Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θάλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θάλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

Κολύμπι στα ρηχά

Κολυμπάω χρόνια τώρα στην ίδια παραλία της Αττικής, κοντά στο Σούνιο, και παρατηρώ τον ίδιο βυθό. Τον βλέπω να αλλάζει μέσα στις δεκαετίες και στις χρονιές, ακόμα και στους μήνες. Έχει αλλάξει η υφή, το χρώμα, η βλάστηση. Κάθε μέρα, όσο έχω την τύχη, το προνόμιο να βρίσκομαι εδώ, φοράω τη μάσκα μου και κολυμπάω εύκολα, πιο εύκολα βέβαια με τη μάσκα από ό,τι χωρίς τη μάσκα, οπότε καλύπτω κάμποση απόσταση ακολουθώντας την ακτογραμμή.

Φέτος παρατηρώ ότι έχουν σχεδόν εξαφανιστεί οι αχινοί. Είναι ζήτημα να είδα συνολικά πεντέξι σε μια περιοχή που έβλεπες αναρίθμητους, κι έπρεπε μάλιστα να προσέχεις μην τους πατήσεις. Οι λίγοι που είδα είναι αρσενικοί, κατάμαυροι, αυτοί που τους περιφρονούν όσοι μαζεύουν αχινούς, αφού δεν έχουν αυγά. Τα αυγά είναι που τρώγονται από τους αχινούς, οπότε μια αχινοσαλάτα, ας πούμε, περιέχει ολόκληρη μελλοντική αποικία αχινών μεγάλης έκτασης. Πάνε χρόνια που δεν μαζεύω και δεν τρώω αχινούς. Στην κοντινή μας ταβέρνα τρέμω να ρωτήσω αν έχουν την αχινοσαλάτα που φιγουράρει στο μενού.

Κολυμπώντας ακολουθώ καμιά φορά τα μικρά ψαράκια που επιβιώνουν ανάμεσα στους κολυμβητές, πετρόψαρα κυρίως, προσπαθώ μάταια να δω κανένα χταπόδι. Πάει καιρός που δεν βλέπω πια χταπόδια εδώ πέρα. Πριν καμιά δεκαετία είχα δει ένα μεγάλο χταπόδι,  μου φάνηκε ότι κάπως με κοίταξε, έπαθα σοκ κι έκτοτε σταμάτησα να παραγγέλνω χταπόδια στις ταβέρνες. Προσπαθώ να πείσω και τους άλλους, αλλά αν δεν τα καταφέρω και το παραγγείλουν το χταπόδι, παίρνω ένα κομματάκι. Μου αρέσουν τα θαλασσινά και τα ψάρια αλλά αγοράζω πια μόνο ιχθυοτροφείου. Ξέρω ότι πολλοί το θεωρούν αυτό κατάντια, τσιπούρα μόνο αλανιάρα, σου λένε, αλλά εγώ έχω συμβιβαστεί με την πραγματικότητα. Δεν θέλουν τα ιχθυοτροφεία, λες και οι θάλασσες είναι ακόμα γεμάτες ψάρια, όπως πριν μισό αιώνα. Λερώνουν τα ιχθυοτροφεία, σου λένε. Και πώς θα ταϊστεί η ανθρωπότητα, τα οχτώ δισεκατομμύρια; Αν συνεχίσουμε να αγνοούμε την καταστροφή που προκαλούμε, σε λίγα χρόνια θα έχουν εξαφανιστεί τα ψάρια κι όλη η θαλάσσια ζωή. Πρέπει να υπάρχουν ιχθυοτροφεία, και συμφωνώ να ελέγχονται, να λειτουργούν σωστά και με κανόνες υγιεινής, εννοείται. Αλλά να μην τα θέλεις καθόλου είναι η ίδια νοοτροπία που θεωρεί κακό πράγμα τις ανεμογεννήτριες, που θέλει να αγνοεί ότι χρειαζόμαστε συνεχώς όλο και περισσότερη ενέργεια και η χρήση του ανέμου και του ήλιου κάνει το λιγότερο δυνατό κακό στην παραγωγή της.

 Στο διαδίκτυο κυκλοφορεί κείμενο για συλλογή υπογραφών κατά της δημιουργίας φάρμας χταποδιών. Θα καταπιέζονται τα χταπόδια στη φάρμα. Ναι, θα ήταν καλό να σταματούσαμε όλοι μαζί, σε όλο τον πλανήτη, να τρώμε χταπόδια, αλλά αυτό αποκλείεται να συμβεί, οπότε το δίλημμα είναι, ή να αφήσουμε να εξαφανιστούν, ή να γίνουν φάρμες χταποδιών. Σκληρό, αλλά και τα αυγά και το γάλα και το κρέας από φάρμες το παίρνουμε. Να αλλάξουμε συμπεριφορά ως άνθρωποι απέναντι στα ζώα που τρώμε, αυτό είναι σωστό και δίκαιο αίτημα. Να γυρίσουμε στον παράδεισο της τροφοσυλλεκτικής περιόδου όμως δεν γίνεται, πώς να το κάνουμε.

Στις ταβέρνες παραγγέλνω σαρδέλα και γαύρο, αλλά κι αυτά φέτος με προβληματίζουν. Η σαρδέλα μικρότερη από το κανονικό. Μήπως κι αυτή έχει έλλειψη; Γκουγκλάρω και το επιβεβαιώνω, δεν υπάρχει είδος ψαριού που να μην υποφέρει από την υπεραλίευση. Και δυστυχώς δεν ξέρω να έχουν δημιουργηθεί ιχθυοτροφεία για σαρδέλες. Ελπίζω να γίνουν στο μέλλον.

Στο βυθό που χρόνια παρατηρώ η μεγαλύτερη αλλαγή είναι τα φύκια. Υπήρχαν κάποτε, αλλά πια δυσκολεύομαι να θυμηθώ πριν πόσα χρόνια, εκείνα τα λεπτά, σγουρά, ανοιχτοπράσινα προς πορτοκαλί φύκια που έκρυβαν κοχυλάκια στις τούφες τους, τα οποία έχουν πλέον εξαφανιστεί. Ούτε για δείγμα δεν βλέπω τέτοια. Κάποτε είχα διαβάσει ότι η βλάστηση του βυθού αλλάζει από τα πολλά αντηλιακά που διαλύονται στο νερό. Εδώ κολυμπά κόσμος πολύς, και μπορεί να είναι αυτή η απάντηση. Φροντίζω να βάζω αντηλιακό είκοσι λεπτά, τουλάχιστον, πριν μπω στη θάλασσα, έτσι είναι καλύτερα και για το δέρμα, αλλά η ιδέα δεν κυκλοφορεί γενικά.

Κολυμπώντας βέβαια ξεχνάω όλες αυτές τις θλιβερές αλήθειες και απολαμβάνω τις κινήσεις των λίγων ψαριών που βλέπω, τις αντανακλάσεις του ήλιου στην άμμο του βυθού, τον τρόπο που οι ποσειδωνίες ακολουθούν το κύμα, τη μαγεία των βράχων μέσα στο νερό. Ψάχνω μετά τα ονόματα των ψαριών και δεν βρίσκω όλα όσα θέλω, οι φωτογραφίες είναι από ψαράδικα, τα ψάρια νεκρά δεν μοιάζουν με τα ζωντανά, και κάμποσα είδη δεν μπορώ να τα ονομάσω. Οι πληροφορίες στοχεύουν στο πώς να τα ψαρεύεις και πώς να τα μαγειρεύεις, όχι πώς να τα ταυτοποιείς παρατηρώντας τα. Το σπορ fish watching δεν έχει ακόμα αξία.

Νομίζω ότι το ελεύθερο ψάρεμα, ακόμα κι από ερασιτέχνες, είναι πλέον ανεπίτρεπτη πολυτέλεια. Όταν βλέπω ψαροντουφεκάδες στην ακτή εύχομαι να μην καταφέρουν να πετύχουν τα θηράματα τους. Δεν πλησιάζω πια να θαυμάσω τα παιδιά που προσπαθούν με καλάμια να πιάσουν ψαράκια. Ο πατέρας που τις προάλλες μάλωνε το γιο του: «Άφησες το σαργό να φύγει, ολόκληρο σαργό!», με ξάφνιασε σα να έλεγε κάτι άσεμνο.

Και στον εγγονό σου δεν θα επιτρέψεις να ψαρέψει; θα μου πείτε ίσως. Το ψάρεμα είναι μεγάλη διασκέδαση για τα παιδιά, αλλά νομίζω ότι μπορείς να το συνοδεύεις με χρήσιμες πληροφορίες για το επιτρεπόμενο μέγεθος των ψαριών και την εποχή που ψαρεύεται το καθένα. Περισσοτερα θα μάθουν τα παιδιά παρά θα ψαρέψουν.  Η νέα γενιά θα αποκτήσει μεγαλύτερη οικολογική συνείδηση, θέλει δεν θέλει.




Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Τελευταία μπάνια


Περιμένοντας το κύμα κακοκαιρίας, το φθινόπωρο αυτοπροσώπως μάλλον, η θάλασσα νωχελικά στραφταλίζει στον ήλιο, οι προνομιούχοι παραθεριστές φλυαρούν κολυμπώντας με τα καπελάκια τους κι αγέρας παίρνει τη φωνή και τηνε πάει στα πέριξ.
Είναι τόσο όμορφο το πρωινό, κι όπως πρέπει να το γεύεται κανείς, όμως οι λουόμενοι δεν είναι ευχαριστημένοι. Ανησυχούν πολύ, κι όχι για τα ψάρια της περιοχής που λιγοστεύουν, πράγμα που θα ήταν λογικό και θα είχε σχέση με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται, αλλά για τα πάθη και τα λάθη του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας.
Ξεκινούν από τις προσωπικές τους στερήσεις, αναφέρονται στις περικοπές των συντάξεων, στον ΕΝΦΙΑ που θα πληρώσουν, στο αδιέξοδο της νέας γενιάς στην οποία δεν ανήκουν, στην απελπισία που απ’ άκρη σ’ άκρη σφίγγει τις καρδιές των συμπολιτών. Οικτίρουν την κατάντια των καθημερινών ανθρωπίνων σχέσεων, την αδυναμία ανταπόκρισης σε όλες τις ανάγκες τους, και προλέγουν τα χειρότερα για το μέλλον της ανθρωπότητας γενικώς και της χώρας γενικότερα.
Αυτό είναι το βάσανο του φθινοπωρινού μπάνιου. Τα έκαναν πια τα σωστά μπάνια, όλα όσα πρέπει να κάνει κάποιος για να μην κρυολογεί εύκολα τον χειμώνα, και τώρα σέρνεται πια το καλοκαίρι, ισορροπεί ο Σεπτέμβρης ανάμεσα στη ραστώνη και στην ανάγκη για οργάνωση κάποιου πράγματος, κάποιας δραστηριότητας που θα τους εντάξει στην πόλη ξανά, αλλά φαίνεται ότι διστάζουν, το σκέφτονται, ίσως δεν ανήκουν πια στις ηλικίες που σηκώνει η πόλη αυτή, ίσως φοβούνται να κυκλοφορήσουν στους δρόμους και στα πεζοδρόμιά της, να μπουν στα λεωφορεία της, όπου όλο και πιο νευρικά φρενάρουν οι οδηγοί ενώ αυτοί γερνάνε, κι έτσι κάθονται στο εξοχικό, δίπλα στη θάλασσα και κάνουν κι άλλα κι άλλα μπάνια, έχοντας προ πολλού ξεπεράσει τον αριθμό.
Προνομιούχοι που τους κούρασε το προνόμιο, φοβούνται μην τους ματιάσεις, και δώσ’ του γκρινιάζουν και παραπονιούνται και προβλέπουν τα χειρότερα. Κι αφού κουνήσουν το κεφάλι οικτίροντας το σύμπαν πολλές φορές, προσεχτικά να μη βραχούν και τα μαλλιά, βγαίνουν στάζοντας και γυαλίζοντας να ξεκουραστούν στην αμμουδιά, να συνεχίσουν τη συζήτηση σε ήπιους τόνους για το τι θα μαγειρέψουν σήμερα, πιστεύοντας ότι ο κίνδυνος αποσοβήθηκε γι' άλλη μια φορά, μπορούν κανονικά να συνεχίσουν.

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

Θυμάσαι να φυσάει;

Θυμάμαι μια καλαμένια καλύβα στην ακρογιαλιά, ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Θυμάσαι;
Εντάξει, θυμάμαι. Απορώ πώς τη βγάζαμε τότε, δεν είχαμε ούτε μπάνιο, ούτε ντους, ούτε σαλόνι, κρεβατοκάμαρες, χολ, τίποτε τέτοιο. Κι ο αέρας πώς δεν την έπαιρνε, μου λες;
Ηταν ωραία. Το καλύτερο καλοκαίρι μας. Τι απέγινε άραγε; Θα έχει διαλυθεί προ καιρού. Ολα τα υλικά ήταν ανακυκλώσιμα στη φύση, δεν υπήρχε ίχνος πλαστικού, βρόμα καθόλου. Πόσο μας άρεσε! Δεν καταλαβαίνω πώς γεμίσαμε το καλοκαίρι με φροντίδες για το σπίτι, να πρέπει να το ενισχύουμε συνέχεια, να τρέχουμε σε μαστόρους, να βάφουμε, να καρφώνουμε, να καθαρίζουμε…
Μεσολάβησαν τα παιδιά βέβαια, άλλαξαν όλα, αποκτήσαμε ανάγκες. Ασε που άλλαξε και το κλίμα, δεν φυσούσε τότε τόσο πολύ, μπορούσες να μένεις έξω μέρες ολόκληρες… Τώρα οι θερμές μάζες είναι πιο θερμές προφανώς και μετακινούνται πιο βίαια…
- Σίγουρα; Μήπως απλώς γεράσαμε; Πάντα θα φυσούσε.
- Θυμάσαι να φυσάει; Εγώ καθόλου. Ηταν όλα τέλεια, ήρεμα. Απλά. Τώρα δεν μπορείς να σταθείς ένα δευτερόλεπτο!
- Δεν μπορεί να μη φυσούσε. Υπήρχαν καραβάκια με πανί στον κόλπο. Χωρίς αέρα πώς θα ταξίδευαν;
- Μήπως ήταν μούφα τα πανιά; Μήπως είχαν μηχανές στο βάθος;
- Λες να ήταν πάντα μούφα τα πανιά; Οι άνθρωποι κινούνταν με ιστιοφόρα επί αιώνες. Με ιστιοφόρα γύρισαν τον πλανήτη. Με ιστιοφόρα ανακάλυψε ο Κολόμβος την Αμερική. Ολες οι μεγάλες εξερευνήσεις έγιναν με πανιά. Αρα πάντα φυσούσε.
- Εγώ δεν θυμάμαι να φυσάει εκείνο το καλοκαίρι με την καλύβα. Αργότερα άρχισε. Καθώς χτίζαμε σιγά σιγά το εξοχικό μας εμείς, δυνάμωνε ο αέρας. Στην αρχή θέλαμε ένα δωμάτιο για να μη μας πάρει ο αέρας το κρεβάτι, ύστερα δεν έπρεπε να μας πάρει ούτε το κομοδίνο, κι ούτω καθεξής.
- Την κουζίνα, τον καναπέ, τα μαξιλάρια, τις τέντες.
- Κυρίως τις τέντες, δεν θα γινόταν ιστιοφόρο το σπίτι μας.
- Αρα ο αέρας δυνάμωνε, λόγω κλιματικής αλλαγής!
- Μάλλον λόγω κλιμακτηριακής αλλαγής!
- Εγώ δεν γερνάω. Είμαι όσο νιώθω. Το κλίμα αλλάζει! Πρέπει να ενισχύσουμε τα αντιανεμικά πετάσματα!

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Ονόματα ψαριών


 Για όλα φταίει η πέρκα. Είναι το πιο συνηθισμένο ψάρι και μαζί το πιο εντυπωσιακό. Τη συναντάς πρώτη και καλύτερη μόλις βάλεις μάσκα. Είναι τιγρέ. Φτιαγμένη να κρύβεται μέσα στα ψηλά φύκια όπως η τίγρη μέσα στη ζούγκλα, στα βράχια όπως η τίγρη μέσα στη στέπα. Στο σώμα οι γραμμές είναι κάθετες, στο κεφάλι γίνονται οριζόντιες και λοξές, το κάνουν ακόμα πιο φαντασμαγορικό.
Την κοιτάζω μαγεμένη από την ομορφιά της, εκείνη μένει ακίνητη από φόβο. Για τον ψαρά δεν είναι παρά ένα απλό πετρόψαρο, δεύτερης κατηγορίας, κατάλληλο για σούπα.
Σε λίγα δευτερόλεπτα εμφανίζεται ανάμεσα στις πέτρες και στα φύκια δεύτερο είδος, με πράσινες και πορτοκαλί ρίγες που στο κεφάλι επίσης αλλάζουν σχέδιο. Αυτό πώς να το λένε; Το παρακολουθώ κάμποση ώρα, ύστερα θυμάμαι το όνομα: γύλος! Το υπέροχο, εξωτικό, πολύχρωμο ψαράκι έχει τέτοιο αδιάφορο όνομα. Δεν είναι αδικία; Υποτίθεται μάλιστα ότι μας γελά και το δόλωμα χαλά, έτσι λέει το ποιηματάκι:

Πέρκα είμαι, πιάνομαι
Χάνος είμαι, χάνομαι
Γύλος είμαι, σε γελώ
Και το δόλωμα χαλώ

Στα βαθύτερα νερά τα πετρόψαρα δίνουν τη θέση τους σε ψάρια λιγότερο πολύχρωμα. Είναι απλώς ασημένια, μερικά με κύκλους γύρω από τα μάτια, λόγω της έντονης ζωής που κάνουν ίσως, άλλα με μια γραμμή στην ουρά. Περνά ένα κοπάδι κεφαλόπουλα, να κάτι που αναγνωρίζω. Τέτοια ψάρια έχω ψαρέψει, με καλάμι, όταν ήμουν παιδί. Είχα μάθει να δολώνω, να πετάω και να νιώθω το τίναγμα του ψαριού, μπορούσα επίσης πολύ άνετα να ξαγκιστρώνω τα θύματά μου, πράγμα που με εκπλήσσει όταν το σκέφτομαι. Τώρα πια δεν μπορώ ούτε καν να βλέπω άλλον να το κάνει.
Συναντώ, κολυμπώντας πιο ανοιχτά με τη μάσκα, σιωπηλές καλόγριες που ανοιγοκλείνουν τις ψαλιδωτές ουρές. Όλα τα ψάρια είναι σιωπηλά, αλλά αυτά έχουν κάτι το ιδιαίτερο στη σιωπή τους, κάτι στην κίνηση, ή μάλλον στην ακινησία. Μόνο η ουρά ανοιγοκλείνει κι έτσι προχωρούν. Το όνομα «καλογριά» αγνοεί απολύτως την ψαλιδωτή αυτή κίνηση.
Κάτω στην άμμο κάτι μικρούτσικα μπαρμπουνάκια σκάβουν θυμωμένα με τα μουστάκια τους. Πολύ μικρά για το όνομα «μπαρμπούνι». Προφανώς δεν προλαβαίνουν να μεγαλώσουν, ή μόλις φτάσουν τα τέσσερα εκατοστά βγαίνουν λίγο πιο ανοιχτά και τα μαζεύουν οι τράτες. Οι μικροί αυτοί κληρονόμοι του τεράστιου ονόματος «μπαρμπούνι» να ξέρουν πόσο ελάχιστες πιθανότητες έχουν να ενηλικιωθούν;
Ένα μεγαλύτερο ψάρι κουτουλάει στην άμμο. Ιδέα δεν έχω πώς λέγεται. Αναγνωρίζω ένα κοπάδι ζαργάνες. Από τα δέκα είδη που είδα ονοματίζω τα μισά. Όσο περνάει η ώρα το ποσοστό μικραίνει.
Το βράδυ, στο σπίτι, ψάχνω στο διαδίκτυο. Βρίσκω λίστες με ονόματα, ελληνικά, λατινικά και αγγλικά, αλλά χωρίς εικόνες ή σημάδια αναγνώρισης.
Αγαθίτης, αγκαθόψαρο, αγλανιός, αγνάφισκος. Δεν γίνεται δουλειά έτσι, χρειάζομαι φωτογραφίες.  Στο διαδίκτυο μοιάζουμε πολύ με βουτηχτές, ας λέμε ότι σερφάρουμε.  Δεν τρέχουμε στην επιφάνεια, βουτάμε το κεφάλι στο νερό με μάσκα και αναπνευστήρα. Δεν υπάρχει ρήμα γι αυτό. Για φτιάξτε κάτι εσείς οι γλωσσοπλάστες.
Μετά από μερικές βουτιές βρήκα έναν ερασιτέχνη ψαρά και φωτογράφο. Μετά την παράθεση των ψαριών, είχε μια φωτογραφία του χεριού του τυλιγμένου με ένα  χταπόδι. Το έπιασε, έγραφε, κι ύστερα το άφησε ξανά, επειδή ήταν μικρό. Οι βεντουζίτσες του χταποδιού στα χέρια του ανθρώπου σε μια στιγμή απλής γνωριμίας που δεν εξελίχτηκε σε φάγωμα, μου φάνηκαν πιο συγκινητικές από όλες τις πόζες γατιών που έχω δει στο διαδίκτυο αφότου υπάρχει.
Δεν μπορώ να πιάσω χταπόδι, μικρό ή μεγάλο. Θα κοιτάζω απλώς τα ψάρια, θα μεταδίδω τη σκέψη μου: «Σε λένε μπαλά. Λατινικά, Pagellus bogaraveo » θα λέω.
Τα ψάρια δεν έχουν δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό βέβαια. Ίσως να προτιμούσαν τις επιστημονικές, λατινικές  ονομασίες. Είναι μεγαλόπρεπες, δεν μαθαίνονται εύκολα, βοηθούν να κρατιούνται οι απαραίτητες αποστάσεις.
Το λινκ που βρήκα http://greekfishes.wordpress.com/
Το λινκ της φωτογραφίας http://www.aquaworld-crete.com/fishgr.html

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

Πρωτοπορία στην απόλαυση

Τρώγοντας ψαράκι στην Κυλλήνη
Εδώ στις παραλίες της δυτικής Πελοποννήσου η κρίση είναι σα να μην ήρθε ακόμα. Βέβαια αν το καλοσκεφτείς είναι παρούσα, γιατί πρόπερσι μάλλον δεν έβρισκες τραπέζι στις ταβέρνες και θέση για παρκάρισμα κοντά στις οργανωμένες πλαζ.
Κι όταν λέμε οργανωμένες πλαζ εννοούμε μικρούς παραδείσους που δίνουν νόημα στους συνεχόμενους καύσωνες, οι οποίοι οπουδήποτε αλλού σε κάνουν να νιώθεις ότι γεννήθηκες σε λάθος πλανήτη. Μόνιμες ομπρέλες από ψάθα οι οποίες μοιάζουν από ψηλά με σωρούς από φύκια. Ξαπλώστρες από κάτω, ντους στην άκρη, κι όλα δωρεάν. Δεν ξέρω αν έγινε κάτι σε δημοτικό φούσκωμα δαπανών για να απολαμβάνουμε αυτή την πολυτέλεια, ή κάποια παρανομία σε σχέση με το χειμέριο κύμα κλπ, αλλά πολύ μας αρέσει, ομολογώ.
Στην Κυλλήνη δεν πηγαίναμε ποτέ παλιά, θεωρούσαμε την παραλία κατάλληλη μόνο για όσους δεν ξέρουν κολύμπι. Τώρα που έχει όλα αυτά τα κομφόρ, αναθεωρήσαμε. Σίγουρα την προτιμούν όσοι δεν ξέρουν κολύμπι, αλλά δεν πειράζει. Υπάρχει μια τσαπατσουλιά στο δεύτερο πλάνο, πίσω από το δρόμο, αλλά κανείς δεν είναι τέλειος. Με τον καιρό θα φτιάξει, σκέφτομαι.
Χτες πήγα στην Κουρούτα, μια παραλία πολύ πιο οργανωμένη και παραγωγό χρήματος. Μπαρ, εστιατόρια, ενοικιαζόμενα, όλα πιο πυκνά. Κόσμος πολύς, κοινωνικά ένα σκαλοπάτι παραπάνω από της Κυλλήνης. Νεαρές υπάρξεις καλλίγραμμες, τόσο πολλές μαζεμένες είχαμε μέρες να δούμε. Υπήρχε ακόμα και μια κινέζα πλανόδια μασέζ, αλλά δυστυχώς την είδαμε όταν πλέον είχαμε καθίσει στην ταβέρνα. Αν δεν ερχόταν εκείνη τη στιγμή και η παραγγελία μας, έτοιμοι ήμασταν να πετάξουμε τα ρούχα και να τρέξουμε στην παραλία για ένα μασαζάκι.
Θέλω να πω ότι δεν είμαι άνθρωπος που αποφεύγει τις οργανωμένες πλαζ και τον κόσμο, πάνε πια αυτά. Ωραίες είναι οι ερημιές, ωραίες είναι όμως και οι ανέσεις. Το μεγάλο θέμα για μένα είναι το παρκάρισμα. Αν βρίσκω να παρκάρω μπορώ να εκτιμήσω ένα ταβερνάκι, μια ενοικιαζόμενη σκιά, κι ακόμα περισσότερο μια δωρεάν σκιά, όπως αυτές στη δυτική Πελοπόννησο. Δεν γκρινιάζω για τη μουσική, φτάνει να μην είναι δυνατά, δεν γκρινιάζω για την αρχιτεκτονική, φτάνει να μην είναι υπερβολικά άσχημη, να μην είναι τα κτίρια παρατημένα. Αν οι άνθρωποι θέλουν να χτίζουν κυλοτί –που λέει και μια φίλη μου- αετώματα, δεν με πειράζει, φτάνει να μην αφήνουν το χώρο γύρω από το οικόπεδο τους γεμάτο μπάζα. Αν θέλουν να φυτεύουν γκαζόν δίπλα στη θάλασσα, τους καταλαβαίνω, δεν είμαι αυστηρή όπως μερικές εστέτ φίλες μου. Το γκαζόν φέρνει δροσιά όσο τίποτα. Το ξέρω πως δεν είναι η φυσιολογική χλωρίδα στον ελληνικό κάμπο, και νομίζω δεν πειράζει. Αν υπάρχει νερό να το ποτίζουν, τι ενοχλεί; Στο κάτω- κάτω, ποια είναι πια η φυσιολογική χλωρίδα; Αν άφηνες τους καύσωνες ανενόχλητους θα είχαμε παντού μόνο άμμο.
Άλλο με πειράζει εμένα. Εκεί στη γωνία του δρόμου, ένα μέτρο απόσταση από το καταπράσινο περιποιημένο γρασίδι του ενοικιαζόμενου, μια μικρή θάλασσα από, πλαστικά κυρίως, σκουπίδια πλημμυρίζει το χαντάκι. Μου ανεβαίνει στο λαιμό το ωραίο και φτηνό φαγάκι που χώνευα. Προχωράω παρακάτω, πού και πού έχει πεζοδρόμιο, πού και που δεν έχει. Παντού όμως έχει κύματα αυτής της πλαστικής σκουπιδοθάλασσας, κι οι άνθρωποι με τα μαγιό τους, με τα παρεό τους, μαυρισμένοι, χαμογελαστοί, όμορφοι, με τα γυαλιά τους ηλίου, τα μαλλιά τους να ανεμίζουν κλπ, τα προσπερνάνε αδιάφορα, σα να μην τα βλέπουν, σα να μην τους αφορούν, σα να μην υπάρχουν. Πλούσιοι και φτωχοί, κλέφτες κι αστυνόμοι, όλοι τα έχουν συνηθίσει. Απολαμβάνουν τις διακοπές τους, χαλαρώνουν. Εγώ γιατί θεέ μου ανακατεύομαι; Εγώ γιατί φτάνω στην πόρτα του αυτοκινήτου ράκος;
Αυτοί είναι φυσιολογικοί κι εγώ είμαι άρρωστη, δεν υπάρχει αμφιβολία. Τα σκουπίδια είναι στη θέση τους. Δεν τρέχει τίποτε.
Κι αυτοί οι κάδοι στη γωνία τι παριστάνουν; Γιατί έχουμε κάδους στο δρόμο, ενώ σε άλλες χώρες δεν έχουν ούτε κάδους, ούτε σκουπίδια; Γιατί εμείς έχουμε και κάδους και σκουπίδια;
Είναι μοντέρνα γλυπτική παιδί μου! Είναι έργο τέχνης που δείχνει τη σκληρότητα της ζωής, την υποκρισία της αστικής κοινωνίας, του καπιταλισμού, του καταναλωτισμού, όλ’ αυτά. Άλλοι χρειάζονται γκαλερί για να τα δείξουν, εμείς παντού, στο δρόμο. Πάντα πρωτοπορία, κατάλαβες τώρα;  
Από τη Μεταρρύθμιση http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=10912&sw=1280

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Αμφίβια ζωή


Μ’ αρέσει ο κόσμος που κατεβαίνει για μπάνιο τα καλοκαίρια, όλο και πιο πολύς, όλο και πιο εξοικειωμένος με τη θάλασσα. Αυτή η αποκάλυψη σωμάτων, συνηθειών, ονομάτων, σχέσεων, φόβων και θάρρους, η έκθεση τόσων πραγμάτων σε κοινή θέα, η έκθεση των σωμάτων γυμνών στο νερό. Η τηλεόραση μπορεί να δείχνει τους τέλειους κώλους με συνέπεια, εκεί που πάω εγώ η τελειότης μας αποφεύγει. Είναι παραλία οικογενειακή, τα νέα κορίτσια δεν συχνάζουν, έρχονται ώριμες κυρίες ώριμοι κύριοι. Αυτές οι λέξεις, κύριος, κυρία, αμέσως χρησιμοποιούνται σαν παρέο να κρύψουν κοιλιές ξεχειλωμένους, μηρούς με κυτταρίτιδα, παραμορφωμένα δάχτυλα ποδιών, όλα τα βάσανα που η κοινωνία καλύπτει και η παραλία αποκαλύπτει.
Πόδια σε σαγιονάρες κατεβαίνουν τις κατηφόρες προσεχτικά. Όλο και γλιστράνε κάποιοι, θα χρειάζονταν αρβύλες αλλά οι γυναίκες έρχονται με λουλουδιασμένο πλαστικό, κάθε χρόνο και πιο φωσφορίζον. Μαθημένες, απτόητες, βαμμένα νύχια, λαδωμένες γάμπες, πλησιάζουν το νερό, διαλέγονται μαζί του. Θα με σηκώσεις όταν βυθιστώ; Μάλιστα κυρία, ελάτε, είμαι ο πιο υπάκουος εραστής σας. Εμπιστευτείτε με. Τον εμπιστεύονται. Όχι αμέσως, κάνουν νάζια, αχ, κρύο, αχ, δεν παραδίνονται αμέσως. Σιγά- σιγά, μερικές βρέχουν τα μπράτσα τους. Κάποιες πέφτουν με την πλάτη. Άλλες δεν αντέχουν να δίνονται χωρίς να το κοιτάνε στα μάτια. Κι αφού βουτήξουν σωπαίνουν, ίσως κάποτε υπήρξαμε είδος αμφίβιο, δεν εξηγείται τόσο βαθιά χαρά.
Οι άντρες ορμάνε εκδικητικά, πλατς και μέσα, με κομψές βουτιές. Στη γενιά μου δεν μαθαίναμε βουτιές με το κεφάλι, τα κορίτσια. Ίσως με είχαν μάθει κάποτε νομίζω, αλλά το ξέχασα. Δεν μπορώ την απότομη είσοδο, είμαι του σταδιακού, από κάτω προς τα πάνω, πόντο –πόντο, και πολλά μικρά αχ και βαχ μέχρι την τελική κραυγούλα. Μερικοί γελάνε. Αυτή η δημόσια επίδειξη ηδονής τέλος πάντων, τι άσεμνη. Αλλά δεν πειράζει, έχω αποφασίσει να μην κρατάω μέσα μου το σοκ της τελικής παράδοσης.
Στο μεταξύ χαζεύω τις οικογένειες με σαδιστική ευχαρίστηση. Α, ήρθε η ώρα επιτέλους να εκτεθείτε αγαπητοί έξω από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού σας, τις πέντε λαμαρίνες του αυτοκινήτου σας. Καλύτερα να είχατε  προπονηθεί με κάποια βόλτα στο πάρκο, στην πόλη, στους δρόμους, να μη μοιάζετε τώρα τόσο γελοία υπερπροστατευτικοί, τόσο υστερικοί χωρίς λόγο, αγχωμένοι και μυγιασμένοι, αλλά δεν θέλατε. Ιδού τα παιδιά σας ανυπεράσπιστα στο κριτικό βλέμμα των προνομιούχων που μεγάλωσαν τα δικά τους και σας χαζεύουν ανελέητα. Όμως όχι, μη φοβάστε, υπάρχει ακόμα επιείκεια, συμπαράσταση, στοργή. Ο κόσμος είναι καλός με τα παιδιά, τους δίνουν συμβουλές, τα ενθαρρύνουν, τους χαμογελούν. Βαφτίζονται τα τυχερά παιδιά στη σχέση με τη θάλασσα, προνομιούχες γενιές που θεωρούν αυτονόητη συνοδεία της ζέστης αυτή την απόλαυση. Όταν ήμουν εγώ παιδί και παραθερίζαμε στην Ερμιόνη, τα ντόπια κορίτσια δεν τα άφηναν να κολυμπάνε. Δεκαετία του 60. Ακόμα και το 70 στα νησιά. Τώρα κανείς πουθενά δεν διανοείται να το σκεφτεί κάτι τέτοιο. Η δημοκρατία της θάλασσας έχει κυριαρχήσει απ’ άκρου σ’ άκρο. Κάτι είναι κι αυτό.



Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...