Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

Καρυοθραύστες


Φέτος τα Χριστούγεννα ήταν πολύ της μόδας οι Καρυοθραύστες, αυτά τα ξύλινα στρατιωτάκια με τα γερά σαγόνια και τα τρελά καπέλα που πρωταγωνιστούν στο παραμύθι του Χόφμαν και στο μπαλέτο του Τσαϊκόφσκι. Γέμισε ο τόπος,  βιτρίνες, μαγαζιά, μπαρ, Καρυοθραύστες σε όλα τα μεγέθη.  Χτες βράδυ είδα ολόκληρη συλλογή σ’ ένα ωραίο μπαρ, γεμάτο κόσμο. Σα να έχει εισβάλει  παντού αυτός ο παράξενος στρατός από φρικιά.
Τι είδους γοητεία ασκούν επάνω μας, αναρωτιέμαι εδώ και είκοσι χρόνια τουλάχιστον. Από τότε που τον πρωτοείδαμε στη βιτρίνα της  Kosta Boda, όταν το μαγαζί βρισκόταν στη γωνία Εδουάρδου Λω και Σταδίου, στο καμμένο τώρα Αττικόν. Φευγαλέα τον πρόσεξα εγώ, αλλά ο μικρός μου γιος εντυπωσιάστηκε χωρίς να το πει.
Είχαμε πάει στα γραφεία του Βήματος, να πουν οι δίδυμοι τα κάλαντα στους συναδέλφους του πατέρα τους. Είχαν μαζέψει ένα σωρό λεφτά, ήταν τρισευτυχισμένοι καθώς φεύγαμε όλοι μαζί να γυρίσουμε σπίτι. Φαινόταν εξαιρετικά ωραία η πλατεία Καρύτση μέσα στο κρύο, πορτοκαλί χειμωνιάτικο φως την έλουζε, ή ίσως να ήταν απλώς ο ενθουσιασμός των παιδιών που χοροπηδούσαν μπροστά μας, την είδαμε κι εμείς αλλιώτικη. 
Φτάνοντας στη γωνία βλέπουμε το ένα πιτσιρίκι να ανοίγει αποφασιστικά την πόρτα της  Kosta Boda και να μπαίνει ορμητικός στο μαγαζί, αδιαφορώντας πλήρως αν τον ακολουθούμε. Τι μπορεί να ήθελε σε κατάστημα οικιακών ειδών; Μπήκαμε ξωπίσω του. Προχώρησε στο βάθος, κοντά στη βιτρίνα που φαινόταν από την Εδουάρδου Λω, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών, έδειξε στην πωλήτρια τον Καρυοθραύστη στο ράφι δίπλα της. Εκείνη τον έβγαλε, είπε την τιμή, μας κοίταξε ερωτηματικά. Τα είχαμε λίγο χαμένα. Κοιτούσα το σβερκάκι του σα να το έβλεπα πρώτη φορά, τόσο με είχε εντυπωσιάσει εκείνη η αποφασιστικότητα.
 Πόσο έκανε το ξύλινο ανθρωπάκι, κάτι μεταξύ μπιμπελό και παιχνιδιού; Έφταναν τα λεφτά;  Θα τα ξόδευε όλα σχεδόν, αλλά δεν δίστασε, δεν παζάρεψε, δεν ζήτησε τη βοήθεια, ή τη γνώμη μας. Με τα κέρματα και τα χαρτονομίσματα στη χούφτα έψαξε το ταμείο, ξοπίσω εμείς, παρακολουθούσαμε τη μικρή του χειραφέτηση. Θεωρητικά ήθελα να μεγαλώσω ανεξάρτητα παιδιά, αλλά στην πράξη η ανεξαρτησία τους πάντα με ξάφνιαζε.
Τον έχουμε ακόμα στο σπίτι τον Καρυοθραύστη, ενώ το παιδί μεγάλωσε και ζει μακριά μας. Είναι ο μόνος από τις φιγούρες που έχει διασωθεί, τις τρομερές εκείνες τερατικές φιγούρες που αγάπησε η γενιά των παιδιών μας και άφοβα τις προσέγγιζε. Ή ίσως όχι και τόσο άφοβα, ίσως ακριβώς για να αντιμετωπίσει το φόβο να ζητούσε ακούραστα να εξοικειωθεί μαζί τους. Τι τέρατα παρέλασαν από τα παιδικά δωμάτια, τι εξωγήινοι πάσης φύσεως, παραμορφωμένοι πολεμιστές, δεινόσαυροι βέβαια όλων των ειδών, πλάσματα της μυθολογίας και της λογοτεχνικής φαντασίας, δεν περιγράφεται. Τα έβαλε με όλα τα τέρατα της ανθρωπότητας αυτή η γενιά,  πάλεψε με εξωγήινους  και με  εσώψυχους διαόλους; Δεν ξέρουμε εμείς. Ξεμείναμε με το σουβενίρ που έγινε πια ο ξύλινος κούκλος, ενώ τα παιδιά, άντρες πια, αλλού παλεύουν.
Μάλλον επειδή μεγάλωσαν τώρα αυτά τα παιδιά, γέμισαν τα χριστουγεννιάτικα ντεκόρ με Καρυοθραύστες. Φιγούρα που δένει το παρελθόν, το ζωντανό παιχνίδι από το παραμύθι του Χόφμαν, με τα τέρατα του μέλλοντος, συμφιλίωση των πλασμάτων φαντασίας.
Εμένα πάντα μου θυμίζουν εκείνο το μακρινό απόγευμα, την πλατεία Καρύτση όταν ακόμα ήταν εκεί τα γραφεία του ΔΟΛ, τη γωνία της Σταδίου με το Kosta Boda, το Αττικόν ολόκληρο δίπλα στη Μαρφίν.  Η μνήμη δυσκολεύεται λίγο να στήσει ολόκληρο το τετράγωνο, αλλά επιμένει. Κυρίως στηρίζεται στην εικόνα του πεντάχρονου αγοριού που αποφασιστικά μπαίνει στο αστραφτερό μαγαζί, που διεκδικεί ένα αντικείμενο του δικού μας κόσμου, αυτού που μπορούσαμε τότε να προσφέρουμε, δεν μεγαλώνει ματαίως, κάτι του αρέσει, βρίσκει έναν πειρασμό. Πριν ακόμα καταστραφεί το τετράγωνο ολόκληρο, πριν τιμωρηθεί η λάμψη και η ομορφιά του, ένα παιδί το εκτιμά, μια οικογένεια τρέχει πίσω του χαμογελώντας.


Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017

Του 60 η Ομόνοια

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεκαετία του 60, αλλά πολύ μου αρέσει. Ήμουν τότε παιδίσκη, καταλαβαίνετε. Στην Αθήνα, στο κέντρο, με πήγαινε βόλτα ο μπαμπάς μου κάθε Χριστούγεννα, στο τοπίο που θαυμάζουμε τώρα μόνο από τη φωτογραφία του Μπαλάφα. Ήταν όντως γεμάτη φώτα η Σταδίου και η Πατησίων και η Αιόλου, η οποία δεν ήταν πεζόδρομος, αλλά πεζοδρομούνταν από τους πάγκους που στήνονταν εκεί για τη χριστουγεννιάτικη αγορά. Τα φώτα νικούσαν τρόπον τινα το κρύο, είτε με τη λιγοστή τους θερμότητα,  είτε ζεσταίνοντας τις λαχτάρες και τις αισθήσεις μας. Νομίζαμε ότι μπαίναμε στην καρδιά της πόλης, που δεν ήταν φιλική γενικά για ένα παιδί, ούτε και τότε. Εκείνες τις μέρες όμως σα να γλύκαινε και να άνοιγε χαμογελαστή, σα να μας υποσχόταν ότι θα την είχαμε κάποτε δική μας, ότι θα ήταν ο τόπος όπου θα κινούμασταν κι εμείς με άνεση και θα κατακτούσαμε τα μυστικά και τους θησαυρούς της.  Με τη διαφορά ότι τότε τα παιδιά κυκλοφορούσαμε ακόμα, άρα κι οι γονείς μας θα πίστευαν ότι όσο κι αν ήταν επικίνδυνη και χαοτική, άξιζε τουλάχιστον τον κόπο να τη δει κανείς.
Δεν μπορώ να νοσταλγήσω εκείνα τα Χριστούγεννα, δεν αντέχω ουτε καν να αναλογιστώ την προσδοκία. Δεν μας άρεσε η πολυκοσμία στα λεγόμενα Χαυτεία τότε, πού να φανταστούμε την ερημιά που θα έφερνε η κάποιου είδους γκρίνια. Ποιος γκρίνιαξε, ποιος κατηγόρησε τα χαμηλά καταναλωτικά ένστικτα του λαουτζίκου, κι είκοσι χρόνια μετά βρέθηκε ο εμπρηστής του Μινιόν και του Κατράντζου και των άλλων θεωρούμενων μεγάλων μαγαζιών να τιμωρήσει τις επιθυμίες και τις ψευδαισθήσεις; Κι άλλα σαράντα κοντεύουν να περάσουν κι η περιοχή αντί να συνέλθει, αντί να βρει κουράγιο να στολιστεί, όλο και χειρότερα μιζερεύει. Ποιος θα το φανταζόταν τότε από τα παιδιά που χαζεύαμε την έστω φτηνή της λάμψη, ότι ήταν τόσο εύθραυστη, η θεωρούμενη σκληρή Ομόνοια; Λες και κάθε κουβέντα που είπαμε, κάθε κριτική, κάθε γκρίνια, κάθε εχθρική σκέψη για το δημόσιο χώρο, κάθε πίκρα και κάθε μυστική κατάρα, κάθε στιγμή θυμού, πραγματώθηκε στους τοίχους και τα μαγαζιά της, ενώ δεν μπορεί να πραγματωθεί η μετάνοιά μας, όση έχουμε, αν έχουμε.

Μόνο τσιγγανάκια και μεταναστόπουλα βλέπω πια στα μέρη αυτά, τα μαύρα κι άραχλα, που τους γυρίσαμε την πλάτη. Να ξεγελιούνται άραγε λίγο από τα εναπομείναντα φώτα, να επενδύουν κάποια επιθυμία εδώ, ανάμεσά μας; https://www.efsyn.gr/arthro/toy-60-i-omonoia

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

Ήταν ο Χριστός πρόσφυγας;



Δεν θυμάμαι ποιος πολιτικός είπε για το Χριστό πως ήταν πρόσφυγας, χάθηκε η δήλωση στην καθημερινή ροή παράξενων δηλώσεων, αλλά θα έπρεπε ίσως να το ψάξω, αφού κι εγώ έγραψα κάτι παρόμοιο λίγο πριν τα Χριστούγεννα, ότι ο Χριστός γεννήθηκε από γονείς ταξιδιώτες. Αυτό τουλάχιστον δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς, οι άνθρωποι δεν έβρισκαν πού να μείνουν καθώς ταξίδευαν, ήταν πιασμένα όλα τα δωμάτια εκείνη τη μακρινή νύχτα του έτους 1. Κάπως σαν τώρα στις διακοπές των Χριστουγέννων, πληρότης 100%. Ταξίδευαν για να απογραφούν σωστά στη  ρωμαϊκή επαρχία που ήταν η πατρίδα τους, κι εκεί που πήγαν δεν χωρούσαν. Έτσι βρέθηκαν στο σταύλο, που έγινε μετά σπήλαιο, αλλά μπορεί να ήταν κι από την αρχή σταύλος σε σπήλαιο. Οι αρχαίοι θεοί συνήθιζαν να γεννιούνται σε σπήλαια, εκεί που γεννήθηκε και η τέχνη, όπως ξέρουμε. Ίσως οι αρχαίοι άνθρωποι να συνήθιζαν να κάνουν σταύλους τις σπηλιές που τύχαινε να βρίσκονται δίπλα στο σπίτι τους, ίσως απλώς οι ιστορίες να έπρεπε να υποστούν κάποιες προσαρμογές για να γίνουν πιο ιερές. Καλύτερα να γεννιέσαι σε σπήλαιο, σαν τον Δία και διάφορους άλλους θεούς, αν είναι να γίνεις Θεός με βαθιές ρίζες.
Πάντως δεν είναι τυχαίο που ο Χριστός γεννήθηκε στη διάρκεια μιας μετακίνησης, αν το καλοσκεφτούμε. Η ίδια η θρησκεία ήταν μια μετακίνηση, ένας Μεσσίας των Εβραίων που επικράτησε ως Σωτήρας στους μη Εβραίους κυρίως, μέσα από τα ταξίδια του Παύλου στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, κι ενσωμάτωσε ημερομηνίες και συνήθειες αρχαίων θρησκειών καθώς μετακινούνταν σε κάθε κατεύθυνση. Η αγία εικόνα της γέννησης, μια εικόνα ιερή ούτως ή άλλως για την ανθρώπινη μοίρα, συμπληρώνεται από την έννοια της μετακίνησης. Ταξιδεύοντας οι άνθρωποι έγιναν άνθρωποι, φεύγοντας από την κοιτίδα της Αφρικής, περνώντας στις άλλες ηπείρους, όπου χάθηκαν για αιώνες, για να ξαναβρεθούν στους ιστορικούς καιρούς. Το ταξίδι είναι πάντα δοκιμασία και εμπειρία, αλλαγή και εξέλιξη, γνωριμία και εμβάθυνση. Βλέπεις σήμερα έναν πρόσφυγα που κοιμάται σε παράνομα νοικιασμένο διαμέρισμα και ποιος ξέρει, μπορεί σε λίγα χρόνια να έχει στήσει μαγαζάκι στο Βερολίνο, ή να έχει ανακαινίσει τα πορθμεία της Σουηδίας, ως ειδικός στα περάσματα, λέμε τώρα. Είναι μικρή η στιγμή που στέκεται εξαθλιωμένος, έκθετος στον οίκτο ή το φόβο σου, κι εσύ νομίζεις ότι μπορείς να τον κάνεις κάτι, να τον στεγάσεις- ταΐσεις – εγκαταστήσεις -εκμεταλλευτείς- ξαμολήσεις στην Ευρώπη ως όπλο εναντίον της-  ενώ εκείνος βρίσκεται κιόλας αλλού, νοερά τουλάχιστον, ανεξάρτητος και έτοιμος να ανακαλύψει τις δικές του δυνάμεις.
Σε κάθε περίπτωση, χρόνια πολλά σε ντόπιους και περαστικούς, τα καλύτερα να βρίσκονται μπροστά μας.


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Αγαπημένη γιορτή

Άρχισε η μέρα να μεγαλώνει μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο που μόλις πέρασε. Στις μεγάλες αυτές χειμωνιάτικες νύχτες οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τη γέννηση του Μίθρα. Στο σχολείο μαθαίναμε ότι οι Ρωμαίοι είχαν πολύ συγκινηθεί με τον ελληνικό πολιτισμό, για τις ανατολικές θρησκείες δεν μας έλεγαν. Φαίνεται ότι είχαν κι αυτές τη γοητεία τους, η οποία επίσης κατέκτησε τους κατακτητές. Αν το καλοσκεφτείς, οι Ρωμαίοι θα μπορούσαν να είναι εξίσου οπαδοί του Αχούρα Μάζδα, και ο Νίτσε τότε δεν θα είχε γράψει το “Τάδε έφη Ζαρατρούστρα” αλλά το“Τάδε έφη Ιωάννης” ή κάτι παρεμφερές. Όμως κέρδισε η θρησκεία του ταξιδιώτη Παύλου που δεν μπορούσε να περιμένει, πήγε κατευθείαν στην πρωτεύουσα να βρει την τύχη του. Και τη βρήκε με το παραπάνω. Κι αυτός και οι ξενοδόχοι που ζουν μια ξανακερδισμένη άνοιξη με τον θρησκευτικό τουρισμό.
Σε κάθε περίπτωση τα Χριστούγεννα ενώνουν όλο τον κόσμο, και τους θρήσκους και τους μη θρήσκους που οφείλουν να παραδεχτούν ότι οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν ακριβώς τη στιγμή που γεννιέται ο Χριστός, δηλαδή τη στιγμή που γεννιόταν ο θεός του ήλιου, κι αυτό μας φέρνει ενώπιον μιας πραγματικότητας που δεν έχουμε αντιμετωπίσει με αρκετή ταξική ανάλυση: υπάρχει μια διαφορά στο νότιο ημισφαίριο, όπου οι εποχές είναι ανάποδα. Αυτοί του νοτίου είναι καταπιεσμένοι πολιτιστικά από εμάς του βορείου. Μπορούμε να λέμε πως τους δώσαμε τα φώτα, αλλά θα μας απαντούν πως δεν τα χρειάζονταν, διότι κάνουν τα μπάνια τους στους ωκεανούς τους την εποχή που εμείς τουρτουρίζουμε γύρω απ' τη φάτνη. Μας εκδικούνται όμως πλημμυρίζοντας με φωτογραφίες αγιοβασίληδων που φορούν μαγιώ και άλλα τέτοια απαράδεκτα. Τι να κάνουμε; Είναι το τίμημα της ανωτερότητάς μας.
Νότιοι καλοκαιρινοί αγιοβασίληδες και αγιοβασίλισσες μπορεί να μας θυμίζουν την ασωτεία του καλοκαιριού, την ανεμελιά και τη ρηχότητά της. αλλά εμείς πάντα θα ξέρουμε, κάθε Χριστούγεννο, ότι είμαστε αρχαιότεροι, βαθύτεροι, στοχαστικότεροι, ιστορικότεροι από τους νότιους. Που δεν μας ρώτησαν καν για να γίνουν τόσο νότιοι. Αν οι Ρωμαίοι είχαν κατακτήσει και το νότιο ημισφαίριο θα είχαν σίγουρα απελπιστεί από την ποικιλομορφία της γης και δεν θα είχε κανείς αυτοκράτορας ποτέ την ιδέα να ενώσει όλους τους λαούς του σε μια θρησκεία, καθιερώνοντας για κάθε βασιλιά Ήλιο την ίδια γιορτή. Και τώρα δεν θα ξέραμε τη συνταγή για τα μελομακάρονα. Πιθανότατα.
Πλανητικά, αστρολογικά ου μην αλλά και αστρονομικά, θρησκευτικά και κοσμικά, τα Χριστούγεννα είναι μαγικά. Ευχές για πετυχημένες γιορτές, πολλά κάλαντα, καλά μαγειρέματα, σωστές δόσεις ζάχαρης, τέλειο φούσκωμα, κι έχει ο θεός, καθώς κι η επιστήμη.



Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

Πιστεύω στα Χριστούγεννα


Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βηθλεέμ τη πόλει
οι ουρανοί αγαλλονται
χαίρε η φύσις όλη.
Τα δυο αδερφάκια αλβανικής καταγωγής που ξέρω από μωρά, με μάθανε καλά. Μου τα τραγούδησαν ολόκληρα τα κάλαντα κι ανταμείφθηκαν αναλόγως. Ποιος ξέρει τι θα λένε μεταξύ τους για μένα, αυτή είναι πολύ χριστιανή! Έχω και κάτι εικόνες στο χωλ, πού να φανταστούν το δικό μου σύμβολο πίστεως. Χρηματοδότησα και φέτος τα γενναία μικρά που μου χτύπησαν την πόρτα, παιδιά μεταναστών όλα, τους έδειξα πώς να κρατάνε σωστά το τρίγωνο, τους προμήθευσα κορδελίτσες, τα κέρασα μελομακάρονα. Σε άλλες συνθήκες, σε άλλους καιρούς μάλλον, θα ήμουν πολύ θρήσκο άτομο, το έχω καταλάβει. Καθολική θα μου πήγαινε νομίζω, να φοράω και μαύρες δαντέλες στα μαλλιά, και γενικά να εκδηλώνομαι περισσότερο και να ψάλλω τακτικά αυτούς τους δυτικούς ύμνους που μ’ αρέσουν.  
Οχι καλέ δεν πιστεύω στο Χριστό, ούτε και στο θεό, πόσο μάλλον. Πιστεύω όμως στα παιδιά που λένε κάλαντα. Αφού το λένε πως γεννάται, έτσι είναι. Μέσα στη μεγάλη νύχτα γεννιέται ο θεός του ήλιου. Πιστεύω στην αναβίωση πανάρχαιων εθίμων. Ας ξέρουμε ότι κανένας δεν γεννιέται, υποδεχόμαστε το θείο βρέφος με ενθουσιασμό. Πιστεύω στις γιορτές, στην ανθρώπινη σοφία που έφτιαξε τα ημερολόγια, παρατήρησε τον ήλιο και άναψε φώτα, έμαθε να ελπίζει, να προγραμματίζει τη χαρά, έμαθε να χορεύει και να τραγουδά. Πιστεύω στους χορούς και στα τραγούδια. Επίσης στο κρασί, στο τσίπουρο και στο ουίσκι. Πιστεύω με φανατισμό στα μανταρίνια και στα ρόδια.
Πιστεύω στα έλατο που μένει πράσινο, πιστεύω στα στόλίδια που κρεμάμε κάθε χρόνο για να φέρουν αφθονία και γενναιοδωρία. Πιστεύω στα μελομακάρονα, τα γλυκά που έτρωγαν στις γιορτές των μακάρων, για τους νεκρούς που γαλήνεψαν, και πάλι φαγητό τους φτιάχνανε, γλυκό για τη μακαριότητα. Δεν πιστεύω αντίθετα στους κουραμπιέδες, αλλά δεν ξέρω γιατί. Είναι θέμα γούστου. Πιστεύω φυσικά στο γούστο, καθώς και στην καλλιέργεια του γούστου.
Με δυο λόγια δεν πιστεύω στο Χριστό, αλλά πιστεύω στα Χριστούγεννα με πάθος και αφοσίωση. Και κάθε χρόνο αλλάζω το σύμβολο της πίστεως αυτό, αν και στα βασικά του σημεία μένει το ίδιο. Είναι σωστό να είναι στον πληθυντικό, χωράνε μέσα τόσες ποικιλίες.
Χρόνια πολλά, ευχές για καλυτέρευση της ζωής, καλλιέργεια της ψυχής, του πνεύματος και του σώματος, ευχές για εξάσκηση στη βελτίωση των ανθρωπίνων σχέσεων καθημερινά για όλο το χρόνο.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=20908

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Τα κάλαντα του Καλομοίρη, άλλος καημός μεγάλος...

 
Τα κάλαντα του Καλομοίρη τα τραγουδούσε η χορωδία στο σχολείο, σε κάθε χριστουγεννιάτικη γιορτή. Στο Γυμνάσιο της Αηδονοπούλου που πήγαινα, είχαμε μια χορωδία, στην οποία η καθηγήτρια της Ωδικής δεν προσπάθησε ποτέ να με βάλει. Τα κορίτσια που συμμετείχαν μπορούσαν να φεύγουν απο το μάθημα όποτε τις φώναζαν, προς μεγάλη ζήλεια των υπολοίπων. Διάλεγαν συνήθως τις καλύτερες μαθήτριες, αλλά ήμουν κι εγώ στις καλύτερες μαθήτριες. Και δεν ζήλευα που έφευγαν απο το μάθημα, ζήλευα που τραγουδούσαν. Ήθελα τόσο πολύ να τραγουδήσω! Στις εκδρομές ξελαρυγγιαζόμουν, ήξερα απ' έξω τα περισσότερα τραγούδια, και δεν κουραζόμουν να συνεχίζω όταν οι άλλες είχαν πια βραχνιάσει, αλλά η χορωδία είχε μείνει άβατο για μένα. Μυστήριο πράγμα.
Αυτά τα κάλαντα ειδικά με ξετρέλαιναν. Τα έλεγε η χορωδία με δυο φωνές, εκστασιαζόμουν. Πήγαινα σπίτι και τραγουδούσα μόνη και τις δυο φωνές. Τόσα χρόνια μετά τα τραγουδάω κάθε Χριστούγεννα μόνη μου, πράγμα που δεν είναι και τόσο εύκολο. Όσο περνάνε τα χρόνια το τραγούδι γίνεται όλο και πιο πολύ νοερό, δηλαδή τραγουδάω απο μέσα μου.
Αναρωτιέμαι αν κάποια απο τις άλλες τυχερές καλλίφωνες της χορωδίας τα θυμάται ακόμα και τα τραγουδάει ποτέ αυτά τα κάλαντα. Κι ακόμα δεν καταλαβαίνω, μετά απο τόσα χρόνια, γιατί δεν είχα βρει το θάρρος να πω και να επιμείνω ότι ήθελα να πάω στη χορωδία. Αν εκείνη η καθηγήτρια με είχε λιγουλάκι ενθαρρύνει, θα είχα γίνει τραγουδίστρια. Αλλά φαίνεται δεν με συμπαθούσε. Οι μόνες καθηγήτριες που με συμπάθησαν στο σχολείο ήταν οι φιλόλογοι. Έτσι έγινα γραφιάς. (και το τραγούδι έχασε μια σπουδαία ερμηνεύτρια).
Επειδή δύσκολα ξαναμαζεύεται η χορωδία του σχολείου, τ' ακούω σ' αυτή την εκτέλεση με τα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ στο Μέγαρο Μουσικής, μουσικη διευθυνση του Μιχαλη Οικονομου και σολίστ τον βαρύτονο Χαρη Ανδριανο και τις σοπράνο  Κίρα Λαμπρακη και Χριστινα Πουλιτση.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Άγιο κιτς σε περιμένω…

Μέσα στο σκοτάδι το γωνιακό μπαλκόνι μας οδηγεί. Αγγελάκια, αγιοβασίληδες, κεράκια, αστεράκια, λαμπιόνια πάσης φύσεως. Και τι δεν έχει επάνω, όλα τα φωτεινά αντικείμενα που πουλήθηκαν εν Ελλάδι την τελευταία εικοσαετία. Είναι ορόσημο της γειτονιάς, δειγματολόγιο της αγοράς και μου ζεσταίνει την καρδιά. Το λατρεύω όπως αρμόζει στα είδωλα της μεγαλύτερης νύχτας του χρόνου. Είναι κρύα, είναι σκοτεινή, είναι ανελέητη, αλλά τα φωτάκια παρηγορούν, το φως θα ξανάρθει. Γεννιέται στην ίδια την καρδιά του σκοταδιού, την πιο μεγάλη νύχτα του χρόνου, όπως γεννιόταν ο θεός του ήλιου, της φωτιάς, του φωτός, που κάποτε λεγόταν Μίθρας, και προηγουμένως κάπως αλλιώς.
Ποιοι το εμπνεύστηκαν πρώτοι δεν θα μάθουμε ποτέ, αν ήταν στα ασιατικά υψίπεδα που κατάλαβαν το πέρασμα του χρόνου, που έδωσαν όνομα και σχήμα ανθρώπου στο φως και την ενέργεια, ή κάπου αλλού. Εκεί πάνω πάντως θα έκανε κρύο αρκετό για να τους  κατέβει η ιδέα με μερικά από τα συμπαρομαρτούντα που ακόμα μας παραστέκουν, τα φώτα, τις μικρές φλόγες, τις μεγάλες μαζώξεις, ίσως και το πρώτο χοιρινό. Ύστερα ήρθαν οι Ρωμαίοι με τις αυτοκρατορικές μανίες, να αποκτήσουν μια θρησκεία που θα μπορούσε να ελεγχθεί κεντρικά, που θα τις περιείχε όλες, προηγούμενες κι επόμενες. Κι ο κλήρος έπεσε στο Χριστιανισμό, ο οποίος τα περιέλαβε όλα, ήθελαν δεν ήθελαν. Τα γενέθλια του Μίθρα έγιναν γενέθλια του Χριστού, μέσα στη μεγάλη νύχτα αυτός είναι που γεννιέται και το άστρο οδηγεί τους μάγους του προηγούμενου θεού στην κούνια του. Ακαταμάχητος, αφομοιώνει τις λατρείες και τις φιλοσοφίες, φέρνει το φως μέσα στη μεγάλη νύχτα και την άνοιξη, όταν μεγαλώνει η μέρα, φέρνει το σκότος του θανάτου, έστω κι αν τελικά ανασταίνεται, κλέβοντας πάλι τις γιορτές των παλιών θεών. Γι αυτό μαζεύει στη φάτνη του τα πάντα, δεν υπάρχει παιχνιδάκι και στολιδάκι που να μην καταδέχεται. Κουκλίτσες, ξωτικά, νεραϊδούλες, μαγισούλες, ταμπούρλα, μπάλες, σβούρες, να γυρίζει ο χρόνος, να γυρίζει η γιορτή, όλα τα καλά μέχρις αηδίας. Τίποτε δεν είναι αρκετό για τα Χριστούγεννα. Όσα τραγούδια κι αν υπάρχουν, κάπου κρύβονται περισσότερα. Όσα φαγητά κι αν μαγειρευτούν, όσα φώτα κι αν ανάψουν, κάτι διαφεύγει, κάτι φωτεινό και μαγικό, κάτι άπιαστο και νοσταλγικό. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να αντισταθεί σ’ αυτή τη γιορτή, κι όσοι τη βαριούνται κάποτε έρχεται η στιγμή που μεταμελημένοι προσκυνούν τα μελομακάρουνα. Είναι αταβιστική ανάγκη η άτιμη, είναι η μνήμη του είδους.
Καλά όλ’ αυτά, αλλά σε μας εδώ παραμένει άλυτη η μεγάλη απορία: τι θα γίνει με τον Άγιο Βασίλη; Θα μετακομίσει στα Χριστούγενννα, ή θα αντισταθούμε στην παγκοσμιοποίηση και θα τον κρατήσουμε με νύχια και με δόντια στην Πρωτοχρονιά;


http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=11238

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Ελαφρά πέφτει το χιόνι

Όταν ήμουν παιδί περνούσαμε γερμανικά Χριστούγεννα, αλλά δεν το ήξερα. Νόμιζα ότι όλοι έκαναν όπως εμείς, δηλαδή στόλιζαν το ψεύτικο χάρτινο έλατό τους και άκουγαν γερμανικά τραγούδια με παιδικές χορωδίες στο ηλεκτρόφωνο τους. Η αυταπάτη άρχισε να διαλύεται όταν κάποιος μεγάλος με κοίταξε μια μέρα βλοσυρά και μου είπε: «Το έλατο είναι γερμανική συνήθεια!»
Τι κακό κι αυτό, να είναι το έλατο γερμανική συνήθεια! Και πού να το υποπτευτούμε, όταν το κατεβάζαμε κάθε χρόνο από το πατάρι μετά μεγάλης προσοχής και συγκινήσεως, και στην αρχή φαινόταν σαν ένα παλούκι άχαρο, κι ύστερα σιγά- σιγά, καθώς ανοίγαμε ένα- ένα τα κλαριά και στρώναμε στο καθένα μια λουρίδα βαμβάκι, και μετά βάζαμε τα στολίδια και τα λαμπάκια, κι αφού τελικά το τυλίγαμε με ένα διάφανο αφράτο υλικό που δεν έχω ξαναδεί από τότε, το λέγαμε πάχνη κι έκανε τα φώτα να θαμπώνουν σαν μέσα από ομίχλη, καθόμασταν να το χαζεύουμε με τις ώρες μαγεμένοι, και μας φαινόταν σαν ένα όνειρο που ζωντάνεψε μέσα στο σπίτι μας από τα ίδια μας τα χέρια; Κι εκείνα τα γυάλινα στολίδια που ήταν τότε πανάκριβα, και τρέμαμε μη σπάσουν, και βέβαια πάντα έσπαγαν, τι λαχτάρα, τι ομορφιά τι δέος.
-Οι Έλληνες δεν είχαν έλατο, είχαν καραβάκι, απεφάνθησαν οι λαογράφοι. Και μέσα στη λαογραφική μας μανία απαρνηθήκαμε το έλατο και βαλθήκαμε να ανακαλύπτουμε τα καραβάκια των άλλων. Γιατί εμείς καραβάκι δεν είχαμε, ούτε κι είχαμε δει κανένα να κυκλοφορεί, όταν ήμασταν παιδιά.
Σα να μην έφτανε το έλατο, είχαμε κι εκείνο το δίσκο με τα Weihnachtslieder, θυμάμαι τον τίτλο κι ας μην ήξερα γερμανικά. Κάποια παιδική χορωδία τραγουδούσε έξι τραγούδια, και μας ξετρέλαινε. Δεν υπήρχε άλλο τραγούδι να αγάπησα με τέτοιο πάθος όσο αυτά τα έξι χριστουγεννιάτικα, με τα παιδάκια της χορωδίας της Βρέμης νομίζω. Από το πολύ παίξιμο ο δίσκος είχε καταγρατζουνιστεί, αλλά επέζησε μέχρι την εποχή των ψηφιακών μετατροπών, και τον κατέγραψε ο αδερφός μου σε σιντί μια μέρα, με όλα του τα σκρατς σκρουτς. Είναι θαύμα πώς πέρασε τόσες δεκαετίες, αλλαγές στα γούστα μας, μετακομίσεις, νεανικές απορρίψεις των Χριστουγέννων, κι εκ νέου εκτίμηση και ανακάλυψη τους.
Και είναι τώρα τόσο εύκολο να βρίσκεις τα λόγια των τραγουδιών στο Ιντερνετ με ένα κλικ, κι όλες τις εκτελέσεις που θες. Πόσο είχα βασανιστεί να αποστηθίσω τα λόγια τους σε μια γλώσσα που δεν ήξερα! Διαλέγω αυτή την εκτέλεση, σε μια πλατεία με κόσμο. Ελαφρά πέφτει το χιόνι, λέει το τραγούδι. Leise rieselt der Schnee. Το έχει τραγουδήσει και η Μούσχουρη, αλλά μου άρεσε περισσότερο αυτή η νεαρή.
Να λεω πως μεγάλωσα στο χωριό της γιαγιάς μου;
Ευτυχώς τώρα πια κανείς δεν επιμένει για τα έλατα πως είναι γερμανική συνήθεια, κανένας μεγάλος δεν θα μπορεί να πει στα σημερινά παιδιά κάτι τέτοιο, ειδικά όταν υπάρχουν ολόκληρα ελληνικά χωριά που ζουν από την καλλιέργεια ελάτων για τα Χριστούγεννα. Το έλατο είναι παγκόσμιο έθιμο προ πολλού.
Αντίθετα με τα τραγούδια, το ελατάκι μας χάθηκε. Αντεξε ολόκληρη την παιδική μας ηλικία, κι ύστερα θα το πέταξε η μητέρα μου. Τώρα αγοράζουμε κάθε χρόνο ένα αληθινό έλατο, που είναι πανέμορφο και χωρίς στολίδια. Θα μπορούσα μάλιστα να τροποποιήσω τις αναμνήσεις μου, αντί για το πατάρι στο τριάρι μας να ονειρεύομαι πως κατεβάζαμε το έλατο απο κάποιο βουνό και το στήναμε στη μονοκατοικία μας. Θα πρέπει να ανεβαίνω κάθε χρόνο τέτοιο καιρό στην Πάρνηθα ίσως, για να φτιάξω παραστάσεις. Kαλή ιδέα δεν είναι αυτή;


Nα και οι νότες για αρχαρίους
Kι αν σας αρέσει να τραγουδάτε όπως εμένα, να και τα λόγια του τραγουδιού:
 Leise rieselt der Schnee
Still und starr ruht der See
Weihnachtlich glänzet der Wald
Freue dich, Christkind kommt bald


In den Herzen ist's warm
Still schweigt Kummer und Harm
Sorge des Lebens verhallt
Freue dich, Christkind kommt bald


Bald ist die heilige Nacht
Chor der Engel erwacht
Hört nur wie lieblich es schallt
Freue dich, Christkind kommt bald

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Ξεστόλισμα του δέντρου

Έφτασε η δύσκολη στιγμή που πρέπει το χριστουγεννιάτικο δέντρο να ξεστολιστεί και να κατέβει στο πεζοδρόμιο. Θα προτιμούσα να το αφήσω έτσι μέχρι το Πάσχα, είναι τόσο πετυχημένο με τα στολίδια του. Κρέμονται πάνω του αποκτήματα από διάφορες περιόδους της οικογενειακής ζωής και της ανάπτυξης του γούστου παιδιών και μεγάλων. Οι μπάλες που θύμιζαν εκείνες που είχαμε οι μεγάλοι όταν ήμασταν παιδιά. Ένα μαδημένο εξωτικό πτηνό με μανταλάκι, το μόνο γνήσιο απομεινάρι μας. Διάφορες τσίγκινες μινιατούρες παιχνιδιών κινέζικης κατασκευής, οι Κινέζοι είναι εκπληκτικοί στο να ικανοποιούν κάθε γούστο. Μάλλον όλα τα πραγματάκια του δέντρου πρέπει να είναι κινέζικα, ακόμα και κάτι σικ στολίδια που αγοράσαμε μια χρονιά που μας είχε πιάσει μανία να επιδείξουμε υψηλό γούστο (αλλά την επόμενη χρονιά μας πέρασε η μανία) Εξαιρούνται τα ρώσικα παιχνίδια που πουλούσαν κάποτε οι Πόντιοι στις αγορές. Και το ίδιο το δέντρο φυσικά, γνήσιο τέκνο του Χολομώντα, το οποίο πέρασε κι εφέτος τη δραματική περιπέτεια που περνούν όλα τα έλατα από τα χρόνια του Άντερσεν και μετά. Αυτή τη μεταφορά από την απλότητα της φύσης στην ψεύτικη λαμπρότητα των ανθρώπων, στην εκμετάλλευση, στη χρησιμοποίηση που τελειώνει στα σκουπίδια. Πάντως για λίγες μέρες έζησε κι αυτό την εφήμερη δόξα που περιγράφει ο παραμυθάς. Μας εξασφάλισε τη διακόσμηση αληθινών γιορτών, το αντάμωμα της οικογένειας και την αναβίωση μιας ατμόσφαιρας σπατάλης που είναι η ίδια η λειτουργία του. Τα έβγαλε τα λεφτά του με το παραπάνω. Εδώ που τα λέμε θα του άξιζε κάτι καλύτερο από το να το στήσουμε στο πεζοδρόμιο έτσι γδυμένο, αλλά τι τελετουργίες να χωρέσεις σε τόσο στενά μέρη; Πάλι καλά που μπορέσαμε να το
φέρουμε για λίγο στη ζωή μας.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 10 Ιανουαρίου 2011
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4612205

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Πληθυντικός των Χριστουγέννων

Tώρα στολίζουμε αληθινό έλατο
Κάθε Χριστούγεννα στην παιδική μου ηλικία, κατεβάζαμε από το πατάρι ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο με ξύλινο κορμό και συρμάτινα κλαριά ντυμένα με πράσινο χαρτί, τα οποία δίπλωναν στον κορμό για να μην πιάνουν χώρο. Ένα αντικείμενο σα μακρύ αδράχτι που με προσεκτικές κινήσεις, ανοίγοντας ένα- ένα τα κλαριά, το μεταμορφώναμε σε έλατο με άψογο τριγωνικό σχήμα. Ύστερα ομόρφαινε με  γυάλινες μπάλες που δεν έπρεπε να σπάσουν αλλά πάντα έσπαζαν, μπαμπάκι στρωμένο στα κλαριά και κάτι σαν γυαλιστερή ομίχλη τριγύρω. Αυτή η γεμάτη ευλάβεια ιεροτελεστία, μη χαλάσει το δέντρο, μη σπάσουν τα στολίδια, αυτή η μεταμόρφωση έμοιαζε τόσο πολύ λατρευτική από μόνη της. Λατρεύαμε κάτι μεγάλο, δεν μπορούσε να είναι μόνο η γέννηση του Χριστού. Αργότερα έμαθα ότι τη μέρα αυτή, ή μάλλον τη νύχτα αυτή του χειμερινού ηλιοστασίου γιορτάζονταν πανάρχαιες γιορτές, τα γενέθλια του Μίθρα θεού του ήλιου μεταξύ άλλων, κι άλλες που έχουν να κάνουν με το φως, το λίγο και πολύτιμο φως του χειμώνα που όμως υπόσχεται την αργή έλευση του καλοκαιρινού ήλιου. Ακόμα και τώρα Δρυίδες, λέει,  στην Αγγλία, κόβουν το γκι, κι αναρωτιέμαι αν καταλαβαίνουν ότι αρνούμενοι τη ρωμαϊκή παράδοση των Χριστουγέννων ξαναγυρίζουν σε αυτή μέσω παγανιστικών γιορτών, γιατί κι αυτή τι έκανε; Πήρε τις πανάρχαιες γιορτές και τις έκανε χριστιανικές. Κι από τη Ρώμη τα Χριστούγεννα κατέκτησαν τον κόσμο, γιατί είναι ακαταμάχητα σαν τη μεγάλη νύχτα του χειμώνα,  σαν την αργή έλευση του φωτός.
Πόσο τα αγαπώ τα Χριστούγεννα, έτσι στον πληθυντικό, γεμάτα από τη μυστική μαγεία και το δέος των αρχαίων, γεμάτα από όλων μας τις παιδικές παρηγοριές, τις παιδικές βεβαιότητες ότι ανήκουμε σε κάτι μεγάλο και έξω από μάς καθώς φτιάχνουμε το δέντρο, λέμε κάλαντα, τρώμε γλυκά. Καλά Χριστούγεννα, παγκόσμια και ιδιαίτερα, στον πληθυντικό των ανθρώπων.
Δημοσιεύτηκε σΤΑ ΝΕΑ στις 22 Δεκεμβρίου 2010
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4610051

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

Αμφιθυμία εορταστική

Δεν έχω ξαναδιαβάσει άλλη χρονιά τόσο πολλές ομολογίες ανθρώπων που σιχαίνονται τα Χριστούγεννα. Δεν έχω καθυστερήσει άλλη χρονιά τόσο πολύ να αγοράσω δέντρο. Δεν έχω φτάσει σε Παραμονή Χριστουγέννων με λιγότερο κέφι από φέτος, και δεν είμαι η μόνη κατά πώς φαίνεται. 

Υπάρχει μια διάχυτη ακεφιά, και πώς να μην υπάρχει; Όταν οι γειτονιές ακόμα ζέχνουν από τα σκουπίδια που δεν μπορούν να μαζευτούν, κι η πολιτική ζωή στενάζει από τα χρέη του κράτους που ούτε κι αυτά μπορούν να μαζευτούν, και τις αντιφατικές δηλώσεις. Αν υπήρχε λίγη αποφασιστικότητα στην ατμόσφαιρα μπορεί να ήταν καλύτερη η εορταστική διάθεση, αλλά έχεις κι αυτά τα ναι μεν αλλά, και θα πάρουμε μέτρα αλλά δεν μπορεί να μας κυβερνάνε οι Βρυξέλλες (τι κρίμα ωστόσο, γιατί αυτές τουλάχιστον μπορεί να έκαναν το θαύμα, να κυβερνούσαν δηλαδή, αν και υποπτεύομαι πως δεν τις ενδιαφέρει) και άντε να κουτσοπεράσουμε κι από τις γιορτές να δούμε μήπως πέσει κανένας μετεωρίτης να μας ξεκουνήσει. Κι όμως είναι σημαντικό πράγμα να γιορτάζει τα Χριστούγεννα κανείς, είναι γιορτή αρχαία, προχριστιανική φυσικά, που συνδέεται με το φως και το σκοτάδι, τον θάνατο και την αναγέννηση, γιορτή οικολογική δηλαδή σε τελική ανάλυση, που ξαναθυμίζει στους ανθρώπους, ακόμα και σε μας τους κατοίκους των πόλεων, ότι η Γη έχει κύκλους και πρέπει να τους σεβόμαστε, ότι οφείλουμε να συμμετέχουμε σεμνά με τις προσφορές μας και τις προσπάθειές μας υπέρβασης της ρουτίνας στις τελετές ευγνωμοσύνης απέναντί της. Το αειθαλές έλατο που κρατιέται πράσινο δεν έχει σχέση με τον Χριστό, ούτε και η ημερομηνία, που ήταν τα γενέθλια του θεού Μίθρα. 
Ωραία, ελπίζω να σας έπεισα, τουλάχιστον έπεισα τον εαυτό μου. Να πάρω βαθιά ανάσα και να βγω για έλατο, οι μέρες περνάνε.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Κομπόστα για ελέφαντες

Αργά αγοράστηκε, αργά στολίστηκε, αργά φωτίστηκε, κι ακόμα πιο αργά στέκεται υπομονετικά περιμένοντας να ξεστολιστεί το καημένο το χριστουγεννιάτικο δέντρο μας. Είναι παράξενο αυτό που μας έτυχε φέτος, πιο ανθεκτικό από ποτέ. Δεν ρίχνει τις βελόνες, κι ενώ οι γιορτές πέρασαν συνεχίζει να σηκώνει τα στολίδια περήφανα, προβάλλει ισχυρά τα πράσινά του φύλλα. Μας βρήκε στο σπίτι πιο κουρασμένους από κάθε χρονιά, ανόρεχτους και σκοτεινούς, αποτραβηγμένους, σκορπισμένους και λιγότερο ανυπόμονους να γιορτάσουμε, να αγοράσουμε δώρα, να δοκιμάσουμε μελομακάρονα. 

Αλλά όσο εμείς γίναμε μπλαζέ τόσο αυτό μας βγήκε ορεξάτο, επίμονο, με τα κλαριά στο ύψος τους να μην έχουν λυγίσει από το βάρος στολιδιών και συμβολισμών. Δεν θα αποσυρθεί μόνο του, αυτό είναι σίγουρο, θα κάνει δύσκολη τη διαδικασία της αποκαθήλωσης έτσι θαλερό που βγήκε. Τσιμπάει περισσότερο σε κάθε προσπάθεια να το απογυμνώσεις, τραβώντας τα καλώδια σε πετυχαίνει στο πρόσωπο, ξεκρεμώντας τα παιχνίδια σε πετυχαίνει στο μυαλό έτσι καθώς τινάζεται κι ακόμα θροΐζει και βγάζει μυρωδιά δάσους που δεν εξαντλήθηκε τελείως στο διαμέρισμα τόσες μέρες. Οδυνηρά θυμίζει την τελευταία βόλτα στην Πάρνηθα, τα καμένα και τα απεριποίητα άκαυτα, τις ώρες που δεν τη χάρηκες όσο θα ήθελες, την παρελθούσα και τη μελλοντική στέρηση από δέντρα, όλες τις φορές που τα επιθύμησες από μια εικόνα ή ένα μακρινό τοπίο και δεν ικανοποίησες την επιθυμία. Σαν ένα κομμάτι άγριου δάσους το μετέφερες που θα εξημερωνόταν, αλλά δεν τα κατάφερες, ακόμα είναι άγριο το δάσος και μακρινό, ας κρατάς τώρα τελειωμένο το δέντρο. Θα μπορούσε να γίνει τροφή ελεφάντων, διάβασα. Ο Δήμος Αθηναίων προσφέρει απλώς ένα φορτηγό που περνά και τα μαζεύει για κομποστοποίηση, αλλά δεν δίνει στους ελέφαντες την κομπόστα. Θα ήταν παρηγοριά μεγάλη.
https://www.tanea.gr/2009/01/09/opinions/analwsima-komposta-gia-elefantes/

Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...