Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσφυγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσφυγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Το κοινό σημείο



Αγανακτούν πολλοί με τις αναφορές στις περιπέτειες των γονιών μας ως προσφύγων από τη Μικρασία στην Ελλάδα. Τι σχέση έχει η ιστορία των προσφύγων που ήρθαν το 1922, με τους σημερινούς πρόσφυγες και μετανάστες που καταφτάνουν στο Αιγαίο; Εκείνοι ήταν  χριστιανοί ορθόδοξοι, έρχονταν σε χώρα που θεωρούσαν πατρίδα, και δεν το είχαν επιλέξει. Είχαν αναγκαστεί να ξεριζωθούν εξαιτίας της ήττας και της καταστροφής που είχε προκαλέσει αυτή η ίδια η χώρα υποδοχής—πατρίδα, άρα είχε υποχρέωση να τους δεχτεί.
Έχουν δίκιο σε γενικές γραμμές οι αγανακτισμένοι, αν και τα πράγματα υπήρξαν πιο πολύπλοκα. Πάντα είναι. Σίγουρα οι άνθρωποι τότε δεν είχαν άλλη επιλογή από το να έρθουν εδώ, έτσι που τα είχε καταφέρει η πατρίδα,  να δεχτούν τη δική της εκδοχή ζωής και αφομοίωσης, σίγουρα θα έπρεπε να υπάρχει κοινό έδαφος με τον ντόπιο πληθυσμό, κοινή συνείδηση ταυτότητας, αν και τους κυνήγησαν δεόντως οι ντόπιοι, παρόλ’ αυτά. Οπότε εκεί βρίσκουμε το κοινό σημείο με τους σημερινούς, την καταδίωξη. Ναι, οι σημερινοί είναι πολλαπλώς ξένοι, δεν έρχονται επειδή είναι Έλληνες αλλά επειδή βρισκόμαστε στο σύνορο της Ευρώπης, όμως υφίστανται την ίδια υποδοχή, είναι το ίδιο ανεπιθύμητοι. Και πολύ περισσότερο, βεβαίως, εννοείται.
Αλλά ξέρετε, δεν έχει το κάθε παιδί κι ο κάθε άνθρωπος που υφίσταται τέτοια μεταχείριση το ανεπιθυμόμετρο να μετρά πόσο ανεπιθύμητος είναι. Ο πατέρας μου, παιδί δέκα χρονών μισο-ασυνόδευτο στην Αθήνα το 1922, έφερε σε όλη του τη ζωή το ψυχικό τραύμα της προσφυγιάς χωρίς να έχει κάτσει να σκεφτεί ότι αν ήταν Σύριος εκατό χρόνια αργότερα θα περνούσε ακόμα χειρότερα. Το τραύμα του, το τραύμα όλων τους, άφησε σημάδια, άφησε ουλές, πέρασε στη δεύτερη γενιά, στην τρίτη. Οι ψυχολόγοι βγάζουν συμπεράσματα για απίστευτες συνέπειες τέτοιων τραυμάτων στα παιδιά των ανθρώπων που υφίστανται τη δίωξη και στα εγγόνια τους ακόμα.
Βλέπουμε συγκλονιστικές ταινίες για τις συνέπειες της βίας στην παιδική ηλικία, αλλά δεν τις συνδυάζουμε με τους ανθρώπους που υποφέρουν δίπλα μας, με τα παιδιά που υφίστανται αυτά τα ανεξήγητα βάσανα σε μια χώρα πλούσια, προνομιούχα, υψηλού επιπέδου. Ποιος ξέρει τι τραύματα δημιουργεί η διαμονή σε στρατόπεδα, η αφασία της υποχρεωτικής απραξίας, η καταδίωξη, οι ταπεινώσεις, τι θα υποφέρουν οι επόμενες γενιές εδώ που θα είναι και θα ζουν με τους δικούς μας απογόνους;
Το μόνο σίγουρο είναι πως το μέλλον χρειάζεται πολλούς ψυχολόγους.

https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/218644_koino-simeio

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Παγωμένος χωρόχρονος



Μην πετάτε σκουπίδια για λίγες μέρες, ο Δήμος κάνει έκκληση, διότι η χωματερή της Φυλής, που δεν τη λένε πια έτσι, έχει φρακάρει, ή μάλλον όχι, την έκλεισαν οι εργαζόμενοι, λένε πως έχει φρακάρει, αλλά μπορεί και όχι. Ακούγεται η φωνή στο ραδιόφωνο και μου θυμίζει τον εαυτό μου πριν τριάντα χρόνια, διάστημα που κάποτε δυσκολευόμουν να συλλάβω, αν και τώρα που το έζησα ως ενήλικας πάλι δυσκολεύομαι να το συλλάβω. Ήμουν νέα και αθώα, άκουγα την ίδια έκκληση. Από τότε είχε φρακάρει η χωματερή. Τότε ακόμα πιστεύαμε πως δεν μπορεί, κάτι θα γίνει διαφορετικό για τα σκουπίδια,  τώρα, κατάλαβα ότι ζούμε στη χώρα που όλα παγώνουν, αυτή είναι η συνείδηση του χρόνου εδώ.
Εκείνο που έγινε είναι αλλαγή ονομάτων, τώρα δεν τις λένε χωματερές, αλλά ΧΥΤΑ ή ίσως Χούτου. Στη χώρα του πάγου, όπου παγώνει ο χρόνος, αλλάζουν τα ονόματα συνεχώς, η ακινησία στολίζεται σα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η τρόικα βαφτίστηκε θεσμοί, αλλά έχουν παγώσει οι διαπραγματεύσεις. Παγωμένες και οι αξιολογήσεις στο δημόσιο, τουρτουρίζουν κι οι μεταρρυθμίσεις χρόνια τώρα, παγωμένες κι αυτές, πάγωσε η τσιμινιέρα, το ερείπιο του Αττικού και δίπλα της Μαρφίν, πιο κάτω το ερείπιο -γιαπί του Μινιόν, τριάντα χρόνια πριν και βάλε.
Το πάγωμα στο χρόνο έχει μερικές δυσκολίες όταν συναντιέται με το πάγωμα στο χώρο. Οι παγωμένες σκηνές στη Λέσβο, αυτό το φρόζεν κάμπινγκ όπου μένουν οι πρόσφυγες από το καλοκαίρι, δυσκολεύει λίγο την προσαρμογή τους στην υπέροχη, την ακίνητη, την αγαλματάκια ακούνητα- αμίλητα- αγέλαστα ελληνική πραγματικότητα. Αν όμως καταφέρουν να επιβιώσουν, καταλαβαίνετε πατριώτες ότι πάμε για ένα νέο Νόμπελ, βιοχημικό αυτή τη φορά, τον άνθρωπο που ζει με παγωμένο αίμα, μπροστά στην επιστήμη τι αξία έχει το Νόμπελ ειρήνης που χάσαμε; Ελπίζω οι πρόσφυγες να εκτιμήσουν αυτή την εξαιρετική προσπάθεια, αυτόν τον τόσο υψηλό στόχο που θα μας βάλει από τον παγωμένο χρόνο στον παγωμένο χωρόχρονο, και να συνεργαστούν γι αυτό το επίτευγμα που θα ανεβάσει πάλι την Ελλάδα στο βάθρο της παγκόσμιας πρωτοπορείας, από ευγνωμοσύνη για τη χώρα που τους δέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες, ενώ περνούσε η ίδια την κρίση της. Την παγωμένη κρίση της, στην οποία έχει βάλει στοίχημα να παραμείνει ακίνητη για όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν, ίσως μάλιστα και ξεπερνώντας λίγο τα ανθρώπινα όρια, διότι είναι χώρα θεών, ως γνωστόν.

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

Ήταν ο Χριστός πρόσφυγας;



Δεν θυμάμαι ποιος πολιτικός είπε για το Χριστό πως ήταν πρόσφυγας, χάθηκε η δήλωση στην καθημερινή ροή παράξενων δηλώσεων, αλλά θα έπρεπε ίσως να το ψάξω, αφού κι εγώ έγραψα κάτι παρόμοιο λίγο πριν τα Χριστούγεννα, ότι ο Χριστός γεννήθηκε από γονείς ταξιδιώτες. Αυτό τουλάχιστον δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς, οι άνθρωποι δεν έβρισκαν πού να μείνουν καθώς ταξίδευαν, ήταν πιασμένα όλα τα δωμάτια εκείνη τη μακρινή νύχτα του έτους 1. Κάπως σαν τώρα στις διακοπές των Χριστουγέννων, πληρότης 100%. Ταξίδευαν για να απογραφούν σωστά στη  ρωμαϊκή επαρχία που ήταν η πατρίδα τους, κι εκεί που πήγαν δεν χωρούσαν. Έτσι βρέθηκαν στο σταύλο, που έγινε μετά σπήλαιο, αλλά μπορεί να ήταν κι από την αρχή σταύλος σε σπήλαιο. Οι αρχαίοι θεοί συνήθιζαν να γεννιούνται σε σπήλαια, εκεί που γεννήθηκε και η τέχνη, όπως ξέρουμε. Ίσως οι αρχαίοι άνθρωποι να συνήθιζαν να κάνουν σταύλους τις σπηλιές που τύχαινε να βρίσκονται δίπλα στο σπίτι τους, ίσως απλώς οι ιστορίες να έπρεπε να υποστούν κάποιες προσαρμογές για να γίνουν πιο ιερές. Καλύτερα να γεννιέσαι σε σπήλαιο, σαν τον Δία και διάφορους άλλους θεούς, αν είναι να γίνεις Θεός με βαθιές ρίζες.
Πάντως δεν είναι τυχαίο που ο Χριστός γεννήθηκε στη διάρκεια μιας μετακίνησης, αν το καλοσκεφτούμε. Η ίδια η θρησκεία ήταν μια μετακίνηση, ένας Μεσσίας των Εβραίων που επικράτησε ως Σωτήρας στους μη Εβραίους κυρίως, μέσα από τα ταξίδια του Παύλου στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, κι ενσωμάτωσε ημερομηνίες και συνήθειες αρχαίων θρησκειών καθώς μετακινούνταν σε κάθε κατεύθυνση. Η αγία εικόνα της γέννησης, μια εικόνα ιερή ούτως ή άλλως για την ανθρώπινη μοίρα, συμπληρώνεται από την έννοια της μετακίνησης. Ταξιδεύοντας οι άνθρωποι έγιναν άνθρωποι, φεύγοντας από την κοιτίδα της Αφρικής, περνώντας στις άλλες ηπείρους, όπου χάθηκαν για αιώνες, για να ξαναβρεθούν στους ιστορικούς καιρούς. Το ταξίδι είναι πάντα δοκιμασία και εμπειρία, αλλαγή και εξέλιξη, γνωριμία και εμβάθυνση. Βλέπεις σήμερα έναν πρόσφυγα που κοιμάται σε παράνομα νοικιασμένο διαμέρισμα και ποιος ξέρει, μπορεί σε λίγα χρόνια να έχει στήσει μαγαζάκι στο Βερολίνο, ή να έχει ανακαινίσει τα πορθμεία της Σουηδίας, ως ειδικός στα περάσματα, λέμε τώρα. Είναι μικρή η στιγμή που στέκεται εξαθλιωμένος, έκθετος στον οίκτο ή το φόβο σου, κι εσύ νομίζεις ότι μπορείς να τον κάνεις κάτι, να τον στεγάσεις- ταΐσεις – εγκαταστήσεις -εκμεταλλευτείς- ξαμολήσεις στην Ευρώπη ως όπλο εναντίον της-  ενώ εκείνος βρίσκεται κιόλας αλλού, νοερά τουλάχιστον, ανεξάρτητος και έτοιμος να ανακαλύψει τις δικές του δυνάμεις.
Σε κάθε περίπτωση, χρόνια πολλά σε ντόπιους και περαστικούς, τα καλύτερα να βρίσκονται μπροστά μας.


Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Our european face

Παρατήρησαν πολλοί και σωστά ότι ήταν πολύ τριτοκοσμικό θέαμα οι Σύροι πρόσφυγες στο Σύνταγμα, κι ευτυχώς που απομακρύνονται για να ξαναβρεί η Αθήνα το ευρωπαϊκό της πρόσωπο. Κάτι λεπτομέρειες απομένουν να διορθωθούν, κάτι ξηλωμένα πεζοδρόμια, κάτι καμένα κτίρια λίγο πιο κάτω, κάτι παρατημένα που σαπίζουν πίσω από ξεσκισμένες λινάτσες, κάτι αδιαπέραστα οδοφράγματα από παρκαρισμένα μηχανάκια, κάτι συμπεριφορές οδηγών σε διαβάσεις, αλλά εντάξει, αυτά είναι εύκολα. Η αγάπη προς την πόλη και την ευταξία είναι πάντα συγκινητική, ειδικά τις εορταστικές μέρες που έχουμε την τάση να κυκλοφορούμε στο κέντρο αναζητώντας τη χαμένη του λάμψη.
Βέβαια και οι ίδιοι οι Σύροι αυτό ήθελαν, μια ευρωπαϊκή ζωή να ζήσουν, δηλαδή να φύγουν από την Ελλάδα, κι ίσως να ονειρεύονταν μια βόλτα επίσης σε ευρωπαϊκούς δρόμους χωρίς το φόβο ότι κάποιος θα τους ζητήσει τα χαρτιά τους κι εκείνοι δεν θα έχουν. Είναι περίεργο πως άνθρωποι που έρχονται από χώρα με πόλεμο, έχουν τόσο παράξενη ιδέα περί της Ελλάδας, ότι δεν είναι ακριβώς Ευρώπη δηλαδή, αν και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και στο σκληρό πυρήνα του ευρώ, κι άλλα τέτοια σκληρά.
Αλλά πάλι κι αυτό δεν είναι απόλυτο. Ας πούμε, πέρσι τέτοιον καιρό έτυχε να γνωρίσω ένα νεαρό πρόσφυγα απο τη Συρία. Είχε έρθει με τους φίλους του δια θαλάσσης, περνώντας περιπέτειες αντάξιες ενός Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον ή Ιουλίου Βερν, ό,τι προτιμάτε, και δεν καταλάβαινε γιατί οι φίλοι του ήθελαν σώνει και καλά να συνεχίσουν τις περιπετειώδεις αυτές μετακινήσεις τους προς Βορράν. Εγώ θα μείνω στην Ελλάδα, μου είχε πει, ξεκινώ αύριο τις αιτήσεις για πολιτικό άσυλο. Η πίστη του στην ευρωπαϊκή υπόσταση της πατρίδας μας και η αποφασιστικότητά του, με είχαν γεμίσει αισιοδοξία. Πριν λίγες μέρες που τον συνάντησα ξανά όμως, με πληροφόρησε ότι είχε περάσει πολλές μέρες σε ουρές και σε γραφεία, μήνες ολόκληρους για την ακρίβεια, να καταθέτει χαρτιά και βεβαιώσεις και κόντρα χαρτιά και κόντρα βεβαιώσεις, δεν του είχαν δώσει τελικά άσυλο και δεν έλπιζε πια να το πάρει. Το κακό ήταν ότι δεν πίστευε ούτε τις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων και αναρμοδίων στους πρόσφυγες του Συντάγματος, ότι θα δώσουν άσυλο στους απεργούς πείνας που ήταν εκεί.
Μου διηγήθηκε τις περιπέτειες των φίλων του που ταξίδεψαν βόρεια με τα πόδια, περνώντας από τη Σερβία, αφού είχαν πληρώσει χρήματα που θα τους εξασφάλιζαν πολυτελή κρουαζιέρα αν είχαν την τύχη να γεννηθούν στη σωστή χώρα, ας πούμε στη δική μας, οι οποίοι κατάφεραν να φτάσουν στη Βιέννη. Κι εκείνος τώρα ψάχνει τρόπους να φύγει. Τα κυκλώματα που υπάρχουν. Παράνομα, ακριβά και επικίνδυνα. Αφού αλλιώς δεν γίνεται, δεν επιτρέπεται, δεν προβλέπεται, τι να κάνουν οι άνθρωποι;
Νέος, μορφωμένος, με θαυμάσια αγγλικά, γεμάτος όρεξη για δουλειά, κοινωνικός, φιλικός, ζεστός, ταλαντούχος άνθρωπος, θα μπορούσε να μείνει εδώ, να κάνει κάτι, να δημιουργήσει, να πληρώσει και ένσημα, αν θέλετε να το δούμε καθαρά πρακτικά. Αλλά όχι, δεν αφήνουμε περιθώρια παρά μόνο σε όσους αντέχουν να ζουν συνεχώς στην παρανομία και την άγρια εκμετάλλευση που συνεπάγεται.
Του ευχήθηκα καλή τύχη με βαριά καρδιά, και σημειώνω κάπου για τους παρατηρητές των δημοσίων πραγμάτων, να έχουν το νου τους μ' εκείνο το άσυλο που έχουμε υποσχεθεί στους Σύρους του Συντάγματος, αν θα δοθεί τελικά.

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Οι μαντήλες των προσφύγων


Σήμερα είναι η Παγκόσμια ημέρα των προσφύγων, αφιερωμένη απο μένα σπέσιαλ στη Λεϊλά απο το Αφγανιστάν που κατάφερε να φύγει για τη Σουηδία. Για λίγους μήνες προσπαθούσε να μάθει ελληνικά, κι εγώ της έκανα μάθημα με βιβλίο Ινστιτούτου που προοριζόταν για αμερικάνους φοιτητές. "Θα πάρουμε ταξί για το Κολωνάκι" έλεγε το βιβλίο, κι εγώ ρωτούσα, "ξέρεις πού είναι το Κολωνάκι;" Είχαμε πλάκα. Ανοίγαμε ένα χάρτη στο τραπέζι και σκύβαμε επάνω, εκείνη και τα παιδάκια της, έχει και τρεις κόρες. Η πιο μικρή είναι πέντε, φέτος έξι, οι μεγαλύτερες, δίδυμες, εννιά, φέτος δέκα. Κοίταζα τα κεφαλάκια τους, τα μικρούτσικα χρωματιστά κοκκαλάκια που βάζαν στα μαλλιά τους, κι αναρωτιόμουν πόσο καιρό ακόμα θα τα είχαν έτσι εκτεθειμένα, πότε θα φορούσαν τη μαντήλα όπως η μαμά τους, και μήπως υπήρχε περίπτωση να μην τη φορέσουν καθόλου; Αντιπαθώ τη μαντήλα όσο δεν παίρνει, και προσπαθώ σκληρά για να μην το δείχνω.
Σκύβαμε λοιπόν στο χάρτη και τους έδειχνα πού είναι η Ομόνοια, όπου έμεναν, πού η Ακρόπολη, πού το Κολωνάκι. Στο χάρτη δεν υπάρχουν διαφορές, κι είναι καλό να μαθαίνει κανείς να διαβάζει χάρτες. Κατά τα άλλα γέμιζαν κι οι τέσσερις τους τετράδια επί τετραδίων με φρασούλες και λεξούλες, φιλότιμα, προσεχτικά, με όμορφα στρογγυλά γραμματάκια. Αναρωτιέμαι στην καινούργια τους ζωή, εκεί στη Σουηδία, αν θα θυμούνται ποτέ καμιά ελληνική λέξη.
Το μάθημα γινόταν στο σπίτι μου. Τις πρώτες φορές η μαντήλα δεν ξεσφίχτηκε, δεν μετακινήθηκε. Ύστερα, καθώς ζέσταινε ο καιρός, η Λεϊλά άρχισε να τη βγάζει, και τη φορούσε μόνο όταν έμπαινε άντρας στο δωμάτιο, της δικής μου οικογένειας άντρας δηλαδή. Κι ύστερα στο τέλος, όταν πια είχε καλοκαιριάσει, η μαντήλα δεν ξανάμπαινε στο κεφάλι μέχρι να φύγουν για το σπίτι, κι ας μπαινόβγαιναν τα αγόρια μου. Την πρώτη φορά έκανε μια κίνηση να σκεπάσει το κεφάλι της, ύστερα σα να το ξανασκέφτηκε, το άφησε ασκέπαστο. Το είδα σαν σεβασμό στη δική μας ιδιαιτερότητα κυρίως, των ανθρώπων που δεν καλύπτουν πια τα μαλλιά τους, γιατί κάποτε, οι γιαγιάδες μας, οι προγιαγιάδες μας σίγουρα τα κάλυπταν. Υπήρξαν παντού βαρύ σύμβολο θηλυκότητας τα μαλλιά των γυναικών, θηλυκότητας που εκτίθεται, που προστατεύεται, που ανήκει, και που κάποια στιγμή, στις δικές μας κοινωνίες, απελευθερώνεται και επιδεικνύεται δημοσίως. Εκείνη τη στιγμή που μετά από ένα δισταγμό άφησε ακάλυπτα τα μαλλιά της, κατάλαβα την αιδώ και την εξέλιξη της, την απόφασή της να στερηθεί αυτή την προστασία, να αλλάξει συνήθεια για το χατήρι μας, αλλά και για το πείραμα: θα ένιωθε κι αυτή κάτι σαν συγκίνηση ελευθερίας; Θα το χαιρόταν; Το ξεσκέπασμα των μαλλιών ήταν ένα βήμα αποφασιστικό προς το μέρος μας, μια μικρή δοκιμή, μια φιλική χειρονομία με δυο αποδέκτες, εμάς κι εκείνη την ίδια.
Δεν ξέρω βέβαια τι ένιωσε, δεν μπορούσαμε να συζητήσουμε πολλά πράγματα με τα φτωχά ελληνικά της. Καλή της ώρα εκεί που βρίσκεται. Στη Σουηδία υπάρχει μεγαλύτερη φροντίδα για τους πρόσφυγες.  Και περισσότερη ανοχή για τις μαντήλες, αν κι εγώ ελπίζω ότι θα αφήσει τα κορίτσια της ξεμαντήλωτα όταν μεγαλώσουν.
Το φετινό σχολικό έτος οι μαθήτριες μου, δυο έφηβες απο το Αφγανιστάν με παρόμοια πορεία, δεν έβγαλαν ποτέ τη μαντήλα τους. Αυτές τις συναντούσα σε χώρο δημόσιο, αλλά αμφιβάλλω αν θα την παραμέριζαν  έστω κι αν μέναμε ολομόναχες. Αδερφές, δεκαπέντε και δεκάξι χρόνων, μαθήτριες στο Διαπολισμικό σχολείο της γειτονιάς τους. Της Ομόνοιας βέβαια. Αυτή είναι η γειτονιά τους, ο φόβος και ο τρόμος των Ελλήνων, η αντιπάθεια μας.  Κι όμως εκεί μένουν παιδιά και έφηβοι, νέες και νέοι που πασχίζουν, ίσως μάταια, με το μολύβι και το τετράδιο, με τα βιβλία και τους δασκάλους, να μάθουν να γράφουν τη δύσκολη γλώσσα μας, μεταξύ άλλων που πασχίζουν. Πιασμένες αγκαζέ πήγαιναν κι έρχονταν οι δυο τους, κουβαλώντας κι αυτές τετράδια γεμάτα με τα στρογγυλά γραμματάκια που κάναμε  στο Δημοτικό, κάποτε παλιά. Φοράνε τη μαντήλα με μια κορδέλα που τη σφίγγει στο μέτωπο και δεν ξεφεύγει τρίχα.
Μεγάλωσαν κι αυτές σαν πρόσφυγες στο Ιράν. Δεν θυμούνται το χωριό τους, που το εγκατέλειψαν όταν έκαψαν οι Ταλιμπάν το σπίτι των παπούδων.  Είναι δεκαεννιά μήνες στην  Ελλάδα και περιμένουν πρόσκληση απο τον αδερφό τους, ο οποίος έχει πάει στη Γερμανία. Θα τα καταφέρουν πιστεύω, αλλά στο μεταξύ οι συνθήκες ζωής τους δυσκόλεψαν, μένουν με άλλες τρεις οικογένειες σε ένα διαμέρισμα. Δεν παραπονιούνται ποτέ, αλλά καταλαβαίνω ότι δυσκολεύονται πολύ. Ουσιαστικά θα πρέπει να ζουν απο τη βοήθεια διαφόρων οργανώσεων.  Έχουν κινητό, αλλά ποτέ μονάδες να μιλήσουν. Έχουν και προφίλ στο Facebook, αλλά μόνο μια φορά τη βδομάδα επισκέπτονται έναν φίλο με κομπιούτερ και Ίντερνετ. Στο προφίλ τους βάλανε μια φωτογραφία φανταστική, ένα κορίτσι διαστημικό με αστέρια γύρω απο τα μάτια και μεταλλικά μαλλιά. Με κάτι τέτοια θυμάμαι πως είναι παιδιά, κι ας φορούν αυτή τη φριχτή μαντήλα, ας έχουν αυτό το σοβαρό ύφος προσπαθώντας να διατηρήσουν την αξιοπρέπεια τους στο σκληρό αθηναϊκό περιβάλλον.
Μια μέρα με τη ζέστη φορούσαν μαντήλες μάλλινες, ίδρωνα μόνο να τις βλέπω. Την επόμενη φορά τους πήγα μερικά δικά μου ελαφρά, βαμβακερά και δροσερά μαντήλια. Ελπίζω να τους αρέσουν, να προτιμήσουν αυτά τα υφάσματα, τουλάχιστον το καλοκαίρι. Γι αυτές είναι η μόνη άμυνα τελικά, ένα είδος προστασίας. Ευχήθηκα να επιτρέψουν στο εαυτό τους να δροσιστεί λιγάκι.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

H μπλε ιστορία

Τα μπλε παντελονάκια

Ο Ξένιος Ζευς βγήκε παγανιά, το είπαν οι ειδήσεις. Ψάχνει να βρει παράνομους μετανάστες, να δείξει πόσο φιλόξενος είναι, τι άλλο; Ακόμα δεν συνήθισα τον ευφημισμό του, κάποια ευαίσθητη αρχαιολάτρης μέσα μου, μια  έφηβη που διάβαζε, ένα παιδί που πίστευε αντάμα στην Αθηνά, στον Άγιο Βασίλη, στον Ποσειδώνα και στο Χριστούλη, στριφογυρίζει ενοχλημένη και μουδιάζει τη σκέψη μου.
Αν είναι εκεί έξω ο Ζευς, εγώ καλύτερα να μείνω μέσα. Να μην ξανασυναντηθούμε σε τέτοια κατάσταση, δεν υπάρχει λόγος. Έχουμε περάσει και καλύτερες μέρες μαζί.
Καλύτερα να κάνω μια δουλίτσα ανώδυνη, καθημερινή, να βεβαιωθώ ότι λειτουργώ κανονικά, να βγάλω κι εγώ παγανιά την κανονικότητα. Να ποτίσω, ας πούμε, τις γλάστρες. Έχουν φουντώσει από τη ζέστη, τώρα μόλις αρχίζουν να κιτρινίζουν τα φύλλα του αμπέλωπα. Ή μήπως είναι θηλυκό, η αμπέλωψ της αμπέλωψης; Να κοιτάξω λεξικό. Να βάλω το Γκουγκλ. Τόσα πράγματα μπορεί κανείς να κάνει χωρίς να τον αντιληφθεί ο Ζευς, ξένιος ή άλλος. Δεν είναι κανένας θεός που τα πανθ’ ορά. Τίποτε δεν ορά, φασαρία κάνει μόνο.
Την άνοιξη που πέρασε, όποτε άκουγα για την επιχείρηση αυτή της Αστυνομίας, φοβόμουν για την Αφγανή μου φίλη και τα παιδάκια της. Ερχόταν κάθε Τετάρτη για μάθημα ελληνικών, από την Ομόνοια που έμεναν, η μαμά κι οι τρεις κόρες της. Οι δυο μεγάλες ήταν δίδυμες, εννιά χρονών, ολόιδιες. Τις έντυνε ίδια, έμοιαζαν και τα ονόματα, αδύνατον να τις ξεχωρίσω. Ο μόνος τρόπος ήταν να γράφουν. Είχαν διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα, διαφορετικό τετράδιο, η κάθε μια αποτύπωνε εκεί τη δική της προσωπικότητα. Ας παραδεχτώ ότι αυτός ο παλιοκαιρίσιος τρόπος να διδάσκω γραφή και ανάγνωση, με μπόλικη αντιγραφή και επαναλήψεις, μου θύμιζε τα παιδικά μου χρόνια περισσότερο από τον τρόπο που είχαν μάθει τα δικά μου παιδιά γράμματα, ο οποίος ήταν πιο μοντέρνος, λιγότερο χειροποίητος, ας πούμε. Γράφανε αυτά τα κοριτσάκια με την ψυχή τους, ακούραστα, αδιαμαρτύρητα, σελίδες επί σελίδων στρογγυλά γραμματάκια, με μια προθυμία που με άφηνε κατάπληκτη κάθε φορά.
Κάποια στιγμή η μια δίδυμη έπαψε να έρχεται. Τι έγινε; ρώτησα τη μαμά της, που μάθαινε κι αυτή μαζί με τα παιδιά. Έφυγε, μου είπε. Σουηδία. Και βούρκωσαν τα μάτια της. Δεν μπορούσα να ρωτήσω λεπτομέρειες, αλλά κατάλαβα ότι αφού έφυγε το ένα παιδί, θα έφευγαν όλοι. Θα στείλανε το ένα δίδυμο μήπως ο χωρισμός ήταν πιο απλός επειδή έμενε το άλλο ίδιο παιδί. Η καρδούλα της το ήξερε, της μάνας.
Ερχόταν κι ένα πιτσιρίκι μαζί τους, ένα λεπτεπιλεπτο πεντάχρονο κοριτσάκι που άλλαζε δόντια και μου τα έδειχνε κάθε φορά. Της είχα πάρει ένα βιβλίο ζωγραφικής να χρωματίζει. Μόλις το γέμισε, μου το έφεραν πίσω, δεν το έπαιρναν με τίποτε. Δεν ήθελαν κανένα δώρο ποτέ, κανένα κέρασμα. Μια φορά που έφυγε η μαμά για δουλειές λίγη ώρα, βρήκα ευκαιρία και μπούκωσα τα παιδιά κουλούρια και φρούτα, με πρόσχημα να μάθουμε πώς λέγονταν τα φαγητά.
Έφυγαν λοιπόν όλες το καλοκαίρι για τη Σουηδία. Καλή τους ώρα, μακάρι να ησυχάσουν πια οι άνθρωποι. Εννιά χρόνια είχαν περάσει σε στρατόπεδο προσφύγων στο Ιράν. Τι ζωή κάνουν, τι βάσανα τραβήξανε, και πώς διατηρούσαν με τέτοιες συνθήκες την αξιοπρέπεια τους… Ασύλληπτα πράγματα.
«Μένω στην Ομόνοια», είχε μάθει να λέει η μικρούλα, και δεν χρειάστηκε, ευτυχώς, ποτέ να της εξηγήσω τι θα σκέφτονταν οι Έλληνες, που την έβλεπαν έτσι γλυκούλα και καλοβαλμένη, αν την άκουγαν να το λέει αυτό.
Το μόνο που κράτησαν είναι ένα βιβλιαράκι της Παυλίνας Παμπούδη, «Η μπλε ιστορία». Ευτυχώς δεν θα χρειαστεί ποτέ να τους εξηγήσω τους μπλε ελληνικούς συνειρμούς. Θα μάθουν τους σουηδικούς κατευθείαν, έχουν κι οι Σουηδοί γαλάζια σημαία. Το βιβλιαράκι θα μείνει αθώο μπλε.
 Ίσως ξεχάσουν τα ελληνικά τελείως. Ή μπορεί να θυμούνται να διαβάζουν τους πρώτους στίχους της Μπλε ιστορίας:
Ήταν μια ωραία μέρα
Κι όλοι λέγαν καλημέρα
Ήταν μπλε ο ουρανός
Μπλε γαλάζιος γαλανός
Είχε ήλιο κι αρκετούς
Μπλε ριγέ χαρταετούς
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=18775

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Σπόρια για το χρόνο

Μερικά πρωινά βάζουν στο πάρκο το σιντριβάνι να δουλεύει. Ακόμα και με το κρύο τα μικρά παιδιά μπαίνουν στον πειρασμό να παίξουν με το νερό. Τα παιδιά είναι πάντα ένα σοκ σ’ αυτό τον κόσμο.
Τ’ απογεύματα το σιντριβάνι δεν δουλεύει ποτέ. Οι άνθρωποι περπατάνε στα στρωμένα μάρμαρα, εκεί που το πρωί δεν μπορούν να περάσουν. Παιχνίδι ορίων που καταργούνται και ξαναορίζονται, κάθε μέρα. Τι αίσθηση νίκης, να μπορείς να περπατάς άνετα εκεί που πριν τιναζόταν το νερό και δεν στο επέτρεπε. Παραβίαση και ξανά ορισμός ορίων και ξανά παραβίαση.
Δίπλα είναι ένα κτίσμα που ίσως γίνει κάποτε καφενείο. Ακόμα έχει τα χαρτιά συσκευασίας των κουφωμάτων πάνω του, άρα μπορούμε να ελπίζουμε. Οι συνταξιούχοι του πάρκου συνεχίζουν να κουβαλάνε παλιές καρέκλες από το σπίτι τους για να στήνουν τις παρτίδες τους το τάβλι. Κάποια στιγμή ίσως καταφέρει το καφενείο να νοικιαστεί και να λειτουργήσει. Είναι κι ο φόβος μην ξεσηκωθούν ξανά εκείνοι οι γείτονες που ήθελαν το πάρκο ακραιφνώς «δασική έκταση» και χαλούσαν τον κόσμο να μη γίνει καφενείο ούτε τίποτε, ήταν κατά της εμπορευματοποίησης. Ίσως πρέπει να φτιαχτεί κάτι σαν λαθροκαφενείο, να πίνουμε λαθροκαφέδες, να μην τους ερεθίζουμε.
Στο μεταξύ η έλλειψη κάθε είδους εμπορίου σε τόσα στρέμματα περιπάτου γεννά μικρές διακριτικές συναλλαγές. Ακόμα κι αν πάνε δυο άνθρωποι να ζήσουν στην πιο παρθένα δασική έκταση που υπάρχει σε λίγο θα εφεύρουν το εμπόριο. Αλλά μην το πείτε στους ακραιφνείς της περιοχής. Ένα αγόρι πουλάει σακούλες με σπόρια στις γυναίκες πρόσφυγες που κάνουν βόλτα. Πάνω- κάτω περπατάνε ώρες ατέλειωτες, κάτι πρέπει να κάνουν, όχι τσιγάρο, το ρίχνουν λοιπόν στους ηλιόσπορους..
Καθώς βλέπω το παιδί να πουλάει τα σακκουλάκια του συνειδητοποιώ ότι έχω χρόνια να δω ανθρώπους να τρώνε σπόρια. Κάποτε τρελαινόμασταν γι αυτό το τσίκι- τσίκι,  θεωρούσαμε μάλιστα παλικαριά να πηγαίνουμε σινεμά και να αφήνουμε ένα βουνό φλούδια φεύγοντας κάτω από το κάθισμα. Σε μιαν άλλη ζωή τα κάναμε αυτά. Τα παιδιά μας προτιμούσαν τα γαριδάκια και τα φουντούνια.
Τώρα αγοράζουμε πασατέμπο και ηλιόσπορο καθαρισμένο και ξεφλουδισμένο σε κουτάκια. Τα τρώμε με τις χούφτες, σα φάρμακο επειδή έχουν αντιοξειδωτικές ουσίες.  Ο χρόνος έχει αλλάξει για μας, αυτός ο χρόνος που περισσεύει στις Αφγανές με τα σπόρια. Πόσο να πουλάει άραγε ο μικρός .το σακκουλάκι; Αν αγοράσω ένα, βγάλω το χέρι από το γάντι και τσίκι- τσίκι ξεκινήσω, θα κερδίσω με την αλμυρή γεύση του μια σταγόνα χαμένο χρόνο;
Από το Protagon 

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

Το κουλούρι του άστεγου

Η Φατίμα και τα αδέλφια της μαζί με το κουλούρι
Αυτές οι γυναίκες από το Αφγανιστάν όλο χαμογελάνε. Είναι κάτι ανεξήγητο, πού το βρίσκουν τέτοιο κέφι; Το καλοκαίρι εντάξει, έβγαιναν όλες μαζί βόλτα με τα πιτσιρίκια τους στο πάρκο, μιλούσαν μεταξύ τους και χαμογελούσαν. Τώρα πετυχαίνω πού και πού καμία μονάχη με τα πιτσιρίκια της, πάλι χαμογελάν.
Είναι μυστήριο. Τόσο ευχαριστημένες είναι πια που βρέθηκαν στον παράδεισο της Δύσης; Ή μήπως τους έχουν δώσει κάποια συμβουλή του στυλ: «εκεί που θα πάτε, κοιτάτε να είστε ευχάριστες, για να σας κρατήσουν και να μη σας βάλουν σε κανένα αεροπλάνο επαναπατρισμού στα γρήγορα»;
Πού τις επαναπατρίζουν αυτές και τα παιδιά τους είναι επίσης μυστήριο. Δεν ξέρουν καμία γλώσσα να μιλήσουν, μόνο φαρσί. Τρομερό να μιλάς τα φαρσί σε έλληνες που ξέρουν φαρσί ένα σωρό γλώσσες πλην των φαρσί. Το μόνο που καταλαβαίνουμε από όσα λένε είναι «Αφγανιστάν». Ίσως είναι Αφγανές που έρχονται διωγμένες από το Ιράν. Πρόσφυγες που περνάνε στο Ιράν, αλλά είναι ανεπιθύμητοι. Ποιος ξέρει τι ταξίδι έχουν κάνει για να φτάσουν ως εδώ. Πού μένουν, που κοιμούνται με τα παιδιά τους; Γιατί έφυγαν; Δεν μοιάζουν οικονομικοί μετανάστες. Είναι καλοβαλμένες οι γυναίκες, τα παιδιά καθαρά, προσεγμένα. Πόσο θα αντέξει αυτή η όψη τους, η κάπως αξιοπρεπής; Πού θα καταλήξουν; Τι πέρασαν; Πού θα βρίσκονται σε μισό χρόνο;
Χτες μια πολύ νεαρή μητέρα έκανε βόλτα με τέσσερα πιτσιρίκια. Μαντίλα η μαμά, μαντίλα και η μεγαλύτερη κόρη που ήταν γύρω στα έντεκα και παρίστανε ότι πρόσεχε τα μικρότερα. Τρέχανε, παίζανε, τα είδε ένας  που λιαζόταν σ’ ένα παγκάκι, σηκώθηκε και τους έδωσε το  κουλούρι του. Μεγάλος πειρασμός, να δίνεις κάτι σε παιδιά, ειδικά όταν δεν ζητάνε. Η όψη του δωρητή ήταν πολύ πιο άθλια από τα ξένα  γυναικόπαιδα, έμοιαζε με άστεγο, ωστόσο επέμενε να δώσει το κουλούρι στο μικρότερο κορίτσι. Βουβή συνεννόηση. Η μαμά δέχτηκε να το πάρει. Τα άλλα παιδιά δεν ζήλεψαν, δεν γκρίνιαξαν, δεν ζήτησαν κομμάτι. Δεν φαίνονταν να πεινάνε, ήταν μάλλον προς το γεματούτσικο. Έχουν φαγητό. Πού να το βρίσκουν, ποιος τους φροντίζει, πώς τα βγάζουν πέρα με τα διαβατήρια, τις αιτήσεις ασύλου, τα σύνορα, τον τελικό προορισμό; Πού άφησαν το σπίτι τους, σε χωριό ή σε πόλη; Θέλουν να γυρίσουν πίσω; Θέλουν να ζήσουν στην Ευρώπη; Πώς αγοράζουν ψωμί; Τι βλέμματα αντικρίζουν όταν περπατάνε στην Πατησίων;
Πλησίασα με τη φωτογραφική μου μηχανή. Να βγάλω μια φωτογραφία, ρωτάω. Στήνεται η οικογένεια, πίσω η μαμά, μαζεύει τα παιδιά μπροστά, ύστερα για τη δεύτερη πόζα, τ’ αφήνει μόνα τους. Αφγανιστάν, μου λέει. Το κορίτσι με τη μαντίλα δείχνει ένα- ένα τ’ αδέρφια της, λέει τα ονόματα τους. Εκείνη τη λένε Φατίμα.
Αν είχα μια καλύτερη κάμερα θα έβγαζα φωτογραφία σαν του National Geographic. Πάντα αφγανές βάζει στα εξώφυλλα του. Δεν βοηθάει βέβαια πολύ το ντεκόρ εδώ,  είναι κι αυτό το ξεκάρφωτο χαμόγελο.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...