «Τουρίστα», επειδή διάβασα ότι δείχνει ωραία τη Βενετία. Αλλά η Βενετία ήταν άψυχο ντεκόρ, καλύτερα την βλέπεις στο Γκουγκλ ή στο τρισδιάστατο παιχνίδι µε τους δολοφόνους. Ο δε Τζόνι Ντεπ µε απογοήτευσε, έχει παχύνει στο πρόσωπο, αν είναι δυνατόν! Τι τον ταΐζει εκείνη η Γαλλίδα; Η µόνη ωραία ήταν η Αντζελίνα Ζολί, κι ευτυχώς την έδειχνε ο φακός συνέχεια. Κι όσο την έδειχνε και την πλησίαζε και την σχολίαζε και την µελετούσε τόσο ένιωθες ότι είναι αδύνατον να την δεις τελικά. Αλλά αυτό το παιχνίδι τής ανέφικτης θέασης µπορεί να µας ρίξει νοερά στα µαύρα νερά των καναλιών της Βενετίας, γι’ αυτό ας περιοριστούµε στη µελέτη του βαδίσµατος της Αντζελίνας, την ώρα που µπαίνει στο Αρσενάλε ιδίως, σαν φρεγάδα. Αρσενάλε, εξάλλου,θα πει οπλοστάσιο και είναι ναυπηγείο, ταιριάζουν και τα δύο.

Αυτό, λοιπόν, το βάδισµα, αργό, λικνιστικό, µε το στήθος και το κεφάλι ψηλά, είναι το κατ’ εξοχήν αντίθετο του βαδίσµατος όλων των γυναικών που ξέρω, που βλέπω, που συναντώ στη ζωή µου. Από την Κυριακή που πήγα σινεµά, ψάχνω να θυµηθώ έστω µια αληθινή γυναίκα να περπατάει έτσι, και τίποτε. Οι αληθινές γυναίκες τρέχουν και σκύβουν µπροστά, οι ώµοι καµπουριάζουν, τα  πόδια βροντοχτυπάνε, τα χέρια πηγαινοέρχονται. Ξέρω αρκετές µε χαριτωµένο περπάτηµα και στήσιµο, µόνο που δεν είναι αυτό το σχεδόν γκροτέσκο στην τέλεια θηλυκότητά του που είχαν δώσει στην Αντζελίνα οι σκηνοθετικές οδηγίες. Θα µπορούσε να καθιερωθεί µάθηµα σε γυµναστήρια, για να µην πω σε γυµνάσια. Μια ώρα πρακτική την εβδοµάδα σε όλη τη διάρκεια της εφηβείας, δίπλωµα στα δώδεκα χρόνια σπουδών. ∆ιά βίου επανάληψη ανά διετία. Τελικό αποτέλεσµα, «Το βάδισµα της Αντζουλίνας» (Αντζελίνα δεν γίνεσαι εύκολα, αλλά προσπάθησε για κάτι παραπλήσιο).



Κίτρινο γρασίδι

 Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...