Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λονδίνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λονδίνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018

Βρεξιτανία

Οφείλω να ξέρω αυτή την πόλη. Ζουν και τα τρία μου παιδιά εκεί, άρα οφειλω να μη χάνομαι, να μπορώ να προσανατολίζομαι, και στοιχειωδώς να συνενοούμαι. Δεν δικαιολογείται, μετά από τόσες φορές που έχω έρθει να μη θυμάμαι τι είναι στο κέντρο και τι όχι, να μην έχω ιδέα για το πώς λειτουργεί το μετρό, να ξεκινάω κάθε φορά σε λάθος κατεύθυνση. Με το τηλέφωνο στο χέρι να κάνω μερικά βήματα και να με δείχνει ότι πηγαίνω ανάποδα, άντε πάλι πίσω. Τι έκανα πριν αποκτήσω GPS; Χανόμουν, ναι, το θυμάμαι αυτό, αλλά πάθαινα τέτοιο πανικό, ή το είχα συνηθίσει; Με πιάνει αγωνία συνέχεια, μήπως πάρω λάθος τραίνο, μήπως βγω σε λάθος σταθμό, μήπως δεν χτυπήσει σωστά το εισιτήριο και δεν ανοίξει η μπάρα. Σα χωριατοπούλα που ήρθε πρώτη φορά στη μεγάλη πόλη. Ποιος, εγώ που είμαι στα μέρη αυτά σαν ψάρι στα νερά. Ο άνθρωπος των μεγάλων πόλεων, που ανάσαινα τον αέρα τους και άνοιγε η ψυχή  μου.
Δεν είναι μόνο ο χρόνος που με αποξένωσε. Είναι και το Brexit που δηλητηρίασε τη σχέση μου με τη χώρα αυτή. Πάντα θαύμαζα τους Άγγλους, κάθετι που έκαναν το θεωρούσα σπουδαίο, δεν περίμενα με τίποτε ότι θα ψήφιζαν έξοδο από την Ευρώπη. Αυτοί, που πολέμησαν για να μη γίνει φασιστική, που κέρδισαν τον πόλεμο κι έχασαν τις αποικίες, που έχτισαν τη δημοκρατία βήμα βήμα χωρίς να χρειαστεί να καρατομήσουν κανέναν βασιλιά μετά τον δέκατο έβδομο αιώνα.
Ο θαυμασμός μου, η εκτιμηση, η αγάπη στη χώρα και τους ανθρώπους, έχει πληγωθεί ανεπανόρθωτα. Με πόση λαχτάρα ερχόμουν κάποτε, με πόση χαρά μιλούσα με τους ανθρώπους σε κάθε ευκαιρία, τ' αυτιά τεντωμένα να καταλάβω τι λένε, τα δικά τους αγγλικά ευαγγέλιο. Γελούσα με την κριτική των Ελλήνων, που τους λένε βρώμικους, που τους κοροϊδεύουν για τις χωριστές βρύσες. Κι αυτή τη φορά είδα κι εγώ τη βρώμα, και σκέφτηκα επίσης πόσο ηλίθιο πράγμα είναι αυτό με τις χωριστές βρύσες. Είδα τις τεράστιες ταξικές διαφορές χωρίς ιστορική κατανόηση, είδα τα ομοιόμορφα σπιτάκια στις γειτονιές σα να μη με αφορούν πια καθόλου. Δεν θαμπώθηκα από τα ωραία, δεν ήμουν επιεικής με τα άσχημα. Ένιωσα, φαντάζομαι, όπως οι περισσότεροι Έλληνες όταν ταξιδεύουν σε ευρωπαϊκές χώρες, από αδιάφορα έως εχθρικά.
Σχεδόν χάρηκα, έγινα επιτέλους όπως όλος ο κόσμος. Όμως τι κρίμα! Και πώς είναι δυνατόν; Τη γριάν Αγγλία την αγαπώ, που έλεγε και το τραγούδι. Την αγαπούσα. Έχω βγάλει τα μάτια μου μια ολόκληρη ζωή να διαβάζω Ντίκενς στο πρωτότυπο, και Τζέιν Ώστεν, και τις αδελφές Μπροντέ, και τον Θάκερεϊ, όλη την κλασσική αγγλική λογοτεχνία χωρίς βοήθεια από σχολεία, δυστυχώς. Τα παιδικά, τόμους ατελείωτους. Μόνο στον Σαίξπηρ κώλωσα, εκεί θέλει δασκάλους. Το σχεδίαζα για το μέλλον, πού να πήγαινα για αγγλική λογοτεχνία. Ξανά και ξανά τους πεζογράφους όμως, με το λεξικό δίπλα, κι ένα σωρό νέους, ακόμα πιο δύσκολους, και Ιστορία με τη σέσουλα, και τα γενεαλογικά των βασιλιάδων, και βιογραφίες επιστημόνων, του Νεύτωνα, του Σάμουελ Τζόνσον που έφτιαξε τα λεξικά, κι ενός ερασιτέχνη λογίου που τον βοηθούσε, χωριστά. Και μιας επίσης ερασιτέχνιδας κυρίας που μάζευε παλαιοντολογικά απολιθώματα σε κάποια ακτή. Ήξερα και της ακτής το όνομα και το δικό της, τα ξέχασα και δεν με νοιάζει. Οι Βρετανοί δεν μας θέλουν, αποφάσισαν. Αυτό το τραύμα καταστρέφει αναδρομικά τα πάντα. Μπαίνω στα βιβλιοπωλεία, κι εκεί που δεν χόρταινα να χαζεύω και δεν ήξερα τι να πρωτοδιαλέξω, δεν με τραβάει τίποτε, φεύγω με άδεια χέρια.
Ήμουν περήφανη που τα παιδιά μου ζουν εκεί και εργάζονται, τώρα είμαι κυρίως αγχωμένη. Γι αυτό χανόμουν και μπερδευόμουν, από αδιαφορία, από έλλειψη λαχτάρας να ξαναβρώ μια πόλη αγαπημένη. Εχασα την αγάπη. Το βλέμμα μου ήταν ψυχρό, κι όσο κι αν προσπαθούσε η λογική να ελέγξει το συναίσθημα, στο κάτω- κάτω η πολιτική δεν είναι η ζωή μας, και οι Λονδρέζοι ψήφισαν να παραμείνουν στην Ευρώπη, όλ' αυτά τα σωστά δεν κατάφερναν να με θεραπεύσουν, το στραπάτσο είχε γίνει.
Ωστόσο έκανα τα σχέδια, το πρόγραμμά μου. Με συμβούλευσαν φίλοι να πάω σε διάφορα μοντέρνα θεάματα και εκθέσεις, η καρδιά μου όμως ήθελε κλασικά, σα να χρειαζόταν να στραφεί στο παρελθόν για να ισορροπήσει. Πήγα δυο μέρες στο Βρετανικό Μουσείο, σε μέρη του που δεν είχα ξαναπάει, άλλες δυο στην Εθνική Πινακοθήκη, άλλες δυο στο Victoria & Albert, κι ένα πρωινό στο Temple, τον ναό των Ιπποτών. Πήγα σε δυο κονσέρτα σε εκκλησίες με χορωδία και όργανο, και σε μια μπαρόκ όπερα. Τα μοντέρνα άλλη φορά, αν επιζήσω να ξαναπάω. 

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018

Αρχίζουν τα μουσεία


Τη δεύτερη μέρα, αφού συνήλθα ελαφρώς, αποφάσισα να παραστήσω ότι απλώς συνεχίζω τη σχέση μου με την πόλη αυτή εκεί που την είχα αφήσει πριν μερικά χρόνια, ένα πρωί που πέρασα από το μουσείο Victoria & Albert λίγο πριν πάρω το τραίνο για το αεροδρόμιο. Δεν είχα πάει ποτέ πριν στο μουσείο αυτό, κι εκείνο το πρωί ίσα που πρόλαβα να δω το μαγαζί του, αγόρασα κι ένα μαντίλι που ήταν εξαιρετική συντροφιά όλ' αυτά τα χρόνια.
Έχουμε τώρα τους χάρτες στα κινητά, που σου λένε πώς να πας στο κάθε μέρος, κι αν κι ενίοτε κάνουν λάθος και σε στέλνουν άλλ' αντ' άλλων, συνήθως είναι αξιόπιστοι. Αλλά εγώ πήρα κι ένα χάρτη του μετρό στο σταθμό, καλού- κακού, και βρήκα τη διαδρομή για το V&A, πάνω από μισή ώρα έκανα με το μετρό. Καθόμουν και παρατηρούσα, όλοι γύρω ήταν βυθισμένοι στα κινητά τους, καναδυό διάβαζαν και μερικοί μιλούσαν μεταξύ τους. Οι απέναντι μου αίφνης, μια νεαρή πολύ κομψά ντυμένη αλλά χωρίς τσάντα, κι ένας νεαρός που μιλούσαν ασταμάτητα. Μα πού πήγαινε έτσι αυτή, σα να ήταν στο σπίτι της; Κρατούσε μόνο ένα τετράδιο κι ένα στυλό που το χτυπούσε στο εξώφυλλό του. Μού θύμησε εκείνον τον σιδηροδρομικό στη διαδρομή Θεσσαλονίκη- Κομοτινή, πριν τριάντα τόσα χρόνια, που ταξίδευε με τις παντόφλες του. Στο τέλος δεν άντεξα και τους έβγαλα φωτογραφία.
Η διαδρομή από το σταθμό του South Kensington ως το μουσείο ήταν όπως τη θυμόμουν, εξαιρετικά ευχάριστη, από έναν πεζόδρομο γεμάτο εστιατόρια και ζαχαροπλαστεία, που λες, δεν αφήνω την τέχνη να φάω κάτι καλύτερα;Ευτυχώς δεν υπέκυψα στον πειρασμό, γιατί είναι απείρως ωραιότερο να τρως στη μεγάλη και πολυτελέστατη αίθουσα εστιατορίου του V&A, η οποία μάλιστα σχεδιάστηκε από την αρχή για το σκοπό αυτό με ανακτορικές προδιαγραφές.
Δεν το χορταίνεις αυτό το μουσείο. Αφιερωμένο στην τέχνη, στο σχέδιο, και στην καλλιέπεια, είναι χάρμα οφθαλμών σε κάθε γωνία. Έχουν προσπαθήσει να μαζέψουν δείγματα από ό,τι όμορφο υπάρχει στην ανθρωπότητα ανά τους αιώνες, το δε μαγαζάκι τους είναι το ωραιότερο μαγαζί μουσείου που έχω δει στη ζωή μου. Εννοείται ότι πέρασα εκεί περισσότερη ώρα από όσο σε όλες τις άλλες αίθουσες μαζί, εξαιρουμένου του εστιατορίου, και τελικά αγόρασα άλλο ένα μαντίλι, σχεδόν στην τύχη, γιατι τα ήθελα όλα...
Έκανε ζέστη. Βγήκα στον κήπο, πλατσούριζαν τα πιτσιρίκια σ' ένα ρηχό συντριβανάκι, τα φτιάχνουν ίσως ειδικά πια αυτά ως πλατσουρολιμνούλες. Η πρόσοψη αυτού του δεύτερου, του εσωτερικού κτιρίου του μουσείου σου κόβει την ανάσα από ομορφιά
Στην αρχή πήρα ένα σάντουιτς από μια καντίνα στην αυλή αυτή, ύστερα ανακάλυψα τη μέσα αίθουσα. Αφού είχα ήδη φάει, πήρα ένα κυπελάκι με φρούτα μόνο και μόνο για να καθήσω να το φάω εκεί μέσα
Ναι, είναι κάπως απίστευτο. Αλλά αληθινό. Κι έχει και ζωντανή μουσική. Χάρηκα πολύ που τη γνώρισα στο γιο μου, που δουλεύει σχεδόν δίπλα, αλλά δεν είχε μπει ποτέ στο μουσείο.

Ταξίδι στο Λονδίνο


Έφυγα για το Λονδίνο κομμάτια από την κούραση, δεν είχα κουράγιο ούτε να πάρω τη φωτογραφική μηχανή μαζί μου. Γι αυτό όλες τις φωτογραφίες τις έβγαλα με το κινητό, όλο και περισσότερες καθώς ανακτούσα δυνάμεις. Τα παιδιά μου ζουν εκεί μερικά χρόνια τώρα, και μου έλεγαν συχνά να τα επισκεφτώ, αν και στην ουσία δεν έχουν χώρο να με φιλοξενήσουν. Μου έδωσε το δωμάτιο του ο ένας, και κοιμόταν στον καναπέ. Τον ξεβόλεψα.
Τα παιδιά στο Λονδίνο, και δεν είναι πια παιδιά, ζουν ακόμα σαν φοιτητές, κι αλλιώς δεν γίνεται έτσι ακριβά που είναι τα νοίκια. Πρέπει να μένουν πολλοί μαζί σε μεγάλα σπίτια όπου έχει ένα δωμάτιο ο καθένας και μοιράζονται μπάνιο, κουζίνα, τον κήπο όταν υπάρχει. Τα νοίκια ακριβαίνουν συνέχεια, είναι σκέτη τρέλα. Στο μεταξύ χτίζονται παντού τεράστιοι ουρανοξύστες, γύρω από το "αγγουράκι τουρσί" που το χαζεύαμε πριν μερικά χρόνια και φαινόταν χαριτωμένο, έχουν στριμωχτεί ένα σωρό ακόμα, δεν προλαβαίνουν να τους βγάλουν ονόματα. Του γουώκι τώκι πρέπει να ήταν το τελευταίο, μαζί με το shard, κομμάτι σπασμένο γυαλί, στη νότια όχθη. Τώρα, δίπλα στην καμινάδα της Modern Tate που ήταν ορόσημο του λονδρέζικου ορίζοντα, έχει υψωθεί ένα πελώριο και άσχημο κατασκεύασμα, φουσκωμένο στη μέση, καλυμμένο το μισό από μια γιγαντοαφίσσα που λέει ότι υπάρχουν διαμερίσματα για πώληση, σαν πολυκατοικία της Κυψέλης ένα πράμα. Παντού στην πόλη βλέπεις γιαπιά, τεράστια, τα παλιά σπίτια χαμένα μπροστά στα τεράστια καινούργια. Οι τιμές ωστόσο παραμένουν στα ύψη, όσο πιο πολλά χτίζονται, τόσο ακριβαίνουν. Δεν μοιάζει να έχει τέλος αυτο το πανηγύρι.
Η γειτονιά του τωρινού διαμερίσματος είναι  το Shoreditsh, από τις ανερχόμενες, πρώην βιομηχανική περιοχή που μεταβάλλεται με ιλλιγγιώδη ταχύτητα σε μοδάτη και νεανική διαμονή και δράση, γεμάτη γκράφιτι και μετανάστες που θα πρέπει σε λίγο να μετακομίσουν μάλλον, λόγω ακρίβειας. Γκρουπ τουριστών και φιλοτεχνών τριγυρίζουν και ξεναγούνται μέρα- νύχτα στα γκράφιτι, που δεν είναι και τίποτε σπουδαίο μπροστά στα εξαρχειώτικα και τα άλλα αθηναϊκά που ξέρουμε, αλλά εμένα δεν με συγκινούν τα γκράφιτι γενικά.
Τι με συγκινεί; Η παλιά πόλη φυσικά, ό,τι μένει, κι ευτυχώς αν μετακινηθείς λίγο βόρεια, λίγο δυτικά, προς το ποτάμι, περάσεις το Σίτυ και βρεθεις στο κέντρο, ή και πιο μακριά προς τα έξω, σε άλλες ήσυχες γειτονιές, ξαναβρίσκεις το παλιό καλό Λονδίνο, μόνο που πια σε τρώει η αγωνία: πόση ζωή έχει η κάθε γειτονιά, πόσο ακόμα αντέχουν να ζουν εδώ οι νέοι εργαζόμενοι, πόσο θα αντέξουν τα παιδιά μου, τι μέλλον μπορούν να σχεδιάσουν σ' αυτές τις πυρετώδεις συνθήκες;


Κίτρινο γρασίδι

 Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...