Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

Ιστορίες με βασιλιάδες

 Το βασιλιά τον έρριξα  με τα χεράκια μου. Και δεν υπερβάλω καθόλου. Ήμουν τελειόφοιτη της Νομικής στη Θεσσαλονίκη όταν έγινε το δημοψήφισμα. Υπήρχε μια επιτροπή Αντιβασιλικού Αγώνα, είχε ανοίξει γραφεία στην Τσιμισκή, δεχόταν δωρεές και εθελοντές. Δωρεά δεν μπορούσαμε να κάνουμε, πήγαμε εθελόντριες, η Κατερίνα κι εγώ.

 Έψαχναν δυο άτομα για την περιοδεία στη Θράκη. Θα ξεκινούσαμε μόνες μας με ένα μεγάλο πούλμαν, 54 θέσεων, για την Κομοτινή, όπου είχε ανοίξει εκείνη τη χρονιά η Νομική Σχολή της, θα το γεμίζαμε εκεί με φοιτητές, και θα κάναμε μια εβδομάδα περιοδεία στη Θράκη. Τελευταία στιγμή ήρθαν μαζί μας και δυο δεκαοχτάρηδες Πασόκοι. Το υλικό από αφίσες, τρυκάκια, κι όλα τα συναφή, έπιανε μόνο του άλλα έξι καθίσματα, κι έπρεπε να προσέξουμε να μην πάρουμε παραπάνω φοιτητές…

Καθήσαμε λοιπόν οι τέσσερεις μας στις μπροστινές θέσεις και ξεκινήσαμε για την Κομοτινή όλο αισιοδοξία και έξαψη, γιατί πού να φανταστούμε τι μας περίμενε; Μας υποδέχτηκαν εκεί μερικοί θαυμάσιοι μεσήλικες της αντίστοιχης επιτροπής Αντιβασιλικού Αγώνα, αλλά φοιτητές δεν υπήρχαν. Άδεια ή Σχολή, ψυχή δεν κυκλοφορούσε. Δύσκολο να το παραδεχτούμε, αλλά αυτό μας έμενε να κάνουμε, αφού μιλήσαμε και με τα γραφεία Θεσσαλονίκης: να συνεχίσουμε την καμπάνια μόνοι μας. Τι να κάνουμε; Κολλήσαμε αφίσες σε όλα τα παράθυρα, να μη φαίνεται πως ήταν άδειο το πούλμαν, και ξεκινήσαμε.

Μια εβδομάδα που θα μπορούσε να είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι. Και πού δεν πήγαμε. Κομοτινή, Ξάνθη, Αλεξανδρούπολη, Καβάλα, κι ένα σωρό μικρότερες πόλεις και χωριά στο ενδιάμεσο, μέρη που δεν τα ξέραμε και που δεν επρόκειτο να ξαναδούμε, πολλά χαμένα στα βουνά. Γυναίκες με μαύρα ράσα και μαντίλες έκαναν κύκλο στα χωριά και μας γύριζαν την πλάτη για να μην μας  ακούσουν, άντρες στα καφενεία έμεναν σιωπηλοί καθώς μπαίναμε να τους μιλήσουμε. Ήταν μια πορεία κάπως παρανοϊκή, πολλοί δεν καταλάβαιναν καν περί τίνος επρόκειτο, ωστόσο εμείς επιμέναμε να μην αφήσουμε απέξω κανένα χωριό της διαδρομής που μας είχαν καθορίσει. Ο οδηγός του πούλμαν γκρίνιαζε ασταμάτητα να πρέπει να υπακούει σε δυο άσχετες νεαρές, οι μικροί πασόκοι ήταν μάλλον εμπόδια, έπαιρναν τη ντουντούκα (είχαμε και ντουντούκα) και φώναζαν συνθήματα δικής τους έμπνευσης στα χωριά, ύστερα τσακωνόμασταν, θύμωναν, δεν κόλλαγαν αφίσες. Η Κατερίνα κι εγώ κολλήσαμε τόσο πολλές εκείνες τις μέρες, όσο δεν έχουν κολλήσει οι αναρχικοί των Εξαρχείων σε όλη τη ζωή τους, και το εννοώ. Ακόμα κι ένας να υπάρχει σε κάθε χωριό που σκέφτεται να ρίξει Όχι, λέγαμε, πρέπει να τον ενθαρρύνουμε. Κι από την αγωνία δεν μας έπαιρνε ο ύπνος τη νύχτα, γιατί βλέπαμε παντού ότι ήμασταν μειοψηφία. Λέγανε τότε ότι η γραμμή του προξενείου, του τουρκικού, στους μουσουλμάνους, ήταν να ρίξουν Ναι στο βασιλιά. Δεν ξέρω αν έγιναν τα πράγματα τόσο ξεκάθαρα, πάντως οι νομοί της Θράκης είχαν όντως βγάλει πλειοψηφικό Ναι στο βασιλιά, αμέσως μετά τη Λακωνία.

Γυρίσαμε αφού είχε λήξει επίσημα η εκστρατεία, έχοντας σκορπίσει στους δρόμους της Καβάλας τα τελευταία τρυκάκια βροχηδόν, γιατί δεν προλαβαίναμε πια κάτι άλλο. Άυπνες, φτάνουμε στο σπίτι, και βλέπουμε απέξω γραμμένο ένα σύνθημα «Όχι στο βασιλικό γουρούνι» κάτι τέτοιο. Κάτι με γουρούνι. Πολύ προβοκατόρικο μας φάνηκε, κι όπως ήμασταν πτώματα, ανεβήκαμε στο σπίτι μας, πέντε ορόφους χωρίς ασανσέρ, πήραμε μπογιά και σβήσαμε το Όχι, το κάναμε ΝΑΙ. Ναι στο βασιλικό γουρούνι!

Γι αυτό έχω να λέω ότι έδιωξα το βασιλιά με τα χεράκια μου, τα νεανικά και δυνατά τότε μου χέρια. Κι έχω δικαίωμα να θυμώνω κάπως με τις βλακείες περί σχεδίου επανόδου του. Αλλά περισσότερο έχω θυμώσει με το χάλι του Τατοΐου τόσα χρόνια, να μη μπορεί ένα κράτος της Ευρώπης, τρομάρα μας, να περιποιηθεί και να αξιοποιήσει ένα μικρό ανάκτορο, δεν είναι δα κι οι Βερσαλλίες. Θα πήγαινα, ειλικρινά, να το βάψω κι αυτό με τα χεράκια μου αν μου είχε δοθεί η ευκαιρία τόσα χρόνια, θα πήγαινα

 να βοηθήσω να ξαναστηθεί και να μπορούμε να το επισκεπτόμαστε και να το θαυμάζουμε μέσα κι έξω, να αγοράζαμε σουβενίρ. Είναι η ιστορία μας, δικαιούμαστε να βλέπουμε, να μαθαίνουμε, να απολαμβάνουμε και να αναπνέουμε καθαρό αέρα. Αντ’ αυτού, πυρκαγιά… Να λειτουργούσε και το αγρόκτημα, να καθόμασταν να πιούμε καφέ και να τρώμε τοπικά προϊόντα. Γιατί είναι τόσο δύσκολο; Έχει περάσει σχεδόν μισός αιώνας. Κι ο Κωνσταντίνος πρέπει να μπορεί να έρχεται πια, να κυκλοφορεί όπως θέλει, τι φοβόμαστε; Αν ντρέπομαι για κάτι σε σχέση με την επίσκεψη του Μητσοτάκη στον Κάρολο, είναι που βλέπουν κι οι ξένοι αυτή την ανικανότητα.  Ποιοι επενδύουν ακόμα σε αυτό το κομπλεξικό, το κοντόθωρο κόλλημα με το παρελθόν, σε  αυτή τη δυσπραγία;

Σάββατο 23 Απριλίου 2022

Επιτάφιος

 Νομίζω ότι θα πάω στον Επιτάφιο μετά από καμιά δεκαριά χρόνια, μπορεί και παραπάνω, μαζί με τις Ουκρανές πρόσφυγες και θα κλαίω γι αυτές, που συνέχεια προσπαθούν να είναι γελαστές, να φροντίζουν τα παιδάκια τους, να μην τα αφήνουν να τα πάρει από κάτω η απορία για το παράξενο αυτό ταξίδι, για την αιφνίδια αυτή ξενιτιά, θα κλαίω για τους πρόσφυγες που είναι υποχρεωμένοι να είναι ταπεινοί, να δέχονται ό,τι τους δίνουν και να λένε ευχαριστώ. Θα κλαίω και  για το μπαμπά μου που στα δέκα του ήρθε πρόσφυγας με όλες τις γυναίκες της οικογένειας και δεν του άνοιξαν την αγκαλιά τους οι Έλληνες, κι έπρεπε να είναι ταπεινοί όλοι τους, να λένε ευχαριστώ και να δέχονται ό,τι τους έδιναν, αν τους έδιναν κάτι, εκατό χρόνια πριν. Ακόμα αυτός ο πιτσιρίκος έρχεται πρόσφυγας με κάθε καραβάνι, με μαύρους, ασιάτες, ευρωπαίους, σε κάθε 'κύμα' και σε κάθε 'ροή' είναι εκεί ανάμεσα τους, κι όλο τον ψάχνω να τον ανακουφίσω επιτέλους, να τον κρατήσω στην αγκαλιά μου για πάντα, κι όλο μου ξεφεύγει με τις διευθετήσεις, με τις υποδοχές, και με τις επαναπροωθήσεις, τον σπρώχνουν, τον επαναπροωθούν, τον διώχνουν από τις παρέες των ντόπιων, τον στέλνουν στα κοντέινερ, και δεν βγάζει κιχ, μόνο όταν βρεθούν τίποτε ξένα χέρια να τον κρατήσουν στοργικά, μόνο τότε βρίσκει το θάρρος και ξεσπά, 'εγώ τι δουλειά έχω εδώ' λέει επιτέλους, αλλού θα έπρεπε να βρίσκομαι, κάποιο λάθος έχει γίνει'. Αλλά δεν μπορεί να φύγει. Πρέπει να μείνει εδώ, να ζήσει εδώ, να συμφιλιωθεί εδώ με όλους αυτούς τους ανώτερους, πρέπει να καταπιεί τις προσβολές, να χαμογελάσει με τις επιθέσεις και να συνεχίσει να μεγαλώνει και να προσπαθεί, να τους δείξει αυτός. Ναι, φυσικά έχει τη ζωή μπροστά του, θα μάθει να μιλάει τέλεια τη γλώσσα, θα σπουδάσει, θα δουλέψει, θα πολεμήσει κιόλας, αλλά κάτι μέσα του πάντα θα απορεί για όλ’ αυτά, ‘τι δουλειά έχω εδώ εγώ;’ θα ψιθυρίζει μια φωνή, και θα την επαναλαμβάνουν σιωπηλά οι πρόσφυγες από τη Συρία, από το Αφγανιστάν, από την Αφρική, από την Ουκρανία, ο καθένας το ίδιο κατάπληκτος με αυτό που του συμβαίνει, το ίδιο αμήχανος, το ίδιο παράξενος κι ανεπιθύμητος. Απορία των λέξεων και των τρόπων, τι να κάνω, τι να πω εδώ, ποια είναι οι θέση μου, τι είναι το σωστό, τόσα πράγματα έχω να μάθω, ποια γλώσσα να μιλήσω; Απορία, έλλειψη πόρων. Μόνο ένα είναι σίγουρο, να είσαι ταπεινός, να παίρνεις ό,τι σου δίνουν, να λες ευχαριστώ.

Θα κλάψω πολύ, θα ψάλλω τα λόγια του θρήνου, κι ας ξέρω πως είναι για έναν θεό αρχαίο, της ρωμαϊκής εποχής, έναν από τους πολλούς που κατάφερε να εκθρονίσει τους άλλους χάρις στις έξυπνες αποφάσεις αυτοκρατόρων και  στρατηγών, κλέβοντας ιδέες και ιερουργίες, αφομοιώνοντας φόβους και ελπίδες, και την ιεροτελεστία της άνοιξης πρωτίστως, αυτή την ακαταμάχητη. Αυτή που κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται τα θαύματα, και να αναλογίζονται το θάνατο, μήπως γίνεται θεούλη μου να γλιτώσουμε κι εμείς όπως η κερασιά κι ο πλάτανος, που βγάζουν νέα φύλλα κάθε τέτοια εποχή, κι οι φαινομενικά νεκροί ξαναζωντανεύουν; Ο θεός αν υπήρχε θα γελούσε πολύ με την ανοησία τους, αλλά δεν υπάρχει, οπότε ελεύθερα ελπίζουμε, ελεύθερα παρερμηνεύουμε την άνοιξη και τα λοιπά φαινόμενα, ελεύθερα ψάλλουμε, κι ελεύθερα, αλίμονο, πιο ελεύθερα από οτιδήποτε, κλαίμε.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2022

Η διπλή ζωή του Γεβγένι

Έκλεισε τα πέντε του χρόνια στην Ελλάδα, ο μικρούλης από το Χάρκοβο. Η φίλη της γιαγιάς του, που ζει εδώ πολλά χρόνια, του αγόρασε πατίνι και τον πήγε βόλτα στο πάρκο, μαζί με τη μαμά του φυσικά, δεν την αφήνει τη μαμά εύκολα. Στη λιακάδα παίρνει χρώμα σιγά- σιγά, αλλά είναι ακόμα χλωμός. Τον χαζεύω και μαζί ρίχνω και μια ματιά στο τηλέφωνο, κολλημένη στην καινούργια αυτή συνήθεια της διαρκούς ενημέρωσης, λες και πρέπει να βγάζω πρωτοσέλιδα κάθε τέταρτο. Ας είναι. Κι εκεί που κοιτάζω τη ροή των εικόνων, βλέπω τον ίδιο μικρούλη σε μια σκοτεινή αυλή, «αφήνει κονσέρβες στον τάφο της μαμάς του» γράφει η λεζάντα. Σηκώνω το βλέμμα, ο εδώ μικρούλης κρατά τη δική του μαμά από το χέρι και την τραβάει να πάνε στις κούνιες. Το φως είναι αλλιώτικο εδώ, λάμπει ο ήλιος, το χώμα είναι ανοιχτόχρωμο εδώ, δεν χρειάστηκε να σκαφτεί, αλλά τα πρόσωπα των δυο παιδιών είναι ολόιδια. Ίδια μάγουλα, ίδιο μέτωπο, ίδιο βλέμμα, μοιάζουν σαν δίδυμα, τόσο που για μια στιγμή μπερδεύομαι σαν σε κακό όνειρο, μήπως δεν είμαστε στην Αθήνα; Αμέσως περνάει βέβαια η παραίσθηση, από χαρά ουρλιάζουν τα παιδάκια στην παιδική χαρά, η νεαρή μαμά χαμογελά στο γιο της που ετοιμάζεται ν’ ανέβει στη μεγάλη τσουλήθρα, ήταν τυχερή που υπήρχε στην Ελλάδα φίλη, έφυγε εγκαίρως, δεν κινδυνεύει. Έχει τα μύρια όσα προβλήματα βέβαια, σε μια ξένη χώρα που δεν ξέρει τη γλώσσα, χωρίς δουλειά, χωρίς τους δικούς της, αλλά είναι ασφαλής, το παιδί της γελά, δεν κλαίει όπως αυτό της φωτογραφίας, την έχει δίπλα του ζωντανή, χαμογελαστή. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουν χίλιες δυσκολίες, αλλά είναι μαζί, ζωντανοί, εδώ στην Αθήνα. Το ορφανό πατριωτάκι του, τι δυστυχίες ακόμα θα περάσει;

Θυμάμαι την ταινία «Η διπλή ζωή της Βερόνικας», όπου η Ιρέν Ζακόμπ έπαιζε δυο ρόλους, μια Βερονίκ στη Γαλλία και μια Βερόνικα στην Πολωνία. Ήταν ίδιες, μουσικοί και οι δυο, δεν συναντήθηκαν ποτέ, μόνο η Πολωνή μια μέρα είδε τη Γαλλίδα να φεύγει με ένα πούλμαν. Λίγο μετά πέθανε η Πολωνή, κι η Γαλλίδα ένιωσε άσχημα, μια περίεργη απειλή την τριγύριζε, όμως το ξεπέρασε εκείνη και συνέχισε να ζει. Ψάχναμε τότε εξηγήσεις για την παράξενη  πλοκή, ενώ απλώς μπορεί να εννοούσε ότι η ζωή προστατεύεται στη Γαλλία καλύτερα από ό,τι στην Πολωνία. Η Ουκρανία δεν υπήρχε καν σαν σενάριο τότε.

 

Τετάρτη 13 Απριλίου 2022

Πρόσφυγες του δικού μας χρόνου

Για φέτος ετοίμαζα αφιερώματα στην επέτειο του 1922, τα δικά μου, τα προσωπικά, αυτά που με μεγάλωσαν. Δεν φανταζόμουν ότι θα ξεχνιόντουσαν εκείνα μπροστά στα τωρινά, στην ανάγκη των Ουκρανών προσφύγων για κομμάτια ζωής κι αξιοπρέπειας δίπλα μας. Θα μου πείτε, τόσα χρόνια δεν είδες άλλους πρόσφυγες; Βεβαίως είδα, και πρόσφυγες και τις ανάγκες τους, αλλά με τη βεβαιότητα πως είναι και πρόσφυγες χρόνου. Έρχονταν από μια εποχή που ακολουθούσε τη δική μας, έτρεχε πίσω της. πρόσφυγες χρονοκαθυστέρησης.

 Υπήρξαμε αφελείς. Τόσο σίγουροι ότι η ζωή με ειρήνη ήταν απείρως καλύτερη από την προηγούμενη, με τους πολέμους, κι ότι αφού ημασταν τόσο τυχεροί να έχουμε γεννηθεί στην Ευρώπη, έχοντας περάσει οι δικοί μας τους δυο Παγκόσμιους πολέμους, δεν είχαμε παρά να περιμένουμε να δούμε αυτή τη συνείδηση, αυτή τη γνώση, να περνά και στους υπόλοιπους που ακόμα έκαναν το λάθος να πολεμούν μεταξύ τους, αντί να υπογράφουν συνθήκες. Αργούσε βέβαια λίγο, αλλά η βεβαιότητά μας δεν χανόταν, και περιλάμβανε τη Ρωσία που κι αυτή είχε πολεμήσει, είχε νικήσει, είχε συμβάλει τα μέγιστα στη νίκη.

Ως ένα βαθμό βέβαια η Ρωσία παραμένει στη συνθήκη ειρήνης. Συνεχίζει αυτό που έκαναν οι δυο υπερδυνάμεις και την εποχή του Ψυχρού πολέμου, πολέμους περιφερειακούς όπως τους λέγαμε. Αλλά στην Ουκρανία επιτέθηκε αυτοπροσώπως, δεν υποστήριξε κάποιους εμπολέμους, δεν έμεινε σ’ αυτό. Θα μου πείτε, δεν ήταν άνθρωποι όσοι σκοτώνονταν στο Βιετνάμ και στη Γεωργία; Ναι, ίσως να ήμασταν κάπως ρατσιστές τότε που καμαρώναμε για την ειρήνη μας. Ρατσισμό χρόνου θα τον έλεγα. Είχαμε τη μεγάλη κληρονομιά των γονιών μας. Μας είχαν αφήσει αυτό το απέραντο κτήμα, τις καταστροφές που τους οδήγησαν στην απόφαση για ειρήνη, η οποία κάθε χρόνο εδραιωνόταν. Η ισορροπία των εξοπλισμών σαν ένα Jenga που υψώνεται όλο και πιο εύθραυστο, άντεχε, συνέχιζε, κι η βύθιση στα προβλήματα πολυτελείας τι γλυκιά που ήταν. Ο κόσμος μας πάχυνε, μετά από χιλιετίες πείνας. Άντε τώρα να χάσει τις βολές του.

Οι πρόσφυγες από την Ουκρανία δεν είναι σαν τους άλλους, δεν είναι πρόσφυγες χρόνου. Είμαστε στην ίδια εποχή. Τα σπίτια μας είναι γερά, τα παιδιά μας δεν χρειάστηκε να αποχαιρετίσουν τον πατέρα τους και να φύγουν με τη μάνα τους μπουλούκι, αλλά η απειλή περνά στην καθημερινότητα μας σαν δηλητηριασμένος αέρας.

Τι κρίμα, κι είχα τόσες ωραίες ιστορίες για το 1922…

Τρίτη 5 Απριλίου 2022

Για ένα μπρελοκάκι



Έρχονται οι φωτογραφίες από την πόλη Μπούτσα. Ένας άντρας πεσμένος στο πεζοδρόμιο μπρούμυτα δίπλα σε μια σακούλα με πατάτες. Οι πατάτες έχουν χυθεί από τη σακούλα κι έχουν σκορπιστεί τριγύρω. Μπορεί αυτές να φταίνε για τη ζωή του που χάθηκε, να είχε βγει να αγοράσει πατάτες. Τις αγόρασε, αλλά δεν πρόλαβε να τις πάει στο σπίτι. Σε άλλη φωτογραφία, το χέρι μιας γυναίκας γεμάτο λάσπες, ανοιγμένο στο χώμα, νεκρό. Έπεσε από τη χούφτα της αυτό που κρατούσε, τα κλειδιά της. Ίσως να στεκόταν μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της, έτοιμη ν’ ανοίξει. Το μπρελόκ γυαλίζει, το πιο καθαρό σημείο όλης της εικόνας, ένα στρογγυλό επισμαλτωμένο μπρελοκάκι, μπλε με αστεράκια τριγύρω, η σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Έρχονται τα νέα από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Όρμπαν νικητής στην Ουγγαρία με μεγαλύτερο ποσοστό, ο ηγέτης που χλευάζει την Ένωση, καταπατά τις δημοκρατικές  αρχές. Και στη Γαλλία φοβούνται πολύ τη Λεπέν, άλλη εχθρό της ΕΕ. Αυτοί που ζουν μέσα στην Ε.Ε. δεν την εκτιμούν και τόσο. Κατηγορούν τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών για κάθε κακό που τους συμβαίνει. Κάθε τόσο προβλέπουν ότι θα διαλυθεί η ΕΕ. Έγινε το Brexit. Ποιος άλλος περιμένει στην έξοδο; Δεν αξίζει η Ευρώπη, δεν έχει στρατό. Μα αφού δεν θέλατε να έχει; Δεν αξίζει, δεν έχει πυγμή! Πώς να έχει αφού βάζετε βέτο; Δεν έχει δύναμη να εμποδίσει έναν Πούτιν, μια Ρωσία, να εισβάλει στην Ουκρανία, δίπλα της σχεδόν. Τι τη θέλουμε την άχρηστη;

Είδαν σε όλο τον κόσμο τη φωτογραφία με το μπρελοκάκι. Για κάποιους αξίζει η σημαία της Ένωσης να την κρατούν στη χούφτα σα φυλαχτό, κι ας μην τους φύλαξε. Ας τη δούμε κι εμείς ξανά, ας τη δουν οι ευρωσκεπτικιστές, όσοι βρίζουν την Ευρώπη, οι Άγγλοι, όλων των χωρών οι πολιτικοί, οι γραφειοκράτες, οι πολίτες. Για το χατήρι αυτής της ανοιγμένης χούφτας ας κάνουν μια προσπάθεια να δώσουν νόημα στην Ένωση. Μπορεί να είναι κυνικοί κι απογοητευμένοι ως το μεδούλι, ας προσπαθήσουν για μια γυναίκα που πέθανε να βρουν μέσα τους κάτι να ξεπεράσουν τον εαυτό τους. Ας κοιταχτούν με τα δικά της μάτια, κι ας μην βλέπουν εκείνα πια. Για λίγο καιρό ας ψάξουν μήπως μπορούν στο βάθος να κάνουν κάτι καλύτερο. Να πιστέψουν λίγο περισσότερο σε αυτή την Ένωση. Ας ψάξουν τον καλό εαυτό τους, για το χατίρι της.

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2022

Σημαίες και γλώσσες

Οι σημαίες δεν μου αρέσουν, μου θυμίζουν παρελάσεις, οι παρελάσεις μου θυμίζουν πόλεμο, οπότε τις αποφεύγω. Στη διαδήλωση για την Ουκρανία που είχα πάει, στην αρχή του πολέμου, στο Σύνταγμα, δεν θα κρατούσα εύκολα τη σημαία της Ουκρανίας. Ωστόσο, αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι ο αγώνας της να υπάρξει απέναντι στη ρωσική επίθεση είναι αγώνας γι αυτό που λέμε εθνική ανεξαρτησία και για τη χώρα μας είναι δεδομένο εδώ και ογδόντα χρόνια, αφότου έφυγαν οι Γερμανοί δηλαδή, και πριν την Κατοχή άλλα εκατό είκοσι. Αναγκάστηκα να σκεφτώ ότι δεν γίνεται χωρίς αυτήν, ότι ακόμα είναι αυτοί οι όροι. Κι εγώ που αν έπιανα σημαία στο χέρι μου θα ήταν μόνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επειδή είναι στόχος  που ακόμα δεν έχει επιτευχθεί, κι ονειρεύομαι την Ευρώπη χωρίς σύνορα και γενικά τον κόσμο χωρίς σύνορα, αναγκάστηκα να βγάλω από το μπαούλο αυτές τις έννοιες. Εθνική ανεξαρτησία. Αυτή που απέναντι στην προσπάθεια για Ένωση ευρωπαϊκή δεν έχει νόημα, για μένα, απέναντι στην επέλαση των Ρώσων στην Ουκρανία έχει νόημα. Οι Ουκρανοί δεν θέλουν να υφίστανται την πολιτική της Ρωσίας, το καθεστώς της Ρωσίας. Θέλουν να συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη δημοκρατία της και την ελευθερία της, την προστασία των δικαιωμάτων της, όλες αυτές τις ευρωπαϊκές πολυτέλειες. Το θέλουν από την εποχή των διαδηλώσεων στην πλατεία Μαϊντάν. Δεν τους ανάγκασε ο Ζελένσκι να αμυνθούν με τόσο σθένος απέναντι στη ρώσικη εισβολή, μάλλον εκείνοι τον ανάγκασαν.

Συμβαίνει να γνωρίζω Ουκρανές και κουβέντιασα πολύ μαζί τους. Δεν είναι και τόσο σπάνιες, όλος ο κόσμος γνωρίζει Ουκρανές και μπορεί να κουβεντιάσει, αν θέλει. Δουλεύουν νοσοκόμες, οικιακές βοηθοί, γκουβερνάντες, φροντίζουν γέρους και γριές στα σπίτια. Μερικές κατάφεραν να ανοίξουν μικρές επιχειρήσεις μετά από χρόνια μεροκάματο. Αυτές είναι που κάλεσαν εδώ τους περισσότερους πρόσφυγες του πολέμου, αυτές είναι που είπαν στα παιδιά τους να έρθουν γρήγορα κοντά τους, στους γονείς τους, στ’ αδέρφια τους. Συμπτωματικά, αυτές που γνωρίζω είναι ρωσόφωνες. Από αυτές μαθαίνω λοιπόν ότι στις δημόσιες υπηρεσίες έχει όντως επιβληθεί η ουκρανική γλώσσα και το βρίσκουν λογικό για μια χώρα που θέλει να υπάρξει με τη δική της ταυτότητα, να γίνει γνωστή στον κόσμο με ό,τι την χαρακτηρίζει. Σταδιακά επιβάλλεται και στα Πανεπιστήμια, που ήσαν ως τώρα ρωσόφωνα. Είναι το τελευταίο που τις απασχολεί, και δεν υπήρχε περίπτωση να συνταχθούν με τους Ρώσους εξαιτίας της γλώσσας. Η ρώσικη κουλτούρα, αντιλαμβάνομαι, θα ήταν πιο σεβαστή κι αγαπητή, και θα καλλιεργούνταν πιο συστηματικά, θα ένιωθαν βαθύτερα οι Ουκρανοί ότι συμμετέχουν σε αυτή, στο κάτω κάτω ο Γκόγκολ ήταν από το Κίεβο κι υπάρχουν αγάλματα του, όπως και στην Αγιοπετρούπολη, αν δεν είχε γίνει αυτή η επίθεση. Τώρα, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, φαντάζομαι ότι δύσκολα θα ξαναδεθούν οι πολιτιστικοί δεσμοί ανάμεσα στις δυο χώρες.

Παρακολουθώ μαζί τους ρεπορτάζ από την πόλη τους, διαλυμένα κτίρια, μαύρη ατμόσφαιρα, υποδομές κατεστραμμένες, επικίνδυνες αποστολές. Κάθε μέρα κοιτάζουν τι γίνεται κι αναρωτιούνται πότε θα επιστρέψουν. Πώς θα ξαναχτίσουν τη χώρα τους. Πώς θα μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Πώς θα ξαναζήσουν. Θα τα κάνουν όλα, φτάνει να είναι σε κράτος ανεξάρτητο. Αλλιώς δεν το διανοούνται.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

Μέρα ποίησης χωρίς λέξεις


Πέρασα μια ζωή να προσπαθώ να βγάλω νόημα από τα γεγονότα και να μαθαίνω, να προσπαθώ να γράφω με σωστά ελληνικά πράγματα που θεωρούσα αξιόλογα να γραφτούν και δεν τα διάβαζα αλλού στις εφημερίδες. Πάντα φρόντιζα τις φράσεις μου. Ορίστε όμως, σήμερα, μέρα της ποίησης που γράφω, οι λέξεις δεν εννοούν να με εξυπηρετήσουν. Τις έχω χάσει, δεν ξέρω, έχω μπουρδουκλωθεί σε αμηχανίες, σε σιωπές και στο μεταφραστή της Γκουγκλ.

Είναι η φίλη μιας φίλης εδώ και πίνουμε τσάι, έγινε μητέρα πολύ νέα, έτσι ήρθαν τα πράγματα. Το μωρό έχει προβλήματα, όχι μόνο επειδή η μαμά του πέρασε κόβιντ και χρειάζεται διάφορες εξετάσεις, αλλά κι επειδή πριν καταφέρει να φύγει από την πόλη που ζούσε, πέρασε μια βδομάδα σε υπόγειο καταφύγιο. Είναι πάρα πολύ ανθυγιεινό να περνά μια βδομάδα σε υπόγειο καταφύγιο ένα μωρό έξι μηνών. Δεν το πιστεύεις όταν το βλέπεις τόσο ζωηρό και όμορφο, να σου χαμογελά όταν πλησιάζεις το πρόσωπο σου, αλλά κλαίει τα βράδια και η μαμά του περνάει δύσκολες νύχτες και μέρες που δεν ξέρει πώς να ζητήσει τα φάρμακά του. Ωστόσο είναι πάντα περιποιημένο, ντυμένο ζεστά, καθαρό, και μόνο λίγη μύξα σε κάνει να θυμάσαι από τα βάθη των καιρών πόση δουλειά, πόσες γνώσεις, πόσα αντικείμενα, αναλώσιμα και μη, χρειάζεται ένα μωρό στην καθημερινότητά του, πόσους ανθρώπους να το φροντίζουν, πόσους ειδικούς, πόση πρόνοια, πόση προσοχή.

Κι έχεις τώρα τη νεαρή μητέρα να έχει αφήσει στο έλεος των βομβών όλο τον εξοπλισμό της, από καρότσι μέχρι πάνες και τα τόσα μπουκαλάκια που θέλει ένα παιδάκι, όλ’ αυτά μέσα σ’ ένα σπίτι που βρίσκεται κοντά στο Χάρκοβο, και να πρέπει να βγάλει άκρη σε ξένη χώρα, με τα λίγα αγγλικά που δεν περιλαμβάνουν το ειδικό λεξιλόγιο βρεφοκομίας, και να σου εξηγεί ότι δεν φανταζόταν πως θα χρειαζόταν να ξέρει τόσα αγγλικά. Και να της εξηγείς ότι ναι βεβαίως, τα αγγλικά χρειάζονται, κι εσύ δεν ξέρεις πολύ καλά, όχι όσο θα έπρεπε, οπότε κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις τη φράση που ξεστομίζει ήσυχα κάποια στιγμή, ‘δεν ξέρω αν θα έχω σπίτι να γυρίσω’.

Χάνω και τα ελληνικά μου, και τη γραμματική μου και τα άρθρα μου, τραυλίζω. Τρελαίνομαι.

Τρίτη 15 Μαρτίου 2022

Ωραία εποχή τα ιστιοφόρα

 Τότε που ο Ιμπραήμ έσφαζε στην Πελοπόννησο κι έκαιγε, αποφάσισαν οι μεγάλες δυνάμεις να επέμβουν με κάποιο τρόπο επειδή η κοινή γνώμη στις χώρες τους είχε ξεσηκωθεί, ειδικά μετά το Μεσολόγγι, δεν ανεχόταν πια να βλέπει τους Ελληνες να σφάζονται χωρίς να κάνουν τίποτε. Υπήρχαν ήδη εφημερίδες τότε. Εκαναν συσκέψεις οι βασιλείς, έστειλαν τους ναυάρχους, ναυμάχησαν στο Ναυαρίνο.

Συμπαθάτε με που γράφω για το Ναυαρίνο, λόγω της επετείου διάβασα πολλά ωραία βιβλία, τα έχω φρέσκα. Για μένα που έζησα επί χούντας την επέτειο των 150 χρόνων του ’21, ήταν καινούργια χαρά να ξαναδώ την ελληνική Ιστορία. Δεν φανταζόμουν ότι θα ανακαλούσα τόσο σύντομα τις έννοιες του αγώνα εκείνου στη σημερινή πραγματικότητα, ας όψεται η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Ποιος να το έλεγε ότι θα βρισκόμασταν ξανά με σημαίες στα χέρια, εμείς που αφού στην εφηβεία φάγαμε τον εθνικισμό με το στανιό, τον αρνηθήκαμε για όλη την επόμενη ζωή, νομίζαμε. Αμ δε. Να που ο Χαντζόπουλος βάφει στο σκίτσο του με κίτρινο χρώμα το άσπρο της ελληνικής σημαίας, τα εθνικά χρώματα της Ουκρανίας στις συλλαβές που κρύβουν τη φράση «Ελευθερία ή θάνατος», διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση. Εθνική ανεξαρτησία για την Ουκρανία. Ακόμα τα έθνη. Πάντα τα έθνη. Και ο ΟΗΕ ηνωμένα έθνη είναι, που δεν καταφέρνουν βέβαια να ενωθούν, στη διαρκή προσπάθεια συνεννόησης. Ή στην παράσταση της προσπάθειας. Εχει κι αυτή τη σημασία της.

Πώς μπλέξαμε έτσι, εμείς που τραγουδούσαμε το Imagine του Τζον Λένον και ονειρευόμασταν να καταργηθούν τα σύνορα; Πώς βρεθήκαμε να κατρακυλάμε πίσω ξανά, δύο αιώνες ή έναν, ή μήπως τρεις, στο παρελθόν που νομίζαμε ότι έχει για πάντα τελειώσει; Σαν ανέτοιμοι από καιρό και καθόλου θαρραλέοι, θυμόμαστε, και συγκρίνουμε, και βρίσκουμε αναλογίες, και ξεροκαταπίνουμε από αμηχανία. Τι θα κάνουμε; Θα βγει τίποτε με τις κυρώσεις, τα ειρηνικά όπλα των ανέτοιμων και καθόλου θαρραλέων; Πόσος καιρός θα χρειαστεί; Μπορούμε χωρίς πετρέλαιο; Θα κερδίσει η Κίνα; Κι αν κερδίσει η Κίνα, τι ακόμα μπορούμε να χάσουμε, εμείς οι αιθεροβάμονες, οι οπαδοί του Τζον Λένον; Πάντα οι βίαιοι θα κερδίζουν κι οι ψυχροί υπολογιστές; Πάντα τα όπλα και οι πολεμοχαρείς θα κρατούν στα χέρια τους τη μοίρα των ανθρώπων;

Τι έλεγα για το Ναυαρίνο; Τίποτε, ωραία εποχή εκείνη με τα ιστιοφόρα.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2022

Τόσο κοντά τόσο μακριά

 Πολλή πολλή Γεωγραφία μαζεύτηκε μέσα σε λίγες μέρες και τη μαθαίνουμε με το στανιό, με τις εικόνες του πολέμου δίπλα μας και τους φόβους μέσα μας να έχουν ξυπνήσει. Μα τι διαφορά είχαν οι Ουκρανοί από τους Ρώσους, δεν ξέραμε εμείς, δεν καταλαβαίναμε. Περίπλοκα πράματα, δύσκολα να τα χωνέψουμε απότομα, ίδια θρησκεία, γλώσσες που μοιάζουν, τι τους χωρίζει; Ασε που μιλούν ρωσικά με ευκολία μεταξύ τους. Επικρατούσε η ιδέα γενικά ότι αυτοί που μοιάζουν τόσο δικαιούνται να είναι μαζί. Οπότε γιατί τόσο πείσμα κι αυτοί οι Ουκρανοί να θέλουν διαφοροποιήσεις; Γιατί δεν δέχονται τη λογική της έλξης, το μικρό προς το μεγάλο, δεν είναι φυσικός νόμος αυτό; Οχι;

Δύσκολο να χωρέσει το μυαλό μας, εμάς που αναπνέουμε εδώ και δεκαετίες αμφισβήτηση των πάντων και κυρίως των Ευρωπαίων, εμάς των «ανάδελφων» που ο πόνος μας είναι ότι δεν μιλούν όλοι ελληνικά σε όλες τις ηπείρους, πως με όλες τις ομοιότητες και με όλη την τεράστια κοινότητα οι Ουκρανοί δεν είχαν καμία διάθεση να ζήσουν σαν τους Ρώσους, κι όχι μόνο για να διατηρήσουν τις αποχρώσεις της γλώσσας, των εθίμων ή της μουσικής τους, αλλά και για να τα βιώσουν όλα αυτά με την ευρωπαϊκή πολυτέλεια της δημοκρατίας και των παραφυάδων της.

Μα είναι δυνατόν, σοκαριζόμαστε εμείς, που συνέχεια διαμαρτυρόμαστε για την Ευρώπη και την απαξιώνουμε και σοβαρότατα οι αρθρογράφοι μας προλέγουν κάθε βδομάδα την πτώση και την παρακμή της, είναι δυνατόν να αποφασίσει ένας λαός να βασανίζεται τόσο μόνο και μόνο για να δοκιμάσει τα βάσανα αυτών των θεσμών που εμάς ποτέ δεν μας δίνουν ό,τι δικαιούμαστε, αυτών των κουρασμένων, των εκθηλυσμένων, των ξεπερασμένων οργανισμών; Τι ζήλεψαν τέλος πάντων;

Είναι δυνατόν να έχει τόση γοητεία αυτή η δημοκρατία των Ευρωπαίων, τόσο ατελής, τόσο δυσλειτουργική, με νόμους που δεν εφαρμόζονται όπως υπόσχονται, δεν τους το είπε των Ουκρανών κανένας; Δεν είναι τα πράγματα όπως δείχνουν, γιατί επιμένουν και αντιστέκονται και πολεμούν και πεθαίνουν;

Οι Ουκρανοί θέλουν ελευθερία. Αυτή τη μικρή που μπορεί να έχει ο άνθρωπος ως είδος μέσα στην κοινότητά του και που στην Ευρώπη έχουν βρει τον καλύτερο τρόπο να την προστατεύουν, όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν. Δεν ήθελαν να γίνουν ήρωες, ποιος θέλει κάτι τέτοιο; Ηθελαν αυτή την ίδια με μας, την ατελή, την τελειότερη που υπάρχει. Εδώ που φτάσαμε, αν δεν την κερδίσουν, θα χάσουμε κι εμείς κάτι από τη δική μας.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2022

Κομμένες συζητήσεις

 Οταν τελειώσει ο πόλεμος θα συνεχίσουμε την ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε πριν εισβάλουν οι Ρώσοι στην Ουκρανία, όταν προσπαθούσαμε να καταλάβουμε το αίσθημα ασφυξίας, που πιθανόν να ένιωθε η ηγεσία της χώρας και κατά πόσον το συμμερίζονταν οι πολίτες, από την επέκταση του ΝΑΤΟ και ορισμένα ακόμα δυτικά δείγματα περιφρόνησης ή πρόκλησης. Και πόσοι ένιωθαν ασφυξία διαβάζοντας τις ειδήσεις για δηλητηριάσεις πολιτικών τους και φόνους δημοσιογράφων. Κι αν η μια ασφυξία έμοιαζε με την άλλη και πόσοι ασφυκτιούσαν με το ένα και πόσοι με το άλλο και πόσοι με κανένα. Ή για πόση ώρα μπορούσε ο καθένας να ξεχάσει το αντίστοιχο αίσθημα ασφυξίας και να βγει μια ωραία βόλτα στις όχθες του ποταμού. Του Βόλγα ή κάποιου άλλου λιγότερο τραγουδισμένου, έχει η Ρωσία πολλούς.

Οταν τελειώσει ο πόλεμος μπορεί να έχουμε ήδη λύσει το μυστήριο, μέρα με τη μέρα και ώρα με την ώρα λύνονται μυστήρια στον πόλεμο αυτό που μας αναγκάζει να μάθουμε πολλά. Τώρα πρέπει να ασχοληθούμε με τη δική μας ασφυξία, ξαφνιασμένοι καθώς είμαστε από τα τόσα απανωτά γεγονότα ενός πολέμου στη γειτονιά. Οχι, δεν συνηθίσαμε να είμαστε ψύχραιμοι επειδή ήταν στη γειτονιά και ο γιουγκοσλαβικός, δεν συνηθίζεται ο πόλεμος και πράγματι, στην πρώτη ευκαιρία, να ξεχνάμε θέλουμε και να ριχνόμαστε στις χαρές της ζωής, δίκιο έχουν όσοι μας κατηγορούν εμάς τους Δυτικούς (σιγά τους Δυτικούς, θα ειρωνευτούν μερικοί, αλλά δεν πειράζει, είμαστε Δυτικότεροι των Δυτικών ακριβώς επειδή κείμεθα ανατολικά, στην άκρη της Δύσης δηλαδή και στα σκαμπανεβάσματα κινδυνεύουμε να πέσουμε στο χάος).

Ανυπομονούμε για την ώρα των συζητήσεων και των αναλύσεων. Να είμαστε ήρεμοι ξανά, χωρίς ανάγκη ηρώων, κραυγές και δάκρυα, να τσακωνόμαστε για τα λάθη της Δύσης, την παρακμή, τη μαλθακότητα και τη δειλία της, που ασχολείται με προβλήματα πολυτελείας, τους καλοθρεμμένους πολίτες της που δεν σηκώνονται από τον καναπέ και αγοράζουν αέριο από τη Ρωσία και πετρέλαιο από τη Σαουδική Αραβία.

Θα πούμε πολλά, δεν είναι απλή υπόθεση να σε πνίγει η πίκρα σαν Ρώσο που νιώθει ότι ταπεινώθηκε επειδή διαλύθηκε η αυτοκρατορία του, που δεν ονομαζόταν όμως αυτοκρατορία και θα ήθελε να την ξαναδεί έστω και χωρίς να τη λέει αυτοκρατορία. Πόσοι ένιωθαν έτσι και πόσοι ήθελαν απλώς να μοιάσουν στους Δυτικούς. Και αν αντέχουν να ζήσουν, αυτοί της πρώτης κατηγορίας, χωρίς αυτή την πίκρα. Θα έχει πολύ ενδιαφέρον.

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2022

Αντρέας Σενιέ στη Λυρική Σκηνή

Ψάχνω τον τέλειο τρόπο να πηγαίνω στη Λυρική. Έχω πάει με μετρό και τραμ, έχω πάει με λεωφορείο και με τρόλεϊ από τη Συγγρού, με το δικό της πουλμανάκι από το σταθμό Συγγρού- Φιξ, έχω πάει και με τα πόδια, από τον ποδηλατόδρομο Γκάζι- Φάληρο. Αυτή τη φορά πήγα με το τρόλεϊ 5 από την Πατησίων, κατέβηκα στις Τζιτζιφιές, είχε το προσόν να μην έχει αλλαγή αυτή η διαδρομή. Περνά από την αξιοθαύμαστης αρχιτεκτονικής ασχήμιας κεντρική λεωφόρο της Καλλιθέας (κρίμα στ’ όνομα) Ελευθερίου Βενιζέλου. Το μόνο όμορφο κτίριο εκεί είναι ο εγκαταλελειμμένος Οίκος Τυφλών, θα το αφήνουν να γκρεμιστεί για να μη θυμούνται ότι μπορεί κανείς να ζει σε λιγότερο άσχημο περιβάλλον.

Ίσως μετά από αυτό το λούσιμο στην ασχήμια να απόλαυσα ακόμα βαθύτερα την ομορφιά στο κτίριο του ιδρύματος Νιάρχου, το οποίο με υποδέχτηκε με το χορό των νερών στις 6 ακριβώς. Κάθε βράδυ από τις 6, χορεύουν τα σιντριβάνια στη λίμνη όταν συμπληρώνεται η ώρα ακριβώς. Εμείς και οι Βουρβώνοι στις Βερσαλίες τέτοια μεγαλεία.

Είχα εισιτήριο για την όπερα «Αντρέας Σενιέ» του Ουμπέρτο Τζορντάνο, που δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου, με όλες τις επιφυλάξεις για κάτι άγνωστο. Αγόρασα και πρόγραμμα για πρώτη φορά μετά από χρόνια, για την εξοικείωση, αν και η μουσική βέβαια δεν κατακτάται με πληροφορίες. Κι όμως. Από την πρώτη στιγμή που άρχισε η ορχήστρα να παίζει με πλημμύρισε η ευωχία της οικειότητας, με συνεπήρε η μουσική. Θα πρέπει να είναι η παλιά γνωριμία μου με την ιταλική όπερα γενικότερα. Ή η δική της ικανότητα να συγκινεί, η μελετημένη  ανάπτυξη της ικανότητας αυτής. Μήπως έχει κι ευκολίες πια σε αυτό το πράγμα; Ε, ας έχει. Εμένα με συνεπαίρνει και δεν θα αντισταθώ. Είναι κι ο εαυτός μου ένα νέο πλάσμα που συνήθισε να πάλλεται πλέον με τη μουσική αυτή.

Ο Αντρέας Σενιέ, μαθαίνω από το πρόγραμμα, είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη από γάλλο πατέρα που ήταν εκεί πρόξενος, κι ελληνίδα μητέρα. Δεν το ήξερα αυτό, ήξερα το τραύμα της επανάστασης για την εκτέλεση του, τις τελευταίες μέρες της Τρομοκρατίας, από τα έργα του Ουγκώ. Η όπερα αρχίζει σε ένα αριστοκρατικό σαλόνι, τα σκηνικά του Νίκου Πετρόπουλου είναι κλασικά με τη σωστή μεγαλοπρέπεια, τα κοστούμια ιστορικά, κι όταν στη δεύτερη πράξη περνάμε στις πλατείες όπου οι επαναστάτες συναθροίζονται, δικάζουν, συναντιούνται, αυτό το σούρτα φέρτα από Ξεβράκωτους, Γιρονδίνους, τις γυναίκες που τις έλεγαν Υπέροχες, με τις τρίχρωμες κονκάρδες, με τις τρομερές ιδέες περί ισότητας, τα τόσο διαφορετικά τους κοστούμια, η μεγάλη αλλαγή όπως τη δείχνει η σκηνή, με συγκινεί όπως όταν ήμουν παιδί και διάβαζα για τη Γαλλική Επανάσταση. Με πιάνει ξανά εκείνη η χαρά για τους φτωχούς που τα κατάφεραν, κι ας δείχνει το έργο τις ακρότητες της Τρομοκρατίας. Δεν υπάρχει ούτε μια στιγμή κούρασης, ούτε μια στιγμή που η μουσική να ξεγλιστράει από τ’ αυτιά μου χωρίς να με συγκινήσει. Οι φωνές των τραγουδιστών είναι εξαιρετικές, κάθε τόσο χειροκροτάμε όταν τελειώνουν τις άριες, δεν υπάρχει ούτε μια στιγμή αδυναμίας, όπως συμβαίνει καμιά φορά με τις φωνές, ανθρώπινα πλάσματα είναι οι σολίστ, ενίοτε κονταίνει η ανάσα, σπάνια βέβαια, αλλά συμβαίνει, η φωνή χαμηλώνει κάπως να πάρει δύναμη, αλλά αυτή τη φορά όχι. Είναι σαν όλες οι φωνές να έχουν κατακτήσει την ίδια δύναμη, κάποια στιγμή δε η σοπράνο ξεπερνά κι αυτό το στάδιο, για λίγα δευτερόλεπτα η φωνή της αποκτά κάτι σαν μαγική ιδιότητα, μεταμορφώνει την αίθουσα σε καμπάνα που ο ήχος της μας τυλίγει από παντού σαν απαλή συννεφένια γάζα.

Δεν γνωρίζω τους τραγουδιστές, άλλαξαν οι δυο πρώτοι ρόλοι και δεν πρόλαβα να δω ποιοι ήταν οι αντικαταστάτες. Ξέρω τον Πλατανιά και τη Σουγλάκου που κρατούν τους δεύτερους σημαντικότερους. Στο τέλος, όταν ένας- ένας υποκλίνονται, σε αυτή τη σοπράνο που αν δεν είναι η Τσελια Κοστέα από τη Ρουμανία θα είναι η Μαρία Χοσέ Σίρι από την Ουρουγουάη, θέλω να τη ράνω με λουλούδια, αλλά δεν έχω. Πώς να δείξεις ευγνωμοσύνη σε μια γυναίκα που εχει δουλέψει άπειρες ώρες με τη φωνή και την αναπνοή της, μια καλλιτέχνιδα που έχει μάθει τα λόγια από τις όπερες με τις προφορές σε ξένες γλώσσες πέρα από όλα τα άλλα, όπως και όλοι οι άλλοι, οι μουσικοί και οι σχεδιαστές, οι διευθυντές και οι εργάτες, έχει μοχθήσει γι αυτές τις ώρες που η μουσική με τις ανθρώπινες φωνές μας αρπάζει από τις μασχάλες, από τις πλάτες, σίγουρα όχι μόνο από τ’ αυτιά, μας αρπάζει και μας τραντάζει και μας συναρπάζει; Τι ευτυχία να μπορούμε να το ζούμε αυτό, σκέφτομαι καθώς η σοπράνο υποκλίνεται, και με πλημμυρίζουν δάκρυα χαράς στο χειροκρότημα, τι προνόμιο, τι στιγμή σπάνια. Έπρεπε να περάσουμε πανδημίες για να εκτιμήσουμε περισσότερο την πολυτέλεια της τέχνης, ή είναι απλώς που μεγαλώνω και συγκινούμαι εύκολα; Δεν ξέρω, αλλά αυτά τα δάκρυα ευτυχίας συνεχίζουν να τρέχουν καθώς εγκαταλείπω το κτίριο, παγώνουν από το κρύο στα μάγουλα μου. Είναι όλοι οι άνθρωποι εκεί στο αίθριο του ΚΠΙΣΝ εκστασιασμένοι με το ένα ή το άλλο, είμαστε όλοι μαζί ευτυχισμένοι για την σπάνια βραδιά μας, ευγνώμονες για το δώρο αυτό στην άκρη του παιδεμένου Φαλήρου, στο δέλτα του βασανισμένου Κηφισού- ή μήπως είναι ο Ιλισσός;

Επιστρέφω με το ίδιο τρόλεϊ κι ακόμα και η άσχημη λεωφόρος φαίνεται πιο ανεκτή μέσα στη νύχτα.                                        

Ιστορίες με βασιλιάδες

 Το βασιλιά τον έρριξα  με τα χεράκια μου. Και δεν υπερβάλω καθόλου. Ήμουν τελειόφοιτη της Νομικής στη Θεσσαλονίκη όταν έγινε το δημοψήφισμα...