Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019

Πεθύμησα φτωχό θέατρο


«Το θέατρο δεν είναι τα σκηνικά, δεν είναι τα καθίσματα και οι κουρτίνες, είναι οι άνθρωποι, είμαστε μείς, είσαστε σεις..» μας είπε ο Δημήτρης Μαυρίκιος από τη σκηνή του Εθνικού, ξεκινώντας η παράσταση του «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Πιραντέλλο. Αυτό ακριβώς πιστεύω κι εγώ, και πάντα ανυπόμονα περιμένω να σβήσουν τα φώτα στην πλατεία και να βρεθώ ενώπιος ενωπίω με τους ανθρώπους που παίζουν θέατρο, να απολαύσω την παρουσία τους και τη φωνή τους.
«Το θέατρο  είναι οι άνθρωποι», κι από τις θέσεις του κοινού σηκώνονται οι ηθοποιοί, γίνονται από θεατές θεατρίνοι, ανεβαίνουν στη σκηνή, στην κεντρική σκηνή του εθνικού, στο κτίριο της Αγίου Κωνσταντίνου. Είναι μια αίθουσα όπου από παιδί βλέπω παραστάσεις, κάθε φορά οι φωνές των ηθοποιών ακούγονται φυσικές, με τη δύναμη που έχουν ή που δεν έχουν. Αυτή τη φορά όχι. Φορούν μικρόφωνα στο μάγουλο, αυτά που τα λένε «ψείρες» και που συνηθίζονται στα μιούζικαλ που παίζονται σε μεγάλα θέατρα ή στάδια. Τραγουδούν και μιλάνε, φωνάζουν, κλαίνε και ψιθυρίζουν, όλα από την ευκολία και την ηλεκτρική ομοιομορφία των μικροφώνων.
Μου είχαν πει ότι έχουν καθιερωθεί αυτά τα μικρόφωνα σε μεγάλους χώρους, ότι τα φοράνε και στο θέατρο της Επιδαύρου, το φημισμένο για την ακουστική του, η οποία πλέον δεν χρειάζεται, κι ας είναι διεθνώς γνωστή. Δεν ήξερα ότι συνηθίζονται και σε κλειστούς χώρους.  Μάλιστα, κι εδώ, το θέατρο μπορεί να είναι οι άνθρωποι, όπως λέει ο Πιραντέλλο, αλλά άνθρωποι κάπως ενισχυμένοι, αφού  λεφτά υπάρχουν, εθνικό θέατρο είν’ αυτό. Χάρις στην τεχνολογία οι ηθοποιοί δεν χρειάζεται πια να προσπαθούν να βγάζουν τη φωνή από τα έγκατα της ψυχής τους, να στηρίζουν στο διάφραγμα και να μιλάνε δυνατά ακόμα κι αν υποτίθεται ότι ψιθυρίζουν. Να σ’ ακούει και ο τελευταίος θεατής, έλεγαν κάποτε οι δάσκαλοι στις δραματικές σχολές. Τώρα όλη αυτή η τεχνική, όλες αυτές οι απαιτήσεις μπορούν να ξεχαστούν, τα μικρόφωνα μεταφέρουν τον ψίθυρο πεντακάθαρο στ’ αυτί του θεατή, που θεωρείται τόσο εξοικειωμένος με την εικόνα της τηλεόρασης, η οποία του φέρνει καθημερινά το γκροπλάν στο σπίτι του, ώστε να μην μπαίνουν στον κόπο οι ηθοποιοί να τον εκπαιδεύσουν σε κάτι άλλο.
Μιλάμε για ένα πλούσιο θέατρο, όπως κάποτε μιλούσαμε για ένα φτωχό θέατρο. Στην άλλη  σκηνή του Εθνικού, στο Ρεξ, στον Τίμωνα τον Αθηναίο του Σαίξπηρ, οι ηθοποιοί δεν φοράνε ψείρες, αλλά οι θεατές πρέπει να είναι πολύ τυχεροί για να τους βλέπουν. Μόνο αν τους έχουν τύχει καθίσματα στην πρώτη σειρά φαίνεται η ανακαινισμένη σκηνή που χυμάει σαν ποτάμι από την πόρτα εισόδου ως την κλασσική της θέση, κι η δράση ξεχύνεται κι αυτή σε όλη τη μεγάλη αυτή έκταση. Όμως για να δημιουργηθεί αυτή η μεγάλη έκταση έχουν ξηλωθεί τα καθίσματα κι έχουν μπει αλλιώς, λοξά προς το επικλινές επίπεδο του θεάτρου, με αποτέλεσμα να κάθονται οι θεατές στραβά, και να μη βλέπουν παρά όσο τους επιτρέπουν οι μπροστινοί. Προσωπικά είχα την τύχη να βρω εισιτήρια στην τελευταία σειρά, οπότε μπορούσα να το δω όλο όρθια, κι αυτό έκανα. Σαίξπηρ είν’ αυτός, δεν πειράζει, και στο θέατρο του όρθιοι ήταν οι θεατές.
Η πιο πλούσια παράσταση του Εθνικού πάντως, είναι το «Ξύπνα Βασίλη» του Ψαθά που παίζεται στη μικρή σκηνή του. Πήγα με τη σκέψη ότι θα είναι φτωχότερη, αλλά την πάτησα. Όχι μόνο είχαν ψείρες οι ηθοποιοί, αλλά επιπλέον έπαιζαν κρυμμένοι πίσω από ένα ξύλινο ταμπλό που τους έκρυβε εντελώς, και τους βλέπαμε κινηματογραφημένους σε προβολή πάνω στο ταμπλό αυτό, σε γκρο πλαν, και τα πρόσωπα, και τις ψείρες, και τα καλώδια των ψειρών στο σβέρκο. Στην αρχή έλπιζα ότι θα σταματούσε σε λίγη ώρα, ήταν ένα εύρημα, ένα εφέ, τώρα θα παραμερίσει το ταμπλό και θα εμφανιστούν οι άνθρωποι σκεφτόμουν το πρώτο μισάωρο. Όμως επί μια ώρα τους βλέπαμε έτσι, σε άμεση κινηματογραφική μετάδοση. Το ταμπλό έπεσε το τελευταίο τέταρτο και φάνηκαν οι άνθρωποι ανακουφιστικά μικροί. Αν και εναλλακτική, η σκηνή ήταν η πιο πλούσια απ’ όλες, είχε και μικρόφωνα και κάμερες λήψης και κάμερες προβολής, τόσο που να απορείς γιατί δεν είχαμε πάει σινεμά τελικά, να δούμε και κανα τοπίο στην εικόνα.
Μετά τις τρεις αυτές παραστάσεις στο πλούσιο Εθνικό θέατρο, έχω μεγάλη ανάγκη για φτωχό θέατρο. Θα πηγαίνω σε μικρές σκηνές, να βλέπω ανθρώπους και ν’ ακούω ανθρώπινες φωνές.

https://www.athensvoice.gr/culture/theater/506986_pethymisa-ftoho-theatro?fbclid=IwAR2OgL8KUDPCUNIK09gsHy-yjFbjb7Z8e1KnXu9hZfFks3GOiahm_UPrcOc

Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

Αh, ça ira, ça ira, ça ira...

Φωτογραφίες στην παράσταση απαγορεύονται, οπότε έβγαλα εμάς
Δεν γινόταν να μη θυμηθώ τις φιλοσοφίες που διάβαζα πριν λίγες μέρες για την ισότητα, καθώς παρακολουθούσα το τετραωρο έργο του Ζοέλ Πομερά Ça ira στη Στέγη. Κάτι είχε πει ο Μητσοτάκης, ότι οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ίσοι, ή ότι δεν γεννιούνται ίσοι, δεν θυμάμαι ακριβώς, δεν τους παρακολουθώ τους πολιτικούς στην τηλεόραση, κι είχε ξεχυθεί με πάθος η κουβέντα. Πόσο ίσοι είμαστε, πόσο δεν είμαστε, κι αν δεν είμαστε γιατί, κλπ. Στην παράσταση του Ça ira λοιπόν ήταν σα να είχαμε βρεθεί στην πηγή της έννοιας, κατά κάποιον τρόπο. Κι εγώ που δεν παρακολουθώ πολιτικούς στην τηλεόραση, βρέθηκα σε θέση περικυκλωμένη από τους ηθοποιούς που έπαιζαν τους βουλευτές της αριστεράς, καθισμένοι αριστερά, και φώναζαν, ζητωκραύγαζαν, ή γιουχάιζαν τόσο δυνατά που έμοιαζε να παίρνω μέρος στη συνέλευση της Τρίτης τάξης που έγινε Εθνοσυνέλευση.
Πρωτότυπη παράσταση, χωρίς άλλο δράμα από το γνωστό, πώς ο Λουδοβίκος συγκάλεσε τις τρεις τάξεις με αρχικό στόχο να μειώσει τα φορολογικά προνόμια των δυο προνομιούχων τάξεων, αφού δεν συμφωνούσαν με τίποτε να χάσουν μερικά, κι ας ‘χανόταν η πατρίδα’, βασισμένη σε ιστορικά κείμενα και γεγονότα, πώς οι  συνελεύσεις των δυο κυρίαρχων τάξεων με την άρνηση τους να συνεργαστούν, ενίσχυσαν την ανάγκη της τρίτης συνέλευσης να πάρει τον εαυτό της και το ρόλο της στα σοβαρά, πώς επιχειρηματολογούσαν εκατέρωθεν οι μαχητικοί -αυτοί που κάθονταν γύρω μου και με ξεκούφαιναν- και οι συμβιβαστικοί, οι οποίοι προσπαθούσαν να προλάβουν τις συγκρούσεις και γίνονταν τα πρώτα τους θύματα. Πρώτα στο υπουργικό συμβούλιο, ύστερα στις Γενικές τάξεις και στην Εθνοσυνέλευση, συζητιούνταν θέματα που θύμιζαν με κάποιο τρόπο συζητήσεις σημερινές, αν και η εποχή ήταν τόσο διαφορετική. Δηλαδή ήταν ακριβώς η εποχή που η ισότητα δεν ήταν στους νόμους, η ανισότητα ήταν το δεδομένο, όχι απλώς η πραγματικότητα, όπως τώρα ας πούμε, αλλά ο νόμος ο ίδιος. Όσοι δεν ανήκαν στις δυο κυρίαρχες τάξεις, των κληρικών και των ευγενών δηλαδή, δεν μπορούσαν να καταλάβουν δημόσια θέση. Φορολογούνταν διαφορετικά, ή μάλλον φορολογούνταν, τελεία. Ενώ οι άλλοι εισέπρατταν. Ήταν οι κυβερνώντες και οι κυβερνούμενοι, απλά πράγματα. Το ζητούμενο λοιπόν ήταν η νομική ισότητα, κάποια ελάχιστη νομική ισότητα τέλος πάντων, κάποια πολιτικά δικαιώματα, κι όμως οι συζητήσεις έμοιαζαν σύγχρονες. Κυρίως επειδή παιζόταν πάντα το παιχνίδι της εξουσίας, οι δυνατότητες των συγκρούσεων, ποιος θα νικούσε, τι θα κέρδιζε. Πράγματα αιώνια βεβαίως, αλλά μοναδικά στη συγκυρία εκείνη που η σύγκρουση δεν έγινε απλώς ανάμεσα σε τάξεις και ηγέτες, αλλά περιλάμβανε τις ιδέες εκείνες, την ελευθερία, την ισότητα, τα δικαιώματα, που διατυπώνονταν τόσο ξεκάθαρα κι από τότε ως τώρα είναι παρόντα στις πολιτικές μάχες ως μονίμως ζητούμενα και μονίμως ανεύρετα. Όμως τότε ήταν η στιγμή που μπορούσαν να βρεθούν, βρέθηκαν, διατυπώθηκαν με λέξεις. Δεν επινοήθηκαν βέβαια εκείνη τη στιγμή, υπήρχαν ήδη στα βιβλία, στις φιλοσοφικές συζητήσεις, για όλα έφταιγε ο Ρουσώ έλεγαν.
Ας διατυπώσουμε τα βασικά δικαιώματα του ανθρώπου πάνω από το Σύνταγμα, πρότεινε ένα βουλευτής. Μα τι λες τώρα, έξω ο όχλος σφάζει κόσμο, εμείς θα καθόμαστε να διατυπώνουμε τα δικαιώματα; Δεν θα λύσουμε έτσι τα προβλήματα της Γαλλίας. Η πατρίδα μας χάνεται κι εμείς φιλοσοφούμε. Σας νοιάζει να δοξαστείτε στις επόμενες γενιές, όχι να βρείτε λύση στα προβλήματα. Ο όχλος έχει δίκιο που λυντσάρει, τόσους αιώνες καταπιέζεται! Ωραία, να τον αφήσουμε λοιπόν να σκοτώνει χωρίς νόμο και χωρίς αρχή; Κι εσείς κυρία που κατηγορείτε τους ιδιοκτήτες ότι καταπιέζουν το λαό, δεν έχετε μια ιδιοκτησία στο κέντρο του Παρισιού; Δωρεάν την παρέχετε, δεν ζητάτε νοίκι;
Τα διλήμματα όλα ζωντανά. Η εξουσία και ό,τι τη στηρίζει, κι ό,τι την αφήνει ξαφνικά έκθετη, οι άνθρωποι γυμνοί από τα αξιώματα, από το σεβασμό στο βασιλιά που κάποτε τους ένωνε, έτοιμοι για όλα. Το τραύμα που από τότε επουλώνεται, η αρχή που από τότε αναλύεται. Καμιά πλευρά δεν μπορείς να συμπαθήσεις, κι ενώ τόσο σημερινά ακούγονται όλα, αναγκάζεσαι να παραδεχτείς ότι είναι ιστορία, κι όσα ακόμα ζούμε και αντιμετωπίζουμε μοιάζουν κάποια στιγμή σαν απόνερα της ιστορίας εκείνης που πέταξε πολλά πυροτεχνήματα στον αέρα κι ακόμα μας τυφλώνουν.


Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Πώς να σε θυμάμαι, Νίκο Ναουμίδη

Πέθανε ο Νίκος Ναουμίδης, στα 63 του από ανακοπή καρδιάς, διαβάζω. Στις φωτογραφίες μέσω Ίντερνετ βλέπω ένα πρόσωπο που μου θυμίζει το Νίκο μόνο στο σχήμα. Στα ζυγωματικά πιο πολύ. Τι σοβαρός που είχες γίνει Νίκο! Αν σ' έβλεπα δεν θα σε γνώριζα, τόσο άλλαξε το ύφος σου, ενώ προφανώς δεν είχες παχύνει, δεν είχες βαρύνει. Μου έρχεσαι στο μυαλό νέος λυγερός όπως ήσουν τότε που κάναμε παρέα στη Θεσσαλονίκη, και τότε που παίζαμε στη Φαύστα του Μποστ το ζευγάρι Ιατρού, στη μόνη της ζωής μου επαγγελματική θεατρική εμπειρία. Εκείνοι οι μήνες, από το Πάσχα ως το Σεπτέμβρη της επόμενης χρονιάς, που γυρίζαμε την Ελλάδα με το Θεατρικό εργαστήρι, ήταν από τους ωραιότερους της ζωής μου. 
Ακούω τη φωνή σου, λίγο θαμπή, λίγο βραχνή, καθώς περπατάμε. Ανεβήκαμε σοκάκια της Κέρκυρας, εξερευνήσαμε παρασκήνια στο θέατρο της Λάρισας, τριγυρίσαμε με τη ντουντούκα να διαφημίσουμε το μετέπειτα πολυπαιγμένο έργο του Μποστ, αλλά τότε αρκετά άγνωστο ακόμα. Σε ποιες πόλεις είχαμε πάει, ξέχασα πια, τι γίνανε αυτές οι πολύτιμες αναμνήσεις; Στο πούλμαν ήμασταν σαν άταχτα παιδιά ανάμεσα στους πιο σοβαρούς ηθοποιούς του θιάσου, εγώ τελειόφοιτη της Νομικής κι εσύ που με περνούσες μόνο τρία χρόνια. Ο πιο μικρός από τους αληθινούς ηθοποιούς εκεί, και φαινόσουν ο πιο εύθραυστος. Εχω δυο φωτογραφίες μόνο, μία έγχρωμη που τρώμε σε μια ταβέρνα στην Κέρκυρα όλοι μαζί, και μια ασπρόμαυρη μεγάλη της παράστασης, από αυτές που κολλούσαμε στη βιτρίνα των θεάτρων, τη μόνη που εμφανιζόμαστε οι δυο, είχαμε μικρό ρόλο. Την είχα φυλάξει για σουβενίρ, γεμάτη κόλλες απο τη χρήση στην περιοδεία εκείνη. Θα ψάξω να τις βρω όταν γυρίσω στην Αθήνα, να τις σκανάρω, πρέπει να απαντήσω στις πρόσφατες φωτογραφίες σου που είδα δημοσιευμένες, να σε θυμηθώ όπως σε είχα γνωρίσει. 
Ταξιδεύαμε με ένα νοικιασμένο πούλμαν, τα σκηνικά φορτωμένα στη σκεπή. Τι πλάκα γινόταν, η ταλαιπωρία δεν μας άγγιζε, ούτε η απογοήτευση για τα λεφτά που δεν έβγαιναν. Στο θίασο ήταν η Σοφία Φιλιππίδου, η Ελένη Γερασιμίδου, ο Χρήστος Στέργιογλου, μεταξύ άλλων ηθοποιών εξίσου σημαντικών που απλώς δεν έκαναν καριέρα στην Αθήνα, του Κώστα Γακίδη, της Λιάνας Οικονόμου, του Φούλη Μπουντούρογλου. Ήταν η Ρούλα Πατεράκη, ξανθιά και χυμώδης τότε, έπαιζε τη Φαύστα. Ο άντρας της ο Γιάννης Παναγιωτόπουλος,  μετέπειτα Γιάννης Πάνου ως συγγραφέας,  ήταν μαζί κι αυτός. Ψηλός, τεράστιος με το μεγάλο του μέτωπο και τη γκρίζα χαίτη να τον στεφανώνει. Τι γοητευτικοί κι οι δυο τους, και τι τυχερή ήμουν που μπορούσα να χάσκω κοντά σε όλους χωρίς εγωισμούς,  ως νεώτερη και προσήλυτη. Τόσο νέοι όλοι τους τότε, και μου φαίνονταν μεγάλοι. Έτρεχα μετά χαράς να προλάβω επιθυμίες κι επικοινωνίες, έφτιαχνα χαμομήλια με μέλι να μαλακώσουν οι ταλαιπωρημένες φωνές τους, έπαιρνα τη ντουντούκα, ακούραστη έκανα τη διαφήμιση στους δρόμους, ταλαντούχα ντελάλης.
Ο χρόνος εκείνη την εποχή ήταν σαν απαλό κυματάκι, δεν έτρεχε, δεν πίεζε, νανούριζε τρυφερά κι υποσχόταν τα πάντα, καθησύχαζε. Απατηλή απαλότητα βεβαίως, διότι ενώ εμείς ονειρευόμασταν και σχεδιάζαμε, εκείνος περνούσε ορμητικός, και να τώρα να έχουν διαβεί τόσα χρόνια, να έχουμε χαθεί Νίκο μου, και να μη μπορώ να σε ξαναδώ ποτέ, και να μην έχουμε βρεθεί τόσο καιρό να γελάσουμε λίγο. Γελούσαμε μαζί πολύ, λέγαμε ανάλαφρα πράγματα που αποδυνάμωναν ό,τι μας φόβιζε, και τα ξεχνούσαμε αυτομάτως, έχοντας στο μεταξύ απελευθερωθεί. Βολτάραμε πολύ στη Θεσσαλονίκη και στις άλλες πόλεις. Κουβεντιάσαμε και φιλοσοφήσαμε. Θέλω να σε θυμάμαι ωστόσο στα παρασκήνια. Να στεκόμαστε οι δυο μας σε μια ακρούλα κι απο την κουρτίνα να κρυφοκοιτάμε τους άλλους που παίζουν, να μη μιλάμε και σιωπηλά να συνενοούμαστε, πριν ακόμα κάνουμε τη μικρή μας εμφάνιση, πριν αναμετρηθούμε όπως ο καθένας μπορούσε, με τα φώτα της τέχνης. 

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Alexander, rock opera


 Μια βδομάδα στη Θεσσαλονίκη είχα ήδη βαρεθεί να βλέπω ανδριάντες του Αλεξάνδρου και των συγγενών του, και ξεκίνησα επιφυλακτική για τη ροκ όπερα Alexander, που παίζεται και το επόμενο Σαββατοκύριακο. Πάντως γρήγορα  ξέχασα  τις επιφυλάξεις, χάρηκα την πρώτη ροκ όπερα που έβλεπα στη ζωή μου,(αν εξαιρέσεις το Jesus Christ Superstar, το οποίο  έχω δει μόνο στο σινεμά).
 Υπάρχει ένα κοινό σημείο στις δυο αυτές ροκ όπερες: οι ήρωες είναι και οι δυο σουπερστάρ, δηλαδή το κοινό τους γνωρίζει. Μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει γνωστά στοιχεία, να στήσει πάνω τους χαρακτήρες και δράση, να απομυθοποιήσει ή να αγιογραφήσει. Στο Alexander του Κώστα Αθυρίδη που γράφτηκε σε λιμπρέτο της Penny Turner, οι μυθικοί και υπερβολικά φετιχοποιημένοι, ειδικά στη Θεσσαλονίκη, ήρωες, παίρνουν ανθρώπινες διαστάσεις,  παρουσιάζονται από την αρχή με τις αδυναμίες τους, τις μανίες τους για μεγαλείο, τα πάθη και τα λάθη τους.

Η μητέρα του Αλέξανδρου, η Ολυμπιάδα, πρώην ιέρεια των Καβειρίων της Σαμοθράκης, κολλημένη στην ανεξαρτησία και την αίγλη που έχασε με το γάμο της, ζητάει να τον κάνει όργανό της. Ο ίδιος μοιάζει πολύ με θύμα της μαζικής κουλτούρας της εποχής του, που ήταν τα έπη του Ομήρου. Στις σελίδες της Ιλιάδας βρίσκει το πρότυπο του.  Έχει τους φίλους και την ορμή, την επιθυμία των νέων για κατακτήσεις, θέλει δόξα και αθανασία. Χάνει τους φίλους στην πορεία, από υπερβολικό εγωισμό. Παραδίδεται στα πάθη, στο πάθος της καταστροφής μεταξύ άλλων. Το λιμπρέτο της Penny Turner τον παρουσιάζει με ιστορικές λεπτομέρειες, ξεφεύγοντας από το μύθο του άψογου εκπολιτιστή. Συχνά στρέφεται σε πρόσωπα της εποχής του λιγότερο διάσημα υπονομεύοντας ακόμα περισσότερο την ηρωική ατμόσφαιρα. Το έργο διαθέτει χιούμορ, πλησιάζει με  κατανόηση την εποχής της δράσης, αναδεικνύει τις αναλογίες με τη σημερινή, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα είδος αποστασιοποίησης, που τη χρειαζόμαστε επειγόντως.

Η παραγωγή είναι  φιλόδοξη. Ορχήστρα, μπαλέτο, ζωντανό τραγούδι στη  μεγάλη σκηνή του Stage, στην περιοχή  Σφαγείων της Θεσσαλονίκης, με  αρκετά φτηνό εισιτήριο. Οι καλλιτέχνες στη σκηνή, τραγουδιστές και ηθοποιοί, έχουν δουλέψει με πάθος. Είναι σπάνια απόλαυση να βλέπεις τόσους νέους συντονισμένους στη σκηνή γεμάτους όρεξη, ενέργεια, ωραίες, δουλεμένες φωνές, σε ένα χορταστικό θέαμα.
Οι στίχοι είναι στα αγγλικά, ίσως βοηθήσουν το έργο να κάνει διεθνή καριέρα. Η σκηνοθεσία είναι του συνθέτη, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Απόστολου Βέττα, οι χορογραφίες της Άσπας Φούτση και η ενορχήστρωση του Κώστα Τζούνη που διευθύνει και την ορχήστρα. Τραγουδούν στην παράσταση μεταξύ άλλων η Ρούλα Μανισσάνου, ο Δημήτρης Τικτόπουλος. η Γεωργία Βεληβασάκη, η Ραχήλ Τσελεπίδου, κι άλλοι. 

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Ανδρομάχη του Ρακίνα


Ανδρομάχη και Πύρος

Πήγαινα με κάποια συγκατάβαση να δω την Ανδρομάχη του Ρακίνα στην Κομεντί Φρανσέζ. Ποτέ δεν είχα δει Ρακίνα στη σκηνή, και μια και τον είχαμε διδαχτεί στο Γαλλικό Ινστιτούτο για το δίπλωμα που λεγόταν τότε Σορμπόν, είπα ας πάω να τον δω μια φορά. Έριξα μια ματιά στην υπόθεση, μήπως οι στίχοι,  που λέγονται ‘αλεξανδρινοί’, μου φανούν δύσκολοι. Δεν με μάγεψε η πλοκή, σαν εφηβικό μυθιστόρημα έμοιαζε. Ο Ορέστης αγαπά την Ερμιόνη, η οποία αγαπά τον Πύρο, ο οποίος αγαπά την Ανδρομάχη. Όπως αγαπάτε, κωμωδία του Σαίξπηρ θύμιζε. Αλλά η ευθύγραμμη αυτή κατεύθυνση ερώτων χωρίς ανταπόκριση είναι κάπως πιο περίπλοκη τελικά. Διότι ο Πύρος είναι βασιλιάς (της Ηπείρου, όπως το ιστορικό πρόσωπο Πύρος) και η Ανδρομάχη είναι αιχμάλωτη. Δηλαδή ο δεσμώτης έχει ερωτευτεί την αιχμάλωτη του, κι αμέσως η σχέση αποκτά άλλο ενδιαφέρον. Επιπλέον ο Πύρος στο έργο αυτό είναι γιος του Αχιλλέα, ο οποίος Αχιλλέας έχει σκοτώσει τον Έκτορα, τον άνδρα της Ανδρομάχης. (Οι τελευταίες λεπτομέρειες ακολουθούν τη γνωστή εκδοχή).
Λοιπόν μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι η Ανδρομάχη αυτή θα είναι αρκετά μεγαλύτερη από τον Πύρο, αλλά μπορεί και όχι. Οι άνθρωποι παντρεύονταν νέοι, έκαναν παιδιά μικροί, οπότε είχαν ανοιχτές όλες τις δυνατότητες. Αλλά και είκοσι χρόνια να τον περνούσε τον Πύρο η Ανδρομάχη, τι σημασία έχει; Άλλα μετρούσαν, η αιχμαλωσία, ο θάνατος του Έκτορα, η ζωή του Αστυάνακτα. Και ο έρωτας βεβαίως, η ακαταμάχητη δύναμη που αναστατώνει ηγεμόνες και κόρες των βασιλιάδων.
Ναι, υπάρχει η λεπτομέρεια αυτή, ο Αστυάνακτας, ο γιος του Έκτορα, εκείνο το μωρό που πέταξε ο Οδυσσέας από τα τείχη της Τροίας, στο έργο του Ρακίνα ζει και είναι με τη μαμά του, αιχμάλωτος του Πύρου. Αιχμάλωτοι στην πόλη Βουθρωτό της Ηπείρου! Έδωσαν λέει, λάθος παιδί στον Οδυσσέα να σκοτώσει, και πάει τζάμπα το καημένο εκείνο, ο διάδοχος του ανύπαρκτου θρόνου μεγαλώνει ήσυχα υπό την προστασία του γιου του εχθρού του.
Ορέστης και Πυλάδης
Οι δε Έλληνες, αυτοί οι απαίσιοι τύποι της Ιλιάδας, στέλνουν τον Ορέστη να σκοτώσει το παιδί. Ναι, τον γνωστό Ορέστη, το γιο της Κλυταιμνήστρας και του Αγαμέμνονα, ο οποίος δεν ξέρουμε αν έχει ακόμα σκοτώσει τη μητέρα του. Αν δεν το έχει κάνει ακόμα, σύμφωνα με το έργο αυτό, δεν θα την σκοτώσει ποτέ. Διότι στο τέλος τρελαίνεται, και πώς να μην τρελαθεί από απελπισία για το λάθος που έκανε, να ακούσει την έξαλλη Ερμιόνη που του έλεγε να σκοτώσει τον Πύρο, από ζήλια, κι αφού τον έψησε καλά –καλά το μετάνιωσε και τον έδιωξε κακήν –κακώς, πήγε κι έπεσε στο πτώμα επάνω και μαχαιρώθηκε κι εκείνη. Πώς να αντέξει λοιπόν;
Μπλεγμένη τελικά η υπόθεση. Ωστόσο όλα γίνονται μέσα σε μια μέρα, σύμφωνα με τους κανόνες της κλασσικής τραγωδίας.
Μόλις οι ηθοποιοί πιάνουν στα χείλη τους αλεξανδρινούς στίχους, όλα γίνονται πολύ πιο απλά, ξεκάθαρα, κρυστάλλινα. Είναι μια παράσταση κλασική, σαν το έργο, πολύ λιτή, με ελάχιστη κίνηση, χωρίς σκηνοθετικά ευρήματα, σε ένα σκηνικό αόριστα ελληνικό, δυο σειρές από κολώνες. Οι ηθοποιοί στέκονται και απαγγέλλουν, κάνουν ένα ή δυο βήματα και ξαναστέκονται. Σέρνουν λίγο τους στίχους, ειδικά το δεύτερο μισό κομμάτι του στίχου, πράγμα που δίνει ένα ρυθμό επαναλαμβανόμενο. Κι όμως μοιάζει η φωνή να έρχεται από το βάθος της ύπαρξης τους, από το κέντρο του σώματος και της ψυχής τους. Κάθε λέξη, κάθε κίνηση, έχει τέτοιο βάρος που νομίζεις ότι θα σπάσει η σκηνή, όμως οι στίχοι συνεχίζονται ανάλαφροι ‘σαν τα πουλιά’, που έλεγε κι ο Όμηρος.  Σκηνή με τη σκηνή και στίχο με το στίχο τα πρόσωπα αναδεικνύουν την τρομερή τους αξιοπρέπεια και το πώς συγκρούεται με τον έρωτά τους.  Πώς μπορεί η κόρη του Μενελάου να παραδεχτεί την ήττα της; Πώς μπορεί ο γιος του Αχιλλέα να αγαπήσει τη χήρα του πατρικού φόνου; Όλο και βαθύτερα φαίνονται τα αδιέξοδα που τελικά τους καταπίνουν, και το θέμα είναι πως όλα αυτά τα οποία ακούγονται αστεία έτσι όπως τα περιγράφει το πρόγραμμα ως υπόθεση του έργου, όταν τα βλέπεις στη σκηνή έχεις εντελώς ταυτιστεί μαζί τους και βήμα- βήμα αλλάζεις και πείθεσαι, ύστερα ξαναλλάζεις, λες και παρακολουθείς δημηγορίες στο Θουκυδίδη όπου ο τελευταίος πάντα μιλάει καλύτερα, αλλά στο τέλος, όσο υπέροχα και να τα πει, δεν γλιτώνει το χειρότερο.
Δεν είναι οι ήρωες αυτοί σαν εκείνο τον βασιλέα Δημήτριο του Καβάφη, που "σαν τον παραίτησαν οι Μακεδόνες... επήγε κι έβγαλε τα χρυσά ενδύματα του και τα ποδήματα του πέταξε τα ολοπόρφυρα, κάνοντας όμοια σαν ηθοποιός...." Κρατούν τα ενδύματα τους, το βαρύ τους ρόλο, του βασιλιά, της αιχμάλωτης, της πριγκίπισας, του απεσταλμένου. Ο έρωτας χτυπιέται΄πάνω τους, η αξιοπρέπεια όμως νικάει, στο τέλος οι δυο πεθαίνουν, ο απεσταλμένος τρελαίνεται, η δε αιχμάλωτη έχει γίνει βασίλισσα. Πλήρης ανατροπή.
Πόσο είχα πεθυμήσει τελικά, να δω ένα τέτοιο έργο, κλασικό, να παίζεται κλασικά και να του αποδίδεται ολόκληρο το πραγματικό του βάρος. Νομίζω είναι αυτό που λείπει από το δικό μας θέατρο, λίγες κλασικές παραστάσεις, αληθινά κλασικές όμως, με τη θεατρική τους δύναμη σταθερή, όχι παρωδίες του κλασικού. Μου φαίνεται πως τόσο πολύ το έχουμε ξεχάσει κάτι τέτοιο, ώστε δυσκολεύομαι να το περιγράψω, φοβάμαι ότι δεν μπορώ να εξηγήσω για ποιο πράγμα μιλώ. Όταν εμείς λέμε «κλασικό» εννοούμε μάλλον «κλασικούρα», κάτι παλιό και ξεπερασμένο, κάθε άλλο παρά κλασσικό δηλαδή.
Πήγα στο Παρίσι με μεγάλη όρεξη να δω θέατρο. Είδα τη Μνούσκιν, τον Μπρουκ, είδα όπερα στη Βαστίλη, είδα τον Μισέλ Μπουκέ, και τι δεν είδα. Και στην Κομεντί Φρανσέζ είδα επιπλέον Μολιέρο και Εντουάρντο ντε Φίλιππο. Όμως η παράσταση που πιο πολύ με άγγιξε, με συγκίνησε, με ανατρίχιασε, ήταν αυτή, η Ανδρομάχη του Ρακίνα. Ίσως επειδή δεν το περίμενα. Το θέατρο κρύβει ακόμα εκπλήξεις, κι οι μικρότερες δεν είναι στα έργα του 17ου αιώνα…

Την επόμενη βδομάδα ξαναπήγα στην Κομεντί Φρανσέζ, είδα το Φιλάργυρο του Μολιέρου. Διαπίστωσα ότι δυο ηθοποιοί τουλάχιστον απο την παράσταση του Ρακίνα παίζανε κι εκεί. Πώς τα κατάφερναν να περνάνε σε άλλους τόσο διαφορετικούς ρόλους τόσο γρήγορα; Το συζήτησα με γάλλους φίλους και μου εξήγησαν ότι είναι παράδοση αυτό, γινόταν πάντα στην Κομεντί και σε άλλα θέατρα. Μου φάνηκε πολύ σκληρό για τους ηθοποιούς που δεν έχουν δουλειά, αλλά αυτοί που έχουν προφανώς ζουν πολύ έντονα.


Ο Ποδαλίδης ως Φιλάργυρος κοιτά τον κήπο όπου έχει θάψει το θησαυρό του

Το τελευταίο έργο που είδα στην Κ.Φ. ήταν ¨"Μεγάλη Μαγεία" του Εντουάρντο ντε Φίλιππο, σα να το είχε γράψει ο Πιραντέλο. Και πάλι μια ηθοποιός που έπαιζε στα άλλα δυο. Και σε πρωταγωνιστικούς ρόλους και στα δυο ο Denis Podalydes προφανώς ελληνικής καταγωγής, που είναι μεγάλο αστέρι του θεάτρου.
Αλλά αυτή την παράδοση δεν την έχουν μόνο εκει. Πήγαμε σε ένα άλλο θέατρο, το οποίο κάθε σεζόν παίζει όλα τα έργο ενός θεατρικού συγγραφέα. Ένα φτωχό θέατρο, Theatre du Nord Est το λένε. Και φέτος παίζουν όλον τον Λαμπίς, ένα συγγραφέα σαν τον δικό μας Ξενόπουλο, ο οποίος είχε γράψει 115. Και τα παίζουν όλα! Μα πώς γίνεται αυτό;
Είδαμε ένα από τα 115, που το λένε: "Το ταξίδι στην Κίνα". Οι ηθοποιοί του παίζουν σε καμιά δεκαριά έργα ο καθένας μέσα στο χειμώνα. Μου φάνηκε κάπως τερατώδες, αλλά η νεαρή φίλη τραγουδίστρια -ηθοποιός που γνωρίζαμε κι είχαμε πάει να δούμε, μας είπε ότι είναι πολύ ευτυχής, αν και πληρώνεται ελάχιστα.
Το πρόγραμμα με όλα τα έργα του Λαμπις
Γενικά είδα πολύ θέατρο στο Παρίσι. Έμεινα 15 μέρες και είδα εννιά παραστάσεις, ρεκόρ. Σαν τρελή έτρεχα σε δάση (κυριολεκτικά, στο δάσος της Βενσέν ας πούμε για τη Μνούσκιν) και σε παγωμένες λεωφόρους χωρίς εισιτήριο, αλλά ανταμείφθηκα. Τόσες παραστάσεις μαζεμένες δεν βλέπω ούτε σε ένα χρόνο. Διαπιστώνω ότι είναι ο καλύτερος τουρισμός σε μια χώρα που ξέρεις τη γλώσσα. Αλλά ακόμα και αν είσαι απλώς σε διαδικασία μάθησης, όπως είμαι εγώ στην Αγγλία, πάλι μπορείς να πυκνώνεις την εμπειρία του ταξιδιού. Βέβαια έχω δει και γερμανικές παραστάσεις, που δεν καταλαβαίνω λέξη. Αλλά όπως και να το κάνουμε, οι λέξεις έχουν άλλο ζουμί όταν καταλαβαίνεις το νόημα τους!

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

"Οι ναυαγοί της τρελής ελπίδας"

Για το έργο της Μνούσκιν δεν έβρισκα εισιτήρια. Είπα, μια μέρα θα πάω εκεί πριν αρχίσει η παράσταση, μήπως πετύχω επιστροφή. Φαινόταν δύσκολο, πρέπει από το τέρμα του μετρό να πάρεις λεωφορείο για την παλιά Φυσιγγιοθήκη (Καρτουσερί). Επιπλέον, τη μέρα που το αποφάσισα, έπεσα σε μποτιλιάρισμα με το λεωφορείο, δεν πρόλαβα να περάσω απο το σπίτι να αφήσω τα συμπράγκαλα. Κουβαλούσα δυο ογκώδη βιβλία που είχα αγοράσει, μεταξύ άλλων. Κι έτσι φορτωμένη εμφανίστηκα στην πόρτα του θεάτρου την τελευταία στιγμή πριν κλείσει, και πήρα το τελευταίο εισιτήριο που κάποιος είχε επιστρέψει, σε περίοπτη θέση, με την καλύτερη δυνατή ακουστική και θέαση. Τυχερή.
Το έργο ήταν παράξενο, γοητευτικό και περίπλοκο. Ιστορία μέσα σε ιστορία, λογοτεχνία μέσα σε σινεμά, σινεμά μέσα σε θέατρο. Αλλά κυρίως, σοσιαλιστικές ιδέες μέσα στο παρελθόν, σαν ιδέες και σαν πράξη, σαν αυταπάτες και σαν γεγονότα. Όλα μαζί σε περιτύλιγμα κωμωδίας. Οι «Ναυαγοί της τρελής ελπίδας». Γραμμένο από την Ελέν Σιξούς πάνω στο βιβλίο του Βερν,  «Μαγγελανία»
Στη μεγάλη, χορταστική σκηνή του Θεάτρου του Ήλιου, η ιστορία πλέκεται σε τρία επίπεδα. Μια ομάδα πιονέρων κινηματογραφιστών γυρίζει ταινία με πρωτόγονα μέσα, τα οποία έχουν μεγάλη πλάκα βέβαια για μας, με σενάριο βασισμένο σε αυτό το βιβλίο του Βερν. Το γύρισμα γίνεται λίγο πριν ξεσπάσει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Και οι κινηματογραφιστές είναι σοσιαλιστές, θέλουν να περάσουν μήνυμα μέσα από το έργο τους. Κάνουν τα γυρίσματα και τους τρώει η αγωνία, τι θα γίνει; Θα καταφέρουν οι σοσιαλιστές να ξεπεράσουν τις εντάσεις; Θα κερδίσει η χιονοστιβάδα προσβολών και ευθιξιών που οδηγεί στον πόλεμο; Και οι πασιφιστές, ο Ζωρές, τι θα κάνει; Δίνει πολιτικές μάχες χρόνια ολόκληρα κατά του πολέμου, κατά της υποχρεωτικής στράτευσης, προσπαθεί να οργανώσει τους εργάτες, να τους ενώσει με στόχο την ειρήνη και τη βελτίωση της ζωής τους. Θα τα καταφέρει;
Υπάρχει κάποια αισιοδοξία, τα συνδικάτα κέρδισαν πολλά πράγματα τα τελευταία χρόνια, ο πόλεμος τέλειωσε στα Βαλκάνια, οι άνθρωποι ελπίζανε ότι ήρθε η στιγμή οι λαοί να επωφεληθούν απο την τεχνολογία, να χειραφετηθούν απο τις ηγεσίες που ξεκινούσαν πολέμους για δικές τους ευθιξίες και φιλοδοξίες.
αφίσα στο φουαγιέ

Τη συνέχεια την ξέρουμε εμείς οι θεατές. Τον Ζωρές τον δολοφόνησε το 1914 ένας εθνικιστής νεαρός και ο πόλεμος ξεκίνησε εκείνη την ίδια χρονιά, μετά την άλλη δολοφονία, του αυστριακού διαδόχου στο Σεράγεβο. Οι πασιφιστές θα μείνουν μια εξευτελισμένη μειοψηφία που θα σηκώνουν την ύβρι των επιλογών τους, και θα τους αποκαλούσαν προδότες ένθεν και ένθεν οι εμπόλεμοι, επι χρόνια.  Ο πόλεμος, αναπόφευκτος, σάρωσε τα νιάτα των ευρωπαίων της εποχής εκείνης, με τρόπο που δεν είχε ξαναγίνει και που δεν ξανάγινε, για την  δυτική Ευρώπη τουλάχιστον, ούτε στον Δεύτερο Πόλεμο.
Ο πόλεμος εκείνος ήταν που φύτεψε στις ψυχές των ευρωπαίων την απόφαση να μην ξαναπολεμήσουν μεταξύ τους, και γι αυτό έζησαν τον Δεύτερο Πόλεμο σαν μια ιδιαίτερα οδυνηρή παρένθεση στην απόφασή τους. (Εδώ στην Ελλάδα  λέγανε «πουρκουάδες» τους γάλλους, μάλλον επειδή δεν είχε συμμετάσχει η Ελλάδα αρκετά στον Πρώτο πόλεμο, και δεν ήξεραν τι τίμημα είχαν πληρώσει οι υπόλοιποι ευρωπαίοι)

Διάλειμμα στο φουαγιέ

Γύριζε λοιπόν στη μεγάλη σκηνή η μανιβέλα της πρωτόγονης μηχανής λήψης, έστηναν οι ηθοποιοί τις σκηνές του Βερν, σκάγαμε στα γέλια εμείς το κοινό με τους βοηθούς που ταρακουνούσαν την άκρη από τα κασκόλ για να φαίνεται  ότι φυσάει, και τα κόσκινα που άδειαζαν το ψεύτικο χιόνι, κι ο πόλεμος πλησίαζε. Στην τελευταία σκηνή οι εναπομείναντες ναυαγοί έφευγαν σε πιο απομονωμένα μέρη, κατά την προσφιλή μέθοδο του Βερν, για να ζήσουν αμόλυντοι από την εισβολή των εκμεταλλευτών, κι εμείς ξέραμε ότι στην πραγματική ευρωπαϊκή ιστορία δεν υπήρξε διαφυγή, όλος ο κόσμος πέρασε από τις μυλόπετρες του Πολέμου. Αλλά βγήκαμε έξω με χαμόγελο, γιατί το έργο μας είχε γεμίσει τρυφερότητα για τις ουτοπίες των παππούδων μας, ή μάλλον των προπαππούδων, για τους σοσιαλιστές που είχαν νικηθεί παντοιοτρόπως αλλά όχι οριστικά και όχι εντελώς, για τους καλλιτέχνες και επιστήμονες που είχαν πάντα τις ιδέες ότι ο κόσμος αλλάζει μέσα από την τέχνη και με την επιστήμη.
Και για την αλήθεια όλων αυτών φυσικά. Γιατί έχουν δίκιο, όντως ο κόσμος αλλάζει με την τέχνη και την επιστήμη. Όπως είχαμε όλοι μας αλλάξει, πλουτίσει και γλυκάνει καθώς τρέχαμε με την ψυχή ζεσταμένη από το κόκκινο γλυκό κρασί του θεάτρου να προλάβουμε το τελευταίο μετρό.
Το βιβλίο για τον Βερν που είχα μεταφράσει το 2005
Στο φουαγιέ πουλούσαν και το βιβλίο του Βερν, τη "Μαγγελανία". Με βάση το βιβλίο αυτό, ο γιος του Ιουλίου Βερν, ο Μισέλ, έγραψε το πολύ πιο σοσιαλιστικό δικό του, τους "Ναυαγούς του Ιωνάθαν", όταν ο πατέρας του πέθανε, και το παρέδωσε να εκδοθεί με το όνομα Ιούλιος Βερν. Οι ναυαγοί πέρασαν απο διάφορα πολιτικά στάδια για να ανακαλύψουν ότι κανένα δόγμα δεν μπορεί να καλύψει τέλεια τις ανθρώπινες ανάγκες, και κάθε ιδεολογία όταν εφαρμόζεται παράγει ό,τι ακριβώς θέλει να αποκλείσει. Ήταν μια ιστορία με ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα, και θεωρούνταν το πιο πολιτικό βιβλίο του Ιουλίου Βερν. Πολύ αργότερα, πριν λίγες δεκαετίες δηλαδή, ανακάλυψαν οι ερευνητές τη λαθροπροσωπία αυτή, σε όλα σχεδόν τα βιβλία που παρέδωσε ο γιος μετά το θάνατο του πατέρα.
Κατά κάποιο τρόπο η Ελέν Σιξούς κάνει ό,τι και ο γιος του Βερν. Παίρνει ένα βιβλίο του και το αλλάζει κατά βούληση. Αντί για μια πολιτική ουτοπία, όπως είχε γράψει ο υιός Βερν, εκείνη γράφει αυτή το χρονικό της αρχής του 20ου αιώνα, μέσα απο τις περιπέτεις των πρωτοπόρων του σινεμά. Οι "Ναυαγοί του Ιωνάθαν" γίνονται "Ναυαγοί της τρελής ελπίδας".
Είχα μεταφράσει στα ελληνικά πριν μερικά χρόνια το βιβλίο του Λυσιάν Μπογιά "Τα παράδοξα του μύθου Ιούλιος Βερν" , που αναφερόταν εκτενώς στις οικογενειακές και αρκετά ψυχαναλυτικές αυτές περιπέτειες, τη σχέση του πατέρα Βερν με το γιο. Αλλά δεν έχω διαβάσει κανένα απο τα δυο βιβλία, ούτε τη "Μαγγελανία", ούτε τους "ναυαγούς του Ιωνάθαν". Οι ουτοπίες είναι πιο χαριτωμένες και συγκινητικές μέσα απο φίλτρα σαν αυτά  της παράστασης.
Αργότερα βρήκα αυτό το τραγούδι του Μπρελ για την εποχή εκείνη, με σχετικές φωτογραφίες, και το αναπάντητο ερώτημα (αν και όχι τόσο αναπάντητο τελικά) "Γιατί σκότωσαν τον Ζωρές;"
 

To λινκ για τον ιστότοπο του Theatre du Soleil:

Κίτρινο γρασίδι

 Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...