Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2001

Λόγια και πράξεις

Σε τεντωμένο σκοινί ισορροπούμε. Τι θα γίνει με τον πόλεμο; Κάτω από τον φόβο
των τρομοκρατικών επιθέσεων, υποβόσκει ο φόβος των συναισθημάτων που θα
γεννήσει η αμερικανική εκστρατεία στους μουσουλμάνους ανά τον κόσμο. Μέσα στον
ορυμαγδό βρίσκουν ακόμα το κουράγιο πολλοί και δίνουν συμβουλές μετριοπάθειας.
Να προσπαθήσει και το Ισραήλ να έρθει σε συνεννόηση με τους Παλαιστινίους. Να
ξανασκεφτούν οι ΗΠΑ τη στάση τους απέναντι στο Ιράκ. Να μη νιώθουν
απειλούμενοι και αδικημένοι όλοι οι μουσουλμάνοι του κόσμου. Ευνοεί το κλίμα
των επιχειρήσεων τέτοιες φωνές; Μπορεί ν' αλλάξει υπό πίεση η πολιτική; Στο
μεταξύ, για να πάρουμε τη μοίρα μας στα χέρια μας, πρέπει κι εμείς κάτι να
κάνουμε, εδώ στην Ελλάδα εννοώ. Έχουμε μερικούς αδικημένους μουσουλμάνους
ανάμεσά μας. Τόσα χρόνια κουβεντιάζουμε, να χτιστεί ένα τζαμί, μήπως πρέπει να
το χτίσουμε τώρα; Μπορούμε εμείς να τα βάλουμε με τις προκαταλήψεις μας, να
αποδείξουμε ότι σε κρίσιμες στιγμές οι άνθρωποι αλλάζουν; Τότε θα δικαιούμαστε
να ελπίζουμε και να απαιτούμε να αλλάξουν οι ΗΠΑ, και όχι μόνο, τη στάση τους
απέναντι σε τόσα καυτά ζητήματα που θεωρούμε ότι βρίσκονται στη ρίζα της
τρομοκρατίας. Μπορούμε να αλλάξουμε στάση απέναντι στους πρόσφυγες από τις
επικίνδυνες ζώνες, να τους διευκολύνουμε, να τους περιθάλψουμε, να
ανασκουμπωθούμε ως έθνος, κράτος και κοινωνία, για να κάνουμε πράξη τα ωραία
ανθρωπιστικά μας λόγια, την αντιπολεμική μας άποψη; Μπορούμε, μέσα μας ο
καθένας, να αντικρύσουμε τους ρατσισμούς μας και να τους φιμώσουμε; Αν κανείς
δεν δέχεται να προσπαθήσει πρώτος, σημαίνει ότι οι άνθρωποι τραβάνε ξανά τον
δρόμο της φύσης τους, πεδικλωμένοι στις λογικές του ανυποχώρητου, ανώριμοι και μοιραίοι.
https://www.tanea.gr/2001/10/09/opinions/analwsima-logia-kai-prakseis/

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2001

Μαύρο κύμα


Κολυμπούσαν στη Φρεαττύδα με τα καπελάκια τους, ώρα πρωινή εργάσιμης ημέρας.
Δίπλα τους ο Πειραιάς να βράζει από κίνηση, κι εκείνες, σε ειδυλλιακό τοπίο,
να κουβεντιάζουν για να κρατήσει το μπάνιο πολύ, να μην κρυώνουν τον χειμώνα.
Το αεράκι έφερνε στην αμμουδιά τις κουβέντες τους. Μιλούσαν για ταξίδια, για
ξενοδοχεία, για διακοπές. Ύστερα άλλαξαν θέμα. «Είδες τι έγινε στην Ελβετία;»,
είπε η μία, κουνώντας νωχελικά τα χέρια της, «μ' εκείνον που μπήκε στη Βουλή
και σκότωσε δεκατέσσερις;». «Τρομοκράτης ήταν αυτός;», ρώτησε η άλλη. «Όχι,
όχι, καμία σχέση, ένας άσχετος, ένας κάτοικος εκεί, είχε προβλήματα με την
κυβέρνηση, κάτι του έκαναν, ξέρεις, κάποια δίκη δεν προχωρούσε, τέτοια. Και
πήγε μ' ένα όπλο στη Βουλή και δολοφόνησε δεκατέσσερις ανθρώπους». Χαϊδεύοντας
το κυματάκι, μίλησε κι η τρίτη της παρέας: «Πω πω στην Ελβετία, τόσο ήσυχη
χώρα...», αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, την πρόλαβε η δεύτερη, δυναμικά.
«Καλά τους έκανε!» φώναξε, αναστατώνοντας την περιρρέουσα γαλήνη, «καλά τους
έκανε» επανέλαβε δυνατότερα, κοιτάζοντας προς το μέρος μου, σαν να περίμενε
επιδοκιμασία. Εν ριπή οφθαλμού μάζεψα τσάντα, σηκώθηκα κι έφυγα, καταφεύγοντας
στον θόρυβο της πόλης, να μην ακούσω παρακάτω. Μέχρι τώρα σε ταξί άκουγα
τέτοια, από μπαϊλντισμένους οδηγούς, στα λεωφορεία από ηλικιωμένους εκτός
ελέγχου, που κάνουνε τον κόσμο να χαμογελά με συγκατάβαση. Φαίνεται ότι
απλώνεται η συνήθεια. Δημόσια επιβράβευση εγκλημάτων στην πιο προνομιούχα
γωνιά του Λεκανοπεδίου, από ανθρώπους καλοζωισμένους, σημαίνει ότι γίνεται
μόδα η λύσσα η μαύρη, η δωρεάν κακία, η ελεύθερη χολή, που τη βγάζεις κατά
βούληση κι όποιος αντέξει. Και ποιος αντέχει να φέρει αντίρρηση σε τέτοιες
σοφίες και να τον πουν ξενέρωτο και ξεπερασμένο;

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2001

Εύθραυστη αθωότητα

Πόσο ωραία νομίζαμε πως ήταν η Αυστραλία! Εκείνοι οι εθελοντές στους Ολυμπιακούς αγώνες, ευγενικοί και πρόθυμοι, με τον χαμογελαστό πατριωτισμό τους, πόσο αξιοζήλευτοι! Αναδυόταν η ήπειρος εν πλήρη αθωότητι μέσα στη θάλασσα της επικοινωνίας που τη σκέπαζε ως τότε. Λαμπερή, απέραντη, γενναιόδωρη, με το παρελθόν της να ξεπλένεται καθώς τραβιόνταν τα νερά της τελετής για να εμφανίσουν την ευχαριστημένη Αβορίγινα Μπέτυ Φρήμαν να ανάβει τον πυρσό. Χώρα αμόλυντη από τις γηραιές ηπείρους, με τα μαρσιποφόρα ζωάκια της να πηδούν αμέριμνα στα πλατειά της λιβάδια, χωρίς να ξέρουν ότι χάθηκαν τα μάρσιπα στον υπόλοιπο πλανήτη. Τώρα που οι Αυστραλοί κομμάντος έκαναν ντου στο πλοίο το νορβηγικό με τους λαθρομετανάστες, η αθωότης γίνεται πλέον κάτι σαν απολίθωμα, που χρειάζεται ιδιαίτερη προστασία. Προφανώς άνθρωποι τόσο βασανισμένοι, φορείς του μικροβίου της απελπισίας, όπως ήταν οι λαθρομετανάστες, έπρεπε να κρατηθούν μακριά από τον παράδεισο, μακριά από το νησί της αυτάρκειας, την κιβωτό των αρετών. Ήταν μάλιστα και μουσουλμάνοι οι λαθρομετανάστες, κι ίσως στην αθώα Αυστραλία, να πιστεύουν ότι υπάρχει αρρώστεια, η μουσουλμανίτις, που μεταδίδεται με τη μαύρη εργασία και με το αντίκρισμα της φτώχειας γενικότερα. Υπήρχε εξάλλου ο κίνδυνος οι μετανάστες, που έφτασαν απρόσκλητοι με πλοία, ακριβώς όπως οι παππούδες των σημερινών ευημερούντων κατοίκων, να βρούν λίγο χώρο να εγκατασταθούν, και να προκόψουν, βάζοντας σε κίνδυνο την αθωότητα που όσο τη μοιράζεις, φαίνεται αδυνατίζει. Ευτυχώς η κυβέρνηση αντιστάθηκε στην εισβολή, οι ανεπιθύμητοι πήγαν στη γειτονική Νέα Ζηλανδία, κι οι Αυστραλοί, μπορούν να συνεχίσουν ν’ απολαμβάνουν αμέριμνοι την άπλα τους, αδιαφορώντας αν στα μάτια των άλλων ηπείρων, η καινούργια τους ήπειρος, πάληωσε απότομα.

https://www.tanea.gr/2001/09/03/opinions/analwsima-eythraysti-athwotita/

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2001

Ηχορύπανση

Το χωριό ήταν τόσο ήσυχο, που θα μπορούσε κανείς να πλήξει. Ο δήμαρχος της περιοχής αποφάσισε να οργανώσει μια γιορτή, να τονώσει τον τουρισμό. Τα παιδιά ετοίμασαν σκετσάκι, οικολογικού περιεχομένου. Οι μαμάδες έφτιαξαν ωραίες στολές. Την καθορισμένη ώρα μαζεύτηκαν όλοι οι κάτοικοι στη μικρή πλατεία, ήρθαν κι οι παραθεριστές. Το πιο επιβλητικό κομμάτι του σκηνικού, ήταν μια κονσόλα, ο χειριστής της έπαιρνε εντολές, από το δήμαρχο, το σκηνοθέτη, την πιο δραστήρια από τις μαμάδες των παιδιών και μερικούς ακόμα παράγοντες. Ένα αεράκι ερχόταν από τη θάλασσα και περνούσε στο μικρόφωνο, μεγεθυμένο και παραμορφωμένο, έπνιγε τις παιδικές φωνές, σαν μπουμπουνητό. «Θα σας μιλήσουμε για τη ρύπανση και την ηχορύπανση», είπε το πρώτο παιδάκι, αλλά μια ριπή αέρα μπούκωσε τη φράση. «Πιο δυνατά!» πρόσταξε ο δήμαρχος. Ο κονσολιέρης ανέβασε τους διακόπτες κι ένα μηχανικό τσίριγμα έσκισε τα αυτιά των παρισταμένων. «Δεν ακούμε!» φώναξε νευριασμένη η γιαγιά του παιδιού. Το παιδάκι κοιτούσε τρομαγμένο.  «Ξαναπές τα», του φώναξε ο σκηνοθέτης. «Ηχορύπανση», έλεγε το παιδάκι, ανάμεσα σε σφυρίγματα του μικρόφωνου και σε μουγκρητά της θαλασσινής αύρας, που ακουγόταν σαν τον ασκό του Αιόλου αυτοπροσώπως. «Τι είναι ηχορύπανση;» ρώτησε το δεύτερο παιδάκι, προσπαθώντας να συνεχίσει το έργο,  ανάμεσα σε στριγγλιές μεγαφώνων, μπουμπουνητά, φωνές, «Πιο δυνατά» και «δεν ακούμε τίποτα!» Στις πλαστικές καρέκλες, το κοινό περίμενε υπομονετικά. Κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε για το θόρυβο, τους φοβερούς ήχους, όλον αυτό το χαμό, που δεν χρειαζόταν, αφού ήταν τόσο λίγοι και τόσο κοντά, που θα ακούγονταν περίφημα και χωρίς μεγάφωνα. Άξιζε ο κόπος, αφού θα μάθαιναν κάτι τόσο σημαντικό. Τι σημαίνει ηχορύπανση. 

https://www.tanea.gr/2001/08/20/opinions/analwsima-ixorrypansi/

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2001

Θάλασσα, γλυκοθάλασσα

Όταν ερημώνει η πόλη, ζωντανεύουν τα περίχωρα. Περιδέραια συγκροτημάτων που ζώνουν τις παραλίες, σκοτεινά όλο το χρόνο, επιτέλους φωτίζονται, αερίζονται, σαλεύουν. Παράξενα χωριά, με σπιτάκια ολόιδια και απαραιτήτως συνδεδεμένα, μικρούτσικα αλλά πλήρως εξοπλισμένα. Οι εξοχικές κατοικίες προεκτεινόμενες στο άπειρο, κλώνοι διαμερισμάτων, όλα τα εντοιχισμένα ντουλάπια που μπορεί κανείς να φανταστεί, χωμένα σε ανύπαρκτες κώχες, και η θάλασσα σε απόσταση αναπνοής. Οι αρχιτέκτονες θα μένουν αιωνίως άνεργοι, αν δεν αλλάξει η μόδα της ομοιομορφίας. Πού και πού βίλλες να σπάνε την παράταξη, σχεδόν παράταιρες. Ίσως κάποτε απαγορευτούν, για να μην αλλοιώνουν το περιβάλλον. Και ξανά κολλημένα σπιτουλάκια, πότε σε στυλ νησιώτικο, πότε μεξικάνικο, πότε τυνησιακό, ότι φανταστεί ο καθένας. Η κλωνοποίηση βοηθά τους τολμηρούς. Το αποτέλεσμα επιβάλλεται δια της επαναλήψεως. Κι οι ιδιοκτήτες, ευχαριστημένοι με τη δυνατότητα εναλλαγής από το σπίτι τους στην πόλη, που έχει γίνει απαραίτητη πια για να αντέχουν, στολίζουν το διαμέρισμα με κοχύλια και ανάλαφρες θαλασσινές δημιουργίες, μαθαίνουν να ακούν τους διπλανούς σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας και μόνο όταν νυχτώσει στέκονται λίγο αμήχανοι. Για δευτερόλεπτα. ΄Ωσπου ν΄ανοίξει η τηλεόραση, να εμφανιστεί το περιοδικό, κανένα βιβλιαράκι σωτήριο.  Η θάλασσα έχει κουράσει γλυκά τα μέλη, αυτή η καινούργια, αμφίβια ζωή, δεν έχει απαιτήσεις. Δεν χρειάζονται πλατείες, καφενεία, μαγαζιά και τέτοια δαπανηρά πράγματα. Φτάνει καμιά φορά το αεράκι στο μπαλκόνι, ακούγονται δέντρα να θροϊζουν, σήματα αναμνήσεων, πινελιές κάποιας άλλης ζωής, φόντο για συνταγές που οι μερακλήδες ήδη ετοιμάζουν στην κουζίνα. Εκεί συμπυκνώνονται οι πολιτισμοί όλου του κόσμου χωρίς φραγμούς, αδελφώνονται οι λαοί στη γεύση, λίγο πριν έρθει, αργά, ο ύπνος.

https://www.tanea.gr/2001/08/16/opinions/analwsima-thalassa-glykothalassa/

Τρίτη 14 Αυγούστου 2001

Νέο πνεύμα, αθάνατο

Μέσα στον Αύγουστο όλα ξεπαγώνουν, πόσο μάλλον τα εφευρήματα που χρειάζονται για την ενίσχυση της τόσο επιθυμητής και κερδοφόρου οικοδομής. Ξεπάγωσε και η μεταφορά συντελεστή δόμησης, ένας δαιμονικός τρόπος για να κερδίζεις χτίζοντας και να χτίζεις κερδίζοντας κι ετοιμάζεται να μεταφερθεί κατά Μαρούσι μεριά, κυρίως. Ξενοδοχεία πολλών κλινών και άλλα μεγαλειώδη οικοδομήματα, θα ανυψωθούν με συντελεστή που, ναι μεν θα μεταφερθεί, αλλά μετά θα μείνει εκεί και δεν θα φεύγει με τίποτα, εν όψει των Ολυμπιακών αγώνων και όχι μόνον. Κι έτσι η Ολυμπιάδα θα είναι και πολιτιστική και παραδειγματική και γενικώς θα τους αφήσει όλους με το στόμα ανοιχτό και ακριβώς όπως ονειρευόμαστε, διότι πού αλλού θα έχουν σκεφτεί οι άνθρωποι τη μεταφορά συντελεστή δόμησης; Το αρχαίο πνεύμα αθάνατο είναι σπουδαίο, αλλά και το νέο πνεύμα εφευρητικό έχει άλλη χάρη. Κι αυτή η μεταφορά συντελεστή δόμησης, ως ιδέα και πράξη, εφαρμοζόμενη μάλιστα σε ένα τέτοιο ξεχωριστό λεκανοπέδιο όπως των Αθηνών, είναι  κάτι μοναδικό στον κόσμο. Αν γίνει κατανοητό, θα αναδείξει το ελληνκό διαμόνιο στα πέρατα της γής.  Όσοι το αντιληφθούν και το μελετήσουν θα μπορέσουν να  ανοίξουν δρόμους ανάπτυξης αειφόρου, σε διάφορες μπλοκαρισμένες οικονομίες, ανά την υφήλιο. Καλές είναι οι αθλητικές επιδόσεις, αλλά εμείς έχουμε και πολιτισμό, έχουμε προπάντων πρωτότυπες ιδέες. Και ας τις πάρουν όσοι τις καταλάβουν. Χρειάζεται φαντασία και εφευρετικότητα, ας επωφεληθούν λοιπόν οι έχοντες αντίληψη και παρατηρητικότητα. Θα είναι κρίμα να μην μεταλαμπαδεύσουμε μια τέτοια ιδέα σε διεθνές επίπεδο. Αλλά αφού δεν θα μπορεί ο καθένας να συλλάβει κάτι τόσο τολμηρό και επινοητικό, ας επωφεληθούν οι ξύπνιοι. 

https://www.tanea.gr/2001/08/14/opinions/analwsima-neo-pneyma-athanato/

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2001

Τι βιάζεσαι;

Περιμένω τις εφημερίδες να έρθουν στο περίπτερο, για τρίτη φορά πηγαίνω. Από
τις δέκα και μισή θα έρχονταν, έχει πάει δώδεκα, τις έχουν αναζητήσει τα
παιδιά τρεις φορές, κάνοντας βόλτες με το ποδήλατο. Και τώρα πια ήρθανε, ο
διανομέας πίνει νερό και ψιλοκουβεντιάζει με την περιπτερού, ανταλλάσσουν
φιλοφρονήσεις, χαμόγελα. Περιμένω ακόμα. Μαζεύονται κι άλλοι δυο τρεις,
βιαστικοί, κυκλώνουν το περίπτερο. Η περιπτερού συνεχίζει να στέλνει
χαιρετίσματα στους γνωστούς της μέσω του διανομέα, να ρωτά για την υγεία τους.
Και τα παιδιά καλά; Φαντάζομαι πόσο μεγάλωσε ο Αντωνάκης, λέει. Οι πελάτες
ανυπομονούν, κουνάνε πόδια, τεντώνουν λαιμούς. Ο Αντωνάκης μεγάλωσε, αλλά οι
εφημερίδες είναι ακόμα με τον σπάγκο, παρατηρεί ένας αυστηρά, κι η γυναίκα
σηκώνει τα μάτια, σαν να μας βλέπει εκείνη μόλις τη στιγμή. Τι βιάζεσαι; λέει
αργά, σε όλους μας, έχετε δουλειές; Είναι ηλικιωμένη, ασπρομάλλα, μιλά αργά,
κινείται αργά, η παρουσία της ολόκληρη αποπνέει βραδύτητα, αποπνέει τόσο
αποφασιστική ηρεμία, που μας επιβάλλεται. Σταματάμε να κουνάμε νευρικά τα
πόδια. Η εξουσία της βιασύνης δεν περνά εδώ, αυτή που παντού κανονίζει τη ζωή
μας. Είναι φανερό, εδώ κυριαρχούν άλλοι νόμοι. Ας παραιτηθούμε, ας
προσαρμοστούμε λοιπόν. Με την φιλοσοφημένη της απάθεια, η περιπτερού στο μικρό
χωριό έγινε αρχόντισσα του χρόνου μας. Κάθε διαμαρτυρία, κάθε νευρικότητα
μοιάζει τώρα άσκοπη και γελοία, για λίγα λεπτά μάς επισκέπτεται η μεγάλη
αλήθεια της φύσης, αυτή που γυρέψαμε, αλλά δεν προλάβαμε να βρούμε. Ώσπου να
διαλέξουμε εφημερίδες, να πληρώσουμε, να φύγουμε και να επιστρέψουμε στις
συνήθειες των διακοπών, που μάταια πασχίζουν να μας χαρίσουν κάτι σαν γαλήνη.
https://www.tanea.gr/2001/08/13/opinions/analwsima-ti-biazesai/

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2001

Τάσεις οδοιπορείας

Από όλους τους ταξιδιώτες που φωτογραφίζονται σε θέρετρα, βίλλες, κόττερα, σε κλαμπ νησιών, σε εξωτικά μέρη, σε πολυτελή ντεκόρ, ποιόν βρήκα να ζηλέψω, ποιος χάλασε την πλήρη μου αυγουστιάτικη ικανοποίηση σε βάθος ενοχλητικό, ποιος έβγαλε στην επιφάνεια καταπιεσμένες και ουδέποτε ξεπερασμένες επιθυμίες; Αυτός ο νεαρούλης από τη Γαλλία, που στα δεκαεννιά του άρχισε να κάνει το γύρο του κόσμου με τα πόδια! Την επόμενη μέρα από την δημοσιογραφική κάλυψη του εκατομυριούχου με το αερόστατο, ιδού ο οδοιπόρος με το σακκίδιο. Μόνος, γιατί δύσκολα βρίσκει παρέα κανείς για κάτι τέτοιο, αλλά αποφασισμένος, έχει υπολογίσει ήδη ότι του χρειάζονται εξήμιση χρόνια περπάτημα, κουβαλάει λεξικά και χάρτες και διαθέτει ημερολόγιο στο Διαδίκτυο. Η Ελλάδα είναι η δεύτερη χώρα που επισκέπτεται. Δεν του είπαν ότι αντιπαθούμε το περπάτημα γενικά ως λαός, επειδή μάλλον δεν ξεπεράσαμε τη μνήμη της φτώχειας, που ανάγκαζε τους προγόνους μας να περπατούν, όταν δεν είχαν όχημα ή ζώο, ότι περνάμε ακόμα τη μακροχρόνια φάση ενθουσιασμού του  νεοφώτιστου μπροστά στον μηχανοκίνητο τροχό, καβάλα πάμε στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάμε. Ηρθε αθώος και περιχαρής, με οικολογικά μηνύματα. Δικός του πρόγονος θα ήταν  ο Ζαν Ζακ Ρουσώ, που ταξίδευε ποδαρόδρομο όσο ήταν νέος, συνοδεύοντας καμιά φορά ωραίες κυρίες, οι οποίες φορούσαν και μεταξωτά γοβάκια, πέρα από το πλήρες κρινολίνο, στην πορεία ημερών. Αυτόν ζηλεύω, γιατί την πολυτέλεια  μιας τέτοιας απόφασης πραγματικά τίποτα δεν στην αγοράζει. Κι ενώ έχω τάσεις φυγής από μικρό κορίτσι, όπως έχει το 40% των σημερινών κοριτσιών, σύμφωνα με πανεπιστημιακή έρευνα, δύσκολα βρίσκω παρέα για περπάτημα , ακόμα και μέχρι το περίπτερο, που λέει ο λόγος.

https://www.tanea.gr/2001/08/09/opinions/analwsima-taseis-odoiporias/

Τρίτη 24 Ιουλίου 2001

Αφθονο νερό



Ωραίο νεράκι, ποταμίσιο, νερό του Ευήνου ποταμού, θα ρέει στο εξής από τις βρύσες μας. Άφθονο νερό, όπως τόνισαν όλοι εγκαινιάζοντας το φράγμα. Νερό εξαιρετικής ποιότητας το λέει η ΕΥΔΑΠ σε ολοσέλιδες διαφημίσεις, εντούτοις μας παρακαλεί να μην το ξοδεύουμε. Πώς να μην το ξοδεύουμε, έτσι άφθονο που θα το έχουμε, πώς να μην κάνουμε τρία μπάνια την ημέρα σ’ αυτό το γλυκό, πολύτιμο νερό που παραχωρείται στην πρωτεύουσα, πώς να μη βάζουμε σωλήνες αυτόματου ποτίσματος σ’ όλες τις νησίδες των λεωφόρων με λεύκες κι άλλα φυτά ταχείας αναπτύξεως, πώς να μην ονειρευόμαστε πισίνες ως ύψιστο σύμβολο κοινωνικής ανόδου;
Κολιέ με πέρλες, πολύ πρωτότυπη σύνθεση, σταγόνες στη θέση μαργαριταριών φωτογραφίζει η ΕΥΔΑΠ στις αφίσες της. Ωστόσο το λάστιχο στην κάνουλα που ανοίγει από το πεζοδρόμιο ρίχνει το νερό σε άλλη μορφή, κρουνηδόν, οι σταγόνες δεν προλαβαίνουν να αποκτήσουν προσωπικότητα. Ίσα που αχνίζουν οι τσιμεντόπλακες με το κατάβρεγμα, το νερό ρουφιέται σαν από χωράφι στα αφιλόξενα υλικά αυτής της πόλης. Έχει να πιεί ποτάμια ακόμα μπόλικα, χωρίς ποτέ να δροσίζεται, η αξεδίψαστη.
Στην Αθήνα και στα πολυάριθμα της περίχωρα εκβάλει λοιπόν ο Εύηνος. Δεν ήταν δα και κανένας ιστορικός ποταμός. Δεν είχε γίνει εκεί και καμιά μάχη με τους Πέρσες να τον κλάψουν οι εγγράμματοι. Δεν υπήρξε καν θεός, σαν τον Αχελώο, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο αντιστέκεται λόγω θεϊκής καταγωγής. Αναβαθμίστηκε ο Εύηνος, μπορείς να πεις, μ’ αυτό το φράγμα. Τα περιδέραια της ΕΥΔΑπ ας δοκιμάσουν να βασανίσουν τις ευαίσθητες ψυχές. Τα σώματα δεν θα μπορέσουν ν’ αντισταθούν στο παραπανίσιο ντους, μέρες που είναι.

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2001

Ενα τσιγγανάκι κλαίει



Συνήθως δεν κλαίνε τα τσιγγανάκια, ακολουθούν ήσυχα τους γονείς τους. Ίσως η ζωή που κάνουν, χωρίς τη βασανιστική πειθαρχεία της τάξης και της καθαριότητας, να είναι εύκολη για την ηλικία τους. Κι η ζητιανιά ακόμα να έρχεται εύκολη σε τόσο μικρά ανθρωπάκια. Εκ φύσεως τα παιδιά απαιτούν. Το σίγουρο είναι ότι τα παιδιά φαίνονται ανέμελα στους δρόμους που ξεροσταλιάζουν, γι αυτό κι όλοι γύρισαν και κοίταζαν εκείνο το τρίχρονο που ούρλιαζε στην αγκαλιά της μάνας του, στα σκαλιά της Καθολικής Μητρόπολης του Αγίου Διονυσίου. Με το άλλο μωρό στην αγκαλιά η μάνα, θα ήταν δεν θα ήταν δεκαεξάχρονη, προσπαθούσε αμήχανα να το ησυχάσει, να το καθήσει στη στάση ζητιανιάς, υποταγμένο, πλαγιασμένο στα πόδια της, κι εκείνο κατόρθωνε και σηκωνόταν, γεμίζοντας ολόκληρη την Πανεπιστημίου με τη διαμαρτυρία του. Δεν στρωνόταν στη δουλειά το νήπιο. Ήθελε να παίξει στο πεζοδρόμιο. Ήθελα να πάει σχολείο, βόλτα στον Εθνικό Κήπο, να ρίξει κουλούρι στα παπάκια, να γραφτεί στο φροντιστήριο ξένων γλωσσών της γειτονιάς του, να διαβάσει τον Χάρι Πότερ, ακόμα κι αν θα χρειαζόταν για όλ’ αυτά να πλένεται κάθε πρωί και να φοράει παπούτσια χειμώνα- καλοκαίρι. Ολόκληρη τη μοίρα του την τίναζε στο πεζοδρόμιο. Δεν ήθελε τσιγγάνα καρδιά, ήθελε ζωή ανθρώπινη.
Έσκυψε το κορίτσι- μάνα ταραγμένο στις τσέπες του, το σκέπασαν τα μακριά μαλλιά της, νεανικό ξανθό χρώμα, βρήκε κάτι εκεί μέσα, το έδωσε στο γιο της να σωπάσει. Τον ξεγέλασε. Η τάξη επανήλθε. Μάζεψε τα μαλλιά της πίσω από τ’ αυτί, φάνηκε το χρυσό της σκουλαρίκι, ζούπηξε στην ποδιά της το παιδί, άπλωσε και το χέρι.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2001

Ti θα πει δουλέμπορος

Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε οι δημοσιογράφοι, τα μικρά λαθάκια με τις μεγάλες
σημασίες, οι επαναλήψεις και οι εμμονές μας, αυτά είναι πλέον το λειτούργημα
που κάνουμε. Ας πάρουμε τη λέξη «δουλέμπορος», που έχει καθιερωθεί για τους
κατηγορουμένους σε υποθέσεις παράνομης εισόδου μεταναστών, τι εικόνα φέρνει
στο μυαλό; Ιστιοφόρα με τ' αμπάρια γεμάτα αλυσοδεμένους μαύρους που ταξιδεύουν
από την Αφρική για τις φυτείες του αμερικανικού Νότου. Δέκατο έβδομο αιώνα, ή
πιο πίσω ακόμα, πειρατές στη Μεσόγειο που κουρσεύουν νησιά, τον Χαϊρεντίν
Μπαρμπαρόσα, τέτοια πράγματα. Όμως αυτοί που βαφτίζονται σήμερα δουλέμποροι,
δεν μεταφέρουν εμπόρευμα για πούλημα. Οι άνθρωποι που ταξιδεύουν στα πλοία ή
στα φορτηγά τους, έχουν πληρώσει οικειοθελώς τα ναύλα. Είναι οικονομικοί
μετανάστες, προσπαθούν να περάσουν τα σύνορα της Ευρώπης, τα απαγορευμένα, τα
αδιαπέραστα. Η δουλειά των μεταφορέων έχει ρίσκο και μεγάλο κέρδος, γιατί το
εισιτήριο για το παράνομο αυτό ταξίδι είναι πολύ πιο ακριβό από τα κανονικά
εισιτήρια ταξιδιών, κι ας γίνεται με πολύ χειρότερες συνθήκες. Οι
απαγορευτικοί νόμοι είναι που δημιουργούν τη ζήτηση για τέτοια μέσα. Τα κράτη
της Ευρώπης χρειάζονται τους μετανάστες, πολλοί το παραδέχονται, αλλά κανένα
δεν αλλάζει τους νόμους. Κι όταν ονομάζονται δουλέμποροι οι τυχοδιώκτες που
τους μεταφέρουν, τι καλά, παίρνουν αυτοί όλο το ηθικό βάρος για τα μαρτύριά
τους. Η λέξη είναι παραστατική, βαριά από εικόνες, ακαταμάχητη. Πώς να την
αρνηθείς; Δουλέμποροι λοιπόν οι οδηγοί των φορτηγών και οι καπετάνιοι των
πλοίων, διπλά εγκληματίες στην κοινωνία που έχει καταργήσει τη δουλεία. Και οι
κοινωνίες αθωώνονται. Δεν απομένει παρά να καταδικάσουν δούλους και
δουλεμπόρους συλλήβδην, κι ύστερα να πλύνουν τα χέρια τους.
https://www.tanea.gr/2001/07/05/opinions/analwsima-ti-tha-pei-doylemporos/

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...