Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

Κυριακή στο πατρικό

Ο αδερφός μου ξεκίνησε νωρίς από το σπίτι του, να προλάβει τους δρόμους που έκλειναν για το συλλαλητήριο περί Μακεδονίας. Μείναμε ως το βράδυ, πέρασε κι ο ξάδερφός μας ο γιατρός. Δύσκολη και μεγάλη Κυριακή. Η μαμά μας ξαναγίνεται σαν μικρό παιδάκι, ανυπεράσπιστο, και στη φωνή της αναγνωρίζω αυτό το προσωπάκι από τις παιδικές φωτογραφίες. Σε μερικές χαμογελάει, σε μερικές είναι μουτρωμένη. Πεισματάρικο, παράξενο παιδί, αλλιώτικο, ξανθιά γαλανομάτα, με Γερμανό την έκανες; ρωτούσαν τη γιαγιά μου. Το χρώμα των ματιών της, αυτό το έντονο γαλάζιο, δεν το έχω ξαναδεί πουθενά. Δυστυχώς δεν το κληρονόμησε κανείς, ούτε παιδί ούτε εγγόνι. Ποιος ξέρει τι περάσματα από τη Θεσσαλία να μαρτυρούσε; Βλάχων; Σλάβων; Καταλανών; 
Κοιτάζω ξανά τις παιδικές φωτογραφίες της, δεν είναι πολλές, έχει όμως μερικές ωραίες. Ο μεγάλος αδερφός τους είχε φωτογραφική μηχανή και απαθανάτιζε την οικογένεια. Ζωή στο Αγρίνιο, διακοπές στον Άγιο Βλάσιο, συνάξεις της οικογένειας τα Χριστούγεννα, βόλτες στην εξοχή την Καθαρά Δευτέρα, ο παππούς μου με το φλυτζάνι του τσαγιού στο χέρι, εκεί έξω, στα χωράφια. Με παρηγορεί το κλάμα που μου φέρνουν. Πριν τρεις μέρες σταμάτησε να παίζει πιάνο, έχω ηχογραφήσει αυτό το γεροντικό αδέξιο παίξιμο της, που μας κράτησε συντροφιά τα τελευταία δύσκολα χρόνια, μοιάζει τώρα με παίξιμο παιδιού που μαθαίνει πιάνο από την αρχή. 

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

Ρόμα


Ρόμα
Στην ταινία Ρόμα, του Μεξικανού Αλφόνσο Κουαρόν, έβαλαν Καστιλιάνικους υπότιτλους κι έγινε παρεξήγηση. Γιατί οι Μεξικάνοι δεν μιλούν τα ισπανικά ακριβώς σαν τους Ισπανούς, που έχουν επισήμως υιοθετήσει την καστιλιάνικη διάλεκτο (επειδή κάποτε το βασίλειο της Καστίλης ομογενοποίησε τους πληθυσμούς με τον τρόπο που ήξεραν τότε οι παλιοί) τη διάλεκτο με τα θου και τα χου δηλαδή, αλλά προφέρουν το τρίτο γράμμα της λατινικής αλφαβήτου σαν τους Γάλλους, ή περίπου. Μην το ψάχνετε πολύ. Έχουν κι αυτοί τα προβληματάκια τους, οι χρήστες του λατινικού. Από τη μια φαίνεται εύκολο να χρησιμοποιείς το αλφάβητο με το οποίο γράφονται πια ένα σωρό γλώσσες και όλος ο κόσμος μαθαίνει, από την άλλη όταν μάθεις το τρίτο γράμμα με συγκεκριμένη προφορά από νήπιο, άντε μετά να χωνέψεις ότι σε κάθε γλώσσα προφέρεται αλλιώς, και να θυμάσαι και το πώς ανά περίπτωση. Να μην προχωρήσουμε και στο τέταρτο γράμμα, πονάει και στη δική μας πλευρά.
Εδώ εμείς έχουμε θέμα να ξεχωρίσουμε τη μακεδονική γλώσσα από την ελληνική, κι ας είναι η μια σλάβικη και η άλλη εντελώς ελληνική, και πάλι μπερδευόμαστε. Μας πήρανε τη γλώσσα, σου λέει ο άλλος, επειδή άκουσε μια λέξη που του θυμίζει π.χ. μάτσο λουλούδια. Όχι αγάπη μου, αλβανικά μιλά ο άνθρωπος, μη μπερδεύεσαι, μοιάζουν μερικές λέξεις, τόσους αιώνες συνυπήρξαμε, φυσικό είναι. Ποιοι συνυπήρξαμε, εμείς με τους Αλβανούς; Αποκλείεται, εμείς είχαμε πάρει το Ευπαλίνειο όρυγμα και ζούσαμε σε παράλληλο σύμπαν μέχρι που ξεσηκώθηκαν οι κλέφτες κι οι αμαρτωλοί. Οι αρματωλοί, έστω.
Τέλος πάντων, υποχώρησε το Νέτφλιξ, άλλαξε τους καστιλιάνικους υπότιτλους, αφού θίχτηκε ο ίδιος ο Μεξικάνος σκηνοθέτης, πάνε τα θου και τα χου που μας αρέσουν όπως κι ο Χαβιέ Μπαρδέμ. Αφού δεν υπάρχει θέμα ανεξαρτησίας του Μεξικού, τι πολιτικά παιχνίδια μπορούν να παιχτούν με τέτοιες ευθιξίες; Για τι είδους καριέρες να καλλιεργηθεί το έδαφος;  Μόνο αγνές πατριωτικές γλωσσολογικές συγκρούσεις; Κρίμα, τέτοια φλέβα συγκρούσεων πάει χαμένη.
Όσοι λένε θου μπορούν να κόψουν την καλημέρα σ’ όσους λένε σου.  Να θεωρήσουν ελίτ τον εαυτό τους, διότι  ο κόσμος όλος λέει σου, ενώ θου; Μόνο οι Καστιλιάνοι, κι εμείς οι Ρωμιοί. 
Ρόμα ρε παιδί μου. Μας πήρε στο λαιμό της. Που φτάνει η χάρη της ως τον Ειρηνικό και την Ανταρκτική μέσω Αμερικών. Θου κύριε φυλακήν…


Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2019

H αγία ρουτίνα

Κάθε πρωί περνώ από το δρομάκι αυτό του πάρκου


Ωραία λιακάδα είχε η Αθήνα χτες, ανάμεσα σε δυο επώνυμα κύματα κακοκαιρίας που χτυπούν αλλού, αλλά εκείνη πάντα τα περιμένει. Τα σχολεία θα μείνουν κλειστά για τον Τηλέμαχο αυτή τη φορά, εκείνον τον νεαρό που ταξίδευε για να βρει τον πατέρα του αιώνες πριν, προοιωνίζοντας τα ρόουντ μούβι που θα κατέκλυζαν τη ζωή μας. Κάποτε θέλαμε πολύ να ταξιδεύουμε, σε αναζήτηση του πατέρα μάλιστα ακόμα καλύτερα, και η ρουτίνα μας γέμιζε ανυπομονησία. Όμως όσο περνούν τα χρόνια την εκτιμάμε περισσότερο, είναι ένα είδος σοφίας που αποκτάμε με τα χρόνια. Έχει την αξία της η ρουτίνα, δεν είναι τόσο φοβερή όσο μας φαινόταν παλιότερα. Νομίζω μάλιστα ότι εξασφαλίζει μακροζωία και δημιουργικότητα, ότι χάρις σ’ αυτήν οι άνθρωποι κατορθώνουν να μένουν νέοι, να μοιάζουν τέλος πάντων όλο και νεώτεροι καθώς ο πολιτισμός εξασφαλίζει όλο και σε περισσότερους την ευεργεσία της ρουτίνας.
Να πηγαίνεις κάθε μέρα στην ίδια δουλειά, να έχεις δουλειά καταρχήν, να κάνεις διάλειμμα για την ίδια πάντα ηδονή του καφέ, να υποκύπτεις στον ίδιο πειρασμό του κρουασάν, να περνά το λεωφορείο στην ώρα του, να είναι πυκνά τα δρομολόγια, να μη στριμώχνεσαι στη διαδρομή, να δουλεύουν ρολόι δηλαδή όλες οι δομές της πόλης, όλες οι ανακαλύψεις του πολιτισμού, όλα τα επιτεύγματα της βιομηχανικής επανάστασης, να ανάβει το καλοριφέρ καθώς ξυπνάς και να κάνει τσίκι τσίκι, να στέκεσαι στο φωτισμένο μαγαζί με τις τυρόπιτες. Ή να είσαι σε δουλειά με καντίνα, αυτό κι αν είναι εξαίσια ρουτίνα, να παίρνεις ένα δίσκο πλαστικό και να διαλέγεις φαγητά από μια βιτρίνα. Να πιέζεις τον εαυτό σου με το συνηθισμένο τρόπο να κάνει τα μικρά του κατορθώματα, να απολαμβάνεις την κούραση που έρχεται όταν τελειώνουν, να μη φοβάσαι την κούραση που έρχεται πριν τελειώσουν. Να μετριέσαι με τους άλλους έξω από τις δεδομένες σχέσεις του σπιτιού και της οικογένειας, ύστερα να επιστρέφεις στις δεδομένες σχέσεις που κι αυτές δεδομένες δεν είναι ποτέ, εδώ που τα λέμε. Που θέλουν κι αυτές τη ρουτίνα τους, αλλά την παραμελούμε, κι ας βλέπουμε διαρκώς αμερικάνικες ταινίες που μας επιπλήττουν γι αυτό.
Ας ξεκινήσει μετά την ταραχή των εορτών η ρουτίνα του νέου έτους με ενέργεια, αποφασιστικότητα, πολλά τρόλεϊ, γρήγορο ίντερνετ, ευγενικούς οδηγούς, και καλές εκπτώσεις.


Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

Καρυοθραύστες


Φέτος τα Χριστούγεννα ήταν πολύ της μόδας οι Καρυοθραύστες, αυτά τα ξύλινα στρατιωτάκια με τα γερά σαγόνια και τα τρελά καπέλα που πρωταγωνιστούν στο παραμύθι του Χόφμαν και στο μπαλέτο του Τσαϊκόφσκι. Γέμισε ο τόπος,  βιτρίνες, μαγαζιά, μπαρ, Καρυοθραύστες σε όλα τα μεγέθη.  Χτες βράδυ είδα ολόκληρη συλλογή σ’ ένα ωραίο μπαρ, γεμάτο κόσμο. Σα να έχει εισβάλει  παντού αυτός ο παράξενος στρατός από φρικιά.
Τι είδους γοητεία ασκούν επάνω μας, αναρωτιέμαι εδώ και είκοσι χρόνια τουλάχιστον. Από τότε που τον πρωτοείδαμε στη βιτρίνα της  Kosta Boda, όταν το μαγαζί βρισκόταν στη γωνία Εδουάρδου Λω και Σταδίου, στο καμμένο τώρα Αττικόν. Φευγαλέα τον πρόσεξα εγώ, αλλά ο μικρός μου γιος εντυπωσιάστηκε χωρίς να το πει.
Είχαμε πάει στα γραφεία του Βήματος, να πουν οι δίδυμοι τα κάλαντα στους συναδέλφους του πατέρα τους. Είχαν μαζέψει ένα σωρό λεφτά, ήταν τρισευτυχισμένοι καθώς φεύγαμε όλοι μαζί να γυρίσουμε σπίτι. Φαινόταν εξαιρετικά ωραία η πλατεία Καρύτση μέσα στο κρύο, πορτοκαλί χειμωνιάτικο φως την έλουζε, ή ίσως να ήταν απλώς ο ενθουσιασμός των παιδιών που χοροπηδούσαν μπροστά μας, την είδαμε κι εμείς αλλιώτικη. 
Φτάνοντας στη γωνία βλέπουμε το ένα πιτσιρίκι να ανοίγει αποφασιστικά την πόρτα της  Kosta Boda και να μπαίνει ορμητικός στο μαγαζί, αδιαφορώντας πλήρως αν τον ακολουθούμε. Τι μπορεί να ήθελε σε κατάστημα οικιακών ειδών; Μπήκαμε ξωπίσω του. Προχώρησε στο βάθος, κοντά στη βιτρίνα που φαινόταν από την Εδουάρδου Λω, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών, έδειξε στην πωλήτρια τον Καρυοθραύστη στο ράφι δίπλα της. Εκείνη τον έβγαλε, είπε την τιμή, μας κοίταξε ερωτηματικά. Τα είχαμε λίγο χαμένα. Κοιτούσα το σβερκάκι του σα να το έβλεπα πρώτη φορά, τόσο με είχε εντυπωσιάσει εκείνη η αποφασιστικότητα.
 Πόσο έκανε το ξύλινο ανθρωπάκι, κάτι μεταξύ μπιμπελό και παιχνιδιού; Έφταναν τα λεφτά;  Θα τα ξόδευε όλα σχεδόν, αλλά δεν δίστασε, δεν παζάρεψε, δεν ζήτησε τη βοήθεια, ή τη γνώμη μας. Με τα κέρματα και τα χαρτονομίσματα στη χούφτα έψαξε το ταμείο, ξοπίσω εμείς, παρακολουθούσαμε τη μικρή του χειραφέτηση. Θεωρητικά ήθελα να μεγαλώσω ανεξάρτητα παιδιά, αλλά στην πράξη η ανεξαρτησία τους πάντα με ξάφνιαζε.
Τον έχουμε ακόμα στο σπίτι τον Καρυοθραύστη, ενώ το παιδί μεγάλωσε και ζει μακριά μας. Είναι ο μόνος από τις φιγούρες που έχει διασωθεί, τις τρομερές εκείνες τερατικές φιγούρες που αγάπησε η γενιά των παιδιών μας και άφοβα τις προσέγγιζε. Ή ίσως όχι και τόσο άφοβα, ίσως ακριβώς για να αντιμετωπίσει το φόβο να ζητούσε ακούραστα να εξοικειωθεί μαζί τους. Τι τέρατα παρέλασαν από τα παιδικά δωμάτια, τι εξωγήινοι πάσης φύσεως, παραμορφωμένοι πολεμιστές, δεινόσαυροι βέβαια όλων των ειδών, πλάσματα της μυθολογίας και της λογοτεχνικής φαντασίας, δεν περιγράφεται. Τα έβαλε με όλα τα τέρατα της ανθρωπότητας αυτή η γενιά,  πάλεψε με εξωγήινους  και με  εσώψυχους διαόλους; Δεν ξέρουμε εμείς. Ξεμείναμε με το σουβενίρ που έγινε πια ο ξύλινος κούκλος, ενώ τα παιδιά, άντρες πια, αλλού παλεύουν.
Μάλλον επειδή μεγάλωσαν τώρα αυτά τα παιδιά, γέμισαν τα χριστουγεννιάτικα ντεκόρ με Καρυοθραύστες. Φιγούρα που δένει το παρελθόν, το ζωντανό παιχνίδι από το παραμύθι του Χόφμαν, με τα τέρατα του μέλλοντος, συμφιλίωση των πλασμάτων φαντασίας.
Εμένα πάντα μου θυμίζουν εκείνο το μακρινό απόγευμα, την πλατεία Καρύτση όταν ακόμα ήταν εκεί τα γραφεία του ΔΟΛ, τη γωνία της Σταδίου με το Kosta Boda, το Αττικόν ολόκληρο δίπλα στη Μαρφίν.  Η μνήμη δυσκολεύεται λίγο να στήσει ολόκληρο το τετράγωνο, αλλά επιμένει. Κυρίως στηρίζεται στην εικόνα του πεντάχρονου αγοριού που αποφασιστικά μπαίνει στο αστραφτερό μαγαζί, που διεκδικεί ένα αντικείμενο του δικού μας κόσμου, αυτού που μπορούσαμε τότε να προσφέρουμε, δεν μεγαλώνει ματαίως, κάτι του αρέσει, βρίσκει έναν πειρασμό. Πριν ακόμα καταστραφεί το τετράγωνο ολόκληρο, πριν τιμωρηθεί η λάμψη και η ομορφιά του, ένα παιδί το εκτιμά, μια οικογένεια τρέχει πίσω του χαμογελώντας.


Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019

Πεθύμησα φτωχό θέατρο


«Το θέατρο δεν είναι τα σκηνικά, δεν είναι τα καθίσματα και οι κουρτίνες, είναι οι άνθρωποι, είμαστε μείς, είσαστε σεις..» μας είπε ο Δημήτρης Μαυρίκιος από τη σκηνή του Εθνικού, ξεκινώντας η παράσταση του «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Πιραντέλλο. Αυτό ακριβώς πιστεύω κι εγώ, και πάντα ανυπόμονα περιμένω να σβήσουν τα φώτα στην πλατεία και να βρεθώ ενώπιος ενωπίω με τους ανθρώπους που παίζουν θέατρο, να απολαύσω την παρουσία τους και τη φωνή τους.
«Το θέατρο  είναι οι άνθρωποι», κι από τις θέσεις του κοινού σηκώνονται οι ηθοποιοί, γίνονται από θεατές θεατρίνοι, ανεβαίνουν στη σκηνή, στην κεντρική σκηνή του εθνικού, στο κτίριο της Αγίου Κωνσταντίνου. Είναι μια αίθουσα όπου από παιδί βλέπω παραστάσεις, κάθε φορά οι φωνές των ηθοποιών ακούγονται φυσικές, με τη δύναμη που έχουν ή που δεν έχουν. Αυτή τη φορά όχι. Φορούν μικρόφωνα στο μάγουλο, αυτά που τα λένε «ψείρες» και που συνηθίζονται στα μιούζικαλ που παίζονται σε μεγάλα θέατρα ή στάδια. Τραγουδούν και μιλάνε, φωνάζουν, κλαίνε και ψιθυρίζουν, όλα από την ευκολία και την ηλεκτρική ομοιομορφία των μικροφώνων.
Μου είχαν πει ότι έχουν καθιερωθεί αυτά τα μικρόφωνα σε μεγάλους χώρους, ότι τα φοράνε και στο θέατρο της Επιδαύρου, το φημισμένο για την ακουστική του, η οποία πλέον δεν χρειάζεται, κι ας είναι διεθνώς γνωστή. Δεν ήξερα ότι συνηθίζονται και σε κλειστούς χώρους.  Μάλιστα, κι εδώ, το θέατρο μπορεί να είναι οι άνθρωποι, όπως λέει ο Πιραντέλλο, αλλά άνθρωποι κάπως ενισχυμένοι, αφού  λεφτά υπάρχουν, εθνικό θέατρο είν’ αυτό. Χάρις στην τεχνολογία οι ηθοποιοί δεν χρειάζεται πια να προσπαθούν να βγάζουν τη φωνή από τα έγκατα της ψυχής τους, να στηρίζουν στο διάφραγμα και να μιλάνε δυνατά ακόμα κι αν υποτίθεται ότι ψιθυρίζουν. Να σ’ ακούει και ο τελευταίος θεατής, έλεγαν κάποτε οι δάσκαλοι στις δραματικές σχολές. Τώρα όλη αυτή η τεχνική, όλες αυτές οι απαιτήσεις μπορούν να ξεχαστούν, τα μικρόφωνα μεταφέρουν τον ψίθυρο πεντακάθαρο στ’ αυτί του θεατή, που θεωρείται τόσο εξοικειωμένος με την εικόνα της τηλεόρασης, η οποία του φέρνει καθημερινά το γκροπλάν στο σπίτι του, ώστε να μην μπαίνουν στον κόπο οι ηθοποιοί να τον εκπαιδεύσουν σε κάτι άλλο.
Μιλάμε για ένα πλούσιο θέατρο, όπως κάποτε μιλούσαμε για ένα φτωχό θέατρο. Στην άλλη  σκηνή του Εθνικού, στο Ρεξ, στον Τίμωνα τον Αθηναίο του Σαίξπηρ, οι ηθοποιοί δεν φοράνε ψείρες, αλλά οι θεατές πρέπει να είναι πολύ τυχεροί για να τους βλέπουν. Μόνο αν τους έχουν τύχει καθίσματα στην πρώτη σειρά φαίνεται η ανακαινισμένη σκηνή που χυμάει σαν ποτάμι από την πόρτα εισόδου ως την κλασσική της θέση, κι η δράση ξεχύνεται κι αυτή σε όλη τη μεγάλη αυτή έκταση. Όμως για να δημιουργηθεί αυτή η μεγάλη έκταση έχουν ξηλωθεί τα καθίσματα κι έχουν μπει αλλιώς, λοξά προς το επικλινές επίπεδο του θεάτρου, με αποτέλεσμα να κάθονται οι θεατές στραβά, και να μη βλέπουν παρά όσο τους επιτρέπουν οι μπροστινοί. Προσωπικά είχα την τύχη να βρω εισιτήρια στην τελευταία σειρά, οπότε μπορούσα να το δω όλο όρθια, κι αυτό έκανα. Σαίξπηρ είν’ αυτός, δεν πειράζει, και στο θέατρο του όρθιοι ήταν οι θεατές.
Η πιο πλούσια παράσταση του Εθνικού πάντως, είναι το «Ξύπνα Βασίλη» του Ψαθά που παίζεται στη μικρή σκηνή του. Πήγα με τη σκέψη ότι θα είναι φτωχότερη, αλλά την πάτησα. Όχι μόνο είχαν ψείρες οι ηθοποιοί, αλλά επιπλέον έπαιζαν κρυμμένοι πίσω από ένα ξύλινο ταμπλό που τους έκρυβε εντελώς, και τους βλέπαμε κινηματογραφημένους σε προβολή πάνω στο ταμπλό αυτό, σε γκρο πλαν, και τα πρόσωπα, και τις ψείρες, και τα καλώδια των ψειρών στο σβέρκο. Στην αρχή έλπιζα ότι θα σταματούσε σε λίγη ώρα, ήταν ένα εύρημα, ένα εφέ, τώρα θα παραμερίσει το ταμπλό και θα εμφανιστούν οι άνθρωποι σκεφτόμουν το πρώτο μισάωρο. Όμως επί μια ώρα τους βλέπαμε έτσι, σε άμεση κινηματογραφική μετάδοση. Το ταμπλό έπεσε το τελευταίο τέταρτο και φάνηκαν οι άνθρωποι ανακουφιστικά μικροί. Αν και εναλλακτική, η σκηνή ήταν η πιο πλούσια απ’ όλες, είχε και μικρόφωνα και κάμερες λήψης και κάμερες προβολής, τόσο που να απορείς γιατί δεν είχαμε πάει σινεμά τελικά, να δούμε και κανα τοπίο στην εικόνα.
Μετά τις τρεις αυτές παραστάσεις στο πλούσιο Εθνικό θέατρο, έχω μεγάλη ανάγκη για φτωχό θέατρο. Θα πηγαίνω σε μικρές σκηνές, να βλέπω ανθρώπους και ν’ ακούω ανθρώπινες φωνές.

https://www.athensvoice.gr/culture/theater/506986_pethymisa-ftoho-theatro?fbclid=IwAR2OgL8KUDPCUNIK09gsHy-yjFbjb7Z8e1KnXu9hZfFks3GOiahm_UPrcOc

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2018

Γκρίνια στο πάρκο

Στο facebook η ομάδα Πεδίον του Άρεως γκρινιάζει για το χριστουγεννιάτικο παζάρι, που έχει προϊόντα μαϊμούδες και πράγματα ευτελή, τάπες σιφονιών πχ. και παρόμοια. Απο κάτω πολλά σχόλια συμφωνούν, τα βάζουν με την Περιφέρεια, τι αίσχος το παζάρι αυτό, τι ευτέλεια.
Περνάω κάθε μέρα απο κει και ούτε μένα μου αρέσει η σειρά πάγκων με φτηνές κάλτσες και βρακιά, αλλά τουλάχιστον περνάω. Νύχτα και μπορώ να περάσω, το πάρκο μένει ανοιχτό και φωτισμένο. Αυτό το εκτιμώ. Κι ο κόσμος κυκλοφορεί, υπάρχει παγοδρόμιο για τα παιδιά, νοικιάζουν ποδήλατα, πουλάνε λουκουμάδες. Απ΄την ερημιά και το σκοτάδι είναι καλύτερα. Εξάλλου οι πάγκοι βρίσκουν πελατεία. Δεν μπορεί όλοι να είναι στο επίπεδο αισθητικής που εγκρίνουν τα στελέχη ομάδων με δυνατότητα έκφρασης. Άσε που οι τάπες σιφονιών είναι χρησιμότατες και δυσεύρετες, απολύτως απαραίτητες δε σε συνθήκες κατοικίας όπως οι αθηναϊκές.
Κυρίως με ανατριχιάζει η γκρίνια. Σαν στάση η κατεδαφιστική κριτική δεν ωφέλησε το πάρκο τα τελευταία τριάντα χρόνια. Στην αρχή κάποιοι άλλοι σύλλογοι γκρίνιαζαν για το Φεστιβάλ Βιβλίου, τότε που γινόταν Φεστιβάλ. Αλλοιωνόταν η φύση. Υστερα γκρίνιαζαν για την έκθεση φυτών, που γινόταν δυο φορές το χρόνο και μπορούσες ν' αγοράσεις ωραιότατες φτηνές γλάστρες, ερχόταν κόσμος απ' όλη την Αθήνα. Έδιωξαν με τη γκρίνια και τις πολιτικές πιέσεις που ασκούσε η γκρίνια τους την έκθεση βιβλίου και την έκθεση φυτών. Ύστερα έδιωξαν και τα παζάρια. Από την πολλή φυσική αγνότητα το πάρκο ερημωσε και προσφέρθηκε για τόπος αγοραπωλησίας ναρκωτικών. Τι να κάνουμε; Δεν είμαστε τύποι που παίρνουμε το κολατσό μας στα γρασίδια.
Να θυμήσουμε γι αλλη μια φορά ότι οι πρώτοι διδάξαντες των εξώσεων ήταν Τρίτσης και Μελίνα με τα θέατρα, να μείνει το πάρκο στο λαό αμόλυντο. Ο διωγμός των δραστηριοτήτων άρχισε από το 80, και θα έπρεπε να έχουν βάλει όλοι μυαλό βλέποντας τα αποτελέσματα. Αμ δε. Συνεχίζουν να ονειρεύονται εξώσεις.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Παιδιά υπάρχουν

Καμιά φορά αναρωτιέμαι εδώ στη γειτονιά μήπως ζούμε σε παράλληλο σύμπαν με διάφορους πολιτικούς ανησυχούντες για το μέλλον της χώρας, κυρίως επειδή διατείνονται ότι συμπεριλαμβάνεται και το δικό μας στην αγωνία τους. Υπογεννητικότητα, φωνάζουν και θρηνούν, οι έλληνες δεν κάνουν παιδιά! Το ασφαλιστικό θα τιναχτεί στον αέρα, πράγμα που νομίζω έχει ήδη συμβεί, θα σβήσουμε από το χάρτη ως χώρα, η γλώσσα μας θα χαθεί, κι ένα σωρό κακά θα συμβούν ακόμα.
Ομολογώ ότι εδώ και δεκαετίες ανατριχιάζω όταν ακούω για υπογεννητικότητα. Η ανθρωπότητα πάσχει από υπερπληθυσμό, κι αυτό είναι τόσο φοβερό που μάλλον δεν μπορούμε να το αναλογιστούμε, κι ίσως γι αυτό αντί να το αντιμετωπίσουμε, μιλάμε για υπογεννητικότητα, σα να παίρνουμε κάποιο ναρκωτικό που θα μας βοηθήσει να μην το σκεφτόμαστε. Γιατί πώς να το σκεφτείς, πώς να το αντέξεις; Όταν για κάθε παιδί χαίρεσαι, όταν πιστεύεις ότι κάθε παιδί δικαιούται να ζήσει, πώς να βρεις τρόπο να μιλήσεις για λιγότερα παιδιά; Είναι τραγική η στιγμή, η συνείδηση του πού ανήκουμε, η ανθρωπότητα εν τέλει. Οπότε μπορεί να παρηγορεί αυτή η αγκύρωση στο δικό μας εθνικό πρόβλημα, το ασφαλιστικό μας πρόβλημα, ένα πρόβλημα εν ολίγοις επινοημένο, ότι οι Ελληνίδες και οι Ευρωπαίες γενικά, δεν κάνουν παιδιά αρκετά να αντικαταστήσουν τον ομόφυλο, ομόγλωσσο, ομόχρωμο πληθυσμό της, κι αλίμονο στο μέλλον.
Στο μέλλον που θα έχει πολλά χρώματα, με μεγαλύτερο τονισμό στο σκούρο και το ασιατικό. Είναι μοιραίοι και αναπόφευκτο. Όσο κι αν προτιμάμε το λευκό και το γαλανομάτικο, το ξανθό και το ψηλό κι αδύνατο, τα πολλά παιδιά τα κάνουν οι φτωχές γυναίκες της Αφρικής και της Ασίας. Κι έρχονται και κατά δώ κατά χιλιάδες, προσωπικά αντικρίζω καθημερινά ένα σωρό στα δρομάκια της γειτονιάς που πριν τριάντα χρόνια είχε απομείνει μόνο με γέρους. Παιδιά υπάρχουν, αν φαίνεται μεγάλη σπατάλη να νοιάζεται το κράτος για την εκπαίδευση και τη φροντίδα τους, προσηλωμένο στην παραγωγή γνήσιων ελληνοπαίδων, τόσο το χειρότερο για την προσαρμογή ολλωνών μας. Γιατί έχει αποδειχτεί, οι γυναίκες σε χώρες ανεπτυγμένες θα κάνουν όλο και λιγότερα παιδιά. Η μόνη ελπίδα για το μέλλον, που κάποτε θα μοιραστούμε, είναι ό,τι μας οδηγεί τώρα σε απελπισία, οι φτωχές χώρες που αναπτύσσονται. Οι γυναίκες εκεί να λύσουν το πρόβλημα του υπερπληθυσμού όπως εμείς, κάνοντας λιγότερα παιδιά.

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Καλαμάκια και μπατονέτες



                 Δεν θυμάμαι πια, πού ακριβώς θα καταργηθούν τα πλαστικά καλαμάκια για λόγους περιβαλλοντικούς, στη Μεγάλη Βρετανία ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Ο Κάρολος και η Καμίλα στην Αθήνα είχαν πιει το κοκτέιλ τους χωρίς καλαμάκι, οπότε μάλλον της δικής τους χώρας την ιδέα διαφήμιζαν. Εκεί θα κυκλοφορούν πια μόνο καλαμάκια από φυσικά υλικά, χάρτινα, μπαμπού, και αντίστοιχες μπατονέτες αυτιών, για λιγότερο πλαστικό
                Είχα μόλις επιστρέψει από το Λονδίνο, όπου είχα λίγο τρομάξει από τις ποσότητες πλαστικών συσκευασιών που έβλεπα να συσσωρεύονται σε κάθε καλάθι του Δήμου σε χρόνο μηδέν. Κάθε σάντουιτς, κάθε βιαστικό καφεδάκι, κάθε μπισκότο, κάθε ποτηράκι νερό, κάθε ώρα και στιγμή ανθρώπων που δουλεύουν όλη τη μέρα και κυκλοφορούν στους δρόμους, προσφέρεται σε ασφαλή πλαστική συσκευασία. Απομονωμένο από τα μικρόβια, από τα ανθρώπινα χέρια, από τη σαπίλα των γειτονικών προϊόντων, το κάθε φαγάκι, η κάθε μπουκίτσα άμεσης κατανάλωσης παραδίδεται στο δικαιούχο έναντι μικρού ποσού, κι αμέσως το σελοφάν, το πλαστικό, σκληρό, μαλακό, διαφανές ή χρωματιστό, είναι για πέταμα και πάει να βρει το σωρό των άλλων στο καλάθι του Δήμου.
Περπατάς στους πολύβουους δρόμους ανάμεσα σε βουνά πλαστικού, που υψώνονται κάθε τόσο, και θαυμάζεις την ανθρώπινη άνεση και αδιαφορία στη γυαλιστερή τους όψη. Ο νεαρός εργαζόμενος σκληρά πληθυσμός του Λονδίνου ίσως δεν έχει χρόνο να χαζεύει ντοκιμαντέρ που δείχνουν χελώνες να πνίγονται από πλαστικές σακκούλες και σωρούς πλαστικού στην καρδιά του Ειρηνικού που έχει μαζευτεί εκεί από τα ρεύματα, οπότε μπορεί να συνδυάζει λιγότερο από μας τους συνταξιούχους περιπατητές τις εικόνες των ξέχειλων καλαθιών και των μολυσμένων θαλασσών. Κάποιοι τέτοιοι τύποι σαν εμάς θα είναι μάλλον οι νομοθέτες που αποφάσισαν να ξεκινήσουν την καταπολέμηση του πλαστικού μιας χρήσεως από τις μπατονέτες και τα καλαμάκια.
                Μακριά από μένα η υποψία σαρκασμού. Το θεωρώ πολύ σπουδαίο σαν ιδέα να ξεκινήσει κανείς την καταπολέμηση του πλαστικού από κάτι τόσο λεπτό και διακριτικό όπως αυτά τα δυο είδη. Αν η δυνατότητα του ανθρώπου να ευαισθητοποιηθεί για το περιβάλλον κυμαίνεται από το πάχος της μπατονέτας ως το πάχος που έχουν τα καλαμάκια για κοκτέιλ, αντίστοιχη είναι και η ελπίδα για την αρμονική  συμβίωση με τις φάλαινες στη θάλασσα και τα ζώα της ζούγκλας στη στεριά.



Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Ιστορίες με κάστρα

Από πού βγαίνει η λέξη ευγένεια; Από τους ευγενείς. Οι οποίοι ευγενείς είναι αυτοί που ανήκουν σε καλό γένος. Το ευ σημαίνει καλό, το ξέρουμε, και το γένος επίσης ξέρουμε τι σημαίνει. Τι είχαν δηλαδή αυτοί από καλό γένος που οι άλλοι δεν το είχαν; Είχαν κληρονομικά δικαιώματα σε πύργους, τίτλους, προσόδους και την υποχρέωση να πολεμούν στο πλευρό του βασιλιά όταν τους καλούσε. Φεουδαρχικό σύστημα της μεσαιωνικής Ευρώπης, που το μαθαίνουμε κυρίως από παραμύθια, σίριαλ και ταινίες, πράγματα που μας αρέσουν, και το ξέρουμε καλά. Προνομιούχοι δηλαδή ενός σκληρού συστήματος μιας σκληρής εποχής.
Κι απ’ αυτούς βγήκε η ευγένεια; Δεν είναι παράδοξο; Πάντα απορούσα. Ωστόσο φαίνεται ότι ακριβώς επειδή είχαν αυτά τα προνόμια οι φεουδάρχες του Μεσαίωνα, είτε από πλήξη είτε από φιλοδοξία είτε από ανάγκη να τα δικαιώνουν ή να απομονώνονται απλώς από τους πολλούς, δημιούργησαν τρόπους συμπεριφοράς για να ξεχωρίζουν. Μεγάλη επιτυχία οι τρόποι αυτοί, χρυσοί και πλατινένιοι δίσκοι.
Ολος ο κόσμος άρχισε να τους αντιγράφει, με αποτέλεσμα τόσους αιώνες μετά να θεωρούνται δυνατότητα των πάντων, σε μερικά μέρη μάλιστα και απαραίτητος κώδικας συμπεριφοράς προς τους συνανθρώπους. Ακόμα και στην Ελλάδα συμβαίνει να συναντάμε ανθρώπους ευγενείς με τη σημερινή έννοια, μάλιστα εμείς εδώ έχουμε τη χαρά να απολαμβάνουμε τέτοιες συναντήσεις βαθύτερα από άλλους λαούς, ακριβώς όπως απολαμβάνουμε τα χιόνια, τους ανοιχτούς δρόμους στο κέντρο της πόλης και τους μάστορες που δεν σε στήνουν: επειδή είναι κάτι σπάνιο.
Μικρό παράδειγμα αυτό για τη χρησιμότητα των ελίτ στις κοινωνίες. Δεν είναι για πέταμα όλα, συγκρατήστε τους λίθους σας, κι ο αναμάρτητος που ποτέ δεν πόθησε να ανέβει κοινωνικά, να βελτιώσει την όψι και τον νου του, να απολαύσει σε βάθος ελεύθερο χρόνο, τέχνες και πνευματικές δημιουργίες, όποιος έχει πλήρη ικανοποίηση από τις αξίες και τις δυνατότητές του και δεν χρειάζεται στ’ αλήθεια τίποτε άλλο, δεν έχει καμιά φιλοδοξία, δεν μπορεί να διδαχτεί, δεν ελπίζει να γνωρίσει κάτι καλύτερο, να κλέψει ιδέες και εικόνες από τους προνομιούχους που τις χαίρονται, να ερωτευτεί και να παθιαστεί από τα δύσκολα, αυτός ο ασκητής που φτύνει στα μούτρα κάθε πολυτέλεια κι επίδειξη αφελή και ομορφιά προκλητική, αυτός πρώτος βαλέτω. Αν σώνει και καλά θέλει δηλαδή. Κι αν το επιτρέψουμε.
 

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

Πτυχίο Δημοτικού



Γράφτηκαν πολλά για την καθαρίστρια που καταδικάστηκε δέκα χρόνια για πλαστογράφηση του απολυτηρίου δημοτικού, ακόμα όχι αρκετά ώστε να κινήσουν μηχανισμό απονομής χάρης, κάτι τέλος πάντων, να διορθώσει την ποινή. Κι όσα  γράφτηκαν κι ακούστηκαν ίσως δεν έφτασαν παντού. Γιατί, όπως παρατήρησε ο Πάνος Παπαδόπουλος στο  Protagon, ρίχνοντας λοξή ματιά στην απίστευτη αυτή ιστορία, υποτίθεται ότι εκτός από τους νόμους που ορίζουν ως κακούργημα την πλαστογράφηση δημοσίου εγγράφου, υπάρχουν κι εκείνοι που καθιερώνουν υποχρεωτική εννιαετή εκπαίδευση. Πώς γίνεται λοιπόν μια γυναίκα που γεννήθηκε μετά το 1960 να μην έχει τελειώσει  Δημοτικό;
Το κακό είναι ότι υπάρχουν γυναίκες, και λιγότεροι άντρες, γεννημένοι μετά το 2000 που επίσης δεν έχουν τελειώσει Δημοτικό. Οι προχωρημένες δεκαετίες δεν εγγυώνται εφαρμογή του νόμου, μάλιστα παλιότερα, στη δεκαετία του 1950, μπορούσες να δεις το χωροφύλακα να μαζεύει από τα χωράφια  παιδιά σχολικής ηλικίας, που τα είχαν πάρει οι γονείς να τους βοηθήσουν στη δουλειά, και να τα πηγαίνει από τ’ αυτί στο σχολείο. Στο χρονικό διάστημα που πέρασε η εξουσία των γονιών πάνω στα παιδιά αμφισβητείται λιγότερο. Η κοινωνία, οι συνήθειες, ο περίγυρος, είναι που πιέζουν τους γονείς. Αν δεν το κάνουν, αλίμονο στα παιδιά.
Το κράτος ενθαρρύνει, δεν φροντίζει. Δίνει επίδομα π.χ. στις οικογένειες Ρομά για κάθε παιδί που γράφεται στο Δημοτικό. Τα παιδιά γράφονται μεν, αλλά σπανιότατα παρακολουθούν. Σε ορεινά χωριά, ή σε φτωχογειτονιές της πόλης,  ποιος θα ασχοληθεί με κείνα που μένουν αγράμματα, ποιος θα κάτσει να συγκρουστεί με καβγατζήδες πατεράδες ή σκληρές μανάδες; Εδώ δεν μαζεύει η πολιτεία τα παιδιά που ζητιανεύουν στο κέντρο της πόλης, θα τα στείλει σχολείο; Η εξουσία των γονιών είναι στην πράξη απόλυτη. Η ιερή οικογένεια στέκεται φρουρός στην πόρτα της, και κάθε κοινωνικός λειτουργός μπορεί να κάνει το πτυχίο του ρολό.
Αναλύουμε συχνά τις βλαβερές συνέπειες των πολλών μαθημάτων, για τα τυχερά παιδιά, με γονείς που τα νοιάζονται, αλλά τις βλαβερές συνέπειες των καθόλου μαθημάτων για τα άτυχα δεν μπορούμε ούτε να τις φανταστούμε. Ειρωνευόμαστε τα πτυχία, τους κακούς μαθητές, με τόση άνεση εμείς οι μορφωμένοι, αγνοούμε έναν ολόκληρο κόσμο για τον οποίο το σχολείο, ο χρόνος της μάθησης, ο χρόνος τελικά της παιδικής ηλικίας, είναι άπιαστο όνειρο. Και δεν μιλάω για την Αφρική, αλλά για την Ελλάδα, γι ανθρώπους δίπλα μας.


Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

Φταίει πάνω απ' όλα το κρασί


Πιάσαμε συζήτηση, Σάββατο βράδυ για το Πολυτεχνείο, είχαμε ξεθεωθεί να περπατάμε στην κλειστή Πατησίων,  δεν μας απασχόλησε το αενάως επαναλαμβανόμενο καταστροφικό παρόν, αυτή η τρομερή φάρσα, αλλά το παρελθόν που γέννησε όλ’ αυτά χωρίς να το θέλει. Είχα χρόνια να υπερασπιστώ τους συνομηλίκους μου πολιτικούς που είχαν πάρει μέρος στην εξέγερση, αλλά όχι ν’ ακούσω το κλισέ για την ‘εξαργύρωση των αγώνων’. Βρίσκω τον ισχυρισμό πρωθύστερο, προφανώς κάποιοι άνθρωποι με ηγετικά προσόντα θα αναδεικνύονταν σε μια εξέγερση που χρειαζόταν στοιχειωδώς ηγέτες, και τι πιο φυσικό από το να ασχοληθούν με την πολιτική στη συνέχεια; Γιατί τόσο ενοχλεί αυτό,  μόνο οι γόνοι των πολιτικών πρέπει να γίνονται πολιτικοί; Μήπως, ό,τι και να λέμε, προτιμούμε τα σίγουρα ονόματα από ανθρώπους που εμφανίζονται και παίρνουν ρίσκα σε δύσκολες καταστάσεις; Και πόσο παράξενο, να θεωρούνται αυτές οι καταστάσεις  προνόμιο και να γίνεται προσπάθεια έκτοτε να αναπαραχθούν σαν θεατρικό έργο, με στόχο να αναδείξουν πολιτικούς˙ πάντα ματαίως…
Φέτος άλλα βέλη, η ‘γενιά του Πολυτεχνείου’ φταίει, κατά μία εκδοχή, για κάθε κακό που βρήκε τη χώρα από τη μεταπολίτευση. Για τον γρήγορο πλουτισμό, για την απότομη άνοδο του επιπέδου ζωής, αλλά κυρίως για την κρίση, αυτή φταίει για όλα. Η λέξη ‘φταίξιμο’ πήγαινε κι ερχόταν στο τραπέζι σε όλες τις μορφές της, ‘φταίνε’, ή ‘δεν φταίνε όλοι’ αλλά οπωσδήποτε ‘φταίνε ορισμένοι’, κι ακόμα δεν είχαμε καν παραγγείλει μεζέδες, είχαμε μόνο κρασί. Ήπια μια γουλιά να πάρω δυνάμεις, κι ένιωσα παράξενα, σα να μεταφέρθηκα αστραπιαία στο χωρόχρονο, πριν σαράντα πέντε χρόνια. Τότε που δεν ήμασταν ακόμα η γενιά του Πολυτεχνείου, αλλά πάλι φταίγαμε για όλα ως ‘γενιά’. Η γενιά με τα μακρυμάλλικα αγόρια, τα χωρίς θηλυκότητα κορίτσια, τα παράξενα όντα που υπήρξαμε, κάπου ανάμεσα στους κουρασμένους γονείς και τους λυσσασμένους κρατούντες, ακατανόητοι, μοναχικοί συχνά, πώς να ανοιχτείς στον διπλανό αν δεν ήσουν σίγουρος, να τραγουδούσες απαγορευμένα στο ξεκούδουνο; Και πώς να σιγουρευτείς; Εμμονικοί με την ανάγκη αντίδρασης στη χούντα, που δεν πραγματοποιούνταν για πολύ καιρό, δεν έβρισκε τρόπο να εκφραστεί,  ύποπτοι πριν από κάθε υποψία δράσης. Με τύλιξε η μοναξιά εκείνη, ανατρίχιασα. Ευτυχώς ήρθαν τα ντολμαδάκια, κι έφαγα γρήγορα καναδυο να συνέλθω.


Κυριακή στο πατρικό

Ο αδερφός μου ξεκίνησε νωρίς από το σπίτι του, να προλάβει τους δρόμους που έκλειναν για το συλλαλητήριο περί Μακεδονίας. Μείναμε ως το βρ...