Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Βρυξέλλες, αγαπημένη πρωτεύουσα

Με τις Βρυξέλλες και το Βέλγιο έχω σύνδεσμο βαθύ και τους οφείλω χρέη, όχι μόνο επειδή λατρεύω τον Ζακ Μπρελ και τον Ερζέ.
Το 1979 είχε προκηρυχθεί μια υποτροφία από την ελληνική κυβέρνηση για ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο Παρίσι, στην πολύ σπουδαία σχολή Δημοσιογραφίας Centre de formation des journalistes, δέκα μήνες με θέμα την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το επαγγελματικό μας σωματείο, η ΕΣΗΕΑ, του οποίου δεν ήμουν ακόμα μέλος, είχε αναλάβει να διοργανώσει εξετάσεις για να διαλέξει τον καλύτερο υποψήφιο. Πήγα και τις έδωσα, πέρασα, ήρθα πρώτη. Όμως η σχολή μου έστειλε ένα γράμμα που έλεγε ότι δεν με θεωρεί κατάλληλη. Κανένας από την Ελλάδα δεν πήγε εκείνη τη χρονιά στο πρόγραμμα.
Ωστόσο εγώ πήγα στο Παρίσι για σπουδές, έκανα ένα μεταπτυχιακό στο Πανεπιστήμιο, στη Νομική σχολή ουσιαστικά, με θέματα πολύ πιο θεωρητικά και αναλυτικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κι αφού βρισκόμουν εκεί, πέρασα από την περίφημη Σχολή, να μάθω γιατί δεν ήμουν κατάλληλη για το δικό τους πρόγραμμα, και μου έδειξαν μια επιστολή από την Ελλάδα, από το σωματείο, που έλεγε ότι ναι μεν είχα πρωτεύσει στις εξετάσεις, αλλά είχαν επιφυλάξεις και μπλα μπλα μπλα. (Επειδή δεν ήμουν μέλος; Επειδή δούλευα στην Αυγή που τότε ήταν περιθωριακή και αριστερή, ενώ είχαμε δεξιά διοίκηση στην Ένωση;)
 Έκανα αίτηση να με πάρουν την επόμενη χρονιά στο πρόγραμμα, και με πήραν. Την υποτροφία την έδωσε η βελγική κυβέρνηση. Για μένα αυτό έλεγε πως ήμασταν από τότε ένα μεγάλο κράτος, η Ευρώπη, κι ας αντιστέκονται ακόμα διάφοροι φύλαρχοι στις παρυφές και στο κέντρο.΄Θεωρούσα πως οι πολίτες θα καταλάβαιναν το δικό τους συμφέρον, το πόσο οι ελευθερίες και οι δυνατότητες τους προστατεύονται σε μια ομοσπονδία όπως αυτή που θα γινόταν η Ευρώπη, αλλά απεδείχθη ότι τα πράγματα δεν είναι εύκολα στο θέμα της κατανόησης των πολιτών.
Στους δέκα μήνες του προγράμματος επισκέφθηκα τρεις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, γνώρισα δημοσιογράφους απ' όλο τον κόσμο, πήγαμε πολλές φορές στις Βρυξέλλες και λιγότερες στο Στρασβούργο, έγραψα άρθρα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, κι έγινα φανατική οπαδός της. Υπήρχε τότε μεγάλος ενθουσιασμός, φαινόταν ν' ανοίγεται ο δρόμος μπροστά μας χωρίς εμπόδια. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι τριανταπέντε χρόνια αργότερα θα βρισκόμασταν στο ίδιο σημείο των εθνικών επιφυλάξεων από όλα περίπου τα έθνη, που όλο και πληθαίνουν στους κόλπους της Ένωσης, ότι ακόμα δεν θα είχε συντελεστεί η πολιτική ένωση, ότι οι εθνικισμοί θα ήταν ζωντανοί και πολύ αποτελεσματικοί για όλους τους ηγέτες που τους χρησιμοποιούν.
Δεν κατάφερα όλον αυτόν τον καιρό να υπερασπιστώ όσο θα ήθελα την ιδέα της Ένωσης. Ο αγώνας συνεχίζεται...

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Ραπτομηχανή σαν πινέλα



Η Χρύσα Βουδούρογλου ζωγραφίζει χρόνια με βελούδο και μετάξι. Οι μεγάλες, εντυπωσιακές ταπισερί της που “δημιουργούν αισθήματα ευφροσύνης, όπως λέει ο Γιώργος Χατζημιχάλης, κατάγονται από τα paper cuts του Ματίς”. Τις φτιάχνει με υφάσματα που βρίσκει στα μαγαζιά της Αθήνας, τα σχεδιάζει, τα κόβει και τα ράβει με μια ραπτομηχανή Σίνγκερ. Είναι τα υλικά της τα υφάσματα αυτά, όπως είναι οι ακουαρέλες, τα λάδια και οι καμβάδες τα υλικά της ζωγραφικής της.
Δεύτερη φορά βλέπω σε έκθεση τα υφασμάτινα αυτά έργα. Γεμίζουν τον τοίχο με ζεστασιά και χρώμα, με άφατα συναισθήματα, αφηρημένα αλλά τόσο εκφραστικά, σα μουσική που σε καλεί σε άλλους κόσμους.
Για δεύτερη φορά αναρωτιέμαι πώς της ήρθε να επιλέξει τη σκληρή δουλειά της ραπτομηχανής που δεν είναι σαν τη σκληρή δουλειά της παλέτας, όπως και να το κάνεις. Είναι δουλειά με αναφορά στις εργάτριες, ενώ η άλλη, κακά τα ψέμματα, είναι δουλειά με αναφορά στους καλλιτέχνες.
Και ξαφνικά μοιραία μου έρχεται στο μυαλό το σπιτάκι στη Νέα Ιωνία που μεγάλωσε μαζί με την αδερφή της, η μητέρα κι ο πατέρας της, πολυαγαπημένοι μας θείοι, που πηγαίναμε να επισκεφτούμε συχνά, και πάντα με ευφροσύνη τους συναντούσαμε. Έβρισκες στο σπίτι εκείνο τους τελευταίους δίσκους, τα πιο ψαγμένα περιοδικά, ό,τι μοντέρνο κυκλοφορούσε, κι ανθρώπους γεμάτους ιδέες και δημιουργικότητα. Οι τοίχοι στα δωμάτια ήταν γεμάτοι ως πάνω με τους πίνακες του Μιχάλη, του πατέρα της, ο οποίος έφτιαχνε σχέδια για υφάσματα, για ελληνικές βιομηχανίες. Αυτά που έχουμε ακόμα μερικοί, παλιωμένα πια, σε τέντες, σεντόνια, καλύμματα, μπορούσες να τα δεις στην αποθήκη τους, σε υπερμεγέθη τελάρα. Μεγάλα λουλούδια και κλάρες που ντύνανε έπιπλα, στόλιζαν κρεβάτια, φέρνανε τη φύση επιτακτικά στη μέσα πλευρά της βεράντας. Ήταν καλλιτέχνης ακόμα και στον τρόπο που μιλούσε, δεν υπήρχε πιο τρυφερός, ήπιος άνθρωπος, που είχε περάσει του λιναριού τα πάθη ως αριστερός και δεν είχε χάσει την αρχοντιά, την ευγένεια, τη γενναιοδωρία του. Η γυναίκα του, ένα περιβόλι ζωντάνιας, κεφιού, με μια φωνή αξέχαστη, μικρασιάτικη, βαθιά και υγρή, με μυθικές μαγειρικές, είχε δουλέψει παλιότερα εργάτρια σε κλωστήρια, κι έπαιρνε στο σπίτι φασόν τα υφάσματα, “θυμάμαι να κυλιέμαι πάνω τους, κι εκείνη τα είχε φέρει για δουλειά στο σπίτι” μου είχε πει κάποτε η Χρύσα.
Σαν αποκάλυψη γεμίζει το μυαλό μου με τις αξέχαστες μορφές τους καθώς κοιτάζω τις μεγάλες συνθέσεις της έκθεσης. Ο μόχθος τους έχει μετουσιωθεί εδώ, στις απίστευτες δημιουργίες της Χρύσας. Τα υφάσματα και τα σχέδια, το ράψιμο, οι συνδυασμοί, η καθημερινότητα του εργάτη και του καλλιτέχνη, η αναμέτρηση με τα χρώματα του βελούδου και του μεταξιού, είναι ύμνος αγάπης και τελετή αναβίωσης της δουλειάς των γονιών της, είναι δικαίωση και αναγνώριση του ταλέντου τους, αλλά μαζί και κατάθεση των παιδικών επιθυμιών για χειραφέτηση κι ελευθερία. Αυτή η ταπεινή χειρωνακτική δουλειά, η γυναικεία και άρα κακοπληρωμένη, δίνει το τολμηρό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα στην υπηρεσία της δικής της φαντασίας. Κυλιέμαι κι εγώ στις παιδικές εικόνες από το φωτεινό σπιτάκι, αλλά πιο πολύ σε όσες ποτέ δεν είδα, στη χαρά που μπορεί να δώσουν αυτές που οι ζωγράφοι επινοούν για μένα.
Η έκθεση είναι στη γκαλερί Ελευθερίας Τσέλιου, Ηρακλείτου 3, ανοιχτή από τις 12 το πρωί ως τις 8 το βράδυ, 12 με 3 το Σάββατο, ως τις 16 Απριλίου.
Και στις 15 Μαρτίου εγκαινιάζεται στο βιβλιοπωλείο του ΜΙΕΤ, Αμερικής 13, έκθεση ζωγραφικής της Χρύσας, με τίτλο “Δίδυμα τοπία”.






Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Έι, παιδάκια

Έι παιδάκια, δεν το ξέρετε, αλλά η παρουσία σας είναι μαζική και δημιουργεί τρομερές συζητήσεις. Εσείς τρεχοβολάτε πάνω- κάτω στις σκάλες του μετρό, ανεβαίνετε στην κάθοδο και κατεβαίνετε στην άνοδο και νιώθετε πολύ μοναδικά και ξεχωριστά το καθένα ανακαλύπτοντας τα κομφόρ της μητέρας πόλης, το γλεντάτε και μαζί τα ξεγελάτε, ρισκάρετε την ακεραιότητα των κορδονιών σας, κάνετε φασαρία, επιπλέον βρωμοκοπάτε, ή δεν έχετε καν κορδόνια και δεν φαντάζεστε τι ακούμε εμείς που σας κοιτάμε με δέος και οίκτο. Οι αριθμοί που σας συνοδεύουν εκρήγνυνται στα κεφάλια μας. Οι απειλητικές λεζάντες της εικόνας σας. Κι ύστερα σου λέει, ασυνόδευτα. Αμ δεν είστε.
Κι οι αριθμοί δεν είναι το χειρότερο, αλλά πού να καταλάβετε το δράμα μας, ανέμελα μικρά. Οι προοπτικές, οι απειλές, τα συμπεράσματα; Ήρθατε, πιάσατε στεριά, δεν ξέρετε ότι συνεχίζονται οι αφίξεις. Και δεν χαιρόμαστε καθόλου, εδώ στη χώρα όπου θριαμβεύει η ειρήνη τόσες δεκαετίες. Ας είστε η ζωντανή απόδειξη του θριάμβου της. Εδώ πρέπει να μοιράσουμε ευθύνες. Ποιος φταίει, πόσο η Τουρκία, πόσο η Τασία, πόσο η φιλανθρωπία, πόσο ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός. Να μετρήσουμε επικινδυνότητες, να βγάλουμε χαρτιά. Εδώ πρέπει ν' αποφασίσουμε, στο Αφγανιστάν ο πόλεμος είναι αρκετά επικίνδυνος για να πάρετε άσυλο, και δεν ξέρουμε καν αν συνεχίζεται. Εσύ με τα σχιστά ματάκια, Αφγανός δεν είσαι; Σου έχω κακά νέα, οι γείτονες δεν θα σε αφήσουν να περάσεις τα σύνορα. Δεν ξέρεις ποιοι γείτονες. Δικά μας βάσανα αμαρτίες άλλων γονέων παιδεύουσι ξένα τέκνα. Κάτι βόρειοι που παριστάναν τα εγγόνια του Μεγαλέξαντρου, ακούς εκεί. Ιστορίες με ακόντια και ασπίδες, γιατί να ασχολούμαστε με τη βαρετή ειρήνη της σήμερον; Με τις παράξενες ιστορίες της σήμερον, πληθυσμούς που μετακινούνται χωρίς εκ των άνω αποφάσεις; Δεν ξέρουμε απ' αυτά, μετακινούσαμε πληθυσμούς ομόγλωσους - ομόθρησκους, να φτιάξουμε ομοιογένεια. Και πριν την πετύχουμε, καταφθάνετε εσείς οι ανομοιογενείς, τι να σας κάνουμε; Είσαι άτομο παιδί μου, ή μάζα; Χαίρεσαι ατομικά τις κυλιόμενες σκάλες, ή σαν μέρος αγροτικών μαζών που δεν έχει ξαναδεί τέτοιο πράμα; Να δω τι θα κάνεις στο σύρμα του κρατιδίου που πλέον αποδεικνύει με χέβι μέταλ πως είναι κράτος κανονικό, όχι αστεία.
Αχ να σταματούσατε να έρχεστε πια στη γεωγραφικά κομβική μας χώρα. Μέσα στην αμηχανία μας, και σε κατάσταση ψυχολογικής παλινδρόμησης θάχετε για χρόνια λόξυγγα και φαγούρα απ' όσα λέμε κι ακούμε για λογαριασμό σας όλους αυτούς τους μήνες. Σκόνη της ερήμου στα λαρύγγια μας. Εσείς με τα παπούτσια τρύπια και τη ζωή επιτακτική κι εμείς με τις λέξεις ξετιναγμένες, τα μυαλά σε σύγχυση, τις έννοιες διαλυμένες.
Μήπως να μας βοηθούσατε παιδάκια καλύτερα, αντί να σας βοηθάμε εμείς; Μήπως σας ζητάμε βοήθεια μαζεύοντας πάμπερς στο Σύνταγμα, να μας θυμήστε τα βασικά πριν τρελαθούμε; Σ' αυτό το πρώην αγανακτισμένο Σύνταγμα να ζυγίσουμε την τύχη μας; Παιδάκια, μεγαλώστε και μορφωθείτε, σας εκλιπαρούμε, μιλήστε κάποτε για μας, κρεμόμαστε από τα χείλη σας.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Bάστα Μέρκελ

Άλλον πολιτικό δεν άκουσα να λέει πως δεν θέλει στην Ευρώπη συρματοπλέγματα. Διορθώστε με παρακαλώ αν κάνω λάθος, να μου γράψετε το ονοματάκι του, να θεραπεύσω την κατάθλιψη.. Φαίνεται, είναι η μόνη από τους πρώην του υπαρκτού σοσιαλισμού η οποία μετέτρεψε το μαρτύριο των συρματοπλεγμάτων που έζησε σε πολιτική στάση. Οι άλλοι εδώ, οι γείτονες που υπέφεραν δεκαετίες από τα συρματοπλέγματα, θέλουν να τα ξαναβάλουν για να προστατευτούν τώρα από τους ανεπιθύμητους πρόσφυγες και μετανάστες. Πράγμα που μας λέει ότι δεν αρκούν οι δοκιμασίες και τα βάσανα, οι στερήσεις και η καταπίεση για να αποκτήσεις σοφία, πρέπει να τα μετατρέψεις σε κάποια άποψη μέσα σου, να τα επεξεργαστείς με τρόπο που να αποκλείει τη χρήση τους στο μέλλον.
Αλλά οι πολιτικοί πολύ συχνά πιάνονται από τα αντίθετα όσων έλεγαν για να επιβιώσουν, και στη γειτονιά το έχουμε ξαναδεί, όταν διαλυόταν η Γιουγκοσλαβία τι εύκολα μετατράπηκαν σε εθνικιστές οι ψημένοι του υπαρξιακού, συγγνώμη του υπαρκτού. Τους πήγαινε απαλά το ρεύμα στην κορφή της εξουσίας, μέχρι που βρέθηκαν στα ευρωπαϊκά δικαστήρια έχοντας συντελέσει στη μείωση του υπερπληθυσμού της γης με μεθόδους πολύ ξεπερασμένες. Τώρα τα πράγματα είναι πιο απλά και αναίμακτα, δεν χρειάζεται να τρομοκρατείς χωριά με φωτιές και ένοπλα σώματα, τα τρομοκρατείς με εικόνες προσφύγων που θέλουν να εγκατασταθούν στην Ευρώπη. Είναι πρόοδος, οπωσδήποτε. Αλλά προτιμώ την αργή πρόοδο που υπερασπίζεται η Μέρκελ, την απόφαση που δεν μπορεί να επιβάλει. Οι ηγέτες που αφουγκράζονται τις κρυφές, ή όχι και τόσο κρυφές επιθυμίες των λαών τους, που απευθύνονται στους φόβους τους, πάντα καταστροφές έφερναν όταν βρίσκονταν στην εξουσία.
Μιλώντας για υπερπληθυσμό, η μόνη ήπειρος που δεν πάσχει είναι η Ευρώπη. Έχει μάλιστα το αντίθετο, δημογραφικό πρόβλημα. Τότε γιατί δεν δέχεται με ανοιχτή αγκαλιά τους πρόσφυγες; Μα πώς να τα βάλουν οι ηγέτες των χωρών της με τις προκαταλήψεις των πολιτών τους για τους ξένους, τους μουσουλμάνους, τους ελεεινούς; Πώς να οργανωθούν να τους δεχτούν όταν βλέπουν να χειροκροτά ο κόσμος όταν καίγεται κέντρο υποδοχής προσφύγων, και τα συναφή; Πώς να τους επιτρέψουν να εγκατασταθούν και να δουλέψουν, πώς να περιμένουν να πειστούν οι συντηρητικοί και οι φοβικοί ότι δεν θα τους φάει το πλήθος των καταδιωγμένων; Πώς να πληρώσουν το 'πολιτικό κόστος' οι πτωχοί;
Δύσκολη δουλειά, αλλά γι αυτό δεν υποτίθεται ότι είναι ηγέτες; Για τις δύσκολες δουλειές; Μα μόνο η Μέρκελ να την κάνει; Δεν πληρώνει αυτή πολιτικό κόστος; Τόσο πλούσια είναι η φράου;
We are on your side, frau Merkel! We support you, frau Merkel.
Τώρα εμείς εδώ, που άλλο δεν φιλοδοξούμε από το να είναι η χώρα μας απλός διάδρομος διέλευσης, να φύγουν οι άνθρωποι, να πάνε αλλού, είμαστε στο πλευρό σου.



Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Η μυστηριώδης φλόγα

Μια μέρα, πριν χρόνια, αλλά δεν θυμάμαι πόσα ακριβώς, πήρα μεγάλη χαρά στο βιβλιοπωλείο ενός ιταλικού αεροδρομίου, δεν θυμάμαι τίνος. Έψαχνα κάτι να πάρω να διαβάζω στο ταξίδι, δεν είχαμε τάμπλετ ακόμα, ήμουν έτοιμη να συμβιβαστώ με οτιδήποτε αξιοπρεπές, και βλέπω ξαφνικά ένα εξώφυλλο κάπως αρ νουβώ, “Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα” του Ουμπέρτο Έκο. Θυμάμαι (επιτέλους κάτι θυμάμαι) πόσο χάρηκα με την προοπτική της ανάγνωσης, το αγόρασα χωρίς δεύτερη σκέψη. Δηλαδή δεν μου πέρασε καν από το μυαλό ο φόβος πως τα ιταλικά μου δεν θα επαρκούσαν, τόσο σίγουρη, τόσο άνετη. Αφού πριν άλλα τόσα (πόσα;) χρόνια είχα περάσει βδομάδες στην Ιταλία και διάβαζα τα πάντα, έγραφα γράμματα μετά στους φίλους κλπ κλπ, δεν υπήρχε θέμα, νόμιζα.
Το πήρα λοιπόν όλο χαρά κι άρχισε η προσπάθεια από το αεροπλάνο, και συνεχίστηκε μετά στην Αθήνα, μέχρι τελικής πτώσεως. Αμοιβαίας πτώσης, της βασίλισσας και δικής μου, γιατί κάποια στιγμή άλλα βιβλία ήρθαν να σωριαστούν πάνω της και την εξαφάνισαν τόσο που να μην τη βρίσκω τώρα που θα ήθελα να ξανασυναντηθούμε με περισσότερη αυτογνωσία- κι ακόμα λιγότερα ιταλικά.
H ιστορία δεν έχει μέσα βασίλισσα, αλλά έναν καθηγητή που παθαίνει αμνησία και θυμάται μόνο τα βιβλία που έχει διαβάσει, καθόλου τη ζωή του, πηγαίνει λοιπόν στο εξοχικό του για ανάρρωση, γεμάτο με βιβλία και περιοδικά της παιδικής του ηλικίας και προσπαθεί με τη μελέτη να ξαναβρεί τον εαυτό του, να θυμηθεί ποιος είναι, αρχίζοντας από τα παιδικά του χρόνια, με την ιδέα ότι όλο αυτό το τυπωμένο χαρτί θα τον βοηθήσει.
Κι όσο αυτός προσπαθούσε να θυμηθεί ποιος είναι, και βυθιζόταν στο υλικό της ποπ ιταλικής κουλτούρας επί Μουσολίνι, τότε που μεγάλωνε ο Έκο, στις εικόνες και τους ήρωες των παιδικών του χρόνων, τόσο προσπαθούσα κι εγώ, πότε με λεξικά και πότε χωρίς, να θυμηθώ τη γλώσσα που τόσο αγαπώ και που την είχα μάθει κάποτε χωρίς άλλο κίνητρο πέρα από την έλξη που μου ασκούσε. Κι εκείνος μεν μέσα από τα ανεξίτηλα σημάδια της παιδικής του ηλικίας κάτι θυμήθηκε, εγώ όμως απλώς μέτρησα το βάθος της λήθης και τη ματαιότητα της προσπάθειας.
Κρίμα κι άδικο, ό,τι επιλέγουμε και αγαπούμε να μην μπορούμε να το οικειοποιούμαστε, ενώ ό,τι μας δίνεται ανεξέλεγκτα, τότε που δεν μπορούμε να αντιδράσουμε, να παραμένει δικό μας, να γίνεται αυτό που είμαστε, να μας δίνει ταυτότητα θέλουμε δεν θέλουμε, όσο ζούμε.
Κι η βασίλισσα Λοάνα ποια ήταν; Αδύνατον να θυμηθώ πλέον. Ηρωίδα κόμιξ ή προϊόν φαντασίας του ήρωα; Ενσάρκωση του παιδικού του έρωτα, ή μάγισσα ωραία κι επικίνδυνη; Να ξαναδιαβάσω το βιβλίο στα ελληνικά, ή να φτιάξω μια δική μου Λοάνα με τις δικές μου προτιμήσεις και τις υπερφυσικές ιδιότητες που προτιμώ, δια ίδια χρήση;

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Αθήνα ως Παρίσι

Έμοιαζε κάποτε η Αθήνα με Παρίσι, με τον παριζιάνικο εαυτό της δηλαδή, ψιθυρίζει ο πίνακας της Κούλας Μαραγκοπούλου καθώς περιδιαβαίνουμε στην αίθουσα με τα λάδια της. Τα λάδια της τα χαρακτήρισαν εξπρεσιονιστικά, τις ακουαρέλες της ιμπρεσιονιστικές, μας λέει η Ελένη Κυπραίου που ξεναγεί στην έκθεση. Είμαστε στο μουσείο Μπουζιάνη, στη Δάφνη, ένα μικρό σπιτάκι όπου έζησε 25 χρόνια, δύσκολα και φτωχικά ο ζωγράφος. Το είχε διαλέξει επειδή είχε έναν ωραίο πλάτανο στην αυλή, τότε που η γειτονιά έμοιαζε με χωριό και λεγόταν Κατσιπόδι. Κάποια στιγμή ταξίδεψε και στο γυρισμό δεν βρήκε τον πλάτανο, τον είχαν κόψει οι γείτονες γιατί οι ρίζες του κατέστρεφαν τις αποχετεύσεις. Εκτοτε δεν καθόταν ο Μπουζιάνης στην αυλή, έβγαινε στο στενό, κι έτσι τον γνώρισαν κι οι γείτονες, αφού ήταν αρκετά μονόχνωτος και δεν είχε γνωριμίες ως τότε.
Η Κούλα Μαραγκοπούλου έμεινε στο σπίτι αυτό μαζί του έξι χρόνια, ως μαθήτρια και αργότερα ίσως σύντροφος. Τα πρωτα έργα της μοιάζουν πολύ με τα δικά του, στη συνέχεια καλλιέργησε δικό της στυλ. Ήταν από τις πρώτες γυναίκες που έβγαιναν και ζωγράφιζαν στο ύπαιθρο, αγάπησε πολύ την Ύδρα, και τη ζωγράφισε στα περισσότερα έργα της. Ήταν ψηλή, θεωρητικιά γυναίκα, δυνατή, με μπλε μάτια πολύ εντυπωσιακά. Παντρεύτηκε αργότερα τον ποιητή Μιχάλη Κατσαρό, από τον οποίο χώρισε κάποια στιγμή. Το ποίημα Η Θαλασσινιά, που μελοποίησε ο Μαρκόπουλος, σ' αυτήν αναφέρεται. Ήταν το τελευταίο παιδί της οικογένειας, γεννήθηκε μετά το θάνατο του πατέρα της, και τότε σε πολλά μέρη τα παιδιά αυτά τα ονόμαζαν Δράκους και Δρακούλες, από κει βγαίνει το Κούλα, μας εξηγεί η Ελένη Κυπραίου, θαυμάσια εθελόντρια ξεναγός.
Η φύση λοιπόν, η θάλασσα, το λιμάνι της Ύδρας και οι βάρκες, τα τοπία, αλλά και η Αθήνα, οι γωνίες της, οι οικοδομές που χτίζονταν τότε παντού με τους εργάτες να ανεβοκατεβαίνουν στις σκαλωσιές, ήταν τα θέματα της Μαραγκοπούλου, της οποίας βλέπουμε φωτογραφίες και κριτικές του έργου της σε προβολή μέσα στην έκθεση.

Ο Δήμος Δάφνης έχει αποκτήσει και το διπλανό σπίτι και δημιούργησε το μουσείο Μπουζιάνη, όπου θα εκτεθεί συλλογή με έργα του ζωγράφου σε λίγες εβδομάδες. Θα πάω οπωσδήποτε. Από ζωγραφική δεν ξέρω και πολλά, όμως εμπιστεύομαι τις φίλες μου, όπως έκανα σ' αυτή την περίπτωση.

Ρέκβιεμ για δυο κάδους

Οι ταλαιπωρημένοι μπλε κάδοι της οδού Σπετσών εξαφανίστηκαν προσφάτως. Μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα υπήρχαν δυο απέναντι σχεδόν από το σπίτι μου, που εξυπηρετούσαν, σε συνθήκες μεγάλης ταπείνωσης, τουλάχιστον δυο πυκνοκατοικημένα τετράγωνα, ή έστω πρώην πυκνοκατοικημένα. Είναι περίεργο πώς η σταδιακή αραίωση δεν ελαφρώνει την ταλαιπωρία του δημόσιου χώρου, όσο λιγότεροι οι κάτοικοι τόσο πιο βασανισμένοι οι κάδοι. Ας είναι.
Πήγαινα λοιπόν τακτικά στους κάδους αυτούς τα είδη που περιγράφονταν στην επιφάνεια του. Κεσεδάκια, μπουκάλια, κονσερβοκούτια, χαρτόκουτα, κλπ, όλα ξεπλυμένα, τακτικά, σε σακούλες ανακυκλώσιμες διότι συχνά μου έπεφταν μέσα και δεν ήθελα να μολύνουν το άσπιλο ανακυκλώσιμο υλικό. Το οποίο φυσικά το αντίκριζα ανοίγοντας -με κόπο και δυσκολία- το σπασμένο καπάκι, κι ήταν εντελώς άσχετο με την περιγραφή του ζητούμενου. Σκουπίδια πάσης φύσεως, αντικείμενα σπιτιών που δεν ανακυκλώνονται, ηλεκτρικές συσκευές, και στρώσεις- στρώσεις το περιεχόμενο του μεγάλου φαρασιού των οδοκαθαριστών, υπαλλήλων του Δήμου δηλαδή, που οι ίδιοι σαμποτάριζαν καθημερινά τη λειτουργία του κάδου.
Πόσα χρόνια έκανα αυτή τη δουλειά καθημερινά; Αναρωτήθηκα το πρωί που δεν βρήκα τους μπλε κάδους στη συνηθισμένη τους θέση. Με την έτοιμη σακουλίτσα ανακύκλωσης ανά χείρας πήρα σβάρνα τη Σπετσών, βρήκα τρια τετράγωνα πιο πάνω μπλε κάδο καμένο, έκανα πως δεν πρόσεξα αυτή τη λεπτομέρεια, έριξα τη σακούλα, και συνέχισα την προσπάθεια να θυμηθώ πόσα χρόνια ανακυκλώνω μάλλον μάταια. Πόσα χρόνια κάθε μέρα πλένω κεσεδάκια, καθαρίζω κουτιά, κλπ, τσακώνομαι με τα μέλη της οικογένειας που δεν το κάνουν με την ίδια επιμέλεια.
Θυμήθηκα την αθώα εποχή, όταν πρωτομοιράστηκαν οι τσάντες για ανακυκλώσιμα. Η τηλεόραση έδειχνε πώς να τις γεμίζεις, πώς να τις αδειάζεις. Λέγαμε στην αρχή, θα μάθει ο κόσμος. Περνούσαν τα χρόνια, ο κόσμος δεν μάθαινε. Σε κάθε ταξίδι στις ευρωπαϊκές πόλεις βλέπαμε νέα συστήματα, όλο και πιο απαιτητικά, να λειτουργούν κανονικά, εμείς εδώ τίποτε. Ούτε μια φορά δεν θυμάμαι να άνοιξα τον κάδο της ανακύκλωσης και να είδα μέσα μόνο ανακυκλώσιμα. Κι όμως συνέχιζα, σα να μην καταλάβαινα τα χρόνια που περνούσαν. Αμετανόητη ευρωλιγούρα, δεν αποφάσιζα ότι δεν είμαστε εμείς για τέτοια. Γέρασα, τα μωρά μου έγιναν άνθρωποι, δουλεύουν σε άλλη χώρα, κι εγώ συνέχιζα να ανακυκλώνω επειδή κάποτε θα μάθαινε ο κόσμος και θα λειτουργούσε το σύστημα.
Μέχρι προχτές. Στη θέση των μπλε βασανισμένων κάδων ήρθαν καινούργιοι, συνηθισμένοι, ο Δήμος μάλλον συμβιβάστηκε με την πραγματικότητα που εγώ δεν θέλω να αποδεχτώ. Είδε κι απόειδε, σου λέει εδώ δεν υπάρχει ελπίδα.
Μέχρι να συμβιβαστώ κι εγώ, αναρωτιέμαι αν έχουν δίκιο όσοι μιλούν για το μεσογειακό ταμπεραμέντο μας που δεν σηκώνει καταναγκασμούς, ή όσοι λένε πως ακόμα και οι Γερμανοί πρώτα πλήρωσαν κάμποσα πρόστιμα κι ύστερα πειθάρχησαν στην ανακύκλωση. Μέγα φιλοσοφικό δίλημμα, κατάλληλο να σε συντροφεύει όταν πλένεις κεσεδάκια.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Ζούμε σ' άλλη χώρα

Ζηλεύω τους αγρότες που ζουν σε κάποια άλλη χώρα με πλούσιο κράτος, όχι αυτό το χρεωκοπημένο, καταδανεισμένο και καταϋποχρεωμένο, κι έχουν την πολυτέλεια να κάνουν ωραία χάπενινγκ με τα τρακτέρ τους. Τους ζηλεύω που ζουν σε υπέροχη αγωνιστική ατμόσφαιρα, τι πιο ωραίο, τι πιο αξιομνημόνευτο; Θα έχουν να λένε στα εγγόνια τους, στους φίλους και στον εαυτό τους για τα παθήματα των οδηγών στους δρόμους που κλείνουν, και τι γέλια που θα κάνουν. Συναρπαστικά περνάν. Αν είχα κι εγώ εγγόνια θα τα πήγαινα στο Σύνταγμα να δούνε τρακτέρ, τώρα που θα έρθουν κι εδώ, τα παιδιά έχουν πάθος με τα τρακτέρ, ειδικά αυτά τα χρωματιστά, τα γυαλιστερά που βλέπω τώρα στα μπλόκα. Να παίρναμε κι εμείς λίγη αγωνιστική δόξα από τους προνομιούχους αυτούς, εμείς οι άλλοι, που ζούμε στη χώρα του χρεοκοπημένου κράτους, με τα σπάνια τρόλεϊ, τα σπασμένα πλακάκια, τα παρατημένα πάρκα, τα χωρίς γάζες νοσοκομεία, τα παγωμένα σχολεία, τα ξενοίκιαστα μαγαζιά, τις φτηνοδουλειές, τους ευερέθιστους δημόσιους υπαλλήλους, τους σνομπ αστυνομικούς, τους κακοπληρωμένους νεαρούς φίλους.
Ζηλεύω και τους συνδικαλιστές, τους απεργούς εν γένει, τους εμπόρους που έκλεισαν τα μαγαζιά στη γενική απεργία, τους ελεύθερους επαγγελματίες αλλά και τους υπαλλήλους, τους αγωνιστές εν γένει που ζουν σε μια χώρα με κράτος δυνατό, το οποίο είναι σε θέση να παίρνει αποφάσεις και να τις τηρεί, κράτος ισχυρό που μαζεύει ένα σωρό λεφτά από μια πολύ ισχυρή οικονομία, μια σφύζουσα ανάπτυξη και δεν έχει παρά να τα μοιράζει δίκαια, ζηλεύω λοιπόν αυτούς τους σοφούς ανθρώπους που αγωνίζονται σε δρόμους και πλατείες για να το βοηθήσουν να πάρει τις σωστότερες και δικαιότερες αποφάσεις μοιρασιάς. Τι ωραία ανεμίζει ο αέρας τα μαλλιά τους, και τις σημαίες τους και τα κασκόλ τους και τις γραβάτες τους! Μόνο τις κουκούλες δεν ανεμίζει ο αέρας, και τους φερετζέδες των παλικαράδων των μολοφοτούχων, αλλά οι φερετζέδες των παλικαράδων δεν αμαυρώνουν τις γραβάτες των ελεύθερων επαγγελματιών, έτσι δεν είναι; Αλέκιαστες γραβάτες είν' αυτές, όχι σαν κάτι άλλες που ξέρω, οι οποίες λεκιάζονται αμέσως, με μια τυρόπιτα.
Ζηλεύω τους αγωνιστές με τα μεγάλα πανό, τα μεγάλα λόγια, τις μεγάλες σιγουριές, τις έτοιμες φράσεις, τις ασίγαστες ορέξεις, όλους αυτούς που θα έχουν να θυμούνται στα γεράματα όσα εμείς οι άλλοι, οι ξενέρωτοι, που ζούμε στην εξαθλιούμενη χώρα του πτωχευμένου κράτους θα προσπαθούμε να ξεχνάμε.
Ζηλεύω τους ανθρώπους που ζουν στην πολυτελή αυτή χώρα, όπου υπάρχουν ακόμα περιθώρια να καταστρέψουν, να μουτζουρώσουν, να γκρεμίσουν, να πετάξουν μολότοφ, κροτίδες, να κάψουν λάστιχα, να σπάσουν μούτρα και κάδους, γραφεία και κομπιούτερ, να κάνουν καταλήψεις δημόσιου χώρου και ν' αφήσουν τα ίχνη τους. Πρέπει να είναι η πιο πλούσια χώρα του κόσμου, τέτοια άνετη καταστροφή, τέτοια διαρκής διεκδίκηση δεν βιώνεται αλλού. Πολύ τους ζηλεύω, εδώ στην υποβαθμισμένη πρωτεύουσα του αδύναμου, χρεωμένου, αμήχανου κράτους που το νιώθω να κρέμεται από μια κλωστή. Ζούμε δίπλα- δίπλα σε άλλη χώρα, ζούμε σε παράλληλο σύμπαν.

Τα πεπρωμένα της φυλής

Κάποια μέρα, μάλλον νύχτα ήταν, είχα πετύχει κι εγώ τον ταξιτζή που βάζει Τρίτο Πρόγραμμα στο ραδιόφωνό του. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που διασχίσαμε τη Μουστοξύδη υπογείως ακούγοντας Μότσαρτ ή ίσως να ήταν και Σούμπερτ, δεν είμαι σίγουρη, κάτι πολύ ευνοϊκό στ’ αυτιά και στην ψυχή, και φαινόταν αυτή η φριχτή άσφαλτος εκεί κάτω να αποκαλύπτει γελαστή κρυμμένες ομορφιές της.

Τέλος πάντων, τρόπος του λέγειν. Μια φορά στη ζωή του δικαιούται κανείς να πετυχαίνει αυτόν τον ταξιτζή, ειδικά αν παίρνει ταξί σπάνια. Δεύτερη δεν μου συνέβη.

Τις υπόλοιπες φορές οι ταξιτζήδες ακούν ιεροκήρυκες ή κάτι τέτοιο. Φλογερούς και αγανακτισμένους πατριώτες τα πρωινά, που νομίζεις ότι θα κάνουν τον οδηγό να ορμήσει στο προπορευόμενο τρόλεϊ και να σκαρφαλώσει με το όχημα στην οροφή του.

Συνήθως κάνω διαδρομές που κοστίζουν 3,40, κι ώσπου να τελειώσουν είμαι ήδη κουρέλι.

Πώς αντέχετε, κύριε, να ακούτε τόση απελπισία μαζεμένη πρωινιάτικο, ρώτησα μια μέρα έναν. Ανέφερα την απελπισία επίτηδες, κι όχι την αγωνιστικότητα που περιείχε, μη με περάσει και για αντεθνικό στοιχείο.

Ηταν ακόμα στην αρχή της κρίσης, όταν είχαν ήδη εξαφανιστεί από τη ζωή μας οι πολλαπλές μισθώσεις, τις οποίες έχω αρχίσει να νοσταλγώ, διότι μέσα στη βαβούρα και τις συζητήσεις και το μπες- βγες, δεν άκουγες ραδιόφωνο.

Ηταν ωραία. Γνώριζες κόσμο ζωντανό, ανθρώπους, όχι ραδιοφωνικές φωνές που μετράνε το στομάχι σου.

-Α, γιατί, καλά δεν τα λέει; μου είχε απαντήσει ο οδηγός. Και δεν ήταν αγριεμένος ή τίποτε τέτοιο, όπως θα τον ήθελε πιθανόν ο έξαλλος τύπος που μας γέμιζε σάλια από το ραδιόφωνο.

Πλημμύρισα δέος μπροστά στην ψυχική αντοχή του, αλλά έκτοτε έχω συναντήσει πολλούς σαν αυτόν. Θυμάμαι κάθε φορά τις απόψεις του Μακλούαν για το ραδιόφωνο, πως είναι λέει «το ταμ-ταμ της φυλής» κάτι σαν υπόκρουση σε τελετές που ετοιμάζουν μάχες.

Οι ταξιτζήδες που ακούν όμως αυτές τις έξαλλες παρλάτες οι οποίες διεκτραγωδούν αυτό ακριβώς, τη φυλή και τα πάθη της, μάλιστα χρησιμοποιούν διαρκώς αυτή τη λέξη, «φυλή» προφανώς για να αισθάνονται απόγονοι των κλασικών Ελλήνων, οι οποίοι χωρίζονταν σε φυλές και δεν είχαν περάσει τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο για να απορρίψουν τέτοιους διαχωρισμούς, οι ταξιτζήδες λοιπόν αυτοί φαίνονται ψυχραιμότατοι.

Μπορεί το πολύ ταμ-ταμ να προκαλεί την επιθυμητή για να επιβιώσεις στους δρόμους της Αθήνας απάθεια.

Προχτές πέτυχα νέα εκδοχή της τραγωδίας που ζει η ελληνική φυλή, ήταν βράδυ και η φωνή ήταν γυναικεία, μελίρρυτος, μιλούσε χωρίς λάθη, μια εξεζητημένη γλώσσα, θρηνούσε που οι Ελληνίδες δεν κάνουν πια πολλά παιδιά, γινόμαστε χώρα γερόντων, η τεχνολογία μάς αποξενώνει, η παράδοση ξεχνιέται, όλο το πακέτο τέλος πάντων με ύφος νεράιδας που σου αποκαλύπτει το μέγα μυστικό.

Πιο πειστική από τους πρωινούς αγανακτισμένους ή λιγότερο; Δεν θα μάθω ποτέ.

Οπως ελπίζω να μη μάθω ποτέ τι δημιουργεί στα μυαλά των οδηγών η υπερβολική έκθεση στην ελευθερία λόγου των υπερβολικά ανησυχούντων για τα πεπρωμένα της φυλής

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Ποια είναι η πατρίδα μας;

Θα έπρεπε να νιώσεις προσβεβλημένη από την έκφραση του Σόιμπλε που κατέληγε με τη λέξη 'ανόητε' προς τον έλληνα πρωθυπουργό, ακόμα κι αν δεν τον ψήφισες, ακόμα κι αν δεν σε εκπροσωπεί πολιτικά. Μας θίγει ως έλληνες, είπε η φίλη μου κάπως σοκαρισμένη από την έλλειψη ενδιαφέροντός μου για το συγκεκριμένο περιστατικό.
Αναρωτήθηκα αν έχω γίνει στ' αλήθεια τόσο αναίσθητη, ή τόσο αναρχική, δηλαδή να μην αναγνωρίζω πως η αρχή της χώρας με εκπροσωπεί ως ελληνίδα. Μπορεί λίγο κι απο τα δύο, και μαζί κάτι άλλο. Η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ εδώ και πολλά χρόνια να συλλάβω την έννοια της Ελλάδας σαν χώρας αποκομμένης από το περιβάλλον της. Η Ελλάδα είναι κομμάτι της Ευρώπης όπως ας πούμε η Ικαρία είναι κομμάτι της Ελλάδας, παρόλο που πολλοί Ικαριώτες κρεμούν μια σημαία 'ανεξάρτητου Ικαριώτικου κράτους' και θεωρούν πως είναι μοναδικοί, αν και ξέρουν πως ανεξάρτητο κράτος υπήρξε μόνο για 5 πολύ δύσκολους μήνες το 1912.
Κάθε χώρα της Ευρώπης είναι μοναδική για ξεχωριστούς λόγους η καθεμιά, αλλά αν το καλοκοιτάξεις και κάθε κομμάτι της κάθε χώρας είναι κι αυτό μοναδικό. Μοναδική είναι η Σκωτία, που αποφάσισε ότι δεν αξίζει τον κόπο να γίνει ανεξάρτητο κράτος, ίσως με τη σκέψη ότι όλα τα νυν ευρωπαϊκά κράτη μεταμορφώνονται σε επαρχίες, νομούς, πολιτείες, όπως θέλετε πείτε τα, ακόμα την αναζητούμε την διατύπωση, της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Σκωτσέζοι μάλιστα, λένε πολλοί, μοιάζουν περισσότερο με τους Έλληνες απ' όσο με τους Άγγλους ή τους Ουαλλούς, ενώ ας πούμε οι Καταλανοί, που είναι κι αυτοί μοναδικοί, μοιάζουν περισσότερο με τους Γάλλους απ' όσο με τους Ισπανούς. Αν κι εκεί υπάρχει μπέρδεμα, γιατί οι Γάλλοι μοιάζουν περισσότερο με τους Ισπανούς απ' όσο με τους Γερμανούς γείτονες της. Και οι Βάσκοι; Ε, αυτοί θα είναι κάτι σαν τους Ικαριώτες με περισσότερες επιδοτήσεις. Θα μου πείτε, θέλεις δηλαδή να είσαι ντιπ ευρωπαία και να επιδοτείς και τους Βάσκους μαζί με όλους τους υπόλοιπους; και θα σας πω: κοίτα ποιος μιλάει.
Για μένα λοιπόν ο έλληνας πρωθυπουργός αλλά και όλοι οι υπόλοιποι δεν είναι παρά διοικητές πολιτειών, κάτι τέτοιο, κι είναι αδύνατον να ταυτιστώ εθνικά μαζί τους με τόσο συναίσθημα όσο θα θεωρούσε σωστό η φίλη μου. Θα έπρεπε να είμαι τοπικίστρια για να νιώσω έτσι, πως οι Πυργιώτες ας πούμε προσβάλλονται αν πεις ανόητους τους τοπικούς ηγέτες τους και δεν καταλαβαίνουν γιατί πειράζει να ζουν μέσα σε βουνά σκουπιδιών από τη στιγμή που η αξιοπρέπεια τους είναι άθικτη;
Τοπικίστρια δύσκολα γίνεται αν μεγαλώσεις στην Αθήνα. Οπότε μένει η μεγάλη πατρίδα Ευρώπη, κι όπως κανείς δεν μπορεί να την προσβάλει, αφού δεν διαθέτει πρωθυπουργό, είμαι ασφαλής.

Κι αν άνοιγαν οι φούστες;

Θαύμασα και ζήλεψα τον Τάσο Μπουλμέτη για όλες τις ιδέες και τα ευρήματα της τελευταίας του ταινίας. Πάντα έτσι, θαυμάζουμε και ζηλεύουμε τους καλλιτέχνες. Ειδικά όταν τα έργα τους πιάνουν και ξετινάζουν με τόλμη κι απλότητα τα υπαρξιακά που μας βασανίζουν, ως ανθρώπους και ως έθνη.
Πραγματικά, νόμιζα ότι είχα χάσει πια, στην ηλικία που βρίσκομαι και μετά τόσα και τόσα που έχω δει, την ικανότητα να ξαφνιάζομαι με απαντήσεις στις παλιές απορίες, νόμιζα ότι όλα τα είδα κι όλα τα σκέφτηκα, ειδικά αυτά που τόσα χρόνια τώρα συζητάμε: τους εθνικούς μύθους και τις σκοπιμότητές τους, το τι περιθώρια μας αφήνουν, το πώς μας προλαβαίνουν τρυφερούς κι αθώους και μας διαμορφώνουν σαν συναισθηματικά στρατιωτάκια, το πόσο είμαστε απέναντί τους χωρίς άμυνες. Κι όμως!
Με μια εικόνα και μια φράση ο μικρός ήρωας του «Νοτιά» με γιάτρεψε αναδρομικά για όλα τα ψυχικά τραύματα της πονεμένης εθνικής ταυτότητας. Ο μικρός που δεν δεχόταν να καταπιεί αδιαμαρτύρητα τους γεμάτους βία κι αυτοθυσία μύθους, αυτός που ο γιατρός δεν μπορούσε να θεραπεύσει, με θεράπευσε εμένα αναδρομικά. Χρειαζόταν μόνο η ιδέα, και η δύναμη να τη διατυπώσεις.
Μια χαραμάδα αμφιβολίας όταν σου σερβίρουν την αδιανόητη για τα σημερινά δεδομένα Ιστορία. Οι Σουλιώτισσες έπεσαν χορεύοντας από το Ζάλογγο. Ναι, αλλά φορούσαν μεγάλες, μακριές, φαρδιές φούστες.
Κι αν οι φούστες άνοιγαν; Αν; Δεν θα μπορούσαν πέφτοντας να γίνουν αλεξίπτωτα; Να ζήσουν τα κορίτσια; Και να γελάσει λίγο το χειλάκι μας, φρυγμένο από την τόση υποχρεωτική απελπισία;
Κι έτσι ξεκίνησε η περιπέτεια της ατομικής αντίστασης στο συλλογικό σενάριο, το ερωτηματικό που σε κάνει επαναστάτη αλλά είναι τέτοιας υφής που δεν μπορείς να καλουπωθείς μετά ούτε στο επαναστατικό προτσές των πιο ψαγμένων ομάδων, ως φοιτητής στη μεταπολίτευση.
Είναι να μη γίνει η αρχή, να μην τη διατυπώσεις την τολμηρή προσωπική σου εικόνα, αυτή που σε παρηγόρησε και σε οδήγησε στη δημιουργία. Μετά θα μπορείς να ξεφεύγεις διαρκώς, ενδεχομένως με τη βαλίτσα του Ωνάση, να κερδίζεις απόσταση από τους μύθους και τα πάθη, να τα πλάθεις εξαρχής.
Πραγματικά, ζήσαμε πολύ άνετα τις δεκαετίες πριν από την κρίση, μια γενιά μεγάλωσε μέσα σε αφθονία, ένα σωρό παιδιά μπόρεσαν να εκφράσουν την επιθυμία και να την πραγματοποιήσουν ή να ξεκινήσουν την προσπάθεια να γίνουν καλλιτέχνες.
Είναι από τις καλές συνέπειες της πλούσιας εποχής. Υπάρχει ελπίδα τόσοι που είναι να καταφέρουν να ξαναγράψουν τους νέους μύθους που έχουμε ανάγκη και να ρίξουν τις ακόμα πιο απαραίτητες λοξές ματιές στους παλιούς.
Στην ταινία ο μικρός ήρωας μεγαλώνει βέβαια κι αφού φύγει κι επιστρέψει γενναιόδωρα ξαναβρίσκει όλα τα παραμύθια που τον μεγάλωσαν, την πόλη που περιμένει τα δικά του, γενναιόδωρα συγχωρεί κι αποδέχεται κάποια, δεν διευκρινίζει ποια.
Αφήνει για τους άλλους γκρεμούς και ξύλινα άλογα, εκείνος κοιτάζει με αγάπη την Αθήνα από ψηλά, αυτή την πόλη που μισούμε και που μας εκδικείται. Ισως κρύβει θησαυρούς, μας ψιθυρίζει.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...