Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Ιουλίου 2019

Παλιά μου τέχνη




Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, στην Ελλάδα μιλάμε για δημογραφικό ζήτημα. Βέβαια, γιατί οι Τούρκοι είναι δεκάδες εκατομμύρια κι αν παλαίψουμε σώμα με σώμα, θα αναλογούν δέκα στον καθένα μας, οπότε πρέπει να είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση, ο καθένας μας ένας Διγενής Ακρίτας. Στο μεταξύ οι άνθρωποι πάνω στη Γη έχουν ξεπεράσει τα εφτά δισεκατομμύρια και το μεγάλο ερώτημα πια είναι αν θα φτάνει ο πλανήτης να τους τρέφει, να τους ντύνει, να τους δικτυώνει, κι όλα τα υπόλοιπα που χρειάζονται πλέον όλο και περισσότεροι, όμως εμείς εδώ τα ίδια, το δημογραφικό μας. Πριν τριάντα χρόνια έδιναν πάλι επίδομα τρίτου παιδιού, θυμάμαι, αλλά το πρόβλημα δεν λύθηκε, όλο και λιγοστεύουν τα παιδιά, όλο και ζουν περισσότερο οι γέροι. Εμένα ας πούμε, τα δικά μου παιδιά, έχουν φύγει και τα τρία από την Ελλάδα, όπου γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, μορφώθηκαν, βρήκαν την πρώτη τους δουλειά, έκαναν τις πρώτες τους φιλίες, κι όπου θα μπορούσαν να απολαμβάνουν διάφορες ευκολίες όπως κάποιο ιδιόκτητο διαμερισματάκι, κάποιο διαρκώς γεμάτο ταπεράκι, ένα πατρικό αυτοκίνητο, ένα πατρογονικό εξοχικό, κλπ. κλπ. Προτιμούν να ζουν σε δωμάτια μεγάλων σπιτιών όπου μοιράζονται μπάνια και κουζίνες με άλλους πέντε, πληρώνοντας πανάκριβο νοίκι, να δουλεύουν καθημερινά ατελείωτες ώρες, να μην έχουν αυτοκίνητο, να βιώνουν υγρά καλοκαίρια και ατελείωτους συννεφιασμένους χειμώνες. Δεν δίνουν βέβαια μάχες για τα αυτονόητα, όπως εμείς εδώ, από το αν θα τους πάρουν την ουρά στην τράπεζα, την εφορία και τη στάση, μέχρι αν θα μπορέσουν να πάνε μια βόλτα από το πεζοδρόμιο στην πόλη, αλλά αξίζει κάτι τέτοιο τόσες στερήσεις; Σίγουρα όχι, μάλλον μετράει και η ψυχολογία των νέων να θέλουν οπωσδήποτε να σταθούν στα πόδια τους, να ανακαλύψουν τις δυνατότητες τους, να αναμετρηθούν  με όλες τις δυνάμεις τους στον επαγγελματικό στίβο, να μη βολευτούν σε κάτι εύκολο που θα τους αποβλακώσει.
Καθόμαστε και συζητάμε για υπογεννητικότητα και άλλα ανύπαρκτα προβλήματα, ανύπαρκτα σε έναν κόσμο πλημμυρισμένο ανθρώπους, και δεν βλέπουμε ότι η ζωή εδώ δεν είναι ελκυστική ούτε για όσους γεννιούνται ούτε και για όσους έρχονται από φτωχές χώρες. Δεν μπορούμε να τους κρατήσουμε τους ανθρώπους, μορφωμένους κι ανειδίκευτους, οπότε τι να κάνουμε; Επιδιδόμαστε στην αγαπητή μας τέχνη, που τόσο έχουμε καλλιεργήσει, να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας.

Τρίτη 5 Μαρτίου 2019

Φωτογραφία στο πάρκο

Τα παιδιά μου τα μεγάλωσα πηγαίνοντας στο πάρκο συστηματικά, σχεδόν κάθε μέρα. Για χρόνια, όταν πήγαινα με τον πρώτο μου γιο, έβλεπα στην στρογγυλή πλατεία με τα περίπτερα έναν φωτογράφο που πρότεινε τις υπηρεσίες του στους περιπατητές, σε γονείς με παιδιά κυρίως. Είχε μια καλή φωτογραφική μηχανή, όχι απο τις μεγάλες τις παλιές τις ξύλινες, μια σοβαρή μοντέρνα τότε, αναλογική βεβαίως μηχανή, κρεμασμένη στο λαιμό του, έκοβε βόλτες γύρω απο το συντριβάνι και την πρότεινε ψιθυρίζοντας "Να σας βγάλω μια ωραία φωτογραφία;"
Τον έβλεπα συνέχεια, πότε στο πάνω στρογγυλό, όπως το λέγαμε, πότε στο κάτω, όση ώρα και να έμενα. Θα πρέπει να περνούσε εκεί ολόκληρη τη μέρα, από το πρωί μέχρι να βραδιάσει και να τελειώσει το φως. Είχα κι εγώ συχνά φωτογραφική μηχανή μαζί μου, όχι και πολύ σπουδαία, μια φτηνή, με την οποία έβγαζα συνέχεια φωτογραφίες το παιδί μου. Μια δυο φορές του το είχα πει καθώς μου πρότεινε την τέχνη του, 'βγάζω μόνη μου φωτογραφίες'
Περνούσαν οι μέρες και τα χρόνια, όταν ο πρώτος μου γιος έκλεινε τα εφτά, απέκτησα άλλους δυο, οπότε το πάρκο έγινε ακόμα πιο εντατική απασχόληση. Περνούσα ώρες κάθε μέρα κι έβλεπα συνέχεια το φωτογράφο που δεν παρέλειπε κάθε φορά να μου δείχνει τη φωτογραφική του μηχανή, χωρίς να λέει τίποτε πια, με βουβό συνεσταλμένο χαμόγελο. Κι εγώ κουνούσα το κεφάλι, ή δεν το κουνούσα καν, χαμογελούσα εννοώντας πως ήξερα ότι ήξερε κι εκείνος. Δεν θα του ζητούσα να μας βγάλει φωτογραφίες. Έφερνα τη δική μου μηχανή και δεν χόρταινα να φωτογραφίζω τα δίδυμα μωρά και το μεγαλύτερο πλέον αγοράκι μου.
Κάποια στιγμή είχε χαθεί απο το πάρκο, υπέθεσα ότι πήρε σύνταξη, ώσπου ξαναεμφανίστηκε κουτσαίνοντας. Με την ίδια μηχανή, το ίδιο συνεσταλμένο χαμόγελο, γέρνοντας όμως βαριά στη μια πλευρά και περπατώντας με δυσκολία. Έπαθα σοκ μόλις τον είδα έτσι, με πιάσανε οι τύψεις. Τόσα χρόνια ο άνθρωπος να περνά δίπλα μου και μια φορά δεν είπα να μας βγάλει φωτογραφία! Μα τι τέρας τσιγκουνιάς ήμουν; Μόλις με πλησίασε με τη μηχανή και το γνωστό βλέμμα, του είπα, ναι, βγάλτε μας μια φωτογραφία!
Φορούσα τα καλά μου, δεν θυμάμαι για ποιο λόγο, κι είχα μαζί μου ένα ακόμα παιδάκι, τη Χλόη, φίλη του μεγάλου μου γιου. Σταθήκαμε οι τρεις πίσω απο το καρότσι, τα μικρά ήταν νυσταγμένα, τα μεγάλα βαριόντουσαν τη διαδικασία, αλλά τους είπα ότι μπορούν ν' ανέβουν στο πίσω στήριγμα του καροτσιού, οπότε έκαναν λίγη υπομονή και τη βγάλαμε τέλος πάντων τη μία και μοναδική φωτογραφία στο πάρκο απο επαγγελματία φωτογράφο. Έκανα και μια χαζή γκριμάτσα. Αλλά είναι ωραία. Και πίσω φαίνεται το περίπτερο του πάρκου, όπου συγκεντρώνονταν όλα τα αντικείμενα του πόθου των παιδιών, παιχνίδια, φαγώσιμα και διάφορα πλαστικά ζώα που τα καβαλούσαν και κουνιόντουσαν πάνω κάτω όταν έριχνες ένα κατοστάρικο. Τώρα πια δεν έχει μείνει τίποτε στο πάρκο που να παίρνει κατοστάρικα ή ευρώ, κάθε είδους εμπορική επιχείρηση έχει εξοβελιστεί από το φόβο των ταλιμπάν οικολόγων, ξέρω γω πώς να τους πω, αυτών των έξαλλων που εμπόδιζαν τρία χρόνια την ανάπλαση να τελειώσει και δεν ήθελαν εμπορευματοποίηση. Τα σημερινά παιδιά, όσα πάνε εκεί ακόμα, δεν έχουν τέτοιους πειρασμούς.

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

Καρυοθραύστες


Φέτος τα Χριστούγεννα ήταν πολύ της μόδας οι Καρυοθραύστες, αυτά τα ξύλινα στρατιωτάκια με τα γερά σαγόνια και τα τρελά καπέλα που πρωταγωνιστούν στο παραμύθι του Χόφμαν και στο μπαλέτο του Τσαϊκόφσκι. Γέμισε ο τόπος,  βιτρίνες, μαγαζιά, μπαρ, Καρυοθραύστες σε όλα τα μεγέθη.  Χτες βράδυ είδα ολόκληρη συλλογή σ’ ένα ωραίο μπαρ, γεμάτο κόσμο. Σα να έχει εισβάλει  παντού αυτός ο παράξενος στρατός από φρικιά.
Τι είδους γοητεία ασκούν επάνω μας, αναρωτιέμαι εδώ και είκοσι χρόνια τουλάχιστον. Από τότε που τον πρωτοείδαμε στη βιτρίνα της  Kosta Boda, όταν το μαγαζί βρισκόταν στη γωνία Εδουάρδου Λω και Σταδίου, στο καμμένο τώρα Αττικόν. Φευγαλέα τον πρόσεξα εγώ, αλλά ο μικρός μου γιος εντυπωσιάστηκε χωρίς να το πει.
Είχαμε πάει στα γραφεία του Βήματος, να πουν οι δίδυμοι τα κάλαντα στους συναδέλφους του πατέρα τους. Είχαν μαζέψει ένα σωρό λεφτά, ήταν τρισευτυχισμένοι καθώς φεύγαμε όλοι μαζί να γυρίσουμε σπίτι. Φαινόταν εξαιρετικά ωραία η πλατεία Καρύτση μέσα στο κρύο, πορτοκαλί χειμωνιάτικο φως την έλουζε, ή ίσως να ήταν απλώς ο ενθουσιασμός των παιδιών που χοροπηδούσαν μπροστά μας, την είδαμε κι εμείς αλλιώτικη. 
Φτάνοντας στη γωνία βλέπουμε το ένα πιτσιρίκι να ανοίγει αποφασιστικά την πόρτα της  Kosta Boda και να μπαίνει ορμητικός στο μαγαζί, αδιαφορώντας πλήρως αν τον ακολουθούμε. Τι μπορεί να ήθελε σε κατάστημα οικιακών ειδών; Μπήκαμε ξωπίσω του. Προχώρησε στο βάθος, κοντά στη βιτρίνα που φαινόταν από την Εδουάρδου Λω, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών, έδειξε στην πωλήτρια τον Καρυοθραύστη στο ράφι δίπλα της. Εκείνη τον έβγαλε, είπε την τιμή, μας κοίταξε ερωτηματικά. Τα είχαμε λίγο χαμένα. Κοιτούσα το σβερκάκι του σα να το έβλεπα πρώτη φορά, τόσο με είχε εντυπωσιάσει εκείνη η αποφασιστικότητα.
 Πόσο έκανε το ξύλινο ανθρωπάκι, κάτι μεταξύ μπιμπελό και παιχνιδιού; Έφταναν τα λεφτά;  Θα τα ξόδευε όλα σχεδόν, αλλά δεν δίστασε, δεν παζάρεψε, δεν ζήτησε τη βοήθεια, ή τη γνώμη μας. Με τα κέρματα και τα χαρτονομίσματα στη χούφτα έψαξε το ταμείο, ξοπίσω εμείς, παρακολουθούσαμε τη μικρή του χειραφέτηση. Θεωρητικά ήθελα να μεγαλώσω ανεξάρτητα παιδιά, αλλά στην πράξη η ανεξαρτησία τους πάντα με ξάφνιαζε.
Τον έχουμε ακόμα στο σπίτι τον Καρυοθραύστη, ενώ το παιδί μεγάλωσε και ζει μακριά μας. Είναι ο μόνος από τις φιγούρες που έχει διασωθεί, τις τρομερές εκείνες τερατικές φιγούρες που αγάπησε η γενιά των παιδιών μας και άφοβα τις προσέγγιζε. Ή ίσως όχι και τόσο άφοβα, ίσως ακριβώς για να αντιμετωπίσει το φόβο να ζητούσε ακούραστα να εξοικειωθεί μαζί τους. Τι τέρατα παρέλασαν από τα παιδικά δωμάτια, τι εξωγήινοι πάσης φύσεως, παραμορφωμένοι πολεμιστές, δεινόσαυροι βέβαια όλων των ειδών, πλάσματα της μυθολογίας και της λογοτεχνικής φαντασίας, δεν περιγράφεται. Τα έβαλε με όλα τα τέρατα της ανθρωπότητας αυτή η γενιά,  πάλεψε με εξωγήινους  και με  εσώψυχους διαόλους; Δεν ξέρουμε εμείς. Ξεμείναμε με το σουβενίρ που έγινε πια ο ξύλινος κούκλος, ενώ τα παιδιά, άντρες πια, αλλού παλεύουν.
Μάλλον επειδή μεγάλωσαν τώρα αυτά τα παιδιά, γέμισαν τα χριστουγεννιάτικα ντεκόρ με Καρυοθραύστες. Φιγούρα που δένει το παρελθόν, το ζωντανό παιχνίδι από το παραμύθι του Χόφμαν, με τα τέρατα του μέλλοντος, συμφιλίωση των πλασμάτων φαντασίας.
Εμένα πάντα μου θυμίζουν εκείνο το μακρινό απόγευμα, την πλατεία Καρύτση όταν ακόμα ήταν εκεί τα γραφεία του ΔΟΛ, τη γωνία της Σταδίου με το Kosta Boda, το Αττικόν ολόκληρο δίπλα στη Μαρφίν.  Η μνήμη δυσκολεύεται λίγο να στήσει ολόκληρο το τετράγωνο, αλλά επιμένει. Κυρίως στηρίζεται στην εικόνα του πεντάχρονου αγοριού που αποφασιστικά μπαίνει στο αστραφτερό μαγαζί, που διεκδικεί ένα αντικείμενο του δικού μας κόσμου, αυτού που μπορούσαμε τότε να προσφέρουμε, δεν μεγαλώνει ματαίως, κάτι του αρέσει, βρίσκει έναν πειρασμό. Πριν ακόμα καταστραφεί το τετράγωνο ολόκληρο, πριν τιμωρηθεί η λάμψη και η ομορφιά του, ένα παιδί το εκτιμά, μια οικογένεια τρέχει πίσω του χαμογελώντας.


Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2018

Παιδιά υπάρχουν

Καμιά φορά αναρωτιέμαι εδώ στη γειτονιά μήπως ζούμε σε παράλληλο σύμπαν με διάφορους πολιτικούς ανησυχούντες για το μέλλον της χώρας, κυρίως επειδή διατείνονται ότι συμπεριλαμβάνεται και το δικό μας στην αγωνία τους. Υπογεννητικότητα, φωνάζουν και θρηνούν, οι έλληνες δεν κάνουν παιδιά! Το ασφαλιστικό θα τιναχτεί στον αέρα, πράγμα που νομίζω έχει ήδη συμβεί, θα σβήσουμε από το χάρτη ως χώρα, η γλώσσα μας θα χαθεί, κι ένα σωρό κακά θα συμβούν ακόμα.
Ομολογώ ότι εδώ και δεκαετίες ανατριχιάζω όταν ακούω για υπογεννητικότητα. Η ανθρωπότητα πάσχει από υπερπληθυσμό, κι αυτό είναι τόσο φοβερό που μάλλον δεν μπορούμε να το αναλογιστούμε, κι ίσως γι αυτό αντί να το αντιμετωπίσουμε, μιλάμε για υπογεννητικότητα, σα να παίρνουμε κάποιο ναρκωτικό που θα μας βοηθήσει να μην το σκεφτόμαστε. Γιατί πώς να το σκεφτείς, πώς να το αντέξεις; Όταν για κάθε παιδί χαίρεσαι, όταν πιστεύεις ότι κάθε παιδί δικαιούται να ζήσει, πώς να βρεις τρόπο να μιλήσεις για λιγότερα παιδιά; Είναι τραγική η στιγμή, η συνείδηση του πού ανήκουμε, η ανθρωπότητα εν τέλει. Οπότε μπορεί να παρηγορεί αυτή η αγκύρωση στο δικό μας εθνικό πρόβλημα, το ασφαλιστικό μας πρόβλημα, ένα πρόβλημα εν ολίγοις επινοημένο, ότι οι Ελληνίδες και οι Ευρωπαίες γενικά, δεν κάνουν παιδιά αρκετά να αντικαταστήσουν τον ομόφυλο, ομόγλωσσο, ομόχρωμο πληθυσμό της, κι αλίμονο στο μέλλον.
Στο μέλλον που θα έχει πολλά χρώματα, με μεγαλύτερο τονισμό στο σκούρο και το ασιατικό. Είναι μοιραίοι και αναπόφευκτο. Όσο κι αν προτιμάμε το λευκό και το γαλανομάτικο, το ξανθό και το ψηλό κι αδύνατο, τα πολλά παιδιά τα κάνουν οι φτωχές γυναίκες της Αφρικής και της Ασίας. Κι έρχονται και κατά δώ κατά χιλιάδες, προσωπικά αντικρίζω καθημερινά ένα σωρό στα δρομάκια της γειτονιάς που πριν τριάντα χρόνια είχε απομείνει μόνο με γέρους. Παιδιά υπάρχουν, αν φαίνεται μεγάλη σπατάλη να νοιάζεται το κράτος για την εκπαίδευση και τη φροντίδα τους, προσηλωμένο στην παραγωγή γνήσιων ελληνοπαίδων, τόσο το χειρότερο για την προσαρμογή ολλωνών μας. Γιατί έχει αποδειχτεί, οι γυναίκες σε χώρες ανεπτυγμένες θα κάνουν όλο και λιγότερα παιδιά. Η μόνη ελπίδα για το μέλλον, που κάποτε θα μοιραστούμε, είναι ό,τι μας οδηγεί τώρα σε απελπισία, οι φτωχές χώρες που αναπτύσσονται. Οι γυναίκες εκεί να λύσουν το πρόβλημα του υπερπληθυσμού όπως εμείς, κάνοντας λιγότερα παιδιά.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018

To φρικιό


Κατεβαίνοντας την Πανεπιστημίου προς την Ομόνοια, εκεί που στρίβει λίγο ο δρόμος και πυκνώνει ο κόσμος σαν να το σκέφτεται να πάει παρακάτω, ή μήπως καλύτερα να γυρίσει προς τα πάνω, αλλά τον τραβά η κατηφόρα, εκεί λοιπόν ανάμεσα στα περίπτερα που πουλάνε πρωτότυπες τσάντες και μαντίλια και γυαλιά και τους πάγκους που δεν πουλάνε τίποτε και τις μουντζουρωμένες κολόνες, ένας τύπος πολύ λεπτός, μαυριδερός, ταλαίπωρος, που φαινόταν να αδιαφορεί για το σύμπαν γύρω του, με το βλέμμα χαμένο και δυσαρεστημένο ταυτόχρονα, γύρισε κι έβαλε μια φωνή σε κάποιον που ζητιάνευε στη βάση μιας κολόνας, ο οποίος κρατούσε στην αγκαλιά του ένα μωρό ανάσκελα ντυμένο σαν μπάμπουσκα.

-Καλά, το παιδί δεν το λυπάσαι;
Αυτός απ’ όλους τους διαβάτες ήταν που ύψωσε τη φωνή για να ρωτήσει το αυτονόητο. Αυτός που φαινόταν περιθωριακός, φρικιό, που έμοιαζε να μη νοιάζεται για τίποτε, κι αγανακτισμένος προσπέρασε. Ο ζητιάνος έτσι κι αλλιώς δεν θα απαντούσε, δεν γύρισε καν να κοιτάξει, ανακάθισε λιγάκι μόνο να βρει στάση πιο βολική. Εμείς οι υπόλοιποι συνεχίσαμε να βαδίζουμε. Ως μεγάλοι και σοβαροί το ξέρουμε καλά ότι αυτοί που παίρνουν τα παιδιά μαζί στη ζητιανιά, δικά τους ή νοικιασμένα, προφανώς δεν τα λυπούνται, ή όχι αρκετά για να τα απαλλάξουν από τη φοβερή αυτή καταδίκη.
Υποτίθεται βέβαια ότι κάνουν έγκλημα, υπάρχει στον Ποινικό Κώδικα, η επαιτεία, η έκθεση ανηλίκου κ.λπ., αλλά προφανώς εδώ και καιρό δεν εφαρμόζεται ο νόμος στους δρόμους της πόλης αυτής, κι εμείς ως καταναλωτές του οίκτου είμαστε σε θέση να συντηρούμε πολλά τέτοια εγκλήματα σε αρκετές γωνιές της. Υποκύπτουμε στο πανίσχυρο ένστικτο προστασίας, για να διώξουμε την ενοχή βάζουμε το χέρι στην τσέπη, επικυρώνοντας την καταδίκη που έχουν απαγγείλει οι γονείς και λοιποί υπεύθυνοι των άγνωστων αυτών παιδιών.
Το ελληνικό κράτος επικυρώνει κι αυτό. Πρώτο και καλύτερο και με τη βούλα. Δική του δουλειά είναι να απαγορεύει έμπρακτα την εκμετάλλευση παιδιών, με συλλήψεις και τιμωρίες. Το πληρώνουμε αρκετά για να μη χρειάζεται να υφιστάμεθα και αυτά τα οδυνηρά θεάματα στους δρόμους. Αλλά όχι. Δεν προκάνει, η Αστυνομία έχει άλλες δουλειές, φυλάει επισήμους. Τόσο που ασχολείται με την υψηλή κοινωνία, καλλιεργείται κιόλας -συνέλαβαν μια μουσικό στο δρόμο, διάβασα, στη Θεσσαλονίκη, προφανώς επειδή δεν θα έπαιζε αρκετά καλά.

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2018

Καλή χρονιά για ξένα και δικά

Αραγε θα πάνε στο σχολείο τα πιτσιρίκια απέναντι, που περνάνε τη μισή μέρα ανεβασμένα στο παράθυρο του ισογείου, κι όποτε βγαίνω από το σπίτι φοβάμαι πως θα πέσουν; Πέρασαν μήνες που έχουν έρθει από κάποια βασανισμένη επαρχία του κόσμου, κατά τα φαινόμενα, έμαθαν να ισορροπούν στο περβάζι και να διασκεδάζουν χαζεύοντας τους περαστικούς.
Θα ανοίξουν οι ορίζοντές τους στο τσιμεντένιο προαύλιο του γωνιακού Δημοτικού και μπορεί, καθώς είναι προπονημένα στην ακινησία, να διαπρέψουν στο σχολείο. Να μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν, να μάθουν να ζουν στον τόπο μας.
Ποιος ξέρει; Λέμε λέμε διάφορα περί σχολείου, αλλά δεν έχουμε ιδέα τι κάνει μια δασκάλα μόνη στην τάξη μπροστά στα είκοσι παιδάκια που αντικρίζει πρώτη φορά κάθε 11η Σεπτεμβρίου. Πώς τα βγάζει πέρα με τα άτακτα, με τα ξένα, με αυτά που οι μανάδες τους δεν ξέρουν ελληνικά, με τα πονηρά, με τα αεικίνητα, με αυτά που τα ίδια δεν ξέρουν ελληνικά και δυσκολεύονται.
Τις αληθινές λύσεις δεν τις έχουμε δει να εφαρμόζονται, δεν τις φανταζόμαστε καν. Κι όταν διαβάζω τα όσα περισπούδαστα γράφονται για το σχολειό και τα Πανεπιστήμια, συχνά έχω την εντύπωση ότι οι αρθρογράφοι αναφέρονται σε κάποια άλλη χώρα, ή σε κάποια άλλη εποχή, του παρελθόντος ή του μέλλοντος, δεν έχω καταλάβει ακόμα.
Είναι το σχολείο πράγματι πολύ φτωχό, μάλλον τσιγκούνικο, για τα παιδιά τα δικά μας που πάνε χορτάτα από εικόνες, χρώματα, παιχνίδια, ιστορίες, αν υποθέσουμε δηλαδή πως συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αλλά για όσα δεν είναι πολύ χορτάτα γενικώς, μπορεί να γίνει σανίδα σωτηρίας από τη μιζέρια που τους εξασφαλίζει η οικογένειά τους.
Μπορεί η πόρτα του να γίνει πύλη ελευθερίας, να ανοίξει στο ξεκίνημα του ταξιδιού της αληθινής ζωής, αυτής που σου προσφέρει κάποια παραπάνω δυνατότητα από τις καθορισμένες. Παρακολουθώ ήδη μερικά που είχαν έρθει σιωπηλά, χαμένα, φοβισμένα, δεν ήξεραν λέξη, έκλαιγαν και κρύβονταν, και τώρα μιλάνε άνετα, έχουν φίλους, ξεχωρίζουν κιόλας οι προσωπικότητές τους.
Κάποτε, όταν ηρεμήσει το περιφερόμενο μίσος γύρω μας που αρνείται να αντιληφθεί τι συμβαίνει, θα μιλήσουμε περισσότερο για τους δασκάλους και τη δουλειά τους, θα βρούμε τρόπο να τους ευχαριστήσουμε, να αναγνωρίσουμε τη σιωπηλή τους προσφορά.

Τετάρτη 25 Απριλίου 2018

Διαβατήριες τελετές

Αδειασε η Αθήνα τις τελευταίες μέρες και φάνηκαν παιδιά, κάποια που δεν έχουν εξοχικό ή χωριό να πάνε, ακούστηκαν να φωνάζουν και να κλαίνε, βρήκαν χώρο να τρέξουν, να πέσουν και να χτυπήσουν στην άσφαλτο και τις τσιμεντόπλακες.
Θα τα παιδεύει η άνοιξη κι αυτά, πού να βολευτούν, τι να κάνουν σε φτωχά διαμερίσματα, ίσως στριμωγμένα σε ένα δωμάτιο με όλη την οικογένεια, μ' αυτή την ακαταμάχητη επιθυμία για κίνηση που τα αναστατώνει καθημερινά; Τη θυμάμαι πολύ καλά, φυλακισμένη καθώς υπήρξα κι εγώ στα παιδικά μου χρόνια στον μοντέρνο τότε τρόπο ζωής, αλλά είχα τις διαφυγές μου.
Τυχερή. Υπήρχε ο παππούς στο Αγρίνιο, κάναμε ένα ταξίδι κάθε άνοιξη, στις διακοπές του Πάσχα, και με υποδεχόταν με άγριες διαθέσεις για τον εκκλησιασμό μου, που ήξερε ότι ήταν ανύπαρκτος τον υπόλοιπο καιρό. Μ' έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε στην εκκλησία οι δυο μας, τον αγαπούσα τόσο που έκανα υπομονή με τις ατέλειωτες ψαλμωδίες και τα απολύτως ακατανόητα δρώμενα, ακόμα και στα 12 ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης με πήγαινε, και κάθε τόσο τον ρωτούσα, «πόσα έχει ακόμα» έτοιμη να σωριαστώ από πλήξη.
Ωστόσο μου άρεσε, όχι για την εκκλησία αλλά για το μέγεθος, το ένιωθες πως η πόλη ήταν μικρή, πιο πολύ στα μέτρα σου, μπορούσες σαν παιδί να κυκλοφορήσεις, μας άφηναν, τα καταφέρναμε. Και συμμετείχαμε τέλος πάντων στις τελετές για το πέρασμα από τον χειμώνα στην άνοιξη, με τις δέουσες τιμές και τη δέουσα απομάκρυνση από το ασφυκτικό αστικό περιβάλλον, πράγμα που επαναλαμβάνεται ακόμα σε μεγάλη κλίμακα, ίσως υπερβολική.
Τώρα στην πόλη ξεμένουν ελάχιστα παιδιά, προσφυγάκια μοιάζουν όσα συναντώ. Καθώς ανοίγουμε παράθυρα, έρχονται οι φωνές από τα πιτσιρίκια του ισογείου, στριμωγμένα όλη μέρα στο σπίτι τους, τουλάχιστον ευχαριστιούνται τσιρίδα αυτές τις μέρες ανεμπόδιστα, να διαλαλούν την ικανότητα βαθιάς διαφραγματικής αναπνοής, που δεν τα έχει εγκαταλείψει. Συμμετέχουν βέβαια αυτά σε άλλου είδους τελετές διαβατήριες, η ίδια τους η ζωή είναι διαβατήρια, για πού άραγε διαβαίνουν, και τι θα μπορούν να γιορτάζουν εις ανάμνηση σε μερικές δεκαετίες; Ειρωνεία, να μένουν εδώ τα διαβατάρικα, όταν λείπουν όλα τ' άλλα.

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Ελλείψεις μαθητών


Πόσο θα ήθελα να είχα ένα παιδάκι πρόχειρο την Καθαρά Δευτέρα, να πετάξουμε μαζί χαρταετό! Οχι πως είμαι ειδική στο πέταγμα, κάθε άλλο, έμαθα μεγάλη, ως μαμά κι εγώ να συμμετέχω, από τον μπαμπά της φαμίλιας που υπήρξε αερομηχανικός στα παιδικά του χρόνια, αλλά είναι τέχνη που εκτίμησα πολύ, τέχνη που ποθούσα να διδαχτώ κι εγώ όταν ήμουν μικρή, αλλά δεν κατάφερα να εισαχθώ στη σχολή την εποχή που περνάς τις εξετάσεις, εκεί γύρω στα τρία νομίζω, ή μπορεί να είναι και τα δύο ή τα τέσσερα, δεν είμαι σίγουρη.
Εχασα τις εξετάσεις εξαιτίας της ανοργανωσιάς μου, κι έκτοτε δεν μπόρεσα να καλύψω τα κενά. Τέλος πάντων, μου έστειλε η καλή νεράιδα τον εν λόγω αερομηχανικό, εκπαιδευμένο να σηκώνει χαρταετούς με υλικά βαρύτερα του αέρα, έναν Ιούλιο Βερν στη ζωή μας την εποχή ακριβώς που χρειάζεται να αναλαμβάνει δράση, προχωρημένο χειμώνα δηλαδή, όταν νιώθεις την εξάντληση του συσσωρευμένου κρύου να σου κόβει τα πόδια και γίνεται βαρύ κάθε βήμα, ζηλεύεις τις αρκούδες που κοιμούνται μήνες και άλλα ζώα παρόμοια κ.λπ.
Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο έρχεται η αεροναυπηγική της Καθαράς Δευτέρας, τα καλαμάκια-ξυλάκια, ειδικά χαρτιά, σουγιάδες, σπάγκοι που μπλέκονται παντού, αλλιώς δεν γίνεται, δεν υπάρχει τάξη σ’ αυτό βέβαια, όλα αναποδογυρίζουν. Και γενικά δεν υπάρχει τάξη στον κόσμο αφότου ο Homo έγινε erectus, κι ύστερα ήθελε να σηκωθεί λίγο ψηλότερα κι έγινε και sapiens κι εκεί που θα άρχιζε να σαπίζει πια από την πολλή σοφία έφτασε η αεροναυπηγική να του χαρίσει φτερά.
Οπότε χρειάζεται πλήρης παραίτηση από τη λογική και την τάξη, πλήρης αποδοχή της ανατροπής κάθε ταχτοποιημένου στον χώρο αντικειμένου από τα στοργικά χέρια της προσγειωμένης μητέρας, για να μπορέσει να πετάξει το μαγικό κατασκεύασμα με υλικά βαρύτερα από τον αέρα.
Πλην όμως χρειάζεται κι ένας μαθητής, ή δυο ή τρεις, να προσηλωθούν στην επιστήμη, αλλιώς δεν έχει πολύ νόημα. Σαν να στήσαμε εδώ εξεταστικό κέντρο αεροναυπηγικής για προσχολικές ηλικίες, τόσες δεξιότητες και ικανότητες μαζεμένες, αλλά δεν έρχονται οι υποψήφιοι. Ουφ, κρίμα, αναγκαστικά στρεφόμαστε στην κατασκευή νηστίσιμων, την επόμενη εναλλαγή, και βαραίνουμε αντί να μας πιάνει από τις μασχάλες ο χαρταετός να μας σηκώνει ψηλά.
http://www.efsyn.gr/arthro/elleipseis-mathiton

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Ελλείψεις μαθητών

Πόσο θα ήθελα να είχα ένα παιδάκι πρόχειρο την Καθαρά Δευτέρα, να πετάξουμε μαζί χαρταετό! Οχι πως είμαι ειδική στο πέταγμα, κάθε άλλο, έμαθα μεγάλη, ως μαμά κι εγώ να συμμετέχω, από τον μπαμπά της φαμίλιας που υπήρξε αερομηχανικός στα παιδικά του χρόνια, αλλά είναι τέχνη που εκτίμησα πολύ, τέχνη που ποθούσα να διδαχτώ κι εγώ όταν ήμουν μικρή, αλλά δεν κατάφερα να εισαχθώ στη σχολή την εποχή που περνάς τις εξετάσεις, εκεί γύρω στα τρία νομίζω, ή μπορεί να είναι και τα δύο ή τα τέσσερα, δεν είμαι σίγουρη.
Εχασα τις εξετάσεις εξαιτίας της ανοργανωσιάς μου, κι έκτοτε δεν μπόρεσα να καλύψω τα κενά. Τέλος πάντων, μου έστειλε η καλή νεράιδα τον εν λόγω αερομηχανικό, εκπαιδευμένο να σηκώνει χαρταετούς με υλικά βαρύτερα του αέρα, έναν Ιούλιο Βερν στη ζωή μας την εποχή ακριβώς που χρειάζεται να αναλαμβάνει δράση, προχωρημένο χειμώνα δηλαδή, όταν νιώθεις την εξάντληση του συσσωρευμένου κρύου να σου κόβει τα πόδια και γίνεται βαρύ κάθε βήμα, ζηλεύεις τις αρκούδες που κοιμούνται μήνες και άλλα ζώα παρόμοια κ.λπ.
Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο έρχεται η αεροναυπηγική της Καθαράς Δευτέρας, τα καλαμάκια-ξυλάκια, ειδικά χαρτιά, σουγιάδες, σπάγκοι που μπλέκονται παντού, αλλιώς δεν γίνεται, δεν υπάρχει τάξη σ’ αυτό βέβαια, όλα αναποδογυρίζουν. Και γενικά δεν υπάρχει τάξη στον κόσμο αφότου ο Homo έγινε erectus, κι ύστερα ήθελε να σηκωθεί λίγο ψηλότερα κι έγινε και sapiens κι εκεί που θα άρχιζε να σαπίζει πια από την πολλή σοφία έφτασε η αεροναυπηγική να του χαρίσει φτερά.
Οπότε χρειάζεται πλήρης παραίτηση από τη λογική και την τάξη, πλήρης αποδοχή της ανατροπής κάθε ταχτοποιημένου στον χώρο αντικειμένου από τα στοργικά χέρια της προσγειωμένης μητέρας, για να μπορέσει να πετάξει το μαγικό κατασκεύασμα με υλικά βαρύτερα από τον αέρα.
Πλην όμως χρειάζεται κι ένας μαθητής, ή δυο ή τρεις, να προσηλωθούν στην επιστήμη, αλλιώς δεν έχει πολύ νόημα. Σαν να στήσαμε εδώ εξεταστικό κέντρο αεροναυπηγικής για προσχολικές ηλικίες, τόσες δεξιότητες και ικανότητες μαζεμένες, αλλά δεν έρχονται οι υποψήφιοι. Ουφ, κρίμα, αναγκαστικά στρεφόμαστε στην κατασκευή νηστίσιμων, την επόμενη εναλλαγή, και βαραίνουμε αντί να μας πιάνει από τις μασχάλες ο χαρταετός να μας σηκώνει ψηλά.
https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/140904_elleipseis-mathiton?fbclid=IwAR0E2lgiV6Hgzp1QsetLmKCjM-K9h_HDFQK518mo85H92Vih8r2tOGPJH1Y 

Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

Μου έρχεται να ουρλιάξω


Ναι, εντάξει, να κάνεις κατάληψη. Όμως έτσι, άντε- άντε; Εύκολο να το λες... Αν θέλεις να την κάνεις στ’ αλήθεια, πρέπει να βρεις  έναν σοβαρό λόγο...
Κρατημένη από τη χειρολαβή ακούω δυο γυναίκες δίπλα. Τις κοιτάζω κλεφτά, δεν είναι μαθήτριες, ούτε μοιάζουν φοιτήτριες. Είναι μεγάλες, κουρασμένες, κουβαλούν σακκούλες ψώνια.  Σε  λίγο καταλαβαίνω, μιλούν για το σχολείο των παιδιών τους. Ταυτισμένες, όπως άλλοτε  ακούς μανάδες για τα μαθήματα. Στα Λατινικά είμαστε καλά, λένε την εποχή των εξετάσεων, αρχαία δυσκολευόμαστε...  Πληθυντικός μεγαλοπρεπείας, περιλαμβάνει τους νεαρούς βλαστούς. Τώρα τα μαθήματα είναι ντεμοντέ, Οκτώβρη μήνα είμαστε σε ντεμί σεζόν, δεν φοράμε παλτά και μιλάμε για καταλήψεις.
Περιμένω να εκφράσουν ανησυχία, αγανάκτηση. Η σχολική χρονιά είναι ούτως ή άλλως απελπιστικά μικρή, η ύλη δεν προλαβαίνει ποτέ να τελειώσει, χάνονται μέρες άδικα. Πότε συνελεύσεις καθηγητών, πότε απεργίες, εορτές και πανηγύρεις, πρόβες παρελάσεων, για την 28η,  για την 25η Μαρτίου, μανία σπατάλης καταδιώκει τις λίγες ώρες μαθημάτων. Για καταλήψεις δεν περισσεύει χρόνος, θα έπρεπε οι γονείς να αγρυπνούν, να είναι έξω από τα σχολεία, να φρουρούν τον πολύτιμο χρόνο. Αλλά προφανώς δεν ξέρουν, δεν καταλαβαίνουν όσοι δεν μπορούν να ξεφύγουν από το δημόσιο σχολείο, δεν νιώθουν την αδικία που υφίστανται. Δεν είναι μόνο που αν δεν έχουν χρήματα για φροντιστήριο θα αποκλειστούν τα παιδιά τους από τις ανώτερες σπουδές, είναι όλες οι λεπτομέρειες που θα χάσουν ανεπιστρεπτί. Ακόμα και την πλήξη των μαθημάτων, το καθημερινό βάλε- βγάλε των βιβλίων, τον πιθανό αγώνα κάποιων νέων καθηγητών να ξυπνήσουν το ενδιαφέρον, την πιθανή κρυφή επιθυμία κάποιων μαθητών να διαβάσουν κάτι. Μια παράγραφο που θα διαβαστεί με την άκρη του ματιού, μια εικόνα που θα μείνει αποτυπωμένη. Χρόνια μάθησης που δεν θα ξαναρθούν. Πώς είναι τόσο ψύχραιμες οι μανάδες; Ξέρουν κάποιο μυστικό που δεν υποπτεύομαι;
Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να γίνει κατάληψη, μου έρχεται να ουρλιάξω. Αντισταθείτε στην αδικία που υφίστανται τα παιδιά σας! Κάντε κάτι, σώστε τα, σταματήστε τα! Δεν θα τους ξαναχαρίσει κανένας αυτά που τώρα υποχρεωτικά τους δίνουν και τα πετάνε!
Φυσικά συγκρατούμαι, πλησιάζουμε στη στάση, λίγο ακόμα κουράγιο, λίγο ακόμα σιωπή!



Τετάρτη 12 Ιουλίου 2017

Χελιδονόψαρα και σολομοί



Πέφτει ο αέρας το βραδάκι, και η θάλασσα μοιάζει με καθρέφτη. Βαραίνουμε κι εμείς από τη ζέστη της μέρας, δεν θέλουμε να μετακινηθούμε πιθαμή. Κολυμπούν εδώ παιδιά και γέροι, όρθιοι με τα καπέλα τους συζητούν για ένδοξα ψαρέματα του παρελθόντος, κάποτε έπιανα ροφούς εδώ, τώρα ούτε σαρδέλες δεν βλέπω. Πού να τις δεις, δεν πηδάνε έξω από το νερό! Αφού σου λέω, έχουν εξαφανιστεί τα ψάρια, ο πρώτος επιμένει. Άδικα περιμένεις, φωνάζει στο πιτσιρίκι που έχει πάρει την αδιάβροχη φωτογραφική μηχανή από τον μπαμπά του και στέκεται με τα πόδια ανοιχτά στα ρηχά, περιμένοντας κάποιο ψάρι να ποζάρει.
-Θα βγάλω χελοδονόψαρο, τους πληροφορεί και τη στρέφει στον ουρανό, στον ήλιο που πάει να δύσει. Γελά η παρέα των μεγάλων. Είναι δύσκολο να πετύχεις το χελιδονόψαρο την ώρα που πετάει,  λέει ο πατέρας του. Ξαφνικά θυμάμαι μια στιγμή που δεν πρόλαβα να απαθανατίσω, αν και κουβαλούσα κι εγώ φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στο λαιμό μου. Ήμουν στη Σκωτία, αδερφοποιημένη χώρα για γονείς φοιτητών που επωφελήθηκαν από τις υποτροφίες προς μη Βρετανούς Ευρωπαίους, κι είχαμε πάρει τα βουνά, κυριολεκτικά. Έστω, τους λόφους,  βουνά δεν τα λες, τριακόσια μέτρα ύψος το ψηλότερο, όμως πόσο όμορφα, με τα σημαδεμένα τους μονοπάτια, οργανωμένα, νιώθεις την ανάσα της αγάπης και της φροντίδας των κατοίκων τους σε κάθε βήμα. Ανεβαίναμε δίπλα σ’ ένα ρυάκι που κυλούσε ορμητικό, κι εκεί που ο γκρεμός ήταν μεγάλος είχαν φτιάξει γούρνες σαν σκαλοπάτια, να μειώνεται η απόσταση για τους σολομούς που κολυμπούσαν κόντρα στο ρεύμα, να φτάσουν πίσω στην πηγή που γεννήθηκαν, να κάνουν εκεί τ’ αυγά τους. Όλ’ αυτά τα έγραφαν σε μια κατατοπιστική ταμπελίτσα και τα εξηγούσαν με σκίτσα, κι αφού τα διάβασα σαν το πιο απίστευτο παραμύθι, είπα η έξυπνη, σιγά να μην πηδάνε οι σολομοί απ’ αυτά τα σκαλοπάτια! Και μόλις το είπα, λες και με είχε ακούσει, βλέπω μια ψαρούκλα, μεγάλη σαν τον πήχυ μου, να πηδάει μονοκόμματη, οριζόντια, από τη χαμηλή γούρνα, και να φτάνει την ψηλή, που ήταν ένα μέτρο πιο πάνω. Κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό, άφωνη, για κάμποση ώρα, ύστερα άρχισα να φωνάζω σα μικρό παιδί.
 Πρέπει πάντα να επαγρυπνείς, λέω στον πιτσιρίκο, τα χελιδονόψαρα τινάζονται εκεί που δεν το περιμένει κανείς.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Τα παιδιά των άλλων

Κάθε λεπτό που περνά ο ανθρώπινος πληθυσμός της γης αυξάνεται με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα. Δεν καταφέρνουν φαίνεται οι γυναίκες των πλούσιων χωρών που όλο και πιο αργά κάνουν παιδιά, κι όλο και λιγότερα, να ισορροπήσουν την τεκνοποιία των γυναικών των φτωχών χωρών, που συνεχίζουν να παντρεύονται νέες και να κάνουν πολλά παιδιά. Ίσως βέβαια κι αυτές να έχουν λίγο φρενάρει, ποιος ξέρει; Αν πιστέψουμε τις γενικές στατιστικές που λένε ότι η φτώχεια μειώνεται στον κόσμο, πρέπει κανονικά να έχουν φρενάρει. Πάνε μαζί αυτά, οι γυναίκες κάνουν λιγότερα παιδιά αμέσως μόλις μπορέσουν να ελέγξουν λίγο τη ζωή τους, δηλαδή μόλις ανέβει κάπως το επίπεδο της.
Κι αφού έτσι είναι τα πράγματα, γιατί αγωνιούν τόσο οι πλούσιες χώρες για τη δική τους υπογεννητικότητα, και κάνουν εκκλήσεις στις γυναίκες να κάνουν περισσότερα παιδιά, και δημιουργούν κίνητρα, και παρακαλάνε γενικά ανθρώπους που δεν έχουν τέτοιους στόχους; Αφού περιμένουν τα παιδιά των φτωχών στην ουρά για να μπορέσουν να έρθουν στα πλούσια μέρη, να δουλέψουν, να πάρουν μια μικρούλα θέση στις χειρότερες γειτονιές, στις δυσκολότερες δουλειές, γιατί δεν τα θέλουν οι πλούσιοι, και παρακαλάνε τις δικές τους γυναίκες να κάνουν γνήσιους απογόνους, για να σταματήσει η γήρανση του πληθυσμού;
Ναι, ξέρω, δεν είναι τόσο απλό. Καθόλου απλό δεν είναι, κι εντελώς μπλοκαρισμένο μάλιστα. Οι μετανάστες είναι ανεπιθύμητοι επισήμως παντού, δεν υπάρχει χώρα που να ομολογεί ότι τους χρειάζεται. Ακόμα κι αν αυτό συμβαίνει, ο φόβος, η σιγουριά, πως η παραμικρή χαραμάδα στα σύνορα θα γεννήσει αμέσως κύματα ανεξέλεγκτα μεταναστών, εμποδίζει κάθε επίσημη διαδικασία υποδοχής. Πρόσφυγες μόνο, να είναι απελπισμένοι, κι αυτοί ακόμα είναι ανεπιθύμητοι στα περισσότερα πλούσια μέρη.
Κάποτε στη Γερμανία πήγαινες μετανάστης επίσημα, περνούσες εξετάσεις, στις ΗΠΑ το ίδιο. Τώρα πια τέρμα αυτά, κι ας δουλεύουν κρυφά στην Ιταλία χιλιάδες Κινέζοι, κι ας έχτισαν την Ελλάδα οι Βαλκάνιοι γείτονες τα χρόνια του χρήματος, κι ας συναντάς σε όλη την Ευρώπη μετανάστες στις πιο βαρειές δουλειές. Δεν βλέπω πολιτικό που θα μπορούσε να έχει το θάρρος οπουδήποτε να πει ότι, ξέρετε χρειαζόμαστε μερικούς ανθρώπους εδώ, ας βάλουμε κριτήρια, εξετάσεις, δοκιμασίες ρε αδερφέ. Όχι, τα παιδιά των άλλων δεν μας κάνουν, θέλουμε δικά μας.
Καθώς πλησιάζουν Χριστούγεννα, γιορτή μιας γέννησης όχι ακριβώς μεταναστών, αλλά ταξιδιωτών πάντως, σε δύσκολες συνθήκες, λέτε να το ξανασκεφτεί κανείς;

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

H παγίδα των αρχαίων

Τα μεγάλα εθνικά θέματα, ή μάλλον τα μεγάλα εθνικά κολλήματα, μου δίνουν την ευκαιρία να γράφω αναμνήσεις. Τα αρχαία ας πούμε, αχ πόσο μου άρεσαν όταν πηγαίναμε σχολείο! Τρελαινόμουν, κι επιπλέον ξελάσπωνα από βαθμούς, σήκωνα το μέσο όρο μου πάντα, παίρνοντας τις περισσότερες φορές 20, με σχετική ευκολία.
Προσέξτε, η δική μου φουρνιά άρχισε αρχαία στο πρωτότυπο στην Τρίτη (Γ') γυμνασίου. Είχαν προηγηθεί δυο χρονιές με αρχαία από μετάφραση, λόγω της μεταρρύθμισης Παπανούτσου. Οδύσσεια στην Α', μετάφραση Σιδέρη, Ιλιάδα στη Β΄, μετάφραση Πολυλά. Στην Γ' θα κάναμε κάτι άλλο, δεν θυμάμαι πια, αλλά ήρθε η 21η Απριλίου κι αμέσως, χωρίς συζητήσεις και διαλόγους, τη σάρωσε εκείνη τη μεταρρύθμιση, κι έβαλε ξανά αρχαία από την Α Γυμνασίου. Οι μεταφράσεις που είχαμε κάνει εμείς καταργήθηκαν, τα βιβλία φυλάχτηκαν ως συλλεκτικά. Αλλά δεν θα τα φύλαξαν αρκετοί φαίνεται, αφού μάλλον έχει ξεχαστεί η εποχή εκείνη.
Εκείνα λοιπόν τα δυο αξέχαστα χρόνια κάναμε ανάλυση κειμένου με τρόπο που δεν είχε ξαναγίνει ούτε ξανάγινε ποτέ στα δικά μου σχολικά χρονικά, και στων παιδιών μου που παρακολούθησα τριάντα χρόνια αργότερα. Μόνο στο Γαλλικό Ινστιτούτο, επιλογή Λογοτεχνία, είδα κάτι παρόμοιο. Διαβάζαμε πάντα ένα μεγάλο κομμάτι κειμένου στην τάξη, ύστερα έπρεπε να γράψουμε στο σπίτι απαντήσεις σε ερωτήσεις του τύπου: “Ποια ήταν τα συναισθήματα του Οδυσσέα όταν είδε τη Ναυσικά να παίζει μπάλα με τις φίλες της στην παραλία που τον είχε ξεβράσει η τρικυμία;”
Δεν σας φαίνεται αρκετά σοβαρό ίσως; Δεν έχει πολλή γραμματική μέσα και παπαγαλία; Σα χαμένος νοιώθει κανείς μπροστά σε κάτι τέτοιο; Το να μάθει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του ο μαθητής για να εκφράσει τις σκέψεις του πάνω σε ένα κείμενο, κι όχι να παραθέσει παραγράφους εκθεσάδων, μοιάζει λίγο επιστημονική φαντασία, έτσι δεν είναι;
Υπήρχε και κάτι άλλο στα βιβλία εκείνα. Στην εισαγωγή, σα στολίδι, μια παράγραφος από το αρχαίο κείμενο, η αρχή του έπους. Άνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον.. Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος... Τα θυμάμαι πάντα, κυρίως της Οδύσσειας, τον Αχιλλέα και τη μήνι του δεν τα χώνευα και τόσο. Τις είχα μάθει απ' έξω χωρίς κανείς να με αναγκάσει, τις έβλεπα σαν υπόσχεση για το μέλλον. Αυτά που θα μαθαίναμε σε μεγαλύτερες τάξεις. Το οποίο, είπαμε, ήρθε κάπως πιο γρήγορα κι απότομα, με τη χούντα.
Το σύστημα εκείνο είχε το καλό ότι μελετούσε την ομιλούμενη γλώσσα και ταυτόχρονα ένα σπουδαίο κείμενο, είχε όμως το κακό ότι άφηνε απ' έξω άλλα κείμενα νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Στηριζόταν ουσιαστικά σε αρχαίο κείμενο, έστω από μετάφραση. Ήδη τότε το αναλυτικό πρόγραμμα δεν περιείχε συστηματική γνωριμία με τα νέα ελληνικά. Με δική τους πρωτοβουλία οι καθηγήτριες, εξαιρετικές όλες στη Σχολή Αηδονοπούλου που πήγαινα, μας έβαζαν να διαβάζουμε κάπως πιο σφαιρικά τους βασικούς λογοτέχνες της Ανθολογίας. Τα Νέα ελληνικά ήταν ο φτωχός συγγενής της ύλης, όπως και τώρα. Αντί με τον καιρό να εμπλουτιστεί η διδασκαλία με περισσότερα κείμενα νέων ελληνικών, γυρίσαμε πίσω στα αρχαία από το πρωτότυπο ως κύριο μάθημα γλώσσας ήδη από την πρώτη Γυμνασίου.
Μα, θα πείτε, τα αρχαία κείμενα είναι πιο σημαντικά, είναι παγκοσμίως γνωστά κλπ κλπ. Πράγματι, πολλοί επικαλούνται τη διδασκαλία τους σε ευρωπαϊκές χώρες, κι έχουν την άποψη ότι εμείς οι χρήστες της γλώσσας που είναι συνέχεια της αρχαίας, θα πρέπει να ξεκινάμε από την αρχή προς το τέλος. Από μικρά τα παιδιά να μαθαίνουν αρχαία, και μεγαλώνοντας, σα να είναι αυτά τα ίδια η ενσωμάτωση του ελληνικού έθνους, να έρχονται και στα Νέα ελληνικά.
Μάλιστα υπάρχει η άποψη ότι ως δια μαγείας, περνάει μέσω γονιδίου τρόπον τινα, ενστικτωδώς, σαν την ανάγκη για νερό και για φαΐ, η ίδια η εξέλιξη της ομηρικής γλώσσας στην αττική διάλεκτο, κι απο κει στην ελληνική κοινή, στην κρητική του Ερωτόκριτου κι εν συνεχεία στην καθαρεύουσα του Παπαδιαμάντη. Αρκεί λοιπόν αυτή η παπαγαλία λίγων αρχαίων κειμένων και πολλών ρημάτων που καταβροχθίζει τις διδακτικές ώρες του Γυμνασίου και του Λυκείου, για να βγει μορφωμένο το γνήσιο ελληνόπουλο. Εμπεριέχουν αυτά τα λίγα κείμενα το μαγικό ξόρκι, φτάνει να χωθούν στον εφηβικό εγκέφαλο, κι ύστερα εκείνος θα γεννήσει τα υπόλοιπα από μόνος του, φτάνει να μην έχει αλλοιωθεί το DNA της φυλής.
Είναι ρομαντικό, είναι ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι ο τρόπος που διδάσκονται οι γλώσσες. Μαθαίνουμε ανάγνωση με απλά κείμενα, προχωράμε σε δυσκολότερα μεγαλώνοντας, εμβαθύνουμε σε ακόμα πιο δύσκολα μεγαλώνοντας περισσότερο. Αυτός είναι τρόπος. Στα δεκατρία τα παιδιά δεν έχουν ακόμα εξοικειωθεί με τη γλώσσα τους, δεν έχουν μάθει να διαβάζουν και να κατανοούν νέα ελληνικά, και τα βάζουμε να αποστηθίζουν ρήματα και να καταγίνονται με παραγράφους στην αρχαία. Δεν γίνεται έτσι.
Θα έπρεπε να το έχουμε υποπτευθεί βλέποντας γύρω μας τόσους νέους που έκαναν αρχαία από τα 12 ως τα 18, δεν ξέρουν όμως ούτε τα δευτερόκλιτα ουσιαστικά - η οδός, της οδού- να χρησιμοποιήσουν όταν μιλούν και γράφουν, πόσο μάλλον τα τριτόκλιτα. Αλλά όχι, εμείς πιστεύουμε στη μεταφυσική δύναμη της γλώσσας, στις “αμμουδιές του Ομήρου”, όπου αφού κολυμπάμε πρέπει να ξέρουμε και απέξω τα έπη.
Όμως τη γλώσσα του τη μαθαίνει κανείς αρχίζοντας απ' αυτά που ξέρει. Όσοι γονείς διαβάζουν στα παιδιά τους παιδικά βιβλία, κάθονται αγκαλιά και τους δείχνουν γράμματα και εικόνες, το γνωρίζουν καλά. Μεγαλώνοντας κανείς μαθαίνει περισσότερα και περισσότερα, όλο και πιο δύσκολα. Και πράγματι είναι σπουδαία η ευκολία που έχουμε ως νεοέλληνες, αφού μάθουμε τη γλώσσα που μιλάμε και που γράφεται εδώ και λίγους αιώνες, αρχίζοντας από τα παραμύθια του Τριβιζά στην προσχολική ηλικία, περνώντας από τη σύγχρονη πεζογραφία, πηγαίνοντας όλο και πιο πίσω στο χρόνο καθώς συνεχίζονται οι σπουδές, κι όχι το ανάποδο, να προσεγγίζουμε αρχαία κείμενα στο πρωτότυπο. Τα ίδια που μαθαίνουν και οι Γερμανοί κι οι Σουηδοί κι οι Γάλλοι, όχι για να ελέγχουν την ψυχή των κομπιούτερ, όπως πιστεύουν πολλοί απόφοιτοι Λυκείου, μη σου πω και Πανεπιστημίου, αλλά επειδή είναι τόσο όμορφα και σπουδαία στην πρωτότυπη γλώσσα τους αυτά τα κείμενα, κι αξίζει τον κόπο να τα μάθει κάποιος. Αφού πρώτα μάθει τη γλώσσα του. Όπως κάνουν οι Αγγλοι στην Οξφόρδη, οι Ολλανδοί κι οι Φινλανδοί. Κανείς δεν ξεκινάει αρχαία ελληνικά αν δεν μάθει πρώτα τη γλώσσα του.
Εμείς δυστυχώς έχουμε πέσει σε παγίδα. Με τη μεγαλειώδη ιδέα πως τα αρχαία είναι στην πηγή των νέων ελληνικών, διδάσκουμε στα παιδιά αρχαία με τέτοιο τρόπο που δεν μαθαίνουν ποτέ νέα ελληνικά. Ούτε κι αρχαία μαθαίνουν φυσικά, αλλά αυτό είναι λεπτομέρεια. Το να μην μπορείς να χρησιμοποιήσεις, να διαβάσεις, να απολαύσεις, να μιλήσεις, να παίξεις, να δημιουργήσεις, να εξερευνήσεις τη γλώσσα που μιλάς, αυτό είναι η μεγάλη αναπηρία. Και με αυτή την έννοια έχει δίκιο ο Φίλης, ή όποιος άλλος το είπε: η διδασκαλία των αρχαίων στο Γυμνάσιο είναι αφύσικη, αν υποθέσουμε ότι η φύση θέλει να μαθαίνουμε όσο καλύτερα μπορούμε τη γλώσσα μας. Το φυσικό, το λογικό τέλος πάντων, είναι να μαθαίνεις πρώτα τη γλώσσα σου, κι ύστερα την αρχαία κι όποια άλλη θέλεις. Τη γλώσσα που μιλάμε χρειάζεται όλοι να τη μάθουμε, κι εν συνεχεία όλοι πρέπει να μάθουμε και αγγλικά. Αυτή είναι η γλώσσα των κομπιούτερ, και πολλών άλλων πραγμάτων, δυστυχώς. Αρχαία θα μάθουν όσοι θέλουν, όσοι ακολουθήσουν θεωρητική κατεύθυνση. Μετά τα δεκαπέντε.
Και η χαρά της ετυμολογίας; ρωτά μια φίλη σε σχετική συζήτηση. Μα η χαρά της ετυμολογίας ανήκει στις πολύ απλές χαρές της γλώσσας. Μπορείς και στα μικρά παιδιά να λες τις ιστορίες των λέξεων διδάσκοντας ορθογραφία: ας πούμε, γιατί το “γεια σου” γράφεται με ει και το άλλο “για” με ι; Επειδή το “γεια” βγαίνει από τη λέξη “υγεία” κλπ κλπ. Από το σύγχρονο πας στο παλιό, κινείς το ενδιαφέρον σ' αυτόν που έχει κάποια κλίση στη μελέτη των κειμένων, και στον άλλον που έχει λιγότερη.
Ξεκίνησα με τις σχολικές μου αναμνήσεις, θα συνεχίσω σε τόνο προσωπικό. Ήμουν παιδί μοναχικό και διαβαστερό, λάτρεψα τ' αρχαία, τελειώνοντας το σχολείο μπορούσα να διαβάζω στο πρωτότυπο αττικούς συγγραφείς- προσέξτε, αττικούς, όχι Όμηρο! Το να διαπιστώσω λοιπόν όλα αυτά που γράφω εδώ, μου πήρε πολύ χρόνο και πολύ κόπο. Μου κόστισε και μου κοστίζει. Παρακολούθησα από πολύ κοντά την εκπαίδευση των παιδιών μου, ξέρω το πώς έχει εξελιχτεί η διδασκαλία των αρχαίων. Οι μεν θετικοί κάνουν απλώς υπομονή, δημιουργώντας αντισώματα απέναντι στο διάβασμα ελληνικών κειμένων για όλη τους τη ζωή, οι δε θεωρητικοί, που έχουν κάποια κλίση, κάποιο ενδιαφέρον, κάποια αγάπη, υποχρεώνονται σε τέτοια παπαγαλία και τόσο αποξενώνονται από τα κείμενα που είναι για λύπηση. Κι όχι μόνο αυτοί. Όλοι μας.

Δημοσιεύτηκε στο Books journal του Ιουλίου 2016

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Μαμάδες προαστίων και συνοικιών


Αν υπήρχε κάτι δυσοίωνο σ' εκείνο το βιβλίο, που έγινε περίφημο ξανά, το "Μαμάδες βορείων προαστίων", της Παυλίνας Νασουτζικ, ήταν η παντελής έλλειψη επιείκειας της συγγραφέως για τις ηρωίδες της, ίσως και για τους αναγνώστες. Οι άνθρωποι που σκιτσάρονται εκεί είναι τέρατα εγωισμού και κυνισμού. Δεν υπάρχει πουθενά ίχνος ανθρωπιάς, δεν γεννιέται η παραμικρή σταγόνα συμπάθειας. Τόσο αρνητικά όντα δεν αντέχονται σε βιβλίο, να μη σε αφήνουν να ταυτιστείς μαζί τους ούτε δευτερόλεπτο, ούτε  μοιάζουν  με αληθινούς ανθρώπους. Οι αληθινοί άνθρωποι, όσο κακοί κι αναίσθητοι να είναι, όσο διεστραμμένοι και φριχτοί, τόσο μονοδιάστατοι δεν είναι ποτέ. Τόσο οργανωμένα σατανικοί δεν υπάρχουν πουθενά, ούτε σε βόρεια ούτε σε νότια προάστια, ούτε στο κέντρο, ούτε στις γειτονιές. Είναι καρικατούρες.
Στην πραγματικότητα οι μαμάδες των προαστίων, βορείων και νοτίων, είναι σαν τις μαμάδες του κέντρου της πόλης, τις μαμάδες των περιχώρων, των παραθαλασσίων κωμοπόλεων και των ορεινών οικισμών. Θέλουν για το παιδί τους το καλύτερο, όσο μπορεί η καθεμία. Και ασχολούνται μαζί τους περισσότερο από όσο ασχολήθηκαν ποτέ μανάδες με τα παιδιά τους στην ανθρώπινη ιστορία. Ίσως μάλιστα αυτό να είναι το πρόβλημα.
 Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ένα παιδί που μεγαλώνει με τη μάνα και τον πατέρα προσηλωμένους επάνω του έχει εξασφαλίσει ότι δεν θα γίνει αντιδραστικό αν του λένε συνεχώς ότι η κοινωνία είναι σκληρή, ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη, ότι όλοι θέλουν το κακό του κλπ. Το πρόβλημα της παιδαγωγικής των ελλήνων είναι ότι λένε πολλά τέτοια στα παιδιά τους. Τα βλάπτει μάλλον η υπερβολική φροντίδα παρά η παραμέληση. Η οικογένεια είναι κλειστή στον εαυτό της, πολύ απρόθυμα διδάσκει στα παιδιά κανόνες συνύπαρξης. Συνήθως δεν το κάνει καν. Τα προτρέπει  να ζουν  σε κλειστούς κύκλους, δεν ενθαρρύνει τις φιλίες. Κι αυτό δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, είναι μάλλον παλιό, μια δυσπιστία που επιβιώνει απο δύσκολες εποχές, η οποία μαζί με άλλες δυσπιστίες που επιβιώνουν απο δύσκολες εποχές, κάνει τη ζωή δύσκολη σε παιδιά σε μεγάλους.
Ο κόσμος είναι κακός, η κοινωνία είναι σάπια. Δεν υπάρχει αξιοκρατία, όλοι είναι ψεύτες. Μην πιστεύεις τίποτε, οι τίμιοι είναι κορόιδα. Ολοι προσπαθούν να σε ρίξουν και να σε εκμεταλλευτούν. Μη σηκώνεσαι στο τρόλεϊ να δώσεις τη θέση σου  σε ηλικιωμένους, μόνο τα κορόιδα το κάνουν. Σε κοροϊδεύουν αν φανείς καλός. Να δείχνεις σκληρός, αναίσθητος. Να μη δίνεις λογαριασμό σε κανέναν. Κλπ, κλπ. Πόσο καλά τα ξέρουμε αυτά, πόσο πολύ τα ακούμε.
Δείξτε μου παρακαλώ ένα μέρος με μαμάδες που λένε στα παιδιά τους ότι η κοινωνία έχει νόημα, ότι πρέπει να σεβόμαστε τους κανόνες της, ότι την ευτυχία τη  βρίσκεις ανάμεσα στους ανθρώπους, ότι οι άνθρωποι αιώνες προσπάθησαν να φτάσουν στο βαθμό ειρηνικής ζωής που βρισκόμαστε σήμερα, ότι η δικαιοσύνη και η δημοκρατία δεν δουλεύουν καλά αλλά αξίζει τον κόπο να προσπαθούμε να τις βελτιώσουμε, ότι οι τίμιοι δεν είναι κορόιδα, ότι η απάτη και η υποκρισία σου κλέβουν την αξιοπρέπεια. Θα μετακομίσω εκεί αύριο.

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Τι να παίξω στα παιδιά...


Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο θέλουμε να τα βλέπουμε. Με την πρώτη ματιά δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας λόγος να εξεγερθεί ένας νεαρός καλής οικογένειας, ωστόσο αν το καλοσκεφτείτε οι νεαροί που εξεγείρονται είναι συνήθως καλής οικογένειας. Οι άνθρωποι που έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν τη στάση της ζωής τους και συχνά νιώθουν υπεύθυνοι για τη γενιά τους, για τον κόσμο και για το μέλλον. Οι άνθρωποι που είναι εν δυνάμει ηγέτες. Ενδιαφέρονται για την πολιτική επειδή αισθανονται ότι πρέπει να ασχοληθούν μαζί της. Κανονικά θα μπορούσαν να γίνουν πολιτικοί, φιλόσοφοι ή καλλιτέχνες.
Το θέμα είναι αν υπάρχει λόγος εξέγερσης. Ζούμε σε δημοκρατία που θα θέλαμε να λειτουργεί καλύτερα, να μην υπάρχει διαφθορά, να υπάρχει σεβασμός και να μην έχει καταστραφεί οικονομικά το κράτος βέβαια. Αυτές οι επιθυμίες είναι πολύ περίπλοκες στην καθημερινή τους αντιμετώπιση από τους νέους. Πώς να οργανώσεις τη σκέψη σου μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση όταν ανυπομονείς να δοκιμαστείς, να ζήσεις και να αναγνωριστείς;
Προχτές στη Χαλκίδα παρουσιάζαμε σε ένα βιβλιοπωλείο ένα παραμύθι που έχω γράψει με βασιλιάδες και βασιλόπουλα το οποίο τελειώνει χιουμοριστικά, ο βασιλιάς προκηρύσσει εκλογές για πρόεδρο δημοκρατίας. Εκεί που γελούσαν τα παιδιά και ζητωκραύγαζαν στη μικρή παράσταση, πετιέται ένα και λέει: "Ναι, αλλά τώρα δεν έχουμε Δημοκρατία!"
Μιλάμε για παιδιά τριών με δέκα χρονών. Παιδιά που ακούν στο σπίτι τους τέτοιες βαριές κουβέντες και τις μεταφέρουν σαν πληροφορίες στους ανίδεους, τις κρατούν κυρίως στο μυαλό τους.


Τι ακούνε λοιπόν τα παιδιά; Κουβέντες απαξίωσης, απόρριψης, κατεδάφισης των πάντων γύρω τους. Ειρωνεία για τους θεσμούς, τους ανθρώπους που τους εκπροσωπούν, δυσπιστία και διάθεση απάτης.
Ψάχνουμε να αναλύσουμε το ψυχολογικό βάθος της φράσης "Είμαι αιχμάλωτος πολέμου". Δεν  έχουμε ακούσει στη Βουλή, στην τηλεόραση, δεν  έχουμε δει γραμμένη σε πανό, σε αφίσες, τη φράση "Εχουμε πόλεμο"; Το ΚΚΕ δεν κηρύσσει ανυπακοή εδώ και δεκαετίες και λέμε πως είναι μια χαρά θεσμικό κόμμα; Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς από τέτοια μεγάλα ανατρεπτικά λόγια;
Δεν μπορούμε να λέμε ψέματα στα παιδιά, ότι ζούμε σε μια τέλεια Δημοκρατία όπου όλα λειτουργούν θαυμάσια. Δεν μπορούμε να τα κοροϊδεύουμε. Αλλά αν κάνουμε κριτική στο καθεστώς και στο σύστημα, έχει σημασία από ποια πλευρά την κάνουμε. Εχουμε ξεκαθαρίσει ότι εκτιμούμε ένα σύστημα δικαιότερο, που σέβεται τους πολίτες, αξιοκρατικό, που όμως τυπικά δεν θα διαφέρει από το σημερινό, θα είναι δηλαδή Δημοκρατία πάνω -κάτω σαν αυτή που έχουμε αλλά πιο πιστή στον εαυτό της; Ή απλώς δηλώνουμε πως δεν έχουμε Δημοκρατία κι ο καθένας μας κοιτάζει τον εαυτό του, να δουν κι αυτά, τα παιδιά μας, πώς θα τη βγάλουν καθαρή κοροϊδεύοντας, ξεγλιστρώντας, απατώντας, περιφρονώντας τους θεσμούς και τον υπόλοιπο κόσμο;
Φοβάμαι πως οι περισσότεροι γονείς, θέλοντας να προστατέψουμε τα παιδιά, μην πιστεύοντας ότι προλαβαίνει στη γενιά τους να αλλάξει η Ελλάδα, δεν τα βάζουμε στα δύσκολα. Εδώ εμείς καλά- καλά δεν το πιστεύουμε ότι αξίζει τον κόπο να είμαστε σωστοί πολίτες απέναντι σε ένα κράτος που δεν μας σέβεται.
Και το σχολείο τι μαθήματα δίνει;  Πόσο μαθαίνει στα παιδιά την πολεμική αρετή, πόσο προχωρημένο είναι σ' αυτήν και πόσο καθυστερημένο στην άλλη, την ειρηνική αρετή; Οπως όλη η κουλτούρα μας δηλαδή, κουλτούρα του τσαμπουκά, της μαγκιάς και του Όχι. Βγαίνοντας από το σχολείο μας με μέτριους βαθμούς, τα παιδιά με δεξιό εθνικιστικό μπαγκράουντ θα γίνουν εύκολα ακροδεξιά και τα υπόλοιπα ακροαριστερά.
Μα τι να λέμε στα παιδιά, να σκύβουν το κεφάλι; θα πείτε. Μα αν δεν πιστεύουμε στην αξία της κοινωνίας, της συνύπαρξης, αν το μόνο που θέλουμε είναι άγρια ξεσπάσματα και καταστροφή, αν δεν θεωρούμε ότι έχει νόημα η προσπάθεια να καταστέλουμε τα ένστικτα, αν στ' αλήθεια πιστεύουμε ότι ο πολιτισμός είναι σκέτη καταπίεση και καμία χαρά δεν μπορεί να προσφέρει, δεν γίνεται τα παιδιά να το σκεφτούν αυτό μόνα τους. Σε κείνα οι ορμές για ξέσπασμα είναι πολύ δυνατότερες. Τα καταπιέζει ήδη αφόρητα η ανυπομονησία της νιότης. Από κάπου πρέπει να ακούσουν μερικές φορές στη ζωή τους ότι εκτός από την εξέγερση υπάρχουν και οι χοροί, εκτός από την επανάσταση υπάρχει η φιλοσοφία, εκτός απο το αθάνατο κρασί του 21 υπάρχει και το κρασί το σκέτο. Εξαιρετικές ποικιλίες μάλιστα που αξίζει κανείς να τριγυρίσει τον κόσμο και να τις δοκιμάσει. Κάποια εκτίμηση πρέπει να εισπράξουν για την καθημερινή ζωή, κάποια ελπίδα για ικανοποίηση και ευτυχία στην κατανόηση και στην ανακάλυψη της. Κάποιος πρέπει να τους μιλήσει για την ανθρώπινη ιστορία, το πώς οι άνθρωποι αγωνίστηκαν αιώνες να ζουν ειρηνικά, και πόσο αργά και κοπιαστικά το καταφέρνουν. Να τους δείξει λίγο τον υπόλοιπο κόσμο, την Ευρώπη και την ιστορία της, την πρόοδο του αισθήματος του πολίτη.
Κι αυτή η δουλειά, να πείσεις τα παιδιά ότι αξίζει τον κόπο να ζήσουν σεβόμενα τους ανθρώπους γύρω τους χωρίς να χάσουν το σεβασμό στον εαυτό τους, δεν είναι καθόλου εύκολη. Και σίγουρα δεν τη βοηθά η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Αν άρχιζαν όλοι οι φιλάρεσκοι κήρυκες κατεδάφισης να σκέφτονται λίγο αυτά που λένε, θα ήταν πολύ σπουδαίο. Εστω μερικοί. Αυτοί που έχουν παιδιά, και υποτίθεται ότι οι σιγουριές τους πάσχουν. Είναι αμήχανοι, δεν ξέρουν τι να παίξουν στα παιδιά. Αλλά τα παιδιά δεν τα ξέρουν όλα. Στην πραγματικότητα δεν ξέρουν τίποτε.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=21901

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Τόσα λυπηρά μαζεμένα


Από ποιο λυπηρό ν' αρχίσεις; Μεγάλη επιλογή. Είναι πολύ λυπηρό που ο φίλος του Αλέξη Γρηγορόπουλου δεν επείσθη για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, αν και ο δολοφόνος του φίλου του καταδικάστηκε ισόβια. Είναι λυπηρό που δεν θέλησε να πάρει μέρος στη διαδικασία καταθέτοντας τότε σαν μάρτυρας, στη δύσκολη εκείνη δίκη που όμως ολοκληρώθηκε και απέδωσε δικαιοσύνη. Είναι λυπηρό που δεν τον συγκίνησαν οι προσπάθειες όλων των ανθρώπων, δικαστών και δικηγόρων και μαρτύρων και λοιπών πολιτών να δώσουν νόημα στη λειτουργία ενός κράτους κανονικού, που σέβεται τον εαυτό του. Γιατί, κακά τα ψέματα, δεν συμβαίνει και σε κάθε δίκη κάτι τέτοιο.
Είναι λυπηρό που τόσοι νέοι έχουν πιστέψει στην αξία της βίας που θα αλλάξει τον κόσμο, παγιδευμένοι στα νεοελληνικά κλισέ του ανδρισμού που τους ταλανίζουν απο την εφηβεία και που δεν διορθώνονται πουθενά. Που τόσοι ευαίσθητοι άνθρωποι παπαγαλίζουν την ανάγκη για βίαιη δράση αναφέροντας τη Γαλλική επανάσταση και κανένας δεν τους διορθώνει ιστορικά, ούτε στο σχολείο, ούτε πουθενά αλλού, δεν τους βάζει να σκεφτούν ότι τότε που συνέβη αυτή η Επανάσταση ο κόσμος ήταν βίαιος από πριν, η καρμανιόλα και η συνήθεια να εκτελούνται οι κατάδικοι δημόσια ήταν η διασκέδαση του κόσμου, υπήρχε πόλεμος  που συνεχίστηκε κλπ. Τόσοι δάσκαλοι και αναλυτές και δημοσιογράφοι και γονείς αφήνουν τα νιάτα να λατρεύουν ήρωες, να νοσταλγούν συγκρούσεις, σε μια ηλικία που το σώμα ασφυκτιά από το συμβιβασμό του πολιτισμού. Ποιητές και τραγουδιστές και καλλιτέχνες υπηρετούν τη λατρεία του απόλυτου, υμνούν την αδιαλλαξία. Είναι τόσο λυπηρή αυτή η κατάσταση, αυτή η φτώχεια της κουλτούρας μας που αναπαράγει εύφλεκτη ύλη.
Επίσης είναι λυπηρό που άνθρωποι της Αστυνομίας έφτασαν στο σημείο να δώσουν στη δημοσιότητα φωτογραφίες με κρατούμενους παραμορφωμένους από το ξύλο. Πολύ λυπηρό που δεν πονηρεύτηκαν να μην το κάνουν, που δεν κράτησαν τα προσχήματα. Τα προσχήματα αυτά, είναι η ουσία: το κράτος δεν έχει δικαίωμα να κακοποιεί κρατουμένους. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν οι νεαροί της Αστυνομίας και όλοι οι υπόλοιποι. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία, τίποτα. Δεν μπορούμε να το δεχτούμε για κανέναν. Εδώ είναι που χρειάζεται η αδιαλλαξία, αν θέλει η κυβέρνηση να  πειστούμε τώρα εμείς οι πολίτες πως εννοούν την επιβολή του νόμου και της τάξης, οι ένοχοι του ξυλοδαρμού να βρεθούν και να απολυθούν. Πρέπει να το υπερασπιστούμε αυτό το κράτος απ' όλες τις μεριές.  Δεν μένουμε στην Ευρώπη μόνο για να έχουμε ευρώ. Δεν δεχόμαστε τους μισθούς και τις συντάξεις να μειώνονται μόνο για να έχουν οι συνδικαλιστές να παριστάνουν τους αγωνιστές. Δεν ματώνουμε για να πληρώσουμε τριπλά στην εφορία μόνο για να αποδειχτεί πως ήταν λάθος η συνταγή της λιτότητας. Το κράτος δικαίου είναι το μόνο πράγμα που δίνει νόημα σε όλ´ αυτά. Πρέπει να προσπαθήσουμε να  πείσουμε ξανά χιλιάδες νέους ότι η ειρηνική ζωή αξίζει τον κόπο, ότι το κοινωνικό συμβόλαιο έχει νόημα, ότι μπορεί να εξασφαλίσει ευτυχία και ικανοποίηση ανώτερη απο την υπόσχεση της βίας και του απόλυτου. Και χρειαζόμαστε επιχειρήματα. Χρειαζόμαστε την πολιτεία στο πλευρό μας.

Κίτρινο γρασίδι

 Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...