Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φεμινισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φεμινισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Γυναίκες του κόσμου


Προσπαθώ να θυμηθώ τι σκεφτόμασταν για τους φερετζέδες τον καιρό που σχεδιάζαμε στην Αθήνα φεμινιστικές οργανώσεις. Υπήρχαν στους ελληνικούς νόμους ακόμα θεσπισμένες ανισότητες στα τέλη του 1970, η μοιχεία ήταν ποινικό αδίκημα και η έκτρωση επίσης. Οι γυναίκες θεωρούνταν ανίκανες για κάποιες δικαιοπραξίες, και στην οικογένεια ο πατέρας ασκούσε ‘πατρική εξουσία’. Το Οικογενειακό δίκαιο ρύθμιζε την προίκα, κυρίως υπέρ της συζύγου να μην μπορεί να την κάνει ό,τι θέλει ο σύζυγος. Όλα άλλαξαν το 1981, με το νέο Οικογενειακό, με την αποποινικοποίηση της μοιχείας και της έκτρωσης Αλλά τι συνέβαινε τότε στην Αίγυπτο, στη Σαουδική Αραβία, στο Ιράν, στην Υεμένη, δεν είχαμε ιδέα. Δεν ξέραμε, και δεν μας ενδιέφερε. Ο κάθε άνθρωπος, πιστεύαμε, είναι υπεύθυνος για τα πράγματα που τον αφορούν, γι αυτά που αντιλαμβάνεται και έχει τη δυνατότητα να τ’ αλλάξει. Έτσι λέγαμε και μάλλον είχαμε δίκιο.
Από μια άποψη ζήσαμε σε ειδυλλιακή εποχή. Αναλύαμε την ανισότητα στη γλώσσα, στα άρθρα και στις καταλήξεις και δεν ξέραμε ότι υπάρχει κλειτορειδεκτομή. Στην Περσία ο Σάχης μπορεί να ήταν σύμμαχος του διεθνούς ιμπεριαλισμού αλλά δεν υποχρέωνε τις γυναίκες να κυκλοφορούν καλυμμένες. Οι φωτογραφίες από την Τεχεράνη έδειχναν τους ανθρώπους ντυμένους κανονικά. Για το Αφγανιστάν ξέραμε μόνο ότι είναι ο παράδεισος των ναρκομανών. Ύστερα ξεκίνησε η σοβιετική επίθεση εναντίον του, αλλά μέχρι να αντιληφθούμε τι εστί μπούρκα περάσαμε ακόμα μερικές δεκαετίες αθωότητας.
Ευτυχισμένη εποχή της άγνοιας, τότε που τα πράγματα ήταν απλά και ξεκάθαρα. Στο Παρίσι ζούσε ο Χομεϊνι με τιμές, ως εκπρόσωπος της ιρανικής επανάστασης, αντιπολίτευσης, ξέρω γωτι. Τον είχανε σαν ένα είδος αγίου, ακόμα θυμάμαι ένα ρεπορτάζ που πήγαιναν στο σπίτι του σαν προσκυνητές περίπου, ν’ ακούσουν τον ογκόλιθο αυτόν της σκέψης. Ύστερα τον συνόδεψαν στο αεροπλάνο, διάφοροι φιλόσοφοι και ερευνητές της ελευθερίας, να πάει στο Ιράν και να ντύσει τις γυναίκες όλες καλόγριες, με το που μπαίνουν στην εφηβεία. Από τον παράδεισο του Παρισιού, την πρωτεύουσα της ελευθερίας, της ανοχής, του διαλόγου, της πρωτοπορίας, από κει ξεκίνησε ο άνθρωπος που ξανάφερε τη θεοκρατία στην Περσία, που ανάγκασε τις γυναίκες να ζουν σε καθεστώς σαρίας. Σπάνια τραγική ειρωνεία της Ιστορίας, στιγμή που καγχάζει τις σιγουριές και τις διακηρύξεις, που θέτει ερωτήματα και διαρκείς αβεβαιότητες και απορίες.
Πόσο επηρέασε η απελευθέρωση των δυτικών γυναικών την υποδούλωση των ανατολικών γυναικών, θα μάθουμε άραγε ποτέ; Υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στα δυο; Ας πάρουμε τον Χομεϊνί και τους Ιρανούς, η ζωή στο Παρίσι, η χειραφέτηση των γυναικών τους έκανε άραγε να αποφασίσουν την αδιαλλαξία στο θεοκρατικό καθεστώς που κήρυξαν, ή ήταν κάτι εντελώς άσχετο; Θα τα καταλάβουμε άραγε ποτέ όλ’ αυτά; Θα μπορέσουμε να μετρήσουμε αληθινή πρόοδο; Κι αν αυτό που βλέπουμε εμείς εδώ σαν μόνιμη υποδούλωση των γυναικών σε πολλές ισλαμιστικές ή απλώς φτωχές χώρες είναι καλύτερη κατάσταση από πριν, θα το μάθουμε ποτέ, θα το νιώσουμε, θα το μετρήσει κάποιος (ή κάποια; Ή κάποιες;) Μπορεί παλιότερα τα πράγματα να ήταν χειρότερα, κι απλώς να μην το ξέραμε. Μπορεί αυτά που βλέπουμε και μαθαίνουμε τώρα να είναι καλύτερα από πριν, (εξαιρούνται σίγουρα οι ελευθερίες των Περσίδων) αλλά να μην το συνειδητοποιούμε.
Έχουν ακόμα πολύ δρόμο οι γυναίκες. Έχουμε, ας το βάλω στο πρώτο πληθυντικό μέρα που είναι.

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Η Femme Fatale του φεμινισμού


Ανάμεσα στη φήμη και στη διαστρέβλωση, στα βιβλία που έχουμε διαβάσει και στη θεοποίηση, η πυκνή αφήγηση της ζωής της Σιμόν ντε Μπωβουάρ από την Υγκέτ Μπουσαρντώ πλέκει ένα νήμα που δίνει νόημα, θέση και ερμηνεία στα φεμινιστικά και στα πολιτικά ζητήματα της εποχής της και στις επιλογές της. Σχεδιάζει έτσι μια πολύπλευρη πραγματική προσωπικότητα στις πραγματικές διαστάσεις της. [ΤΒJ]

Από το  Books' journal
Παρουσίαση του βιβλίου της 
Huguette Bouchardeau, Σιμόν ντε Μπωβουάρ, μετάφραση: Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη, Κίχλη, Αθήνα 2010, 480 σελ.


Μια Κυριακή του 1921, η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, δεκατεσσάρων χρονών, κόρη καλής οικογενείας, αρνήθηκε να πάει στην εκκλησία με τους γονείς της. «Έχασα την πίστη», τους δήλωσε. Δεν ήταν περήφανη  για το γεγονός και δεν μίλησε με αναίδεια. Ήταν λυπημένη που είχε χάσει κάτι πολύτιμο, κάτι με το οποίο είχε μεγαλώσει. Επιπλέον ήταν αποφασισμένη να είναι ειλικρινής με τους δικούς της. Θα της ήταν εύκολο να πει ψέματα, ότι πάει στην εκκλησία, και να κάνει κοπάνα, όπως ήδη είχε κάνει μια φορά. Τότε, είχε πάει σε μια γέφυρα του Σηκουάνα, χάζεψε πολύ, στοχάστηκε πολύ και πήρε μια απόφαση που θα τηρούσε σε όλη της τη ζωή: να λέει την αλήθεια για τα πράγματα που της συνέβαιναν, να εξηγεί, να προσπαθεί να διατυπώσει τις ιδέες της, να διεκδικεί την αποδοχή της αληθινής προσωπικότητάς της.
Υπήρξε συνεπής. Όλη η ζωή της ήταν η περιπέτεια της ειλικρίνειας  απέναντι στον κόσμο και στον εαυτό της, η περιπέτεια ενός ανθρώπου που αποφασίζει να ζήσει ελεύθερα, σε αρμονία με τις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες του, διεκδικώντας επιπλέον το δικαίωμα αυτό πολιτικά και φιλοσοφικά. Θα μπορούσε, εκείνη την Κυριακή της εφηβείας της, να κάνει κάτι πιο απλό: να προσποιηθεί πονοκέφαλο, να συμβιβαστεί με λίγη υποκρισία. Κάτι που θα έκαναν πολλοί άνθρωποι στη θέση της. Αλλά επέλεξε άλλο δρόμο.
Με την αφήγηση αυτής της μέρας αρχίζει η Υγκέτ Μπουσαρντώ τη βιογραφία της Σιμόν ντε Μπωβουάρ. Μια ακόμα βιογραφία της. Πώς το σκέφτηκε να γράψει αυτό το βιβλίο; Δεν έχουν ειπωθεί τα πάντα για τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ; Η ίδια πρώτα απ’ όλα κατέγραψε εξονυχιστικά τη ζωή της, όχι μόνο στα μυθιστορήματα, που ήταν αυτοβιογραφικά τα περισσότερα, αλλά και στα ημερολόγια, τις σημειώσεις, τις επιστολές της. Όταν ακόμα ζούσε είχαν εκδοθεί τόμοι επί τόμων, η ζωή της ήταν πασίγνωστη στα πέρατα του κόσμου, πολύ περισσότερο κι από το έργο της. Στα γεράματά της γνώρισε δυο βιογράφους της, ή μάλλον τρεις, δυο που αποτελούσαν ομάδα και μία ακόμα ξεχωριστά, με τις οποίες πέρασε λίγο καιρό καθώς γράφονταν ταυτόχρονα δυο βιογραφίες. Χώρια οι άλλες, οι ανεπίσημες, χώρια οι συνεντεύξεις, οι αφηγήσεις, τα άρθρα, τα ρεπορτάζ, οι φωτογραφίες, οι αναφορές στον Τύπο σε όλη τη διάρκεια της ζωής της. Τι έμενε να ειπωθεί και να γραφτεί ακόμα;
Η Υγκέτ Μπουσαρντώ, πολιτικός της Αριστεράς, του τροτσκιστικού χώρου, υποψήφια πρόεδρος το 1981, ύστερα υπουργός Περιβάλλοντος στην κυβέρνηση του Μιττεράν, εκδότρια, ακτιβίστρια του φεμινιστικού κινήματος, βιογράφος πολλών ξεχωριστών γυναικών, από τη Γεωργία Σάνδη ώς τη φιλόσοφο Σιμόν Βέηλ και τη Σιμόν Σινιορέ, δηλώνει και τις δικές της επιφυλάξεις, θυμίζοντας στην εισαγωγή πόσο πολύ αυτοβιογραφήθηκε η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, και στα μυθιστορήματά της και στα Απομνημονεύματά της. Τα χρόνια του φεμινιστικού κινήματος την είχε γνωρίσει, είχαν συνεργαστεί σε γυναικείες ομάδες, αλλά η συστολή την εμπόδιζε να προσπαθήσει να την πλησιάσει περισσότερο. Αποφάσισε να γράψει τη βιογραφία με όλη τη «δέουσα περίσκεψη», όπως λέει, η οποία ευτυχώς δεν την εμποδίζει να είναι ολοζώντανη και ενδιαφέρουσα. Στις σελίδες της ξαναβρίσκουμε τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ με ανθρώπινες διαστάσεις, παρακολουθούμε τις δυσκολίες και τα διλήμματά της, διασχίζουμε μαζί την εποχή της και καταλαβαίνουμε περισσότερο τη στάση της σε διάφορα ζητήματα, φεμινιστικά και πολιτικά. Καταλαβαίνουμε και τη μεταμόρφωσή της σε ένα είδος ειδώλου που αλλοίωνε το αληθινό της πρόσωπο. Ανάμεσα στη φήμη και στη διαστρέβλωση, στα βιβλία που έχουμε διαβάσει και στη θεοποίηση, η πυκνή αυτή αφήγηση της πραγματικής ζωής ενός ανθρώπου πλέκει ένα νήμα που δίνει νόημα, θέση και ερμηνεία σε όλ’ αυτά, και σχεδιάζει μια πολύπλευρη προσωπικότητα.


Ελευθερία και αντιφάσεις
Υπάρχει ένα παράδοξο στη ζωή και στο έργο της Σιμόν ντε Μπωβουάρ: στο ξεκίνημά της υπήρξε το παιδί - θαύμα μιας αστικής οικογένειας που αποφάσισε να αποτινάξει τα δεσμά της τάξης του και να ζήσει όσο πιο ελεύθερα και πιο έντονα γινόταν. Στη συνέχεια, όμως, βρέθηκε στρατευμένη σε κινήματα, στο κίνημα της Απελευθέρωσης των Γυναικών κυρίως, αλλά όχι μόνο σ’ αυτό, καθώς ο δεσμός της με τον Σαρτρ την οδηγούσε και σε αριστερές πολιτικές δεσμεύσεις. Συχνά ο τρόπος ζωής της ήταν απολύτως αντίθετος με τα καθεστώτα που βρέθηκε να υποστηρίζει. Είχε σκανδαλίσει τη μοντέρνα Γαλλία, ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, όταν, ενώ διεκδικούσε απόλυτη ατομική ελευθερία, από την άλλη βρισκόταν να συντρώγει με τον Φιντέλ Κάστρο στην Κούβα ή να υπερασπίζεται τους λεγόμενους κινεζόφιλους στο Παρίσι, να ενισχύει δηλαδή καθεστώτα ανελεύθερα. Αν προσπαθεί κανείς να καταλάβει εκ των υστέρων την εποχή και τις παρεξηγήσεις της, τις ουτοπίες και τις ψευδαισθήσεις της, η πυκνή και απολαυστικά γραμμένη αυτή βιογραφία είναι ένα θαυμάσιο βοήθημα αναστοχασμού. Σε μια εποχή που μπαίνει θέμα ελευθερίας να φορούν οι γυναίκες μπούργκα στους δρόμους των ευρωπαϊκών πόλεων, η ιστορία της ζωής μιας γυναίκας που ξεκίνησε χειραφετώντας τη ζωή της και, εν συνεχεία, γράφοντας το Δεύτερο φύλο, το βιβλίο που υπήρξε η βίβλος του φεμινισμού, μας βοηθά να τα ξανασκεφτούμε όλα από την αρχή.
Η Υγκέτ Μπουσαρντώ εξηγεί ότι επειδή είχε πάρα πολύ υλικό επέλεξε να χτίσει κάθε κεφάλαιο γύρω από μια ημερομηνία της ζωής της Μπωβουάρ, τεχνική που είχε ακολουθήσει και στη βιογραφία της Γεωργίας Σάνδη, περιγράφοντας επάλληλους κύκλους γύρω από αυτό το γεγονός. Η πρώτη τέτοια ημερομηνία είναι η Κυριακή εκείνη κατά την οποία η Μπωβουάρ, στα δεκατέσσερα χρόνια της, δήλωσε ότι είχε χάσει την πίστη. Η δεύτερη είναι η ημερομηνία που βρίσκεται γραμμένη στο πρώτο γράμμα της πλούσιας αλληλογραφίας της με τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Τον γνώρισε στο Πανεπιστήμιο μαζί με άλλους νεαρούς διανοούμενους και πέρασαν μαζί τις εξετάσεις του εθνικού διαγωνισμού πρόσληψης καθηγητών μέσης εκπαίδευσης, την περίφημη Agrégation. Πρώτος πέρασε ο Σαρτρ, ένα χρόνο μεγαλύτερος, που είχε ξαναδώσει, δεύτερη η Μπωβουάρ. Ο Σαρτρ ήταν απόφοιτος των πιο περιζήτητων Λυκείων και της Εκόλ Νορμάλ, ενώ η Μπωβουάρ είχε φτάσει ως εκεί από πολύ πιο άσημους δρόμους, από σχολές σχεδόν περιθωριακές, όπως ήταν η μοίρα των περισσότερων γυναικών που ήθελαν εκείνα τα χρόνια να σπουδάσουν.
Η φοιτητική της ζωή υπήρξε συναρπαστική. Από τη μία συσσώρευε τα διπλώματα, από την άλλη έκανε την επανάστασή της με διάφορους τρόπους: από το να ξενυχτάει σε κακόφημα μέρη, να πίνει και να κάνει τρέλες, μέχρι να στρατευτεί σε μια ομάδα επιμόρφωσης εργατών και να παραδίδει μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας σε εργάτριες. Ταυτόχρονα, από τη στιγμή που είχε αποφασίσει να γίνει συγγραφέας, έκανε διάφορες απόπειρες συγγραφής μυθιστορημάτων με ηρωίδες που της έμοιαζαν. Ο εαυτός της υπήρξε πάντα ο αγαπημένος της ήρωας, και πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ριψοκίνδυνη στάση της ειλικρίνειας που είχε υιοθετήσει την έκανε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ακόμα και στα ίδια της τα μάτια. Παρατηρούσε τη ζωή της ενώ τη ζούσε, και η παρατήρηση τη βοηθούσε να στέκεται στο ύψος των δύσκολων περιστάσεων.
Τη χρονιά που γνώρισε τον Σαρτρ και συνδέθηκε μαζί του έχασε τη φίλη των σχολικών της χρόνων, τη Ζαζά, η οποία είχε στα μάτια της όλα όσα εκείνη νόμιζε ότι στερούνταν. Είχε φυσική γοητεία, ανεμελιά και χάρη, ήταν έξυπνη, ήταν πρόσχαρη, τολμηρή, γοητευτική, και διέπρεπε χωρίς κόπο στα μαθήματα, εκεί που η Σιμόν έπρεπε να μελετήσει πολύ για να διακριθεί,. Τα είχε όλα δηλαδή, ακόμα και χρήματα, ανήκε σε μια μεγάλη, πλούσια οικογένεια με πολλά παιδιά που απολάμβαναν ελευθερίες αδιανόητες για τη Σιμόν και την αδελφή της, την Πουπέτ. Η Σιμόν και η Ζαζά είχαν περάσει τη σχολική ζωή τους μέσα στις χαρές, τιςλύπες και τις συγκινήσεις της άμιλλας για τις επιδόσεις στα μαθήματα. Σε όλη τη ζωή της η Σιμόν είχε να αναμετριέται με τέτοιες ακαταμάχητες γυναίκες, ιδίως για τον έρωτα του Σαρτρ, και χρησιμοποιούσε τα ίδια όπλα που είχε στην άμιλλα με τη Ζαζά. Ήταν εργατική, απίστευτα έως ψυχαναγκαστικά οργανωμένη, αφοσιωμένη σε στόχους, γεμάτη επιθυμίες και ανοιχτή σε ιδέες και εμπειρίες.
Ο ερωτικός δεσμός της Μπωβουάρ με τον Σαρτρ σφραγίστηκε με ένα μυστικό συμβόλαιο μη δεσμού, που περιλάμβανε ωστόσο πολύ σοβαρές δεσμεύσεις. Μια από αυτές ήταν η συμφωνία για πλήρη ειλικρίνεια μεταξύ τους. Η Σιμόν είναι για τον Σαρτρ η βασική σχέση, κατά δήλωσή του. Την ονομάζει «αναγκαία σχέση» και διατηρεί το δικαίωμα να έχει κι άλλες σχέσεις που δεν είναι αναγκαίες – για την ακρίβεια το διατηρούν και οι δυο, αλλά ο Σαρτρ έκανε πολύ περισσότερη χρήση. Βεβαίως, και η Μπωβουάρ έζησε παράλληλα έναν ή δύο μεγάλους έρωτες και μερικούς μικρότερους, για τους οποίους τον ενημέρωνε ανελλιπώς, αλλά κυρίως εκείνος ήταν ο μέγας γόης. Τον ενδιέφεραν δε μόνο οι γυναίκες – και δεν είχε προβλήματα σαν εκείνα της Μπωβουάρ, που ενέπνεε έρωτα σε γυναίκες και δυσκολευόταν να ανταποκριθεί.
Η καθημερινότητα της επιλογής αυτής, το 1929, έστω κι αν έγινε στο Παρίσι, μια πόλη με παράδοση ελευθερίας, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε ένας αγώνας που κράτησε ως το θάνατο του Σαρτρ. Αγώνας ισορροπίας των προσωπικοτήτων τους, δικαιοσύνης στη σχέση, κατανόησης και σύμπλευσης. Το ζευγάρι θα γίνει διάσημο σιγά σιγά, το μυστικό του συμβόλαιο θα γίνει πασίγνωστο, ο τρόπος ζωής του θα δημιουργήσει σκάνδαλο που θα το κάνει ακόμα πιο διάσημο, προπαγανδίζοντας την ελευθερία στις ερωτικές σχέσεις. Εννοείται ότι, όπως με όλους τους νεωτεριστές, το ζεύγος Μπωβουάρ-Σαρτρ θα εμπνεύσει τρομερές αντιπάθειες, θα συκοφαντηθεί και θα κατηγορηθεί για τα πάντα και τα αντίθετά τους – καθώς μάλιστα, σαν ζεύγος φιλοσόφων, δεν προτείνει απλά έναν τρόπο ζωής αλλά ένα πρότυπο. Όσες αντιρρήσεις κι αν έχει κανείς, όσο κι αν σκανδαλίζεται, δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι η αντοχή του σε όλ’ αυτά και η μακροημέρευση της σχέσης ταρακούνησαν τους παραδοσιακούς θεσμούς όσο χρειαζόταν η εποχή με τις τεράστιες αλλαγές της.
Τα χρόνια πριν από τον πόλεμο Μπωβουάρ και Σαρτρ ήταν καθηγητές σε Λύκεια. Φρόντιζαν να συναντιούνται κάθε τόσο, απέκτησαν τη συνήθεια να κάνουν μεγάλες διακοπές μαζί. Όχι όμως πάντα μόνοι τους. Υπήρχαν στην παρέα, συχνά, οι παλιές αγαπημένες του Σαρτρ, γυναίκες ξεχωριστές, με τους νέους εραστές τους, κι όταν εξαντλήθηκε το πάνθεον των παλιών εγκαινιάστηκε το πολύ μεγαλύτερο των καινούργιων. Γύρω τους σχηματίστηκαν κύκλοι φίλων, κάποιες εκ των οποίων ήταν ερωμένες του Σαρτρ και σπανιότερα, και διακριτικότερα, κάποιοι εραστές της Μπωβουάρ. Με τα χρόνια, όσες σχέσεις από αυτές αποδειχτούν ανθεκτικές θα δημιουργήσουν μια μικρή, ή μάλλον μια μεγάλη, οικογένεια. Μπορεί κανείς να σκεφτεί, διαβάζοντας την ιστορία αυτής της ζωής, ότι και με ανθρώπους που επιλέγουν οι μεν τους δε και προσπαθούν όλοι μαζί να επινοήσουν νέες σχέσεις, έξω από τα στερεότυπα της φιλίας, του ζευγαριού, της οικογένειας, γεννιούνται τα ίδια πάνω-κάτω προβλήματα ανταγωνισμού, ζήλειας, ευθιξίας, εγωισμών που υπάρχουν και στα στερεότυπα. Πάντως, οι φιλόσοφοι το πάλεψαν.  Η Μπωβουάρ προσπαθούσε να περιγράψει και να αναλύσει τα πάντα, και στον Σαρτρ και στα ημερολόγια και στα βιβλία της, εξημερώνοντας τα πάθη με το λόγο. Ως το τέλος της ζωής της θα γράφει ημερολόγια και επιστολές, αναλύοντας και τακτοποιώντας τα συναισθήματά της, τις σχέσεις με τους ανθρώπους και τις ιδέες της. Δύσκολη δουλειά η απόφαση να ζήσει κανείς με απόλυτη ειλικρίνεια, με ελευθερία στον έρωτα και σεβασμό στην ελευθερία του άλλου. Δύσκολη και χειρωνακτική. Ένας λόγος που η Μπωβουάρ την έβγαλε πέρα ήταν, προφανώς, η εργατικότητά της, αυτό το συνεχές γράψιμο.
Η τρίτη ημερομηνία που διάλεξε η βιογράφος είναι πάλι από ένα γράμμα που στέλνει η Μπωβουάρ στον Σαρτρ από την εξοχή. Ήταν δεινή οδοιπόρος, περπατούσε μόνη της ή με παρέα που συχνά εξοντωνόταν να την ακολουθεί, χωρίς ειδικό εξοπλισμό αλλά με αυστηρό πρόγραμμα, και εκεί. Θυμίζει τον οδοιπόρο Ζαν-Ζακ Ρουσώ, που επίσης διέσχισε την Ευρώπη με τα πόδια. Ο Σαρτρ την ακολουθούσε μερικές φορές, όπως όταν είχαν περπατήσει στην Αλσατία την οποία θεωρούσε χώρα των προγόνων του. Η Μπωβουάρ λάτρευε τη φύση από παιδί, την είχε αγαπήσει τα καλοκαίρια που πήγαινε στο κτήμα του παππού της. Μόλις πλησίαζε η άνοιξη έπρεπε οπωσδήποτε να φύγει για μεγάλες φυσιολατρικές εξορμήσεις.
Ξεκινώντας την καριέρα της ως καθηγήτρια διορίστηκε στη Μασσαλία, την οποία περπάτησε εξαντλητικά τις ελεύθερες ώρες της για να τη γνωρίσει καλά. Όταν εξάντλησε την πόλη, πήρε τα βουνά. Περπατούσε μόνη της, χωρίς ιδιαίτερο ορειβατικό εξοπλισμό αλλά με τέλεια οργανωμένο πρόγραμμα. Η πειθαρχία τής χάριζε ελευθερία. Συνέχισε να πεζοπορεί σε όλη της τη ζωή, όσο την κρατούσαν τα πόδια της.
Στις προπολεμικές  εκείνες διακοπές ταξίδευαν με τον Σαρτρ. Επισκέφθηκαν την Ιταλία, ύστερα την Ισπανία, τέλος το Βερολίνο. Ενοχλήθηκαν από την παρουσία των φασιστών στην Ιταλία και των ναζί στη Γερμανία, αλλά γενικά δεν ήθελαν να ασχολούνται με την πολιτική. Για την Μπωβουάρ, που άρχισαν να τη φωνάζουν όλοι Κάστορα, επειδή υποτίθεται ότι το όνομα Μπωβουάρ θυμίζει την αγγλική λέξη beaver, αλλά κι επειδή «σαν κάστορας χτίζει και διαρκώς δουλεύει μεθοδικά», η πολιτική θα μπορούσε να τους εμποδίσει να είναι παραγωγικοί. Κι εκείνοι είχαν συγγραφικές φιλοδοξίες. Ο Σαρτρ ξεκίνησε να γράφει τη Ναυτία και ο Κάστορας δούλευε ξανά και ξανά τα δικά του μυθιστορήματα. Γοητευτικές γυναίκες από το παρελθόν του Σαρτρ διασταυρώνονται στη ζωή τους, κι εμφανίζεται και μια «καλεσμένη» για το μέλλον: η Όλγα Κοζάκιεβιτς που ήταν δική της μαθήτρια, η οποία θα συνδεθεί με τον Σαρτρ. Και ο Κάστορας θα συνδεθεί με τον Μποστ, έναν μαθητή του Σαρτρ, ο οποίος αργότερα θα παντρευτεί την Όλγα. Γράφει η Υγκέτ Μπουσαρντώ:



Στο διάστημα των ετών 1935-1939, η Μπωβουάρ και ο Σαρτρ εξακολούθησαν να υφαίνουν ένα δίκτυο περιορισμένων αλλά έντονων σχέσεων. Δεν είναι ακόμη τα δημόσια πρόσωπα που θα γίνουν στο μέλλον, αλλά δεν έχουν εγκλωβιστεί στη ζωή του παραδοσιακού ζευγαριού. Αυτά ακριβώς τα χρόνια συγκροτείται η «οικογένεια», όπως θέλουν να την αποκαλούν μεταξύ τους. Όρος ακριβής, αν λάβουμε υπ’ όψη ότι παίζουν ρόλο «γονέων» στους κατά δέκα και δεκαπέντε χρόνια νεώτερούς τους, ότι, σαν γονείς, μεριμνούν σε μεγάλο βαθμό για τις υλικές ανάγκες των «παιδιών» που έχουν οι ίδιοι επιλέξει· όρος ανακριβής φυσικά αν λάβουμε υπ’ όψη ότι κανένας δεσμός, κανένα αίσθημα δεν θεωρείται ταμπού για τα μέλη της ομάδας, πλην της αποκλειστικότητας.

Μετά τη Μασσαλία η Μπωβουάρ πήγε στη Ρουέν, ενώ ο Σαρτρ εργαζόταν στη Χάβρη. Λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος είχαν επιστρέψει και οι δυο στο Παρίσι.



Drôle de guerre
Η Γαλλία βίωσε παράξενα την είσοδό της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο φόρος αίματος στον Α’ Παγκόσμιο ήταν πολύ μεγάλος και στη συνείδηση του πληθυσμού δεν είχε δικαιωθεί. Η απόφαση για ειρηνική ζωή, για την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών ήταν σχετικά πρόσφατη. Το θυμίζω, εκφέροντας την αντίρρησή μου για τον όρο «αστείος πόλεμος» που έχει επιλέξει η μετάφραση του βιβλίου. Η γαλλική έκφραση drôle de guerre θα μεταφραζόταν, νομίζω, πιο λογικά, σε κάτι σαν «δήθεν πόλεμος», επειδή οι Γάλλοι κατά κάποιον τρόπο άργησαν να συνειδητοποιήσουν σε τι πόλεμο είχαν μπλέξει – ή, έστω, «παράξενος πόλεμος», επειδή τον βίωσαν όντως έτσι.
Η εμπειρία του πολέμου και της αιχμαλωσίας σημάδεψαν τον Σαρτρ και τον άλλαξαν. Η προσωπική πορεία δεν είναι πια το παν γι’ αυτόν, θέλει να συμμετέχει στην πολιτική, στο συλλογικό γίγνεσθαι. Όταν επέστρεψε στο Παρίσι άρχισε, μαζί με την Μπωβουάρ, μερικές προσπάθειες να συγκροτήσουν ένα αντιστασιακό δίκτυο διανοουμένων.  Η ημερομηνία της επιστροφής του είναι ο τέταρτος σταθμός της βιογραφίας. 1941.  Οι δυο τους με ανύπαρκτα μέσα, με ποδήλατα κυρίως, ταξίδεψαν σε πολλές πόλεις, συνάντησαν πολλούς ανθρώπους, προσπάθησαν να στήσουν μια οργάνωση, δεν κατάφεραν όμως και σπουδαία πράγματα. Δεν μπόρεσαν να μεταμορφωθούν σε ανθρώπους της δράσης. Στο εξής, όμως, έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν να αγνοούν την πολιτική. Η ανάγκη της στράτευσης, με όλες τις έννοιες, άλλαξε τους χαρακτήρες τους, τη δουλειά και τη ζωή τους.
Ο επόμενος σταθμός της αφήγησης, τον Ιανουάριο του 1945, είναι η συνάντηση της Σιμόν με τον υπουργό που είναι αρμόδιος να αποδεσμεύσει μια ποσότητα από τα αποθέματα χαρτιού για να μπορέσουν να εκδώσουν το πολιτικό περιοδικό τους Μοντέρνοι καιροί (Les temps modernes). Τον τίτλο τον εμπνεύστηκαν από την ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν, και είναι ό,τι πρέπει. Τι άλλο είναι η ομάδα του περιοδικού παρά απόστολοι και ερευνητές, πιστοί και εξερευνητές των μοντέρνων καιρών; Καιροί της απελευθέρωσης όχι μόνο της Ευρώπης από το ναζισμό αλλά και των ατόμων από τα δεσμά της συμβατικότητας, των προκαταλήψεων, της άγνοιας και της ευπιστίας. Η σύνταξη του περιοδικού τούς απασχολεί πολύ, δέχονται πολιτικές επιθέσεις εκ δεξιών αλλά και εξ αριστερών. Οι ευθύνες όμως δεν τους εμποδίζουν να κάνουν και οι δυο παράλληλα ταξίδια στην Αμερική, να πιουν νερό στην πηγή των μοντέρνων καιρών. Η Μπωβουάρ συναντά και ερωτεύεται εκεί τον συγγραφέα Νέλσον Άλγκρεν, ζει μαζί του μια συγκλονιστική σχέση. Αλλά ο Άλγκρεν δεν ήταν ο άνθρωπος που θα μπορούσε να δεχτεί τις απόψεις του Κάστορα για τον έρωτα.
Στο ίδιο αυτό μεγάλο ταξίδι αρχίζει να κρατά σημειώσεις παρατηρώντας τις γυναίκες, οι οποίες θα οδηγήσουν αργότερα στη συγγραφή του Δεύτερου φύλου. Για τον εργατικό και μεθοδικό Κάστορα, το Δεύτερο φύλο αντιπροσώπευε εργασία μόνο δυο χρόνων. Συγκέντρωσε στοιχεία ξεκινώντας από την εντύπωση που της έκαναν οι Αμερικανίδες. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα γινόταν το εμβληματικό έργο της. Ήταν η στιγμή που ο δυτικός κόσμος περίμενε ένα τέτοιο βιβλίο να αμφισβητήσει τον παραδοσιακό ρόλο των γυναικών.  Την πρώτη εβδομάδα πούλησε 220.000 αντίτυπα. Ωστόσο, δεν είναι ακριβώς το βιβλίο στο οποίο είχε επενδύσει τις φιλοδοξίες της η συγγραφέας, αλλά μάλλον ένα δοκίμιο παράπλευρο στην κυρίως συγγραφική δραστηριότητά της, το οποίο οφείλεται στην εργατικότητά της. Αμέσως ξεκινά μια πολεμική που θα κρατήσει πολύ καιρό, που κατά κάποιον τρόπο συνεχίζεται ώς τις μέρες μας. Δεν είναι απλό πράγμα το 1949 να καταγγέλλεις το γάμο, να υπερασπίζεσαι την έκτρωση, να αναδεικνύεις κάθε θεσμό που θεωρεί αυτονόητη την κατωτερότητα των γυναικών. Όλα αυτά που μας φαίνονται σήμερα από αυτονόητα μέχρι ξεπερασμένα, τότε ξεσήκωσαν θυελλώδεις πολεμικές και, ταυτόχρονα, ενθουσιασμό και επαναστατικότητα. Το βιβλίο άνοιξε δρόμους στους οποίους ακόμα βαδίζουμε.
Από κει και πέρα πια, θέλοντας και μη, η Μπωβουάρ θα γίνει η άτυπη ηγέτιδα του φεμινιστικού κινήματος, ενός κινήματος που ξεκίνησε όταν οι πρώτες αναγνώστριες του Δεύτερου φύλου ωρίμασαν, τη δεκαετία του 1970.
Εκείνη βέβαια συνέχιζε να γράφει, να ταξιδεύει και να ερωτεύεται. Πήρε το βραβείο Γκονκούρ για το μυθιστόρημα Οι Μανδαρίνοι, όπου εύκολα ανιχνεύει κανείς στις ερωτικές περιπέτειες των ηρώων τη σχέση της με τον Άλγκρεν. Από το 1958 ετοιμάζει ένα καθαρά αυτοβιογραφικό έργο, τις Αναμνήσεις καθωσπρέπει κόρης, ένα από τα πιο πετυχημένα και αγαπητά βιβλία της, όπου περιγράφει το γεμάτο προκαταλήψεις και μειωτικές για τις γυναίκες αντιλήψεις και συνήθειες αστικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε.
Για να μπορεί να ζει απελευθερωμένη από τις φροντίδες του σπιτιού έζησε πολλά χρόνια της ζωής της σε ξενοδοχείο. Τα μέλη της «οικογένειας» έμεναν για ένα διάστημα σε ανεξάρτητα δωμάτια γύρω της. Ευφυής και πρωτότυπος διακανονισμός που εξασφάλιζε ταυτόχρονα συνάφεια και ανεξαρτησία. Μόνο για το χατίρι του Άλγκρεν η Σιμόν βρήκε ένα σπίτι, αλλά θα έπρεπε επιπλέον να θυσιάσει και τη σχέση της με τον Σαρτρ – κι αυτό της ήταν αδύνατον.
Ένας από τους ανθρώπους που επηρέασε ο φεμινισμός της Μπωβουάρ πρέπει να ήταν η ίδια η μητέρα της, η οποία, ως χήρα, καθόλου δεν υπέκυψε στην απραξία ή την κατάθλιψη, αλλά έζησε όσο μποέμικα της επέτρεπε η ηλικία της, αλλάζοντας σπίτι και συνήθειες. Η Σιμόν βρέθηκε πολύ κοντά στη μητέρα της στο τέλος της ζωής της – και στο βιβλίο Ένας γλυκός θάνατος, το οποίο ο Σαρτρ θεωρούσε το καλύτερό της, περιγράφει την ανήμπορη αγανάκτηση του ανθρώπου μπροστά στο θάνατο, αυτό το συμβιβασμό που δεν μπορεί να κάνει. Στο πένθος της συμπαραστάθηκε η καινούργια της φίλη Συλβί λε Μπον, την οποία αργότερα θα υιοθετήσει και θα ορίσει κληρονόμο της. Ο Σαρτρ έχει κι αυτός υιοθετήσει τη νεαρή Αρλέτ, με την οποία η Μπωβουάρ δεν θα τα πάει ποτέ καλά.

Γιατί η Μπωβουάρ ήταν σημαντική
Η δεκαετία του 1970 τη βρίσκει ξανά να στρατεύεται, στο γυναικείο κίνημα αυτή τη φορά, και στις παρέες των γυναικών που μαζεύονται συχνά σπίτι της για να συντάξουν μανιφέστα ή περιοδικά, να οργανώσουν πορείες και παρεμβάσεις – όπως η δήλωση των 343 διάσημων γυναικών ότι έχουν κάνει έκτρωση. Ξαναβρίσκει έτσι τη συντροφικότητα που παρηγόρησε τα νεανικά της χρόνια σε δύσκολες καταστάσεις. Το κίνημα κερδίζει την απελευθέρωση των εκτρώσεων κι ένα σωρό άλλους νόμους που καταργούν τη θεσπισμένη ανισότητα των γυναικών. Ακαταμάχητο, απλώνεται σε όλη την Ευρώπη και στην Αμερική. Μένει να νικηθούν η αδικία και η προκατάληψη στη δουλειά και σε ένα σωρό άλλους τομείς, μένει να κατακτηθεί η ισότητα στην καθημερινότητα… Πράγμα που ακόμα μένει, μαζί με πολλά άλλα τα οποία ανέκυψαν στο μεταξύ σε βάρος των γυναικών, ανισότητες που αγνοούνταν εκείνες τις δεκαετίες, σε άλλες πλευρές του κόσμου…
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του Σαρτρ, η Σιμόν του παίρνει μια σειρά συνεντεύξεις προσπαθώντας να ξεκαθαρίσει ακόμα μια φορά τις ιδέες του, ιδέες που κι εκείνη επεξεργάστηκε μαζί του. Ο Σαρτρ πεθαίνει το 1980, η Μπωβουάρ το 1986. Η κηδεία της μαζεύει περισσότερο κόσμο κι από του Σαρτρ, ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο. «Γυναίκες της χρωστάτε τα πάντα!», λένε πως φώναξε η Ελιζαμπέτ Μπατιντέρ, την ώρα που κατέβαζαν το φέρετρο στον τάφο.
Της χρωστάμε τα πάντα; Ήταν η στιγμή πολύ φορτισμένη και ώθησε την τόσο σοβαρή αυτή φεμινίστρια που είχε αγωνιστεί μαζί της για την αλλαγή των νόμων να ξεσπάσει έτσι; Της χρωστάμε πάντως αυτή την αναστάτωση που τόσο μεθοδικά προετοίμασε με το Δεύτερο φύλο και με την ίδια τη ζωή της. Της χρωστάμε την τόλμη και την επιμονή, την αντοχή στις επιθέσεις που στιγμή δεν έλειψαν από τους κάθε είδους συντηρητικούς, την επιβίωση τέλος των ιδεών, και των συνηθειών της (που ήταν κατά κάποιον τρόπο έμπρακτη εφαρμογή των ιδεών της), από όλες τις προσπάθειες να χρησιμοποιηθούν πολιτικά από αυταρχικά καθεστώτα. Η Μπωβουάρ μπορεί να πήγε στην Κούβα, αλλά λίγο μετά δήλωσε την πίκρα της από τον Κάστρο. Μπορεί να υπερασπίστηκε κινεζόφιλους στο Παρίσι αλλά ήταν επειδή την εποχή του Ψυχρού Πολέμου οι δυτικοί κομμουνιστές υφίσταντο διάφορες διώξεις και αδικίες. Μπορεί να ήταν συχνά ακραία στα γραπτά της, ακόμα και η περίφημη ρήση: «Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι!» είναι μια παραδοξολογία καθεαυτή, αλλά βοήθησε να ταρακουνήσει τη σκέψη. Τι θα μπορούσε τώρα να φέρει τόσες αλλαγές εκεί όπου χρειάζονται, στα μέρη όπου οι γυναίκες είναι ακόμα θύματα στερεοτύπων πολύ πιο βίαιων και ισχυρών από εκείνα που καταπίεζαν τότε τις Δυτικές; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση, όπως δεν υπάρχει απάντηση και στο ερώτημα κατά πόσον η απελευθέρωση των γυναικών στη Δύση ώθησε το αντρικό κατεστημένο στην Ανατολή σε ακόμα μεγαλύτερη καταπίεση, από φόβο μήπως χάσει τα προνόμιά του. Είναι πολύ σύνθετα αυτά τα ιδεολογικά προβλήματα και δεν μπορείς εύκολα να καταλάβεις τι επιδρά σε τι. Κατά κάποιον τρόπο, η εποχή της Μπωβουάρ είχε το προνόμιο μιας κάποιας απλότητας. Εκείνη, πάντως, δεν βίωσε τίποτε απλά και προβληματιζόταν για το κάθε τι ώς την τελευταία στιγμή που η σκέψη της εργαζόταν.
Η βιογραφία της Μπουσαρντώ μας χαρίζει την ιστορία μιας πολύπλευρης και πλούσιας ζωής, πέρα από αυτά τα ιδεολογικά ερωτήματα. Την ιστορία μιας γυναίκας που, πάνω απ’ όλα, διψούσε για ζωή, είχε μεγάλες φιλοδοξίες, πολέμησε τις προκαταλήψεις μέσα της, εργάστηκε ακούραστα, ήταν εξαιρετικά οργανωμένη, δεν έπαψε ποτέ να αναζητά την επαφή με τη φύση, ήταν ανοιχτή σε όλους τους ορίζοντες.
Έχοντας ξεκινήσει το διάβασμα του βιβλίου, με τις επιφυλάξεις που απέκτησα για τους δογματισμούς της Μπωβουάρ, ομολογώ ότι με βοήθησε τελικά να συμφιλιωθώ με την προσωπικότητα της γυναίκας η οποία, στο κάτω- κάτω, μου έσωσε τη ζωή στα δεκατέσσερα, με κείνο το βιβλίο της, το Δεύτερο φύλο. Ο τρόπος που εργαζόταν και διεκδικούσε στη ζωή της, ο τρόπος που την απολάμβανε, η επιμονή στις αρχές της με όλες τις συναισθηματικές επιπλοκές που επέφερε, η πάλη της για ειλικρίνεια και διαφάνεια, είναι πράγματα που ακόμα μπορούν να εμπνεύσουν.

Δημοσιεύτηκε στο  Book's journalνούμερο 17 Μάρτιος 2012

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Επιστροφή στο λόγο

Δημοσιεύτηκε στο Books' journal, τεύχος 4               Annie Leclerc, το τελευταίο βιβλίο, το πρώτο τραύμα                      

Στους τοίχους του παρισινού μετρό τεράστιες αφίσες προτρέπουν τα θύματα βιασμών να καταγγέλλουν τη βία που υφίστανται. Κόκκινα γράμματα δίπλα σε πρόσωπα γυναικών που κραυγάζουν, γράφουν: «Η βία, αν σωπαίνεις, σε σκοτώνει». Το διαβάζω σε διάφορους σταθμούς όπου κυκλοφορώ με το τελευταίο βιβλίο της Αννί Λεκλέρ υπό μάλης. Ελαφρύ και μικροσκοπικό, δεν βαραίνει την τσάντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι διαβάζεται εύκολα. Πραγματεύεται ακριβώς αυτό, τη δυσκολία να μιλήσει το θύμα της σεξουαλικής βίας. Ειδικότερα ακόμα, τη δυσκολία να μιλήσει το παιδί που είναι θύμα σεξουαλικής βίας.
Τι θα σκεφτόταν η συγγραφέας του για την καμπάνια αυτή; Δεν θα μάθουμε ποτέ.
Πέθανε πριν τέσσερα χρόνια σε ηλικία 66 χρονών, από καρκίνο. Ετοίμαζε ένα βιβλίο  τους τελευταίους μήνες της ζωής της το οποίο κυκλοφόρησε αμέσως μετά το θάνατο της. Αυτό το βιβλιαράκι όμως που διαβάζω τώρα, το απολύτως τελευταίο, δεν το είχε δείξει σε κανέναν. Μπορεί και η ίδια να μην συνειδητοποιούσε ότι ήταν κάτι ολοκληρωμένο. Αυτό το μικρό βιβλίο το ανακάλυψε, το αποκόλλησε κατά κάποιο τρόπο από τα προσωπικά της χαρτιά, η φίλη της, η συγγραφέας Νάνσι Χιούστον, η οποία έγραψε και τον πρόλογο στην έκδοσή του. Η ίδια ήξερε από καιρό ότι η Αννί Λεκλέρ προσπαθούσε να γράψει κάτι για το θέμα αυτό. Ομολογεί μάλιστα στον πρόλογο ότι είχε θεωρήσει την εμμονή της ένα είδος νεύρωσης, απέφευγε να το συζητά μαζί της. Έξι δεκαετίες μετά από ένα τραυματικό περιστατικό στην παιδική της ηλικία, η συγγραφέας, φιλόσοφος και καθηγήτρια δεν μπορούσε να βρει τα λόγια που θα εξηγούσαν, θα περιέγραφαν,  θα μπορούσαν επιτέλους να καταγγείλουν κάτι που την είχε πληγώσει και αλλάξει, κι ακόμα βασανιζόταν κι έψαχνε κι αναρωτιόταν. Γιατί την ένοιαζε τόσο πολύ; Τι νόημα είχε να σκαλίζει εκείνη την παλιά ιστορία;
Δεν ήταν τόσο τα προσωπικά της τραύματα που τη βασάνιζαν, όσο τα όσα γράφονταν και λέγονταν από ανθρώπους της διανόησης και της τέχνης για τη σιωπή των θυμάτων.  Είναι πολλοί που ερμηνεύουν την σιωπή σαν συναίνεση. Η άποψη της συμμετοχής και συνενοχής των θυμάτων στα σεξουαλικά εγκλήματα, στηρίζεται και στη δυσκολία που έχουν τα θύματα να καταγγείλουν και να περιγράψουν τη δική τους θέση, την πλήρη αθωότητα. Ποια πλήρη αθωότητα δηλαδή; Κάθε ανθρώπινο πλάσμα έχει τη σεξουαλικότητα στη φύση του, αυτό λοιπόν δεν μπορεί να το καταστήσει κατά κάποιο τρόπο ένοχο για την επίθεση που υφίσταται από κάποιον που επιθυμεί να το αποκτήσει ερωτικά; Μήπως ο βιαστής απλώς προσφέρει την απόλαυση στο θύμα;
Απέναντι στην κοινωνική κατακραυγή που ξεσηκώνει ο βιαστής και ο παιδόφιλος, υπάρχει κι αυτή η άποψη. Η καλλιτεχνική, ελευθεριάζουσα και τολμηρή υποτίθεται άποψη, που συναντά την αντίστοιχη χυδαία και αρκετά λαϊκή άποψη, πως κατά βάθος τα θύματα συναινούν. Ειδικά για το βιασμό, η άποψη της πρόκλησης εκ μέρους των θυμάτων είναι εξαιρετικά διαδεδομένη, αυτό το κοινώς λεγόμενο, «τα ήθελε και τα έπαθε» που με άλλα λόγια είπε και ο Τσόκλης τελευταία ξεσηκώνοντας αρκετές αντιδράσεις. Το βέβαιο είναι ότι ο αντίλογος δεν τον έπεισε πως έχει άδικο. Στις φωνές διαμαρτυρίας παρέμεινε σαρκαστικός, υπονοώντας ότι γνωρίζει τα πράγματα καλύτερα και σε βάθος.
Εξάλλου, αυτά που είπε ο Τσόκλης τα έχουν πει πολλοί σε πολλές εποχές. Για τους ενήλικες συζητείται σοβαρά. Αλλά ακόμα και τα παιδιά είναι ύποπτα για συναίνεση. Έχουν γίνει αναλύσεις για να το αποδείξουν. Η κοκκινοσκουφίτσα ας πούμε, αρχέτυπο μικρού κοριτσιού που πέφτει θύμα του λύκου, ο οποίος ερμηνεύτηκε από τον Περρώ ως σύμβολο ανδρών με ανήθικες προθέσεις, κάποια στιγμή μπήκε στο στόχαστρο. Γιατί να φοράει εκείνο το κόκκινο σκουφί που την έκανε τόσο νόστιμη; Γιατί η μαμά της και η γιαγιά της υπέκυψαν στον πειρασμό να την κάνουν έναν μικρό κινούμενο πειρασμό σε επικίνδυνες περιοχές;
Έχουμε από τη μία τους αποστόλους της πλήρους απελευθέρωσης, ακόμα και της αποδοχής  βιαστών, παιδοφίλων και άλλων παρεμφερούς «τόλμης» ανθρώπους, κι από την άλλη την κοινωνική κατακραυγή. Η κοινωνία μπορεί να πάσχει από σεμνοτυφία και μικροαστισμό, κλείνει τους βιαστές και τους παιδόφιλους στη φυλακή (αν και δεν τους πολυκλείνει, σε τελευταία ανάλυση, κατά κάποιο τρόπο το ‘δικαίωμα στο βιασμό’ έχει αναγνωριστεί στην πράξη), ορισμένοι καλλιτέχνες όμως  διεκδικούν την απελευθέρωση και έμπρακτη έκφραση των βίαιων ενστίκτων.
Ανάμεσα στα δυο αυτά στρατόπεδα υπάρχουν μεγάλα κενά σιωπής. Της σιωπής των θυμάτων κυρίως. Τα θύματα όντως δεν μιλούν, κι αν μιλήσουν δεν γίνονται πιστευτά, όπως συνέβη με το νεαρό κορίτσι στην Εύβοια που κατάγγειλε τον ομαδικό της βιασμό στο σχολείο, αλλά χρειάστηκε τελικά να αλλάξει πόλη αφού οι κατηγορούμενοι, μετά από αρκετό καιρό που έγινε η δίκη, τελικά αθωώθηκαν.
Τι συμβαίνει με αυτή τη σιωπή; Μήπως όντως τελικά τα θύματα συναινούν; Μήπως αδίκως χαλάνε τον κόσμο οι υπόλοιποι, προτείνουν θανατική ποινή,  ευνουχισμό και άλλες βάρβαρες τιμωρίες για τους ενόχους; Αφού η σεξουαλικότητα υπάρχει σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα, μήπως έχει λογική  η άποψη ότι δεν παθαίνει δα και τίποτε κακό ένα κορίτσι που βιάζεται, ειδικά αν έχει φορέσει και λίγο τολμηρό ντεκολτέ; Ακόμα και ένα παιδί, μπορεί απλώς να εκπαιδεύεται με τη βοήθεια ενός μεγάλου… Μεγάλοι καλλιτέχνες έχουν περιγράψει παιδιά επτά χρονών να συμμετέχουν χαρούμενα σε απελευθερωτικά σεξουαλικά όργια, ο Εμπειρίκος ας πούμε στο Μεγάλο Ανατολικό, πιστός στις θεωρίες του για την απελευθέρωση. Μήπως κάνουν λάθος οι νομοθέτες; Αφού τα θύματα δεν μιλούν, μήπως δεν είναι θύματα; Πώς εξηγείται η σιωπή τους;
          
                                                   Ψίθυρος μέσα στη σιωπή

Η Αννί Λεκλέρ (1940-2006)
Το μικρό βιβλιαράκι της Αννί Λεκλέρ είναι ένας ψίθυρος μέσα σε αυτή τη σιωπή,.
Η συγγραφέας του «Γυναικείου Λόγου», του βιβλίου που είχε σημαδέψει το γυναικείο κίνημα στη δεκαετία του 70, πλησιάζει το θέμα του βιασμού όπως συνήθιζε να πλησιάζει όλα τα θέματα που διαπραγματεύτηκε: Μέσα από τα προσωπικά της βιώματα. Αποκαλύπτει ότι στα παιδικά της χρόνια είχε πέσει θύμα σεξουαλικής επίθεσης. Και είχε μείνει σιωπηλή. Δεν είχε μιλήσει σε κανέναν, και δεν μίλησε ποτέ. Δεν μπόρεσε να μιλήσει ούτε αργότερα, όταν έγραψε για τόσα άλλα  ζητήματα, γυναικεία και ανθρώπινα, με ρηξικέλευθες και συγκλονιστικά άμεσες προσεγγίσεις.
 Είχε καταφέρει να μιλήσει, και να μιλήσει συγκλονιστικά, με τρόπο που άλλαξε το βλέμμα ολόκληρου του κόσμου, για τον τοκετό, για τον έρωτα, για την ουσία της σχέσης με τη μητέρα, για το θάνατο, για τη φιλοσοφία και τον ανθρωπισμό, για  την επανάσταση και τις κατεδαφίσεις της, για την παλινόρθωση των αξιών στις ζωές των ανθρώπων. Αλλά όχι για το περιστατικό αυτό της παιδικής της ηλικίας, το οποίο την είχε σημαδέψει.
 Η σιωπή της δεν ήταν επιλογή. Ήταν άνθρωπος που πίστευε στο λόγο, ζούσε με τη σκέψη και τη συγγραφή, με την ανάλυση και την εμβάθυνση των συναισθημάτων. Επί χρόνια προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να γράψει, να καταλάβει τι της είχε συμβεί, τι είχε υποστεί, γιατί είχε κρατήσει το στόμα της κλειστό, τι είχε χάσει και τι είχε αποκαταστήσει. Τι κάνει τα παιδιά να κρατάνε κλειστό το στόμα; Και τι είναι τέλος πάντων αυτή η έλξη προς τα παιδιά, αυτή η αγάπη που όλοι αισθανόμαστε αλλά μερικούς τους ωθεί στο έγκλημα; Αυτό που η ίδια ονομάζει με την ελληνική λέξη Paedophilia.
Η γαλλική γλώσσα, όπως όλες πλην της ελληνικής, έχουν το πλεονέκτημα να μπορούν να χρησιμοποιήσουν αρχαίες ελληνικές λέξεις εκμεταλλευόμενες το ειδικό βάρος που έχουν. Πράγμα που στα ελληνικά δεν είναι απλό, επειδή χρησιμοποιούμε τις ίδιες αυτές λέξεις στην καθημερινή μας γλώσσα. Διαλέγοντας αυτή την ελληνική λέξη για τίτλο του βιβλίου της, Paedophilia,  η Αννί Λεκλέρ θέλει να λανσάρει έναν όρο για την αγάπη που κάθε φυσιολογικός ενήλικος τρέφει για τα παιδιά. Η σεξουαλική ροπή προς τα παιδιά γράφεται pédophilie. Oι δυο λέξεις δεν διαφέρουν πολύ.  Στα ελληνικά δεν θα μπορούσαμε να τις ξεχωρίσουμε, κι εκείνη αυτό θέλει, να ονομάσει με μια λέξη αυτό που συμβαίνει σε όλους, με μια επίσημη, ελληνική λέξη, την αγάπη κάθε ανθρώπου για τα παιδιά.
Όλοι οι άνθρωποι αγαπούν τα παιδιά. Δεν υπάρχει κανείς που να μην τα βρίσκει χαριτωμένα, που να μην αρέσκεται να τα βλέπει, να τα φροντίζει, να τα πλησιάζει, να τα προστατεύει, να απολαμβάνει τη μορφή τους, το γέλιο τους, να μη θέλει να τον συμπαθούν. Η όψη τους, η χάρη τoυς, είναι η θεά της εποχής μας. Η Παιδοφιλία, όπως εκείνη την περιγράφει, «δίνει τη ζωή, το γάλα, την εμπιστοσύνη, και τις λέξεις. Όμως συμβαίνει να κάνει καμιά φορά το εντελώς αντίθετο, να στρέφεται εναντίον της ζωής. να σπέρνει το φόβο, τη σιωπή και το θάνατο. Αν η Παιδοφιλία γεννά το πιο πολύτιμο καλό σε μικρούς και μεγάλους, καμιά φορά μπορεί να κάνει το μεγαλύτερο κακό.»
 Πώς γίνεται και αυτή η πανανθρώπινη αγάπη προς τα παιδιά, αγάπη που καλεί στη ζωή, που εκφράζει την αποδοχή του νέου ανθρώπου από τα μέλη της κοινωνίας, που  διδάσκει στο παιδί τις λέξεις και τα πράγματα, πώς γίνεται να φτάνει σε τέτοια διαστροφή που αντί για ζωή να επιθυμεί θάνατο, αντί για αποδοχή να υπόσχεται εκμηδένιση, αντί για διδασκαλία της γλώσσας να φέρνει τη σιωπή;
«Είναι ένα απίστευτο μυστήριο. Και τόσο βασανίζει τη συνείδηση που δεν βρίσκει κανείς να πει τίποτε…» Αυτά όλα συμβαίνουν στην περίπτωση της σεξουαλικής επιβολής του ενήλικα σε ένα παιδί, αλλά η Αννί Λεκλέρ δεν έγραφε για να λιθοβολήσει μαζί με τους νόμους και τις τηλεοράσεις τους βιαστές παιδιών, ούτε για να πλουτίσει με κατάρες τις κατάρες που συχνά ακούγονται εναντίον τους. Το να φωνάζουμε ότι πρέπει οι άνθρωποι αυτοί να εκτελούνται, να ευνουχίζονται, να κλείνονται στη φυλακή για όλη τους τη ζωή, δεν βοηθάει, πιστεύει.
Το περιστατικό που θυμάται δεν ήταν βίαιο, εξωτερικά τουλάχιστον. Ένας καλότροπος μεγάλος την πλησίασε, την τράβηξε με ευγένεια παράμερα, δυο βήματα από το σπίτι της. Τον ακολούθησε, αν και καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Τον ακολούθησε επειδή είχε εμπιστοσύνη στην Παιδοφιλία. Ήταν ένα τρισχαριστωμένο κοριτσάκι, όλος ο κόσμος το αγαπούσε. Και ήταν ευτυχισμένο με την ανακάλυψη της γλώσσας εκείνη την εποχή. Ήταν ευτυχισμένο με την ομιλία. Βρισκόταν στην ηλικία που μάθαινε τις λέξεις. Καινούργιες λέξεις κάθε μέρα, ξεδίπλωναν τον κόσμο και τη δυνάμωναν μέσα σε αυτόν:
 «Έτσι αυτή η μικρή, που θυμάμαι καλά, μιλά όπως αναπνέει, χωρίς να σκέφτεται. Οι λέξεις και τα πράγματα είναι γι αυτήν το ίδιο. Δεν έχει ακόμα προσέξει τη διαφορά. Η λέξη δίνει το πράγμα, το πράγμα καταφτάνει με το όνομά του. Βρίσκοντας τη σωστή λέξη νοιώθεις τη δύναμή σου να μεγαλώνει. Γι αυτό λατρεύει τις λέξεις, κυρίως αυτές που ακόμα της ξεφεύγουν λίγο, και όπου να’ ναι θα τις κατακτήσει. Της αρέσει αυτό το πέρασμα από την αβεβαιότητα στη βεβαιότητα, αυτή η στιγμή όπου αισθάνεται να μεγαλώνει…»
Αυτή την υπέροχη ευτυχία της γλωσσικής κατάκτησης έρχεται να διαλύσει η σεξουαλική βία.
«Πώς να περιγράψω την πρώτη σεξουαλική βία, την πρώτη φορά που η γλώσσα πέτρωσε, στο στενό δρομάκι ανάμεσα στα κτίρια και τους τοίχους του κήπου, τόσο κοντά στο σπίτι; Κάθε φορά που η εικόνα εμφανίζεται, μια ανάμνηση που θαμποτρέμει- του πρώτου παιδόφιλου, η γλώσσα μου μπερδεύεται, χάνω τις λέξεις. Φταίει που από την αρχή υπήρξα αποκλεισμένη από τη σκηνή. Αυτό το κοριτσάκι ήμουν εγώ, είμαι σίγουρη γι αυτό, αλλά διαμιάς είχα αποτραβηχτεί από το μυαλό του, και τώρα δεν μπορώ παρά να την παρατηρώ απ’ έξω με λέξεις σημερινές που δεν μπορούσε να διαθέτει- της είχαν ξεριζώσει τη γλώσσα- πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορώ να αναφερθώ στη δοκιμασία της παρά μόνο κατά προσέγγιση.
Αυτό που θα πω τώρα είναι βέβαιο ότι εκείνη δεν μπορούσε να το πει. Όχι επειδή δεν ήξερε τις λέξεις, αλλά επειδή ήταν η εμπειρία του ίδιου του ανείπωτου.
Μη φανταστείς ότι το παιδί δεν καταλαβαίνει τι του συμβαίνει. Ξέρει από την αυγή του χρόνου ότι τα σώματα αναζητούνται μυστικά. Ξέρει ότι αυτό συμβαίνει πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου των γονιών, ή μάλλον ξέρει ότι κάτι υπάρχει εκεί που δεν λέγεται. Κάτι που βρίσκεται κάτω από τις λέξεις, στο σκοτάδι των σωμάτων, κάτι που αφορά από τη μια πλευρά τους ενήλικες, και  από την άλλη πλευρά την ίδια τη μικρή, τη δική της επιθυμία να δει, να μάθει, να εξερευνήσει…
Πρώτον, η πόρτα των γονιών είναι κλειστή. Δεν μπαίνουμε στο δωμάτιό τους χωρίς άδεια. Δεύτερον, δεν λέμε τίποτα για τη φύση αυτού του μυστικού. Είναι αληθινό μυστικό. Μυστικό για μεγάλους. Αλλά αισθάνεται κανείς ότι το μυστικό αυτό έχει κάποια σχέση με τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες έρευνες που θέλουμε να κάνουμε κρυφά, μυστικά, μακριά από τους γονείς. Αυτό που απαγορεύεται είναι να λέμε, να δείχνουμε, όχι να κάνουμε. Και δεν θέλουμε καθόλου να λέμε. Όχι επειδή θα τιμωρηθούμε, αλλά επειδή λατρεύουμε αυτό το μυστικό που το θέλουμε μυστικό, αλλιώς δεν θα ήταν πια παιχνίδι, ένα παιχνίδι ιδιωτικών απολαύσεων.
Η κλειστή πόρτα των γονιών απαγορεύει, δηλαδή προστατεύει τουλάχιστον εξίσου το μικρό μυστικό του παιδιού καθώς κι εκείνο των γονιών. Επειδή η μικρή δεν έχει πρόσβαση σε αυτό που απασχολεί τους γονείς, επειδή υπάρχει αυτή η απόσταση ανάμεσα σε εκείνη και σε αυτούς, αυτή η κλειστή πόρτα που γεννά περιέργεια χωρίς να εξαναγκάζει, γι αυτό μπορεί να επινοήσει τη θέση της, να βρει την απαραίτητη άνεση για το δικό της μυστικό. Η κλειστή πόρτα δεν είναι λογοκρισία. Είναι το εντελώς αντίθετο. Είναι η πιο προσεκτική μύηση, η λιγότερο καταναγκαστική που μπορεί να υπάρξει, του παιδιού προς τη δική του σεξουαλικότητα. Και η μικρή δεν είναι ένοχη για τις επιθυμίες της, ούτε ένοχη για το μυστικό της…
Όλα αυτά για να σε διαβεβαιώσω ότι δεν είναι η αποκάλυψη κάποιου πράγματος για το οποίο δεν έχει ιδέα που κατακεραυνώνει το παιδί τη στιγμή της συνάντησης του με τον παιδόφιλο στο δρομάκι κοντά στο σπίτι της, είναι το ό,τι όλα συμβαίνουν ανάποδα από αυτά που ξέρει, το μυστικό ξεκοιλιάζεται, η βλέννα του απλώνεται παντού και τα λεπτά ποδαράκια μύγας του παιδιού παγιδεύονται, πετρώνουν σε μια σιχαμερή σούπα μη νοήματος, επειδή εξαφανίζεται η πόρτα, εξαφανίζονται οι αναφορές, κλυδωνίζεται βίαια ό,τι κρατούσε τον κόσμο σε τάξη, ό,τι κρατούσε το παιδί χωρίς φόβο στη φωλιά του μυστικού του.
Σε μια στιγμή μένει διαλυμένη, χωρίς φωνή, χωρίς καταφύγιο, λεία αιχμάλωτη στο μυστικό του άλλου.
Σε σημείο που δεν αναγνωρίζει πια τίποτε. Ούτε τι είναι ο ενήλικας, ούτε τι είναι το παιδί, η ίδια στην περίπτωση της. Το ‘εγώ’ καταρρέει. Γίνεται άμορφη μάζα, γίνεται εσύ
Αυτή η ακίνητη γλώσσα, αυτή η βουβαμάρα με ταλανίζει ακόμα και με κάνει να μισώ- εμένα που τόσο μισώ να μισώ- αυτόν που… ή μάλλον εμένα.. ή μάλλον εκείνους… τους γονείς που δεν το εμπόδισαν αυτό, ή το δρομάκι που δεν έπρεπε να χρησιμεύει παρά για τα παιχνίδια των παιδιών έξω… Υπάρχει μίσος μέσα μου, μια θυμωμένη και θλιμμένη αηδία, που δεν ξέρει πώς να ξεπλυθεί, η δοκιμασία μιας προδοσίας που δεν ξέρω πού να αποδώσω. Πράγμα που σημαίνει πως η μικρή δεν ξέρει πια καθόλου πού βρίσκεται. Στον άντρα στο δρομάκι δεν μπορεί να πει τίποτε. Ούτε στους γονείς της. Επειδή δεν υπάρχουν λέξεις γι αυτά.
Γι αυτή την κατάρρευση του ξεκάθαρου κόσμου, αυτή τη συσκότιση των νοημάτων μου είναι αδύνατον να κατηγορήσω κάποιον, εκτός πια κι αν τα βάλω με το ίδιο το παιδί, που από αμέλεια εγκατέλειψε το φως και χωρίς να το καταλάβει, το πρόδωσε…»
Το σοκαρισμένο παιδί δεν μίλησε ποτέ στους γονείς του για το τι του συνέβη. Δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν, αυτό το μικρό βιβλίο που κυκλοφορεί τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο της, αυτό είναι η πρώτη φορά που αποφασίζει να μιλήσει. Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις, μας αναλύει εκτενώς. Για ποιο λόγο; Μήπως επειδή είναι ένοχα κάπως τα μικρά κορίτσια για την επιθυμία που προκαλούν, όπως διατείνονται πολλοί μοντέρνοι και απελευθερωμένοι; Αλλά και οι άλλοι, οι μη μοντέρνοι, οι συμβατικοί και οι μικροαστοί θα μπορούσαν εύκολα να δεχτούν μια τέτοια κατηγορία, για το χατίρι τους δεν διατυπώνεται;
Η Αννί Λεκλέρ στο μικρό αυτό βιβλιαράκι θέλει να απευθυνθεί στους μοντέρνους αυτούς και τους απελευθερωμένους πρωτίστως. Είναι οι φίλοι της, οι σύντροφοί της, είναι άνθρωποι των γραμμάτων, γίγαντες της σκέψης ορισμένες φορές. Κι εκείνη αγωνίστηκε συχνά μαζί τους για την απελευθέρωση, των επιθυμιών, μεταξύ άλλων απελευθερώσεων. Είναι κι εκείνη κομμάτι των κινημάτων αμφισβήτησης, σημαντικό και μαζί σημαδιακό κομμάτι. Σε αυτό τον κόσμο απευθύνεται, θέλει απεγνωσμένα να γίνει κατανοητή από αυτόν τον κόσμο. Και θυμάται πόση ειρωνεία συνάντησε από τους πνευματικούς ανθρώπους όποτε, κατά καιρούς, κάτι προσπάθησε να ψελλίσει. Εκείνη η ίδια, ή άλλες γυναίκες, πόσο γρήγορα έγιναν αντικείμενα επιθέσεων, με πόση εύκολη συγκατάβαση αντιμετωπίστηκαν. Και με τον τρόπο αυτό εξαναγκάστηκε να καταφύγει στην ίδια σιωπή που είχε πέσει τότε που της συνέβη η σεξουαλική επίθεση, στα παιδικά της χρόνια.
Προσπαθεί εκτενώς να εξηγήσει το γιατί τότε δεν μίλησε. Δεν ήταν ότι ένιωθε συνένοχη βεβαίως, ή ότι δεν είχε καταλάβει. Είχε καταλάβει πολύ καλά, και όντως, ντρεπόταν, αλλά όχι για δικό της λογαριασμό. Ντρεπόταν για λογαριασμό των μεγάλων, του κόσμου που εκείνοι είχαν στήσει, των αξιών και των ορίων που εκείνοι είχαν βάλει, και που αποδεικνύονταν ανυπόστατοι. Αν μιλούσε θα γκρεμιζόταν ο τοίχος που τη χώριζε από τους μεγάλους, το σύστημα που καθόριζε τους ρόλους, που προστάτευε την κρεβατοκάμαρα των γονιών, και μυστικά εγγυούνταν την υγιή δική της σεξουαλικότητα στο μέλλον. Από ντροπή για λογαριασμό των μεγάλων κράτησε το στόμα κλειστό.
Τα θύματα δεν μπορούν να μιλήσουν επειδή στα μάτια τους απειλείται η υφή του κόσμου από τη δική τους καταγγελία. Όταν λίγο καιρό αργότερα μίλησε στους γονείς της για κάποιον απλό ηδονοβλεψία, που δεν είχε αγγίξει τα παιδιά, απλώς τα κοίταξε από έξω από το φράχτη του σχολείου να παίζουν, αντέδρασαν τόσο έντονα οι μεγάλοι που μετάνιωσε την ώρα και τη στιγμή. Αν χαλούσαν τον κόσμο για κάποιον τόσο αβλαβή, τι θα έκαναν αν ποτέ μάθαιναν το άλλο; Έμεινε σιωπηλή ως το θάνατο.
Αυτό το κλειστό στόμα μπορεί να σημαίνει πάρα πολλά. Μπορεί να σημαίνει ότι το θύμα μένει στάσιμο στο λόγο, η γλώσσα δεν προχωρά πια, οι λέξεις δεν είναι υπέροχα κλειδιά που ανοίγουν νέες πόρτες στον κόσμο κάθε μέρα. Μπορεί να σημαίνει μόνιμη αλαλία, καθήλωση, αποκλεισμό από το λόγο ο οποίος ανήκει στους κυρίους με το κύρος, με τη βεβαιότητα για την ενοχή της. Μπορεί να σημαίνει μόνιμη και βαριά βλάβη στη σεξουαλικότητα. Διότι η σεξουαλικότητα είναι εκεί βεβαίως, ζωντανή από τα πρώτα χρόνια του παιδιού, και θέλει χρόνο και ελευθερία να αναπτυχθεί, να ανακαλυφθεί, να επενδυθεί. Μόνη της όμως, με το ρυθμό της, με το αντικείμενο που θα θέσει η ίδια, όχι με την τυραννία του μεγάλου που απειλεί εντός της παιδικής ψυχής την αντίληψη του κόσμου και της ύπαρξης της.

Σταθμός μετρό στο Παρίσι με αφίσα που προτρέπει να
καταγγέλεται η βια
«Όταν κοιμόταν μόνος του κανείς μέσα στο μικρό του κρεβατάκι, καθώς ακουγόταν το γουργουρητό από τα λόγια των γονιών στο κάτω πάτωμα, μπορούσε να πετάξει στα όνειρα χωρίς γονείς, να συναντήσει άγνωστους με μπλε φτερά, να χαϊδέψει την όχθη μελλοντικών ηδονών, κανείς δεν τον εγκατέλειπε. Κολυμπούσε στη εμπιστοσύνη του δοθέντος λόγου. Η Παιδοφιλία επέτρεπε στο μυστικό να περιφέρεται.
Αλλά ξαφνικά όλα μουτζουρώθηκαν. Το μυστικό που δεν υπήρξε ένοχο ποτέ, γινόταν τώρα. Ποτέ δεν θα είχαν συναινέσει οι γονείς σε ένα τέτοιο περιστατικό. Θα είχαν φρίξει, θα είχαν πληγωθεί ανεπανόρθωτα. Το παιδί ξαφνικά βρίσκεται φορτωμένο με το τρομερό κακό που θα πάθαιναν αν ήξεραν. Να που τώρα είναι υποχρεωμένη να σηκώσει αντί γι αυτούς το κακό των γονιών.
Για πρώτη φορά είναι μόνος του κανείς, αληθινά μόνος. Τον εγκατέλειψαν οι γονείς, αλλά με δική του απόφαση, με δική του επιλογή. Γι αυτό αισθάνεται το θάνατο. Τον θάνατο, που ακατανόητα αναγνωρίζεται μέσα στην ίδια την καρδιά της Παιδοφιλίας.
Βλέποντας την έτσι απ’ έξω, τη μικρή, θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι μπερδεμένη από αυτό που την έβαλε ο άγνωστος να κάνει, στο δρομάκι, δυο βήματα απ’ το σπίτι. Κάπως σα να τη μάλωσαν στο σπίτι επειδή έκανε μια ανοησία. Και μάλιστα βλέποντας την από λίγο πιο μακριά, επειδή δεν σάλευε, δεν φώναζε, δεν κουνιόταν, θα φανταζόταν κανείς ότι ο τύπος θα της έδινε κάποιο ζαχαρωτό, της έλεγε κάποια αστεία ιστορία.
Αλλά εγώ ξέρω ότι αμέσως όλα μπερδεύτηκαν στο λαιμό της, ότι οι λέξεις έμπλεξαν η μία με την άλλη, ότι πια καμιά δεν ξεχώριζε και δεν μπορούσε να περάσει το έρκος των οδόντων. Ούτε καν το όχι, όχι, όχι… Ακόμα και το όχι είχε χαθεί. Να μη μιλήσουμε για τον ουρανό, τη γη, τα δέντρα, τα πουλιά…»
Το μπέρδεμα αυτό κάνει το παιδί βουβό. Ντρέπεται για λογαριασμό των μεγάλων, για λογαριασμό του κόσμου που χάνει το καθαρό του περίγραμμα. Ο κόσμος πρέπει να σωθεί. Αναλαμβάνει να συγκρατήσει το κύρος των νόμων με τη σιωπή του. Δεν μπορεί να εκθέσει τους μεγάλους, να τους παραδώσει στο τσακισμένο οικοδόμημα. Υποκρίνεται πως τίποτε δεν συνέβη. Γι αυτό σωπαίνει, για να προστατέψει τους μεγάλους, τον κόσμο που του παρέδωσαν, τα όρια που πίστεψαν ότι είχαν βάλει, τα περιγράμματα που σχεδίαζαν για λογαριασμό του.
Η σιωπή του δεν είναι ένοχη. Δεν μπορεί να αντέξει το βάρος της καταστροφής που θα φέρει η καταγγελία του.

Κι η μεγάλη γιατί δεν μιλάει; Τόσα χρόνια μετά, η γνωστή συγγραφέας που έγραψε για τόσα θέματα, που ανέτρεψε κλισέ, που αναζήτησε τολμηρά την ουσία των διατυπωμένων αιτημάτων και βάλθηκε να διατυπώσει νέα, γιατί δεν βρήκε το θάρρος να μιλήσει, να συζητήσει, να αποκαλύψει, να καταγγείλει επιτέλους;
Υπήρχαν πάντα οι θεωρητικοί του βιασμού, οι υποστηρικτές της ελευθερίας χωρίς όρια που κατάφερναν να της κλείνουν το στόμα. Είναι γενικά κλειστό το σώμα των θυμάτων. Οι θύτες το ξέρουν καλά αυτό, είναι κάτι στο οποίο έχουν πείρα και σιγουριά. Με βάση αυτή τη βεβαιότητα δρουν.
Αν τα παιδιά μιλούσαν θα μπορούσαν να πουν πολλά, να αντικρούσουν όλη την επιχειρηματολογία των υπερασπιστών του βιασμού, κι όλη τη φιλολογία περί συμμετοχής και συνενοχής τους. Αλλά δεν μιλούν. Και το παιδί που έγινε η φιλόσοφος και συγγραφέας Αννί Λεκλέρ, παραδέχεται:
«Ομολογώ ότι σώπασα. Όπως όταν ήμουν παιδί και αργότερα, στην εφηβεία, κάθε φορά που γινόταν λόγος για βιασμό, ή ακόμα και για φόνο δεν είπα τίποτε από ένα μίγμα φόβου του κακού και μια σκοτεινή γνώση που δεν μεταβιβάζεται μέσω της γλώσσας και που είναι ο νόμος: ότι δεν ήταν κατά βάθος τόσο κακοί τελικά…»
Δεν αντέδρασε ούτε όταν κυκλοφόρησε και έφτασε στα χέρια της ένα μανιφέστο ‘για τη σεξουαλική απελευθέρωση των παιδιών’
«Το παιδί, δεν έχει κι αυτό δικαίωμα στην ηδονή, στην απλή και χαρούμενη σεξουαλική ηδονή, που εσείς οι αλλοτριωμένοι λογοκριτές, οι καταπιεσμένοι ηθικολόγοι, του αρνείστε; Να σταματήσει η σεξουαλική καταπίεση του παιδιού» έλεγε ένα κείμενο που κυκλοφόρησε στη Γαλλία τη δεκαετία του 70 και μάζεψε τις υπογραφές πολλών καλοπροαίρετων ανθρώπων.  
«Ήταν η εποχή που όλοι είχαν τη λέξη ‘απελευθέρωση’ στο στόμα. Από την πολλή καταγγελία των πιέσεων που είχαν υποστεί, και μέσα στον ενθουσιασμό να τις αποτινάξουν, δεν έβλεπαν τίποτε άλλο μπροστά τους. Ο νόμος ήταν τύραννος, οι κανόνες μας υποδούλωναν. Στο θέμα της σεξουαλικότητας, όλες οι μορφές επιθυμίας, και ιδίως εκείνες που η συνήθης ηθική καταπίεζε, έπρεπε να ακουστούν, και να ικανοποιηθούν. Να ελευθερώσουμε το σεξ από την καταπίεση που το φυλακίζει, να ελευθερώσουμε τη συνείδηση μας από τις προαιώνιες απαγορεύσεις που το αλλοιώνουν, να απολαύσουμε χωρίς κανένα εμπόδια αυτά που ποθούμε! Να είμαστε ελεύθεροι!
Οι τόνοι ανεβαίνουν. Απαγορεύεται να απαγορεύεις. Τίποτε δεν πρέπει να έχει εξουσία πέρα από την επιθυμία, την επιθυμία μου. Κι όλοι εμφανίζονται με τη διακήρυξη της επιθυμίας τους κυρίαρχης. Όσοι δεν συμφωνούν για τη χωρίς όρια ελευθερία, σωπαίνουν: φοβούνται πολύ μήπως εμφανιστούν σαν εν δυνάμει σκλάβοι…
Έτσι είναι αυτά. Πάντα φοβάται κανείς μήπως φανεί δειλός, φοβισμένος δούλος, μικρός, γελοία κότα απέναντι στο μεγαλείο των ψαγμένων.
Τρέμει κανείς από τρόμο ακούγοντας αυτά που άκουγα, διαβάζονταν αυτά που διάβαζα. Αλλά ακόμα περισσότερο έτρεμε να δείξει ότι τρέμει. Η αλαζονική διακήρυξη προερχόταν από το δικό μου κόσμο, από τον θεωρούμενο τόπο του πνεύματος, που ξεσηκωνόταν ενάντια στην καταπίεση, από μια αδιαφιλονίκητου κύρους εξουσία που μπορούσε να μου αφαιρεί τη δύναμη να τη μάχομαι τη στιγμή που εκδηλωνόταν».

Βλέποντας εκ των υστέρων την επαναστατική αυτή εποχή είναι εντυπωσιακό να διαπιστώνουμε πόσο υπήρξε δογματική εντέλει. Οι ανατρεπτικές ιδέες μέσα στον ορμητικό τους ενθουσιασμό δεν δημιουργούσαν τις καλύτερες προϋποθέσεις για διάλογο και ανταλλαγή ιδεών, ακόμα και σε μια χώρα σαν τη Γαλλία, όπου υποτίθεται πως ο διάλογος ήταν το χαρακτηριστικό τους.

Αφέθηκαν να κυκλοφορούν αυτές οι θεωρίες. Μήπως υπήρχε κάποια παιδαγωγική πλευρά στην υπόθεση; Μήπως όντως απελευθερώνει ο μεγάλος που πλησιάζει το παιδί και το οδηγεί επειδή είναι μεγάλος και δυνατός, να συμμετέχει στη σεξουαλική του απόλαυση; Η μήπως η επιβολή του μεγάλου προς το μικρό είναι απλά επιβολή  βίαιη που καταστρέφει τη σεξουαλικότητα του μικρού, και τη σχέση του με τον κόσμο; Και η επιθυμία του παιδιού, ακόμα και το παιχνίδι του με τη σεξουαλικότητα, μάλλον δεν έχουν στόχο τη διέγερση του μεγάλου και την εκμετάλλευσή του, κι οι μεγάλοι, όταν μιλάνε για κάτι τέτοιο κάνουν απλώς προβολές των δικών τους επιθυμιών προς το παιδί;
Μέσα σε όλων μας την αγάπη για τα παιδιά υπάρχει μια τάση βίας. Ακόμα και μερικές μανάδες το βγάζουν με λόγια, μέσα στην τρυφερότητα προς το μωρό τους λένε «θα σε φάω», άλλοι, ξένοι, λένε, «σου έρχεται να το φας τόσο όμορφο», για ένα μικρό παιδί. Συγκρατούνται οι μανάδες, οι ξένοι, όλοι. Οι περισσότεροι, και σίγουρα όλοι μέσα στα κοινωνικά πλαίσια. Δεν τα τρώμε τα παιδιά, οι κουβέντες αυτές δείχνουν την αγάπη μας, την Παιδοφιλία που είναι αποδεκτή. Αλλά μπορεί να εκφράζουν και κάτι βαθύτερο, κάτι που έχει, επιτυχώς στις περισσότερες περιπτώσεις, απωθηθεί στα σκοτεινά έγκατα της ψυχής.  Μπορεί αυτό το κάτι σκοτεινό να θέλει να σταματήσει το παιδί στην παιδική ηλικία. Ξέρουμε ότι το παιδί δεν θα είναι παιδί για πάντα. Στο σκοτάδι των ανθρώπινων ψυχών ο λόγος μπορεί να ρίξει μόνο στενές λουρίδες φως, σαν προβολέας που σαρώνει για λίγο. Η ερμηνεία των σκοταδιών μόνο ένα συμπέρασμα μπορεί να βγάλει, ότι κάποιος που υπέστη ο ίδιος βία σαν παιδί συχνά τείνει να την αναπαράγει.
                                                 Aποχαιρετισμός στην Αννί Λεκλέρ
Ίσως σε όλη της τη ζωή η Αννί Λεκλέρ να προσπαθούσε να γράψει για το θέμα αυτό, ίσως έγινε συγγραφέας για να το ξεπεράσει, υποθέτει στην εισαγωγή του βιβλίου η Νάνσυ Χιούστον. Το βέβαιο είναι ότι η Αννί Λεκλέρ κατάφερε να μιλήσει τελικά, και στη ζωή της πέρασε τα πάντα από τη δοκιμασία του λόγου. Μετά την απειλή της σιωπής επέστρεψε στο λόγο και τον δάμασε ξανά από την αρχή, με μεγαλύτερη δυσκολία πιθανότατα, με το φαρμάκι της προδοσίας που έπρεπε να γίνει κατανοητή, με την ασίγαστη, ως την τελευταία στιγμή της ζωής της, προσπάθεια να εκφράσει τα ανείπωτα των ανθρώπων, αλλά όχι μόνο τα μαύρα ανείπωτα, τα σκοτεινά και απειλητικά που πολύ καλά τα ξέρουμε πια, που τα έχουμε εμπεδώσει, που εν ολίγοις είναι το πιο αγαπητό θέμα της σύγχρονης Τέχνης. Κάποια άλλα, λευκότερα και αθωώτερα, ή απλώς πιο σύνθετα, μεταγενέστερα και καρπούς προσπαθειών, ερευνών και αναλύσεων. Τα λευκά μυστικά που κρατάνε τον κόσμο όρθιο. Αν υπάρχουν. Αν μπορεί να υπάρχουν.
Η Αννί Λεκλέρ ανήκε σε μια εποχή αμφισβήτησης παραδοσιακών θέσεων αλλά ακόμα και αμφισβήτησης επαναστατικών θέσεων, που είχαν αρχίσει να γίνονται παραδοσιακές. Είναι τα χρόνια μετά το Μάη του 68, με τα κοινωνικά και απελευθερωτικά κινήματα που ακολούθησαν. Ανάλυση των μηχανισμών εξουσίας από τον Μισέλ Φουκώ, σε κάθε τους έκφανση. Κινήματα για απελευθέρωση των πάντων. Απελευθέρωση στο σεξ. Απελευθέρωση στη σκέψη. Απελευθέρωση στην πληροφορία, γιατί είχαν αρχίσει να διαλύονται οι αυταπάτες περί του υπαρκτού σοσιαλισμού. Μετά το Μάη του 68 είχε ακολουθήσει ο Αύγουστος του 68. Τα σοβιετικά τανκς είχαν καταλύσει την άνοιξη της Πράγας. Η Λεκλέρ είχε υπάρξει σύζυγος του Νίκου Πουλαντζά, μαρξιστή φιλοσόφου και εξέχοντος στελέχους του ευρωκομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Ανήκε στη γενιά που είχε γράψει στους τοίχους του Παρισιού, ‘το προσωπικό είναι πολιτικό’ και ξεκίνησε να το αποδείξει με τη ζωή της.
 Ωστόσο η ίδια προσπάθησε μέσα στη θύελλα εκείνη να ανασυντάξει τη σκέψη της απέναντι σε όλα τα μεγάλα ζητήματα και τους θεσμούς που η επανάσταση των ιδεών είχε ξεκινήσει χαρούμενα να κατεδαφίζει.
 Συνεργάτης στο περιοδικό των Σαρτρ- Μπωβουάρ Les Temps modernes, συμμετείχε στους φεμινιστικούς προβληματισμούς. Tο 1974 με το βιβλίο της Parole de femme ‘γυναικείος λόγος’ (κυκλοφόρησε και στα ελληνικά) διατύπωσε ρηξικέλευθες απόψεις. Στη θέση της Μπωβουάρ για τη γυναίκα που δεν γεννιέται  γυναίκα αλλά γίνεται, σχηματίζεται από την οργανωμένη κοινωνική καταπίεση, με μια ανατροφή που διαστρεβλώνει την ανθρώπινη φύση της, η Λεκλέρ αντέτασσε τις αμφιβολίες της. Μήπως υπάρχει κάτι πραγματικό από αυτή την γυναικεία φύση τελικά; Το βιβλίο εκείνο ήθελε να αλλάξει τη στάση της υποτίμησης που υπήρχε απέναντι στις γυναικείες ιδιότητες και ασχολίες, τον τοκετό, το μεγάλωμα των παιδιών, τις δουλειές του σπιτιού, τάραξε τα νερά των φεμινιστικών προβληματισμών της δεκαετίας του 70 προτείνοντας μια ανατροπή στο μέχρι τότε βλέμμα πάνω στις γυναίκες, τις διεκδικήσεις, τις αξίες και τους στόχους τους. Στον αντίποδα της απαξιωτικής στάσης απέναντι σε κάθε γυναικεία συνήθεια, τέχνη και επίδοση εντός του θεωρούμενου αντρικού κόσμου, που είχε η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, και που είχαν οπλίσει τις φεμινίστριες την εποχή των διεκδικήσεων του αντρικού κόσμου, των αντρικών επαγγελμάτων και δικαιωμάτων, στον αντίποδα της άποψης ότι η γυναίκα κατασκευάζεται κοινωνικά και άρα οφείλει να αλλάξει ολόκληρη αυτή την κατασκευή, η Λεκλέρ, την εποχή που πια οι κατακτήσεις έχουν προχωρήσει στο δυτικό κόσμο, αναδείκνυε και υμνούσε τις γυναικείες αξίες, ιδιότητες και αποκλειστικότητες. Με πρώτη τη μητρότητα. Δεν ήταν τυχαίο ότι ακολούθησε ρήξη με τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ, η οποία είχε αρνηθεί να κάνει παιδιά ακολουθώντας με συνέπεια τις απόψεις της.
 Φιλόσοφος, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο, με λόγο εξαιρετικά προσωπικό, ευαίσθητο, βαθύ, άμεσο και ποιητικό, η Αννί Λεκλέρ μιλούσε ακριβώς όπως είχε ανάγκη να το κάνει η γυναίκα της Δύσης σε κείνη τη γεμάτη αναζητήσεις δεκαετία. Δεν χρειαζόταν πια να αποδείξει τίποτε, είχε κατακτήσει νομικά δικαιώματα, μπορούσε να εμβαθύνει περισσότερο στον εαυτό της και στη σχέση της με τον κόσμο.
Η θέση εκείνη βέβαια, όπως εύκολα φαντάζεται κανείς, δεν ήταν καθόλου απλή υπόθεση. Καραδοκούσαν οι ειρωνικές κριτικές, αφ’ ενός, κινδύνευε η σκέψη από την ολίσθηση σε αντιδραστικές θέσεις του τύπου ‘ωραία, άντε πίσω λοιπόν στην κουζίνα και τις πάνες σου’, οι κάθε λογής καρικατούρες, αφ’ ετέρου. Ακόμα και ο τίτλος που επέλεξε τότε η ελληνική έκδοση, για παράδειγμα, οι ‘Γυναικείες κουβέντες’ μπορεί να ακουστεί σαν κάτι πολύ επιπόλαιο και κουτό. Γυναικείες κουβέντες είναι οι ασήμαντες κουβέντες, η φλυαρία γύρω από ζητήματα της καθημερινότητας που δεν έχουν καμία αξία για τις σοβαρές αναζητήσεις του ανθρωπίνου είδους. Το βιβλίο αναδεικνύει τη σημασία όλων αυτών των περιφρονημένων και υποτιμημένων πραγμάτων, με τίτλο πάντως «Γυναικείος λόγος». Η ελληνική μετάφραση μοιάζει πρωθύστερη, ξεκινά με τίτλο που πρέπει να διαβαστεί σα να γνωρίζεις ήδη το περιεχόμενο και την άποψη του. Οι γυναικείες κουβέντες είναι λόγος.
 Η σκέψη της Λεκλέρ ακροβατούσε ανάμεσα στους κινδύνους αυτούς, αλλά έφτανε αισίως σε έδαφος στέρεο, φτιαγμένο με τα υλικά του ανθρωπισμού που αποδεικνύονταν καλύτερης ποιότητας από κάθε άλλα. Η τόλμη της άνοιγε δρόμους, διέλυε φόβους, δίδασκε την απελευθέρωση της σκέψης από τα στερεότυπα, την ασκούσε σε αυτήν. Σε κάθε υπερβολική σχηματοποίηση που οδηγούσε η επαναστατική λογική της ανατρεπτικής και εξόχως γαλλικής εκείνης εποχής, η Αννί Λεκλέρ στεκόταν κριτικά και ξανακοίταζε τα συντρίμμια με γνώμονα τον ανθρωπισμό. Αποστρεφόταν την ισοπεδωτική πλευρά των επαναστάσεων, την καταστρεπτική τους διάθεση, την τάση περιφρόνησης των ατόμων μέσα στη, μεταφυσική ενίοτε, διάθεση απελευθέρωσης του πλήθους. Προχωρούσε βαθιά στην ανάλυση των μηχανισμών καταπίεσης, αλλά από κάθε πλευρά. Ο δογματισμός των κατεδαφιστών την απασχολούσε περισσότερο από το να βάλει κι εκείνη το χεράκι της στην κατεδάφιση.
Για το δεύτερο βιβλίο της που μεταφράστηκε στα ελληνικά, το épousailles, ο τίτλος ήταν ‘παντρολογήματα’. Η λέξη αυτή φέρνει στο νου προξενιά  και άλλα συνοδευτικά του γάμου, αλλά η ουσία του βιβλίου μιλούσε κυρίως μεταφορικά για την ουσία της γαμήλιας ανταλλαγής: για επιρροές, συντήξεις, συγχωνεύσεις, αλληλεπιδράσεις, αποδοχές, μίξεις, τέτοια πράγματα. Μίξη των παλιών αξιών με τις καινούργιες, αναζήτηση τρόπων συνύπαρξης, εξισορρόπησης.  
Νομίζω ότι μετά από αυτό δεν μεταφράστηκε στη γλώσσα μας άλλο βιβλίο της. Είναι δύσκολα στη μετάφραση τα κείμενα της, παίζουν πολύ με τις λέξεις και τις έννοιες, ακολουθώντας την κλασσική αυτή φιλοσοφική παράδοση που παιδεύει τους μεταφραστές ενώ προορίζεται να γοητεύσει τους αναγνώστες. Στην ελληνική γλώσσα η ισορροπία ανάμεσα στο λόγο που επιθυμεί να κατακτήσει και να διατυπώσει η φεμινίστρια Λεκλέρ και τις γυναικείες κουβέντες που υπήρξαν πάντα περιθωριακές και κάπως γελοίες, η πλάστιγγα έγερνε προς τις δεύτερες, ίσως όχι και τόσο ανεπαίσθητα. Αλλά εδώ είμαστε χώρα μεσογειακή. Έχουμε τη φήμη πως οι γυναίκες εξουσιάζουν παρασκηνιακά, οπότε οι ‘γυναικείες κουβέντες’ δεν είναι απλώς ενασχολήσεις περί του ασήμαντου, αλλά μπορεί να περιέχουν και το υπονοούμενο της ίδιας τους της αξίας και του βάρους.
Πάντως η φιλόσοφος Λεκλέρ και μαζί της όσες και όσοι επιθυμούν να ορίσουν από την αρχή την ανθρώπινη ταυτότητά τους, διεκδικούσε από την αρχή καθαρότητα κρυστάλλινη στο λόγο και τη διατύπωση των ιδεών της.
Σε κάθε περίπτωση, η φιλοσοφική της άποψη περί φεμινισμού κατατέθηκε και επηρέασε πολύ τη γυναικεία σκέψη γύρω από το πώς χειραφετείται, πώς διεκδικεί, πώς αναγνωρίζεται κοινωνικά και βρίσκει ταυτότητα μια γυναίκα. Στη σημερινή αντίληψη μας περί των γυναικών και των δικαιωμάτων τους, πιστεύω ότι βρίσκονται οι ιδέες του ‘Parole de femme’ ακόμα και χωρίς να το έχει διαβάσει κανείς, χωνεμένες και γονιμοποιημένες.
Στην επαναστατική λαίλαπα που σάρωνε τα πάντα, θεωρητικά τουλάχιστον, εκείνη την εποχή, το έργο της Αννί Λεκλέρ ήταν πάντα ένα είδος θεραπείας μετά τις καταστροφές. Τη βλέπω κάπως σαν νοσοκόμα στο πεδίο των μαχών όπου ο ισοπεδωτικός ενθουσιασμός δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Και μετά τη δεκαετία του 70 συνέχισε να παρατηρεί τον τρόπο που οι νέες ιδέες άλλαζαν, και να επιχειρεί κάθε τόσο μικρούς διορθωτικούς στοχασμούς με τα βιβλία της. Στο Hommes et femmes προσπαθεί να καταλάβει περισσότερα πράγματα για τις εχθρότητες, τις διαφορές και τις ομοιότητες ανάμεσα στις γυναίκες και τους άντρες, επιστρέφοντας ξανά στον ενθουσιασμό του «Γυναικείου Λόγου» και αναθεωρώντας. Γιατί χωρίς τις διαφορές τους, άνδρες και γυναίκες δεν θα μπορούσαν να συμμετέχουν στον έρωτα, για εκείνον καλλιεργούν τις διαφορές, για τον πλούτο της λατρείας του.
Καθώς περνούν τα χρόνια και τα κινήματα καταλαγιάζουν, η θεματολογία της αλλάζει. Γράφει το Origines, φόρο τιμής στον Ζαν Ζακ Ρουσώ, τον αγαπημένο της φιλόσοφο και εγχειρίδιο χρήσης της φιλοσοφίας. Το Au feu du jour, αποχαιρετισμό στο κάπνισμα όταν το έκοψε, στις μοναχικές ώρες και τις καθημερινές κινήσεις που είχε συνοδέψει.
Δίδασκε σε όλη τη ζωή της, όχι μόνο στο πανεπιστήμιο όμως. Για είκοσι χρόνια είχε αναλάβει εθελοντικά σεμινάρια δημιουργικής γραφής με κρατούμενους, μέσα σε φυλακές, πασχίζοντας να δώσει τα εργαλεία του λόγου στους άοπλους από λόγο αυτούς ανθρώπους.  Μίλησε για την εμπειρία της αυτή στο βιβλίο: ‘Lenfant, le prisonnier’ ένα από τα τελευταία της, όπου παραλληλίζει την κατάσταση του φυλακισμένου με του παιδιού.
Έζησε σε συνέπεια με τις ιδέες της, αληθινή φιλόσοφος, που σκέφτηκε και ανέλυσε κάθε έκφανση της ζωής της ψάχνοντας την ουσία του κλασσικού φιλοσοφικού ερωτήματος. Βλέποντας τη μικρή στοίβα των βιβλίων της τώρα που πια έχει εντελώς συμπληρωθεί, συνειδητοποιώ ότι πιο πολύ την ενδιέφερε να εντοπίζει την αγάπη και τον έρωτα, που είναι μια λέξη στα γαλλικά, amour, να την αναλύει και να την αναδεικνύει, ακόμα και σε μια εποχή που θεωρούνταν μικροαστική αδυναμία.  Οι δεσμοί και οι συμβιβασμοί δεν επιβάλλονται μόνο, επιλέγονται από την ανάγκη συμβίωσης με τους άλλους, την πιο βαθιά και αξεπέραστη, την πιο γόνιμη και απολαυστική τελικά όταν ικανοποιείται ανάγκη, αυτό πίστευε και διακήρυττε με διάφορους τρόπους.
Στο «Toi, Penelope» απευθύνεται στη σύζυγο του Οδυσσέα, για την οποία δεν ξέρουμε πολλά πράγματα πέρα από το ότι ήταν πιστή. Απλώς πιστή στο σύζυγο. Τι άλλο θα μπορούσε να γεμίσει αυτή την προσωπικότητα που πιάνει τόσο χώρο στη μυθολογία του γάμου με ένα πελώριο κενό;

Ένα από τα τελευταία της βιβλία ήταν το ‘Eloge de la nage’ (εγκώμιο στο κολύμπι). Μιλούσε για κολύμπι στην πισίνα, μια άσκηση που συνέχισε ακόμα και όταν ήταν άρρωστη με καρκίνο. Περιγράφει πώς ένιωθε κολυμπώντας, ότι θα μπορούσε να οδηγηθεί απαλά, μέσα στο νερό, από τη ζωή στην ανυπαρξία. Ήταν ένα βιβλίο που διαβάζοντας το έκλαιγα, κι όχι επειδή αγαπώ επίσης πάρα πολύ το κολύμπι. Μέσα στις φράσεις εκείνες που ζωντάνευαν το απαλό άγγιγμα του νερού, τον τρόπο που ξαλαφρώνει το σώμα, ήταν σα να προέβλεπε το θάνατο της, τον περιέγραφε καθώς προσπαθούσε να τον αντικρίσει συμφιλιωμένη με τον κύκλο της ζωής, και δεχόταν να τον πλησιάσει κολυμπώντας. Πέθανε στα 66 της χρόνια το 2006, και λίγο μετά κυκλοφόρησε, ημιτελές, το μικρό τελευταίο βιβλιαράκι της, «Lamour selon Μme de Renal’ (o έρωτας κατά την κυρία ντε Ρενάλ) με θέμα τα συναισθήματα της ηρωίδας του Σταντάλ από το Κόκκινο και το Μαύρο, της γυναίκας που αγαπούσε τον νεαρό Ζιλιέν με έρωτα και ταυτόχρονα με μητρική αυταπάρνηση.
Τριάντα χρόνια πριν είχα συναντήσει την Αννί Λεκλέρ στο Παρίσι, με αφορμή μια συνέντευξη για την Αυγή, με δικαιολογία μάλλον, επειδή ήθελα να τη γνωρίσω κυρίως. Και πριν και μετά με συντρόφευε η σκέψη της, ο τρόπος που είχε να βλέπει τα πράγματα, να αμφισβητεί τα κλισέ, να νοιάζεται για την ουσία, να μην κάνει σκόντο στον ανθρωπισμό. Η χάρη του λόγου της, η χαρά που υποσχόταν στην επαφή με τη σκέψη, ο στοχασμός που συνόδευε τις απολαύσεις του σώματος, νομίζω πως είναι οι πιο επαναστατικές αρετές που μας κληροδοτεί και που δεν φθάρηκαν ούτε στις ανατροπές ούτε στις παλινορθώσεις.


Κίτρινο γρασίδι

 Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...