Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεσσαλονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεσσαλονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

Ασπρόμαυρες περιπλανήσεις



Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη δεκαοχτάχρονες το 1971, για σπουδές στη Νομική, τρισευτυχισμένες που θα ζούσαμε επιτέλους μακριά από τους γονείς μας. Με δυο αγαπημένες συμμαθήτριες νοικιάσαμε διαμέρισμα στην οδό Μπιζανίου, στη συνοικία Αγία Τριάδα. Από τη βεράντα φαινόταν ένα ωραίο παλιό σπίτι ανάμεσα σε πολυκατοικίες, με πολυγωνικά εξογκώματα στις δυο πλευρές, παράθυρα πλαισιωμένα με γύψινα στολίδια. Είχε ταμπέλα, θα κατεδαφιζόταν σύντομα. Είχα δει πολλά ωραία σπίτια να κατεδαφίζονται στην Αθήνα, αλλά πρώτη φορά σκέφτηκα να φωτογραφίσω εκείνο, να φυλάξω την εικόνα του πριν χαθεί τελείως. Πιο κάτω, προς την παραλία, ένα άλλο μεγάλο σπίτι με γαλάζια στολίδια στους τοίχους θύμιζε βορειοευρωπαϊκή βίλα. Το φωτογράφισα κι αυτό. Τσιγκουνευόμουν λίγο το φιλμ, ήταν ακριβή η αγορά και η εμφάνιση για το φοιτητικό βαλάντιο, αλλά τελικά ενέδιδα στην παρόρμηση.
Η φοιτητική ζωή δεν απεδείχθη συναρπαστική. Η πόλη έμοιαζε κλεισμένη στον εαυτό της. Δεν υπήρχαν φοιτητικά στέκια, κάποιοι φοιτητές σύχναζαν σε καφενεία με παρέες αντρών που παίζαν χαρτιά. Πηγαίναμε και σε ωραία φτηνά ρεστωράν, ξένοι και παραξενεμένοι. Πόλη και Πανεπιστήμιο ήταν σα να ανήκαν σε παράλληλα σύμπαντα. Ο φόβος της δικτατορίας βάραινε στην καθημερινότητα, στη συμπεριφορά των ανθρώπων, έπρεπε να μην εκτίθεσαι, να προσέχεις σε ποιον μιλάς, μη σου ξεφύγει τίποτε. Τα μαθήματα ήταν καταθλιπτικά, δεν μπορούσε να θιγεί το βασικό καυτό θέμα, η νομιμότητα του πολιτεύματος.
Έπληττα πολύ. Τριγυρνούσα στους δρόμους με την Kodak instamatic μου και φωτογράφιζα τα παλιά σπίτια, που έμοιαζαν καταδικασμένα, μοναχικά, παρατημένα. Δυο στενά πέρα απο την Μπιζανίου, υπήρχε ένα τζαμί, έγραφε πάνω «Αρχαιολογικό Μουσείο». Κλειστό. Χτισμένο λοξά προς το δρόμο, έμοιαζε απομεινάρι κάποιας άλλης πόλης που έπρεπε να εξαφανιστεί. Στην Εγνατία έβλεπες χορταριασμένους θόλους πάνω από κάποιες βιτρίνες στο δρόμο. Ανέβηκα στην Ανω Πόλη, φωτογράφησα τα σπιτάκια που νόμιζες ότι θα καταρρεύσουν ομαδικά. Τι πόλη ήταν αυτή; Δεν είχαμε ιδέα. Ξέραμε βέβαια ότι οι Εβραίοι της είχαν εξοντωθεί στην Κατοχή, αλλά δεν συλλαμβάναμε τότε την έκταση της καταστροφής εκείνης. Δεν ξέραμε ότι ζούσαν πολλοί στη γειτονιά μας, ότι πολλά από τα ωραία εκείνα παλιά σπίτια ήταν δικά τους, ότι τα είχαν κατοικήσει ντόπιοι και πρόσφυγες αμέσως μόλις τους μάζεψαν για το Άουσβιτς, κι ότι όσοι γύρισαν, οι 2.000 που γύρισαν από τις 50.000 που είχαν φύγει, δεν έβρισκαν να μείνουν. Έσβηναν οι ιστορίες αυτές μέσα στη σιωπή της χούντας, δεν τις άκουγες πουθενά. Δεν ξέραμε ότι η Ανω Πόλη ήταν κυρίως φτωχή τουρκογειτονιά, ότι οι θόλοι πίσω από τις βιτρίνες ήταν τζαμιά και χαμάμ, ότι το «Αρχαιολογικό Μουσείο» ήταν το τζαμί των Ντονμέδων, των παράξενων εκείνων  μουσουλμάνων που είχαν μεταστραφεί από  Εβραίοι τον 17ο αιώνα ακολουθώντας τον Σαμπεθάι Ζέβι. Κομμάτια της πόλης μας έγνεφαν. Πώς συνδυάζονταν εκείνες οι καταπληκτικές παλιές βίλες μέσα σε κήπους στην Βασιλίσσης Όλγας με τα χαγιάτια που είχαν τα σπίτια στα στενά λίγα τετράγωνα πιο πέρα; Τα μέγαρα στην Τσιμισκή, οι καταπληκτικές πολυκατοικίες αρ νουβώ στην Αγίου Δημητρίου, η Αριστοτέλους με τα ολόιδια σχεδιασμένα μέγαρα, πώς συνυπήρχαν με τις άθλιες κατασκευές ακριβώς δίπλα; Υπήρχε εκεί πόλη με ιστορία, την αγνοούσαμε, και δεν είχαμε δυνατότητα να τη γνωρίσουμε. Δεν ήταν όπως η Αθήνα, χωριό που με απόφαση του νέου κράτους έγινε πρωτεύουσα και μεγάλωσε προς κάθε κατεύθυνση. Ήταν αληθινή πόλη με συνέχεια, αλλά μας έδειχνε μόνο αποσπάσματα, αρχαία, ρωμαϊκά, βυζαντινά. Χωρίς εικόνα του κοντινού παρελθόντος, θόλωνε και το παλιότερο, απωθούνταν.
Όταν ήμουν τεταρτοετής, έπεσε η χούντα. Έμενε μια χρονιά να μάθουμε, να δούμε, να καταλάβουμε, να ζήσουμε  τη συναρπαστική φάση που μας αναλογούσε. Γέμισαν κόσμο οι Χορτοφαγίες και οι ταβέρνες, άνθισε η Θεσσαλονίκη, άρχισε να γίνεται η πόλη που ξέρουμε, γεμάτη ζωή, γεμάτη στέκια.
Μετά το σεισμό,  γειτονιές ολόκληρες κατεδαφίστηκαν, όπως εκείνη απέναντι από τη Φιλοσοφική, στην οδό Αρμενοπούλου, αλλά ανακαινίστηκαν  βίλες στην Όλγας, έγιναν μουσεία. Το παρελθόν της πόλης ξεκαθαρίζει, πέρασε η φάση που έπρεπε να καλύπτεται και να ξεχνιέται. Μέχρι τη χρονιά που έγινε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης άλλαξαν πολλά, τα ωραία μέγαρα στο κέντρο αναδείχτηκαν, τα τζαμιά φανερώθηκαν, το Μπεζεστένι ανακαινίστηκε, τα χαμάμ έγιναν μουσεία, ίσως κάποτε ξαναγίνουν χαμάμ, η Άνω Πόλη διατηρήθηκε σχεδόν ολόκληρη, το λιμάνι, που κάποτε φοβόμασταν να πλησιάσουμε, έγινε χώρος καλλιτεχνικών περιπάτων. Όποιος θέλει μπορεί να μάθει την ιστορία της, τα βιβλιοπωλεία είναι πια γεμάτα, υπάρχουν  ταμπελίτσες στα μνημεία. Κάθε φορά που την επισκέπτομαι, ζηλεύω το παρόν της, κι ας μην υπάρχουν πια πολλά από τα σπίτια που είχα φωτογραφήσει.


Τετάρτη 14 Ιουνίου 2017

Ο ξεχασμένος Μεσσίας



Επισκέπτομαι το Γενί τζαμί όποτε ταξιδεύω στη Θεσσαλονίκη, πράγμα που γίνεται πιο σπάνια απ’ όσο θα’ θελα. Δεν είναι ο λόγος μόνο ότι είναι όμορφο και παράξενο, και ήσυχο, σχεδόν έρημο, ωστόσο ανοιχτό, γιατί ανήκει στο Δήμο τώρα πια και γίνονται εκεί εκθέσεις, είναι και κάτι άλλο. Κάτι προσωπικό που δυσκολεύομαι να ομολογήσω και στον εαυτό μου, η απορία που έχω, πώς έγινε κι ενώ έμενα στο διπλανό δρόμο την πρώτη μου χρονιά ως φοιτήτρια, και το είχα δει, το θυμάμαι, με είχε εντυπωσιάσει, γιατί δεν είχα ενδιαφερθεί περισσότερο; Ήταν το μόνο ολόκληρο τζαμί που φαινόταν τότε, τα άλλα, τα παλιά, το Αλατζά Ιμαρέτ, το Χαμζά μπέη, δεν φαίνονταν καθόλου, ήταν σκεπασμένα από βιτρίνες και ταμπέλες, ήταν σινεμά ή μαγαζιά. Αλλά δεν μας ένοιαζε, θα μου πεις και τώρα, ποιος ξέρει την ιστορία του κτιρίου αυτού, ακόμα και στην είσοδο που αξιώθηκαν να βάλουν μια ταμπελίτσα, γράφει ότι ήταν το τζαμί των ‘εξισλαμισθέντων εβραίων’ και τίποτε περισσότερο. Ούτε λέξη για τον Σαμπεθάι Ζέβι και τους οπαδούς του, αυτή την απίστευτη ιστορία του 17ου αιώνα, που κατέληξε να δημιουργήσει την κοινότητα των Ντονμένδων στη Θεσσαλονίκη.

Ποιος ήταν αυτός: Ο Σαμπεθάι Ζέβι ήταν εβραίος Ρωμανιώτης, δηλαδή από την πιο παλιά ελληνική κοινότητα, ήταν Σμυρνιός, το 1626 είχε γεννηθεί, και γύρω στα 22 του χρόνια άρχισε να διατείνεται πως είναι ο Μεσσίας. Του πήρε μερικά χρόνια ακόμα και πολλή περιπλάνηση στις πόλεις με μεγάλο εβραϊκό πληθυσμό, Θεσσαλονίκη, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, Κάιρο, Γάζα, Ιερουσαλήμ, ώσπου να ανακηρυχτεί Μεσσίας στη Σμύρνη το 1665. Στο μεταξύ είχαν συμβεί διάφορα, τον είχαν κηρύξει αποσυνάγωγο σε πολλές πόλεις, όμως η επιρροή του μεγάλωνε. Τον είχαν πιστέψει Εβραίοι απ’ όλη την Ευρώπη, μεταξύ τους κι ένας φίλος του Σπινόζα, ο οποίος μίλησε γι αυτόν με θαυμασμό στον φιλόσοφο. Έξι χρόνια νεώτερος του ήταν ο Σπινόζα, άλλος μεγάλος αποσυνάγωγος, φανταστείτε, την ίδια εποχή που έδιωχναν τον έναν επειδή ουσιαστικά δεν δεχόταν την ουσία της θρησκείας σαν ορθολογιστής, ο άλλος διεκδικούσε τη θέση του Μεσσία.
Πώς είναι η προσωπικότητα κάποιου που καταφέρνει να πείθει τους ανθρώπους ότι είναι ο σταλμένος από το θεό σωτήρας τους; Τι είναι αυτό που θέλγει, που εμπνέει, και που δεν χάνεται με τη μαζικότητα; Μπορείς να γίνεις δημοφιλής απλώς μοιράζοντας γλυκίσματα στα παιδιά της γειτονιάς, όπως έκανε σε κάποια φάση ο Σαμπεθάι Ζέβι, ή είναι απλώς απαραίτητη συμπεριφορά, αυτή, συμπληρωματική της προσωπικότητας;  Ο ίδιος τι πιστεύει για τον εαυτό του, πόσο βαθιά φτάνει το είδος τρέλας που τον κινεί; Πάντως ο Σαμπεθάι συνέχισε την άνοδο του, καταργώντας νηστείες της παράδοσης και βάζοντας στη θέση τους νηστείες την ημέρα των γενεθλίων του, μεταξύ άλλων. Κάποια στιγμή αναζήτησε και παντρεύτηκε τη Σάρα, μια πόρνη πολύπλαγκτη, διότι μια από τις προφητείες του ερχομού του Μεσσία έλεγε ότι θα παντρευόταν πόρνη. Έκανε διάφορα καββαλιστικά κόλπα, συμβολικές κινήσεις μεγάλης αποτελεσματικότητας, είχε δυνατή φωνή, τραγουδούσε ισπανικά ερωτικά τραγούδια στα οποία έδινε θεολογική ερμηνεία. Κι η φήμη του μεγάλωνε, οι Εβραίοι ολόκληρης της Ευρώπης, ταλαιπωρημένοι από τις διώξεις και τα πογκρόμ, τον πίστευαν και τον ακολουθούσαν μαζικά.
Κάποια στιγμή, ανήσυχος ο βεζίρης για την επιρροή του, έδωσε εντολή να τον συλλάβουν με το που έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Τον φυλάκισαν στην Άβυδο, αλλά είχε τόσους πλούσιους φίλους και επιρροή που έρχονταν κι εκεί να τον επισκεφτούν, η φυλακή ήταν άνετη και η φυλάκιση του τον έκανε να φαίνεται ακόμα πιο σπουδαίος. Τελικά ο σουλτάνος του έβαλε ξεκάθαρο δίλημμα, ή θα βαφτιζόταν μουσουλμάνος ή θα τον εκτελούσε, εκτός αν προτιμούσε τη δοκιμασία με τα τόξα, όπου θα τον σημάδευε ένας λόχος κι αν γλίτωνε τις σαΐτες, θα αποδεικνυόταν ότι ήταν όντως θεός. Προτίμησε να γίνει μουσουλμάνος. Οι περισσότεροι οπαδοί του τον εγκατέλειψαν πικραμένοι και μετανοούντες . Τον ακολούθησαν 300 οικογένειες της Θεσσαλονίκης. Αυτοί που ονομάστηκαν Ντονμέδες, από το ρήμα ντονμεκ, γυρίζω, στρέφομαι.(Ναι, και το ντονέρ από κει βγαίνει. Για την ακρίβεια είναι dönmek)
Είναι οι απόγονοι τους που έχτισαν το Γενί τζαμί στη Θεσσαλονίκη δυο αιώνες αργότερα.  Τα σχέδια ήταν του Ιταλού αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι, ο οποίος είχε σχεδιάσει και τη βίλα Αλατίνι, και το Διοικητήριο, και τη Συναγωγή Μπετ Σαούλ που ανατινάχτηκε στον πόλεμο, και την Καθολική και την Αρμένικη εκκλησία. Χτίστηκε το 1902, δέκα χρόνια πριν η Θεσσαλονίκη περάσει στο ελληνικό κράτος και είκοσι χρόνια πριν οι Ντονμέδες ανταλλαχτούν ως μουσουλμάνοι. Αν προσέξετε το αέτωμα, υπάρχει ένα αστέρι του Δαβίδ σχεδιασμένο μέσα στα αραβουργήματα, αναφορά στην παλιά πίστη των Ντονμέδων. Τι είχαν στο μυαλό τους αυτοί οι άνθρωποι όταν προσεύχονταν δεν μπορούμε εύκολα να το συλλάβουμε. Προσκυνούσαν τον Αλλάχ μέσω του Σαμπεθάι; Είχαν ξεχάσει τον Σαμπεθάι και την προσδοκία του Μεσσία; Ποιος ξέρει. Ίσως να υπάρχει θρησκειολογική μελέτη σχετικά, ή να μπορεί να γίνει εν μέσω των σημερινών απογόνων τους στην Τουρκία, συγκεκριμένα στην Κωνσταντινούπολη όπου εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι.
Εμένα με νοιάζει πιο πολύ η μοίρα του τζαμιού που απέμεινε πίσω στην πόλη. Με νοιάζει η δική μου απάθεια, που το κοιτούσα και δεν το έβλεπα, η διαπίστωση ότι τίποτε δεν μπορεί να δει κανείς αν δεν ξέρει τι βλέπει. Γι αυτό, για να διορθώσω αυτή τη νεανική αφασία, πηγαίνω ξανά και ξανά στο Γενί τζαμί, μπαίνω μέσα και τριγυρίζω στον κήπο του. Αυτή τη φορά τον βρήκα γεμάτο χελωνάκια, φοβήθηκα μην πατήσω κανένα. Τριγυρίζανε παντού, ανάμεσα στις σαρκοφάγους και τις επιτύμβιες πλάκες που έχουν μείνει εκεί από την εποχή που το τζαμί είχε γίνει Αρχαιολογικό Μουσείο. Υπάρχει ακόμα η επιγραφή στην πρόσοψη. Μέσα είναι ήσυχα, υπάρχει κάποια έκθεση εικαστική συνήθως, μπαίνω και θαυμάζω  την ατμόσφαιρα ευλάβειας που πετυχαίνει ο αρχιτέκτονας σε σχετικά μικρό χώρο. Έξω έχουν απομείνει πολλές ελληνικές επιτύμβιες στήλες από τη φάση που το τζαμί ήταν μουσείο. Σε μια γωνιά είναι σωριασμένα και μερικά κομμάτια από εβραϊκές και τουρκικές με οθωμανική γραφή. Με δυο βήματα στο κηπάκι έχεις την περίληψη του παρελθόντος της πόλης που δειλά, λάθρα επιβιώνει και καλεί σε έρευνες.
Σε μια γωνιά της αυλής εβραϊκή και αραβική γραφή σε δυο πλάκες
Την ιστορία τη διάβασα στο βιβλίο του Μαζάουερ, απ’ αυτόν μάθαμε για τη Θεσσαλονίκη. Το αγγλικό λήμμα της Wikipedia έχει εξαιρετικές λεπτομέρειες για τον Σαμπεθάι Ζέβι και τους πιστούς του. Στο Γιουτιούμπ, όπου αναζήτησα τα ισπανικά τραγούδια, μου έβγαλε διάφορα σατανιστικά και τέτοια. Κάποια στιγμή, πριν χρόνια, το είχα πετύχει κάπου στο διαδίκτυο, ένα γνωστό τραγούδι που λέει για μια κοπέλα στο παράθυρο της, το οποίο το είχε λέει τραγουδήσει στους συγκεντρωμένους στη Σμύρνη πιστούς. Αν ήμουν εκεί και μου άρεσε η φωνή του, μάλλον θα τον είχα κι εγώ πιστέψει. Ποιος μπορεί ν’ αντισταθεί σε ερωτικό τραγούδι, και μάλιστα ισπανικό; 


Πέμπτη 8 Ιουνίου 2017

Alma mater revisited




Ιδέα μου είναι, πως ήταν γκρίζα η Θεσσαλονίκη όταν έμενα εγώ εκεί για να σπουδάσω, ή φταίνε οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες που βγάζαμε τότε; Υπήρχε η μουντάδα στους δρόμους και τις πλατείες, ή στο ύφος των ανθρώπων που προτιμούσαν να μην εκδηλώνονται, καθότι ήταν χούντα και μπορούσες να βρεις το μπελά σου για ψύλλου πήδημα; Με ξαναφέρνω στο νου μου δεκαοχτάχρονη κι ευτυχισμένη που είχα επιτέλους βρεθεί μακριά από το πατρικό, να λέω κάνοντας βόλτες στην παραλία, τι παράξενη πόλη είν’ αυτή;
Κοντά στη λεωφόρο Όλγας, που μέναμε, έβλεπες αρχοντικά με κήπους ανάμεσα σε απέραντες πολυκατοικίες, άλλα να ερειπώνονται, άλλα έτοιμα να γκρεμιστούν. Δίπλα μας ήταν το Αρχαιολογικό Μουσείο, ένα πρώην τζαμί. Στο κέντρο της πόλης, μεγαλόπρεπα μέγαρα παράξενων ρυθμών, όχι νεοκλασικά απλώς όπως στην Αθήνα, συνόρευαν ενίοτε με μυστηριώδη, σκεπασμένα από ταμπέλες και βιτρίνες κτίσματα. Ένα λεγόταν Αλκαζάρ, σινεμά νομίζω ήταν, κι είχε στην κορφή έναν παλιό θόλο από τούβλα. Απεδείχθη πως ήταν το τζαμί της κόρης του Σουλτάνου, εκτός αν ήταν τα λουτρά, οι Σαλονικιοί θα ξέρουν καλύτερα.
Και τότε θα ήξεραν, αλλά δεν έλεγαν. Το γκρίζο χρώμα ήταν αυτή η σιωπή. Πόλη ερωτική η Σαλονίκη, πράγματι, ήταν, αφού δεν είχαμε άλλο να κάνουμε από το να ερωτοτροπούμε. Στραμμένοι προς τα μέσα, τους συμπατριώτες φοιτητές,  το περιβάλλον δεν μας ήθελε. Τώρα η Θεσσαλονίκη είναι πολύχρωμη, δεν έγινε πιο γκρίζα κι ομοιόμορφη, όπως είχα φοβηθεί ότι θα συνέβαινε μετά το σεισμό, όταν μια μικρή γειτονιά, με σπιτάκια χαμηλά και ωραίες πόρτες, κοντά στη Ροτόντα, εξαφανίστηκε. Ωστόσο η γκριζάδα χανόταν, η πόλη αποκτούσε το πρόσωπο της. Πολλά ωραία σπίτια γκρεμίστηκαν, αλλά αυτά που έμειναν βρήκαν την ιστορία τους, ή είναι καθ’ οδόν να την αποκτήσουν. Οι ταμπέλες κι οι βιτρίνες παραμέρισαν, εμφανίστηκαν ολόκληρα τα κτίσματα με τους τρούλους, τζαμιά, χαμάμ, κλειστές αγορές. Αποθήκες λιμανιών έγιναν μπαρ κι αίθουσες προβολής, η νέα παραλία τόπος περιπάτου, κάποιες βίλες σώθηκαν στη βασιλίσσης Όλγας ως μουσεία. Τέλειωσε και η ανακαίνιση της Ροτόντας, του μοναδικού μάλλον ρωμαϊκού μνημείου στην Ελλάδα που στέκεται στη θέση του ολόκληρο.
Όμορφες είναι οι πόλεις που έχουν παρελθόν και το αναγνωρίζουν. Με πάθος τριγυρίζουν οι νέοι στα παλιά σοκάκια, είναι σχεδόν ανεξήγητη η επιμονή τους για συνάφεια με το παλιό, αλλά είναι ακαταμάχητη. Τα στενά της αγοράς με παμπάλαια μαγαζιά που κράτησαν λίγη λιθοδομή, μερικά παράθυρα μεσοροφής, παραστάδες, ξύλινα πλαίσια, πλημμυρίζουν τα βράδια φώτα και νεαρόκοσμο. Σε κάθε ταξίδι μου βρίσκω τα Λαδάδικα, τόπο απαγορευμένο και σκοτεινό στην εποχή μου, να έχει απλωθεί λίγο ακόμα, να καμαρώνει μια νέα ανακαίνιση. Υπάρχει ακόμα δρόμος για την πλήρη ανάγνωση της πόλης, πολλά να γίνουν, περισσότερα που θέλουν φροντίδα διαρκή. Ελπίζω να μπορώ για καιρό ακόμα να ταξιδεύω.


Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Η Ροτόντα σε νέα ρότα



Yπάρχει στην Ελλάδα ένα ρωμαϊκό μνημείο που δεν είναι ερείπιο, σώζεται με τη στέγη του. Κατάφερε να επιβιώσει αλλάζοντας λειτουργία σε κάθε περίοδο, από ρωμαϊκό Πάνθεο έγινε χριστιανικός ναός, ύστερα τζαμί, κι ύστερα πέρασε σε ένα είδος λαθραίας επιβίωσης ανάμεσα σε φτηνές πολυκατοικίες που το έζωσαν ασφυκτικά, λες κι έπρεπε να το κρύψουν. Η Ροτόντα της Θεσσαλονίκης ακόμα δεν έχει αναδειχθεί σ’ αυτό που αναγνώρισε η UNESCO ότι είναι, μνημείο παγκόσμιας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Η μητρόπολη Θεσσαλονίκης, μαχητική μέσα στα θυμωμένα ράσα της, αγωνίζεται να την κατακτήσει ξανά, αξεδίψαστη από τόσες και τόσες βυζαντινές  εκκλησίες που διαθέτει στην πόλη, κι είναι μάλιστα ν’ απορείς, πώς τις προσέχει όλες αυτές, πώς τις λειτουργεί; Είναι οι περισσότερες μοναδικές, ιστορικής αξίας, θέλουν άγρυπνη φροντίδα και ακατάπαυστη ενέργεια για να μένουν ζωντανές. Όμως στην άπληστη μητρόπολη δεν αρκούν, λες και βρίσκεται ακόμα στον πέμπτο αιώνα, διεκδικεί και την ακόμα αρχαιότερη Ροτόντα.
Χρόνια και χρόνια έμενε κλειστή, άβολος όγκος μέσα στην μεταλλασσόμενη ‘συμπρωτεύουσα’, που για έναν τόσο κακόηχο χαρακτηρισμό πουλούσε την ψυχή της στην ομοιομορφία. Μεγάλη, γιατί έτσι έχτιζαν οι Ρωμαίοι, ειδικά εκείνος ο Γαλέριος που είχε τη Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα του δικού του τετάρτου της αυτοκρατορίας. Το καταλαβαίνει κανείς αν δει το Πάνθεο στη Ρώμη, ή τη Βασιλική του Κωνσταντίνου στο Τρίερ (από νέος έψαχνε εκείνος τη δική του Ρώμη). Αυτό το στρογγυλό κτίριο που μοιάζει αποκομμένο από το περιβάλλον του, συνδέεται ωστόσο με το ευρωπαϊκό παρελθόν της εποχής του. Αλλά σαν μνημείο ήταν σιωπηλό για δεκαετίες, τυλιγμένο με σκαλωσιές μετά το σεισμό, και τώρα που τέλειωσε η ανακαίνιση, υπάρχει απόφαση του ΥΠΠΟ να μπορεί να λειτουργεί σαν εκκλησία 12 μέρες το χρόνο, και να μπει και σταυρός στην κορυφή, μην τυχόν και ξεχαστούμε. Αυτό το μοναδικό κτίριο, αυτό το ευαίσθητο κέλυφος, θα πρέπει να αποδεικνύει κάθε τόσο ποια είναι η κυρίαρχη θρησκεία εδώ. Παράσταση επίδειξης δύναμης στήνεται γύρω του, ή μάλλον εντός του. Ο μητροπολίτης μεταφέρει εκεί κάποιο κειμήλιο, περιμένει αντίδραση του ΥΠΠΟ, αντιδρά το ΥΠΠΟ, κάπως χλιαρά βεβαίως, διότι όλοι οι πολιτικοί αντιδρούν χλιαρά ή καθόλου στους μητροπολίτες, μαζεύει ο άλλος το κειμήλιο αλλά θυμίζει τις δεσμεύσεις του υπουργείου.
Το πρόσωπο της Θεσσαλονίκης και η ιστορία της μέσα από μνημεία και φορτισμένα σημεία της πόλης, τις τελευταίες δεκαετίες έχει αρχίσει και φαίνεται. Κάστρα, γειτονιές, μουσεία, λουτρά, μνημεία, τεμένη, κρήνες, ξαναγεννιούνται από την αφάνεια. Η Ροτόντα ποτέ δεν εξαφανίστηκε, ήταν πάντα μεγάλη και κεντρική, στον άξονα της αψίδας του Γαλέριου και του Ιπποδρόμου. Οι σκαλωσιές έφυγαν, οι τοίχοι στηρίχτηκαν, το μέλλον της χαμογελά. Να καπελωθεί τώρα που επιτέλους ανακαινίστηκε θα είναι μεγάλο κρίμα, αλλά στη χώρα χωρίς όρια, όπου οι καταλήψεις πάσης φύσεως φτιάχνουν καθεστώς, και οι αυθαιρεσίες γίνονται σεβαστές, οφείλουν να επαγρυπνούν αρχές και πολίτες για να υπερασπίζονται τα αυτονόητα.

Κίτρινο γρασίδι

 Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...