Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λεωφορεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λεωφορεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 30 Απριλίου 2025
Φύλακες των πυλών
Στέκεται στην πόρτα ακριβώς του λεωφορείου. Δεν έχει κανένα λόγο, το λεωφορείο δεν είναι γεμάτο, έχει χώρο να πάει λίγο πιο πίσω, κι ούτε θέλει να κατέβει. Περνάν οι στάσεις, δυσκολεύεται η πόρτα να ανοίξει, δυσκολεύεται ο κόσμος να κατέβει, κι εν συνεχεία να ανέβουν οι απέξω, καθώς είναι και σωματώδης, πιάνει εντελώς το μισό άνοιγμα. Αλλά δεν το κουνάει από εκεί, εμποδίζει τους πάντες αλλά κανείς δεν του λέει τίποτα. Θαυμάζω όπως πάντα αυτή την καταπληκτική αναισθησία που χαρακτηρίζει τόσους και τόσους συμπολίτες μας, πριν σκοντάψω κι εγώ επάνω του προσπαθώντας να κατέβω και βρεθώ σχεδόν στην αγκαλιά της γυναίκας που περιμένει να ανέβει. Κι αφού ζητήσουμε συγγνώμη η μία από την άλλη, βεβαιώνομαι ότι εκείνος παραμένει στη θέση του, κι οι υπόλοιποι κάνουν ουρά να ανέβουν και να κατεβούν εφ’ενος ζυγού, υποταγμένοι στη μοίρα.
Τρίτη 23 Απριλίου 2019
Οι σωστές αντιδράσεις
Επικίνδυνο σπορ να χρησιμοποιείς λεωφορείο όταν ο οδηγός έχει νεύρα. Και πότε δεν έχει και γιατί να μην έχει. Δικαιούται να έχει, τόσες δυσκολίες αντιμετωπίζει. Ενώ ο επιβάτης το μόνο που έχει να κάνει είναι να στέκεται όρθιος όταν δεν βρίσκει να καθίσει και να μην πέφτει κάτω ή δίπλα ή στον μπροστινό του με τα απότομα φρεναρίσματα. Να διαμαρτυρηθεί; Καλύτερα όχι, μπορεί να τσαντιστεί ο οδηγός και να φρενάρει χειρότερα. Ξέρουν οι επιβάτες πώς να φερθούν για να μην τον ερεθίζουν.
Είναι να απορείς με τη μακροθυμία, την ανεκτικότητα, την ψυχραιμία των ανθρώπων. Οπως τα παιδιά μιας οικογένειας με βίαιο πατέρα που έχουν μάθει να ζουν όσο γίνεται πιο αθόρυβα για να μην τον ενοχλούν και ξεθυμάνει πάνω τους, δεν μιλάνε, δεν λαλάνε. Καλό είναι να μη χρειάζεται κάποιος το λεωφορείο, να μη βρίσκεται στην ανάγκη των μέσων μαζικής μεταφοράς. Απαξ κι έχει τέτοια ανάγκη, σημαίνει πως απέτυχε, άρα οφείλει να ανεχτεί κάθε ξέσπασμα του οδηγού, που είναι κάτι σαν πλοίαρχος σε διεθνή ύδατα, απόλυτος άρχων και ανεξέλεγκτος τιμονιέρης της μοίρας μας.
Και τι γίνεται αν κάποιος τολμήσει να ανοίξει το στόμα του και να θέσει θέμα ασφάλειας στον αδιαμφισβήτητο αυτόν αρχηγό; Μεγάλο ρίσκο. Πρέπει να το θέσει ευγενικά βέβαια, αυτό είναι αυτονόητο. Αλλά και πάλι, αποκλείεται να θίξει την προσωπικότητά του; Αν ο άλλος είναι καψούρης και απελπισμένος, αν τον έριξε ο φίλος του, ο αδερφός του, αν ξίνισε το κρασί του, αν έχει βαρυστομαχιά ή πονοκέφαλο; Δεν θα αντιδράσει χειρότερα; Μήπως καλύτερα να προσπαθήσει κανείς να ξυπνήσει τον οίκτο του; Να πει ότι είναι άρρωστος, ότι πάει σε νοσοκομείο, ότι ζαλίζεται;
Θεέ μου, τι θα κάναμε αν η ζωή μας ήταν πιο απλή σ' αυτή τη χώρα, αν δεν έπρεπε κάθε στιγμή να δίνουμε μάχες επιβίωσης και να αναμετράμε την ικανότητά μας πειθούς, ψυχραιμίας, σωστών ρεφλέξ και καίριων αντιδράσεων, στα γκισέ και στα ταξί, στα τηλέφωνα και στα τρένα, στους δρόμους και στα μαγαζιά; Τι θα κάναμε με όλη αυτή την άνεση που θα προέκυπτε; Πώς θα τη διαχειριζόμασταν, θα ήμασταν άραγε πιο δημιουργικοί, πιο ευγενικοί, πιο ευτυχισμένοι;
Δεν θα το μάθουμε ποτέ, φοβάμαι.
Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017
Δεν έχουν όλα χαθεί
Στο τρόλεϊ δεν είχε πολύ κόσμο, αλλά ήταν κατειλημμένα όλα
τα καθίσματα. Μπήκα στην Ακαδημία, στάθηκα όρθια κοντά στο παράθυρο, είχα άνεση
να παρατηρώ μέσα κι έξω. Δίπλα μου, σε κάθισμα απ’ αυτά που οι κατασκευαστές
των οχημάτων προορίζουν για γέρους, εγκύους, αναπήρους κλπ, καθόταν μια
ωραιότατη νεαρή ύπαρξη. Όρθιος κοντά της ένας ηλικιωμένος στηριζόταν τρέμοντας
σ΄ένα καρότσι λαϊκής. Μπορεί να είχε πάρκινσον, ή κάτι τέτοιο, κάθε του μέλος
έτρεμε χωριστά, κι όλος μαζί επίσης, κεφάλι, πόδια, πρόσωπο, τα πάντα. Ήταν δοκιμασία
μόνο να τον βλέπεις, αλλά η ωραία μικρή δεν τον έβλεπε. Ίσιαζε το μαλλάκι της,
έφτιαχνε τ’ ακουστικά της, κοιτούσε τα γόνατά της, ή έξω. Καρφώθηκα πάνω της,
έσκυψα πάνω από το σωλήνα που μας χώριζε, δεν ήταν δυνατόν να είναι τόσο
αδιάφορη. Φορούσε από δυο λεπτές αλυσιδίτσες στους καρπούς, είχε ροζ βαμμένα
νύχια. Δέρμα απαλό, πρόσωπο γλυκό, όλα τέλεια. Και καμία επαφή με το
περιβάλλον.
Τι να κάνω; Να της μιλήσω, να τη σκουντήσω, να πω κάτι;
Περνούσαν οι στάσεις, ο ψηλός τρεμάμενος γέρος άλλαζε κάθε τόσο χέρι στο
καρρότσι, τον τράνταζαν τα φρεναρίσματα μετακινιόταν λίγο τρέμοντας ασταμάτητα,
στο πρόσωπο φαινόταν ότι υποφέρει αλλά δεν έλεγε τίποτε, δεν κοίταζε κανέναν.
Τι με νοιάζει; Άρχισα να κοιτάζω τη νεαρή, το στομάχι μου σφίχτηκε, δεν μπορώ
ακόμα να μην αναστατώνομαι με τη γαϊδουριά. Να την πληροφορήσω ότι τα καθίσματα
αυτά είναι ειδικά, λέγονται θέσεις προτεραιότητας, επίτηδες χαμηλά για τους
ανθρώπους με προβλήματα; Από τα περισσότερα οχήματα έχουν βγάλει και τις
ταμπελίτσες. Δεν μπαίνει κανείς στον κόπο να εκπαιδεύσει το κοινό. Κάποτε ο
οδηγός έλεγε, «μια θέση για την κυρία με το παιδάκι, ή για την κυρία που είναι
σε ενδιαφέρουσα». Εχω χρόνια να τ’ ακούσω. Ίσως είναι συνδικαλιστική πρόοδος,
να μη χρειάζεται ο οδηγός να ασχολείται με τους επιβάτες.
Οι γονείς όχι. Δεν μαθαίνουν τα παιδιά τους να δίνουν θέση. Τα
θεωρούν πάντα πιο σπουδαία πρόσωπα από κάθε άλλον, επίσης μπορεί να ελπίζουν
ότι δεν θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν στη ζωή τους τρόλεϊ και λεωφορεία. Οπότε
χρειάζεται πληροφόρηση. Και γιατί πρέπει να την κάνω εγώ; Υπομονή, σε λίγο θα
κατέβω.
Προχωρά αργά το όχημα, έχουμε φτάσει στη Μαυροματαίων, ακόμα
ο γέρος τρέμει δίπλα στη νεαρή, κι εκείνη τίποτε. Κάποια στιγμή σήκωσε το αθώο
βλέμμα της κι είδε το δικό μου, θα πρέπει να πετούσε κεραυνούς, αμέσως κοίταξε
αλλού. Περνά κανα πεντάλεπτο, τελικά δεν αντέχω, σκύβω κι αγγίζω ελάχιστα τον
σφριγηλό πήχη δίπλα στο βραχιολάκι, «κοίταξε τον!» της ψιθυρίζω. Πολύ σιγά,
χωρίς ήχο σχεδόν. Γύρισε επιτέλους το κεφαλάκι, κατάλαβε αμέσως ποιον εννοούσα.
«Τον είδες;» Το κούνησε καταφατικά. «Σήκω
λοιπόν!»
Απαλά. Τα είπα όλα απαλά, τελοσπάντων από το να σκάσω έκανα
μια προσπάθεια παρέμβασης. Περιμένω, κουνιέται λίγο, δεν σηκώνεται αμέσως,
πλησιάζουμε στη στάση του Πανελλήνιου, στηρίζει την τσάντα στον ώμο και τελικά
το παίρνει απόφαση. Ο έρμος ο άνθρωπος σχεδόν σωριάζεται στο κάθισμα κι εγώ
γυρίζω από την άλλη να πάρω μια βαθιά ανάσα. Μπορεί να της είπε ευχαριστώ, δεν
ξέρω. Μπορεί να κατέβηκε, μπορεί να περίμενε όρθια, δεν θέλω να δω περισσότερα,
αλλά ουφ, ξαλάφρωσα. Θα μου καθόταν στο στομάχι αν το κατάπινα αμάσητο. Μπορεί
το κορίτσι να με βρίζει από μέσα του, τουλάχιστον δεν έβρισε απ’ έξω. Κάπως το
δέχτηκε, σηκώθηκε τελικά. Είναι μια αντικειμενική αλήθεια, ο γέρος χρειαζόταν
το κάθισμα, και οφείλουμε να το καταλαβαίνουμε. Και κάπως το δέχτηκε. Δεν έχουν
όλα χαθεί.
Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017
Πάντα ποθείς τα λεωφορεία
Είναι νόμος απαράβατος του Μέρφυ, να φεύγει το πολυπόθητο
λεωφορείο τη στιγμή που πλησιάζεις. Η θετική σου ματιά στον κόσμο εξαρτάται από
τη διάθεση του οδηγού, αν είναι στις καλές του και σταθεί για δέκα
δευτερόλεπτα, σου ανοίξει και την πόρτα, τότε μπορείς να δεις με άλλα μάτια τον
κόσμο, τους ανθρώπους γύρω σου και τη ζωή σου ολόκληρη. Το λεωφορείο είναι
πάντα «ο πόθος», μπορεί να υπάρχουν πόθοι χωρίς λεωφορεία, αλλά όχι λεωφορεία
που δεν τα έχουμε ποθήσει. Ακόμα κι όταν έχεις περάσει δεκάλεπτα ή και μισάωρα που
σιχαίνεσαι τον εαυτό σου και τη βαλκάνια μοίρα σου σε μερικά από δαύτα,
στριμωγμένος, με ξένους αγκώνες να χώνονται στα πλευρά, με πόρτες να ανοίγουν
στα μούτρα σου και να σου φέρνουν τα γυαλιά μέσα στο πρόσωπο, σα να οφείλεις να
γίνεις κάποιο νέο είδος ζώου με ενσωματωμένους φακούς, ακόμα και αυτά όπου
έχεις υποφέρει, συμβαίνει να τα δεις μια μέρα μπροστά σου ξαφνικά, να
καταφθάνουν πλησίστια σε μια στάση όπου δεν θα σταματήσεις, να μην τα
χρειάζεσαι καθόλου, κι όμως αυτόματα, σαν τον σκύλο του Παβλώφ, να γεμίζει η
ψυχή σου πόθο, και μάλιστα ανάμικτο με χαρά, μην πω και κάτι σαν εθνική
περηφάνεια και παρεξηγηθώ μέρες πούρχονται.
Συμβαίνει, ενώ μπορεί να επιστρέφεις στο σπίτι μετά από μια
κουραστική μέρα στην πόλη, και δεν θες τίποτε άλλο παρά να γυρίσεις στην πόρτα
το κλειδί και να πετάξεις τα παπούτσια σου, με το που βλέπεις το λεωφορείο,
αυτό το ίδιο που σε βασάνισε στον πηγαιμό μέχρι να εμφανιστεί, και τώρα που δεν
το χρειάζεσαι πλησιάζει καμαρωτό και θορυβώδες, να νομίζεις ότι είσαι άξιος να ξαναρχίσεις
τη μέρα σου από την αρχή, να κάνεις τη διαδρομή ανάποδα, και βέβαια όλα να πάνε
καλύτερα, να ζυγίσεις πιο σωστά τις αντιδράσεις σου, να πεις σωστές ατάκες εκεί
που είπες τις μπαρούφες, κλπ. κλπ. Σα να φεύγει η κούραση μόνο που αντικρίζεις
την ταμπέλα του.
Ευτυχώς, αυτά συμβαίνουν μόνο στον ξύπνιο σου. Στον ύπνο σου
οι τάσεις φυγής είναι πιο κλασικές, κι όσο πρέπει λογοτεχνικές. Πάντα τραίνα σε
παίρνουν για τα μακρινά ταξίδια, το υποσυνείδητο αντιστέκεται στην ευτελή
καθημερινότητα.
Τρίτη 27 Ιουνίου 2017
Παρομοιώσεις και μεταφορές
-Τι συμβαίνει με τα λεωφορεία, με ρωτάει η γυναίκα που
λειώνουμε δίπλα- δίπλα από τη ζέστη στη στάση. Τα έχουν αραιώσει;
-Θα ήθελα να ξέρω, της απαντώ, και κοιταζόμαστε σα δυο χαζές,
με κατανόηση. Ή με απογοήτευση. Πώς κοιτάζονται δυο χρήστες λεωφορείων που δεν
ξέρουν γιατί ταλαιπωρούνται; Παρομοιώσεις υπάρχουν. Λεωφορεία δεν υπάρχουν.
Ή, μπορεί και να υπάρχουν. Ποιος ξέρει; Μπορεί να είναι
ακριβά τα ανταλλακτικά, ή να μην τα δίνουν για επισκευή. Ρεπορτάζ δεν κάνει
κανείς για τέτοια τετριμμένα θέματα. Έχουν άλλα πολύ πιο σημαντικά ν’
ασχοληθούν. Τι είπε η Φώφη στον Τσίπρα; Το πρόφερε σωστά; Τι ευχήθηκε ο Τσίπρας
στον Θεοδωράκη; Κι εκείνος πώς αντέδρασε; Θα καλύψει τον Καμμένο; Αυτό είναι
όντως κρίσιμο. Υπομονή, όταν περάσουν τα κρίσιμα, θα μάθουμε και τα τετριμμένα.
Μα όλα είναι κρίσιμα, κάθε μέρα, τι λένε, τι κάνουν οι
πολιτικοί. Όχι το γιατί τα σκουπίδια δεν μαζεύονται. Τριάντα χρόνια τώρα οι
εργαζόμενοι στους Δήμους απεργούν είτε Χριστούγεννα, είτε καλοκαίρι με καύσωνα,
οι ΧΥΤΑ δεν γίνονται, η ανακύκλωση δεν προχωρά, κλπ. Αλλά δεν είναι
συνταρακτικό το πράγμα, το έχουμε συνηθίσει, κάποια λύση θα βρεθεί. Οι
πολιτικοί δεν θα τη βρουν, γιατί ενώ ασχολούμαστε μαζί τους νυχθημερόν, αυτοί
δεν ασχολούνται με τις δουλειές τους. Κι αν θέλει κάποιος να κάνει ρεπορτάζ,
μήπως πέσει στη λεγόμενη μαφία των σκουπιδιών; Έγινε μαφία επειδή την ονόμασαν
έτσι, ή είναι στ’ αλήθεια; Είναι σχήμα λόγου, μεταφορά; Από σχήματα λόγου πάμε
καλά, είναι βέβαιο.
Η δημοσιογραφία έχει γίνει ένα μεγάλο ρεάλιτι, όπου
παρακολουθούμε μέρα νύχτα τους παίχτες, τι λένε, τι φοράνε, πώς μιλάνε, πώς δεν
μιλάνε, τι υπονοούν. Υποτίθεται ότι τους εκλέγουμε για να λύνουν τα προβλήματα, όμως έχουμε ξεπεράσει τα προβλήματα, και υφιστάμεθα
τα νέα που δημιουργούν. Μόνο δείχτε μας τι κάνουν και τι λένε. Με ρεάλιτι
ξεχνιόμαστε. Και τα θέματα που έχουν αναδειχτεί, το περίφημο μνημόνιο ας πούμε,
που για χάρη του κάηκε το πελεκούδι, αφεαυτού μοιάζει πολύ βαρετή ιστορία.
Καλύτερο ένα Καστελλόριζο, ένα Σύνταγμα (και δυο και τρία και τέσσερα) πολλές
μολότοφ, πολύ βαριά συνθήματα, κρεμάλες που γίνονται γραβάτες που δεν
φοριούνται κλπ κλπ. Οι πολιτικοί το ξέρουν, μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει να
παρακολουθούμε τους ίδιους, παρά να σπαζοκεφαλιάζουμε με τα έργα τους.
Ευτυχώς που υπάρχουν και τα γνήσια ριάλιτι, και γνωρίζουμε
και καναν άνθρωπο εκτός πολιτικής, κανα νέο και ωραίο, με χτισμένους μυς, δίπλα
σε παραλίες.
Πέμπτη 12 Μαΐου 2016
...Και του τροχού, που ώρες ψηλά...
Πρώτη φορά στη ζωή μου στην Αθήνα συνέβη να με περιμένει το λεωφορείο αφού ο οδηγός είχε κλείσει τις πόρτες κι είχε βάλει μπρος! Με είδε να τρέχω, τον είδα να ξεκινά, έκοψα ταχύτητα, εκείνος σταμάτησε, άνοιξε την πόρτα και περίμενε καμιά δεκαριά δευτερόλεπτα να φτάσω ν' ανέβω. "Ευχαριστώ!" είπα λαχανιασμένη μόλις μπήκα, πλημμυρισμένη ευτυχία. Μα τι σπέσιαλ δώρο ήταν αυτό, σπάνιο, μοναδικό, τι παράξενη τύχη... μήπως ν' αγόραζα λαχείο;
Στο μεταξύ ο οδηγός μιλούσε, νόμιζα ότι είχε κάποιον στο κινητό, αλλά όχι. Δεν μιλούσε, διαπίστωσα, τραγουδούσε κάτι σαν παρλάτα, και κάθησα μπροστά να στήσω αυτί. Μετά από λίγο το αναγνώρισα, "... ο κύρης σου μ' εξόρισε στης ξενητιάς τη στράτα..." Ερωτόκριτος, με γνήσια κρητική προφορά και μάλλον ξερή, άχαρη φωνή. Τον παρατήρησα, ωραίος άντρας με γένια, λίγο πιο αδύνατος θα ήταν τέλειος. Συνέχιζε να τραγουδά ως το τέρμα που κατέβηκα. Κάθε τόσο κάποιος πήγαινε κοντά του και κάτι ρωτούσε, δεν άκουγα αν αφορούσε το τραγούδι ή τις στάσεις.
-Το ξέρετε όλο; ρώτησα κι εγώ πριν κατέβω. Ο Ερωτόκριτος δεν είναι;
-Ναι, μου είπε με ύφος βαρύ και στράφηκε στο κινητό. Δεν είχε όρεξη για κουβέντα.
Έπρεπε να έχω απαντήσει σ' εκείνη την ατάκα: "Και πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω, και πώς να ζήσω δίχως σου στον χωρισμό εκείνο;"
Νά' βλεπα τότε τι θα 'κανε.
Στο μεταξύ ο οδηγός μιλούσε, νόμιζα ότι είχε κάποιον στο κινητό, αλλά όχι. Δεν μιλούσε, διαπίστωσα, τραγουδούσε κάτι σαν παρλάτα, και κάθησα μπροστά να στήσω αυτί. Μετά από λίγο το αναγνώρισα, "... ο κύρης σου μ' εξόρισε στης ξενητιάς τη στράτα..." Ερωτόκριτος, με γνήσια κρητική προφορά και μάλλον ξερή, άχαρη φωνή. Τον παρατήρησα, ωραίος άντρας με γένια, λίγο πιο αδύνατος θα ήταν τέλειος. Συνέχιζε να τραγουδά ως το τέρμα που κατέβηκα. Κάθε τόσο κάποιος πήγαινε κοντά του και κάτι ρωτούσε, δεν άκουγα αν αφορούσε το τραγούδι ή τις στάσεις.
-Το ξέρετε όλο; ρώτησα κι εγώ πριν κατέβω. Ο Ερωτόκριτος δεν είναι;
-Ναι, μου είπε με ύφος βαρύ και στράφηκε στο κινητό. Δεν είχε όρεξη για κουβέντα.
Έπρεπε να έχω απαντήσει σ' εκείνη την ατάκα: "Και πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω, και πώς να ζήσω δίχως σου στον χωρισμό εκείνο;"
Νά' βλεπα τότε τι θα 'κανε.
Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012
Το καλό το παλικάρι…
Όσο η κρίση
βαθαίνει τόσο τα λεωφορείο αραιώνουν, κι είναι όλο και πιο ασφυκτικά γεμάτα. Θα
έπρεπε λοιπόν να είμαστε πανευτυχείς προχτές που πετύχαμε το 022 μισοάδειο, με
θέσεις διαθέσιμες. Πηγαίναμε καθιστές όλες, γυναίκες στη συντριπτική πλειοψηφία
ήμασταν, υπήρχε μόνο ένας άντρας ο οποίος κάθισε στην έξω θέση ενός διπλού
καθίσματος. Στην επόμενη στάση μπήκε μέσα άλλη μια γυναίκα και πήγε να καθίσει
στη μοναδική πλέον άδεια θέση, αυτή δίπλα στον άντρα. Όμως εκείνος δεν ήθελε.
-Δε χωράς εδώ,
της λέει απότομα.
-Αν σηκωθείτε θα
χωρέσω, του απαντάει.
Πράγματι, οι
διπλές θέσεις σ’ αυτά τα λεωφορεία είναι αρκετά στενές. Κανείς δεν μπορεί να
καθίσει στη μέσα μεριά αν δεν σηκωθεί πρώτα αυτός που κάθεται στην έξω.
-Δε χωράς σου
λέω!
-Χωράω κύριε! Αν δεν θέλετε να σηκωθείτε, πηγαίνετε εσείς εκεί, να καθίσω εγώ έξω.
-Χωράω κύριε! Αν δεν θέλετε να σηκωθείτε, πηγαίνετε εσείς εκεί, να καθίσω εγώ έξω.
-Τι λες μωρή, που
θα μου πεις τι να κάνω. Άντε φύγε από δω.
Μήπως ήταν το
κάθισμα ενάμιση, σαν αυτά που έχουν μερικά τέτοια λεωφορεία, και πράγματι δεν
χωρούσε άλλος; Όχι, ήταν κανονικό διπλό κάθισμα. Ο άντρας ήταν αρκετά ψηλός και
σωματώδης, αλλά έπιανε μόνο μια καρέκλα. Η διπλανή του ήταν άδεια, κι είχε
αποφασίσει ότι έτσι του άρεσε να παραμείνει. Δεν είχε εμφάνιση τραμπούκου,
φορούσε γυαλιά, ήταν σχετικά καλοντυμένος, αλλά η φωνή του είχε αρχίσει να
υψώνεται δυσοίωνα. Υπάρχει αρκετός εκνευρισμός διάχυτος σε μέρη όπως τα
λεωφορεία και τα τρόλεϊ τώρα τελευταία, πολλοί πιστεύουν ότι είναι χώρος
κατάλληλος να αποφορτίσεις τον υπερβάλλοντα τσαμπουκά σου, να εκτονώσεις την
επιθετικότητα σου, να νιώθεις μετά πιο
υγιής και ανάλαφρος. Ίσως το θηλυκό στοιχείο να τον προκαλούσε, να είχε κάποια
ιδιαίτερη ψυχική ευαισθησία ο τύπος.
-Δεν φεύγω κύριε,
του είπε ψύχραιμη η γυναίκα. Έχω δικαίωμα να καθίσω στην ελεύθερη θέση. Σας
παρακαλώ να με αφήσετε να περάσω.
Εκνευρισμένος εκείνος
με την αμετακίνητη στάση της, ύψωσε κι άλλο τους τόνους.
-Ρε ουστ από δω!
Ρε άντε φύγε, μη σ’ αρπάξω από τον κότσο και σε σβουρίξω απέναντι!
Αυτό το είπε πια
πολύ δυνατά, πολύ προσβλητικά και προκλητικά. Ακούστηκαν ένα- δυο έεε, σαν ήπια
παρατήρηση. Ο τύπος δεν πτοήθηκε, απείλησε λίγο ακόμα. Είχαμε αρχίσει να
κοιταζόμαστε ανήσυχα. Τι θα γινόταν πραγματοποιούσε την απειλή; Ήταν διπλάσιος
σε ύψος από τη γυναίκα. Αν στ’ αλήθεια τη χτυπούσε, θα την άφηνε στον τόπο. Πού
έβρισκε κουράγιο εκείνη; Κι ο οδηγός γιατί δεν παρενέβαινε; Καθόταν ακριβώς
πίσω του, δεν έπρεπε κι αυτός να πει κάτι; Τόση αδιαφορία;
Εκεί που αναρωτιόμασταν
βλέπουμε το λεωφορείο να σταματάει δίπλα σε μια παρκαρισμένη κλούβα της
αστυνομίας. Σηκώνεται από τη θέση του ο οδηγός, ανοίγει την πόρτα, βγαίνει έξω
χωρίς να πει λέξη. Κοιτάμε έξω να δούμε τι έκανε, μιλούσε με τους αστυνομικούς;
Πήγε κοντά τους με τα χέρια στις τσέπες, προσπέρασε, τον χάσαμε. Τι έκανε, δεν
είδαμε. Στο μεταξύ όμως, μέσα στο όχημα,
ο τσαμπουκάς είχε σηκωθεί από τη θέση του χωρίς άλλες ιστορίες. Η γυναίκα είχε
περάσει στο μέσα κάθισμα, κι εκείνος είχε μείνει όρθιος από το πείσμα του,
μουρμουρίζοντας κάτι που δεν το ακούσαμε, κι ούτε θέλαμε, αρκετά είχαμε
ακούσει.
Ο οδηγός
ξαναμπήκε χωρίς να μιλήσει. Δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Ξεκίνησε και συνεχίσαμε
τη διαδρομή. Το λεωφορείο γέμισε σιγά- σιγά, κάποιος άλλος κάθισε δίπλα στη
γυναίκα. Ηρεμήσαμε. Ξύπνιος ο οδηγός μας τελικά, δεν ήταν αναίσθητος όπως
νομίσαμε. Απλώς δεν θέλησε να το παίξει πλοίαρχος, δεν βρισκόταν μεσοπέλαγα
μόνος εκπρόσωπος του νόμου και της τάξης. Υπήρχαν εκεί δίπλα οι εκπρόσωποι, κι
έστω και σαν συμβολική παρουσία έπαιξαν το ρόλο τους. Υπάρχει ακόμα σεβασμός
λοιπόν στο βάθος της έξαλλης ψυχής μας προς το νόμο -που προστατεύει τα
γυναικόπαιδα- και τη λογική- έστω και πλαγίως, δια του φόβου. Παρηγορητικό.
http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1/%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B9%E2%80%A6
Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012
Πάρε λίγο νέφτι μαζί σου...
Σταθμός μετρό "Αλέξανδρος Παναγούλης -Άγιος Δημήτριος" Από όνομα καλά πάει, διπλό, μεγαλοπρεπές. Και το πλακάκι κάτω φιλόδοξο. Και πίσω πολυκαταστήματα. Ανεβαίνει κόσμος απο το μετρό, περιμένουν ουρές στις στάσεις των λεωφορείων. Δεν ξέρω την περιοχή, ψάχνω να βρω πού θα πάω. Αμ δε. Σιγά μη δω. Οι λειψές ταμπελίτσες με τις ακόμα πιο λειψές πληροφορίες είναι απέξω μουτζουρωμένες όσο δεν παίρνει. Αυτοκόλλητα που δεν έχουν ξεκολλήσει κρύβουν τις περισσότερες στάσεις. Ό,τι περίσεψε το σκεπάζουν οι μαρκαδάροι. Χώρος έκφρασης οι πληροφορίες των συγκοινωνιών. Πάνω απ' όλες τις μουτζούρες οι ΑνΕλ έχουν κολλήσει κι ένα χαρτί με περισπούδαστες προτάσεις, ότι θα δουν αν συντρέχει λόγος παραπομπής σε δίκη των υπευθύνων για την υπαγωγή της Ελλάδος στο ΔΝΤ. κλπ. Περιμένω το λεωφορείο για 35 λεπτά. Δεν έχει χώρο να καθίσεις, δυο παγκάκια για δεκάδες ανθρώπους, και το ένα σπασμένο. Στο πεζούλι ενός δέντρου θα καθόμουν αν δεν ήταν το χώμα πίσω του τόσο γεμάτο σκουπίδια που με συγκράτησε.
Ποιος θα ερευνήσει αν συντρέχουν ευθύνες και λόγοι παραπομπής σε δίκη των υπευθύνων γι αυτό το χάλι στις στάσεις; Για την υπαγωγή μας σε χαμηλότερο επίπεδο ζωής; Κανένας απολύτως. Και τι να τις κάνεις τις ευθύνες; Σκούπα, φαράσι θέλω, να!
Αλλά μπορεί να πάρω το νέφτι μου την άλλη φορά στην τσάντα, με λίγο σπρέι καθαρίζεις το πλαστικό κι ίσως δεις τι υπάρχει απο κάτω.
Δεν θέλω άλλους συνειρμούς με το νέφτι όμως, εντάξει;
Μήπως ξέρετε κάποιο άλλο υλικό; Κανένα τίπ, όπως για τους λεκέδες σε υφάσματα;
Τώρα με την αύξηση των κομίστρων, να ρίξω την ιδέα να πάρουμε μπόνους ένα καθάρισμα των τσιγκουνικων αυτών επιγραφών;
Το κάνω για να διατηρώ την διεκδικητική μου φόρμα.
Ποιος θα ερευνήσει αν συντρέχουν ευθύνες και λόγοι παραπομπής σε δίκη των υπευθύνων γι αυτό το χάλι στις στάσεις; Για την υπαγωγή μας σε χαμηλότερο επίπεδο ζωής; Κανένας απολύτως. Και τι να τις κάνεις τις ευθύνες; Σκούπα, φαράσι θέλω, να!
Αλλά μπορεί να πάρω το νέφτι μου την άλλη φορά στην τσάντα, με λίγο σπρέι καθαρίζεις το πλαστικό κι ίσως δεις τι υπάρχει απο κάτω.
Δεν θέλω άλλους συνειρμούς με το νέφτι όμως, εντάξει;
Μήπως ξέρετε κάποιο άλλο υλικό; Κανένα τίπ, όπως για τους λεκέδες σε υφάσματα;
Τώρα με την αύξηση των κομίστρων, να ρίξω την ιδέα να πάρουμε μπόνους ένα καθάρισμα των τσιγκουνικων αυτών επιγραφών;
Το κάνω για να διατηρώ την διεκδικητική μου φόρμα.
Τρίτη 10 Ιουλίου 2012
Καλώς σε βρίσκω πατρίδα με τις μικρές σου βαρβαρότητες
Πήρα λεωφορείο γύρω
στις 11 το πρωί, το περίμενα ένα τεταρτάκι. Ευτυχώς είχε λίγη σκιά στη στάση,
αλλά ένιωθα την ανάσα μου δύσκολη. Όταν ήρθε, βρήκα θέση να καθίσω, είχε
και κλιματισμό, πασάς ένιωσα. Παίρνω μια βαθιά αναπνοή, αλλά δεν πρόλαβα
να την ευχαριστηθώ. Στην επόμενη στάση είδα τον οδηγό να κλείνει την πόρτα στα
μούτρα μιας κοπέλας που ετοιμαζόταν να ανέβει. Δεν είχε φτάσει τελευταία στιγμή,
περίμενε ήδη εκεί, πλησίασε με κάπως αργό βήμα, γιατί έξω είχε ήλιο, όμως ο
οδηγός έκανε πως δεν την είδε. Κόντεψε να της πιάσει το χέρι ή το πόδι, γιατί
επέτρεψε μόνο σε έναν επιβάτη να ανέβει κι αμέσως έκλεισε απότομα. Την άφησε απέξω
απορημένη, ξαφνιασμένη, κι εντελώς ακίνητη, ούτε φωνή έβγαλε, ούτε κίνηση έκανε,
τόσο η ζέστη την είχε παραλύσει. Κι εμείς μέσα επίσης δεν αντιδράσαμε, κανείς δεν
μίλησε, δεν διαμαρτυρήθηκε, κάναμε όλοι οικονομία δυνάμεων.
Δυο στάσεις μετά
κατάφερε να μαγκώσει το πόδι μιας άλλης κοπέλας η οποία πήγαινε να κατέβει. Αυτή
τη φορά ο κόσμος φώναξε και τον ανάγκασε να ξανανοίξει την πόρτα και να την
ελευθερώσει. Το έκανε θυμωμένα, κι άρχισα πια να ανησυχώ αν θα κατάφερνα να βγω
αρτιμελής από εκείνο το λεωφορείο. Όταν έφτασα στη στάση μου φρόντισα να έχω πίσω
και μπροστά μου αρκετό κόσμο, ευτυχώς πήγαινα Ακαδημίας και τα κατάφερα.
Στην επιστροφή ήμουν
εγώ εκείνη που είχε την εμπειρία της πόρτας που κλείνει στα μούτρα. Ήταν αργά το μεσημέρι κι ο
ήλιος πια σε εξουθένωνε. Έφτασα στο σκαλί του λεωφορείου κι ετοιμάστηκα ν’ ανέβω
τη στιγμή που η πόρτα έκλεισε μπροστά μου απότομα. Πάλι καλά που δεν είχα προλάβει ν’
απλώσω χέρι ή πόδι. Το λεωφορείο έφυγε και σωριάστηκα στο μεταλλικό παγκάκι της
στάσης. Ήταν καυτό, αλλά έπρεπε να καθίσω λίγο να ηρεμήσω, να αποδεχτώ την
απλή πραγματικότητα. Δυο εβδομάδες ταξίδι στην κρύα Σκωτία δεν μπορεί να σε κάνουν
να ξεχνάς την πατρίδα σου. Όχι. Εδώ είμαστε πάλι, με την καθημερινή μας βαρβαρότητα,
την καθημερινή μας κόλαση άνευ λόγου και αιτίας. Welcome back to Greece . Εδώ που τα λέμε, καμιά φορά
που οι οδηγοί λεωφορείου ξανανοίγουν την πόρτα για να πάρουν κάποιον
καθυστερημένο, δεν νιώθεις λίγο dépaysée;
Μπορεί να φιλοσοφήσει
κανείς κατά βούληση για τη συμπεριφορά των οδηγών της σημερινής ημέρας. Ίσως
και οι δυο είχαν τσακωθεί με τη γυναίκα τους και έπαιρναν εκδίκηση από το
γυναικείο φύλο. Ίσως απλώς απολάμβαναν τις μικρές σαδιστικές χαρές της εξουσίας.
Αυτό δεν είναι το άλας, η νοστιμιά της χώρας αυτής; Να δίνει ικανοποίηση σε διάφορα
αντριλίκια; Γι αυτό δεν μας αρέσει; Αυτή την ιδιαιτερότητα δεν υπερασπιζόμαστε;
Εκτός κι αν υπάρχει κάτι άλλο στο βάθος της άνευ λόγου βάρβαρης συμπεριφοράς, ένα είδος διαμαρτυρίας για την καταπίεση που υποστήκαμε να ζήσουμε με μέσα που δεν επινοήσαμε μόνοι μας, εμείς οι απόγονοι των αρχαίων ελλήνων, να χρησιμοποιούμε λεωφορεία και μάλιστα δημόσια, τη στιγμή που θα θέλαμε κάτι πιο αρμονικό με την πορεία των προπαππούδων μας, έναν αραμπά ας πούμε. Κι όσο μας υποχρεώνουν να μεταχειριζόμαστε τέτοια μέσα του διαβόλου, ξενόφερτα, άκαρδα σιδερικά, θα εκδικούνται οι βαρβάτοι άντρες τις εμφανώς προδότρες γυναίκες, διότι κοίτα οι άτιμες πόσο απολαμβάνουν να μπαίνουν όλες διαρκώς σε λεωφορείο.
Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011
Finis Greciae
![]() |
| Αδειο παντελόνι αναπαύεται σε ξηλωμένο στρώμα στα σκουπίδια της Χέυδεν |
-Α, την καημένη τη γυναίκα, να το λεωφορείο, περίμενε μια ώρα, βαρέθηκε, κουράστηκε, πήρε ταξί. Μόλις τώρα το πήρε το ταξί. Μια ώρα περίμενε, δεν άντεξε άλλο.
Κουνάνε το κεφάλι μια- δυο γυναίκες. Το ξαναλέει, δεν μπορεί να το χωνέψει ότι η γυναίκα πήρε το ταξί.
-Μια ώρα περίμενε η γυναίκα, μια ώρα.
Ξανακουνάνε φιλικά μια δυο το κεφάλι. Ο άντρας συνεχίζει να μονολογεί.
-Αχ καημένη Ελλαδίτσα, πας, τέλειωσες, αυτό ήταν...
Δεν ξέρω γιατί, μου σφίγγεται η καρδιά. Θα φταίει το ύφος αυτό, δεν είναι βαρύγδουπο, ΄δεν είναι θρηνητικό, σαν μια απλή διαπίστωση, είχαμε μια Ελλαδίτσα και τώρα δεν την έχουμε, μια Ελλαδίτσα όπου ερχόταν το λεωφορείο πριν απελπιστείς και πάρεις ταξί. Φτάνει το λεωφορείο κι όταν ανεβαίνουμε και μπαίνουμε μέσα, τρεκλίζω απο τη στεναχώρια. ΄Βγάζω εισιτήριο και το χτυπάω, κάθομαι, φεύγουμε, τον χάνω τον τύπο. Μπορεί και να ήταν ο Γιώργος Κωνσταντίνου αυτοπροσωπως, αυτό το τόσο ουδέτερο ύφος ήταν τόσο χαρακτηριστικό. Αλλά πρεπει να είναι μεγαλύτερος εκείνος. Ο σωσίας του. Μου μαύρισε την ψυχή με την κυρία που περίμενε το λεωφορείο. Θα τη γούσταρε ίσως, θα φιλοδοξούσε να τη φλερτάρει μόλις ανέβαιναν, δεν μπορει τόσο να σκάει για το λεωφορειο. Ή για την Ελλαδίτσα.
Άει στο καλό βραδιάτικα. Με έχει πιάσει κατι σαν ταχυπαλμία. Δεν πίστεψα κανένα κήρυγμα τέλους της Ελλάδας σε άρθρα, σε βαρύγδουπες δηλώσεις, σε θρήνους και οδυρμούς, και τώρα να με τσακίσει έτσι ένας σωσίας του Γιώργου Κωνσταντίνου για ψύλλου πήδημα; Άσε που δεν το πιστεύω αυτό περί τέλους της Ελλαδίτσας. Οι χώρες δεν είναι επιχειρήσεις να κλείνουν. Κάπως θα υπάρξει ένα μέλλον.
Κι αυτή η γυναίκα πια, ήταν ανάγκη να το πάρει το ρημάδι το ταξί;
Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011
Φροντιστής σκηνής (για την εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών)
| Aκόμα και στις αφετηρίες τίποτε δεν σε βοηθάει να καταλάβεις πού πάει το κάθε λεωφορείο |
Από την εποχή που το Φεστιβάλ Αθηνών δεν σημαίνει μόνο παραστάσεις στο Ηρώδειο, ο τίτλος του μοιάζει με υπόσχεση διάχυσης μιας σκηνοθεσίας, ή μάλλον μιας σκηνογραφίας, σε όλη την πόλη. Ακούγοντας «Φεστιβάλ Αθηνών» ονειρεύομαι την Αθήνα σα σκηνή, μια κανονική πόλη δηλαδή, όπου μπορείς να χαζεύεις περπατώντας σε κάποιο πλατύ πεζοδρόμιο και να πέφτεις πάνω στον καλλιτέχνη που θα παίξει σκηνή από όπερα εκεί μπροστά, στη στάση λεωφορείων. Το αποτέλεσμα αυτής της ρομαντικής άποψης είναι να μην κλείνω εισιτήρια εγκαίρως για τις παραστάσεις του Φεστιβάλ, να επαφίεμαι απολύτως στην καλωσύνη των φίλων μου, που φροντίζουν τι θα δούμε, και με μεταφέρουν με ασφάλεια στα θέατρα και τους λοιπούς καλλιτεχνικούς χώρους.
Κάποτε μου είχε τύχει στ’ αλήθεια, ένας νεανικός θίασος είχε τραγουδήσει ολόκληρη την Κάρμεν στην πλατεία Καπνικαρέας, κι ενώ τυχαία περνούσα, στάθηκα όρθια και παρακολούθησα τρεις ώρες. Από τότε η κατάσταση μου χειροτέρεψε, εξαρτώμαι πια εντελώς από τις επιλογές των φίλων.
Κι όμως κάθε πόλη κατά βάθος αυτό είναι, σκηνικό των συναντήσεων που προσδοκούμε, συλλογική ανάρτηση των καλύτερων προσόψεων που ελπίζουμε να γίνουν φόντο σε κάτι θαυμάσιο, τυχαίο. Βγαίνουμε στο δρόμο έτοιμοι για το καλύτερο, κι ο δρόμος οφείλει να μας εμπνέει. Λέμε τώρα. Στην Αθήνα το σκηνικό, μίζερο, φαγωμένο νοβοπάν, υπολείπεται.
Αλλά οι νέοι δεν το βάζουν κάτω. Κυκλοφορούν και προσδοκούν και καταναλώνουν την έμπνευση σαν τυρόπιτα, σα φρέσκο αεράκι. Θα αναλάμβανα ευχαρίστως χρέη φροντιστή σκηνής στο παραμελημένο σανίδι. Σαν μαμά λίγο θα νοικοκύρευα, όπως νοικοκυρεύουμε το σπίτι για τα παιδιά, και τα αφήνουμε λίγο ελεύθερα να το χαρούν. Άλλοι έχουν κάνει τα σκηνικά και τα κοστούμια, εγώ απλώς θα διόρθωνα μερικές λεπτομέρειες. Κατά προτίμηση, τις ταμπέλες στις στάσεις των λεωφορείων. Θα έξυνα τα αυτοκόλλητα πάνω στα ονόματα των στάσεων, και από υπερβάλλοντα ζήλο θα έβαζα ξανά καινούργιους και καθαρούς χάρτες σε κείνα τα πινακάκια που είχαν κάποτε οι στάσεις. Κάθε περαστικός θα μπορούσε να βλέπει πού πάει το λεωφορείο, τα ονόματα όχι μόνο των στάσεων, αλλά και των δρόμων, πράσινο χρώμα για τα πάρκα στους χάρτες, κι αμέσως θα άνοιγαν στο μυαλό του τεράστιες δυνατότητες διαφυγής, διαδρομής, επιλογής. Κάπου να πας, κάτι να δεις που έχεις ακούσει και δεν το ξέρεις, κάτι να γνωρίσεις, και κάτι, πάντα, να περιμένεις.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι θα φρόντιζα τέτοια αντικείμενα κι εκεί που δίνονται οι παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών, στην Πειραιώς ας πούμε, που έχει ένα σωρό θέατρα, ώστε ακόμα κι αν δεν σε έχει γεμίσει το έργο και η παράσταση, ή τόσο σε έχει ξεχειλίσει που κοντεύεις να σκάσεις αν δεν εκφραστείς, να σε περιμένει στη στάση το πινακάκι με τα ονόματα, ο χάρτης, να σου δίνουν στίγμα της περιοχής, γεωγραφικό πλάτος και μήκος της μεγάλης σκηνής όπου ακόμα το θεσπέσιο έργο που σε αφορά δεν παίχτηκε, μένει μετέωρο, δεν μπορεί να αρχίσει χωρίς εσένα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Κίτρινο γρασίδι
Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...
-
Ο γιος μου ο Ντίνος μου έστειλε ένα μήνυμα καθώς ταξίδευε με το τραίνο για το αεροδρόμιο του Λονδίνου, για να έρθει στην κηδεία της γιαγι...
-
Μπούχτισα τους λυρισμούς των καταστροφολόγων. Έχουνε πάρει μια παραδοξολογία του Μπρεχτ και μας βάζουν φωτιά κάθε τρεις και λίγο. Και δεν υπ...

