Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επανάσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

Αh, ça ira, ça ira, ça ira...

Φωτογραφίες στην παράσταση απαγορεύονται, οπότε έβγαλα εμάς
Δεν γινόταν να μη θυμηθώ τις φιλοσοφίες που διάβαζα πριν λίγες μέρες για την ισότητα, καθώς παρακολουθούσα το τετραωρο έργο του Ζοέλ Πομερά Ça ira στη Στέγη. Κάτι είχε πει ο Μητσοτάκης, ότι οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ίσοι, ή ότι δεν γεννιούνται ίσοι, δεν θυμάμαι ακριβώς, δεν τους παρακολουθώ τους πολιτικούς στην τηλεόραση, κι είχε ξεχυθεί με πάθος η κουβέντα. Πόσο ίσοι είμαστε, πόσο δεν είμαστε, κι αν δεν είμαστε γιατί, κλπ. Στην παράσταση του Ça ira λοιπόν ήταν σα να είχαμε βρεθεί στην πηγή της έννοιας, κατά κάποιον τρόπο. Κι εγώ που δεν παρακολουθώ πολιτικούς στην τηλεόραση, βρέθηκα σε θέση περικυκλωμένη από τους ηθοποιούς που έπαιζαν τους βουλευτές της αριστεράς, καθισμένοι αριστερά, και φώναζαν, ζητωκραύγαζαν, ή γιουχάιζαν τόσο δυνατά που έμοιαζε να παίρνω μέρος στη συνέλευση της Τρίτης τάξης που έγινε Εθνοσυνέλευση.
Πρωτότυπη παράσταση, χωρίς άλλο δράμα από το γνωστό, πώς ο Λουδοβίκος συγκάλεσε τις τρεις τάξεις με αρχικό στόχο να μειώσει τα φορολογικά προνόμια των δυο προνομιούχων τάξεων, αφού δεν συμφωνούσαν με τίποτε να χάσουν μερικά, κι ας ‘χανόταν η πατρίδα’, βασισμένη σε ιστορικά κείμενα και γεγονότα, πώς οι  συνελεύσεις των δυο κυρίαρχων τάξεων με την άρνηση τους να συνεργαστούν, ενίσχυσαν την ανάγκη της τρίτης συνέλευσης να πάρει τον εαυτό της και το ρόλο της στα σοβαρά, πώς επιχειρηματολογούσαν εκατέρωθεν οι μαχητικοί -αυτοί που κάθονταν γύρω μου και με ξεκούφαιναν- και οι συμβιβαστικοί, οι οποίοι προσπαθούσαν να προλάβουν τις συγκρούσεις και γίνονταν τα πρώτα τους θύματα. Πρώτα στο υπουργικό συμβούλιο, ύστερα στις Γενικές τάξεις και στην Εθνοσυνέλευση, συζητιούνταν θέματα που θύμιζαν με κάποιο τρόπο συζητήσεις σημερινές, αν και η εποχή ήταν τόσο διαφορετική. Δηλαδή ήταν ακριβώς η εποχή που η ισότητα δεν ήταν στους νόμους, η ανισότητα ήταν το δεδομένο, όχι απλώς η πραγματικότητα, όπως τώρα ας πούμε, αλλά ο νόμος ο ίδιος. Όσοι δεν ανήκαν στις δυο κυρίαρχες τάξεις, των κληρικών και των ευγενών δηλαδή, δεν μπορούσαν να καταλάβουν δημόσια θέση. Φορολογούνταν διαφορετικά, ή μάλλον φορολογούνταν, τελεία. Ενώ οι άλλοι εισέπρατταν. Ήταν οι κυβερνώντες και οι κυβερνούμενοι, απλά πράγματα. Το ζητούμενο λοιπόν ήταν η νομική ισότητα, κάποια ελάχιστη νομική ισότητα τέλος πάντων, κάποια πολιτικά δικαιώματα, κι όμως οι συζητήσεις έμοιαζαν σύγχρονες. Κυρίως επειδή παιζόταν πάντα το παιχνίδι της εξουσίας, οι δυνατότητες των συγκρούσεων, ποιος θα νικούσε, τι θα κέρδιζε. Πράγματα αιώνια βεβαίως, αλλά μοναδικά στη συγκυρία εκείνη που η σύγκρουση δεν έγινε απλώς ανάμεσα σε τάξεις και ηγέτες, αλλά περιλάμβανε τις ιδέες εκείνες, την ελευθερία, την ισότητα, τα δικαιώματα, που διατυπώνονταν τόσο ξεκάθαρα κι από τότε ως τώρα είναι παρόντα στις πολιτικές μάχες ως μονίμως ζητούμενα και μονίμως ανεύρετα. Όμως τότε ήταν η στιγμή που μπορούσαν να βρεθούν, βρέθηκαν, διατυπώθηκαν με λέξεις. Δεν επινοήθηκαν βέβαια εκείνη τη στιγμή, υπήρχαν ήδη στα βιβλία, στις φιλοσοφικές συζητήσεις, για όλα έφταιγε ο Ρουσώ έλεγαν.
Ας διατυπώσουμε τα βασικά δικαιώματα του ανθρώπου πάνω από το Σύνταγμα, πρότεινε ένα βουλευτής. Μα τι λες τώρα, έξω ο όχλος σφάζει κόσμο, εμείς θα καθόμαστε να διατυπώνουμε τα δικαιώματα; Δεν θα λύσουμε έτσι τα προβλήματα της Γαλλίας. Η πατρίδα μας χάνεται κι εμείς φιλοσοφούμε. Σας νοιάζει να δοξαστείτε στις επόμενες γενιές, όχι να βρείτε λύση στα προβλήματα. Ο όχλος έχει δίκιο που λυντσάρει, τόσους αιώνες καταπιέζεται! Ωραία, να τον αφήσουμε λοιπόν να σκοτώνει χωρίς νόμο και χωρίς αρχή; Κι εσείς κυρία που κατηγορείτε τους ιδιοκτήτες ότι καταπιέζουν το λαό, δεν έχετε μια ιδιοκτησία στο κέντρο του Παρισιού; Δωρεάν την παρέχετε, δεν ζητάτε νοίκι;
Τα διλήμματα όλα ζωντανά. Η εξουσία και ό,τι τη στηρίζει, κι ό,τι την αφήνει ξαφνικά έκθετη, οι άνθρωποι γυμνοί από τα αξιώματα, από το σεβασμό στο βασιλιά που κάποτε τους ένωνε, έτοιμοι για όλα. Το τραύμα που από τότε επουλώνεται, η αρχή που από τότε αναλύεται. Καμιά πλευρά δεν μπορείς να συμπαθήσεις, κι ενώ τόσο σημερινά ακούγονται όλα, αναγκάζεσαι να παραδεχτείς ότι είναι ιστορία, κι όσα ακόμα ζούμε και αντιμετωπίζουμε μοιάζουν κάποια στιγμή σαν απόνερα της ιστορίας εκείνης που πέταξε πολλά πυροτεχνήματα στον αέρα κι ακόμα μας τυφλώνουν.


Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

Το στιγμιαίο και το διαρκές

Ναι, αλλά εκείνη η στιγμή, τι ωραία που ήταν! Τι τραγούδια, τι τοπία, τι φυσεκλίκια! Και τα πούρα, στριμμένα σε μηρούς νεαρών γυναικών. Στολές παραλλαγής, γένια, ο Τσε νεκρός στο βουνό. Τόσο όμορφος, αγέραστος εκείνος... Πόσο αγαπήσαμε την επανάσταση, το είπε και ο Κον Μπεντίτ, ο οποίος μετά έγινε σοσιαλδημοκράτης.
Εντάξει, την αγαπήσαμε, ήταν πολύ ωραία, αλλά όσο κι αν συνέχισε να φορά ο Κάστρο τη στολή του κομαντάντε, ο χρόνος δεν μπορούσε να παγώσει στο πρόσωπό του. Γερνούσε, γερνούσε, έφτασε τα ενενήντα, κι ήταν ακόμα αρχηγός μοναδικός και αδιαμφισβήτητος. Άντε, βοηθούσε και ο μικρότερος αδερφός, που είχε κι αυτός μεγαλώσει. Δεν υπήρξε πρωτοτυπία στην υπόθεση. Ο επαναστάτης έγινε δικτάτορας. Πόσες και πόσες φορές δεν έχει επαναληφθεί η ιστορία;
Είναι ωραίες στιγμές οι επαναστάσεις. Ξέσπασμα, λύτρωση, έκρηξη της έκφρασης, ελπίδα που δονεί τα πλήθη. Δρόμοι που γεμίζουν ανθρώπους. Δεν παραδεχόμαστε ότι οι επαναστάσεις εγκυμονούν δικτατορίες ακριβώς επειδή είναι επαναστατικές, τα γκρεμίζουν όλα, είναι ριζοσπαστικές, σπάζουν ρίζες, διαλύουν θεσμούς, σπάνια δέχονται ή δημιουργούν νέους θεσμούς, διάχυση της εξουσίας, είναι επικίνδυνες ακριβώς επειδή είναι ωραίες, αξέχαστες, κι επειδή πολύ τις αγαπήσαμε. Ψάχνουμε σε περίπλοκες εξηγήσεις, σε βαθυστόχαστες αναλύσεις πώς να ξεχάσουμε αυτό που βλέπουμε. Το ξέρω, το έχω κάνει. Προσπάθησα πολύ, είχα πάει και στην Κούβα πριν πολλά χρόνια. Στο περίφημο εκείνο Φεστιβάλ νεολαίας. Ο οδηγός μας, φοβόταν διαρκώς. Λέγαμε πάρα πολλά για να αναλύσουμε το καθεστώς του “σοσιαλισμού με ερωτικό πρόσωπο” (α ναι, αυτό ήταν από τα ωραιότερα που είχαμε πει) αλλά δεν μπορούσαμε να μη δούμε ότι ο οδηγός φοβόταν συνεχώς τους χαφιέδες του καθεστώτος. Κοιτούσε γύρω του, χλώμιαζε. Τον ρωτούσαμε διάφορα αφελή εμείς, έσκυβε το κεφάλι. Άλλαζε κουβέντα. Έπρεπε να στραμπουλάς το μυαλό σου για να μην τον βλέπεις.
Ερωτικό πρόσωπο βεβαίως είχε η Κούβα, κάθε δικτάτορας χρειάζεται να τον αγαπούν, και μάλιστα απευθείας οι υπήκοοι, χωρίς μεσάζοντες. Βουλή, βουλευτές, δικαστές, ανεξάρτητες αρχές, εκλογές και άλλα τέτοια κουραστικά. Κάθε δικτάτορας είναι πηγάδι άπατο έρωτα, δε χορταίνει ποτέ. Αν δεν υποκύψεις στον έρωτά του, την έχεις άσχημα. Καλές είναι οι αναλύσεις, να τις κάνεις από την ασφάλεια της δυτικής χώρας που λέγεται Ελλάδα, χωρίς δικτατορία σαρανταδύο χρόνια. Να είσαι ερωτευμένος με τον Τσε από το ωραίο σου δωμάτιο, να τον φοράς σε μπλουζάκι, να μην τον έχεις μια ζωή τεράστια τοιχογραφία στην κεντρική πλατεία της πόλης, παγωμένη στο χρόνο δικαιολογία για κάθε στέρηση ελευθερίας που σου κρατά ζωή και δυνάμεις στο κλουβί του ψυχαναγκασμού της βαρετής, τυραννικής, εξαντλητική και ψεύτικης λατρείας. Οι άνθρωποι που είχαν ποθήσει ελευθερία, έζησαν και πέθαναν καταπιεσμένοι, φτωχοί, φοβισμένοι κι επιπλέον μέσα στην υποκρισία για τον έρωτα με τον Κάστρο. Δεν υπάρχει δίλημμα, αν ήταν ο Κάστρο επαναστάτης ή δικτάτορας. Ήταν και τα δύο. Η επανάσταση κράτησε λίγους μήνες, η δικτατορία κράτησε μια ζωή. Μερικά εκατομμύρια ζωές, των άλλων.


Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Η Μνούσκιν και οι άλλοι

Η μεγάλη μαριονέτα της Μνούσκιν σε διαδήλωση στο Παρίσι
Από την Athens Voice
Την Μνούσκιν την καταλαβαίνω. Δούλεψε πάντα γύρω από το θέμα της επανάστασης, το πρώτο της έργο που έγινε γνωστό ήταν το 1789, το είχαμε δει κινηματογραφημένο. Η καταπίεση γεννά εξέγερση, η εξέγερση γίνεται επανάσταση, μια γιορτή απελευθέρωσης. Πώς να μην ονειρευτεί ότι θα ζήσει την επανάσταση στην Ελλάδα; Το καλοκαίρι στην πλατεία Συντάγματος έσειε τη μεγάλη της μαριονέτα σαν μια τεράστια θεά αγανακτισμένη κι αυτή, έτοιμη να απονείμει στον κόσμο δικαιοσύνη.
Την επανάσταση σαν μια μεγάλη γιορτή την ονειρεύονται πολλοί. 
Μερικοί την ονειρεύονται σαν μια γιορτή καταστροφής. Εμείς εδώ στην Αθήνα έχουμε παρακολουθήσει το έργο πολλές φορές, αλλά η Μνούσκιν δεν είναι υποχρεωμένη να το ξέρει. Εκτός αν είναι, δεν ξέρω, εσείς τι λέτε; Διανοούμενοι από τη Γαλλία υπογράφουν ένα κείμενο συμπαράστασης στον ΣΥΡΙΖΑ και ονειρεύονται την επανάσταση στην Αθήνα. Ίσως θα έπρεπε να ζητήσουν πληροφορίες για τις πρόβες που κάνουν στην πόλη αυτή οι οπαδοί της επανάστασης εδώ και χρόνια. Δεν είναι τυχαίοι άνθρωποι, δεν είναι ας πούμε μαγαζάτορες της κεντρικής αγοράς που μένουν χωρίς πελατεία επειδή δεν υπάρχουν συγκοινωνίες. Ή στην Ερμού που κατεβάζουν ρολά σιδερόφραχτα στις περί ου ο λόγος πρόβες. Είναι σοβαροί, είναι φιλόσοφοι, είναι ενημερωμένοι. Πώς θα τους φαινόταν να ζουν σε μια πόλη που έχει πρόβα επανάστασης κάθε τρεις μέρες; Δεν θα άρχιζαν να ονειρεύονται λεωφορεία στην ώρα τους και μετρό να λειτουργούν, δρόμους ανοιχτούς, σχολεία να δουλεύουν και άλλα τέτοια αντεπαναστατικά;
Αλλά πάλι θα μου πείτε, μπορεί να κάναμε συχνές πρόβες, την επανάσταση δεν την κάναμε ακόμα, τη χρωστάμε στον κόσμο που πήρε από μας τη Δημοκρατία και τώρα θέλει κάτι ακόμα. Την ολοκληρωτική επανάσταση, αυτή που θα είναι σαν την πολιτιστική επανάσταση της Κίνας, που υπερασπίστηκε κάποιος του ΣΥΡΙΖΑ.. Όταν την κάνουμε κι αυτήν δεν θα μείνει τίποτε όρθιο, ίσως κάτι τέτοιο ρηξικέλευθο έχουν στο μυαλό τους οι διανοούμενοι. Είναι τολμηροί άνθρωποι, διανοούμενοι και καλλιτέχνες, γκρεμίζουν με τη σκέψη, κι αν τύχει να χρειαστεί να γκρεμίσουν και με τα χέρια θα χάσουν την ευκαιρία;
Η κοινωνία είναι κάτι πολύ καταπιεστικό, ποιος αμφιβάλει; Πρέπει να λες καλημέρα στην αντιπαθητική γειτόνισσα, να μαθαίνεις ορθογραφία από μικρό παιδί όταν το σώμα σου επιθυμεί παιχνίδι, να κοιμάσαι σε σεντόνια, να πλένεις τα δόντια σου, να ζητάς συναίνεση για να κάνεις σεξ, να σέβεσαι την ιδιοκτησία του άλλου, να κρατάς το θυμό σου όταν σου έρχεται να δολοφονήσεις κάποιον. Ένα σωρό κανόνες, και τρως τα καλύτερα σου χρόνια για να τους μάθεις, μόνο και μόνο για να βρεθείς να πρέπει να δουλεύεις με ωράριο μεγαλώνοντας και να πληρώνεις για το καθετί. Σου έρχεται συχνά η επιθυμία να της βάλεις φωτιά της κοινωνίας, μαζί με την παρέα που αποκτάς με κόπο, να της βάλετε φωτιά όλοι μαζί, κι αν σε βλέπουν και σε θαυμάζουν οι πιο δύσκολοι φίλοι την ώρα που το κάνεις, τόσο το καλύτερο. 
Τέτοια απελευθέρωση μπορεί να προσφέρει και η τέχνη, μια γιορτή, πολλές γιορτές, συμμετοχή σε δρώμενα, να ισορροπούμε κάπως. Απόλαυση, κατανόηση. Πανάρχαιη λειτουργία, λυτρωτική ακριβώς επειδή η κοινωνία είναι καταπιεστική και τη χρειάζεται, την απελευθέρωση που δίνει η τέχνη
Τους ανθρώπους του θεάματος τους καταλαβαίνω. Είναι ωραία η επανάσταση, είναι γιορτή, είναι φωτιά, είναι βύθιση στη συλλογική ψυχή, είναι όλ’ αυτά. Ένα μεγάλο γλέντι χωρίς τέλος, ή μήπως έχει τέλος;
Υπάρχει η επόμενη μέρα; Ξυπνάς με πονοκέφαλο μέσα στ’ αποκαΐδια. Και πες ότι έχεις πάρει την εξουσία. Και τότε τι κάνεις;
Τότε ίσως το θέαμα είναι λιγότερο εντυπωσιακό. Τότε, συνήθως γίνεται δικτάτορας,  Όπως έγιναν οι επαναστάτες σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Αλλά αυτοί δεν ήταν ωραίοι σαν έλληνες, οπότε τους προσπερνάμε. Είσαι καλός επαναστάτης, δεν γίνεσαι δικτάτορας. Χρειάζεσαι λοιπόν κανόνες. 
 Κι αν καταφερεις να φτιάξεις τους καλύτερους θα ανακαλύψεις ότι υπάρχουν ήδη οι κανόνες αυτοί. Τους έχουν τα Συντάγματα της Γαλλίας, των ΗΠΑ, της Αγγλίας, των ευρωπαϊκών χωρών και όχι μόνο. Ακόμα και το ελληνικό. Τους έχει η χάρτα ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Είναι έτοιμοι. Ρυθμίζουν την τέλεια ισότητα με λεπτομέρειες, όσες έχει κατεβάσει η ανθρώπινη σοφία, γιατί ξέρουν ότι οι άνθρωποι είναι όντα άπληστα και συνέχεια χρειάζονται νέους κανόνες. Σοφά κεφάλια συνέχεια συζητάνε νέους κανόνες, πιο περίπλοκους, επειδή συνέχεια τα πράγματα αλλάζουν. Είναι δουλειά αιώνων που έχει μαζευτεί εκεί. 
Και τότε ίσως οι επαναστάτες καταλάβουν ότι η επανάσταση δεν χρειαζόταν. Χρειαζόταν κάτι άλλο. Θα είναι όμως αργά.
Και η γιορτή; Για μερικούς θα ήταν υπέροχη, για άλλους θανατερή. Αλλά θα μπορούσε να έχει έρθει απλώς η Μνούσκιν να παίζει το 1789 στην πλατεία Συντάγματος κάθε βράδυ, για μερικά χρόνια, μέχρι να το δουν όλοι οι αθηναίοι. Το θέατρο της είναι καταπληκτικό, συγκλονιστικό. Ίσως αν αναγκαζόταν να καταλάβει τα ελληνικά παράδοξα να έχανε τη δημιουργικότητά της. 
Athens Voice http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1/%CF%85%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%B9-%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B7-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B1

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

C' est la faute à Rousseau?


Χτες πήγα στη Γενική συνέλευση της ΕΣΗΕΑ, στο ξενοδοχείο Κάραβελ, επειδή ο εκπρόσωπος της παράταξης μας ειδοποίησε να πάμε. Επρόκειτο να συζητηθεί πρόταση για απεργία διαρκείας στη διάρκεια των εκλογών, κι αν και είμαι συνταξιούχος και δεν μου πέφτει λόγος, ωστόσο επειδή ακόμα δουλεύω κατά κάποιον τρόπο, όσο μπορώ, σε σάιτ και μπλογκ, κι επειδή συνέχεια ασχολούμαι με την πολιτική, δυστυχώς σε βαθμό υπερβολικό αυτούς τους τελευταίους μήνες, είπα να πάω. Και πήγα.
Έφτασα αργά, είχα κάτι δουλειές νωρίτερα, αλλά έφυγα πριν τελειώσει. Το κλίμα ήταν εξαιρετικά φορτισμένο εναντίον του εκπροσώπου μας, ο οποίος ξέρω ότι δεν συμφωνεί με τις απεργίες. Πιστεύω κι εγώ ότι μόνο κακό κάνουν στην παρούσα περίσταση, αλλά οι ομιλητές και οι συμμετέχοντες στη συνέλευση είχαν πολύ επαναστατικές διαθέσεις. Άκουσα έναν της Ανταρσίας, ο οποίος πρότεινε πολλά και διάφορα, όπως ‘να παραιτηθούν  εθελοντικά από  θέσεις γραφείου τύπου που έχουν οι συνάδελφοι, να δημιουργήσουν άδειες θέσεις εργασίας’ και ‘να απεργούμε συνέχεια μέχρι να πετύχουμε’. Τι να πετύχουμε: τον πλήρη έλεγχο των ΜΜΕ και το πέρασμα τους στα χέρια των εργαζομένων, αν κατάλαβα καλά. Γιατί μπορεί και να μην κατάλαβα. Πάντως ο νεαρός καταχειροκροτήθηκε.
Κι ομολογώ ότι ακόμα κι εγώ που έχω πια γεράσει και προ πολλού εγκαταλείψει την ελπίδα να συναρπάσω ένα επαναστατικό ακροατήριο όπως το συνάρπασε εκείνος, προς στιγμή άφησα τη ρομαντική αυτή άποψη να μου χαϊδέψει τ’ αυτιά και να εμφυσήσει μια γλυκιά αίσθηση στην καρδιά μου. Ναι, θα μπορούσαμε να ζούμε σε έναν παράδεισο αν οι άνθρωποι άφηναν την καλοσύνη τους ελεύθερη, όπως πρότεινε αυτός ο ευσταλής νεαρός που τριγυρνούσε ύστερα περήφανος και εισέπραττε συγχαρητήρια. Τι υπέροχος κόσμος θα ήταν αυτός όπου τα ΜΜΕ διοικούνται από τους εργαζόμενους, και όπου όσοι έχουν παραπάνω δουλειές, οι πολυθεσίτες που λέγαμε κάποτε, παραιτούνται οικειοθελώς υπέρ των ανέργων; Πώς να μην ξεχάσουμε όλοι, μαγεμένοι από μια τέτοια προοπτική, την πρακτική και βαρετή ερώτηση του Μανδραβέλη για τα ακίνητα της ΕΣΗΕΑ που θα έπρεπε να αποφέρουν περισσότερα κέρδη, και την αντιπαθητική άποψη ότι στην Ελλάδα υπάρχουν περισσότερες εφημερίδες από όσες χρειάζονται για να ικανοποιούν το αναγνωστικό κοινό, άρα θα έχουμε μεγάλο πρόβλημα ανεργίας στο άμεσο μέλλον; Ή την υπενθύμιση ότι ένα απο τα ακίνητα της ΕΣΗΕΑ, ανακαινισμένο με λεφτά ευρωπαϊκά και ελληνικά, τελεί υπό κατάληψη εδώ και κάτι χρόνια; 
Υπήρχε όμως κάτι που δεν μου άρεσε: Μόλις σηκώθηκε ο Κανέλλης να μιλήσει, που είναι εκπρόσωπος της παράταξης μας, άρχισαν από κάτω να φωνάζουν πολύ επιθετικά εναντίον του. Δημιουργήθηκε μια ατμόσφαιρα προπηλακισμού που διέψευδε ακριβώς την προηγούμενη ρομαντική άποψη, ότι δηλαδή οι άνθρωποι είναι καλοί εκ φύσεως. Γιατί, εντάξει η βαθιά καλοσύνη που ίσως κρύβουν μέσα τους, αλλά με την απέξω συμπεριφορά τι γίνεται; Κι αν κάποιος διαφωνεί με το πώς μπορεί να εφαρμοστεί η επαναστατική καλοσύνη, πόσο καλά μπορεί να του φερθεί το ξεσηκωμένο πλήθος;
Πάνω εκεί σηκώθηκα κι έφυγα για να στοχαστώ κατά μόνας την ανθρώπινη έμφυτη ή μη καλοσύνη, περιμένοντας κάτω από το Χίλτον το λεωφορείο 224, το οποίο άργησε μισή ώρα. Ευτυχώς έχει σκιά και γρασιδάκι το Χίλτον απέξω, και κάποια στιγμή ξάπλωσα λίγο, πείθοντας τον εαυτό μου πως οι έμφυτα καλοί άνθρωποι δεν θα μου έκαναν παρατήρηση, πράγμα που επαληθεύτηκε. Κανείς δεν με μάλωσε, οπότε μπορείς να πεις ότι η καλοσύνη της ανθρωπότητας θριάμβευσε στο καπιταλιστικό ξενοδοχειακό γρασίδι. Για μισή ώρα τουλάχιστον. Βέβαια το γρασίδι είναι έξω από το χώρο του ξενοδοχείου, αλλά τέλος πάντων.
Εκείνο που σκέφτηκα στο ευχάριστο αυτό μισάωρο, είναι πως ίσως πρέπει να ξαναδιαβάσω Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Αυτός, μαθαίναμε στο σχολείο, είναι που είχε την επαναστατική άποψη περί της ανθρώπινης καλοσύνης. Ο άνθρωπος γεννιέται καλός, είχε πει, αλλά σιγά- σιγά ο πολιτισμός τον καταστρέφει. Αυτή η άποψη περί έμφυτης καλοσύνης, αν δεν είναι η βάση κάθε αριστερής σκέψης, είναι σίγουρα η βάση της σκέψης του νεαρού της Ανταρσίας με τις πρωτότυπες ιδέες. Στο μυαλό πολλών αριστερών υπάρχει η πεποίθηση ότι οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως καλοί και ο πολιτισμός τους καταπιέζει, άρα αν καταργήσουμε τον πολιτισμό η καλοσύνη θα ξεχυθεί στη ζωή μας. Μια βάση ρομαντική που βοηθάει την επαναστατική άποψη της καταστροφής. Δεν πειράζει ας πούμε να καταστρέψεις τα σκαλιά του Αγίου Διονύση των καθολικών στην Πανεπιστημίου, να κάψεις μερικά νεοκλασσικά κτίρια, να σπάσεις το μαρμάρινο ερεισίνωτο του μετρό, να μουτζουρώσεις τους τοίχους του κτιρίου της Ακαδημίας, ή απλώς να ξεθεμελιώσεις ολόκληρη την Αθήνα, γιατί δεν είναι παρά μια μορφή του πολιτισμού, η πόλη, το λέει κι η λέξη, κι αμέσως μόλις βρεθούν στη φύση οι άνθρωποι θα γίνουν καλοί από μόνοι τους.
Πρέπει να διαβάσω ξανά επειγόντως Ζαν Ζακ Ρουσώ και ομολογώ ότι βαριέμαι. Είναι δυνατόν να έλεγε τέτοιες ανοησίες; Ίσως απλώς υποστήριζε το αντίθετο από το δόγμα της εκκλησίας τότε, ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται αμαρτωλοί και με προδιαγεγραμμένη μοίρα, ότι οι ευγενείς κληρονομούν τη θεϊκή εύνοια και οι αστοί τη θεϊκή αδιαφορία, οι δε προλετάριοι την κατάρα του θεού, πιθανότατα. Κάτι τέτοιο θα ήθελε να πολεμήσει ο φιλόσοφος, και κάπου αλλού θα το πήγαινε. 
Η αλήθεια είναι ότι αυτή τη ρομαντική άποψη είχα κι εγώ κάποτε για τους ανθρώπους. Ο Ζαν Ζακ Ρουσώ φταίει; Χρειάστηκε να ζήσω πολύ για να καταλάβω ότι οι άνθρωποι δεν είναι εκ φύσεως καλοί, όσο κι αν η καλοσύνη σαν ιδέα τους είναι εξαιρετικά ευχάριστη. Μα κάπου θα πρέπει να τα εξηγεί αυτά ο Ρουσώ. Μήπως τα λέει στο Κοινωνικό Συμβόλαιο; Στην κοινωνία δεν παραχωρείς ένα κομμάτι της ελευθερίας σου για να σου δώσει χαρές της συμβίωσης, τα λέει αυτά; Χωρίς κανόνες ελευθερία δεν υπάρχει, άργησα αλλά το κατάλαβα. Κανόνες που όλοι τους σέβονται, για να καταπιέσουν τα ένστικτα της καταστροφής μέσα τους και να σου επιτρέπουν να ζεις χωρίς βία ακόμα κι αν είσαι πιο πλούσιος, πιο ωραίος, πιο νέος, κλπ...
Γιατί, πες μου βρε ωραίε μου αντάρτη της Ανταρσίας, αν είχες εξουσία και σου αντιστέκονταν οι πολυθεσίτες, τι θα έκανες; Δεν θα τους έπαιρνες τη δουλειά με το ζόρι; Αν μπορούσες; Και μήπως θα τους έστελνες και σε καμία ταχύρυθμη εκπαίδευση αναμόρφωσης για να γίνουν άνθρωποι καλοί όπως εσύ νομίζεις ότι πρέπει να είναι οι καλοί; Οπότε πού φτάνουμε καλέ μου; Στην τυραννία και στα στρατόπεδα δεν φτάνουμε; Δεν ξέρεις τίποτε γι αυτά νέε μου; Εντάξει, στην Ελλάδα έχουμε ωραία ξερονήσια, εξάλλου πρόκειται για την ωραιότερη χώρα του κόσμου.
Η απεργία αποφασίστηκε αφού είχα φύγει, πρόλαβα μόνο να ακούσω μια άλλη μαχητική συνάδελφο, την οποία γνωρίζω, είναι συνταξιούχος, να προτείνει κι αυτή απεργία. Φεύγουμε πια από την πλάνη περί καλοσύνης του Ρουσώ, και πάμε σε γκροτέσκες καταστάσεις της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας, όπου άνθρωποι προνομιούχοι κηρύττουν απεργίες οι οποίες θα πλήξουν φτωχότερους εργαζόμενους με πολύ λιγότερα προνόμια. Κι αυτό δεν είναι της αρμοδιότητας μου, διότι εγώ ασχολούμαι με υψιπετή θέματα, την ανθρώπινη καλοσύνη και τον Ζαν –Ζαν Ρουσώ.
Ήρθε και το λεωφορείο κάποια στιγμή, για το οποίο θα φιλοσοφήσουμε εν ευθέτω χρόνω. Mπορεί να διαβάσω το Κοινωνικό Συμβόλαιο. Αλλά θα κάνω καιρό να ξαναπάω σε συνέλευση της ΕΣΗΕΑ. Γέρασα και την αγριάδα της επανάστασης, αυτής της επιθετικής πίστης στην καλοσύνη, δεν την αντέχω.

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Άνοιξη στην οδό Μπότσαρη



Στα βόρεια του Παρισιού, στις μάλλον πιο λαϊκές συνοικίες, αυτές που έχουν μια σοσιαλιστική παράδοση, έχουν δοθεί ονόματα επαναστατών σε πολλούς δρόμους, κι από κεί στις στάσεις του μετρό. Μπολιβάρ, Ζωρές, Μπότσαρης. Είναι όπως εμείς έχουμε μερικές πλατείες με αργεντίνους και χιλιανούς, που κανείς δεν τους θυμάται, αλλά αν ήταν στάση του μετρό μπορεί να τους θυμόμασταν. Η στάση και η οδός Μπότσαρη βρίσκονται δίπλα στο Μπυτ-Σωμόν, ένα πολύ εντυπωσιακό πάρκο με λίμνες, λόφους, βράχια και καταρράκτες που σχεδιάστηκε με απόφαση του Ναπολέοντα για την «ψυχαγωγία του λαού».
Τώρα γιατί από όλους τους ήρωες του 21 διάλεξαν τον Μπότσαρη, μπορεί να το βρει κανείς στην τότε γαλλική ιστορία. Όσα και να λέμε εμείς περί έθνους ανάδερφου, η ελληνική επανάσταση είχε συγκινήσει σφόδρα τους λαούς της Ευρώπης και ανάγκασε τους πολιτικούς της να αλλάξουν θέσεις: από το δόγμα της Ιεράς Συμμαχίας να περάσουν στην υποστήριξη της ίδρυσης ελληνικού κράτους, γιατί είχε αρχίσει ήδη εκείνη την εποχή να υπάρχει πολιτική πίεση από τον Τύπο και την τέχνη και τη δυνατότητα που είχαν να επηρεάζουν το κοινό τους. Στην πραγματικότητα ξέρουμε πολύ καλά κι εμείς ότι χωρίς το Ναυαρίνο όλα θα ήταν διαφορετικά. Δίπλα λοιπόν στον Μπολιβάρ, έναν αμερικανό εθνικό ήρωα, παραδίπλα στο Στάλινγκραντ, ένα όνομα που καταργήθηκε στη Ρωσία, υπάρχει ο Μπότσαρης, ήρωας του πολέμου της ελληνικής ανεξαρτησίας, όπως γράφει η ταμπέλα πάνω στο δρόμο. Υπάρχουν στα μουσεία πίνακες που θυμίζουν τη ρομαντική εικόνα της ελληνικής επανάστασης η οποία συγκλόνισε την Ευρώπη πριν δυο αιώνες. Οι χλωμές φιγούρες του Ντελακρουά, βυθισμένες στην αυταπάρνηση, έκαναν για την ελληνική ανεξαρτησία περισσότερη δουλειά ακόμα κι από τη συλλογή χρημάτων για ενίσχυση του αγώνα, γιατί ξέρουμε ότι τα χρήματα εκείνα είχαν καταλήξει να ενισχύσουν τους εμφυλίους των στρατηγών. Αλλά η εικόνα της Ελλάδας στους φιλοσόφους που αναζητούσαν το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης, στους πολιτικούς που έχτιζαν την έννοια του έθνους σαν ένα νέο φορέα εξουσίας, στους πολίτες που απαιτούσαν από την εξουσία αυτή μεγαλύτερη ισότητα και δικαιοσύνη, ήταν η ιερή θυσία που εξαγίαζε την προσπάθεια τους. Οι ευρωπαίοι, ο Βύρων, ο Ουγκώ, ο Ντελακρουά, δεν έμαθαν για τη σφαγή των αμάχων που έκαναν οι Έλληνες στην Τριπολιτσά, κι αν το έμαθαν δεν το σχολίασαν. Συγκλονίστηκαν, έγραψαν και ζωγράφισαν τη σφαγή της Χίου. Η ρομαντική εικόνα, το απόλυτο βλέμμα, έρχεται κι από τη δική τους απεικόνιση. Αντανακλά στο νου και στα συναισθήματα μας και επιστρέφει ενισχυμένη. Βρίσκεται αγκιστρωμένη, χτισμένη στο σώμα αυτής της πόλης που ο Ουγκώ τη θεωρούσε πρωτεύουσα της Ευρώπης, το Παρίσι, και που είναι, όσο κι αν αλλάζουν τα πράγματα. Η εικόνα του φουστανελοφόρου Μπότσαρη θα ήταν στην εποχή του κάτι σαν το πρόσωπο του Τσε που μπαίνει σήμερα στα μπλουζάκια. Και οι δυο σκοτώθηκαν νέοι, πριν ασκήσουν εξουσία για πολύν καιρό και αμαυρωθεί η αγία εικόνα. Ο θάνατος σε νεαρή ηλικία είναι το μυστικό της επιτυχίας του επαναστάτη. Πολύ λίγοι από όσους φόρεσαν στα νιάτα τους μπλουζάκι με τον Τσε, ή είχαν το πρόσωπο του σε αφίσα στο δωμάτιο τους, έμαθαν μεγαλώνοντας πόσο αδιάλλακτος υπήρξε στην πολιτική καριέρα του, πόσο σκληρά άσκησε την εξουσία και πόσες ανθρώπινες ζωές πλήρωσαν το τίμημα για όλ’ αυτά. Η επανάσταση ως έννοια συνεχίζει να απολαμβάνει τη ρομαντική της ασυλία, όσο κι αν οι ιστορικοί εργάζονται να την απομυθοποιήσουν.
Η εικόνα που είχε για τον Μπότσαρη ο ζωγράφος
Ζερόμ μήπως έχει επηρεάσει το ευρωπαϊκό
κλισέ για νωθρούς Έλληνες;
Η νέα Ελλάδα υπήρξε η αγαπημένη της Ευρώπης, του δυτικού κόσμου γενικότερα, για χίλιους λόγους. Ήταν καταρχήν μια ουτοπία που πραγματοποιήθηκε, ήταν το πρώτο κράτος που κατάφερε να αποσπαστεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Θεωρήθηκε η συνέχεια της αρχαίας ελληνικής δόξας που είχε διακοπεί. Η ελληνοκεντρική ιστορία δεν είναι σκέτη ελληνική εφεύρεση. Το νέο ελληνικό κράτος ευνοήθηκε εξαιρετικά στο ξεκίνημα του. Ίσως οι υποστηρικτές του δεν φαντάζονταν ότι οι ίδιοι οι ονομάζοντες εαυτόν Έλληνες είχαν άλλη αντίληψη για την ανεξαρτησία τους, πολλοί απ’ αυτούς θεωρούσαν απλώς ότι διώχνοντας τους Οθωμανούς θα μπορούσαν να έχουν πιο ανεξάρτητα βιλαέτια. Ακόμα και τώρα δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη στην ελληνική επανάσταση επειδή το ρομαντικό δυτικό βλέμμα έχει ενσωματωθεί στην αντίληψη που έχουμε για τον εαυτό μας.

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Mε ποιους θα πήγαινε ο Γαβριάς;

Αν ήταν εδώ ο Γαβριάς, θα πήγαινε με τους κουκουλοφόρους, δήλωσε ο Αλαβάνος, όχι με τα μπλοκ των κομματικών νεολαιών. Ο μέγας  διαστρεβλωτής δεν αρκείται να ξεφτιλίζει τις ιδεολογίες, ανέλαβε να τσακίσει  και τους λογοτεχνικούς μύθους. Βέβαια, είναι πιο ανυπεράσπιστοι. Τι ξέρουμε για τον Γαβριά;  Μόνο μια εικόνα μπορεί να έχει μείνει στο μυαλό μας.
Ο Γαβριάς των Αθλίων του Ουγκώ ήταν παιδί των άθλιων Θεναρδιέρων. Ο πατέρας του ανήκε στον υπόκοσμο, η μάνα του ήταν  μέγαιρα, οι αδερφές του πόρνες, ο ίδιος αλητάκι. Δεδομένα άθλια λοιπόν, αλλά το παιδί ήταν ένα κεφάτο σπουργίτι, τριγυρνούσε και τραγουδούσε, ζούσε όπου έβρισκε, όπως μπορούσε. Κάποια στιγμή περιμάζεψε δυο παιδάκια χαμένα στην πόλη κι έγινε προστάτης τους. Ήταν τα μικρά αδέρφια του, αλλά δεν το ήξερε. Μιλάμε για μυθιστόρημα. Στο οδόφραγμα του 1830 όπου πήγε μαζί με τους επαναστάτες φίλους του, σκοτώθηκε τραγουδώντας. Ήταν δηλαδή ένα παιδί- υπόδειγμα για τον Ουγκώ της τάξης των εξαθλιωμένων που αποκτά συνείδηση και διεκδικεί πολιτικά καλύτερη θέση και δικαιώματα. Αυτό το παιδί θα πήγαινε λέει να κάψει την Αθήνα. Ε όχι, δεν θα πήγαινε. Γιατί έτσι θα ξαναγυρνούσε στον υπόκοσμο από όπου προερχόταν, κι αυτό δεν ενδιέφερε ούτε το Γαβριά, ούτε τον Ουγκώ. Ο Γαβριάς πάλευε να γίνει καλύτερος ο ίδιος, εκτιμούσε τα καλά πράγματα που συναντούσε στη ζωή του και στην πόλη του. Στο βιβλίο υπάρχουν άλλα πρόσωπα  που δεν ενδιαφέρονται να ξεφύγουν απο τη μοίρα τους, πρόσωπα που έχουν ξεχαστεί. Ο Γαβριάς δεν ήταν τέτοιος ήρωας, γι αυτό τον θυμόμαστε. 
Με ανθρώπους σαν αυτούς που περιγράφει ο Αλαβάνος ο Ουγκώ δεν θα είχε γράψει μυθιστόρημα ή θα ήταν κάποιο της σειράς. Οι ήρωες του αγαπήθηκαν επειδή είχαν προσωπικότητα και δεν αφέθηκαν στη μοίρα του στερεότυπου της τάξης τους. Ο κατεργίτης Γιάννης Αγιάννης ο αδικημένος συνάντησε έναν επίσκοπο, ναι επίσκοπο, ο οποίος τον άλλαξε. Τον έκανε να μετανιώσει και να παλέψει σε όλη του τη ζωή να εξαγοράσει τις μικρές κλοπές του. Έγινε ευεργέτης, αλλά η κοινωνία στο πρόσωπο του Ιαβέρη συνέχισε να τον κυνηγά, μέχρι που ο Ιαβέρης συνειδητοποίησε ποιον κυνηγούσε και αυτοκτόνησε. 
Οι ήρωες του Ουγκώ δεν είναι τα ταξικά στερεότυπα που προσπαθεί να δείξει ο Αλαβάνος. Είναι πρόσωπα που παλεύουν με τη μοίρα τους, προσπαθούν να την αλλάξουν. Ο Ουγκώ καταγγέλει τις αδικίες, αλλά μέσα απο πρόσωπα που περνάνε κρίσεις συνείδησης και μεταμορφώνονται.Σ' αυτό πίστευε ο Ουγκώ, στη δυνατότητα των ανθρώπων να αλλάζουν, και ζητούσε ίσες ευκαιρίες. Δεν ζητά επιείκια για τον μικροεγκληματία Γιάννη Αγιάννη αλλά επανένταξη, αποδοχή, ανθρωπιστικούς νόμους και καλύτερο σωφρονιστικό σύστημα. 

Ξέρετε τι θα του έλεγε ο Γαβριάς του Αλαβάνου;
Η Αθήνα χάλια μέρος
Σ' αυτό φταίει ο Βολταίρος
Δεν θα βρεις τον Ιλισό
Γράψε λάθος του Ρουσώ
Ο Αλαβάνος είναι γέρος
Σ' αυτό φταίει ο Βολταίρος
Παριστάνει τον μικρό
Γράψε λάθος του Ρουσώ


Σημ. Το τραγουδάκι του Γαβριά στο οδόφραγμα λίγο πριν σκοτωθεί, σε μετάφραση Μανώλη Σκουλούδη
Αν δεν έγινα νοταίρος
σ’ αυτό φταίει ο Βολταίρος
ειμ’ ένα στρουθί μικρό
γράψε λάθος του Ρουσώ

Τραγουδώ χειμώνα-θέρος
Σ’ αυτό φταίει ο Βολταίρος
φτώχεια έχω για προικιό
γράψε λάθος του Ρουσσώ


Χάμου αν στρώθηκα τα υστέρου
γράψε λάθος του Βολταίρου
λάσπη τώρα κι αν μασώ
γράψε λάθος του Ρου…











Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

Δεν είναι προβοκάτορες οι άνθρωποι

Το ταβάνι του Αττικού 


Όταν κάψανε το Μινιόν και τον Κατράντζο πριν τριάντα χρόνια, λέγαμε πως ήταν προβοκάτσια. Στο μεταξύ κάηκαν μερικά ακόμα μαγαζιά, το Πολυτεχνείο, ύστερα η Αθήνα ολόκληρη, αλλά εκείνο ήταν εξέγερση, και τώρα τα υπέροχα αυτά κτίρια του κέντρου, τα μοναδικά, διαλεγμένα ένα ένα σε μια πόλη άσχημη, και πάλι μας λένε ότι είναι προβοκάτσια.
Λοιπόν, κάνετε λάθος όσοι το πιστεύετε αυτό. Δεν είναι προβοκάτσια, είναι η επανάσταση. Περπατήσατε καμιά φορά στους δρόμους; Βλέπετε τι γράφουν οι αφίσες; Διαβάζετε τα συνθήματα που στάζουν μίσος και προτροπές για φωτιές και κρεμάλες και σφαγές; Αυτό έχουν στο νου τους οι εμπρηστές και καταστροφείς της Αθήνας. Κάνουν επανάσταση όταν σπάνε βιτρίνες, όταν ρίχνουν μολότοφ, όταν καίνε το Αττικόν, το Άστυ, τα Στάρμπακς, τα νεοκλασσικά κτίρια. Συνεχίζουν την επανάσταση που άρχισαν πρόπερσι και σκοπεύουν να την ολοκληρώσουν. Αρκεί μια βόλτα στο κέντρο της πόλης για να βεβαιωθείτε. Το γράφουν στις αφίσες. Γιατί δεν τους πιστεύετε τους ανθρώπους; Το λένε με χίλιους τρόπους, με ποιήματα, με συνθήματα, με εικόνες, με σκιτσάκια. Δεν το κρύβουν καθόλου. Τι μου λέτε για προβοκάτορες; Είπαμε να μη διαβάζετε το μνημόνιο, ούτε μια αφίσα δεν μπορείτε να διαβάστε;
Είναι εξάλλου διαρκής επανάσταση. Είναι χρόνια τώρα, κάθε φορά που καλεί η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ διαδηλώσεις, κάθε φορά οι επαναστάτες καταστρέφουν ένα κτίριο, μια πρόσοψη, ένα μαγαζί, μια είσοδο μετρό. Στις μεγαλειώδεις στιγμές τους βάζουν φωτιά σε τετράγωνα. Μην περιμένετε να συγκινηθούν, δεν πάνε σινεμά. Χαίρονται με τη θλίψη και την ανημπόρια μας. Κι έχουν κερδίσει τις καρδιές. Άντε να πεις ότι πας σινεμά και σ’ αρέσει. Άντε να μιλήσεις για μπαρ, για θέατρα, για βόλτες. Πρέπει να κλαίγεσαι συνέχεια, να μιζερεύεις, να οικτίρεις τα παιδιά σου, να βρίζεις κάθε θεσμό. Έχουν ιδρύσει το βασίλειο της μιζέριας μέσα μας.
Μην ξεγελάτε άλλο τους εαυτούς σας, δεν θα μείνει όρθιο τίποτε. Μπορεί να τη μισείτε αυτή την πόλη κι εσείς, εξάλλου από το μίσος μέχρι την αδιαφορία και την περιφρόνηση κυμαίνονται τα συναισθήματα απέναντι της. Αλλά θα πρέπει να μισείτε και τον εαυτό σας αν συνεχίστε να τον κοροϊδεύετε. Δεν είναι προβοκάτορες οι άνθρωποι. Είναι επαναστάτες. Ονειρεύονται κρεμάλες, φωτιές, καρμανιόλες, αυτό συγκράτησαν από τη γαλλική επανάσταση, την καρμανιόλα. Τη βία. Τι καθεστώς θέλουν να ιδρύσουν; Μπορείτε να το φανταστείτε. Εξάλλου το έχουν ήδη ιδρύσει μέσα μας, έχουν σπείρει το φόβο και την ισοπέδωση. Έχουν διαβεί νικηφόροι. Σκύβουμε το κεφάλι και κλαιγόμαστε σεμνά. Μέσα μας ένα μικρό μαύρο ζώο μπορεί και να ηδονίζεται με τις καταστροφές. Οι άνθρωποι είναι άγρια πλάσματα αν αποφασίσουν να αρνηθούν τον πολιτισμό. Κι εμείς είμαστε στο κατώφλι της άρνησης, στεκόμαστε και τον πετροβολάμε. 

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Η κινέζικη γλαστρούλα


Η κινέζικη γλαστρούλα που έχω στη βάση μιας ψευτοπαλιακής ανθοστήλης έπεσε κι έσπασε. Τη μάζεψα και την κόλλησα προσεχτικά. Ο γιος μου παραξενεύτηκε, ποτέ δεν με είχε ξαναδεί να κολλάω κάτι σπασμένο. Συνήθως ό,τι σπάει το πετάω απευθείας στα σκουπίδια, ας είναι και σουβενίρ απο την άκρη του κόσμου.
Δεν μπορώ όμως να πετάξω αυτή τη μικρή γλάστρα. Την κουβάλησα από την Κίνα, την είχα αγοράσει τη μέρα που είχαμε επισκεφτεί το Μουσείο της Σανγκάης. Ήταν το μόνο μέρος σε όλο το ταξίδι όπου μπορέσαμε να δούμε κάποια παλιά αντικείμενα. Η απαγορευμένη πόλη στο Πεκίνο, η αυτοκρατορική κατοικία, ήταν άδεια από αντικείμενα. Όποιος ναός, ανακαινισμένος ή παλιός, είχαμε δει, άδειος κι αυτός. Και τα προσπέκτους στο μουσείο εξηγούσαν πως τα παλιά αντικείμενα της Κίνας είχαν κατά μεγάλο μέρος καταστραφεί στην Πολιτιστική Επανάσταση.
Η Πολιτιστική Επανάσταση, δεν αρκέστηκε στο αίμα, ήθελε και πορσελάνη. Κι εμείς δεν είχαμε ιδέα, εμείς στη Δύση εννοώ. Δεν είχαμε ιδέα για την πορσελάνη, ούτε για το αίμα. Στα πανεπιστήμια επί χούντας, και μετά τη χούντα, είχαμε μια ποικιλία κινεζόφιλων παρατάξεων. Υποθέτω ότι δεν ήξεραν τι σήμαινε για την Κίνα η πολιτιστική επανάσταση, αλλά στα αμφιθέατρα ήταν πολύ μαχητικοί και κατέβαζαν περίπλοκα σκεπτικά γεμάτα αφορισμούς. Πόσες ώρες περάσαμε σε κείνες τις μαζώξεις πριν το Πολυτεχνείο, μέσα στην αγωνία, και κυρίως μετά τη χούντα, να ακούμε αυτή την ασυνάρτητη ρητορεία, ψάχνοντας νόημα εκεί που δεν υπήρχε, και πόσο λίγο έως ελάχιστα έως καθόλου συζητήσαμε μετά, όταν αρχίσαμε να μαθαίνουμε επιτέλους, τι ακριβώς ήταν η πολιτιστική επανάσταση, πώς την είχε χρησιμοποιήσει ο Μάο για να εξοντώσει τους αντιπάλους του, πώς είχε επιτρέψει να ξεχυθούν σε όλη τη χώρα φανατισμένοι, αφιονισμένοι νέοι και να καταστρέφουν έργα τέχνης να βασανίζουν, να διαπομπεύουν και να σκοτώνουν ανθρώπους . Πολύ αργότερα, κυρίως από το μυθιστόρημα "Οι αγριόκυκνοι' μάθαμε λεπτομέρειες για τη βαρβαρότητα, την ασύλληπτη βία που επέβαλε εκείνη η επανάσταση, κι απο τις ταινίες.. Τότε που δεν είχαμε πια την ευκαιρία να βρισκόμαστε σε αμφιθέατρα και να ακούμε μεγάλες κουβέντες θαμπωμένοι. 
Δεν συζητήσαμε ποτέ γι αυτό, δεν ξέρω καν αν όλοι εκείνοι οι τότε κινεζόφιλοι συνειδητοποίησαν ποτέ τι ακριβώς είχαν υπερασπιστεί. Μιλάμε πολύ, αλλά κάτι τέτοιες λεπτομέρειες τις αποφεύγουμε. Θα μας πίκραιναν, ποιος δεν ονειρεύτηκε στα επιπόλαια του νιάτα μια ‘πολιτιστική επανάσταση’ όπου θα επέβαλε απλώς τον πολιτισμό που εκείνος προτιμούσε και όλοι γύρω του θα τον δέχονταν ασμένως;
Μιλάμε πολύ, αλλά καμιά φορά είναι σα να λέμε τα ίδια και τα ίδια, σαν τα λόγια μας να είναι ιερουργίες, τελετουργίες, αποκομμένες από τη σκέψη και την ανάγκη για γνώση και ενημέρωση.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

O Φιντέλ σας φιλά

Ο Κάστρο, ο Φιντέλ Κάστρο, για να εξηγούµαστε, αποχαιρετά τον λαό του µε ένα φιλί. Ή αποχαιρετά την Κεντρική Επιτροπή του Κοµµουνιστικού Κόµµατος Κούβας στην οποία δεν συµµετέχει, για πρώτη φορά. Ή αποχαιρετά την εξουσία.

Πόσο γέρος είναι στη φωτογραφία αυτή µε το φιλί, διάφανο έχει γίνει το δέρµα µε τις κηλίδες. Και φαίνεται πιο γέρος µε αυτή την κίνηση. Είναι κίνηση νεανική, ερωτική, δεν ταιριάζει σε ογδονταπεντάρη. Αλλά ο έρως χρόνια δεν κοιτά, ο έρως µε την εξουσία. Λες και ήταν χθες που τη γνώρισε, τη σφιχταγκάλιασε κι αποφάσισε να µην την αφήσει.

Αυτό το φιλί δεν το έδωσε πριν από σαράντα χρόνια, να ταιριάζει στα νιάτα του. Μόλις την πήρε την εξουσία, να τη µεταµορφώσει σε αληθινή ∆ηµοκρατία, να ιδρύσει καθεστώς δίκαιο και ανθρώπινο, χωρίς εξαφανίσεις και κυνηγητά πολιτικών αντιπάλων, χωρίς τις απαγορεύσεις και τον φόβο του χαφιέ. Οι εξεγέρσεις δεν είναι παραµύθια να κάνουν µαγικά, κι ας ενθουσιάζονται οι πιστοί τους πολύ συχνά περισσότερο από ερωτευµένους στις πρώτες συναντήσεις. Καµιά φορά, όταν περάσει η συγκίνηση της πρώτης γνωριµίας, τα χάνουν πολλοί που βρίσκονται σε εχθρικό στρατόπεδο, ενώ είχαν ξεκινήσει µε κείνους που κυριαρχούν, δεν καταλαβαίνουν τι λάθος έκαναν και τους αφήνει το δόγµα απ’ έξω. Πολλοί περάσανε µια τέτοια περιπέτεια στην Κούβα, θύµατα του µεγάλου έρωτα που είχε ο Κάστρο για την εξουσία, κι έχασε την ευκαιρία να της στείλει ένα φιλί όταν ήταν ακόµα νέος και ωραίος.

Βοήθησαν κι οι απέναντι βέβαια, υπήρξαν οι τέλειοι εχθροί οι ΗΠΑ για την Κούβα, έκαναν ό,τι µπορούσαν να µείνει απολίθωµα της πρώτης εξεγερσιακής στιγµής της. Βοήθησαν και οι σύµµαχοί τους, βοήθησε και η εποχή. Ο ψυχρός πόλεµος στα θερµά κλίµατα. Ο κοντινός εχθρός και ο µακρινός σύµµαχος. Κάποτε όλα αυτά θα είναι ένα παράξενο παραµύθι για τα λάθη και τις αυταπάτες των ανθρώπων. Προς το παρόν οι Κουβανοί µπορούν να αγοράζουν σπίτια. Αντε, καλορίζικα, και µε το µαλακό στην αγορά, δεν είναι παίξε - γέλασε.
Στα ΝΕΑ: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4627788

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

Να περνάμε καλά

Στις φωτογραφίες του τετραηµέρου χωρίς ειδήσεις να οι υπαίθριες ψησταριές Κερατέας. Ο Μίκης χαµογελαστός πλησιάζει. Πέρασαν πολύ ωραία εκεί µε συναυλίες και λουκάνικα. Ο Λαζόπουλος στην τηλεόραση τούς υποστήριξε επίσης, αυτοί οι άνθρωποι αγωνίζονται για τα παιδιά τους, και για τα δικά µας παιδιά, δήλωσε κοιτάζοντάς µας στα µάτια.

Στο µεταξύ, η κατάσταση αγρίεψε στον άλλον ΧΥΤΑ, της Φυλής, όπου έγινε συµπλοκή συµµοριών µε φόνους. Ισως στη Φυλή δείχνουν τον δρόµο της φυλής: επιστροφή στην αναµέτρηση σώµα µε σώµα.

Πράγµατα που ξέρουµε από τη µακραίωνη ιστορία µας, αλλά µας αποξενώνουν ξενόφερτα πρότυπα και ύπουλοι εχθροί.

Αν ξαναγυρίσουµε στην πάλη σώµα µε σώµα, να περάσουµε µετά κανονικά στις σάρισες, ίσως µας περιµένει η συνέχεια της εξέλιξης όπου εν τω µεταξύ θα έχουµε βρει τον εαυτό µας. Να πειστούν και οι αγανακτισµένοι επιβάτες λεωφορείων και να µην πυροβολούν τους ελεγκτές. Οι µπουνιές αρκούν, για ξεκίνηµα.

Και τέλος πάντων, ας το πάρουµε απόφαση. Ο Μίκης, ο Λαζόπουλος, οι επαναστάτες που κολλήσαν τις αφίσες µε τον κούρο της Κερατέας, κάτι θα ξέρουν παραπάνω. Γιατί να σκάµε; Αν θα γίνει ο ΧΥΤΑ; Για τα πρόστιµα που πληρώνουµε, τον εργολάβο που επίσης πληρώνουµε κ.λπ.; Αφού µια χαρά πήγαµε ώς τώρα, έτσι θα συνεχίσουµε. ∆εν χρειάζεται προγραµµατισµός, είναι υποταγή σε ξένα κέντρα.

Εµείς προστατεύουµε τη φύση διά της καθυστερήσεως. Είµαστε ανέµελοι και ανυπόταχτοι κι η φύση µας αγαπά. Θα εξαφανίσει τα σκουπίδια ή θα µας κάνει να µην τα βλέπουµε. Είναι προφανές το µήνυµα που στέλνουν οι πνευµατικοί άνθρωποι,δεν χρειαζόµαστε την Ευρώπη, τις ιδέες της. Μάθαµε να ζούµε µε τα σκουπίδια µας, και µε τα αυθαίρετά µας. Προφανώς τα οικόπεδα του Οβριόκαστρου θα γίνουνε φιλέτα. Σε λίγα χρόνια θα επισκέπτονται oι τουρίστες βεράντες µε θέα στη γούβα που δεν θα έχει γίνει ΧΥΤΑ και θα πίνουν καπουτσίνο µε εφτά ευρώ.

Και γιατί ευρώ; Να βγάλει νόµισµα δραχµή η Ευρώπη αν µας θέλει. Αυτό το πράγµα πώς το αφήσαµε να περάσει έτσι;
Στα ΝΕΑ:http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4626662

Πέμπτη 13 Μαΐου 2010

Αλλάζουν τον κόσμο οι εμπρησμοί;


Για μια στιγμή, καθώς το τρόλει περνούσε στην Πατησίων και κοιτούσα από ψηλά, σκίστηκε η βρωμερή πράσινη λινάτσα που κρύβει το ερείπιο του Μινιόν τόσα χρόνια και φάνηκε από μέσα φως, μια γυμνή λάμπα να κρέμεται σε ένα χώρο όπου φαίνονται μόνο κολώνες από μπετόν. Δεν προχωράνε οι εργασίες, το μαγαζί που θα άνοιγε στα τέλη του 2009, Φολί φολί είχα διαβάσει πως θα ήταν, μάλλον δυσκολεύεται. Πώς η εταιρία να ξαναστήσει το μεγάλο κατάστημα στην υποβαθμισμένη πλέον γειτονιά;
Οι επιχειρηματίες καμιά φορά φαίνεται πως υπερεκτιμούν τις δυνάμεις τους.
Την Κυριακή είχα περάσει από την Ομόνοια, ήταν στρωμένη με σωρούς από πλαστικές σακούλες που τις πετούσαν ανοίγοντας τα εμπορεύματα πλανόδιοι έμποροι και πελάτες τους. Κανείς δεν περνούσε να τις μαζέψει. Διάφοροι νεαροί δημοτικοί αστυνόμοι καμάρωναν μιλώντας μεταξύ τους. Ε, πώς να σκύψουν τα παιδιά να μαζέψουν σκουπίδια; Μετανάστες όλων των χρωμάτων κυκλοφορούσαν ανάμεσα στο σκουπιδαριό, εξοικειωμένοι. Έγιναν κι αυτοί αδιάφοροι σαν εμάς, εκπαιδεύτηκαν καταλλήλως, κι έχουν περισσότερο δίκιο να νιώθουν περαστικοί.
Βέβαια πάντα λαϊκή ήταν η Ομόνοια. Απλώς υπάρχουν διαβαθμίσεις βρώμας και αδιαφορίας. Έχει πάντα καλά μαγαζιά, έχει τώρα το Χόντο, τη Ζάρα, ευτυχώς οι επιχειρηματίες δεν την εγκαταλείπουν. Αλλά το Μινιόν στοιχειώνει τόσα χρόνια και δεν βοηθά την ισορροπία.
Προσπαθώ να το θυμηθώ πώς ήταν πριν καεί, και είναι αδύνατον. Ζώντας σε ένα μέρος που το βλέπεις κάθε μέρα ξεχνάς πώς ήταν κάποτε, όπως γίνεται με τα παιδιά που δεν καταλαβαίνεις ότι μεγαλώνουν. Γι αυτό οι γονείς βγάζουν φωτογραφίες στα παιδιά τους και μετά κάθονται και τις κοιτάνε. Πρέπει να βρω στο Ίντερνετ καμιά παλιά φωτογραφία.Όταν κάηκε το Μινιόν και ο Κατράντζος έλειπα από την Ελλάδα. Το θυμάμαι φυσικά από τις εφημερίδες, αλλά τουλάχιστον απέφυγα να το ζήσω. Δεν είχα πολυκαταλάβει τι είχε συμβεί. Το είχα καταγράψει στο μυαλό μου σαν κάτι τυχαίο.
Ο Κατράντζος πιο πάνω έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης. Το τριγωνάκι οικόπεδο μοιάζει τόσο μικρό, είναι απίστευτο ότι βρισκόταν εκεί πέρα ένα πολυκατάστημα. Το ξέχασα κι αυτό, όπως τα παλιά ωραία κτίρια της Κυψέλης που γκρεμίστηκαν ένα- ένα για να γίνουν πολυκατοικίες.
Όταν δούλευα στην Ομόνοια, στην Αυγή,  περνούσα από το Μινιόν, μου αρέσανε πάντα οι βόλτες στα πολυκαταστήματα. Ήταν όμως κυριολεκτικά η σκιά του εαυτού του. Είχε γίνει κρατικό, για να μπορέσει να ξανανοίξει, με κάτι διακανονισμούς που δεν κατάλαβα ποτέ, κι ενώ θα έλεγε κανείς ότι ήταν ένα κανονικό πολυκατάστημα, μια παράξενη, υποβόσκουσα μιζέρια το κατέτρωγε, δεν μπορούσα να εξηγήσω γιατί. Το είχε περιλάβει ο Παπανδρέου στις προβληματικές με ειδική τροπολογία, διάβασα τώρα. Ψόφια πράγματα δηλαδή, πώς να δουλέψει ένα μαγαζί ματαιότητας ως προβληματική κρατική επιχείρηση; Έκλεισε τελικά, αφού θα χρεώθηκε κάμποσο, υποθέτω.
Μίζερο παρέμεινε και το Ατενέ όλα αυτά τα χρόνια, έκλεινε, άνοιγε, αναρωτιέμαι αν υπάρχουν άνθρωποι να ψωνίζουν ακόμα εκεί, ή είχε γίνει κι αυτό προβληματική κι απλώς πλήρωνε τους υπαλλήλους να πηγαίνουν να το ανοίγουν.
Τώρα με τους εμπρησμούς έπιασα το Google και το έριξα στην παρελθοντολογία. Είχα ξεχάσει ότι οι βόμβες, οι εκρήξεις και οι εμπρησμοί δεν είχαν σταματήσει ποτέ στην Αθήνα. Δεν ήθελα να δίνω βάση, απωθούσα αυτό το πράγμα ως οπαδός της κανονικότητας. Δεν θέλησα να σκεφτώ ποτέ μου και να παραδεχτώ ότι έχουμε αντάρτικο πόλης, που σχηματίστηκε εν μέρει στη χούντα και έπρεπε μετά σώνει και καλά να συνεχίσει τη δράση του, οπότε εμπλουτίστηκε με νέο αίμα.
Ονειρεύτηκα κι εγώ επαναστάσεις κάποτε, διάβαζα τους Αθλίους και φανταζόμουνα τον εαυτό μου στο ηρωικό οδόφραγμα του Ενζολορά, κι ας μην είχα καταλάβει γιατί το είχε κάνει ο Ενζολοράς το οδόφραγμά του. Οι αδικίες εξεγείρουν και τα παραδείγματα εμπνέουν. Θα είχε τους πολιτικούς λόγους του υποθέτω, και πιθανότατα δεν είχε άλλες επιλογές δράσης.
Και το Μάη του 68 ζήλεψα πολύ, στην εφηβεία με χούντα εμείς εδώ.  Πολλοί ονειρευτήκαμε επαναστάσεις, πολλοί ζηλέψαμε το Μάη του 68, και φτάσαμε τώρα κάθε τόσο να τον βλέπουμε να παίζεται στους δρόμους της Αθήνας σαν κακόγουστη παράσταση. Δεν τη χορταίνουμε, ξανά και ξανά η ίδια παραγωγή. Ξανά να παιχτεί ο Μάης του 68, ξανά να παιχτεί το Πολυτεχνείο του 73, να πάρουν μέρος κι όσοι δεν πρόλαβαν, να ξαναπαίξουν κι όσοι δεν το χόρτασαν. Το παρακολουθούμε χρόνια τώρα χωρίς να θέλουμε να συζητήσουμε σοβαρά τι νόημα έχει αυτή η ιστορία, τώρα που  υπάρχουν κι άλλες επιλογές, ακόμα και για τους Ενζολοράδες.


Οι τωρινοί εμπρησμοί με οδηγούν να ξανακοιτάξω τους παλιούς. Εκείνους τους πρώτους, επί κουρασμένης κυβέρνησης Ράλλη. Τότε υπήρχαν ακόμα στον κόσμο δυο υπερδυνάμεις, ψυχρός πόλεμος, θεωρούσαμε τη CIA παντοδύναμη, πιστεύαμε ότι ήταν πίσω από τη 17 Νοέμβρη κι από όλες τις βόμβες που έσκαγαν στην Αθήνα. Όταν κάηκε το Μινιόν, ο Κατράντζος, το Ατενέ, κι ένα σωρό άλλα, είχαν συλλάβει δυο αδερφές οι οποίες αθωώθηκαν ‘πανηγυρικά’ όπως διευκρινίζουν τα δημοσιεύματα, λόγω αμφιβολιών. Η μια ήταν σύζυγος ενός τυπογράφου, ο οποίος επίσης κατηγορήθηκε και αθωώθηκε λόγω ελλείψεως στοιχείων. 

Τι ακριβώς επεδίωκαν αυτοί οι άνθρωποι καταστρέφοντας τα καμάρια της Αθήνας; Να χτυπήσουν το κεφάλαιο, να κηρύξουν την επανάσταση, να τιμωρήσουν τους Αθηναίους για τις καταναλωτικές του συνήθειες, ή να τους γλιτώσουν απ’ αυτές σαν αυτόκλητοι άγγελοι; Θα πρέπει να είχαν αποφασίσει ότι ο λαός, αυτό που θεωρούσαν λαό και γνήσιες εργατικές μάζες, κινδύνευαν να αλλοτριωθούν από τα αγαθά του μικροαστισμού και να χάσουν τις υποτιθέμενες επαναστατικές τους αρετές. Περνούσαν καλά εν ολίγοις, αγοράζοντας με δόσεις οικιακό εξοπλισμό από το Μινιόν και αθλητικά είδη από τον Κατράντζο, άρα η επανάσταση κινδύνευε! Πώς θα ξεσηκώνονταν αν άρχιζαν να είναι ευτυχισμένοι;

Όλα αυτά μαζί και κάμποσα ακόμα ήταν ο στόχος των εμπρηστών, αλλά κυρίως να εντυπωσιάσουν ο ένας τον άλλον, η μία ομάδα την άλλη, κάνοντας επίδειξη ικανοτήτων και αποτελεσματικότητας. Τόσα χρόνια μετά εκείνο που κατάφεραν είναι να συντελέσουν στη μοιραία υποβάθμιση του κέντρου από την Κλαυθμώνος και κάτω, χωρίζοντας την Αθήνα στα δύο. Στο πάνω μέρος προς το Σύνταγμα έχουν μαζευτεί τα καλά μαγαζιά, το κάτω έχει μείνει στη μοίρα του. Κι επίσης δεν υπάρχει πια ούτε ένα από τα μεγάλα καταστήματα με το παλιό όνομά του.

Δεν της έφταναν δηλαδή της Αθήνας τα μικρά οικόπεδα, οι στενοί δρόμοι, η αστυφιλία, η έλλειψη σχεδίου πέρα από το κέντρο, δεν της έφτανε ο πόλεμος και ο εμφύλιος που την άλλαξαν βίαια, η ανάγκη στέγασης, οι πολυκατοικίες, η αντιπαροχή, η μανία να ξεζουμιστεί η γη σαν οικονομική αξία, οι παρανομίες των εργολάβων, όλα αυτά που σε κάνουν να μη μπορείς να βρεις μια συνέχεια στην πόλη, πέρα από το ότι δεν μπορείς να περπατήσεις και ούτε να αναπνεύσεις, είχε και τους επαναστάτες της συμφοράς που κατέστρεψαν τόσο αποτελεσματικά τα δικά της μαγαζιά σβήνοντας κι άλλα χαρακτηριστικά της, κόβοντας κι άλλη συνέχεια.


Ο άνθρωπος που είχε κατηγορηθεί για τον εμπρησμό και πανηγυρικά αθωωθεί, αυτοκτόνησε λιγα χρόνια μετά.
Κι ύστερα, τι έγινε με τους επιχειρηματίες που είχαν καταστραφεί οικονομικά; Κάποια ρεπορτάζ δημοσιεύονταν κάθε τόσο, κυρίως σε σχέση με τον Γεωργακά του Μινιόν που ήταν αυτοδημιούργητος και ως πρώην φτωχόπαιδο μπορούσε να συγκινήσει ακόμα το κοινό. Αλλά ακόμα και αυτό το στόρι ήταν στο όριο του κιτς, δεν έβγαζε τα πρώτης ποιότητας κείμενα. Κατά κάποιο τρόπο έπεσε και ο ίδιος θύμα της ξανθοπουλικής αυτής εικόνας, πιστεύοντας ότι θα τον βοηθούσε ο Αντρέας και το ΠαΣοκ. Του έγινε στενός κορσές του Αντρέα, μέχρι να κηρύξει προβληματική το ΜΙΝΙΟΝ και να τον ορίσει διευθυντή του ως υπάλληλο, για να αργοπεθάνει. Αν δεν είχε την αυταπάτη αυτή και αγωνιζόταν με όρους της αγοράς, της τότε- μπορεί και να τα κατάφερνε.

Τους υπόλοιπους επιχειρηματίες τους έφαγε η μαρμάγκα. Η φαιά ουσία των καλύτερων γραφιάδων αναλώθηκε στο να αθωώσει αυτούς που είχαν συλλάβει ως εμπρηστές. Γράφτηκαν αναλύσεις περί προβοκατόρων, ξένων δυνάμεων, συνομωσιών, τα γνωστά. Οι επιχειρηματίες που καταστράφηκαν ήταν αυτονόητο ότι ανήκαν στο μεγάλο κεφάλαιο, άρα καλά να πάθουν, υπήρχε ένα τέτοιο πνεύμα στο πέπλο σιωπής που κάλυψε τον πόνο τους. Ε, κανένα άρθρο σε περιοδικό θα μπήκε, το πολύ- πολύ. Έχουν δίκιο λοιπόν αυτοί που λένε ότι δεν ευνοούμε καθόλου την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, ότι ψυχικά είμαστε αντίθετοι με οποιονδήποτε κάνει μια επιχείρηση, ειδικά αν πετύχει.

Συνειδητοποιώ τώρα, σκαλίζοντας πάντα το Google ότι αυτά τα πράγματα τα χωνέψαμε και τα ξεχάσαμε. Όλη αυτή τη βία στην πόλη τότε, την κάναμε στην μπάντα.

Έντεκα χρόνια μετά κάηκε και ο Κάπα Μαρούσης. Ήταν σε διαδήλωση μετά τη δολοφονία του Τεμπονέρα, έγιναν στους δρόμους συγκρούσει με τα ΜΑΤ. Ο εμπρησμός δεν εξιχνιάστηκε ποτέ. Υπάρχει η άποψη ότι ένας αστυνομικός έριξε κάτι μέσα, αυτό διάβασα σε σάιτ και δημοσιεύματα της εποχής εκείνης. Τώρα πια, σοφότερη και πεπειραμένη, εκ των υστέρων τείνω να πιστέψω ότι κάτι τέτοιο δεν στέκει. Οι αστυνομικοί δεν ρίχνουν κάτι μέσα σε μαγαζιά για να τα κάψουν, οι ‘αντάρτες πόλης’ το κάνουν. Ρίχνουν μολότοφ κι αρπάζουν αμέσως τα εύφλεκτα υλικά. Τέσσερις άνθρωποι πέθαναν τότε εκεί. Ένοχος κανένας.

Διάβασα συνέντευξη του ιδιοκτήτη του μαγαζιού πριν λίγες μέρες. Τον θυμήθηκαν λόγω των νέων εμπρησμών. Είχε ένα ανασφαλές, απολογητικό ύφος. Μέχρι φυλακή πήγε για τα χρέη του. Ζει τώρα με ένα μικρό μαγαζί. Ίσως να αναρωτιέται κάποιες στιγμές αν είναι απόβρασμα της κοινωνίας.

Άλλαξε λοιπόν ο κόσμος με τους εμπρησμούς και τις βόμβες, όπως ονειρεύονται οι επαναστάτες; Μα και βέβαια! Τα μαγαζιά γέμισαν σεκιούριτι, μάλιστα μια από αυτές τις εταιρίες την έκανε ο ίδιος ο Κατράντζος. Katrantzos Security. Το Μινιόν δεν ορθοπόδησε ποτέ. Το Ατενέ παρομοίως. Τα ελληνικά πολυκαταστήματα ξεχάστηκαν, μια κάποια συνέχεια αναμνήσεων σε σχέση με αυτά εξαφανίστηκε, το κέντρο υποβαθμίστηκε, η Πατησίων έχει μια μόνιμη τεράστια πληγή που ζέχνει. Ο κόσμος δεν πάει πια για ψώνια στα μέρη αυτά, μόνο όσοι μένουν εκεί κοντά ή είναι στο δρόμο τους. Οι βόλτες μετατοπίστηκαν βόρεια, κι από κει όπως φαίνεται θα μετατοπιστούν ξανά κάπου αλλού, γιατί πια το κέντρο της Αθήνας έχει γίνει επικίνδυνη περιοχή και τα μαγαζιά του στόχος. Η παράδοση των εμπρησμών ξαναρχίζει εκεί που είχε σταματήσει, κρίση πάλι, λόγια πάλι, η διαφορά είναι ότι τώρα δύσκολα δεχόμαστε ότι οι μπάτσοι τα κάνουν όλα. Τουλάχιστον μερικοί από μας δύσκολα το δεχόμαστε. Μετά τους 3 νεκρούς στη Μάρφιν ίσως μερικοί προβληματίζονται. Αν και αμέσως άρχισαν οι δικαιολογίες και οι ερμηνείες και οι εξηγήσεις.

Δεν ξέρω αν η Αθήνα θα γίνει ποτέ κανονική πόλη. Στο βάθος της καρδιάς μας όλοι ελπίζουμε, όσο ζούμε, κάτι καλύτερο. Αυτή τη στιγμή πάντως το κέντρο της υποβαθμίζεται ξανά, και όχι από την κρίση μόνο και την αδιαφορία του δημάρχου. Βοηθάνε κι οι εμπρηστές, πρέπει να τους το αναγνωρίσουμε.

Τρίτη 11 Μαΐου 2010

Δικαίωµα σε µη απεργία υπάρχει;

Το πρώτο µέιλ που µε βεβαίωνε ότι οι εργαζόµενοι στη Μαρφίν είχαν πιεστεί από την εργοδοσία να πάνε στη δουλειά τους, ήρθε την επόµενη µέρα του θανάτου τους.
Ακολούθησαν δηλώσεις των εργαζοµένων στην Τράπεζα που διευκρίνιζαν ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο, αλλά τα µέιλ συνέχιζαν να έρχονται.
Πολλοί φίλοι µου αισθάνονταν την ανάγκη να µοιραστούν αυτή την πληροφορία που ελάφρωνε την αριστερή συνείδηση.
Απάντησα σε µερικούς µε τις νέες ειδήσεις, ύστερα άρχισαν να λένε ότι η Τράπεζα έφταιγε ούτως ή άλλως που ήταν ανοιχτή εκείνη τη µέρα. Η επιµονή τους µε ανάγκασε να θυµηθώ τη δική µου συµµετοχή στην απεργία που είχε κηρύξει η ΕΣΗΕΑ. Λοιπόν δεν ξέρω αν στη Μαρφίν τους υποχρεώνουν να δουλεύουν ενώ θέλουν να απεργήσουν. Εµάς πάντως µας υποχρεώνουν να απεργήσουµε ενώ θέλουµε να δουλέψουµε. Υπάρχει και αυτή η όψη της απεργίας, το λέω επειδή συζητάµε τόσες µέρες για το πόσο δικαιούσαι να απεργείς. Να µην απεργείς δικαιούσαι; Η µη απεργία είναι δικαίωµα;
Εµείς βέβαια, την απόφαση του σωµατείου τη σεβόµαστε εκ των πραγµάτων. Αφού η εφηµερίδα δεν βγαίνει δεν δουλεύουµε, οπότε µπορείς να πεις ότι µας υποχρεώνει σε απεργία η φύση της δουλειάς. Επιπλέον, έχουµε συνηθίσει να ακολουθούµε τις αποφάσεις του σωµατείου µας ευλαβικά, τηρώντας µια παράδοση που ίσως πρέπει να ξανασκεφτούµε.
Πώς λέει και το ΚΚΕ;
Ανυπακοή! Για να το λέει αυτό, που ήταν πάντα οπαδός της υπακοής στο κόµµα σε δύσκολους καιρούς, µε κάθε κόστος, κάτι θα ξέρει. Ανυπακοή στο σωµατείο, πώς µπορούµε να το κάνουµε; Είναι ευκαιρία, τώρα που όλοι µιλάνε για επαναστάσεις, υπακοές και ανυπακοές, ελευθερίες και θανάτους, να ρίξουµε µερικές ιδέες στο τραπέζι.
(Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 10 Μαΐου 2010)http://www.tanea.gr/gnomes/?aid=4574048

Κίτρινο γρασίδι

 Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...