Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Athens Voice. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Athens Voice. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Κολυμπι, κολύμπι, κολύμπ


Βάζω στο νερό το ποδαράκι μου, προσεχτικά, είμαι μεγάλη γυναίκα, κάνω δυο βήματα, φτάνει η δροσιά ως την καρδιά. Ταυτόχρονα είμαι έξι χρονών και πηγαίνουμε στην Πάτρα με το αυτοκίνητο του θείου, με αφήνουν να βάλω στο νερό τα πόδια μου όταν σταματούν για φαγητό σε μια ταβέρνα χτισμένη πάνω στη θάλασσα, πάνω σε πασάλους, σαν προϊστορική κατοικία. Συνεχίζω να προχωράω, στραφταλίζει πράσινη η θάλασσα, χρυσαφιά, διάφανη, κρύα είναι φωνάζουν δίπλα μου, αλλά εγώ ξέρω ότι είναι όπως πρέπει, πέφτω αποφασιστικά και είμαι δέκα χρονών στην Ερμιόνη όπου κάναμε διακοπές με τους γονείς μου και μου φωνάζουν να βγω πια,  έμεινα μέσα στο νερό τέσσερις ώρες, πράγμα που είμαι πια σίγουρη ότι δεν ήταν αλήθεια.

Κολυμπάω γρήγορα και είμαι έφηβη που ανακαλύπτει τις καταπληκτικές δυνατότητες του κορμιού μέσα στο νερό, κρόουλ, ύπτιο, βουτιές, βυθός κιτρινωπός, επιφάνεια γαλάζια ως τα σκούρα βουνά, χάδια του νερού στο πρόσωπο, και είμαι ταυτόχρονα νήπιο και ενήλικη, είναι η διαφάνεια καινούργια όπως μου την προσφέρουν οι γονείς μου και μαζί γνώριμη και παλιά, πόσες φορές, πόσα χρόνια, κάθε καλοκαίρι το ίδιο ξάφνιασμα, η ίδια απόφαση, τα ίδια χρώματα, οι ίδιες λάμψεις. Σηκώνω σταγόνες με τα πόδια που αστράφτουν στον ήλιο, βουτάω βαθιά και ξαναβγαίνω, εκεί μαζί μου είναι μπαμπάς, μαμά, μικρός αδερφός και θείοι, και ξαδέρφια, και η γιαγιά με την κομπινεζόν και το καπέλο που μπαίνει πολύ δισταχτικά στα ρηχά. Μαζί όλοι, ίδια η γεύση, επανάληψη στην επανάληψη, τα αγόρια που ρίχνουν βουτιές από το μαδέρι, τα κορίτσια που γνωρίζουν την ελευθερία, όλα μαζί και όλα ένα. Τα χρόνια έχουν διαλυθεί στο νερό, σαν τους πάγους των πόλων, με σηκώνουν αγκαλιά, αβαρή, ελαφριά, χαϊδεμένη.

Είμαι τεσσάρων και σκύβω από την κουπαστή του πλοίου που μας πηγαίνει στην Αίγινα, μα γιατί ως τώρα εγώ να μην το ξέρω αυτό, αναρωτιέμαι πικραμένη, αλλά κάνω λάθος, οι φωτογραφίες το αποδεικνύουν, με είχαν πάει και το προηγούμενο καλοκαίρι στην Αίγινα, και το προ-προηγούμενο, αλλά τα ξέχασα στον ατέλειωτο χειμώνα της Αθήνας. Δεν είναι λοιπόν η πρώτη φορά, αλλά μάλλον η πρώτη φορά που η ανάμνηση θα μείνει ζωντανή ως την επόμενη και τη μεθεπόμενη και στο εξής για όλα τα καλοκαίρια. Κι όλα σαν ένα κάθε φορά, συμπυκνωμένα  και παρόντα.

Καλός αγωγός των αναμνήσεων είναι η θάλασσα. Δεν είναι καν αναμνήσεις, είναι παρόν, οι φίλες όλες μαζί βουτάμε τολμηρά, μάθαμε πια όλα τα αγορίστικα κόλπα, μακροβούτια, μάσκες, αναπνευστήρες, βγαίνουμε περήφανες, τα μαλλιά μας κολλάνε, δεν μας νοιάζει, υπεράνω μακιγιάζ και κομμωτηρίου, σίγουρες, πανέμορφες, και αγαπημένες, όλες μαζί, πάντα. Δεξαμενή, όχι αγωγός. Εκει χωράμε, άχρονες, αιώνιες. Οι άνθρωποι κατάγονται από το νερό, όπως κάθε ζωή. Στη δροσερή αγκαλιά της αναγνωρίζουν το παρελθόν τους. Να και το μέλλον, μωράκια που τα μαθαίνουν οι γονείς το νερό, τα κρατάνε απαλά, χαμογελούν με το φόβο, τους δείχνουν. Είναι μαζί τους εκεί μωρά ξανά κι εκείνοι, τους κατέχει το ξάφνιασμα και το θαύμα. Βγάλτε φωτογραφίες, σκέφτομαι, θα χρειαστούν για απόδειξη ότι δεν παραλείψατε τη μύηση αυτή, τα παιδιά είναι έτοιμα να παραπονεθούν για τα πάντα.




Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Εορτή ανεύρετος


To Πάσχα κάτι με πιάνει, κάτι σαν θρησκευτική κρίση, ένα είδος αδήριτης ανάγκης να συμμετέχω σε τελετουργίες, μα Επιτάφιο, μα Ανάσταση, ακόμα και τροπάρια της Κασσιανής ή οτιδήποτε. Παλιά ανάγκη, κάποτε με την κολλητή μου είχαμε μείνει σπίτι, σε μια εκδρομή στο πατρικό της, κι είχαμε μόνες μας τραγουδήσει (ή μάλλον ψάλλει) τα εγκώμια του Επιταφίου μέχρι να μη μας μείνει ανάσα. Το θυμάμαι σαν και τώρα, καθισμένες στο παλιακό της σαλονάκι, γεμάτο χαλιά, πάντες και ριχτάρια, να προσπαθώ να αισθανθώ κάτι από τη συγκίνηση που με πλημμύριζε μικρή, όταν με έπαιρνε από το χέρι ο παππούς μου στο Αγρίνιο και με έτρεχε σε όλες τις λειτουργίες της Μεγάλης βδομάδας, να αναπληρώσει το μέγα κενό της θρησκευτικής μου εκπαίδευσης. Πράγμα που κατάφερε, αν κρίνω από την αδήριτη ανάγκη που είχα επί χρόνια για λίγο εκκλησία, λίγο τροπάριο, λίγο τελετή, κάτι τέλος πάντων. Θυμάμαι μια φορά που ήμασταν με μεγάλη παρέα στη Φλωρεντία κι ήταν το Πάσχα μας μαζί με των Καθολικών, είχα πάρει τους δρόμους ολομόναχη να βρω κατιτίς σε Επιτάφιο κι είχα, με μεγάλη απογοήτευση βέβαια, παρακολουθήσει μια καθολική λειτουργία, που μου είχε φανεί πολύ λιτή σε σχέση με τα δικά μας.

Τώρα πια δεν το παθαίνω, πήγα και ξαναπήγα σε εκκλησάκια και μητροπόλεις, αλλά εκείνη τη μαγεία των τελετών με τον παππού, το πήρα πλέον απόφαση, δεν θα τη ξαναβρώ πουθενά. Τώρα προσπαθώ μόνο να καταλάβω την ανάγκη των αρχαίων ανθρώπων να πιστεύουν σε κάτι σαν ανάσταση που συνέβαινε βέβαια στη φύση, το πώς κατάφεραν να τη μεταθέσουν από τη φύση σε θεούς, το πώς το συνδύασαν με τη θυσία, και το πώς μετέφεραν κάποια στιγμή όλη αυτή την ιδέα- πράξη (ή δράση, που είναι τώρα η λέξη της μόδας) από τις αρχαιότερες θρησκείες στο Χριστιανισμό. Δεν έχω διαβάσει αρκετά για τις μεταβάσεις αυτές, αποσπασματικά μόνο, αλλά έστω κι έτσι οι πενιχρές μου γνώσεις εμφανίζονται μαζεμένες με μια βόλτα στο πάρκο όπου οργιάζουν οι φρέσκες μολόχες και δίπλα στις ήδη μαραμένες μιμόζες ανθίζουν οι κουτσουπιές. Άνοιξη, ανάσταση, ζεστούλα, και πόσο θα ήθελα να συμμετέχω σε κάτι συλλογικό όπως ένα καζάνι ρεβυθόρυζο σε αυλή ξωκκλησιού, αλλά η μοντέρνα μου ζωή δεν έχει τέτοια. Περιορίζομαι λοιπόν στο βάψιμο αυγών και την κατασκευή μαγειρίτσας σε στενό οικογενειακό κύκλο με το Τρίτο Πρόγραμμα να παίζει νυχθημερόν θρήνους της Παρθένου και της Μαρίας Μαγδαληνής. Αυτές οι δυο δεν είναι μεταμορφώσεις των Παρθένων και των Πορνών της αρχαιότερης θρησκείας; Πάντα υπήρχαν παρθένες και πόρνες, από την αιγυπτιακή θεολογία ακόμα. Η παρθενία θα πρέπει να προσέφερε αυτονομία στις γυναίκες, το να μην ανήκουν σε κανέναν. Αθηνά, Άρτεμη, Εστία, παρθένες και δυνατές. Αλλά και θεές σαν την Αφροδίτη δεν ήταν ακαταμάχητες; Ναι, ως Πάνδημη η Αφροδίτη δεν ανήκε τελικά παρά στον εαυτό της, αλλά και ως Ουρανία το ίδιο. Αργότερα οι παρθένες έγιναν απλώς υποδείγματα εγκρατούς ζωής των γυναικών και οι πόρνες εργαλειοποιήθηκαν (άλλη λέξη της μόδας) ως αμαρτωλές που μετανοούν και τιμωρούνται, ή συγχωρούνται.

Και η θυσία; Σίγουρα το αρνάκι της προσφοράς στους παλιούς θεούς, δηλαδή στην κοινότητα, αφού όλοι μαζί το έτρωγαν, οι θεοί αρκούνταν στην τσίκνα (γι αυτό και είχαν όλοι τους κορμάρες) ήταν θυσία, έστω κι αν υπήρχε ορθολογισμός στην επιλογή της εποχής και του φύλου. Κάποια μικρά αρνιά σφάζονταν για να μείνει το γάλα της μάνας τους, να μην μεγαλώνουν πολλά αρσενικά, κλπ. Αλλά μπορεί και να είχαν πάρει τη θέση ανθρώπων, να γίνονταν ανθρωποθυσίες κάποτε, -που σίγουρα γίνονταν- και η ιερότητα της τελετής να παρέμεινε και να πέρασε στο Χριστιανισμό με διάφορους συμβολισμούς. Οι πρώτοι επίσημοι ρυθμιστές της χριστιανικής θρησκείας ως επίσημης και κρατικής θα πρέπει να είχαν πολλή φαντασία και τόλμη για να καταφέρουν να προσαρμόσουν συνήθειες και εμμονές της αρχαιότερης θρησκείας στη νέα. Μια εκδρομή σε μέρη όπως το Δαφνί ή η Καισαριανή με τα ολοφάνερα αρχαία απομεινάρια στα βυζαντινά μοναστήρια μπορεί να σε βάλει σε σκέψεις, ή ακόμα και μια βόλτα στην Πλάκα, όπου μπροστά από την αυλή της Αγίας Αικατερίνης φαίνονται τα ερείπια του ναού της Άρτεμης.

Ευλάβεια και κατάνυξη πάντως εν Αθήναις διευκολύνονται πολύ με την  ωραία ησυχία που βασιλεύει καθώς φεύγουν οι εκδρομείς του Πάσχα.


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Στιγμιότυπα μεγαλούπολης


Είμαι στο Λονδίνο, στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς με τον εγγονό μου που θέλει να αγοράσει τα πάντα, και προσπαθώ να τον συγκρατήσω. Έχουμε σπίτι φράουλες, του λέω, και όχι αυτά δεν είναι καλά, τέτοια, οπότε μας ακούει ένας Έλληνας και μας πλησιάζει.

-Αγόρι είναι; ρωτάει για το νήπιο. Λέω ναι.

-Να σας ζήσει!

-Ευχαριστώ !

Πάω να φύγω, αλλά έχει να μου πει κι άλλα.

-Η Αγγλία πέθανε, μου λέει με σκοτεινό ύφος. Πέθανε, ψόφησε, δεν υπάρχει!

Κοιτάζω γύρω μου τον κόσμο που ψωνίζει με πάθος.

-Εμένα μια χαρά μου φαίνεται, λέω χωρίς πολλή όρεξη για κουβέντα.

-Μα δεν βλέπετε; Έχει μαζέψει όλη τη σαβούρα της υφηλίου! Δεν υπάρχει Αγγλία πια!

Κάνω λίγα δευτερόλεπτα να καταλάβω τι εννοεί. Τη σαβούρα; Κοιτάζω τον κόσμο στο σούπερ μάρκετ, είναι κυρίως μετανάστες, όπως οι περισσότεροι κάτοικοι της περιοχής, σκούροι Ινδοί, Πακιστανοί, σκουρότεροι Αφρικανοί, σκουρόχρωμα ντυμένοι και ταλαιπωρημένοι.

Κι εμείς τι είμαστε; θέλω  να του πω, αλλά αποφασίζω ότι δεν θα συνεχίσω μπροστά στο εγγονάκι μου την κουβέντα. Εμείς δεν είμαστε μετανάστες, εμείς δεν είμαστε σαβούρα; Εμένα πάντως τα παιδιά μου εδώ μετανάστες είναι, αυτοί οι Ευρωπαίοι που για να τους διώξουν ψήφισαν Brexit κάτι τύποι σαν εσένα. Οι αντίστοιχοι Άγγλοι. Αλλά δεν τους έδιωξαν. Γιατί αυτή η σαβούρα είναι η δύναμη της Αγγλίας, όλη αυτή η εργατική δύναμη, όλη αυτή η ανθρώπινη ποικιλομορφία είναι ο πλούτος της. Και τι είναι αυτό που λες χωρίς καμία αιδώ σε άνθρωπο που δεν ξέρεις, μόνο επειδή τον άκουσες να μιλάει τη γλώσσα σου; Γιατί τα ελληνικά μου είναι εγγύηση ότι θα συμφωνήσω με το ρατσισμό σου;

Πιάνω το χεράκι του παιδιού και απομακρύνομαι, να χωθώ ανάμεσα στους ανθρώπους που εκείνο έχει συνηθίσει να ζει και που μπορεί να τους κοιτάζει χωρίς να ξεχωρίζει άσπρους, μαύρους, καφετί, κίτρινους, μαντιλοδεμένους, καπελωμένους, με ράσα, με μπουκλίτσες, με γένια, με κιπά, με φέσι, με περούκες, με σάρι, με ό,τι θέλεις τέλος πάντων. Στο νηπιαγωγείο του οι μισές γυναίκες φοράνε μαντίλα και μακρύ ράσο (λέγεται χιτζάμπ και όχι μπούρκα, μπούρκα δεν έχω δει ποτέ ούτε στην Ελλάδα που λένε ότι θα την απαγορεύσουν, ούτε στο Λονδίνο) μερικές σκέτη μαντίλα, οι περισσότερες δεν φοράνε τίποτε, υπάρχουν όμως μαύρες διαφόρων αποχρώσεων και Ασιάτισσες εξίσου. Έμαθε με αυτές να μεγαλώνει και να μιλάει τα αγγλικά του, τις λέει όλες κυρίες, όπως και τις περαστικές, όπως και τους περαστικούς, όλοι είναι κύριοι. Και είναι πράγματι, κύριοι: μας βοηθούν να ανέβουμε στο λεωφορείο με το καρότσι, να κατέβουμε, να το σταθεροποιήσουμε, να μπούμε και να βγούμε από τα βαγόνια του μετρό, να περάσουμε απέναντι το δρόμο. Κύριοι διαφόρων χρωμάτων μας σηκώνουν το καρότσι σε κυλιόμενες ή μη σκάλες, μας το κρατούν μέχρι να φτάσουμε, μας χαμογελούν φεύγοντας, ενθουσιασμένοι που μπόρεσαν να μας βοηθήσουν. Κύριοι και κυρίες σηκώνονται να μας δώσουν τη θέση τους μόλις μπούμε σε μέσο συγκοινωνίας. Εγώ μπορεί να δυσκολεύομαι με όλες αυτές τις μαντίλες, σίγουρα με χαλάει να τις βλέπω, το εγγόνι μου όμως δεν προσέχει τίποτε απ’ αυτά, κι έχει δίκιο. Οι άνθρωποι είναι κύριοι (έστω, κύ_ιοι, δυσκολευόμαστε ακόμα με το ρο) και κυ_ίες, διότι φέρονται σαν κύριοι και σαν κυρίες. Σαβούρα είσαι αν φέρεσαι σαν σαβούρα, ή φέρεσαι στους άλλους σα να είναι σαβούρα. Η σαβούρα είναι σαν τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες, τη συναντάς αν την κουβαλάς εντός σου.

Το εγγόνι μου καταλαβαίνει ελληνικά, αλλά δεν ενδιαφέρθηκε να καταλάβει τον συγκεκριμένο κύ-ιο, ήταν και απολύτως δυσάρεστος, φύγαμε και τον αφήσαμε στο θρήνο του. Το να καλλιεργείς σε ένα παιδί προκαταλήψεις για οποιαδήποτε ανθρώπινη ομάδα είναι απολύτως τραυματικό, το ξέρω, το θυμάμαι. Χαίρομαι που μεγαλώνει στην πόλη αυτή, μέσα στην ανθρώπινη ποικιλομορφία της, που το παίρνουν αγκαλιά γυναίκες από όλο τον κόσμο. Κακιά σκουριά της προκατάληψης και του ρατσισμού δεν θα πιάσει επάνω του, σκέφτομαι και παρηγοριέμαι για την απόσταση που μας χωρίζει, για τη στέρηση της καθημερινότητας μαζί του, για την ξενιτιά. Δεν είναι πάντα κακούργα η ξενιτιά, η αλήθεια είναι.


Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

Κολύμπι στα ρηχά

Κολυμπάω χρόνια τώρα στην ίδια παραλία της Αττικής, κοντά στο Σούνιο, και παρατηρώ τον ίδιο βυθό. Τον βλέπω να αλλάζει μέσα στις δεκαετίες και στις χρονιές, ακόμα και στους μήνες. Έχει αλλάξει η υφή, το χρώμα, η βλάστηση. Κάθε μέρα, όσο έχω την τύχη, το προνόμιο να βρίσκομαι εδώ, φοράω τη μάσκα μου και κολυμπάω εύκολα, πιο εύκολα βέβαια με τη μάσκα από ό,τι χωρίς τη μάσκα, οπότε καλύπτω κάμποση απόσταση ακολουθώντας την ακτογραμμή.

Φέτος παρατηρώ ότι έχουν σχεδόν εξαφανιστεί οι αχινοί. Είναι ζήτημα να είδα συνολικά πεντέξι σε μια περιοχή που έβλεπες αναρίθμητους, κι έπρεπε μάλιστα να προσέχεις μην τους πατήσεις. Οι λίγοι που είδα είναι αρσενικοί, κατάμαυροι, αυτοί που τους περιφρονούν όσοι μαζεύουν αχινούς, αφού δεν έχουν αυγά. Τα αυγά είναι που τρώγονται από τους αχινούς, οπότε μια αχινοσαλάτα, ας πούμε, περιέχει ολόκληρη μελλοντική αποικία αχινών μεγάλης έκτασης. Πάνε χρόνια που δεν μαζεύω και δεν τρώω αχινούς. Στην κοντινή μας ταβέρνα τρέμω να ρωτήσω αν έχουν την αχινοσαλάτα που φιγουράρει στο μενού.

Κολυμπώντας ακολουθώ καμιά φορά τα μικρά ψαράκια που επιβιώνουν ανάμεσα στους κολυμβητές, πετρόψαρα κυρίως, προσπαθώ μάταια να δω κανένα χταπόδι. Πάει καιρός που δεν βλέπω πια χταπόδια εδώ πέρα. Πριν καμιά δεκαετία είχα δει ένα μεγάλο χταπόδι,  μου φάνηκε ότι κάπως με κοίταξε, έπαθα σοκ κι έκτοτε σταμάτησα να παραγγέλνω χταπόδια στις ταβέρνες. Προσπαθώ να πείσω και τους άλλους, αλλά αν δεν τα καταφέρω και το παραγγείλουν το χταπόδι, παίρνω ένα κομματάκι. Μου αρέσουν τα θαλασσινά και τα ψάρια αλλά αγοράζω πια μόνο ιχθυοτροφείου. Ξέρω ότι πολλοί το θεωρούν αυτό κατάντια, τσιπούρα μόνο αλανιάρα, σου λένε, αλλά εγώ έχω συμβιβαστεί με την πραγματικότητα. Δεν θέλουν τα ιχθυοτροφεία, λες και οι θάλασσες είναι ακόμα γεμάτες ψάρια, όπως πριν μισό αιώνα. Λερώνουν τα ιχθυοτροφεία, σου λένε. Και πώς θα ταϊστεί η ανθρωπότητα, τα οχτώ δισεκατομμύρια; Αν συνεχίσουμε να αγνοούμε την καταστροφή που προκαλούμε, σε λίγα χρόνια θα έχουν εξαφανιστεί τα ψάρια κι όλη η θαλάσσια ζωή. Πρέπει να υπάρχουν ιχθυοτροφεία, και συμφωνώ να ελέγχονται, να λειτουργούν σωστά και με κανόνες υγιεινής, εννοείται. Αλλά να μην τα θέλεις καθόλου είναι η ίδια νοοτροπία που θεωρεί κακό πράγμα τις ανεμογεννήτριες, που θέλει να αγνοεί ότι χρειαζόμαστε συνεχώς όλο και περισσότερη ενέργεια και η χρήση του ανέμου και του ήλιου κάνει το λιγότερο δυνατό κακό στην παραγωγή της.

 Στο διαδίκτυο κυκλοφορεί κείμενο για συλλογή υπογραφών κατά της δημιουργίας φάρμας χταποδιών. Θα καταπιέζονται τα χταπόδια στη φάρμα. Ναι, θα ήταν καλό να σταματούσαμε όλοι μαζί, σε όλο τον πλανήτη, να τρώμε χταπόδια, αλλά αυτό αποκλείεται να συμβεί, οπότε το δίλημμα είναι, ή να αφήσουμε να εξαφανιστούν, ή να γίνουν φάρμες χταποδιών. Σκληρό, αλλά και τα αυγά και το γάλα και το κρέας από φάρμες το παίρνουμε. Να αλλάξουμε συμπεριφορά ως άνθρωποι απέναντι στα ζώα που τρώμε, αυτό είναι σωστό και δίκαιο αίτημα. Να γυρίσουμε στον παράδεισο της τροφοσυλλεκτικής περιόδου όμως δεν γίνεται, πώς να το κάνουμε.

Στις ταβέρνες παραγγέλνω σαρδέλα και γαύρο, αλλά κι αυτά φέτος με προβληματίζουν. Η σαρδέλα μικρότερη από το κανονικό. Μήπως κι αυτή έχει έλλειψη; Γκουγκλάρω και το επιβεβαιώνω, δεν υπάρχει είδος ψαριού που να μην υποφέρει από την υπεραλίευση. Και δυστυχώς δεν ξέρω να έχουν δημιουργηθεί ιχθυοτροφεία για σαρδέλες. Ελπίζω να γίνουν στο μέλλον.

Στο βυθό που χρόνια παρατηρώ η μεγαλύτερη αλλαγή είναι τα φύκια. Υπήρχαν κάποτε, αλλά πια δυσκολεύομαι να θυμηθώ πριν πόσα χρόνια, εκείνα τα λεπτά, σγουρά, ανοιχτοπράσινα προς πορτοκαλί φύκια που έκρυβαν κοχυλάκια στις τούφες τους, τα οποία έχουν πλέον εξαφανιστεί. Ούτε για δείγμα δεν βλέπω τέτοια. Κάποτε είχα διαβάσει ότι η βλάστηση του βυθού αλλάζει από τα πολλά αντηλιακά που διαλύονται στο νερό. Εδώ κολυμπά κόσμος πολύς, και μπορεί να είναι αυτή η απάντηση. Φροντίζω να βάζω αντηλιακό είκοσι λεπτά, τουλάχιστον, πριν μπω στη θάλασσα, έτσι είναι καλύτερα και για το δέρμα, αλλά η ιδέα δεν κυκλοφορεί γενικά.

Κολυμπώντας βέβαια ξεχνάω όλες αυτές τις θλιβερές αλήθειες και απολαμβάνω τις κινήσεις των λίγων ψαριών που βλέπω, τις αντανακλάσεις του ήλιου στην άμμο του βυθού, τον τρόπο που οι ποσειδωνίες ακολουθούν το κύμα, τη μαγεία των βράχων μέσα στο νερό. Ψάχνω μετά τα ονόματα των ψαριών και δεν βρίσκω όλα όσα θέλω, οι φωτογραφίες είναι από ψαράδικα, τα ψάρια νεκρά δεν μοιάζουν με τα ζωντανά, και κάμποσα είδη δεν μπορώ να τα ονομάσω. Οι πληροφορίες στοχεύουν στο πώς να τα ψαρεύεις και πώς να τα μαγειρεύεις, όχι πώς να τα ταυτοποιείς παρατηρώντας τα. Το σπορ fish watching δεν έχει ακόμα αξία.

Νομίζω ότι το ελεύθερο ψάρεμα, ακόμα κι από ερασιτέχνες, είναι πλέον ανεπίτρεπτη πολυτέλεια. Όταν βλέπω ψαροντουφεκάδες στην ακτή εύχομαι να μην καταφέρουν να πετύχουν τα θηράματα τους. Δεν πλησιάζω πια να θαυμάσω τα παιδιά που προσπαθούν με καλάμια να πιάσουν ψαράκια. Ο πατέρας που τις προάλλες μάλωνε το γιο του: «Άφησες το σαργό να φύγει, ολόκληρο σαργό!», με ξάφνιασε σα να έλεγε κάτι άσεμνο.

Και στον εγγονό σου δεν θα επιτρέψεις να ψαρέψει; θα μου πείτε ίσως. Το ψάρεμα είναι μεγάλη διασκέδαση για τα παιδιά, αλλά νομίζω ότι μπορείς να το συνοδεύεις με χρήσιμες πληροφορίες για το επιτρεπόμενο μέγεθος των ψαριών και την εποχή που ψαρεύεται το καθένα. Περισσοτερα θα μάθουν τα παιδιά παρά θα ψαρέψουν.  Η νέα γενιά θα αποκτήσει μεγαλύτερη οικολογική συνείδηση, θέλει δεν θέλει.




Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

Στη θάλασσα, μαζί με τα άλλα τα παιδάκια

Πρώτα διάβασα τα σχόλια, η μάνα που πέταξε το παιδί στη θάλασσα. Διεστραμμένο τέρας. Χρειάζεται λυντσάρισμα. Είχε δυο ακόμα παιδιά μαζί. Κράτησε τ’αγόρια, πέταξε το κορίτσι. Μετανάστρια.

Το παιδί είχε πεθάνει. Φοβήθηκε.

Ας το πήγαινε σε νοσοκομείο. Κανένα νοσοκομείο δεν θα την έδιωχνε.

Πραγματικά. Κανένα νοσοκομείο δεν διώχνει άρρωστα παιδιά στην Ελλάδα, αλλά το ήξερε; Πώς μαθαίνουν να βρίσκουν βοήθεια για τα παιδιά οι μετανάστριες; Υπάρχει κάποιο γραφείο πληροφοριών; Μήπως το μόνο που μαθαίνουν με χίλιους τρόπους είναι ότι είναι ανεπιθύμητες, κι αυτές και τα παιδιά τους και κυρίως οι άντρες τους που καταφέρνουν να φτάσουν στις απέραντες ελληνικές ακτές; Απέραντες για τη Γεωγραφία, για μας πολύ στενές κι αυτοί δεν χωράνε. Τι για εισβολή μιλάμε, μόλις αποφευχθεί κανένα ναυάγιο με φτωχούς ανθρώπους που ελπίζουν να δουλέψουν σα σκλάβοι ερχόμενοι με κίνδυνο της ζωής τους στην Ευρώπη, τι για υβριδικό πόλεμο. Απίστευτες εξυπνάδες, και μετράνε μετά οι πολιτικοί τις μερίδες φαγητό που τους δίνουν, ευρωπαϊκά λεφτά ούτως ή άλλως, αφού τους κλείσουν κάπου συρματοπλεγμένους, αντί να τους αφήσουν να δουλέψουν τους ανθρώπους, το μόνο που θέλησαν. Αυτό είναι ο υβριδικός τους πόλεμος. Πόσες ψήφους πια θα μαστεύσουν από την καλλιέργεια του μίσους και του φόβου; Και πόση υποκρισία μπορούμε να αντέξουμε όταν βγαίνουν στο φως τέτοιες ιστορίες;

Στη θάλασσα το πέταξε το παιδάκι της η μετανάστρια, δεν μου φαίνεται εμένα και τόσο τερατώδες. Στη θάλασσα από όπου ίσως έφτασε κι αυτή με χίλιους κόπους. Στη θάλασσα με τα άλλα τα παιδάκια, ή θα μου πείτε ότι δεν ξέρουμε πως έχει η θάλασσα παιδάκια στο βυθό της, από τα ναυάγια με τους μετανάστες, από την Πύλο που τόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν, από τις προσπάθειες να περάσουν στα νησιά. Στη θάλασσα που λέγαμε ότι ενώνει, τι ρομαντικά πράγματα έχουμε πει… Γιατί όχι στη θάλασσα δηλαδή; Γιατί να το δώσει στη γη που δεν τη θέλει; Η θάλασσα δεν ρωτά, αγκαλιάζει χωρίς κόπο, σε παίρνει, σε νανουρίζει. Μπορεί και να σε χρησιμοποιεί, αν καταφέρεις να απομακρυνθείς από τις ακτές όπου θα σε βρουν, θα σε συλλάβουν, θα σε ανακρίνουν, θα σε φυλακίσουν, θα καταλήξεις σε κελί και θα ψάχνεις μετά τα παιδιά σου, που μπορεί να σε κρίνουν ανάξια να ξαναδείς, αυτοί  που δεν σε βοήθησαν, δεν σε καθοδήγησαν, λες και δεν ξέρουν πόσο δύσκολο είναι να μεγαλώνεις παιδιά, ακόμα και στη δική σου χώρα, στο ίδιο σου το σπίτι, με τις γιαγιάδες παραστάτες, λες και δεν μεγάλωσε κανένας τους παιδιά, λες και δεν είδαν ποτέ παιδί να μεγαλώνει. Αυτοί που δεν σε ήθελαν, που σε έδιωχναν με κάθε τρόπο. Αυτοί είναι οι κριτές σου.

 

 

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025

Λονδρέζικο καλοκαίρι


Σέρνω τη βαλιτσούλα μου στις βρεγμένες πλάκες του πεζοδρομίου κι αναρωτιέμαι γι άλλη μια φορά πού πήγε εκείνος ο έρωτας που είχα για την Αγγλία μέχρι πριν λίγα χρόνια. Όχι ότι την αγαπούσα περισσότερο από τη Γαλλία ή την Ιταλία, αλλά ας πούμε ότι την περιείχε η λατρεία μου για ολόκληρη την Ευρώπη, με την ιδιαιτερότητα του έρωτα για κάθε χώρα, όπως αγαπάς ξεχωριστά κάποιον για μερικά πράγματα και διαφορετικά για κάποια άλλα. Ξέρω βέβαια τι φταίει, ξέρω ότι μου έσπασε την καρδιά (broke my heart) με το Βrexit, αλλά δεν θέλω να το παραδεχτώ. Είναι δυνατόν να είμαι τόσο βαθιά εξαρτημένη από πολιτικά γεγονότα που δεν είναι παρά συγκυριακά, δεν δείχνουν παρά μια παράξενη, ιδιότυπη, αδικαιολόγητη, βλακώδη βεβαίως, αλλά ίσως ασήμαντη εν τέλει καμπή της Ιστορίας; Δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό, θέλω να νιώσω την ίδια συγκίνηση με την καλοκαιρινή δροσιά του νησιού της Βρετανίας, να θαυμάσω ξανά τα πελώρια δέντρα στα πάρκα του Λονδίνου, να αλαφρώσει το μυαλό μου με τους ξαπλωμένους στο γρασίδι νεαρούς, να γελάσει το χειλάκι μου με τα χαζά ρητά έξω από τις παμπ, να χαμογελάσω στις κυρίες που μου χαμογελούν και να το γλεντήσω όπως το γλεντούσα κάποτε, αλλά όχι. Είναι αδύνατον.

Μπαίνω ωστόσο στο πάρκο να κόψω δρόμο για το σπίτι όπου θα είμαι για ένα μήνα με το εγγονάκι μου, εγγλεζάκι από τη γέννηση του, προσπαθώ να πάρω βαθιές ανάσες κάτω από τις πλούσιες φυλλωσιές των μεγάλων δέντρων, που τα έχω δει και χειμώνα και άνοιξη, έχω μάθει τα ονόματα τους, τα έχω αγαπήσει στη λογοτεχνία, στις σελίδες των σπουδαίων Βρετανίδων που από παιδάκι με σαγήνεψαν, προσπαθώ να ζωντανέψω ξανά ακριβώς τη δική τους ματιά, να ξανανιώσω τη συγκίνηση τους, και δεν πιάνει το παλιό ξόρκι. Ωραία η δροσιά και το πράσινο καλοκαίρι, τα σώματα που ξεγυμνώνονται, τα ποταμάκια που θυμίζουν εξοχή όπου θα μπορούσες λέει να ψαρεύεις και να ξαπλώνεις στα θερισμένα στάχυα αφού είχες πάει βόλτα με το ποδήλατο, αλλά είναι σα σκηνικό, δεν μπορώ πια να μπω μέσα στο έργο. Τώρα που τα παιδιά μου ζουν εδώ σαν πολίτες της χώρας, εγώ νιώθω πιο ξένη από την πρώτη φορά που είχα έρθει και δεν καταλάβαινα τίποτε όταν μου μιλούσαν. Ξένα μου φαίνονται τα ωραία σπιτάκια της γειτονιάς τους, με τις κολονίτσες τους που κάποτε ζήλευα και τους πίσω κήπους που θεωρούσα τόσο μεγάλο προνόμιο, ξένες και αδιάφορες οι περιποιημένες προσόψεις με τα λουλούδια, ορτανσίες, λυγαριές, τριανταφυλλιές και ρυγχόσπερμα, γιασεμιά και υβίσκους, τα μαγαζάκια με όλη τους τη φαντασία και τα ψαγμένα τους αντικείμενα.

Στο πάρκο αυτό θα περνάμε κάθε απόγευμα με το μικρούλι μου, ενίοτε και τα πρωινά. Κάθε μέρα πικνίκ και προσπάθειες κοινωνικοποίησης με τον πολύχρωμο πληθυσμό των οικογενειών, γονείς που μιλούν όλες τις γλώσσες, παιδάκια που μιλούν τα νέα αγγλικά, εντελώς ακατανόητα βέβαια πλέον για μένα. Τις βροχερές μέρες πηγαίνουμε στην κοντινή βιβλιοθήκη όπου τα παιδιά μπορούν να κυλιστούν στο χαλί -μοκέτα συνθετική είναι αλλά έχει επάνω σχέδια με πασχαλίτσες- ταλαιπωρώντας τα εκατοντάδες παιδικά βιβλία τριγύρω. Πιο πολύ  αρέσει στο μωρό μου να τρέχει στο γρασίδι και να μαζεύει τους πεσμένους από τα δέντρα καρπούς, άγρια κάστανα αγκαθωπά, κάτι μηλαράκια σε μέγεθος αμυγδάλου που προσπαθεί να φάει κρυφά από μένα, μούρα που του δίνω η ίδια όταν καταφέρνω να τα φτάσω, και διάφορα άλλα μυστήρια που μαζεύει περνώντας την τροφοσυλλεκτική περίοδο της ανθρωπότητας. Ξεκινάμε πάντα με κοντομάνικα, αλλά και ζακέτα μαζί μας, και ομπρέλα και καπέλο, δια παν ενδεχόμενο, και συνήθως όλα χρειάζονται. Δεν μένεις ποτέ χωρίς να απασχολείς τα χέρια σου όταν κάνεις βόλτα στο Λονδίνο, κάθε λεπτό η θερμοκρασία αλλάζει.

Προσπαθώ για λογαριασμό του εγγονού μου να εντάξω τις εμπειρίες μας στη μεγάλη ευρωπαϊκή αίσθηση, και μέσα μου εύχομαι να θελήσει γρήγορα να έρθει να περάσει καλοκαίρια στην Ελλάδα. Να σκάμε από τη ζέστη και να πηγαίνουμε στη θάλασσα, να κολυμπάει όπως ο μπαμπάς του, δελφινάκι από βρέφος, κι όταν γυρίζει πίσω στο Λονδίνο, ή όπου άλλού θα βρίσκεται, να θυμάται την αλμύρα και τη χαύνωση, τη σιέστα μετά το κολύμπι, να έχει το μυστικό μας αυτό, κρυμμένο στης καρδιάς τα βάθη.

Η άλλη ευχή είναι να ζήσω να δω τους Βρετανούς να παίρνουν πίσω το Brexit. Από περιέργεια, να δω, θα την  αγαπήσω αυτή τη χώρα ξανά;




Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2025

To πεπρωμένο της όπερας

Μου αρέσει η όπερα, πηγαίνω πάντα με λαχτάρα στην αίθουσα της Λυρικής, της παλιάς και της καινούργιας, αφού έχω βγάλει εισιτήρια αμέσως μόλις ανοίγει η προπώληση. Τρέχω, κυριολεκτικά τρέχω στον πεζόδρομο που πάει από το Γκάζι στο Φάληρο, συνδυάζω την έξοδο με γυμναστική σα να λέμε, κάνω τη διαδρομή γεμάτη προσδοκία. Θεωρώ πως τα τελευταία χρόνια το επίπεδο των μουσικών και των τραγουδιστών ανεβαίνει, πάντα άψογος δημιουργείται στις αίθουσες ο ήχος, είμαστε προνομιούχοι που σε σχετικά προσιτές τιμές μπορούμε στην Αθήνα να απολαμβάνουμε το είδος στα καλύτερα του. Ωστόσο, μέσα στην τρεχάλα και την προσδοκία καραδοκεί ένας μικρούλης φόβος, φόβος για τη σκηνοθεσία. Είναι το πεπρωμένο της όπερας ως είδους τα τελευταία χρόνια να υπόκειται σε διάφορες ιδέες σκηνοθετών που κάτι θέλουν να δείξουν βαθύτερο από την πλοκή που η ίδια η όπερα διαθέτει, κάτι πιο διαχρονικό, κάτι πιο βαθύ, κάτι πιο εκτός χρόνου και τόπου, πανανθρώπινο βεβαίως, κάτι που θα μας ευαισθητοποιήσει περισσότερο από την ίδια τη μουσική, την άρια, τη συγκίνηση που μπορεί να προκαλέσει. Κι έτσι βλέπουμε σκηνικά περίεργα και κοστούμια αναχρονιστικά και διάφορες επεμβάσεις εικόνας που τονίζουν το μήνυμα που θέλει να δώσει ο σκηνοθέτης. Ας πούμε στα παραμύθια του Χόφμαν υπήρχε προβολή σε γιγαντοοθόνες σκηνών από κάτι σαν ιδεατό πορνείο (λέω εγώ ιδεατό, γιατί δεν νομίζω ότι υπάρχουν τέτοια πορνεία, αλλά δεν είμαι και ειδική) με γκρο πλαν μελών γυναικείων σωμάτων στολισμένων με τα παραδοσιακά αξεσουάρ, τύπου φτερά στρουθοκαμήλου, μαύρα αποκαλυπτικά εσώρουχα και δεν συμμαζεύεται. Έκλεινα τα μάτια και άκουγα τη μουσική, αλλά όσο νάναι, δυσκολεύτηκα στην παρακολούθηση. Εντάξει, υπάρχει η ιστορία, το παραμύθι μάλλον του Χόφμαν, με την courtisane, αλλά δεν χρειαζόταν να μας περιλούζουν με τόσο γκροπλαν, θεωρώ προσωπικά. Όι σκηνοθέτες όπερας μας επιφυλάσσουν πλέον καταστάσεις μπρεχτικές στις παραστάσεις. Μας χαρίζουν παραξένισμα και δεν αρκούνται σε ένα ή δυο. Στη Μποέμ ήταν πολύ παράξενο που για να ζεσταθούν οι παριζιάνοι καλλιτέχνες στη σοφίτα τους αποφάσισε ο ποιητής να κάψει το χειρόγραφό του πετώντας το κατευθείαν στο πάτωμα. Βέβαια, ανέβηκε το σασπένς, θα πάρει φωτιά το σκηνικό, δεν θα πάρει; Δεν πήρε. Καλή δουλειά είχε κάνει ο σκηνογράφος. Στη δεύτερη πράξη ένα κοτετσόσυρμα όριζε δυο χώρους που στάθηκε αδύνατον να καταλάβω τι ακριβώς ήταν, ή τι συμβόλιζαν, κρίμα. Στη δε τελευταία σκηνή, όταν η Μιμή λίγο πριν πεθάνει ζητάει ένα μανσόν να ζεστάνει τα χεράκια της και αποφασίζει ένας από την παρέα των μποέμ να πουλήσει το παλτό του για να της το αγοράσουν, εμφανίζεται δε σε λίγο με ένα Αγιοβασιλιάτικο σκουφί από αυτά τα απολύτως ψεύτικα, και της το δίνει για μανσόν, εκεί νομίζω το’πιασα το υπονοούμενο: κάτι για τον πληθωρισμό ήθελε να πει, πουλάς παλτό κι αγοράζεις χάρτινο παιδικό σκουφάκι. Η «Δύναμη του πεπρωμένου» με μπέρδεψε ακόμα πιο πολύ. Στην ιστορία υπάρχει ένας πατέρας μ’ ένα γιο και μια κόρη, η πλοκή στηρίζεται σε αυτή τη σχέση. Στο πρόγραμμα πληροφορούμαστε ότι η παράσταση θέλει να περάσει αντιπολεμικό μήνυμα, γι αυτό μεταφέρεται στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, που ήταν χειρότερος από τους άλλους (ή καλύτερος, πάρτε το όπως θέλετε). Εντάξει, αλλά γιατί ο πατέρας από μαρκήσιος γίνεται στην παράσταση καρδινάλιος; Οι καρδινάλιοι δεν τεκνοποιούν, από όσο ξέρω. Και τι ήθελε να πει το βιντεάκι της εισαγωγής, με τη γυναίκα που κρατούσε αγκαλιά ένα μωρό, ύστερα εμφανίστηκε ένα κοριτσάκι, ύστερα ένας επίσκοπος με κάτι καλογέρους την τράβηξαν με απονιά από τα παιδιά, κι έδωσαν το μωρό στο κοριτσάκι; Είχε κάνει εξώγαμα ο καρδινάλιος; Έτσι είχε αποφασίσει να παρέμβει στην πλοκή η σύγχρονη σκηνοθεσία; Και γιατί άραγε; Τι μήνυμα περιείχε αυτό; Έσπαγα το κεφάλι μου σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, αλλά δεν έβγαλα συμπέρασμα. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ στη μουσική, αλλά η απορία με έτρωγε. Παραξένισμα και πάλι παραξένισμα. Είναι φαίνεται το πεπρωμένο της όπερας, δεν μπορεί να ανέβει χωρίς το κατιτίς σε παρέμβαση και άποψη του σκηνοθέτη. Ας πιστεύεις εσύ όσο θέλεις ότι μέσα στην εποχή του το έργο είναι πιο αληθινό, η συγκίνηση πιο πειστική, έχεις ξεπεραστεί από τα γεγονότα και τις τάσεις. Να είσαι ευχαριστημένη που η μουσική δεν αλλάζει, που δεν σκέφτηκε κανείς να βάλει μικρόφωνα στη σκηνή, ή καινούργια όργανα στην ορχήστρα, να κλείνεις τα μάτια και να απολαμβάνεις. Αυτό κάνω βέβαια. Εννοείται. Κι όταν ανεβαίνουν παραστάσεις όπως του Αντρέ Σενιέ, με τους όρθιους γιακάδες της περιόδου της γαλλικής επανάστασης, είμαι ευγνώμων. Δεν είναι ότι θέλω να βλέπω τις όπερες σαν διαρκείς ιεροτελεστίες του ίδιου μύθου, αν και υπάρχει κάτι τέτοιο στο βάθος της σύλληψης τους, της ιδέας που δημιούργησε τις όπερες κατ’ αρχήν. Είναι πως η συγκίνηση που προκαλεί η μουσική, η ανθρώπινη φωνή, αυτά τα μέσα από μόνα τους, είναι τόσο ισχυρή που θα περίμενα και οι σκηνοθέτες πριν μας παραξενίσουν με κάποιο άσχετο εύρημα, να την έχουν νιώσει και να την έχουν σεβαστεί κάπως.

Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2024

Poor old things

Μου αρέσει που μιλάμε με πάθος για το Poor things, ταινία που βασίζεται σε ιδιοφυές βιβλίο. Η  ιδέα του Άλασταιρ Γκραίυ με την μεταμόσχευση βρεφικού εγκεφάλου σε σώμα νεαρής γυναίκας και η φαντασία που ξεχειλίζει από κει και πέρα είναι συναρπαστικά. Γέλασα πολύ με το βιβλίο, γέλασα και με την ταινία. Αλλά πλέον με την καθημερινή συζήτηση μου έχει κολλήσει το ανάποδο. Τι θα συνέβαινε αν έμπαινε ο εγκέφαλος γριάς γυναίκας σε σώμα νέας; 

Θα μου πείτε, αυτό δεν είναι καθόλου πρωτότυπο. Περίπου μας συμβαίνει, όλες οι γριές ζούμε σε σώμα φαντασιακό, είμαστε νέες στην ψυχή, ξεχνάμε τις περισσότερες ώρες της μέρας ότι το σώμα μας έχει γεράσει. Ζωηρές κι αποφασιστικές ξεκινάμε τη μέρα, και μας ξαφνιάζει η κούραση, το λαχάνιασμα στην παραμικρή προσπάθεια, οι πόνοι των αρθρώσεων, ακόμα και το πρόσωπο μας στον καθρέφτη. 

Δεν έχει άρα το ίδιο ενδιαφέρον, αφού είναι κάτι που σχεδόν συμβαίνει στη ζωή μας, αλλά σκέφτομαι ότι λίγο πολύ ένας γηραιός εγκέφαλος που έχει κρατήσει τη μνήμη του, σε νέο σώμα, θα μπορούσε ενδεχομένως να φερθεί όπως η Μπέλα Μπάξτερ, σαν αθώο βρέφος που ανακαλύπτει τη χαρά της ζωής και της γενετήσιας ορμής. Τι θα μπορούσε να συγκρατήσει την ευτυχία της δυνατότητας να χρησιμοποιήσει κάποια ένα σώμα νεανικό έχοντας την ωριμότητα και τη γνώση του γήρατος, (si la jeunesse savait, si la vieillesse pouvait); Μια τέτοια γυναίκα θα μπορούσε να μπλέξει σε περιπέτειες πιο ενδιαφέρουσες, πιο επιλεγμένες, πιο ακραίες από της Μπέλλας, έστω και με το ίδιο τέλος (στροφή σε ιατρική καριέρα). Αν ήμουν εγώ ας πούμε που ξυπνούσα από ένα ατύχημα στο σώμα ενός κοριτσιού που μόλις μπαίνει στην εφηβεία, τι θα έκανα; 

Κατ’ αρχήν θα το κοίταζα καλά καλά το σώμα. Πώς είναι; Μ’ αρέσει; Είναι ίδιο με το δικό μου στην εφηβεία, που ήταν τέλειο αλλά δεν το ήξερα κι όλο γκρίνιαζα για το μεγάλο στήθος και τα σγουρά μαλλιά; Έχω περάσει πολλές δεκαετίες να το συλλογίζομαι, οπότε δεν μπορώ να το αρνηθώ. Α, ναι, αλήθεια, είναι αρκετά σγουρά τα μαλλιά; Γιατί τώρα πλέον ξέρω και είμαι σε θέση να εκτιμήσω, οπότε, μην ξυπνήσω με τίποτε ολόισια πράσα μαλλιά, γιατί θα τα ξερριζώσω από τσαντίλα. Ή με το στήθος -σιδερώστρα που ονειρευόμουν τότε. Όχι, πρέπει να πάρω πίσω το αίμα του εφηβικού μου κόμπλεξ, θέλω το σωματάκι μου στα 14 ολόιδιο. 

Δεν ξεκινάμε καλά, θα μου πείτε. Ας συμβιβαστώ με κάτι λιγότερο, άντε ας πούμε μέχρι το ίδιο σώμα, ολόιδιο σε ξανθιά εκδοχή με γαλάζια μάτια. Ως εκεί, τίποτε λιγότερο. Μελαχρινή εκδοχή με μαύρα μάτια; Μα για ποιο λόγο; 

Μπερδεύεται από την αρχή το σενάριο. Μικροπροβλήματα. Ας βρεθεί ένας τρόπος να έχω ακριβώς το ίδιο σώμα, το οποίο αυτή τη φορά θα το φροντίσω όπως δεν το έκανα ποτέ. Θα γραφτώ σε μπαλέτο, σε γιόγκα, σε κολύμβηση, όλα μαζί. Σε ορειβατικούς συλλόγους. Σε ιστιοπλοϊκά μαθήματα. Σε ό,τι μου γυάλιζε τέλος πάντων. Κυρίως, με βήματα μεγάλα και γεμάτα θάρρος θα εισβάλω κι εγώ σε κάθε σημείο της γης που θα μου προκαλεί ενδιαφέρον, σε χορούς, σε ακριβά ξενοδοχεία, σε παλάτια κάθε είδους, σε οίκους μόδας με σαλόνια για ατομικές επιδείξεις, και με την άνεση που ποτέ πριν δεν είχα, θα σαρώνω  βεβαίως τις κατακτήσεις κι όλα τα σχετικά. Αντί για την αμνησία της Μπέλλας θα έχω την απλή αφηρημάδα της Άννας και μνήμη βαριά από προσωπικά τραύματα που θα μου έχουν δημιουργήσει ανοσία απέναντι σε απόπειρες νέων τραυμάτων. 

Δεν θα ήταν πρωτότυπος ο χαρακτήρας. Στη λογοτεχνία ένα σωρό νέες γυναίκες έχουν μυαλό γριάς σοφής ή ενοχλητικής, συνδυάζοντας πιθανόν στο μυαλό του συγγραφέα την ωριμότητα της μαμάς τους με το κορμί του εφηβικού τους έρωτα. Πάρτε τις διάφορες Λολίτες που δίνονται στο σεξ χωρίς πρόβλημα πριν καλά καλά αναπτυχθούν σα γυναίκες. Ποτέ δεν με έπεισαν. Ενώ η Μπέλα Μπάξτερ με το μυαλό μωρού, ελεύθερη από ανατροφές και οικογένειες, αυτή μάλιστα, με πείθει ότι δίνεται στη χαρά του σεξ σαν καθαρό σώμα με καθαρό μυαλό. Και η γριά που μεταμορφώνεται σε νέα ομοίως, έχει ξεπεράσει τα ταμπού και τις αναστολές, έχει φτάσει στην πηγή ενώ την εγκαταλείπει το σαρκίο. Εκτός αν βαριέται, και το ρίξει κατευθείαν στις σπουδές, αφήνοντας τα θύματα της γοητείας της να ξεροσταλιάζουν. Παλιακό, αλλά διασκεδαστικό κι αυτό. 

Μπορεί να μην είναι και τόσο βαρετή η υπόθεση. Αν βγει η ηρωίδα αστεία τα υπόλοιπα θα λυθούν, και θα ταυτιστούμε μαζί της όλες εμείς οι απολύτως ξαφνιασμένος από τη φθορά άγουρες μαθήτριες του 60, κι ούτε καν εκδρομείς. Θα περάσουμε ωραία.

 

 

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2024

Καλή θητεία δήμαρχε

 

Αγαπητέ μας δήμαρχε, εύχομαι καλή δύναμη στο δύσκολο έργο σου, θα σου χρειαστεί πολύ, αν κρίνω από την τελετή ορκωμοσίας και τις γκρίνιες που προκάλεσε. Σε κάθε βήμα σου αυτό θα συμβαίνει, κριτική από δεξιά κι από αριστερά, πολύ συχνά ανούσια και άδικη. Δεν θα είναι εύκολο να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου, την οποία ωστόσο χρειάζεσαι πολύ, κι εμείς οι κάτοικοι αυτής της πόλης τη χρειαζόμαστε περισσότερο. 

Δήμαρχε μας, διαδέχεσαι έναν δήμαρχο που έχασε τις εκλογές για έναν παράξενο λόγο: Ο Κώστας Μπακογιάννης έσπασε τα νεύρα των Αθηναίων με τα έργα στην Πανεπιστημίου, αυτό το ράβε- ξήλωνε που κράτησε σε όλη τη θητεία του. Και λέω παράξενο επειδή συνήθως οι Αθηναίοι ψηφίζουν σα να ζουν κάπου άλλού, σαν να μην τους αφορά ό,τι συμβαίνει στην πόλη, σα να έχουν παραιτηθεί από κάθε ελπίδα βελτίωσης της καθημερινότητας και να μπορείς εύκολα να τους δελεάσεις με μια φαντασμογορική χριστουγεννιάτικη διακόσμηση.

Αυτή τη φορά όμως ψήφισαν σαν αληθινοί περιπατητές του κέντρου, σαν κάτοικοι της πόλης τους. Ίσως να έχουμε πλέον μπουχτίσει αυτή τη συμπεριφορά, ίσως είναι ευκαιρία να προσληφθεί αυτό το μήνυμα, και να ελπίσει κανείς ότι κάποια πράγματα μπορεί να αλλάξουν. 

Παίρνω το θάρρος λοιπόν δήμαρχε μας να σε συμβουλεύσω ως μακράς θητείας περιπατητής στην πόλη μας: Μην πιάσεις κι εσυ τα μεγάλα έργα, να χαρείς. Μην αρχίσεις να αναπλάθεις την Ομόνοια, την Πανεπιστημίου, τον Εθνικό κήπο, τα πάρκα, τα φαρδιά πεζοδρόμια και τις μεγάλες πλατείες, όλα τα μέρη που είναι ήδη μεγάλα και ωραία. Μόνο συντήρηση θέλουν αυτά, το έχουμε πια καταλάβει. Λίγη καθαριότητα, λίγη καθημερινή, βαρετή αλλά αναγκαία φροντίδα. Υπάρχουν όμως τόσα μέρη δίπλα σ’ αυτά που χρειάζονται αληθινή παρέμβαση. 

Πάρε την Πανεπιστημίου και την ατυχή ανάπλαση: δίπλα είναι η Σταδίου, θλιβερή και κακοποιημένη, με κλειστά μαγαζιά, μουτζουρωμένα ερείπια, και ένα πεζοδρόμια στη γωνία με Αιόλου που βυθίζεται από το 1980, όταν έβαλαν φωτιά στον Κατράντζο. Είναι κι αυτός σημαντικός δρόμος, δήμαρχε μας, και χρειάζεται πολλά. Στρέψε εκεί τη δράση και το ενδιαφέρον, θα εκτιμηθεί κάθε βήμα που ίσως καταφέρεις να κάνεις. Καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι δουλειά δημάρχου να ζωντανέψει ένα ολόκληρο προβληματικό κομμάτι του κέντρου, όμως κάτι θα μπορεί να κάνει. Ψάξε το.

Κι έπειτα, ρίξε μια ματιά στα ερείπια του κέντρου, σκεπασμένα με κουρελιασμένες λινάτσες ή γυμνά, που σαπίζουν τριγυρισμένα από τα νέα μας πρότζεκτ, και σκέψου κι εκεί μήπως μπορεί κάτι να κάνει η δημαρχία; Και τα παρατημένα γιαπιά σε κάθε γειτονιά, ίσως κι αυτά υποπέσουν στην αντίληψη σου. Κάποιος νόμος, κάποιος κανονισμός, δεν θα υπάρχει να μπορείς να τα αλλάξεις;

Έχουμε μάθει αγαπητέ δήμαρχε να ζούμε στην πόλη αυτή με το κεφάλι κάτω, αναγκαστικά, γιατί αλλιώς θα σκοντάφτουμε σε κάθε βήμα, κι αυτή η στάση μας έχει εξασκήσει στο συμβιβασμό. Δεν ξέρουμε να ζούμε και να ζητάμε καλύτερη καθημερινότητα. Περπατάμε στους δρόμους γιατί τα πεζοδρόμια δεν μας χωράνε, η ζωή μας κινδυνεύει κάθε λεπτό. Για δες λοιπόν εκείνες οι στοές που έγιναν στις γειτονιές για να φαρδύνουν τα πεζοδρόμια, μήπως γίνεται με κάποιο τρόπο να ενωθούν μεταξύ τους; Και μη μου πεις ότι είναι θέμα υπουργείου τάδε, δεν αντέχουμε πια να ακούμε τέτοια. Βρες εσυ τα ζητήματα και πες τα, και ανάδειξε τα. Έχουμε κουραστεί και μπουχτίσει, θα τα καταλάβουμε, πιστεύω. 

Η αλήθεια είναι πως η συνεργασια με τους πολίτες δεν γίνεται αυτονόητα. Ας πούμε, ο μπλε κάδος μας ανακύκλωσης είναι καθημερινά γεμάτος σκουπίδια, οπότε, όλη η δική μου προσπάθεια, που καθαρίζω τα κεσεδάκια και τις κονσερβες, πάει χαμένη, αφού τελικά αναγκάζεται το απορριματοφόρο να τα μαζέψει όλα μαζί. Κάπως πρέπει να εκπαιδευτούν οι δημότες, και φοβάμαι ότι άλλη εκπαίδευση από τα πρόστιμα δεν έχει βρεθεί. 

Σε κάθε περίπτωση αγαπητέ δήμαρχε, σου εύχομαι καλή χρονιά και καλή θητεία. Έχω πολλές ιδέες να σου πω ακόμα, αλλά θα τελειώσω με μια γενική προτροπή. Μην απαξιώσεις όλα όσα έκανε ο προηγούμενος. Κράτα μια συνέχεια στα πεπραγμένα, στις καλές ιδέες, αναγνώρισε τις. Η πολιτική στάση απαξίωσης των αποχωρούντων, με κάποιο παράξενο τρόπο, έχει κακές επιπτώσεις στη δική μας καθημερινότητα. 

Καλή δύναμη. 

 

 

Σάββατο 27 Μαΐου 2023

Εχουμε μιλιταριστική κουλτούρα

  Γιατί ανεβαίνει η ακροδεξιά; 

Τα ακροδεξιά κομματίδια βρίσκουν εύκολο υλικό από την εκπαίδευση. Τα σχολεία είναι σαν να προετοιμάζουν πολίτες γι’ αυτά. Δεν υπάρχουν μαθήματα πολιτικής αγωγής αντάξια της μιλιταριστικής αγωγής που παίρνουν τα παιδιά από τα τρία τους, από τα προνήπια. Οι παρελάσεις, για δεκαπέντε χρόνια που μένουν στο σχολείο, είναι η πιο σταθερή συνήθεια, το μοτίβο που τα μαζεύει και τα ξαναμαζεύει κάθε χρόνο.

Εμβατήρια, βήμα στρατιωτικό, σημαιοφορίες, και στο βάθος η απολύτως ελληνοκεντρική Ιστορία που διδάσκονται επί τρία, αρχίζοντας από τα δέκα και φτάνοντας στα δεκαοχτώ. Καθημερινότητα με προσευχές και εκκλησιασμούς ως δραστηριότητες εκτός μαθημάτων, άντε και λίγο αθλητισμό. Μπορεί να μην είναι όλοι καλοί μαθητές, στο τέλος του Λυκείου όμως έχουν αφομοιώσει ότι η Ελλάδα είναι μια αδικημένη χώρα σε έναν κόσμο που η ίδια φώτισε και ευεργέτησε. Το αίσθημα της αδικίας θυμίζω ότι είναι αυτό που δυνάμωσε τον Χίτλερ.

Στη σχολική ζωή δεν υπάρχουν αντίβαρα σε αυτό το κλίμα, παρά μόνο όσα καταφέρουν να φτιάξουν οι ίδιοι οι καθηγητές ή οι ίδιοι οι μαθητές. Κάποιες θεατρικές παραστάσεις, μουσικές ομάδες, εφημεριδούλες, πρωταθλήματα, όλα αυτά είναι έξω από την επίσημη ύλη και τις εδραιωμένες συνήθειες. Δεν βρίσκουν οι μαθητές ομάδες να εκφραστούν και να αγαπηθούν, να εκτιμηθούν, να δεθούν σε ένα κοινό αντικείμενο.

Όταν πήγαινα σχολείο στη δεκαετία του ’60, στην Αηδονοπούλου –για την οποία πολλοί μιλάνε συχνά–, είχαμε ομάδες που τις λέγαμε επιτροπές: Περιοδικού, Εφημερίδας, Αλληλεγγύης, Μουσικής, Θεάτρου, Αθλητισμού, Σκακιού και μερικές ακόμα. Το πρώτο πράγμα που είχε κάνει η Χούντα ήταν να τις απαγορεύσει, η πρώτη αντιστασιακή κίνηση του σχολείου μας ήταν να τις ξαναφτιάξει με άλλους κανονισμούς. Μπαίναμε σε ομάδες με αντικείμενα που θα γίνονταν επαγγέλματα, χόμπι, πάθη, γνωριζόμασταν, εκφραζόμασταν και ανταγωνιζόμασταν με άλλους τρόπους από τους βαθμούς, με άλλα μέσα από τις παρελάσεις και τις γιορτές για επετείους, τους μόνους που έχουν κρατήσει τα σχολεία για έκφραση και διάκριση.

Αυτόν το μιλιταρισμό και τη φτώχεια του σχολείου τον πληρώνουμε πολύ ακριβά, διαχρονικά. Για να αντισταθεί κανείς στο πνεύμα του χρειάζεται προσπάθεια, από το σπίτι και την οικογένεια, από τις παρέες, από τα άτομα. Το εύκολο είναι να ακολουθήσεις κάποιο κήρυγμα που ταιριάζει με αυτά που έχεις ήδη εμπεδώσει στο σχολείο.

Δεν είναι εύκολο πια ούτε να ζητάμε να καταργηθούν οι παρελάσεις και οι εκκλησιασμοί, ούτε να αλλάξει το μάθημα της Ιστορίας. Μόνο αν μπορούσαν να εμπλουτιστούν τα σχολεία με δραστηριότητες που θα πρόσφεραν εναλλακτικές εικόνες του κόσμου και δυνατότητες για το μέλλον των μαθητών, σταδιακά και διακριτικά, διότι πλέον η παραμικρή αλλαγή ξεσηκώνει τους πάντες, θα μπορούσαμε να πάψουμε να μετράμε τη σχολική ζωή στις περιόδους που προσφέρουν οπαδούς σε κόμματα αντιδημοκρατικά. Κι αυτό δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα γινόταν.

https://www.athensvoice.gr/epikairotita/ellada/806867/militaristiki-koultoura-sta-sholeia-akrodexia-kommata-sti-vouli/?fbclid=IwAR1w872TH-TCbaL53vuSz2AF-BiAWHpNMQL0zQxDCrdaz1ZW9sR7ecbSNyw 

Σάββατο 22 Απριλίου 2023

Μη μου δολοφονείς το χαρακτήρα

 εν έχω καταλάβει ακόμα εντελώς τι σημαίνει ακριβώς αυτή η έκφραση. Η «δολοφονία χαρακτήρων». Εκτός αν δεν θέλω στο βάθος να το καταλάβω, έχω άρνηση να την αποδεχτώ. Ωστόσο πρέπει να προσπαθήσω, γιατί τη συναντώ όλο και συχνότερα σε άρθρα (ευτυχώς όχι ακόμα σε βιβλία, αλλά είναι θέμα χρόνου) σε κείμενα ανθρώπων σπουδαίων και σπουδαγμένων στην Αμερική. Που σημαίνει ότι είναι αγγλικά μεταφρασμένα, κάτι σαν αυτά που κάποτε τα λέγαμε «αγγλισμούς» αλλά τώρα δεν τολμάμε να τα πούμε έτσι. Θα ακουστεί πολύ γραφικό και ξεπερασμένο να λες ότι αγγλισμός είναι και η καλησπέρα από τις 12 το πρωί, και το επίθετο δραματικός, -ή, -ό με την έννοια του θεατρικού δηλαδή του εντυπωσιακού, και η αγκαλιά που έπαψε να είναι το ρήμα «αγκαλιάζω» κι έγινε «κάνω μια αγκαλιά», κι ακόμα κάμποσα που θα αυξάνονται και θα πληθύνονται προϊόντος του χρόνου, κι ούτε ξέρω ακόμα τι άλλο. Πάντως μέσα σ’ αυτό το εντυπωσιακό μπουκέτο η «δολοφονία χαρακτήρων» είναι σίγουρα το πιο εντυπωσιακό λουλούδι. (Μήπως και το πιο δραματικό; Ε, ναι, βέβαια!)

Πιάσε τις λέξεις μια- μία μπας και βγάλεις άκρη. Χαρακτήρας, στα ελληνικά σημαίνει πολλά πράγματα. Σημαίνει το χαρακτήρα του ανθρώπου, αλλά σημαίνει και τους ήρωες μυθοπλασίας, και τα κινέζικα γράμματα, είναι δηλαδή μια λέξη ήδη ασφυκτικά πολυσήμαντη. Η λέξη δολοφονία ξέρουμε πολύ καλά τι σημαίνει, φόνος μετά δόλου, κάτι πολύ ξεκάθαρο και μοναδικό. Χρησιμοποιείται βέβαια και μεταφορικά, αλλά όσο να ’ναι θέλει λίγη προσοχή στις μεταφορές, δολοφονία είναι, δεν είναι απλή σωματική βλάβη εξ αμελείας, λέμε τώρα. Δολοφονία χαρακτήρων άρα, μπορεί να κάνει ας πούμε ένας συγγραφέας που αποφασίζει ότι οι ήρωες του θα πεθάνουν, ή κατά προτίμηση θα δολοφονηθούν, κι ακόμα να γράφει και να μιλάει ελληνικά. Και ο Κινέζος αυτοκράτορας που θα αποφασίσει να καταργήσει κάποιους από τους 3.000 κινέζικους χαρακτήρες, άντε να πεις ότι κάνει δολοφονία, αν έχεις καθίσει να τους μάθεις όλους και ξαφνικά πάει ο κόπος σου χαμένος. Όπως νιώσαμε εμείς οι παλιοί όταν μας κατάργησαν τις δασείες και τις περισπωμένες που είχαμε φτύσει αίμα να μάθουμε για δώδεκα χρόνια στο σχολείο. Ε, το ξεπεράσαμε πάντως σε γενικές γραμμές. Άλλα είναι που δεν ξεπερνάμε, όπως τη σταδιακή κατάργηση των πτώσεων χωρίς προεδρικά διατάγματα και τα παρεμφερή. Δεν πειράζει, θα τα συνηθίσουμε κι αυτά, πού θα πάει. Εξάλλου δεν υπάρχουν πια Κινέζοι αυτοκράτορες. Παίζει μια δραματική αλλαγή εκεί κάτω, στο θέμα των αυτοκρατόρων.

Η προσπάθεια αντίστασης είναι μάταιη. Η δολοφονία χαρακτήρων δολοφονεί πρωτίστως κάτι τύπους σαν εμάς που θυμούνται ακόμα τη νέα ελληνική γλώσσα της σχολικής μεταρρύθμισης Παπανούτσου, πριν το 1967 δηλαδή, είδος εν ανεπαρκεία η οποία συν τω χρόνω αυξάνεται δραματικά. Η ανεπάρκεια. Η οποία από τα βάθη της ψυχής ανασύρεται όταν βλέπει τέτοιες εκφράσεις, και στηρίζει άκουσα την εξάπλωσή τους. Μα κάτι σπουδαίο πρέπει να είναι για να το γράφουν συνέχεια καθηγητάδες από την Αμερική. Εγώ δεν καταλαβαίνω, που σπούδασα μόνο στην Ελλάδα. Και λιγουλάκι σε χώρες παλιές, παρακμιακές, που δεν μπορούν να επιβάλουν το γλωσσάρι τους. Ας πρόσεχα. Είναι σαν τεστ γνώσεων, αν σε ενοχλεί σημαίνει ότι ανήκεις σε παρακατιανούς αποφοίτους ελληνικών σχολών που δεν έκαναν μεταπτυχιακό σε ανθρωπιστικές επιστήμες. Κι ας μη σου φαίνεται ανθρωπιστική η δολοφονία. Έστω και χαρακτήρων.

Ακόμα προσπαθώ να μεταφράσω, τι εννοούν οι ποιητές, συγγνώμη, οι καθηγητές, όταν γράφουν περί δολοφονίας χαρακτήρων; Μήπως ας πούμε, προσβλητικές επιθέσεις; Συκοφαντικές δυσφημήσεις; Σκέτες δυσφημήσεις; Δεν έχω καταλήξει. Καμία ακριβής μετάφραση δεν είναι εξίσου βαρύγδουπη, κι επειδή τα βαρύγδουπα μας αρέσουν, οφείλω να υποχωρήσω. Σκέφτομαι μάλιστα, τι κρίμα να γεννηθώ τόσο νωρίς. Αν ήμουν τώρα έφηβη, θα μπορούσα να πω στους γονείς μου, αν μου έκαναν αυστηρές παρατηρήσεις, σαν εκείνες που συνήθιζαν, «Μη μου δολοφονείς το χαρακτήρα!». Και θα έμεναν άφωνοι, τουλάχιστον για λίγα λεπτά.

https://www.athensvoice.gr/epikairotita/politiki-oikonomia/798309/mi-mou-dolofoneis-to-haraktira/?fbclid=IwAR2a_QgQPehMMo2wrXp1mfEkhqjSHUl-6SundEPPalt2YYi5YYf096Masqc#.ZET3Qul1zcs.facebook

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023

Κι ομως η Κεραμέως τον έκοψε

 Θα πρέπει να διάβασα γύρω στις 300 αναρτήσεις περί του νέου που είπε στον Τσίπρα «Η Κεραμέως με έκοψε», καγχαστικές ή οικτίρμονες για τη στάση των νέων να μην αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους, επίσης έγιναν σχετικά βιντεάκια και μιμίδια. Πολύ αστείο. Στο τέλος αυτές οι επαναλήψεις της ίδιας άποψης μοιάζουν πολύ με τροπάριο, ένας ένας να επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια που την πρώτη φορά ακούστηκαν ευρηματικά, λες και χρειάζεται να κάνει δήλωση ότι ανήκει στο τάδε στρατόπεδο, μην τον παρεξηγήσουν. Άνθρωποι σοβαροί κατά τεκμήριο μπαίνουν στον κόπο να βεβαιώσουν με δικά τους λόγια, ότι κι αυτοί συντάσσονται. Θα πρέπει να υπάρχουν κι εκείνοι που κρατιούνται, ελπίζω δηλαδή, που λένε –όπως λέγαμε στις εφημερίδες πριν γράψουμε σχόλια και χρονογραφήματα– τα ίδια λεει ο τάδε στην τάδε εφημερίδα, μην επαναλαμβανόμαστε. Όχι, στα κοινωνικά δίκτυα η επανάληψη είναι μήτηρ πάσης μαθήσεως. Ή μήπως είναι μήτηρ πάσης κακίας, όπως η αργία; Σε τι μας μεταμορφώνει η αγωνία να συνταχθούμε σε στρατόπεδα;

Ωστόσο, η Κεραμέως, ως υπουργός Παιδείας, καθιέρωσε τη βάση εισαγωγής στις Σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίες όμως, ουσιαστικά, παίρνουν σπουδαστές μετά από διαγωνισμό. Ίσως είναι πολύ περίπλοκο για να το συλλάβουμε σε έξυπνες, γρήγορες ατάκες. Οι θέσεις στα Πανεπιστήμια είναι περιορισμένες. Δεν φτάνουν για όλους τους κατόχους Απολυτηρίου. Γίνονται, λοιπόν, οι Πανελλήνιες για να διαγωνιστούν οι κάτοχοι Απολυτηρίου και να μπουν όσοι χωράνε. Αυτή είναι η λογική των εξετάσεων.

Κάποια στιγμή, ωστόσο, έπεσε η ιδέα να μπει άλλος ένας περιορισμός στις εισαγωγικές: η βάση του δέκα. Να μην περνάνε παρά όσοι παίρνουν πάνω από τη βάση στα εξεταζόμενα μαθήματα, κι ας έμεναν κενές οι θέσεις. Ήταν μια ιδέα που θύμιζε πολύ αριστεία και υιοθετήθηκε με ενθουσιασμό. Δεν χρειαζόταν μεταρρυθμίσεις, ήταν αυστηρή και μας έχει λείψει η αυστηρότητα στην Εκπαίδευση, με απλό, εύκολο τρόπο. Φαινόταν δίκαιη, ελάχιστοι πήραν το μέρος των «κομμένων» θυμίζοντας ότι οι εξετάσεις είναι διαγωνισμός κι αυτό αρκεί, προειδοποιώντας ότι κάποιες σχολές θα μείνουν άδειες έτσι όπως είναι οργανωμένο το σύστημα.

Ήταν μια ιδέα που κατάφερε να χωρίσει Πράσινους-Βένετους πολύ χαριτωμένα και πανεπιστημιακά. Δεν χρειαζόταν να λες πολλά για να σε καταλάβουν, έλεγες «βάση του 10» κι αμέσως έκλεινες το μάτι στους δικούς σου. Είναι να μην αποκτήσει τέτοια ιδιότητα κάθε ιδέα, μετά δεν υπάρχει περίπτωση γίνει σοβαρή συζήτηση. Πολύ απλά, οι «αριστεροί» κατάργησαν τη βάση του 10, και πολύ απλά οι «δεξιοί» την ξανάφεραν. (Αλίμονο στους κεντρώους.) Η Κεραμέως δηλαδή. Αν η σχολή προτίμησης του εν λόγω νέου έχει κενές θέσεις εξαιτίας αυτής της ρύθμισης, τότε δικαιούται απολύτως να πει ότι τον έκοψε η Κεραμέως.

https://www.athensvoice.gr/epikairotita/politiki-oikonomia/796500/ki-omos-i-kerameos-ton-ekopse/?fbclid=IwAR1ap1tOw5HfFAf31_0vTymPLCXGhEcLBBopob_EOfNoumcvLYe8lBfwiWw

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2023

Θέλω, θέλω, θέλω Μουσείο!

 Οκαθένας με τον πόνο του. Εμένα ο δικός μου πόνος με τα Μουσεία είναι άλλος. Δεν αντέχω να αλλάζουν. Μου βγαίνει εκεί όλος ο συντηρητισμός, τον οποίο γενικά καταπολεμώ από παιδί, όσο κι αν δυσκολεύομαι καθώς περνούν τα χρόνια.

Δηλαδή, ωραία μου φαίνονται τα σχέδια και όλα, αλλά ακόμα δεν έχω συνέρθει από το σοκ του Μουσείου της Ακρόπολης. Που κι αυτό είναι ωραίο, όταν μπεις μέσα τουλάχιστον, εμένα όμως μου άρεσε το παλιό. Μου άρεσε πολύ, το είχα απολύτως και βαθιά συνδυάσει με την υπόλοιπη Ακρόπολη, η οποία μου φαινόταν κάπως βαρετή, από παιδάκι. Μόνο ένας Παρθενώνας κι ένα Ερέχθειο, και τα Προπύλαια που τα περνάς στα γρήγορα για να μπεις μέσα και δεν μετρούσαν. Κάνεις τόσο κόπο, ανεβαίνεις, λαχανιάζεις, πληρώνεις εισιτήριο, κι ύστερα αυτό ήταν. Βλέπεις τον Παρθενώνα και το Ερέχθειο. Παλιά είχε βαθμό δυσκολίας να περπατάς στις πέτρες, έπρεπε να προσέχεις μη σκοντάψεις και σπάσεις κανα πόδι, ανέβαινες κι επάνω στον Παρθενώνα, χρόνια πριν αυτό, δεν υπήρχε βέβαια κάτι άλλο να δεις μέσα από όσα έβλεπες έξω, όλα διάφανα, ανοιχτά, ερειπωμένα, αλλά κρατούσε λίγο παραπάνω η επίσκεψη. Τέλος πήγαινες κι εκεί που είναι η σημαία, έβλεπες και την Αθήνα από ψηλά, κι αυτό ήταν.

Όμως όχι, υπήρχε κάτι ακόμα. Εκεί στ’ αριστερά καθώς πήγαινες να φύγεις, υπήρχαν λίγα σκαλιά, κατέβαινες στο παλιό Μουσείο. Κι εκεί μέσα ήταν όλα που έλειπαν απ’ έξω, το παλιό εκατόμπεδο, οι Κούροι και οι κόρες, κι ό,τι άλλο υπήρχε. Ήταν σα να ανακάλυπτες ένα θησαυρό μόνος σου, μάθαινες τα πάντα για την Ακρόπολη, έφευγες με βαθιά ικανοποίηση.

Το καινούργιο Μουσείο της Ακρόπολης δεν έχει καμία σχέση. Καθόλου διακριτικό, επιβάλλεται με το μέγεθος και το κενό του, γιατί είναι Μουσείο διεκδίκησης, απαιτεί την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα, και χάσκουν τα κενά του. Αφότου έγινε προσπαθώ να το συνηθίσω. Πηγαίνω και ξαναπηγαίνω, αλλά κατά βάθος περιμένω να μάθω ότι θα κάνουν κάτι με το κτιριάκι του παλιού Μουσείου, ένα καφενείο, οτιδήποτε. Και Μουσείο μπορεί να ξαναγίνει, τόσα πράγματα έχουν στις αποθήκες. Ας βάλουν κάτι εκεί μέσα. Αλλά είναι οι αρχαιολόγοι και μουσειολόγοι και όλοι οι σχετικοί πολύ δύσκολοι.

ώρα θα αλλάξει και το εθνικό αρχαιολογικό της Αθήνας. Είναι το κοντινό μου Μουσείο, το αγαπημένο μου, πηγαίνω βόλτα κάθε τρεις και λίγο, κι ακόμα, μια ολόκληρη ζωή, δεν το έχω εξαντλήσει, ή μάθει απ’ έξω. Τα αγγεία ας πούμε, ή τα αιγυπτιακά, τα έχω δει λίγες φορές. Ωραία είναι τα σχέδια, δεν μπορώ να πω, αλλά η αίσθηση που έχω εγώ με τις αίθουσες του, το φανερό και το κρυφό του κομμάτι, οι τοίχοι του και οι σκάλες του, η μελετημένη χρονολογικά και καλλιτεχνικά σειρά των γλυπτών, όλ’ αυτά δεν ξέρω πώς θα τα ξαναβρώ. Οπότε δεν χαίρομαι, και να με συμπαθάτε. Έναν συντηρητισμό τον επιτρέπω στον εαυτό μου. Στο κάτω- κάτω Μουσείο είναι. Τα Μουσεία αυτό κάνουν, συντηρούν. Κι αν με ρωτούσατε θα έλεγα, ας το άφηναν ήσυχο το κτίριο όπως είναι, κι ας πάρουν το Πολυτεχνείο που στενάζει από εγκατάλειψη και βανδαλισμούς, ας πάρουν και το Ακροπόλ που λέγανε ότι θα πάρουν. Κι ας έκαναν μιαν άλλη αλλαγή, έτσι για να δούμε τις δυνατότητες του, ας έβαζαν περισσότερους φύλακες που θα τους περνούσαν από ειδική σχολή σαβουάρ βιβρ, να μη φωνάζουν ο ένας στον άλλον από τη μια άκρη στην άλλη, να μην κλείνουν τις μισές αίθουσες, και να μην απαγορεύουν να φωτογραφηθείς μπροστά σε άγαλμα χωρίς λόγο, με τρόπο που δεν μπορείς να καταλάβεις αν το δικαιούνται, διότι δεν έχει λογική.

Αλλά είπαμε, δεν με ρωτά κανείς. Οπότε το μόνο που μου μένει είναι να βάλω στο πρόγραμμα μια επίσκεψη τη μέρα, μήπως και καταφέρω να το χορτάσω μέχρι να μπουν τα συνεργεία για τις αλλαγές.

https://www.athensvoice.gr/politismos/design-arhitektoniki/790411/ethniko-arhaiologiko-mouseio-ah-as-min-allaze-tipote/?fbclid=IwAR15qkN38-rMYIJonXzhPBS1cAlZWotiNc1m64yeOFc3QZ3zr-IsSkiJ5Ws#.Y_Y5Oy14v24.facebook

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2022

Η φυγή και το ψέμα

Την περασμένη βδομάδα είδα στο Τριανόν την ταινία Φυγή, (Flee του Δανού Γιόνας, Πόερ Ράσμουσνσεν) κινούμενα σχέδια πάνω σε μια πραγματική ιστορία, ενός πρόσφυγα από το Αφγανιστάν που έφτασε στη Νορβηγία ως ασυνόδευτος ανήλικος. Ήταν το μικρότερο παιδί μιας μεγάλης οικογένειας, της οποίας ο πατέρας εξαφανίστηκε όταν κατάφεραν οι μουτζαχεντίν να ρίξουν την σοβιετόφιλη τότε κυβέρνηση, θα τα θυμάστε χοντρικά. Ο πατέρας ήταν δημόσιος υπάλληλος, οπότε όλη η οικογένεια κυνηγήθηκε. Με κάθε τρόπο προσπάθησαν, η μάνα και τα παιδιά, να φύγουν από τη χώρα. Πρώτα πήγαν στη Μόσχα, δεν μπορούσαν να πάνε αλλού, με τουριστική βίζα. Εκεί ζούσαν κλεισμένοι στο σπίτι, χωρίς δυνατότητες για δουλειά και μόρφωση, ετοιμάζοντας τη φυγή τους για τη Δανία όπου ζούσε ο μεγάλος αδερφός. Η αστυνομία τους αιφνιδίαζε άσχημα κάθε τόσο, η τουριστική τους βίζα είχε λήξει, έπρεπε να φύγουν. Ο αδερφός από τη Δανία μάζευε λεφτά για να πληρώσει διακινητές. Έφυγαν πρώτα οι αδερφές, ταξίδεψαν σε κοντέινερ, κόντεψαν να πεθάνουν. Ύστερα η μάνα με τα μικρότερα παιδιά, με φορτηγό και ύστερα ένα αλιευτικό άθλιο σκάφος, τους μάζεψαν σαν ναυαγούς στη θάλασσα, τους γύρισαν πίσω. Τότε αποφάσισαν να βρουν καλύτερο διακινητή, δηλαδή ακριβότερο, οπότε τα λεφτά έφταναν μόνο για τον μικρότερο, τον ήρωα της ιστορίας. Ταξίδεψε με αεροπλάνο, με ψεύτικο διαβατήριο, έφηβος πια, έφτασε μόνος του στη Νορβηγία, κι εκεί, του είχε πει ο διακινητής, οπωσδήποτε καταστρέφεις το διαβατήριο και λες ότι από  όλη σου την οικογένεια δεν ζει κανείς.

Κι έτσι φτάνει ο νεαρός στη Νορβηγία, ολομόναχος, και λέει ό,τι του είπαν, κι επί είκοσι χρόνια δεν αποκαλύπτει σε κανέναν ότι έχει αδέρφια που ζουν, τα οποία συναντά κρυφά. Τελικά λέει την αλήθεια στον άντρα της ζωής του, (είναι και ομοφυλόφιλος).

Βγαίνοντας από το σινεμά σκεφτόμουν την ιστορία με το παιδάκι στον Έβρο κι όλο τον άγριο και κακότροπο διάλογο, υπήρχε, δεν υπήρχε, ήταν αλήθεια, ήταν ψέματα, ήταν σε ελληνικό έδαφος, ήταν σε τουρκικό, το έγραψε ο Σπήγκελ, το πήρε πίσω ο Σπήγκελ, ήταν προδότες οι ΜΚΟ που το κατήγγειλαν, όλες τις απίθανες χοντράδες που διάβασα επί μήνες στα κοινωνικά δίκτυα για το θέμα αυτό. Θα έπρεπε να ξέρουμε ότι οι πρόσφυγες είναι αναγκασμένοι να λένε ψέματα πολύ συχνά, για να μπορέσει η περίπτωση τους να μπει στο κλισέ που έχει διαμορφωθεί γι αυτούς και να φερθούμε ανθρώπινα, εμείς οι Ευρωπαίοι. Στο βιβλίο «Μόρια», που μετέφρασε η Σάντρα Βρέττα για τον Ποταμό, οι πρόσφυγες διηγούνταν στην  Μαρί Ντουτρεπόν, που έκανε την έρευνα, τρομερές ιστορίες, όπου εκτός από τα πάθη του σώματος, στα κοντέινερ, στ’ αμπάρια, στα βουνά και στα κύματα, υπήρχαν και τα πάθη της ψυχής, τα ψέματα που είναι αναγκαία για να μπορέσουν να βρουν έναν τρόπο να μείνουν σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα, να μην τους γυρίσουν πίσω από εκεί που έφυγαν. Ναι, λένε ψέματα οι πρόσφυγες και οι μετανάστες, λες και δεν φτάνει που πληρώνουν το φριχτό τους ταξίδι σα να κάνουν κρουαζιέρα με χρυσά γιοτ, δεν φτάνει που κινδυνεύει η ζωή τους. Πρέπει να λένε και ψέματα, δηλητηριάζοντας τον ίδιο τους τον εαυτό σε τρυφερή ηλικία. Και για τον λόγο που φεύγουν κυνηγημένοι από τις πατρίδες τους, τις πολιτικές ταραχές και τη φτώχεια, δεν φταίνε οι ευρωπαϊκές πολιτικές. Η ευθύνη τους αρχίζει από τη μορφή του ταξιδιού, πάντα παράνομο, κι από τα κλισέ που τους υποδέχονται, πάντα παραμορφωτικά. Γιατί πρέπει να φαίνονται απόλυτα εξοντωμένοι για να απλώσουμε το χέρι βοήθειας, απόλυτα εξαρτημένοι από τη βοήθεια αυτή.

Μιλάμε για τους διακινητές σα να είναι υπεύθυνοι αυτοί για τους κινδύνους και την αθλιότητα των ταξιδιών που κάνουν οι πρόσφυγες και οι μετανάστες για να έρθουν στην Ευρώπη, κι όχι η δική μας πολιτική που δεν δέχεται μετανάστες και πρόσφυγες παρά με περίπλοκες διαδικασίες που σκοπό έχουν να κατευνάσουν τους φόβους των πολιτών, τους οποίους η ίδια η πολιτική αγνόησε, όταν δεν τους έθρεψε και δεν τους χρησιμοποίησε. Σε όλη την Ευρώπη πήραν οι πολιτικοί το μάθημα από την Μέρκελ που κόντεψε να χάσει την εξουσία τότε που δήλωσε ότι θα πάρει η Γερμανία πρόσφυγες. Κι έκτοτε κανείς δεν μπήκε ξανά στον κόπο να εξηγήσει σοβαρά τα υπέρ και τα κατά, τις δυνατότητες πλήρους άρνησης, ή κάποιας αποδοχής. Και τα ξενοφοβικά κόμματα αυξάνονται και πληθύνονται και υπόσχονται πλήρη στεγανοποίηση, λες και μπορούν να το κάνουν. Αυτό είναι το μεγαλύτερο ψέμα.

 Η νέα τάση στην Ελλάδα δε, είναι να κατηγορούνται για τα πάντα οι ΜΚΟ, σε λίγο θα ακούσουμε ότι προκαλούν και τους πολέμους. Ό,τι να’ ναι, φτάνει να μην αποδεχτούμε την αλήθεια.

https://www.athensvoice.gr/epikairotita/diethni/780015/i-fugi-kai-to-psema/

Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...