Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Το κασκόλ της Ντάριας


Ο τελευταίος άνθρωπος που περίμενα να συναντήσω στο ίδρυμα Θεοχαράκη τη μέρα που πήγα να δω την έκθεση Γύζη ήταν η Ντάρια, η Σέρβα γειτόνισσα που έβλεπα παλιότερα σχεδόν καθημερινά στη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης. Είχαμε ανταλλάξει μερικές καλησπέρες πάνω απο τις στοίβες των βιβλίων που φιλοδοξούσαν να γίνουν μαγιά δανειστικής βιβλιοθήκης. Χαρακτηριστικά λεπτό πρόσωπο, αργή και χαμηλόφωνη ομιλία, ένα κάπως απόμακρο ύφος. Από διάφορες ενδείξεις  είχα καταλάβει ότι επιβίωνε με ελάχιστα χρήματα αλλά δεν παραπονιόταν ποτέ. Γι αυτό ξαφνιάστηκα που την είδα εκεί, η έκθεση είχε 6 ευρώ εισιτήριο.
Εγώ έφευγα κι εκείνη ερχόταν. Την κάλεσα για έναν καφέ στο ωραίο καφενείο του ιδρύματος. Ακούμπησε το εισιτήριο στο τραπεζάκι, "δεν ήθελε καμία φίλη μου να δώσει 6 ευρώ για να έρθει μαζί μου, είπε. Είναι πραγματικά ακριβό, αλλά αξίζει τον κόπο, για τον Γύζη!"
Μα τι μπορεί να σημαίνει για σένα ο Γύζης; μου ερχόταν να ρωτήσω. Είσαι μήπως ζωγράφος, έχεις κάποια σχέση με την Ιστορία της Τέχνης; Με τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό; Μήπως με την υπαρξιακή αναζήτηση ταυτότητας, ή την ιστορική αναζήτηση της κατασκευής εθνικής ταυτότητας; Ο Γύζης ξέρεις, ήταν από την Τήνο, μήπως έχεις κάποια σχέση με την Τήνο; Πήγε στο Μόναχο για σπουδές με άλλους έλληνες, είναι δυνατόν να ενδιαφέρεσαι για τη συνδρομή της Σχολής του Μονάχου στη νεοελληνική ταυτότητα; Ζωγράφισε μια κάπως μυθική Ελλάδα, απόδειξη "το κρυφό σχολειό". Εζησε όλη τη ζωή του στη Βαυαρία, ίσως αυτό να σε συγκινεί.  Ξένη κι εσύ σε ξένα μέρη. Εκείνος έγινε καθηγητής πάντως στη Σχολή του. Δεν θα έλεγα  ότι έχετε κοινά σημεία.
Δεν είπα φυσικά τίποτε απ' όλ' αυτά στη Ντάρια. Μιλήσαμε γι άλλα πράγματα, για τα σινεμά που έχουν φτηνό εισιτήριο τα απογεύματα, τις μέρες με δωρεάν είσοδο στους αρχαιολογικούς χώρους, (οι πρώτες Κυριακές κάθε μήνα μέχρι το καλοκαίρι) και παρόμοια ζητήματα και πληροφορίες. Ηταν ενθουσιασμένη με τον καφέ που πίναμε απέναντι από τον Εθνικό Κήπο καθισμένες σε καρέκλες Λουί Σεζ. Κι εγώ πια ένιωθα πολύ γενναιόδωρη για το κέρασμα.
Μόνο που φεύγοντας καθώς την αποχαιρετούσα, βγάζει το κασκόλ της, το διπλώνει ένα ριπή οφθαλμού, και μου το προσφέρει δώρο. Αδύνατο να την πείσω πως δεν χρειαζόταν ανταπόδοση  ο καφές που δεν ήταν κι απο τους ακριβότερους της Αθήνας. Ολες μου οι αντιρρήσεις πήγαν στράφι, μέχρι που κατάλαβα ότι θα ήταν προσβολή να φύγω άνευ αντιδώρου.  Οι άνθρωποι είναι απρόβλεπτοι. Έφυγα με το κασκόλ  αμήχανη, μαγκωμένη και προβληματισμένη. Τι θα έκανα;
Το φόρεσα μια μέρα τελικά με κόκκινη καμπαρντίνα. Πάντα χρειάζεται να έχει κανείς ένα ζωηρόχρωμο πανωφόρι στη ντουλάπα.

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Φροντιστής σκηνής: Η Αθήνα του μαρκήσιου

Φαίνεται πως ο μαρκήσιος ντε Νουαντέλ, πρεσβευτής της Γαλλίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, είχε ακούσει για την πόλη Αθήνα και ήθελε να τη δει. Την επισκέφτηκε το 1674 παίρνοντας μαζί του ένα ζωγράφο, ο οποίος τον απαθανάτισε με κόκκινο μακρύ πανωφόρι, μάλλον ανατολίτικης μόδας, να γίνεται δεκτός από τις τοπικές αρχές έξω από την πόλη. Πίσω του ζωγράφισε την Αθήνα ανφάς γύρω από το ψηλό της κάστρο, την Ακρόπολη, με το πιο σπάνιο τζαμί που έγινε ποτέ στην κορυφή, τον Παρθενώνα ολόκληρο..  Στο βάθος έβαλε τη θάλασσα και τα νησιά, αριστερά, στην εξοχή, τις κολώνες από τον αρχαίο ναό του Ολυμπίου Διός.
Το πρώτο πράγμα που με τραβά στο μεγάλο αυτό πίνακα είναι οι φερετζέδες δυο γυναικών στη δεξιά πλευρά που παρακολουθούν από μακριά την άφιξη του Γάλλου. Φέτος για να αντέξω τη δύσκολη σκηνή, που είναι η Αθήνα, κάνω βουτιές στα παρασκήνια, στις μαρτυρίες του παρελθόντος της. Έχω μπει για πρώτη φορά στη ζωή μου στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, στην πλατεία Κλαυθμώνος, το πρώτο παλάτι του Όθωνα όπως γράφει, και οπλίζομαι με υπομονή για να αποκρυπτογραφήσω όσο θα αντέξουν τα πόδια μου ρομαντικές εικόνες της Αθήνας. Δεν περίμενα αυτό το λεπτομερειακό ρεπορτάζ από μια εποχή που ξεχνάμε ότι υπήρξε. Δεκατρία χρόνια πριν ο Μοροζίνης βομβαρδίσει την Ακρόπολη. Είναι μια μικρή πόλη, σαν τις μεσαιωνικές, με τείχος τριγύρω, γεμάτη κόκκινες στέγες. Συμμαζεμένη, περιορισμένη, σαν τις πόλεις που ξετρελαίνουν τους τουρίστες στην Ευρώπη με το μικρό μέγεθος του παρελθόντος τους, όπου χαρούμενα παιδιά ανεβαίνουν στα τείχη και κάνουν τρέχοντας το γύρο. Οι οχυρώσεις είναι πια παιδικές χαρές, οι παλιές μικρές πόλεις είναι πια ανοιχτές σε όλους, απρόσιτες στα αυτοκίνητα, γεμάτες μαγαζάκια. Η χαρά του παιδιού. Η μικρή τους κλίμακα εξημερώνει τη σχέση με την έννοια της πόλης, το βάθος του χρόνου εξοικειώνει με τη σύγχρονη μεγαλούπολη.
Αυτή η πόλη δεν υπάρχει στις δικές μας γνώσεις, στην αίσθηση της συνέχειας που αποκτάμε για την Αθήνα. Είναι σα να έχουμε βάλει στο μυαλό μας ένα κάγκελο, όπως στην Αρχαία και τη Ρωμαϊκή Αγορά, και δεν μπορούμε να φανταστούμε τους τοίχους και τις κολώνες τους να στηρίζουν σπιτάκια ή τέντες που σκίαζαν τα μαγαζάκια, δρόμους σκονισμένους ανάμεσα στα ερείπια της Αδριάνειας βιβλιοθήκης, κεραμίδια πάνω από αρχαίους, μεγάλους τοίχους. Αν μπορούσα να δω την πόλη έτσι θα σταματούσα να χάνομαι, θα αποκτούσα επιτέλους το αίσθημα προσανατολισμού που λείπει από τη ζωή μου, κάνω τη σκέψη αυτή καθώς πλησιάζω στο μεγάλο πίνακα του Jacques Carrey, ο οποίος είναι ‘διαρκές δάνειο της πόλης Σαρτρ’.
Η Αθήνα δεν ήταν ακριβώς σαν μούμια που μόλις έρθει σε επαφή με το οξυγόνο διαλύεται, αφού ανάπνεε ήσυχα κάτω από το πέπλο της λήθης, αλλά αυτός ο φιλομαθής μαρκήσιος με το ζωγράφο του είδαν κάτι που κανένας άλλος δεν πρόλαβε να δει, ή έστω να καταλάβει ότι έβλεπε. Μέχρι τότε τη ζωγράφιζαν όπως τη φαντάζονταν, με τις κολώνες και τα ερείπια ατάκτως ερριμμένα. Ο πρεσβευτής είδε μια ζωντανή μικρή πόλη με το παλιό μεγαλείο ανακυκλωμένο στη μικρομεσαία της πραγματικότητα. Μετά το πέρασμα του όλα άρχισαν να αλλάζουν πιο γρήγορα.  Ενάμιση αιώνα αργότερα το λαμπρό παρελθόν της θα καταπιεί τα ενδιάμεσα στοιχεία. Λίγες δεκαετίες μετά το άπληστο παρόν θα τυλίξει τα πάντα, σα μαγικό δάσος που κλείνει εκείνο το παλάτι με τη βασιλοπούλα που κοιμόταν εκατό χρόνια. Το πριγκιπόπουλο είναι ο θεατής, ας πούμε εγώ που κοντεύω να φιλήσω την επιφάνεια του διαρκούς αυτού δανείου.
 http://issuu.com/greekfestival/docs/ef-29?mode=window&pageNumber=1
http://www.greekfestival.gr/gr/article55.htm

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Πύλες της Ανατολής

Ντέβα κάτι σαν άγιος του βουδισμού, 7ος, 8ος αιώνας
Δεν ήθελα να πάω σε μουσεία στο Παρίσι. Βόλτες ήθελα να κάνω, να χορτάσω του δρόμους του, όσο μπορούσα, όσο θα με κρατούσαν τα ποδαράκια μου. Έχουμε τόση στέρηση από περπάτημα απολαυστικό εμείς οι αθηναίοι. Εδώ το περπάτημα θεωρείται βασανιστήριο για κατώτερα όντα, κι αφού έτσι το θεωρούμε, έτσι το έχουμε κάνει. Ανήκω σε μια άκρως καταπιεσμένη μειοψηφία περιπατητών της δυστυχούς Αθήνας
Πήγα λοιπόν για περπάτημα αλλά λογάριαζα χωρίς την κλιματική αλλαγή, αυτή που έφερε τη Σαχάρα στην Ελλάδα και το Βόρειο Πόλο στο Παρίσι. Δεν κατάφερνα να περπατώ για πολλή ώρα χωρίς να χρειάζομαι διάλειμμα σε ζεστό χώρο. Έμπαινα σε μαγαζιά, σε μουσεία, σε καφενεία, όπου έβρισκα.
Περνώντας από το Τροκαντερό κοντά, μόλις είχα φωτογραφήσει την ελληνική εκκλησία προσπαθώντας να θυμηθώ ένα Πάσχα εκεί πριν τριάντα χρόνια, είχα φτάσει στο όριο των δυνάμεων μου και βρισκόμουν μπροστά στο μουσείο ανατολικής τέχνης Γκιμέ. Είναι ένα μουσείο που το απέφευγα ως τώρα συστηματικά, έχοντας αποφασίσει ότι η ανατολική τέχνη με ξεπερνά, δεν είμαι σε θέση να την παρακολουθήσω. Μου φτάνει η δυτική που ήδη είναι τεράστια για τη φτωχή μου αφομοιωτική ικανότητα στα εικαστικά, την ανατολική μπορώ να την αφήσω στην ησυχία της.

Αυτά ως εκείνη τη μέρα της προηγούμενης εβδομάδας που λόγω κρύου αποφάσισα να περάσω το κατώφλι του μουσείου ανατολικής τέχνης. Στο μεγάλο του προθάλαμο δεν μπορώ να πω ότι ζεστάθηκα αμέσως, έτσι προχώρησα μέσα, και να μην τα πολυλογώ, το τράβηξα, το απέφυγα, αλλά τελικά το περπάτησα σχεδόν ολόκληρο. Και πλέον δεν ανήκω σε αυτούς που έχουν εξοβελίσει την ανατολική τέχνη από τη ζωή τους, αλλά στους άλλους.
Βούδας του 5ου αιωνα
Από τη μια στην άλλη, οι αίθουσες με τράβηξαν. Νομίζω στη αρχή ήταν το χαμόγελο. Ρε συ, αυτοί χαμογελάνε σαν αρχαϊκές κόρες, σκέφτηκα και πλησίασα να δω. Είναι να μην κάνεις την αρχή, ύστερα σε τραβάνε κάτι τέτοια από το μανίκι και αιχμαλωτίζεσαι.
Εν ολίγοις, το μουσείο αυτό έχει εξαιρετικά έργα. Έχει μοναδικά γλυπτά και τοιχογραφίες, και υφάσματα, ακόμα και μια στούπα ολόκληρη στημένη μέσα, ένα μικρό ναό με θόλο. Και περπατώντας και βλέποντας τα αγάλματα και τα χαμόγελά τους, και τα πολλά χέρια μερικών και τα παράξενα σύμβολα που κρατάνε, κάνοντας αναπόφευκτες συγκρίσεις και συνειρμούς, με πιάνει η περιέργεια. Την οποία πηγαίνω να λύσω στο μικρό μαγαζί του μουσείου που πουλάει και βιβλία. Παίρνω ένα για την ινδική μυθολογία, ένα για το βουδισμό κι ένα για την ανατολική τέχνη. Διάβασα μιάμιση φορά το πρώτο (γιατί είναι πολύ περίπλοκη η ινδική μυθολογία) μία το δεύτερο, και το τρίτο δεν το άνοιξα ακόμα. Έμαθα δυο τρία πράγματα για τον Βισνού, τον Βράχμα και τον Σίβα, τα αγάλματα του οποίου πλημμυρίζουν το μουσείο, ακόμα και για την Κάλι και τις άλλες γυναικείες θεότητες, για τη θρησκευτική συμπεριφορά των Ινδών και για τις βασικές φιλοσοφικές τους αντιλήψεις. Έμαθα για τις θρησκείες της Ινδίας, για το πώς ο βουδισμός ενώ ξεκίνησε απο εκεί, τελικά μετά απο μια εποχή μεγάλης διάδοσης προχώρησε ανατολικότερα, και στην πατρίδα του σήμερα είναι σχεδόν ανύπαρκτος. Πήγε σε άλλη γή σε άλλα μέρη, άλλαξε, σε κάθε τόπο προσαρμόστηκε με τις ντόπιες συνήθειες και μορφές.
Μυθική βασίλισσα
Κυρίως αισθάνθηκα, περιδιαβαίνοντας τις αίθουσες εκείνου του μουσείου, ότι κάθε τόπος, όση ιδιαιτερότητα κι αν έχει, όσο μοναδικός κι αν είναι, και ισχυρός, όσο κι αν βρίσκεται μακριά και απομονωμένος, έχει σχέση με τους άλλους, εν προκειμένω με τους δικούς μας, μια σχέση που ξεχνάμε διαρκώς. Η ανατολική τέχνη, που προτιμούσα να την απωθώ για να μην μπλέξω με τα δύσκολα, ενώνεται με ένα μεταξωτό νήμα με τη δυτική τέχνη. Κυριολεκτικά μεταξωτό, το μετάξι ήταν το ακαταμάχητο προϊόν που ήθελαν οι δυτικοί και ταξίδευαν εκεί για να το εισάγουν. Κι όπως ταξίδευαν για να πάρουν, έδιναν κιόλας κατιτίς, κι όπως έπαιρναν άφηναν, κι άλλαζαν εκείνοι, άλλαζαν και τους άλλους. Κανένας εξερευνητής δεν υπήρξε πρώτος, κάποιος άλλος υπήρχε πάντα πριν απο αυτόν, κι ο πιο παλιός στα βάθη του χρόνου, ήταν ένας αδερφός που είχε αποχαιρετήσει τον αδερφό του, ή ίσως τον είχε σκοτώσει κι έφυγε μακριά. Η ανατολή είναι δίπλα, κι οι κοινοί θνητοί δεν θέλησαν ποτέ να δεχτούν τα σύνορα των ηγεμόνων, πάντα τους τραβούσε το εμπόριο, τα καραβάνια κι οι ανταλλαγές.



Κινέζος βούδας

Έτσι μια βόλτα στο κρύο Παρίσι μου άνοιξε τις μυρωμένες πύλες της Ανατολής, και τώρα που γύρισα στην Ελλάδα βλέπω με άλλο μάτι τους γείτονές μου από την Ινδία. Σκέφτομαι ότι μπορεί να είναι ινδουιστές, να πιστεύουν δηλαδή στους πολλούς θεούς του ινδουικού  πανθέου το οποίο είναι σαν την ελληνική μυθολογία, εξίσου πολύπλοκο, απέραντο, με χιλιάδες εκδοχές, θεότητες, ήρωες και ημιθέους, πολυθεϊστικό όσο γίνεται. Και πού θα μπορούν να φτιάχνουν τις γιρλάντες τους οι άνθρωποι, πού θα βρίσκουν αγάλματα να τις τυλίγουν;
Πόσο αφιλόξενα θα νιώθουν στην άσχημή μας πόλη.
 Δεν είναι μικρό πράγμα, μια θρησκεία που παρέμεινε πολυθεϊστική επί αιώνες, ένας λαός που δεν υπέστη αυτή τη μεγάλη αλλαγή του χριστιανισμού και του ισλαμισμού. Πώς να τον καταλάβουμε; Ξαφνικά σκέφτομαι για πρώτη φορά στη ζωή μου, ότι θα ήθελα κάποτε να πάω στην Ινδία. Όχι για τίποτε άλλο, για να δω τα λουλούδια με τα οποία στολιζουν τους θεούς τους, και που μάλλον μοιάζουν με τα στεφάνια που συνήθιζαν οι αρχαίοι έλληνες να στολίζουν τους δικούς τους. Αν ήμουν δωδεκαθεϊστής δηλαδή θα είχα φύγει ήδη.




Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2004

Πιο αρχαίο το μουσείο

Βρέχει ή όχι; Μπροστά στο Μουσείο γυαλίζουν πάντα τα καινούργια πλακάκια.
Είναι σαν να βρέχει μονίμως, κυρίως επειδή έχει τόση ερημιά τώρα πια αυτός ο
ελεύθερος χώρος μπροστά του. Φώτα παράξενα σε τυφλώνουν αν περάσεις δίπλα. Δεν
περνά, ούτως ή άλλως, κανείς. Περισσότερα αρχαία δεν θέλουν οι νέοι
κυβερνήτες; E, να, εδώ τα αρχαία είναι με κάποιον παράξενο τρόπο πιο αρχαία
από ποτέ. Πιο απόμακρα, πιο αδιάφορα, πιο κρύα. Πριν από λίγο καιρό υπήρχε
κόσμος εδώ, παίζανε μερικά πιτσιρίκια, έβγαιναν βόλτα μερικά σκυλιά,
συναντώνταν άνθρωποι στο καφενείο και κάθονταν να ειδωθούν. Διότι εκεί, στο
καφενείο του Μουσείου, στον ήλιο του Μουσείου, που έγραψε και ο Παπαχρήστος,
υπάρχει ένα σπάνιο προσόν για την οπτική ανάδειξη των ανθρώπων. Υπάρχει φόντο,
βάθος και προοπτική. Σε πολύ λίγα κτίρια άφησαν μπροστά τόσο ελεύθερο χώρο, με
μεγάλα ωραία δέντρα, με άνεση. Τα ανθρώπινα πρόσωπα εκεί διαθέτουν προνομιακό
κάδρο, υπέροχο φυσικό λάιτ μπακ. Αλλά, ίσως, δεν χρειαζόμαστε πια κάδρο για τα
πρόσωπα των φίλων μας, σκιές και ανταύγειες στα μαλλιά τους, αεράκι στα
μάγουλά τους. Ίσως τα μόνα κάδρα που χρειάζονται τώρα είναι εσωτερικού χώρου.
Κι αυτός ο εξωτερικός χώρος έχει μείνει άχρηστος. Είναι πολύ ανοιχτός για τα
τωρινά μας αγοραφοβικά γούστα, πολύ εκτεθειμένος, πολύ κεντρικός. Κάποτε
έσκαγε μύτη σ' εκείνη τη λιακάδα το άνθος της ανήσυχης νεολαίας. Ήταν στέκι
όλων των ωραίων και τολμηρών που μένουν πλέον σε προάστια. Ας κάνανε μια
λέσχη, κάτι, να ξανανοίξουν το καφενείο. Ας οργανώνονταν να ξαναπάρουν πίσω
τουλάχιστον την πρόσοψη του «Ακροπόλ» απέναντι που τη σκέπασαν σαν πτώμα, με
βρώμικο σεντόνι
https://www.tanea.gr/2004/11/11/opinions/analwsima-pio-poly-arxaio-to-moyseio/

Κίτρινο γρασίδι

 Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...