Το 1979 είχε προκηρυχθεί μια υποτροφία από την ελληνική κυβέρνηση για ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο Παρίσι, στην πολύ σπουδαία σχολή Δημοσιογραφίας Centre de formation des journalistes, δέκα μήνες με θέμα την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το επαγγελματικό μας σωματείο, η ΕΣΗΕΑ, του οποίου δεν ήμουν ακόμα μέλος, είχε αναλάβει να διοργανώσει εξετάσεις για να διαλέξει τον καλύτερο υποψήφιο. Πήγα και τις έδωσα, πέρασα, ήρθα πρώτη. Όμως η σχολή μου έστειλε ένα γράμμα που έλεγε ότι δεν με θεωρεί κατάλληλη. Κανένας από την Ελλάδα δεν πήγε εκείνη τη χρονιά στο πρόγραμμα.
Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016
Βρυξέλλες, αγαπημένη πρωτεύουσα
Το 1979 είχε προκηρυχθεί μια υποτροφία από την ελληνική κυβέρνηση για ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο Παρίσι, στην πολύ σπουδαία σχολή Δημοσιογραφίας Centre de formation des journalistes, δέκα μήνες με θέμα την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το επαγγελματικό μας σωματείο, η ΕΣΗΕΑ, του οποίου δεν ήμουν ακόμα μέλος, είχε αναλάβει να διοργανώσει εξετάσεις για να διαλέξει τον καλύτερο υποψήφιο. Πήγα και τις έδωσα, πέρασα, ήρθα πρώτη. Όμως η σχολή μου έστειλε ένα γράμμα που έλεγε ότι δεν με θεωρεί κατάλληλη. Κανένας από την Ελλάδα δεν πήγε εκείνη τη χρονιά στο πρόγραμμα.
Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016
Ραπτομηχανή σαν πινέλα
![]() |
Η Χρύσα Βουδούρογλου
ζωγραφίζει χρόνια με βελούδο και μετάξι.
Οι μεγάλες, εντυπωσιακές ταπισερί της
που “δημιουργούν αισθήματα ευφροσύνης,
όπως λέει ο Γιώργος Χατζημιχάλης,
κατάγονται από τα paper cuts του
Ματίς”. Τις φτιάχνει με υφάσματα που
βρίσκει στα μαγαζιά της Αθήνας, τα
σχεδιάζει, τα κόβει και τα ράβει με μια
ραπτομηχανή Σίνγκερ. Είναι τα υλικά της
τα υφάσματα αυτά, όπως είναι οι ακουαρέλες,
τα λάδια και οι καμβάδες τα υλικά της
ζωγραφικής της.
Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016
Έι, παιδάκια
Κυριακή 6 Μαρτίου 2016
Bάστα Μέρκελ
Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016
Η μυστηριώδης φλόγα
Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016
Αθήνα ως Παρίσι
Η Κούλα Μαραγκοπούλου έμεινε στο σπίτι αυτό μαζί του έξι χρόνια, ως μαθήτρια και αργότερα ίσως σύντροφος. Τα πρωτα έργα της μοιάζουν πολύ με τα δικά του, στη συνέχεια καλλιέργησε δικό της στυλ. Ήταν από τις πρώτες γυναίκες που έβγαιναν και ζωγράφιζαν στο ύπαιθρο, αγάπησε πολύ την Ύδρα, και τη ζωγράφισε στα περισσότερα έργα της. Ήταν ψηλή, θεωρητικιά γυναίκα, δυνατή, με μπλε μάτια πολύ εντυπωσιακά. Παντρεύτηκε αργότερα τον ποιητή Μιχάλη Κατσαρό, από τον οποίο χώρισε κάποια στιγμή. Το ποίημα Η Θαλασσινιά, που μελοποίησε ο Μαρκόπουλος, σ' αυτήν αναφέρεται. Ήταν το τελευταίο παιδί της οικογένειας, γεννήθηκε μετά το θάνατο του πατέρα της, και τότε σε πολλά μέρη τα παιδιά αυτά τα ονόμαζαν Δράκους και Δρακούλες, από κει βγαίνει το Κούλα, μας εξηγεί η Ελένη Κυπραίου, θαυμάσια εθελόντρια ξεναγός.Η φύση λοιπόν, η θάλασσα, το λιμάνι της Ύδρας και οι βάρκες, τα τοπία, αλλά και η Αθήνα, οι γωνίες της, οι οικοδομές που χτίζονταν τότε παντού με τους εργάτες να ανεβοκατεβαίνουν στις σκαλωσιές, ήταν τα θέματα της Μαραγκοπούλου, της οποίας βλέπουμε φωτογραφίες και κριτικές του έργου της σε προβολή μέσα στην έκθεση.
Ο Δήμος Δάφνης έχει αποκτήσει και το διπλανό σπίτι και δημιούργησε το μουσείο Μπουζιάνη, όπου θα εκτεθεί συλλογή με έργα του ζωγράφου σε λίγες εβδομάδες. Θα πάω οπωσδήποτε. Από ζωγραφική δεν ξέρω και πολλά, όμως εμπιστεύομαι τις φίλες μου, όπως έκανα σ' αυτή την περίπτωση.
Ρέκβιεμ για δυο κάδους
Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016
Ζούμε σ' άλλη χώρα
Τα πεπρωμένα της φυλής
Κάποια μέρα, μάλλον νύχτα ήταν, είχα πετύχει κι εγώ τον ταξιτζή που βάζει Τρίτο Πρόγραμμα στο ραδιόφωνό του. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που διασχίσαμε τη Μουστοξύδη υπογείως ακούγοντας Μότσαρτ ή ίσως να ήταν και Σούμπερτ, δεν είμαι σίγουρη, κάτι πολύ ευνοϊκό στ’ αυτιά και στην ψυχή, και φαινόταν αυτή η φριχτή άσφαλτος εκεί κάτω να αποκαλύπτει γελαστή κρυμμένες ομορφιές της.
Τέλος πάντων, τρόπος του λέγειν. Μια φορά στη ζωή του δικαιούται κανείς να πετυχαίνει αυτόν τον ταξιτζή, ειδικά αν παίρνει ταξί σπάνια. Δεύτερη δεν μου συνέβη.
Τις υπόλοιπες φορές οι ταξιτζήδες ακούν ιεροκήρυκες ή κάτι τέτοιο. Φλογερούς και αγανακτισμένους πατριώτες τα πρωινά, που νομίζεις ότι θα κάνουν τον οδηγό να ορμήσει στο προπορευόμενο τρόλεϊ και να σκαρφαλώσει με το όχημα στην οροφή του.
Συνήθως κάνω διαδρομές που κοστίζουν 3,40, κι ώσπου να τελειώσουν είμαι ήδη κουρέλι.
Πώς αντέχετε, κύριε, να ακούτε τόση απελπισία μαζεμένη πρωινιάτικο, ρώτησα μια μέρα έναν. Ανέφερα την απελπισία επίτηδες, κι όχι την αγωνιστικότητα που περιείχε, μη με περάσει και για αντεθνικό στοιχείο.
Ηταν ακόμα στην αρχή της κρίσης, όταν είχαν ήδη εξαφανιστεί από τη ζωή μας οι πολλαπλές μισθώσεις, τις οποίες έχω αρχίσει να νοσταλγώ, διότι μέσα στη βαβούρα και τις συζητήσεις και το μπες- βγες, δεν άκουγες ραδιόφωνο.
Ηταν ωραία. Γνώριζες κόσμο ζωντανό, ανθρώπους, όχι ραδιοφωνικές φωνές που μετράνε το στομάχι σου.
-Α, γιατί, καλά δεν τα λέει; μου είχε απαντήσει ο οδηγός. Και δεν ήταν αγριεμένος ή τίποτε τέτοιο, όπως θα τον ήθελε πιθανόν ο έξαλλος τύπος που μας γέμιζε σάλια από το ραδιόφωνο.
Πλημμύρισα δέος μπροστά στην ψυχική αντοχή του, αλλά έκτοτε έχω συναντήσει πολλούς σαν αυτόν. Θυμάμαι κάθε φορά τις απόψεις του Μακλούαν για το ραδιόφωνο, πως είναι λέει «το ταμ-ταμ της φυλής» κάτι σαν υπόκρουση σε τελετές που ετοιμάζουν μάχες.
Οι ταξιτζήδες που ακούν όμως αυτές τις έξαλλες παρλάτες οι οποίες διεκτραγωδούν αυτό ακριβώς, τη φυλή και τα πάθη της, μάλιστα χρησιμοποιούν διαρκώς αυτή τη λέξη, «φυλή» προφανώς για να αισθάνονται απόγονοι των κλασικών Ελλήνων, οι οποίοι χωρίζονταν σε φυλές και δεν είχαν περάσει τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο για να απορρίψουν τέτοιους διαχωρισμούς, οι ταξιτζήδες λοιπόν αυτοί φαίνονται ψυχραιμότατοι.
Μπορεί το πολύ ταμ-ταμ να προκαλεί την επιθυμητή για να επιβιώσεις στους δρόμους της Αθήνας απάθεια.
Προχτές πέτυχα νέα εκδοχή της τραγωδίας που ζει η ελληνική φυλή, ήταν βράδυ και η φωνή ήταν γυναικεία, μελίρρυτος, μιλούσε χωρίς λάθη, μια εξεζητημένη γλώσσα, θρηνούσε που οι Ελληνίδες δεν κάνουν πια πολλά παιδιά, γινόμαστε χώρα γερόντων, η τεχνολογία μάς αποξενώνει, η παράδοση ξεχνιέται, όλο το πακέτο τέλος πάντων με ύφος νεράιδας που σου αποκαλύπτει το μέγα μυστικό.
Πιο πειστική από τους πρωινούς αγανακτισμένους ή λιγότερο; Δεν θα μάθω ποτέ.
Οπως ελπίζω να μη μάθω ποτέ τι δημιουργεί στα μυαλά των οδηγών η υπερβολική έκθεση στην ελευθερία λόγου των υπερβολικά ανησυχούντων για τα πεπρωμένα της φυλής
Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016
Ποια είναι η πατρίδα μας;
Κι αν άνοιγαν οι φούστες;
Πραγματικά, νόμιζα ότι είχα χάσει πια, στην ηλικία που βρίσκομαι και μετά τόσα και τόσα που έχω δει, την ικανότητα να ξαφνιάζομαι με απαντήσεις στις παλιές απορίες, νόμιζα ότι όλα τα είδα κι όλα τα σκέφτηκα, ειδικά αυτά που τόσα χρόνια τώρα συζητάμε: τους εθνικούς μύθους και τις σκοπιμότητές τους, το τι περιθώρια μας αφήνουν, το πώς μας προλαβαίνουν τρυφερούς κι αθώους και μας διαμορφώνουν σαν συναισθηματικά στρατιωτάκια, το πόσο είμαστε απέναντί τους χωρίς άμυνες. Κι όμως!
Με μια εικόνα και μια φράση ο μικρός ήρωας του «Νοτιά» με γιάτρεψε αναδρομικά για όλα τα ψυχικά τραύματα της πονεμένης εθνικής ταυτότητας. Ο μικρός που δεν δεχόταν να καταπιεί αδιαμαρτύρητα τους γεμάτους βία κι αυτοθυσία μύθους, αυτός που ο γιατρός δεν μπορούσε να θεραπεύσει, με θεράπευσε εμένα αναδρομικά. Χρειαζόταν μόνο η ιδέα, και η δύναμη να τη διατυπώσεις.
Μια χαραμάδα αμφιβολίας όταν σου σερβίρουν την αδιανόητη για τα σημερινά δεδομένα Ιστορία. Οι Σουλιώτισσες έπεσαν χορεύοντας από το Ζάλογγο. Ναι, αλλά φορούσαν μεγάλες, μακριές, φαρδιές φούστες.
Κι αν οι φούστες άνοιγαν; Αν; Δεν θα μπορούσαν πέφτοντας να γίνουν αλεξίπτωτα; Να ζήσουν τα κορίτσια; Και να γελάσει λίγο το χειλάκι μας, φρυγμένο από την τόση υποχρεωτική απελπισία;
Κι έτσι ξεκίνησε η περιπέτεια της ατομικής αντίστασης στο συλλογικό σενάριο, το ερωτηματικό που σε κάνει επαναστάτη αλλά είναι τέτοιας υφής που δεν μπορείς να καλουπωθείς μετά ούτε στο επαναστατικό προτσές των πιο ψαγμένων ομάδων, ως φοιτητής στη μεταπολίτευση.
Είναι να μη γίνει η αρχή, να μην τη διατυπώσεις την τολμηρή προσωπική σου εικόνα, αυτή που σε παρηγόρησε και σε οδήγησε στη δημιουργία. Μετά θα μπορείς να ξεφεύγεις διαρκώς, ενδεχομένως με τη βαλίτσα του Ωνάση, να κερδίζεις απόσταση από τους μύθους και τα πάθη, να τα πλάθεις εξαρχής.
Πραγματικά, ζήσαμε πολύ άνετα τις δεκαετίες πριν από την κρίση, μια γενιά μεγάλωσε μέσα σε αφθονία, ένα σωρό παιδιά μπόρεσαν να εκφράσουν την επιθυμία και να την πραγματοποιήσουν ή να ξεκινήσουν την προσπάθεια να γίνουν καλλιτέχνες.
Είναι από τις καλές συνέπειες της πλούσιας εποχής. Υπάρχει ελπίδα τόσοι που είναι να καταφέρουν να ξαναγράψουν τους νέους μύθους που έχουμε ανάγκη και να ρίξουν τις ακόμα πιο απαραίτητες λοξές ματιές στους παλιούς.
Στην ταινία ο μικρός ήρωας μεγαλώνει βέβαια κι αφού φύγει κι επιστρέψει γενναιόδωρα ξαναβρίσκει όλα τα παραμύθια που τον μεγάλωσαν, την πόλη που περιμένει τα δικά του, γενναιόδωρα συγχωρεί κι αποδέχεται κάποια, δεν διευκρινίζει ποια.
Αφήνει για τους άλλους γκρεμούς και ξύλινα άλογα, εκείνος κοιτάζει με αγάπη την Αθήνα από ψηλά, αυτή την πόλη που μισούμε και που μας εκδικείται. Ισως κρύβει θησαυρούς, μας ψιθυρίζει.
Queen on sea
H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...
-
Μπούχτισα τους λυρισμούς των καταστροφολόγων. Έχουνε πάρει μια παραδοξολογία του Μπρεχτ και μας βάζουν φωτιά κάθε τρεις και λίγο. Και δεν υπ...
-
Στο Παρίσι είχα αγοράσει αυτό το γαλλικό βιβλίο και το άφησα εκεί να το διαβάσει ο γάλλος φίλος που με φιλοξενούσε. Μου το επέστρεψε πριν λί...






