Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική βία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική βία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Τι φέρνει τις εξεγέρσεις;


Η λυρική ποίηση μας παίρνει στο λαιμό της. Θυμάμαι εκείνη την Ωδή του Κάλβου που κάναμε και στο σχολείο, ‘Οι προστάται’. Τη μελοποίησε ο Θεοδωράκης και την ξέρω απ’ έξω: «…όσον είναι
τυφλή και σκληροτέρα
 η τυραννίς, τοσούτον
 ταχυτέρως ανοίγονται
 σωτήριοι θύραι».
Είναι πολύ διαδεδομένη αντίληψη, ενώ τα πιο γνωστά γεγονότα της Ιστορίας βεβαιώνουν για το αντίθετο. Η Γαλλική επανάσταση ας πούμε, που είναι η αγαπημένη μας (αν κι έχω αρχίσει να υποπτεύομαι ότι πιο δημοφιλής είναι για τη βία της κι όχι για την ουσία της) ξεκίνησε ακριβώς τη στιγμή που η τυραννίς άρχισε να είναι λιγότερο σκληρή και τυφλή. Ακριβώς πάνω στην προσπάθεια να γίνει πιο διαλλακτική, όταν ο βασιλιάς της Γαλλίας συγκάλεσε τη συνέλευση των Γενικών Τάξεων. Θα μου πείτε πως τότε πια είχε φτάσει ο κόμπος στο χτένι και η βία που ξέσπασε ήταν αποτέλεσμα της προηγούμενης καταπίεσης. Επίσης μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι είχαν προηγηθεί όχι μόνο δύσκολοι χειμώνες και κατεστραμμένες σοδιές, αλλά και μεγάλοι στοχαστές που είχαν ανατρέψει τις ιδέες της θεϊκής τάξης η οποία στηρίζει την ανισότητα, κι είχαν αναστατώσει τα μυαλά των ανθρώπων της Τρίτης τάξης, της απέραντης τρίτης τάξης που περιλάμβανε τότε και τους αστούς κι όλον τον κόσμο πλην ευγενών και κλήρου.
Στην Οκτωβριανή επανάσταση το ίδιο, είχαν ξεκινήσει να λειτουργούν φιλελεύθεροι θεσμοί όταν συνέβη. Kαι στο Πολυτεχνείο, για να έρθουμε στα δικά μας, είχε αρχίσει μια προσπάθεια να γίνει πιο φιλελεύθερο το καθεστώς, και πάνω εκεί ξεκίνησαν οι φοιτητικοί σύλλογοι να αισθάνονται ότι μπορούν να κινηθούν, σε κείνα τα στενά περιθώρια που αφήνονταν, ότι μπορούν να ζητήσουν περισσότερα. Ξεκίνησαν με φοιτητικά αιτήματα, σιγά- σιγά εισχωρούσε μέσα σ’ εκείνες τις λίστες αιτημάτων και κάποιο υπονοούμενο δημοκρατικής απαίτησης. Πλαγίως και με έμμεσο πλην σαφή τρόπο, τρύπωνε το συμπέρασμα ότι για τα φοιτητικά αιτήματα, γιατί μόνο αυτά επιτρεπόταν να έχουμε, αυτό είχε ειπωθεί και ξεκαθαριστεί, για να μπορέσουν να ικανοποιηθούν τέλος πάντων αυτά τα αιτήματα χρειαζόταν και κάτι εξωπανεπιστημιακό. Χρειαζόταν δημοκρατία.
Ακούγεται τόσο απίστευτο αυτό όλο τώρα πια. Δημοκρατία, εκλογές, κόμματα, ελευθερία στην έκφραση μας έλειπαν δραματικά. Κι αυτό επειδή όντως είχαμε κατακτήσει κάποια πράγματα, και δεν ήταν δυνατόν να ανεχόμαστε την καθήλωση που επέβαλε η χούντα, την αισθητική της που μας την τάιζε υποχρεωτικά σε κάθε ευκαιρία, το φόβο μέσα στον οποίο μας επέβαλε να ζούμε. Δεν γινόταν άλλο. Είχε μεγαλώσει η γενιά που γεννήθηκε σε εποχή υποσχέσεων. Η δεκαετία του 50 ήταν εποχή υποσχέσεων για τις δυτικές χώρες. Ήταν η πιο πλούσια και η πιο φιλόδοξη εποχή που είχε υπάρξει στον κόσμο, με πλούτο και φιλοδοξίες για όλους. Κι επειδή οι άνθρωποι είναι τέτοιο είδος, ακριβώς αυτή η γενιά, που είχε πολύ περισσότερα από κάθε άλλη, συν την ειρήνη, ακριβώς αυτή είχε ξεσηκωθεί στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, ζητώντας περισσότερα.
Κι εμείς ανήκαμε στον κόσμο αυτό, στο δυτικό κόσμο της αφθονίας και των υποσχέσεων. Είχαμε γλιτώσει από τη φτώχεια, είχαμε μπει σε μιαν ανάπτυξη, είχαμε αποκτήσει αξιοπρέπεια, μορφωνόμασταν μαζικά, θέλαμε περισσότερα, θέλαμε δημοκρατία, να είμαστε σαν τους παριζιάνους και λοιπούς Ευρωπαίους. Όταν άρχισε η φιλελευθεροποίηση μπορέσαμε να συναντηθούμε, να ξεπεράσουμε τους φόβους, να εκφράσουμε τις επιθυμίες για Δημοκρατία και ελευθερίες. Μέχρι τότε βασίλευε ο φόβος.

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Ας αλλάξει πια μαμή η Ιστορία

Την προτελευταία μέρα του χρόνου ξύπνησα από το θόρυβο της έκρηξης στο Πρωτοδικείο. Ναι, ακούστηκε μέχρι την Κυψέλη, κυρίως έγινε αισθητή. Διαπέρασε σαν υποχθόνιο τράνταγμα τους τοίχους των πολυκατοικιών από τα θεμέλια, σα μπουμπουνητό, σαν ακραίο καιρικό φαινόμενο για ένα κλίμα που ισχύει στις πόλεις, ανάμεσα στα ντουβάρια. Καημένε ύπνε των δικαίων και των αδίκων, ύπνε των νοικοκυραίων που τόσο αρέσει στους επίδοξους επαναστάτες να σε χαλάνε, τι γλυκός που ήσουνα πριν ακουστεί αυτή η έκρηξη.
Ύπνος γλυκός με συμβιβασμούς βεβαίως. Συμβιβασμός με το τοπίο του ακάλυπτου γύρω από την κρεβατοκάμαρα. Με το πάρκινγκ που πήρε τη θέση του γειτονικού κήπου, τα καινούργια διαμερίσματα, που πάλιωσαν ήδη, να μας κρύβουν τον ήλιο τόσα χρόνια. Συμβιβασμός με τα χωρίς μόνωση παράθυρα, με τα τζάμια που τρίζουν, με τα σπασμένα τεντόπανα που τα κοπανάει ο αέρας και χτυπολογάνε και οι σωληνωτές τους λαμαρίνες. Με τα πιτσιρίκια που τρέχουν στο κάτω πάτωμα και κάνουν το σπίτι να πάλλεται ολόκληρο. Με τους ήχους των συναγερμών που χαλάνε κάθε τόσο και μας ζαλίζουν, με τους ήχους του σκουπιδιάρικου που περνάει αργά μέσα στη νύχτα, με τους ήχους του πάρτι που κάνουν κάθε τρεις και λίγο οι φοιτητές Εράσμους. Με τα τακούνια των γυναικών που ακούγονται καμιά φορά στο πλακόστρωτο, και πότε μας ξυπνάνε χαράματα, πότε μας ξυπνάνε μεσάνυχτα. Ένα σωρό ήχοι που πρέπει να συμβιβαστεί μαζί τους ο ύπνος των νοικοκυραίων.
Ίσως δεν είμαστε και ακριβώς νοικοκυραίοι εμείς, δεν ξέρω. Ίσως οι νοικοκυραίοι υπάρχουν μόνο στη φαντασία των βομβιστών, ή μάλλον στο λεξιλόγιο τους σαν πρόκληση που οφείλουν να την αντιμετωπίσουν με βόμβες και επιθέσεις γενικότερα. Οι νοικοκυραίοι, αυτό το τρομερό είδος που μπορεί να γίνει ένα μεγάλο τσουβάλι και να τους βάλει μέσα όλους. Τους μετανάστες από όλο τον κόσμο που αγωνίζονται να βγάλουν δυο δεκάρες, τα παιδιά των μεταναστών που αγωνίζονται να βάλουν τη ζωή τους σε μια σειρά, όλους τους ανθρώπους που συμβιβασμένοι με τα ντουβάρια της Αθήνας κοιμούνται τον πιο βαθύ, τον πιο χρήσιμο, τον πιο υγιεινό τους ύπνο, τον πρωινό.
Θα είναι κάποιο λάστιχο που σκάει κάπου μακριά, σκέφτηκα καθώς ξυπνούσα από τον περί ου ο λόγος ύπνο, και προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, αλλά είδα πως είχε περάσει οκτώ η ώρα. Πολύ αργότερα έμαθα ότι ήταν βόμβα που με είχε ξυπνήσει. Βόμβα στους Αμπελόκηπους, πολύ μακριά από εδώ. Όχι και τόσο μακριά εν τέλει. Βόμβα των δεν ξέρω ποιών λυσσασμένων.
Ήταν η μέρα που η Νομαρχία Αττικής παρουσίαζε το Πεδίο του Άρεως στον Τύπο, και πήγα να κάνω τις ερωτήσεις μου. Ποιος θα το συντηρεί το πάρκο, θα ανοίξουν οι τουαλέτες, τι θα γίνει το Άλσος, κλπ. Προσέφεραν ένα καφέ στην πλατεία Πρωτομαγιάς. Πήγα στο μπαρ να ζητήσω γάλα για τον καφέ μου και ένας πελάτης πλήρωνε εκείνη την ώρα.
-Είστε με τη Νομαρχία, τον ρώτησε ο μπάρμαν.
-Όχι, όχι, εγώ δεν είμαι με αυτούς, είπε εκείνος πολύ περήφανα. Εγώ αυτούς, αν μπορούσα θα τους καθάριζα όλους, αλλά δεν έχω τα μέσα..
Ήταν γύρω στα τριάντα, τα μαλλιά σηκωμένα με μπριγιαντίνη, φορούσε ένα πολύ καλλιτεχνικό σακάκι, φαρδύ, με απλικαρισμένα κομμάτια, από ύφασμα σίξτις. Ο μπάρμαν του χαμογέλασε. Με κοίταξε, ξανάπε την ατάκα του, κι έφυγε ευχαριστημένος με το σακάκι του να ανεμίζει.
Το να λες τέτοια σε κάθε ευκαιρία είναι πλέον μαστ στην καθημερινότητά μας.
Το προηγούμενο μεσημέρι στην πλατεία Κολωνακίου είχα συναντήσει μια παλιά μου συνάδερφο να διαβάζει εκείνη τη μαύρη αφίσα «Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» Φορούσε μια καμπαρντίνα Μπέρμπερις, καλοβαλμένη αστή κυρία, και δεν περίμενα να μου πει, όταν την πλησίασα, ότι δίκιο έχουν αυτοί που γράφουν και ονόματα στην αφίσα.
-Μα αυτό είναι στοχοποίηση, της λέω, είναι σα να λένε να πάνε να τους βάλουν μολότοφ. Κανονικές προγραφές με ονοματεπώνυμο..
-Είναι οι συνέπειες των πράξεων τους, μου λέει, τους έχεις ακούσει στην τηλεόραση; Είναι απαράδεκτοι, διχάζουν τους εργαζόμενους…
-Να σου πω, τηλεόραση δεν βλέπω, αλλά ό,τι και να λένε και να κάνουν, αυτή η αφίσα εμένα μου φαίνεται καθαρός φασισμός.
Δεν συμφωνούσε. "Η βία είναι η μαμή της Ιστορίας", μου θύμισε. Συμφωνήσαμε πως διαφωνούμε, ευχηθήκαμε καλή χρονιά κι αποχαιρετιστήκαμε. Έφυγα όμως με ένα σφίξιμο στην καρδιά. Με πόση ευκολία δέχονται τη βαρβαρότητα οι άνθρωποι, κι όχι άνθρωποι αμόρφωτοι ή ανυποψίαστοι. Με πόση ανάλαφρη συνείδηση αντιμετωπίζουν τη βία, τη βρισιά, την απειλή, τον προσβολή προς άλλους βέβαια. Και τους φόνους, και τις ζημιές, και τους εμπρησμούς, και τις άλλες απειλές, και τις μαγκιές και τους τσαμπουκάδες, κάθε μέρα, συνέχεια. Σα να μην υπάρχει άλλος τρόπος. Ίσως και να μην υπάρχει. Ίσως τόσο να έχουμε γαλβανιστεί στην κουλτούρα της μαγκιάς, του τσαμπουκά, της βίας γενικότερα, που να είναι αδύνατον να φανταστούμε κάτι άλλο.
Ωστόσο κάνω μια ευχή για το καινούργιο χρόνο, μια ουτοπική ευχή, ανεδαφική, ρομαντική κι όλα τα σχετικά. Εύχομαι να μπουχτίσουν κι άλλοι άνθρωποι αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Τίποτε άλλο να μην κάνουν, να μπουχτίσουν μόνο. Να πουν μια μέρα μέσα τους, αμάν πια με τη βία που είναι η μαμή της Ιστορίας! Φτάνει! Ως εδώ! Να πάει σπίτι της αυτή η μαμή! Να ξεγεννήσει χωρίς μαμή η Ιστορία! Ας τη στείλουν σε μαιευτήριο!
Ποιος ξεγεννάει πια με μαμή στην εποχή μας; Ας ξεκολλήσει πια κι αυτή η Ιστορία!

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Προσωπικό μανιφέστο αποχής από πορείες κι απεργίες

Απεργώ επειδή η εφημερίδα δεν βγαίνει, αλλά αν μπορούσα δεν θα απεργούσα. Δεν πηγαίνω σε πορείες, όσο άδικα κι αν βρίσκω τα μέτρα, διότι ξέρω πολύ καλά πως καταλήγουν σε βίαιες αναμετρήσεις. Είμαι κατά της βίας χωρίς ‘μα’ και χωρίς ‘αλλά’. Μου χρειάστηκαν μερικά χρόνια για να το πω ξεκάθαρα στον εαυτό μου,  επειδή ανήκω σε γενιές που είχαν το προνόμιο να μην ζήσουν πόλεμο.  Kαι δεν εννοώ την αστυνομική βία, που έχω πολλά χρόνια να τη δώ, αλλά τη βία των διαδηλωτών, που τη βλέπω πολύ συχνά. ΄Δεν μπορεί να είναι σύμπτωση. Οι νεαροί που πετάνε μολότοφ είναι εξαιρετικά βίαιοι και δεν καταλαβαίνω πώς μπορούν άνθρωποι που εκπροσωπούν εργαζομένους, υποτίθεται, συνδικαλιστές και πολιτικοί, πώς δέχονται να καπελώνονται κάθε φορά απο αυτούς τους εγκληματίες που έχουν ήδη σκοτώσει τρεις ανθρώπους με τα μολότοφ.
Από ό,τι έχω καταλάβει, η χώρα μου είναι σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Το κράτος είναι χρεωμένο, κι όλοι είμαστε οικονομικά δεμένοι μαζί του. Υποτίθεται ότι αγωνιζόμαστε όπως στον πόλεμο, όπου τα ξεχνάς όλα και βάζεις τη ζωή σου σε κίνδυνο. Δεν είναι οι ζωές μας σε κίνδυνο, δεν έχουμε πόλεμο, ευτυχώς. Αλλά η χώρα μας χρειάζεται την αυταπάρνηση του καθενός.
Θα βοηθούσε πολύ να την έδειχναν πρώτοι οι πολιτικοί. Να παραιτούνταν από το μεγαλύτερο μέρος του μισθού τους, βουλευτές και υπουργοί. Ας μην είναι πολλά τα λεφτά, θα μετρούσαν συμβολικά πολύ περισσότερο. Θα βοηθούσε οι επιχειρηματίες να μην φαίνονταν τόσο άπληστοι, οι φοροφυγάδες να υποχωρούσαν ελαφρώς, να μην μοιάζουν όλοι σαν να τραβάνε τις σάρκες από ένα σκελετωμένο πτώμα. Θα βοηθούσε να έδιναν όλοι αυτοί οι μεγάλοι και σπουδαίοι το καλό παράδειγμα, αλλά αφού δεν το δίνουν τόσο το χειρότερο. Ο πόλεμος έχει μεγάλες πιθανότητες να χαθεί, όμως ο καθένας μας μπορεί να διασώσει την αξιοπρέπεια του. Σε κάθε πόλεμο δεν υπάρχουν μόνο σπουδαίοι στρατηγοί και ήρωες φαντάροι, υπάρχουν μέτριοι στρατηγοί, προδότες, μαυραγορίτες, λιποτάκτες, για να χρησιμοποιήσω ορολογία που τόσο αρέσει στους εθνικιστές, και την καταλαβαίνουμε όλοι καλά, λόγω της πολεμικής κουλτούρας μας. Στην ειρήνη, χρειάζονται άλλες λέξεις, άλλες αποχρώσεις, και το λεξιλόγιο δεν είναι τόσο πλούσιο όσο λένε. Αλλά η αξιοπρέπεια και η αυταπάρνηση πώς αλλιώς να ειπωθούν;
Τα γράφω αυτά επειδή βράχνιασα σήμερα να εξηγώ σε φίλους γιατί δεν πήγα στην πορεία, γιατί ήμουν κατά της απεργίας κλπ. Είναι δύσκολο να τα πεις, ακούγονται μεγαλόστομα, αλλά έτσι σκέφτομαι. Πιστεύω ότι πολλοί σκέφτονται σαν εμένα. Μπορεί να είμαι αφελής. Πάντα αφελής υπήρξα, δεν θα αλλάξω τώρα.





Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Δεν υπήρχε τραγούδι



Το πρωί της Κυριακής προσπαθούσα να σκεφτώ ένα τραγούδι για να πούμε το βράδυ, στη συγκέντρωση μνήμης. Τι θα κάναμε, θα καθόμασταν απλώς με το κερί; Ένα τραγούδι θα γλύκαινε την κατάσταση, θα μας ένωνε, θα τιμούσε τους νεκρούς. Ποιο τραγούδι όμως;

Πρώτο μου ήρθε το Μέρα Μαγιού. Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω. Αλλά δεν πήγαινε. Όχι επειδή μιλάει για έναν γιο, αλλά επειδή οι εικόνες ήταν άλλες. Δεν ταιριάζανε, κι επιπλέον η φόρτιση ήταν άλλου είδους. Ο Θεοδωράκης δεν θα κολλούσε. Χατζιδάκη τότε.

Αθήνα. Το μόνο που μου ερχόταν ήταν η Αθήνα. Αλλά πάλι, χαρά της γης και της αυγής; Κάποια βραδιά στην αμμουδιά; Σαν ειρωνεία ακουγόταν. Κάτι πιο απλό, πιο γενικό, κάτι που να λέει για την αληθινή Αθήνα, αυτήν εδώ με τη φασαρία στους δρόμους, γιατί η Αθήνα δεν έγινε αυτό που προσπάθησε ο καημένος ο Χατζιδάκης να την κάνει. Έγινε κάτι άλλο, κάτι που ώρες- ώρες αναρωτιέται κανείς, εδώ στο κέντρο αν είναι αληθινό ή μια οφθαλμαπάτη, έτσι που το πρωί σφύζει από ζωή και ένταση και το βράδυ ερημώνει και σκοτεινιάζει. Μήπως είναι ένα σκηνικό για μια μεγάλη παράσταση που παίζεται κάθε μέρα μέχρι να νυχτώσει κι ύστερα οι άνθρωποι πάνε στα σπίτια τους και το ξεχνάνε.

Άνοιξα τη λίστα με τα τραγούδια του Χατζιδάκη, τα κοιτούσα ένα- ένα. Δεν μου κολλούσε τίποτε. Ίσως θα χρειαζόταν κάτι πιο καινούργιο, κάποιο σουξέ πιθανότατα που θα άρεσε στους ανθρώπους αυτούς, κάτι ερωτικό και νεανικό, κάτι που δεν ξέρω, που θα το ήξεραν οι δικοί τoυς άνθρωποι. Εμείς ήμασταν αναρμόδιοι να το βρούμε.

Το βράδυ οι οργανωτές της συγκέντρωσης είχαν πακέτα με κεριά και τα μοίραζαν, αλλά ούτε κι αυτοί είχαν σκεφτεί τραγούδι. Να πούμε το ‘Μέρα Μαγιού’; πρότεινε και η Ελένη όταν ήμασταν εκεί μπροστά, αλλά πραγματικά δεν κολλούσε. Κι έμοιαζε και ειρωνεία. Είναι τραγούδι ‘αριστερό’, τι τα θες, θα ακουγόταν πολύ περίεργα, σαν καπηλεία. Έλα όμως που δεν είχαμε κι άλλο. Δεν έχει προβλεφθεί τραγούδι γι αυτούς που πεθαίνουν επειδή θέλουν απλώς να περάσουν μια μέρα κανονική στη δουλειά τους. Μάρτυρες της κανονικότητας, είναι νέο είδος. Τώρα πια χρειαζόμαστε λίγο ηρωισμό για να ξεκινήσουμε να κατέβουμε στο κέντρο, να μπούμε στην Τράπεζα, να χαζέψουμε στα μαγαζιά. Δεν είναι κάτι απλό. Είμαστε θιασώτες ενός τρόπου ζωής που πολλοί μισούν και θέλουν να καταστρέψουν. Αυτά που γράφουν στους τοίχους στάζουν μίσος και απειλές. Κι όταν το βράδυ κλείνουν τα μαγαζιά και κατεβάζουν τα ρολά βλέπεις κι άλλες επιγραφές πάνω τους. Έχουμε πόλεμο, έχουν γράψει στην Ομόνοια, και παντού ‘φωτιά στις τράπεζες’ μίσος ταξικό’, ‘κάψτε, καταστρέψτε’ όλο τέτοια… Αν μπορούσαν λοιπόν θα το κατάστρεφαν το κέντρο της πόλης, και τι θα έκαναν; Πρωτόγονη οικονομία, ανταλλαγές, τροκ. Ίσως και οι μεγάλοι δρόμοι τους σοκάρουν, στις γειτονιές οι δρόμοι είναι στενοί, δεν υπάρχουν πλατείες. Φαντάζομαι μια πόλη με στριμωγμένες πολυκατοικίες που ζουν σε καθεστώς προϊστορίας. Δεν είμαστε για κτίρια νεοκλασσικά και τέτοια. Απαράδεκτη, προκλητική σπατάλη. Με το στανιό τα αποκτήσαμε. Σε πρώτη ευκαιρία τα καταστρέφουν τα εξεγερμένα ‘παιδιά μας’

Δεν είπαμε κανένα τραγούδι. Αφήσαμε τα κεριά εκεί και φύγαμε. Έμεινε κόσμος μέχρι αργά, όλη τη μέρα έχει κόσμο. Η Μαρφίν έχει γίνει ένα μέρος για σιωπηλό λαϊκό προσκύνημα και στοχασμό, με την καμένη πόρτα της. Λυπάμαι και το κτίριο, ένα κόσμημα εκλεκτικιστικό, ήταν για καιρό κλειστό, είχε ανακαινιστεί, ποιος ξέρει πόσο θα μείνει έτσι τώρα. Απέναντι η ΖΑΡΑ, το κτίριο αυτό της Κοραή που έμεινε καμιά δεκαριά χρόνια γιαπί μέχρι να αξιωθεί να φτιαχτεί, κι έχει και αρχαία στο υπόγειο και τζάμι από πάνω για να τα βλέπεις, ένα υπέροχο πράγμα, ένας θησαυρός στην πόλη, έχει βάλει τώρα στα μεγάλα παράθυρα κάτι λαμαρίνες και τις έχει κολλήσει γύρω -γύρω με κάτι σαν ταινία κολλητική. Αυτό είναι το νέο λουκ των λίγων ωραίων παλιών κτιρίων που κατάφεραν να σωθούν με τόσες δυσκολίες στο κέντρο.

Ένα νανούρισμα έπρεπε να λέγαμε ίσως, αλλά θα παρέπεμπε στα διάφορα γλυκερά που ακούστηκαν για το έμβρυο της μιας κοπέλας. Ήταν έγκυος η κακομοίρα, αλλά δεν μπορώ να πω ότι θρηνώ το έμβρυο. Τη δική της ζωή, τη ζωή τριών ολόκληρων ανθρώπων, με ό,τι αυτές είχαν δικό τους, έμβρυα ή οτιδήποτε άλλο. Αλλά ίσως χρειαζόμαστε όλοι ένα νανούρισμα, να κοιμόμαστε για να μη βλέπουμε γύρω μας το χάλι μας, που δεν αντέχεται.

Όχι, δεν βρέθηκε τραγούδι, και φύγαμε βουβοί και αμήχανοι.

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

Αυτό το φονικό το έβλεπα να έρχεται


Χρόνια τώρα το φοβόμουν και δεν ήξερα ακριβώς τι μορφή θα είχε, τι έγκλημα θα γινόταν ακριβώς. Τώρα απλώς ξέρω το έγκλημα και τα ονόματα των νεκρών, ξέρω ποιοι είναι οι άνθρωποι που πλήρωσαν με τη ζωή τους.

Το έβλεπα το φονικό κάθε μέρα, πολλές φορές τη μέρα. Το άκουγα, το μύριζα, το ήξερα πως θα γινόταν. Σε κάθε στιγμή, σε κάθε ώρα, ο πανικός με ξανάβρισκε.

Το έβλεπα όταν προσπαθούσα να περάσω απέναντι στη διάβαση και τα αυτοκίνητα έρχονταν και την έκλειναν χωρίς να αφήνουν χώρο για τους πεζούς.

Ναι, σε αυτή την απλή βαρβαρότητα. Υπάρχει κάποια στιγμή που καταλαβαίνεις ότι δεν είναι πια κανόνας να μη σταματάνε ποτέ οι οδηγοί στο σωστό σημείο. Καταλαβαίνεις ότι είναι διατεθειμένοι να μη σταματήσουν καθόλου. Αυτή η απλή βαρβαρότητα έδειχνε τη μεγάλη που συνέβη την Τετάρτη. Γιατί οι οδηγοί μου έλεγαν ότι δεν ενδιαφέρονται ούτε για τον κανόνα που καταπατούσαν, το χώρο της διάβασης δηλαδή, ούτε για την ουσία του κανόνα, τη ζωή τη δική μου και των άλλων πεζών που θέλαμε να περάσουμε απέναντι.

Κι οι άνθρωποι που παραβαίνουν τους κανόνες με τέτοιον τρόπο, συνειδητά και αδιάφορα, διαφθείρονται σιγά- σιγά, δεν συνιστούν πια κοινωνικά όντα. Δεν καταλαβαίνουν πια γιατί υπάρχουν οι κανόνες, ότι χρειάζονται για να προστατεύουν τους αδύνατους, ότι το παιδί τους θα κινδυνεύσει αύριο στο ίδιο σημείο, η μάνα τους θα σκοτωθεί που δεν θα προλαβαίνει να τρέξει στη διάβαση.

Το ήξερα, όταν έλεγα ευγενικά στους οδηγούς μοτοσικλετών να κατέβουν από το πεζοδρόμιο και με έβριζαν σεξιστικά αντί για άλλη απάντηση.

Το έβλεπα όταν άκουγα τους ανθρώπους να παινεύονται ότι δεν πληρώνουν φόρο, να συζητούν ανενδοίαστα για τη θέση που ίσως θα κέρδιζαν χάρις σε πολιτικούς τους φίλους, να θεωρούν θεμιτό καθεστώς για τον εαυτό τους το να χτίζουν αυθαίρετο εξοχικό που θα νομιμοποιούσαν μετά, να παραπονιούνται όταν το πρόστιμο νομιμοποίησης έπρεπε να δοθεί εν τέλει.

Το διαισθανόμουν όταν παρακολουθούσα τις μανάδες στις παιδικές χαρές, χρόνια πριν, όταν είχα κι εγώ μικρά παιδιά και πήγαινα σε παιδικές χαρές. Υπήρχαν τόσο λίγες που νοιάζονταν να μάθουν στα παιδιά τους κοινωνικούς κανόνες, τόσο πολλές που χωρίς ντροπή τα μεγάλωναν διδάσκοντας τα συστηματικά να μη δίνουν δεκάρα για κανέναν πέρα από τον εαυτό τους. Για τον οποίο εαυτό τους τα έμαθαν να φοβούνται υπέρμετρα, να προστατεύονται τόσο υπερβολικά που να μην μπορούν να ζήσουν.

Το κατάλαβα με ανατριχιαστικό τρόπο όταν η εφοριακός στην Εφορία Κεφαλαίου μου πρότεινε να τη λαδώσω για να πληρώσω το μισό φόρο κληρονομιάς γι αυτά που μας είχε αφήσει ο πατέρας μου. Το ποσό ήταν μεγάλο, αλλά δεν δέχτηκα. Δεν μπόρεσα όμως και να την καταγγείλω, εξαφάνισε αμέσως τη σημειωμένη με μολύβι πρόταση. Πόσοι άνθρωποι θα έχουν υποκύψει στον πειρασμό κλέβοντας το κράτος και πλουτίζοντας τους εγκληματίες υπαλλήλους του;

Το φοβόμουν όταν άκουγα το τζαμά της γειτονιάς, τον υδραυλικό μου, τον επιπλοποιό που μας έφτιαξε τη βιβλιοθήκη, κι ένα σωρό επαγγελματίες ακόμα, να κοκορεύονται δηλώνοντας με διάφορους τρόπους ότι «δεν βάζουν στην τσέπη τους συνεταίρο το κράτος». Δεν ήταν μόνο τα λεφτά που δεν έδιναν, ήταν και η αντίληψη ότι έπρεπε να είναι περήφανοι γι αυτό που με φόβιζε και με έκανε να μαντεύω τα χειρότερα.

Το ήξερα και διαβάζοντας την πλούσια φιλολογία της κλάψας κάθε μέρα στις εφημερίδες. Μου αρέσει να διαβάζω εφημερίδες, ή έστω το έχω συνηθίσει. Δίπλα σε ενδιαφέροντα άρθρα που συχνά με βοήθησαν να σκέφτομαι, σιχάθηκα να βλέπω το ίδιο τροπάριο περί αδικίας των μεν και των δε και το μοστράρισμα της αναλγησίας τους. Τους αγρότες να έχουν δίκιο που έκλειναν το δρόμο. Τους εκπαιδευτικούς να έχουν δίκιο που έκλειναν τα σχολεία. Τους τελωνειακούς να έχουν δίκιο που έκλειναν τα σύνορα, τους φύλακες να έχουν δίκιο που έκλειναν τους αρχαιολογικούς χώρους, και πάει λέγοντας.

Το περίμενα βλέποντας τα σχολεία να παραμελούνται πρώτα- πρώτα από τους ίδιους τους δασκάλους. Βλέποντας τους επιστάτες να παίρνουν σύνταξη και να μην διορίζονται καινούργιοι. Ακούγοντας τους γονείς να νοιάζονται υστερικά για την επίδοση του παιδιού τους και για τίποτε περισσότερο. Κατάλαβα από την πρώτη μέρα που πήγε ο γιος μου στο Δημόσιο Σχολείο ότι είναι κάτι εύθραυστο και χρειάζεται τεράστια προσοχή για να λειτουργήσει. Αντί γι αυτό όλοι έσπευδαν ανέμελα να το καταστρέφουν. Λίγο μετά άρχισαν κι οι καταλήψεις, για να μην καθυστερεί το πρόγραμμα διάλυσης.

Το έβλεπα να έρχεται το φονικό όταν άκουγα τις λαϊκές γυναίκες της γειτονιάς μου να λένε κάθε τρεις και λίγο ότι όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι, καθίκια που κοιτάνε το συμφέρον τους. Δεν συμπαθώ τους πολιτικούς, αλλά εκείνη τη στιγμή σφιγγόταν η καρδιά μου, γιατί ένοιωθα ότι πέρα από το αν οι πολιτικοί είναι –όλοι- καθίκια ή όχι, το να το φωνάζεις έτσι αναφανδόν για να αρέσεις στις φίλες σου, αν δεν έχεις στόχο να γίνεις κι εσύ πολιτικός, σημαίνει απλώς ότι είσαι χωρίς ελπίδα απέναντι σε ανθρώπους που αποφασίζουν για τον τόπο σου, ότι αφήνεις το μίσος να σε κυριεύσει κι ότι ενδέχεται να συμπαθήσεις πράξεις βίας, δικτατορίες, φονικά. Σημαίνει ακόμα ότι είσαι τόσο κομπλεξικός που δεν υπάρχει ελπίδα να ωριμάσεις, κι ότι αφέθηκες να λύσεις το πρόβλημα βρίζοντας, ισοπεδώνοντας, απέχοντας. Άρα δεν έχεις ελπίδα για πολιτική αγωγή. Κι ήταν η εποχή που η 17 Νοέμβρη ακόμα σκότωνε.

Το μάντευα όταν έμπαινα στο τρόλεϊ και άκουγα ηλικιωμένες γυναίκες να λένε: πωπώ πήξαμε από ξένους, θα μας διώξουν στο τέλος από δω πέρα…

Γιατί αυτές οι κουβέντες ήταν δολοφονικές; Γιατί είναι ρατσιστικές, και μια κοινωνία σαν τη δική μας, σαν αυτή που νομίζουμε ότι έχουμε, δεν μπορεί να δέχεται το ρατσισμό να εκφράζεται δημόσια με τόση άνεση. Αν δεν μπορεί να μας ενώσει σαν κοινωνία παρά το μίσος προς τους ξένους, σημαίνει ότι μοιραζόμαστε μόνο το μύθο της κοινής καταγωγής. Δηλαδή τίποτε.

Το έβλεπα να έρχεται το φονικό όταν είδα να καταστρέφεται το κέντρο της Αθήνας και κανένας να μην ενοχλείται, κανένας να μη θλίβεται, να μην αγανακτεί. Ένα άρθρο στην Καθημερινή διάβασα μόνο. Διαπίστωσα ότι ζω με ανθρώπους που δεν μοιράζονται μαζί μου το ίδιο περιβάλλον, δεν αναγνωρίζονται στην ίδια εικόνα της πόλης. Πού βρίσκονται; Τι αγαπούν, τι τους χαρίζει αναψυχή, τι αντικρύζουν; Έχουν γυρίσει στα χωριά τους; Τριγύριζα τα βράδια μόνη μου στους δρόμους με τους τοίχους γεμάτους βίαια συνθήματα σα να ήμουν σε ερημωμένη από πόλεμο πόλη. Και τη μέρα τους έβλεπα όλους να τρέχουν σα να μην μπορούσαν να δουν τι συνέβαινε γύρω τους.

Το φονικό ήταν προαναγγελθέν και αναμενόμενο. Είχα δει την παρέα των νεαρών πέρσι το Δεκέμβρη που έβαζε φωτιά στις Τράπεζες, και μου είχαν κοπεί τα πόδια από το φόβο. Με κοίταζαν προκλητικά μέσα από τους φερετζέδες τους. Δεν δίσταζαν, δεν φοβούνταν, δεν ντρέπονταν. Εγώ φοβόμουν, κι έτρεξα να κρυφτώ. Κι όταν βγήκα από την κρυψώνα είδα καμένες τις δυο Εθνικές Τράπεζες στην Πατησίων και σπασμένα τα τζάμια του ΖΑΡΑ και κάμποσων ακόμα μαγαζιών. Και την άλλη μέρα διάβασα εξηγήσεις, πως είναι κοινωνικός ξεσηκωμός των νέων αυτό, που δεν τους υποσχόμαστε ζωή πλήρως εξασφαλισμένη. Και στους τοίχους διάβασα στίχους και συνθήματα γεμάτα απειλή για καταστροφή και θάνατο. Περνούσα από τα Εξάρχεια και έβλεπα προκηρύξεις που αποκήρυσσαν και απειλούσαν ολόκληρο τον τρόπο ζωής μας, όχι μόνο τα λάθη και τις καταχρήσεις, τις αδικίες και τις ανισότητες, αλλά τα πάντα. Τις τράπεζες, αλλά και τα βιβλιοπωλεία, τα μαγαζιά, αλλά και τα θέατρα, την Αστυνομία, αλλά και τη Λυρική. Ό,τι συνιστά τον πολιτισμό μας, φτωχό, κάλπικο, κακό στραβό κι ανάποδο, αυτόν που έχουμε, το μόνο που έχουμε.
Το μύριζα γιατι κι εμείς στα νιάτα μας περάσαμε την εποχή αμφισβήτησης και ισοπεδώσαμε ιδεολογικά πολλές αξίες, αλλά νομίζαμε πως κάναμε τη διάκριση ανάμεσα σε κανόνες και καταχρήσεις, σε ανθρωπισμό και μηδενισμό. Ε, λοιπόν φαίνεται πως δεν την είχαμε κάνει. Αφήσαμε να ξεχειλώσουν τα συνθήματα και το ρομαντισμό μας. Δεν θελήσαμε να δούμε ειλικρινά ούτε γιατί έπεσε ο Σοσιαλισμός ούτε γιατί διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία και το γύρισε στον εμφύλιο, ούτε γιατί ενώθηκε η Γερμανία, ούτε γιατί βομβαρδίστηκε το Βελιγράδι. Τίποτε. Κι ούτε να ξαναπάρουμε ένα- ένα τα γκρεμισμένα είδωλα του αστικού πολιτισμού, να τα ξεσκονίσουμε και να τα κοιτάξουμε μήπως είχαμε βιαστεί να τα πετάξουμε στα σκουπίδια.

Το περίμενα το φονικό. Δεν ξαφνιάστηκα. Πιο πολύ με ξαφνιάζουν άνθρωποι σοβαροί με τους οποίους συνομιλούσα μέχρι πρότινος κι άρχισαν την ίδια μέρα να μου λένε για το δικαίωμα στη διαδήλωση, για την πυρόσβεση, για προβοκάτσια, για τις ευθύνες των μεγάλων κομμάτων, αφού η Αριστερά ποτέ δεν κυβέρνησε για να έχει τις ίδιες ευθύνες…

Ω, οι αριστεροί μου φίλοι. Σκάβουν γρήγορα το λάκκο να χώσουν το κεφάλι τους, να μη δουν το πρόσωπο τους στον καθρέφτη και φρίξουν. Τους θαύμασα, για τελευταία φορά….

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

Πολιτική βία, φόβος, ελπίδες και απελπισίες

Τετάρτη βράδυ πήγα να ακούσω τις ομιλίες των Μανδραβέλη, Ψυχογιού και Δαφέρμου στη Νομική Σχολή. Πρώτη φορά πήγαινα στο καινούργιο κτίριο, από τον πεζόδρομο της Μασσαλίας, αλλά και στο παλιό είχα πολλά χρόνια να πάω Μόλις μπήκα στο αμφιθέατρο, μετάνιωσα. Έχω γκρίζα μαλλιά, κι εκεί μέσα είχε μόνο φοιτητές και φοιτήτριες, μέσος όρος ηλικία τα 20. Ντρεπόμουν όμως και να φύγω, ήμουνα στην πρώτη σειρά. Έμεινα. 
Το θέμα ήταν η πολιτική βία. Οι τρεις ομιλητές είχαν τις απόψεις τους ο καθένας, ο Μανδραβέλης μίλησε για τη γλωσσική σύγχυση που ξεχειλώνει την έννοια της βίας και κατά κάποιον τρόπο νομιμοποιεί κάθε είδους αναίτια βία σαν απάντηση σε αυτά που ονομάζονται βία. Ο Ψυχογιός είπε ότι καλλιεργούμε υπερβολικά το θαυμασμό στη βία στην παιδεία και στις παραδόσεις μας. Και ο Δαφέρμος είπε ότι η βία είναι διάχυτη, υπάρχει ψυχολογική βία, εργατική βία, οικογενειακή βία κλπ, δηλαδή κατά κάποιο τρόπο έκανε περίπου αυτό που είχε υποστηρίξει ο Μανδραβέλης, ότι τα βαφτίζουμε όλα βία. 
Ύστερα κουβέντιασαν με τα παιδιά, τα οποία βεβαίως ήταν ρομαντικά και αναφέρονταν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου με πολύ ενθουσιασμό. Ο Δαφέρμος είπε ότι το Πολυτεχνείο ήταν μια εντελώς ειρηνική εξέγερση σε βίαιες συνθήκες. Ο Ψυχογιός προσπάθησε, όπως κάνει συχνά, να τους εξηγήσει ότι δεν πρέπει να το ζηλεύουν το Πολυτεχνείο και την έξαρσή του γιατί έγινε μετά από μια περίοδο μεγάλης καταπίεσης. Περνούσαμε άσχημα στη χούντα, είπε. Ναι, αλλά είχαμε ελπίδες, είπε ο Δαφέρμος πολύ χαμογελαστός, και τα παιδιά χειροκρότησαν. 
Κι αυτό με πίκρανε, ίσως επειδή ήταν και ο γιος μου στο ακροατήριο. Αυτή η φράση και αυτή η αντίδραση πιστεύω ότι είναι στη βάση μιας παρεξήγησης που ερμηνεύει και όσα συνέβησαν σε λίγο.
Γιατί χειροκροτήσανε τα παιδιά; Δεν έχουν αυτά ελπίδες; Είχαμε εμείς περισσότερες; Σκέφτηκα να σηκωθώ να πω ότι δεν είχαμε όλοι ελπίδες, ότι τώρα περνάνε καλύτερα, ότι εμείς πλήτταμε θανάσιμα, ότι δεν θέλαμε ψωμί κι ας φωνάζαμε Ψωμί Παιδεία Ελευθερία.–ψωμί υπήρχε- τους Ρολινγκ Στόουνς θέλαμε, τα ενδιαφέροντα πράγματα που συνέβαιναν στον κόσμο. Κι ότι δεν ήταν και τόσο μη βίαιο το Πολυτεχνείο, γιατί είχαμε σπάσει ένα σωρό αντικείμενα, δεν είχαμε αφήσει πόδι σε καρέκλα ή τραπέζι. Τα σκεφτόμουνα, αλλά δεν μιλούσα, θυμόμουνα πόσο γκρίζα είναι τα μαλλιά μου και πόσο σαν τη μύγα μες στο γάλα ήμουνα εκεί μέσα. 
Τότε περίπου μπήκανε μέσα οι τραμπούκοι, κάτι τύποι με μαύρα ρούχα και κράνη στο χέρι, κι άρχισαν να βρίζουν. Θέλουμε να διαβάσουμε ένα κείμενο, είπαν, έπιασαν το μικρόφωνο κι έλεγαν κάτι για εικοσάχρονα παιδιά που μπήκαν φυλακή, κι ότι έφταιγε ο Πάσχος. Ξεφτίλες, λέγανε στα παιδιά, καλέσατε εδώ τον υπονομευτή του ασύλου! Δηλαδή κατηγορούσαν όλους εκεί μέσα για αυτό που έκαναν οι ίδιοι, γιατί αυτοί και καταργούσαν και υπονόμευαν το άσυλο. 
Μερικοί νεαροί τους είπαν να περιμένουν τη σειρά τους να μιλήσουν. Κι ένα παιδί τυφλό άρχισε να ουρλιάζει: Γιατί το κάνετε αυτό; γιατί χαλάτε αυτή τη συζήτηση; Είχε τόση ένταση που με πήρανε τα κλάματα. Ντρεπόμουνα να κλαίω έτσι στην πρώτη σειρά με τα γκρίζα μαλλιά μου, αλλά καλύτερα που έκλαιγα παρά να κατουριέμαι από φόβο.
Φοβήθηκα. Αυτό το φριχτό αίσθημα που σου σφίγγει χαμηλά την κοιλιά, κατουριέσαι πάνω σου, αυτό με είχε πιάσει στην αρχή. Αυτό ήθελαν κι εκείνοι. Να φοβηθούμε. Εντάξει λοιπόν, εγώ τουλάχιστον ανταποκρίθηκα. Ίσως επειδή δεν ήμουνα και στα νερά μου.
Τον αναγνώρισα το φόβο. Τον είχα ξανανιώσει πολλά χρόνια πριν, εκεί στη Νομική, Αθήνας και Θεσσαλονίκης, γιατί έμενα στην Αθήνα αλλά σπούδαζα στη Νομική Θεσσαλονίκης, και στα Πολυτεχνεία αμφοτέρων. Τότε που μας κυνηγούσαν οι μπάτσοι, επί χούντας.. Φοβόμουν πολύ. Μια μέρα είχα κοντέψει να κατουρηθώ από φόβο. Είχαμε πάρει ταξί για να το σκάσουμε από κάποιους που μας πλησίαζαν απειλητικά, και πόση αγωνία είχα μη μυρίσει ο ταξιτζής κάτι… 
Αυτός ο φόβος λοιπόν. Τόσα χρόνια μετά, στο ίδιο μέρος κατά κάποιο τρόπο, με το ίδιο θέμα. Οι τύποι απείλησαν λοιπόν καμπόσο, μέχρι που πέταξαν αυγά στον Πάσχο, κι έφυγαν. Κι όταν είδα τα αυγά να πέφτουν, μαζί με το ξάφνιασμα και το σοκ, ένιωσα και ανακούφιση, αυτό ήταν λοιπόν, τέλος, γλιτώσαμε τα χειρότερα.
Σκουπίσαμε τον Πάσχο και τον πιάσανε αγκαζέ, ο Αλιβιζατος που ήταν σαν οικοδεσπότης συντετριμμένος, να τον πάνε όλοι μαζί σε μέρος ασφαλές. Δηλαδή, συγγνώμη, ποιο είναι το ασφαλές; Πού δεν έχει κράτος και εξουσία κάποια φασιστική ομάδα; Μπουλούκι ανεβήκαμε τη Μασσαλίας, μπουλούκι πήγαμε στη Σόλωνος και μπήκαμε σε ένα μπαρ, και πίναμε και πίναμε, και δεν συνερχόμασταν. Ήπια τρία πορτό, κι έμεινα και κουβεντιάσαμε ώρες, αλλά παρόλ’ αυτά τη νύχτα έμεινα ξύπνια, δεν μπορούσε να μου περάσει η ταραχή. Στριφογύριζα στο κρεβάτι και εκρήγνυνταν στο μυαλό μου φράσεις αγανάκτησης, και κυρίως η αίσθηση της αδικίας που επιφυλάσσει αυτή η χώρα σε ανθρώπους οι οποίοι κάνουν το έγκλημα να δημοσιεύουν κείμενα. Να πασχίζουν για τη σκέψη, να βάζουν την τέχνη τους, τα δυνατά τους, και η ανταμοιβή, αυγά στα μούτρα. Να πρέπει να φοβούνται να μιλήσουν. Να πρέπει να είναι ήρωες για να μπορούν να γράφουν. Κι έχουμε Δημοκρατία υποτίθεται. Πρέπει να είμαστε ευτυχείς που δεν είναι οι τύποι καθεστώς επίσημο. 
Ξαγρυπνούσα και μου έρχονταν στο μυαλό εικόνες από τις γιορτές της Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων. Αυτά μας έβαζαν να κάνουμε στη χούντα. Τέτοια θεάματα τραγάνιζαν τα νιάτα μας. Ακούγαμε τραγούδια και μαθαίναμε για κινήματα στην Ευρώπη, την αμφισβήτηση των πάντων, ιδέες καινούργιες, ανατρεπτικές, συγκλονιστικές, κι εδώ είχαμε τον Πατακό. Πώς να πείσουμε τα σημερινά παιδιά να μη νοσταλγούν τις εξεγέρσεις μας; Οι γονείς μας τα κατάφεραν καλύτερα. Τον πόλεμο που έζησαν κανείς δεν τον ζήλεψε, κι ας είχε πολλούς ηρωισμούς. Αλλά βλέπεις άλλη η γοητεία της επανάστασης. Τρομάρα μας. Πώς να εξηγήσουμε ότι χάσαμε τόσα πράγματα που δεν αναπληρώθηκαν με το Πολυτεχνείο. 
Εγώ θα ήθελα να είμαι τώρα νέα. Να κάνω χορό, να μπορώ να διαβάζω και να ακούω ό,τι θέλω, να ντύνομαι όπως θέλω, να πηγαίνω σε μικτό σχολείο, να ξέρω ανθρώπους από την Αφρική και την Ασία. Να ταξιδεύω, να πηγαίνω Εράσμους, να μαθαίνω ξένες γλώσσες, να ψάχνομαι, να γνωρίζω παρέες από το Ίντερνετ, να μη φοβάμαι μήπως πέσω σε χαφιέδες που θα με προδώσουν και θα με καλέσει ο ασφαλίτης να με χτυπήσει και να με βιάσει. Να μην ασχολούμαι όπως τότε με την πολιτική, από απελπισία. Απελπισία είχαμε, όχι ελπίδα, γιατί δεν τα λες όλα κύριε Δαφέρμο;
Αλλά ίσως εσύ να έλπιζες περισσότερο, δεν ξέρω. Ήσουν στέλεχος, στην Επιτροπή κατάληψης, μπορεί να ένοιωθες πολλές ελπίδες. Κι εγώ κείνη τη μέρα είχα ελπίδες, αλλά την επόμενη, για θυμήσου; Δεν είχες ενοχές ποτέ; Δεν σκέφτηκες ποτέ τους επόμενους μήνες ότι είχαμε κάνει λάθος με το Πολυτεχνείο; Εγώ το σκεφτόμουνα συνέχεια…
Βέβαια εσείς στην Αθήνα ήσασταν αλλιώς. Πιο ηρωικοί και περήφανοι. Εγώ θα μπορούσα να είμαι εδώ, Τετάρτη έφυγα για μια ηλίθια άσκηση στο Ποινικό, και μου είπε ο Ντένης καθώς έμπαινα στα ΚΤΕΛ, μην πας, έλα στο Πολυτεχνείο, έγινε κατάληψη. Ε, καλά άσε να φύγω τώρα, θα γυρίσω το Σάββατο...
Έμεινα στη Θεσσαλονίκη και κάναμε κι εμείς κατάληψη το πρωί της Παρασκευής στο Πολυτεχνείο. Λέγαμε να πάμε στην Οδοντιατρική που ήταν κεντρικά, τελικά προτιμήθηκε η μίμηση. Είχε από τότε την επικοινωνιακή του σημασία και το μύθο του, το Πολυτεχνείο. 
Μείναμε μέχρι τα χαράματα του Σαββάτου. Η μεγαλύτερη ευτυχία ήταν η ώρα της πορείας ως εκεί, της τρεχάλας. Αυτή η ζηλευτή έξαρση,εντάξει, υπήρξε για καποιες ώρες. Αυτό είναι που θέλουν όλοι να ξαναζήσουν. Και το παιχνίδι με το φόβο τους αρέσει άραγε; Δεν έχουν τίποτε καλύτερο στη ζωή τους; Ύστερα περιφερόμουν στις αίθουσες και τις συνελεύσεις και ομολογώ ότι συχνά δεν καταλάβαινα την υπερβολικά επαναστατική γλώσσα, και δεν συμφωνούσα με το σπάσιμο των καρεκλών. Κυκλοφορούσαν όλοι με ένα κομμάτι ξύλο, από πόδια τραπεζιών. Εσύ γιατί δεν έχεις, με ρώτησαν. Εγώ δεν μπορώ να παίξω ξύλο, είχα πει. Και με στεναχωρούσε αυτή η καταστροφή. Είναι κάτι που το σκέφτομαι συχνά. Δεν κατάφερα να πείσω κανέναν εκείνη τη νύχτα ότι δεν χρειαζόταν να σπάμε τις καρέκλες. Το προσπάθησα, αλλά μάταια.
Ωστόσο έκαναν κάτι πολύ σωστό, η επιτροπή που είχαμε εκλέξει. Όταν έμαθαν τι είχε γίνει στο Πολυτεχνείο της Αθήνας, αποφάσισαν να παραδοθούμε. Εν ολίγοις. Αυτό. Να μη χυθεί αίμα. Δεν γίναμε ήρωες. Ας είναι καλά τα παιδιά. Το λέω και το ξαναλέω, αν και έτσι όπως συνταχθήκαμε να βγούμε ήταν πολύ ταπεινωτικό. Στριμωγμένοι, στη σειρά, κι έλεγα μέσα μου, ηττηθήκαμε, ας έχω τουλάχιστον ψηλά το κεφάλι. 
Μπροστά είχε ένα τανκς με αναμμένους προβολείς, στρατιώτες με το όπλο προτεταμένο, και μόλις βγαίναμε μας σκόρπιζαν αστυνομικοί με σπρωξιές. Το κεφάλι ψηλά εσύ, έλεγα μέσα μου, και βγήκα κρατώντας αγκαζέ σφιχτά την Κατερίνα και προχωρούσαμε σαν αυτόματα. Κι όπως προχωρούσαμε αποφεύγαμε όσο μπορούσαμε τους αστυνομικούς που ήταν σκόρπιοι σε όλο το δρόμο, κι ένας είχε πιάσει ένα παιδί, που έφτασε σε μας, γαντζώθηκε πάνω μου, και μαζί γαντζωμένος πάνω του ο μπάτσος το κρατούσε και πήγαμε λίγα λεπτά έτσι, τραβώντας ο ένας τον άλλον, αλλά δεν άπλωσα το χέρι να βοηθήσω, να σπρώξω το μπάτσο, να κρατήσω το αγόρι κοντά μου, που εκλιπαρούσε με μια κλαψιάρικη φωνή, καθόλου ηρωικό κι αυτό, συνέχισα να προχωράω σα μηχανή με κύριο στόχο να ξεφύγω. 
Αυτή ήταν η ηρωική έξοδος… Αλλά εγώ τουλάχιστον το ήξερα, και δεν είχα οπλιστεί με κανένα ξύλο. Είμαι δειλή, ήθελα να ζήσω, και μάλιστα αρτιμελής, κι ας είχαμε ιδιαιτέρως και αστόχαστα κινδυνεύσει επί ώρες. Κατουριόμασταν από το φόβο μας, και ουρλιάζαμε όταν μας χτυπούσαν, και τρέχαμε να γλιτώσουμε. Δεν θα σας άρεσε, πιστέψτε με. Σε κάνει να νιώθεις πολύ άσχημα, ο φόβος σε αποβλακώνει, σου φτωχαίνει τη ζωή, σου μαραίνει τα νιάτα. Δεν θέλω να χρειάζεται ηρωισμό τίποτα. Θέλω να ζω ασφαλής σε ελεύθερη χώρα, όπως τώρα. Σύμφωνα με τους νόμους. Οι νόμοι είναι για να προστατεύουν κυρίως ανθρώπους σαν εμένα, αδύναμους, δειλούς, αγύμναστους, που δεν θέλουν να παίζουν ξύλο, παιδιά, γριές και γέρους. Θέλουμε νόμους, σύνταγμα, δημοκρατία, ισότητα, τέτοια πράγματα για να συνεννοηθούμε. Όχι επαναστάσεις, όχι πολυτεχνεία. Όχι άλλα πολυτεχνεία. Δεν υπάρχει λόγος για τόση απελπισία.
Τα γράφω αυτά όλα μετά από τόσα χρόνια, γιατί διαρκώς καταλαβαίνω ότι έχει γίνει παρεξήγηση. Ακούστε πάλι τη φωνή του σταθμού. Ακούστε την αγωνία των εκφωνητών. Δεν ήθελαν να πεθάνουν και να γίνουν ήρωες. Δεν ζούσαμε σε εποχές μαύρες, δεν θέλαμε να θυσιαστούμε. Θέλαμε να ζήσουμε, να χαρούμε τα νιάτα μας, τις ευρωπαϊκές κατακτήσεις. Να ζούμε όπως εσείς οι νέοι τώρα. Να βρίσκουμε τον εαυτό μας, όχι να ασχολούμαστε με τους καραβανάδες και να μας βασανίζουν. Τρελαίνομαι όταν ακούω νέους να μου λένε πως είχαμε το προνόμιο της εξέγερσης: Που είχαμε κάθε μέρα να κάνουμε με τα κατακάθια της κοινωνίας, και τα κατακάθια της δικής μας ψυχής, το φόβο μας. φρίκη, και πλήξη, και απόγνωση, και αδιέξοδα! Τώρα έχετε το προνόμιο της εξέγερσης. Πρέπει να είναι οπωσδήποτε με καδρόνια; Τώρα μπορείτε να κάνετε τόσα πράγματα για να αλλάξετε τον κόσμο. Υπάρχουν εθελοντικές οργανώσεις, γιατροί χωρίς σύνορα, ομάδες για τους μετανάστες, δενδροφυτεύσεις, πράγματα που δεν τα φανταζόμασταν. Ελάτε στην ομάδα μας, να κάνουμε μαθήματα ελληνικών στους μετανάστες. Μάθετε το ελληνικό αλφάβητο σε έναν αφρικανό που δεν πήγε σχολείο ποτέ του, και θα δείτε ότι θα αλλάξει ο κόσμος. Πηγαίνετε στην Ουρουγουάη με τους Ινδιάνους, στο Γκάζι με τα τσιγκανάκια, στη Σιέρα Λεόνε με τα παιδιά πολεμιστές, στον Κολωνό με το Κυριακάτικο σχολείο, ελάτε σε μας, στην Αγορά της Κυψέλης, ο κόσμος σας περιμένει να τον αλλάξετε. Και το μυαλό σας μπορεί να δουλέψει ελεύθερα. Να ακούει ελεύθερα, να διατυπώνει ελεύθερα, να ζει τη συγκλονιστική εμπειρία της ελεύθερης σκέψης. Είναι πιο συνταρακτικό από κάθε άλλη συγκίνηση, δεν αναπληρώνεται με τίποτα. 
Αυτό το προνόμιο έχουμε τώρα. Εκτός κι αν επιτρέψουμε στους τραμπούκους να μας το αφαιρέσουν.

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ το Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009 στο σύνδεσμο 
http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=301853&ct=6&dt=28/11/2009

Κίτρινο γρασίδι

 Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...