Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Περιχαρακωμένο δόγμα



Κάνε γιόγκα,  συμβούλευα μια γνωστή με ελαφρά κινητικά προβλήματα, κάποτε. Απαπα, δεν κάνω  τέτοια, απαντούσε. Ήταν θρήσκα. Δεν μπορούσε να τη δει ως απλή γυμναστική, ήταν ανένδοτη. Η εκκλησία την καταδίκαζε!
Η ορθόδοξη εκκλησία είναι πολύ αυστηρή στην περιχαράκωση της. Καταδικάζει πολύ περισσότερα πράγματα από όσα επαινεί, καλλιεργεί υπερβολικά την αποτροπή, δημιουργεί συστηματικά εύφορο έδαφος για προκαταλήψεις. Φοβάται πολύ τις επαφές με άλλα δόγματα και θρησκείες, είναι απίστευτα μη μου άπτου, λες και κάθε άνοιγμα, παραδοχή και αποδοχή κινδυνεύει να τη δηλητηριάσει. Κυρίως δεν θέλει να έχει καμία σχέση με καμία άλλη θρησκεία, κανένα άλλο δόγμα, καμία άλλη φιλοσοφία, παλιότερη ή νεώτερη, κανέναν άλλο θεό ή παράδοση, καμία χρονική  και ιστορική στιγμή.
Κι όμως είναι προϊόν ιστορικής στιγμής. Αν δεν ζούσε στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ο Παύλος δεν θα έπαιρνε ποτέ οικουμενικό χαρακτήρα ο χριστιανισμός. Αν δεν ήταν χριστιανή η μητέρα του Κωνσταντίνου μάλλον δεν θα γινόταν ποτέ επίσημη θρησκεία.  Αν δεν ανταγωνίζονταν οι πατριάρχες Ρώμης και Κωνσταντινούπολης δεν θα γινόταν το σχίσμα και θα μπορούσαμε κι εμείς να τραγουδάμε Μπαχ στις εκκλησίες, ίσως. Κι αν δεν ζούσε στο βάθος κάθε ευρωπαϊκής ψυχής, σε ανατολή και δύση, η νοσταλγία για κάποια Pax,  που ίσως ήταν romana, αλλά μάλλον δεν υπήρξε ποτέ, δεν θα κατάφερνε να παραμείνει ισχυρή αυτή η θρησκεία μέσα στους τόσους αιώνες. Αν δεν προσαρμοζόταν κατά τόπους σε διάφορα έθιμα και παλιότερες λατρείες, πάλι δεν θα μπορούσε να επιβληθεί και να κυριαρχήσει όπως κυριάρχησε.
Η Ινδία είναι πολύ μακριά, αλλά αν το ψάξει κανείς θα βρει κοινά στοιχεία και στην ινδική μυθολογία με τον χριστιανισμό. Η στάση προσευχής ας πούμε, το δέος που υποδηλώνει, η προσπάθεια αυτοσυγκέντρωσης και γαλήνης, η συνείδηση της μοναξιάς, δεν είναι πολύ οικεία; Πλησιέστερα, στην αιγυπτιακή μυθολογία, ή στην ελληνική, βρίσκουμε παρθένες μητέρες θεών, θεούς που γεννιούνται τη μεγαλύτερη νύχτα του χρονου τον Δεκέμβριο, θαυματουργές θεραπείες, οράματα, θανάτους και αναστάσεις, και άλλα περίεργα στοιχεία που κάτι μας θυμίζουν. Οι θρησκείες μπαίνουν η μια μέσα στην άλλη, όσο και να περιχαρακώνονται ως μοναδικές η καθεμία. Σε ακραίες καταστάσεις οι περιχαρακώσεις έχουν στοιχίσει ακριβά σε πολέμους και ρήξεις, τα ξέρουμε.
Είναι στοιχείο της πίστης η περιχαράκωση, ή απλώς στοιχείο της σχέσης εξουσίας των ιερέων με το ποίμνιο; Μπορεί να πιστεύει κανείς χωρίς να φοβάται την πίστη των άλλων, παρόντων και παρελθόντων, χωρίς να περιχαρακώνεται; Νομίζω έχει ενδιαφέρον το ερώτημα για τους θρησκευόμενους.


Η γιαγιά και η θεία της γιαγιάς

Image may contain: 1 person
Η θεία της γιαγιάς
Image may contain: 1 person
Η γιαγιά στα δεκάξι της

Η γιαγιά μου ήταν από εδώ, πληροφορώ όσους Δρακειώτες ενδιαφέρονται να μάθουν την καταγωγή μου, και πώς βρέθηκα με σπίτι στο χωριό. Και, όχι, δεν είχαμε σπίτι, η γιαγιά μου είχε φύγει από εδώ στα δεκάξι της ή δεκαπέντε, μπορεί και νωρίτερα, δεν ξέρω. Στη φωτογραφία που στέκεται όρθια με τα χέρια ακουμπισμένα σε ανθοστήλη- εκτός αν είναι αναλόγιο- δεν είναι πάνω από δεκαεπτά και έχει αρραβωνιαστεί ήδη, ίσως και παντρευτεί. Την είχε πάρει μαζί της στην πόλη, στο Βόλο, η πλούσια και άτεκνη θεία της, σύζυγος ειδικού περί τα καπνά. Ταξίδευε ο άντρας της θείας σε όλον τον κόσμο και ερευνούσε ποικιλίες καπνών και έφερνε στην Ελλάδα.
Για χρόνια η μάνα μου μετέφερε τη φωτογραφία αυτής της θείας από σπίτι σε σπίτι χωρίς να μας λέει περί τίνος πρόκειται, κι όταν τελικά την έβαλε σε περίοπτη θέση εδώ, στο εξοχικό που έφτιαξε στη Δράκεια, αναρωτήθηκα επιτέλους ποια είναι αυτή η γυναίκα. Τότε μου είπε την ιστορία της. Ουσιαστικά είναι αυτή που πήρε τη γιαγιά από το χωριό της. Κι εγώ που είχα μεγάλο πόνο ως παιδί να μην έχω χωριό, άσε που δεν είχα ούτε τη γιαγιά, γιατί είχε πεθάνει πριν γεννηθώ, δεν την πολυχώνεψα τη θεία.
Ωστόσο παραμένει σε περίοπτη θέση στο σπιτάκι μας η φωτογραφία, μόνη αυτή από όλους τους μακρινούς προγόνους, να μας θυμίζει ότι είναι σημαντικό να αφήνεις κάποια στιγμή το χωριό σου, όσο όμορφο κι αν είναι.
Αλλά και να επιστρέφεις κάποτε.
Ίσως αν ζούσε η γιαγιά μου να με είχε φέρει εδώ ως παιδί, να είχα και χωριό. Είναι σπουδαίο για τα παιδιά να έχουν ένα χωριό. Η μαμά μου το πρωτοείδε στα σαράντα τόσα της κι εγώ στα είκοσι μου. Ήταν κάπως αργά, όμως τα δικά μου παιδιά το κατέχουν από τα παιδικά τους χρόνια.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2020

Χορτοφαγία


Δεν είναι ότι ξέρω πολλά από άγρια χόρτα, αλλά κάτι έμαθα τόσα χρόνια, και πρόκειται για γνώση αποκτηθείσα επί του πεδίου. Κάθε μέρα τις δυο πρώτες εβδομάδες της φετινής άνοιξης εδώ, που τις περάσαμε σε κανονική καραντίνα, τρώγαμε σαλάτα του κήπου, ραδίκια, ζοχούς, λίγα πεντάνευρα και άλλα παρόμοια. Μάζευα τόσα πολλά που χρειαζόταν μετά η κατσαρόλα της θείας για τις μαρμελάδες. Κάθε φορά λέμε, πω πω, είναι πολλά, πώς θα τα φάμε, και κάθε φορά τα τρώμε. Είναι τόσο νόστιμα με λεμονάκι και λάδι, πότε γλυκά, όπως οι τσουκνίδες, το γλυκύτερο χόρτο οι άτιμες, πότε πικρούτσικα, όπως τα εικονιζόμενα, το δε κομματάκι της ριζούλας που διασώζεται στο καθάρισμα είναι το μπιφτέκι τους, έτσι το λέω εγώ, με το συμπάθειο..
Μια μέρα στην Αγριά που ψωνίζαμε μου γυάλισαν κάτι φυντάνια σε φυτώριο και πήρα μερικά, ο Δημήτρης άρχισε να ασχολείται μαζί τους και σταδιακά έχουμε χωρίσει τις αρμοδιότητες: εκείνος με τον μπαξέ, περιποιείται τα ήμερα, κολοκυθάκια, μελιτζάνες, ντομάτες, σέλινα, αγγούρια, εγώ συνεχίζω στο τροφοσυλλεκτικό στάδιο, μαζεύω ακόμα αγριόχορτα, δεν ξέρω αν αυτό δείχνει κάτι για τους χαρακτήρες μας ή τα χαρακτηριστικά των φύλων... (και ουχί των φύλλων, ή των φίλων)

Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

Το μαγικό βουνό του γιατρού Καραμάνη

Ο Καραμάνης στο εξώφυλλο
του βιβλίου

Τώρα που διαβάζω το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, ε ναι, ακόμα δεν το τελείωσα, είναι τεράστιο, ενδιαμέσως διαβάζω κι άλλα, παρατείνω την ανάγνωση όπως τη διαμονή μου εδώ, διαβάζοντας λοιπόν για το σανατόριο στο Νταβός, σκέφτομαι και το Σανατόριο του Πηλίου, που έχω πάψει πια να το βλέπω στην πλαγιά του βουνού απέναντι, προφανώς γκρεμίστηκε τελείως. Κάποτε φαινόταν ανάμεσα σε μια συστάδα λεύκες, την άνοιξη, όχι το καλοκαίρι που φουντώνουν τα δέντρα.
Εδώ στο χωριό, λίγο πιο πάνω από το σπίτι μας βρίσκεται το ερείπιο ενός επιβλητικού αρχοντικού, αυτό είναι το σπίτι του Καραμάνη κατά τον γείτονά μου, ντόπιο συνταξιούχο εργάτη που δούλεψε στα νιάτα του στο Σανατόριο, κοντά στο γιατρό, πηγαίνοντας με τα πόδια κάθε μέρα από το μονοπάτι.
Εχω φωτογραφίσει το σπίτι αυτό πριν γκρεμιστεί, αλλά δεν καταφέρνω να βρω τις φωτογραφίες. Έχω φωτογραφίσει και το Σανατόριο, είχαμε πάει κάποτε και το εξερευνήσαμε με την Αλίκη, την αγαπημένη μου φίλη που τόσα καλοκαίρια περάσαμε μαζί εδώ πάνω. Αλλά ούτε αυτές τις βρίσκω.
Θα ήταν ωραία να έχει γίνει αυτό το σανατόριο κάτι σαν μουσείο, ξενοδοχείο, spa, όλα μαζί αυτά, οι λογοτεχνικές αναφορές δεν του λείπουν, η Άννα, η γυναίκα του γιατρού που ερωτεύτηκε τον Σικελιανό και χώρισε για να φύγει μαζί του, φωτογραφίες με τον Παλαμά και άλλους σε εκδρομές που έκαναν στο Σανατόριο, υλικό υπήρχε. Την είχα συναντήσει τότε που έμενε στην Πινδάρου, την Άννα Σικελιανού, και είχαμε μιλήσει πολύ για τη Δράκεια και τον Καραμάνη, και για τον Σικελιανό βέβαια, αλλά δεν είχα βγάλει φωτογραφίες, δεν είχαμε τότε τα κινητά, και κακώς δεν κουβαλούσα συνέχεια φωτογραφική μηχανή μαζί μου.
Οι ιστορίες υπάρχουν πάντως, έστω και απότομα κομμένες, έστω και μετά ερειπίων, όπως τόσα πράγματα.

Image may contain: plant, sky, flower, tree, outdoor and nature
Το ερείπιο του σπιτού του με τη χρονολογία χτισίματος, 1861

Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

Le temps des cerises

Στα γυμνά κλαριά βγήκαν πρώτα τα λουλούδια, επιβίωσαν από την αγριάδα της φετινής άνοιξης, συντροφεύτηκαν σε λίγο από τα φύλλα, κι ύστερα πριν το πάρουμε είδηση, γέμισαν κεράσια. Θυμήθηκα ότι μερικές χρονιές είχαμε έρθει με μικρά παιδιά, γιαγιά και θεία, μεγάλες κατσαρόλες, κουβάδες, κι ανέβαιναν σαν πιθηκάκια στο δέντρο τα παιδιά, και φτιάχναν ύστερα γλυκό οι γιαγιάδες, κι εγώ που δεν είχα δει κεράσια σε δέντρο πριν τα τριάντα τόσα χρόνια μου, δεν ήξερα πού να χωρέσω και να κατατάξω μέσα μου εκείνη τη συγκίνηση.
Αλλά κρατά τόσο λίγο η εποχή των κερασιών, λέει το τραγούδι, η εποχή της νιότης, η εποχή που λάμπουν τα κορίτσια με τα ελαφρά τους φορέματα, τόσο λίγο κρατά η ανεμελιά, τόσο γρήγορα χάνονται τα κορίτσια από το αεράκι, ή το αεράκι από τα κορίτσια, τόσο γρήγορα ο μόχθος παίρνει εκδίκηση επάνω τους, η δροσιά τους σιγά- σιγά φεύγει, ανεπαίσθητα υποχωρεί καθώς οι μέρες περνούν, η δροσιά των κοριτσιών και η δροσιά των αγοριών, τελειώνουν τα κεράσια, φεύγουν τα νιάτα σαν αστραπή, και τα λοιπά. 
Κι η άλλη εποχή των κερασιών, η δεύτερη, η ατραγούδιστη, κι αυτή κρατάει λίγο. Η εποχή που τα παιδιά μικρά θαμπώνονται από τα κεράσια, σκαρφαλώνουν στα δέντρα, είναι ακόμα μαζί σου αλλά κιόλας δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους, κι εσύ τι θα κάνεις ως μητέρα; Θα τα αφήσεις να διακινδυνεύσουν τέτοιες αναρριχήσεις; 
Τα αφήνεις λοιπόν και τα κοιτάζεις από κάτω, τρέμοντας λιγάκι και συγκρατώντας τις κραυγές πανικού, να μη φοβηθούν, να μην τους κόψεις τα φτερά, αλλά χαίρεσαι κιόλας τη χαρά και τον ενθουσιασμό τους, μαζεύουν κεράσια, πασαλείβονται με κόκκινο χυμό, γεμίζουν τα καλαθάκι τους, επιστρέφουν θριαμβευτές.
Κρατά λίγο κι αυτή η εποχή των κερασιών. 
Τώρα τα δέντρα έχουν μεγαλώσει, δύσκολο ν' ανέβεις, δύσκολο να μαζέψεις κεράσια, επιπλέον δεν τα ραντίσαμε τότε που έπρεπε, οπότε έχουν σκουλήκι. Ανεβαίνω μόνη μου στη σκάλα, πολύ διστακτικά, πολύ προσεκτικά, κόβω μερικά και τα ανοίγω, βγάζω το σκουληκάκι, δεν είναι πολύ άσχημα, κακώς δίστασα βέβαια και δεν αποφάσισα να φωνάξω ραντιστή, άλλη χρονιά δεν νομίζω να βρεθούμε εδώ με τα κεράσια, κρίμα. Τρώω κάμποσα με αυτή τη μέθοδο, και θυμάμαι τη μαμά μου να περιμένει τους κουβάδες για να φτιάξει γλυκό με τη θεία, και τα παιδιά να τρώνε ατελείωτα κεράσια, τι ωραία που ήταν. Νομίζω εκείνες οι εκδρομές μας χάρισαν μερικές από τις πιο αρμονικές φάσεις συνύπαρξης με την οικογένεια.

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020

Project: Φλαμουριά

Όταν φτάσαμε εδώ, τα κλαριά της φλαμουριάς ήταν γυμνά, μετά βίας ξεχώριζες το μικρό φούσκωμα των νέων φύλλων που ετοιμάζονταν. Κάθε πρωί την έβγαζα φωτογραφία, το πρότζεκτ το έχει προ πολλού τραγουδήσει ο Σούμπερτ. Μέρα με τη μέρα φούντωνε, ώσπου έφτασε στη σημερινή κατάσταση, να φτιάχνει τόση σκιά που κρυώνεις από κάτω, καθώς ετοιμάζει τώρα τα λουλούδια της, το τίλιο.


Αυτή τη φλαμουριά τη φύτεψε η μητέρα μου όταν έχτισε το σπίτι, πριν ακριβώς τριάντα χρόνια. Ήταν ένα μικρό δεντράκι, δεν φανταζόταν κανείς ότι θα μεγάλωνε τόσο. Τη θαυμάζω πάντα και απορώ, μέχρι πού θα φτάσει; Να την κλαδέψουμε, λένε καμιά φορά άλλα μέλη της οικογένειας, είναι επικίνδυνη, θα ρίξει το σπίτι. Εγώ όμως σέβομαι πολύ τη φλαμουριά για να μπορώ να διανοηθώ να κάνω κάτι τέτοιο. Μπορεί να κλαδεύω τις κερασιές, τις μηλιές, ακόμα και να κόβω άλλα δέντρα, με αυτήν όμως με πιάνει δέος. 

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Λατινικά ονόματα

Όπως ο Χανς Κάστορπ στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν (εννοείται ότι άρχισα να το διαβάζω αμέσως μετά την Πανούκλα του Καμύ και το Δεκαήμερο του Βοκκάκιου) προσπαθώ κι εγώ να μάθω τα ονόματα των φυτών, κυρίως των αγριολούλουδων. Εχω μαζέψει διάφορα βιβλία και οδηγούς, έχω και εφαρμογές στο κινητό που προσπαθούν να σου βρουν το είδος, αλλά με τις φωτογραφίες δεν είναι εύκολο. Αλλιώς βλέπεις ένα φυτό με τα μάτια σου, αλλιώς το καταγράφει ο φακός. Λείπει η αφή, η όσφρηση, η αίσθηση, η τρίτη διάσταση κι οι άλλες πέντε.
Γι αυτά τα δυο προτείνονται το Ajuga australis ή Ajuga genevensis ή Salvia ή λιβανόχορτο για το μωβ (είπαμε, είναι δύσκολη δουλειά) και το Oxalis spiralis, ή Oxalis Hedysparoidis, ή ξυνούδι για το κίτρινο.
Τα ελληνικά ονόματα, οι κοινές ονομασίες δηλαδή, όταν υπάρχουν, είναι κάπως απογοητευτικά, δυστυχώς ο Linne διάλεξε να κάνει λατινικά τις επιστημονικές ονομασίες, μέχρι και τον εαυτό του ονόμασε Linnaeus...

 

Περιμένουμε



To βίντεο περιέχει βίαιες σκηνές, προειδοποιούν οι New York Times για την οπτική ανασύσταση της δολοφονίας του Τζόρτζ Φλόιντ. Κατάφεραν να μοντάρουν λήψεις από τις κάμερες και τα κινητά, να την έχουν ολόκληρη σε εικόνα, σαν μικρού μήκους ταινία τρόμου. Όπου ο τρόμος είναι πιο ανατριχιαστικός από κάθε βρυκόλακα, τέρας και δράκο της φαντασίας γιατί δείχνει αυτούς που φυλούν το νόμο να τον παραβαίνουν με όλη την άνεση των προνομίων τους. Και  διαλύεται μαγικά και κινηματογραφικά το κράτος δικαίου, το νόημα του νόμου, του κοινωνικού συμβολαίου, η βασική συμφωνία συμβίωσης και  το πρότυπο που θέλει η Αμερική να είναι για το πιο δίκαιο καθεστώς του κόσμου.
Δεν το θέλει μόνο αυτή, το θέλουμε κι άλλοι. Χρειάζεται ένα πρότυπο, κάτι να ακολουθεί κανείς, να έχει ένα στόχο πολιτικό σε όποια χώρα κι αν ζει, όσο συμβιβασμένος κι αν είναι με την αδικία και την καταπίεση. Έχει αναλάβει αυτοβούλως εκείνη να το ενσαρκώνει, ή δεν είχαμε καταλάβει καλά.
Όχι, δεν είμαι αυτό το πρότυπο, φωνάζει ο εκπρόσωπος του αμερικανικού κράτους. Λάθος κάνατε, σας παρέσυραν οι ταινίες. Βγάζουμε πολλές, πρέπει να έχουν ένα ηθικό υπόβαθρο, να δίνουν ελπίδα στους ανθρώπους, πώς θα πουλήσουν; Αλλά κι αυτό μπορεί να είναι λάθος, να μπορούν να πουλήσουν και σκέτες. Κάτι έχουν πάντα από κάτω, ενώ εμείς όχι. Στις ταινίες είναι που λέει ο μπάτσος στον συλληφθέντα, ‘έχεις δικαίωμα να καλέσεις το δικηγόρο σου’ και τέτοια. Εμείς είμαστε οπλισμένοι, είμαστε κράτος, ξέρουμε κόλπα, πώς να σκοτώνεις έναν άνθρωπο χωρίς να ζορίζεσαι, δεν ψάχνουμε λεπτομέρειες. Άλλο το σινεμά κι άλλο η ζωή.  Είναι παράξενο πώς βρέθηκε να γίνει ταινιάκι το περιστατικό, δεν ήταν γραμμένο το σενάριο, δεν υπήρχε σκηνοθέτης, και νάτο ξάφνου πρώτη μούρη στις ιστορίες, πάει για Όσκαρ. Τραγωδία χωρίς λύση, χωρίς κάθαρση, εκτός κι αν τιμωρηθούν στ’ αλήθεια οι δολοφόνοι και θεωρήσουμε όλοι οι ακούσιοι θεατές ότι αποδίδεται δικαιοσύνη. Αλλά φαίνεται ότι δεν συμβαίνουν εύκολα τέτοια πράγματα στη μεγάλη χώρα όπου ο νόμος είναι ο υπέρτατος αφέντης, κατά το σινεμά πάντα. Ή κατά την ανθρώπινη προσδοκία που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πουθενά, καταπώς φαίνεται. Πάμε για παγκόσμια κατάθλιψη μετά τον κορωνοϊό, ό,τι πρέπει. Κι ο πρόεδρος στο καταφύγιο, ζει κι αυτός το δικό του μύθο, τη δική του πραγμάτωση της μανίας καταδίωξης.
 Όμως δεν μπορεί, κάτι θα γίνει. Έχουμε δει πολλές ταινίες, έχουμε διαβάσει πολλές ιστορίες, περιμένουμε. Κι αν το πρότυπο παραιτείται, η αναζήτηση συνεχίζεται.

Ξεμαθαίνοντας φιλιά

Για μέρες παρατηρούσα τους καταστηματάρχες να ετοιμάζουν τα μαγαζιά τους, όταν ανακοινώθηκε ότι θα άνοιγαν, μέχρι που άνοιξαν, να καθαρίζουν, να γυαλίζουν, να στολίζουν, σα να ήταν για τον καθένα η πρώτη μέρα που θα άνοιγε ένα μαγαζί ολοκαίνουργιο. Κάποιοι έβαφαν σε χρώματα ανακαίνισης και μια ζαρντινιέρα σε έναν πεζόδρομο, ξεσκόνιζαν κι ένα παγκάκι. Ηταν συγκινητική η προετοιμασία, ο τρόπος που ζωντάνευε μια πόλη. Βέβαια, όταν ήρθε η στιγμή, μπήκα στα μαγαζιά μαγκωμένη, με το μπουκαλάκι απολυμαντικό ανά χείρας, με περίσκεψη, τι αγγίζουμε και τι όχι.
Και στην εστίαση που δώσαμε ραντεβού για συνάντηση έξω επιτέλους ξανά καθιστοί στα τραπεζάκια, τώρα το σκέφτομαι. Θα φιληθούμε όταν βρεθούμε ή θα θυμηθούμε να συγκρατηθούμε;
Δουλειά ζωής οι οικειότητες του σώματος, να μάθεις τους κώδικες, ποιον αγκαλιάζεις, πόσο τολμάς, πόσο απολαμβάνεις, πόσο αισθάνεσαι ό,τι απολαμβάνει ο άλλος, και τι συνηθίζεται εδώ. Στο Παρίσι δίνουν φιλιά με το χαίρω πολύ, τρία μάλιστα. Ιδρωσα να το συνηθίσω. Υστερα ήταν μεγάλη κατάκτηση. Να το μεταφέρουμε αυτό σε μας; Ωραίο δεν είναι; Δύσκολο αλλά ωραίο. Κλειδωμένο τώρα το Παρίσι με χιλιάδες νεκρούς ξεμαθαίνει να φιλιέται. Στη Ρωσία, λένε, φιλιούνται κατευθείαν στο στόμα. Δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Εμείς εδώ είχαμε άλλες συνήθειες, πολύ πιο λιτές, τα δυο φιλιά χαιρετισμού και πάλι δύσκολα τα ξεμαθαίνουμε, τα φιλιά μας... ενίοτε ρουφηχτά, υγρά, και συχνότατα πιο θερμά από οτιδήποτε ακολουθούσε.
Δεν μέτρησα πόσα χρόνια μου πήρε να μάθω να φιλάω, παριζιάνικα και αθηναϊκά. Φιλί για το φιλί και χειραψία για τη χειραψία, επιτεύγματα και νίκες της ανθρωπότητας επί παλαιοτέρων ιών και μικροβίων, προφανώς. Τώρα ξανά σαν αδέξιοι έφηβοι θα ξαναβρεθούμε και θα κοιταζόμαστε με τις παλάμες συμμαζεμένες και τα σώματα σε επιφυλακή για αποστάσεις. Πώς θα γίνει αυτό; Με τι θα μοιάζουμε;
Ολη την περασμένη εβδομάδα ετοιμάζονταν και τα μαγαζιά εστίασης να ανοίξουν, με τον ίδιο ζήλο και ενθουσιασμό, σαν την πρώτη αυγή του κόσμου. Ή την πρώτη ταβέρνα του κόσμου. Αν τουλάχιστον βρισκόταν κάτι ιοκτόνο στο κρασί, τι ωραία θα είναι να μεθύσουμε. Και ξένοιαστα, λέει, να φάμε, να πιούμε και νηστικοί να κοιμηθούμε.

Καλύτερα νότες

Πάντα με εξέπληττε το πάθος των εισαγγελέων στις αγορεύσεις τους, τότε που έκανα δικαστικό ρεπορτάζ, πριν από μερικές δεκαετίες. Είναι η δουλειά τους αυτή, έμαθα τότε να πιστεύω, έπρεπε να βρίσκουν τα πιο μελανά χρώματα, έπρεπε να πάρουν το μέρος της θιγόμενης κοινωνίας ως δημόσιοι κατήγοροι που ήταν. Μιας κοινωνίας συχνά σκληρής, συντηρητικής, ανελέητης για τους κατηγορούμενους, που από την άλλη πλευρά οι δικηγόροι προσπαθούσαν να υπερασπιστούν.
Πώς καταφέρνουν οι δικαστές να κρίνουν, να παίρνουν θέση; Τους θαύμαζα απεριόριστα, εμένα με έπειθε συνήθως όποιος μιλούσε τελευταίος. Ετσι είναι οι δίκες βέβαια, ένα ζωντανό θέατρο, ακόμα και χωρίς κοινό, χωρίς ενόρκους, η κοινωνία παρακολουθεί κι η θεά από ψηλά διαρκώς κρατά τη ζυγαριά της.
Τώρα ξαφνιάστηκα που σοβαροί άνθρωποι που ξέρουν από δίκες επέκριναν το πάθος της εισαγγελέως στη Ρόδο. Ισως εν τω μεταξύ έγιναν ψύχραιμοι οι εισαγγελείς, έχω χάσει εξελίξεις. Ισως ακόμα σοκάρει μια γυναίκα στη θέση του κατηγόρου, που τρέμοντας μπροστά στο αποδεδειγμένο ειδεχθές έγκλημα δεν φτάνει στο ύψος ενός Σεφέρη ξέρω 'γω, μάλλον ενός Σικελιανού, μήπως Μπετόβεν να πούμε καλύτερα, που είναι και τα 250 χρόνια του. Ναι, καλύτερα νότες, οι λέξεις είναι βαριές από την υποτίμηση των γυναικών αιώνες τώρα. Επρεπε να γράψει μουσική η εισαγγελέας για να αποφύγει τα κλισέ, να σταθεί στο ύψος της φοβερής θλίψης...
Μίλησε λοιπόν για άσπιλο παρθένα η εισαγγελέας, οι υπερασπιστές για κάποια που τα ήθελε. Για μένα η παρθενία είναι συμβολική. Σαν την Αφροδίτη που λουζόταν σε μαγική πηγή όποτε ήθελε να γίνει ξανά παρθένα, να μένει αρυτίδωτη, νέα και με ανανεωμένη τη δυνατότητα να συγκινείται και να απολαμβάνει κάθε συνεύρεση.
Ολα αυτά και κάμποσα ακόμα ήθελε η θεά, και γενικώς «τα ήθελε», αλλά σαν θεά που ήταν δεν κινδύνευε από παρεξηγήσεις των επιθυμιών της. Τα ήθελε και τα χαιρόταν. Το τι θέλει μια γυναίκα δεν αθωώνει και δεν ελαφρύνει τους άντρες που τη δολοφονούν. Το αντίθετο μάλιστα. Από άποψη εκφράσεων οι δικηγόροι των θυτών έπεσαν πολύ χαμηλότερα, αλλά η «καλλιτεχνική» κριτική ήταν πιο επιεικής μαζί τους. Από συνήθεια; Τέτοια ακούγονται συχνά στα δικαστήρια, δεν σοκάρουν όσο τα δάκρυα μιας εισαγγελέως.
Τι να κάνουν όμως οι λέξεις και η ρητορική μπροστά στην ωραία ζωή που χάθηκε τόσο φριχτά; Η άλλη θεά, με τη ζυγαριά εκεί πάνω, έχει πέσει στα γόνατα και δεν βρίσκει πού να ακουμπήσει να σηκωθεί και να ξαναπάρει την επιβλητική της θέση.

https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/244049_aspilos-parthena

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2020

Ρωμαϊκό πεύκο

Mεγέθυνση και εφέ στη φωτογραφία της θέας από το βορειοδυτικό παράθυρο. Τα σπίτια του χωριού στη μεγάλη στράτα (εγώ την ονομάζω έτσι). Το πεύκο πίσω από το αστικό διώροφο μοιάζει με τα ρωμαϊκά, λιγάκι, δεν βρίσκετε;
Σκέφτομαι ότι δεν αποκλείεται καθολου να φύτεψε κάποιος εδώ επί τούτου ένα ρωμαϊκό πεύκο. Να είχε πάει στη Ρώμη δηλαδή, να του άρεσαν τα πεύκα εκεί και να σκέφτηκε να ζητήσει σπόρο ή να πάρει φυντάνι και να το φέρει εδώ, να έχει και η Δράκεια ένα ρωμαϊκό πεύκο. Δεν ήταν πάντα τόσο απομονωμένο αυτό το χωριό, έχει περάσει ενδιαφέρουσες περιόδους. Μετά τον πόλεμο κυρίως παρήκμασε, γρηγορότερα από τ' άλλα χωριά του Πηλίου, εξαιτίας της εκτέλεσης από τους Γερμανούς στην Κατοχή 120 αντρών και μετά ήρθε κι ο σεισμός. Είχαν αρχίσει να το εγκαταλείπουν υποθέτω από πριν όχι μόνο οι νέοι που δεν έφταναν τα κτήματα για να τους κρατήσουν αλλά και οι πλουσιότεροι, όι όποιοι επιχειρηματίες που θα αναζήτησαν μέρη με ευκολότερη πρόσβαση για επιχειρήσεις. Η εγκατάλειψη ήταν πολύ εμφανής στη δεκαετία του 70 που το επισκέφτηκα εγώ πρώτη φορά. Φτώχεια και υποβάθμιση τρομερή. Εκτοτε έχει συνέλθει, αλλά ακόμα δεν είναι σε θέση να φροντίζει αρκετά την εικόνα του ώστε να αναπτυχθεί τουριστικά τόσο ώστε να μπορεί να ζει τους νέους του, έστω κάποιους απ' αυτούς.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...