Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020

Project: Φλαμουριά

Όταν φτάσαμε εδώ, τα κλαριά της φλαμουριάς ήταν γυμνά, μετά βίας ξεχώριζες το μικρό φούσκωμα των νέων φύλλων που ετοιμάζονταν. Κάθε πρωί την έβγαζα φωτογραφία, το πρότζεκτ το έχει προ πολλού τραγουδήσει ο Σούμπερτ. Μέρα με τη μέρα φούντωνε, ώσπου έφτασε στη σημερινή κατάσταση, να φτιάχνει τόση σκιά που κρυώνεις από κάτω, καθώς ετοιμάζει τώρα τα λουλούδια της, το τίλιο.


Αυτή τη φλαμουριά τη φύτεψε η μητέρα μου όταν έχτισε το σπίτι, πριν ακριβώς τριάντα χρόνια. Ήταν ένα μικρό δεντράκι, δεν φανταζόταν κανείς ότι θα μεγάλωνε τόσο. Τη θαυμάζω πάντα και απορώ, μέχρι πού θα φτάσει; Να την κλαδέψουμε, λένε καμιά φορά άλλα μέλη της οικογένειας, είναι επικίνδυνη, θα ρίξει το σπίτι. Εγώ όμως σέβομαι πολύ τη φλαμουριά για να μπορώ να διανοηθώ να κάνω κάτι τέτοιο. Μπορεί να κλαδεύω τις κερασιές, τις μηλιές, ακόμα και να κόβω άλλα δέντρα, με αυτήν όμως με πιάνει δέος. 

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Λατινικά ονόματα

Όπως ο Χανς Κάστορπ στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν (εννοείται ότι άρχισα να το διαβάζω αμέσως μετά την Πανούκλα του Καμύ και το Δεκαήμερο του Βοκκάκιου) προσπαθώ κι εγώ να μάθω τα ονόματα των φυτών, κυρίως των αγριολούλουδων. Εχω μαζέψει διάφορα βιβλία και οδηγούς, έχω και εφαρμογές στο κινητό που προσπαθούν να σου βρουν το είδος, αλλά με τις φωτογραφίες δεν είναι εύκολο. Αλλιώς βλέπεις ένα φυτό με τα μάτια σου, αλλιώς το καταγράφει ο φακός. Λείπει η αφή, η όσφρηση, η αίσθηση, η τρίτη διάσταση κι οι άλλες πέντε.
Γι αυτά τα δυο προτείνονται το Ajuga australis ή Ajuga genevensis ή Salvia ή λιβανόχορτο για το μωβ (είπαμε, είναι δύσκολη δουλειά) και το Oxalis spiralis, ή Oxalis Hedysparoidis, ή ξυνούδι για το κίτρινο.
Τα ελληνικά ονόματα, οι κοινές ονομασίες δηλαδή, όταν υπάρχουν, είναι κάπως απογοητευτικά, δυστυχώς ο Linne διάλεξε να κάνει λατινικά τις επιστημονικές ονομασίες, μέχρι και τον εαυτό του ονόμασε Linnaeus...

 

Περιμένουμε



To βίντεο περιέχει βίαιες σκηνές, προειδοποιούν οι New York Times για την οπτική ανασύσταση της δολοφονίας του Τζόρτζ Φλόιντ. Κατάφεραν να μοντάρουν λήψεις από τις κάμερες και τα κινητά, να την έχουν ολόκληρη σε εικόνα, σαν μικρού μήκους ταινία τρόμου. Όπου ο τρόμος είναι πιο ανατριχιαστικός από κάθε βρυκόλακα, τέρας και δράκο της φαντασίας γιατί δείχνει αυτούς που φυλούν το νόμο να τον παραβαίνουν με όλη την άνεση των προνομίων τους. Και  διαλύεται μαγικά και κινηματογραφικά το κράτος δικαίου, το νόημα του νόμου, του κοινωνικού συμβολαίου, η βασική συμφωνία συμβίωσης και  το πρότυπο που θέλει η Αμερική να είναι για το πιο δίκαιο καθεστώς του κόσμου.
Δεν το θέλει μόνο αυτή, το θέλουμε κι άλλοι. Χρειάζεται ένα πρότυπο, κάτι να ακολουθεί κανείς, να έχει ένα στόχο πολιτικό σε όποια χώρα κι αν ζει, όσο συμβιβασμένος κι αν είναι με την αδικία και την καταπίεση. Έχει αναλάβει αυτοβούλως εκείνη να το ενσαρκώνει, ή δεν είχαμε καταλάβει καλά.
Όχι, δεν είμαι αυτό το πρότυπο, φωνάζει ο εκπρόσωπος του αμερικανικού κράτους. Λάθος κάνατε, σας παρέσυραν οι ταινίες. Βγάζουμε πολλές, πρέπει να έχουν ένα ηθικό υπόβαθρο, να δίνουν ελπίδα στους ανθρώπους, πώς θα πουλήσουν; Αλλά κι αυτό μπορεί να είναι λάθος, να μπορούν να πουλήσουν και σκέτες. Κάτι έχουν πάντα από κάτω, ενώ εμείς όχι. Στις ταινίες είναι που λέει ο μπάτσος στον συλληφθέντα, ‘έχεις δικαίωμα να καλέσεις το δικηγόρο σου’ και τέτοια. Εμείς είμαστε οπλισμένοι, είμαστε κράτος, ξέρουμε κόλπα, πώς να σκοτώνεις έναν άνθρωπο χωρίς να ζορίζεσαι, δεν ψάχνουμε λεπτομέρειες. Άλλο το σινεμά κι άλλο η ζωή.  Είναι παράξενο πώς βρέθηκε να γίνει ταινιάκι το περιστατικό, δεν ήταν γραμμένο το σενάριο, δεν υπήρχε σκηνοθέτης, και νάτο ξάφνου πρώτη μούρη στις ιστορίες, πάει για Όσκαρ. Τραγωδία χωρίς λύση, χωρίς κάθαρση, εκτός κι αν τιμωρηθούν στ’ αλήθεια οι δολοφόνοι και θεωρήσουμε όλοι οι ακούσιοι θεατές ότι αποδίδεται δικαιοσύνη. Αλλά φαίνεται ότι δεν συμβαίνουν εύκολα τέτοια πράγματα στη μεγάλη χώρα όπου ο νόμος είναι ο υπέρτατος αφέντης, κατά το σινεμά πάντα. Ή κατά την ανθρώπινη προσδοκία που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πουθενά, καταπώς φαίνεται. Πάμε για παγκόσμια κατάθλιψη μετά τον κορωνοϊό, ό,τι πρέπει. Κι ο πρόεδρος στο καταφύγιο, ζει κι αυτός το δικό του μύθο, τη δική του πραγμάτωση της μανίας καταδίωξης.
 Όμως δεν μπορεί, κάτι θα γίνει. Έχουμε δει πολλές ταινίες, έχουμε διαβάσει πολλές ιστορίες, περιμένουμε. Κι αν το πρότυπο παραιτείται, η αναζήτηση συνεχίζεται.

Ξεμαθαίνοντας φιλιά

Για μέρες παρατηρούσα τους καταστηματάρχες να ετοιμάζουν τα μαγαζιά τους, όταν ανακοινώθηκε ότι θα άνοιγαν, μέχρι που άνοιξαν, να καθαρίζουν, να γυαλίζουν, να στολίζουν, σα να ήταν για τον καθένα η πρώτη μέρα που θα άνοιγε ένα μαγαζί ολοκαίνουργιο. Κάποιοι έβαφαν σε χρώματα ανακαίνισης και μια ζαρντινιέρα σε έναν πεζόδρομο, ξεσκόνιζαν κι ένα παγκάκι. Ηταν συγκινητική η προετοιμασία, ο τρόπος που ζωντάνευε μια πόλη. Βέβαια, όταν ήρθε η στιγμή, μπήκα στα μαγαζιά μαγκωμένη, με το μπουκαλάκι απολυμαντικό ανά χείρας, με περίσκεψη, τι αγγίζουμε και τι όχι.
Και στην εστίαση που δώσαμε ραντεβού για συνάντηση έξω επιτέλους ξανά καθιστοί στα τραπεζάκια, τώρα το σκέφτομαι. Θα φιληθούμε όταν βρεθούμε ή θα θυμηθούμε να συγκρατηθούμε;
Δουλειά ζωής οι οικειότητες του σώματος, να μάθεις τους κώδικες, ποιον αγκαλιάζεις, πόσο τολμάς, πόσο απολαμβάνεις, πόσο αισθάνεσαι ό,τι απολαμβάνει ο άλλος, και τι συνηθίζεται εδώ. Στο Παρίσι δίνουν φιλιά με το χαίρω πολύ, τρία μάλιστα. Ιδρωσα να το συνηθίσω. Υστερα ήταν μεγάλη κατάκτηση. Να το μεταφέρουμε αυτό σε μας; Ωραίο δεν είναι; Δύσκολο αλλά ωραίο. Κλειδωμένο τώρα το Παρίσι με χιλιάδες νεκρούς ξεμαθαίνει να φιλιέται. Στη Ρωσία, λένε, φιλιούνται κατευθείαν στο στόμα. Δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Εμείς εδώ είχαμε άλλες συνήθειες, πολύ πιο λιτές, τα δυο φιλιά χαιρετισμού και πάλι δύσκολα τα ξεμαθαίνουμε, τα φιλιά μας... ενίοτε ρουφηχτά, υγρά, και συχνότατα πιο θερμά από οτιδήποτε ακολουθούσε.
Δεν μέτρησα πόσα χρόνια μου πήρε να μάθω να φιλάω, παριζιάνικα και αθηναϊκά. Φιλί για το φιλί και χειραψία για τη χειραψία, επιτεύγματα και νίκες της ανθρωπότητας επί παλαιοτέρων ιών και μικροβίων, προφανώς. Τώρα ξανά σαν αδέξιοι έφηβοι θα ξαναβρεθούμε και θα κοιταζόμαστε με τις παλάμες συμμαζεμένες και τα σώματα σε επιφυλακή για αποστάσεις. Πώς θα γίνει αυτό; Με τι θα μοιάζουμε;
Ολη την περασμένη εβδομάδα ετοιμάζονταν και τα μαγαζιά εστίασης να ανοίξουν, με τον ίδιο ζήλο και ενθουσιασμό, σαν την πρώτη αυγή του κόσμου. Ή την πρώτη ταβέρνα του κόσμου. Αν τουλάχιστον βρισκόταν κάτι ιοκτόνο στο κρασί, τι ωραία θα είναι να μεθύσουμε. Και ξένοιαστα, λέει, να φάμε, να πιούμε και νηστικοί να κοιμηθούμε.

Καλύτερα νότες

Πάντα με εξέπληττε το πάθος των εισαγγελέων στις αγορεύσεις τους, τότε που έκανα δικαστικό ρεπορτάζ, πριν από μερικές δεκαετίες. Είναι η δουλειά τους αυτή, έμαθα τότε να πιστεύω, έπρεπε να βρίσκουν τα πιο μελανά χρώματα, έπρεπε να πάρουν το μέρος της θιγόμενης κοινωνίας ως δημόσιοι κατήγοροι που ήταν. Μιας κοινωνίας συχνά σκληρής, συντηρητικής, ανελέητης για τους κατηγορούμενους, που από την άλλη πλευρά οι δικηγόροι προσπαθούσαν να υπερασπιστούν.
Πώς καταφέρνουν οι δικαστές να κρίνουν, να παίρνουν θέση; Τους θαύμαζα απεριόριστα, εμένα με έπειθε συνήθως όποιος μιλούσε τελευταίος. Ετσι είναι οι δίκες βέβαια, ένα ζωντανό θέατρο, ακόμα και χωρίς κοινό, χωρίς ενόρκους, η κοινωνία παρακολουθεί κι η θεά από ψηλά διαρκώς κρατά τη ζυγαριά της.
Τώρα ξαφνιάστηκα που σοβαροί άνθρωποι που ξέρουν από δίκες επέκριναν το πάθος της εισαγγελέως στη Ρόδο. Ισως εν τω μεταξύ έγιναν ψύχραιμοι οι εισαγγελείς, έχω χάσει εξελίξεις. Ισως ακόμα σοκάρει μια γυναίκα στη θέση του κατηγόρου, που τρέμοντας μπροστά στο αποδεδειγμένο ειδεχθές έγκλημα δεν φτάνει στο ύψος ενός Σεφέρη ξέρω 'γω, μάλλον ενός Σικελιανού, μήπως Μπετόβεν να πούμε καλύτερα, που είναι και τα 250 χρόνια του. Ναι, καλύτερα νότες, οι λέξεις είναι βαριές από την υποτίμηση των γυναικών αιώνες τώρα. Επρεπε να γράψει μουσική η εισαγγελέας για να αποφύγει τα κλισέ, να σταθεί στο ύψος της φοβερής θλίψης...
Μίλησε λοιπόν για άσπιλο παρθένα η εισαγγελέας, οι υπερασπιστές για κάποια που τα ήθελε. Για μένα η παρθενία είναι συμβολική. Σαν την Αφροδίτη που λουζόταν σε μαγική πηγή όποτε ήθελε να γίνει ξανά παρθένα, να μένει αρυτίδωτη, νέα και με ανανεωμένη τη δυνατότητα να συγκινείται και να απολαμβάνει κάθε συνεύρεση.
Ολα αυτά και κάμποσα ακόμα ήθελε η θεά, και γενικώς «τα ήθελε», αλλά σαν θεά που ήταν δεν κινδύνευε από παρεξηγήσεις των επιθυμιών της. Τα ήθελε και τα χαιρόταν. Το τι θέλει μια γυναίκα δεν αθωώνει και δεν ελαφρύνει τους άντρες που τη δολοφονούν. Το αντίθετο μάλιστα. Από άποψη εκφράσεων οι δικηγόροι των θυτών έπεσαν πολύ χαμηλότερα, αλλά η «καλλιτεχνική» κριτική ήταν πιο επιεικής μαζί τους. Από συνήθεια; Τέτοια ακούγονται συχνά στα δικαστήρια, δεν σοκάρουν όσο τα δάκρυα μιας εισαγγελέως.
Τι να κάνουν όμως οι λέξεις και η ρητορική μπροστά στην ωραία ζωή που χάθηκε τόσο φριχτά; Η άλλη θεά, με τη ζυγαριά εκεί πάνω, έχει πέσει στα γόνατα και δεν βρίσκει πού να ακουμπήσει να σηκωθεί και να ξαναπάρει την επιβλητική της θέση.

https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/244049_aspilos-parthena

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2020

Ρωμαϊκό πεύκο

Mεγέθυνση και εφέ στη φωτογραφία της θέας από το βορειοδυτικό παράθυρο. Τα σπίτια του χωριού στη μεγάλη στράτα (εγώ την ονομάζω έτσι). Το πεύκο πίσω από το αστικό διώροφο μοιάζει με τα ρωμαϊκά, λιγάκι, δεν βρίσκετε;
Σκέφτομαι ότι δεν αποκλείεται καθολου να φύτεψε κάποιος εδώ επί τούτου ένα ρωμαϊκό πεύκο. Να είχε πάει στη Ρώμη δηλαδή, να του άρεσαν τα πεύκα εκεί και να σκέφτηκε να ζητήσει σπόρο ή να πάρει φυντάνι και να το φέρει εδώ, να έχει και η Δράκεια ένα ρωμαϊκό πεύκο. Δεν ήταν πάντα τόσο απομονωμένο αυτό το χωριό, έχει περάσει ενδιαφέρουσες περιόδους. Μετά τον πόλεμο κυρίως παρήκμασε, γρηγορότερα από τ' άλλα χωριά του Πηλίου, εξαιτίας της εκτέλεσης από τους Γερμανούς στην Κατοχή 120 αντρών και μετά ήρθε κι ο σεισμός. Είχαν αρχίσει να το εγκαταλείπουν υποθέτω από πριν όχι μόνο οι νέοι που δεν έφταναν τα κτήματα για να τους κρατήσουν αλλά και οι πλουσιότεροι, όι όποιοι επιχειρηματίες που θα αναζήτησαν μέρη με ευκολότερη πρόσβαση για επιχειρήσεις. Η εγκατάλειψη ήταν πολύ εμφανής στη δεκαετία του 70 που το επισκέφτηκα εγώ πρώτη φορά. Φτώχεια και υποβάθμιση τρομερή. Εκτοτε έχει συνέλθει, αλλά ακόμα δεν είναι σε θέση να φροντίζει αρκετά την εικόνα του ώστε να αναπτυχθεί τουριστικά τόσο ώστε να μπορεί να ζει τους νέους του, έστω κάποιους απ' αυτούς.

Τρίτη 12 Μαΐου 2020

Εδώ ήρθαμε



Κρυμμένος σε κάποια μυστήρια γειτονιά, ο Άντονι Χόπκινς σε μια ταινία που παίζει το μέντιουμ, πιάνει φιλίες με ένα παιδάκι και του εμπιστεύεται ότι κινδυνεύει από κάποιους που θα τον πλησιάσουν βάζοντας αφίσες στους τοίχους: ότι κάποιο σκυλάκι χάθηκε, κάποιο γατάκι, τέτοια. Δεν θυμάμαι ποια ταινία είναι, μου έχει μείνει όμως αυτός ο φόβος της απειλής που εκτοξεύουν οι αφίσες, κάτοικος βαριά αφισωμένης  πόλης και ουδόλως στους κατοίκους της αφοσιωμένης, καθώς και τα συνθήματα με μπογιά βεβαίως, και καθώς περπατώ στο δρόμο ανατριχιάζω συχνά διαβάζοντας φράσεις επιθετικές, προσπαθώ να μην προχωρήσω παρακάτω αλλά το βλέμμα μου ανυπάκουο φτάνει συνήθως ως την υπογραφή. Αδιάλλακτοι στρατηγοί διαρκών επαναστάσεων που σαρκάζουν τις μικρές χαρές και τους μεγάλους συμβιβασμούς μας. Λίγοι αναζητούν σκυλάκια εδώ γύρω, οι περισσότεροι αναζητούν ανθρώπους, που δεν ήταν πριν δικοί τους αλλά μπορεί να γίνουν με λίγες έξυπνες ατάκες, λίγη υπόσχεση για συντροφιά και περιπέτεια, λίγη υποδόρια εγγύηση επιρροής και κάποιας εξουσίας, και την εξάσκηση γοητείας που διαθέτει η βία στα μέρη μας, παραδοσιακά. Αλίμονο, δεν απομακρυνόμεθα από τας παραδόσεις. Κι έτσι το πρωί της Κυριακής η πρόεδρος της Δημοκρατίας εγκαινιάζει το μικρό μνημείο των θυμάτων στη Μαρφίν δηλώνοντας ότι ελπίζει ποτέ πια να μην έχουμε θύματα μίσους και διχασμού, το βράδυ οι αγανακτισμένοι νεαροί ή καθοδηγητές νεαρών αυτοπραγματώνονται σπάζοντας τις γυάλινες πόρτες των σούπερ- μάρκετ της Κυψέλης, υπερασπιζόμενοι, λέει, τον δημόσιο χώρο. Ε, ναι, γιατί αν οι δημόσιες πέτρες δεν είναι σε θέση να πετάξουν μόνες τους ως τις γυάλινες πόρτες, να μην τις βοηθήσουν λίγο οι εκφραστές παντός αδικημένου;
Είναι καιρός να φύγω, λέει στην ταινία ο Άντονι Χόπκινς μόλις εμφανίζονται οι πρώτες ανησυχητικές αφίσες. Κι εγώ έχω ανησυχήσει εδώ και χρόνια, όσο εξανθρωπίζεται η Κυψέλη τόσο πιο σκληρά τα λόγια στις αφίσες, μην πάρουμε μια ανάσα χωρίς τον έλεγχο των αδιόριστων κριτών μας, αλλά είναι δύσκολη η μετακίνηση στην πραγματική ζωή. Και για τις μικρές ζωές και για τις μεγάλες ιδέες, ας πούμε την ιδέα της αστικής δημοκρατίας με την άψογη και σύννομη αστυνομική παρουσία, μεταξύ άλλων αψόγων. Πόσο κουραστικό όμως να ζούμε ξανά και ξανά τους ίδιους κύκλους, να παρακολουθούμε τα ίδια καταστροφικά έργα, χωρίς να μπορούμε να σηκωθούμε στα σκοτεινά και να αδειάσουμε τη θέση λέγοντας, εδώ ήρθαμε.


Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

Ιδρυματισμός



Το βήμα που πάει να βγει έξω, ξάφνου διστάζει σα να φοβάται το κενό. Κανονικά, το κενό είναι μέσα, στη μοναξιά, στον εγκλεισμό, στην έλλειψη νοήματος της ύπαρξης που καιροφυλακτεί στην απραγία. Από την άλλη όμως, τι ον αντιφατικό ο άνθρωπος, αυτή η απραγία που στην αρχή έμοιαζε απελπιστική, με το ερώτημα αν υπάρχεις σαν κοινωνικό ον όταν δεν κάνεις τίποτε απολύτως για τους ανθρώπους, την κοινωνία, τίποτε για αναγνώριση και επιβράβευση, αυτή ακριβώς είχε εντέλει μοναδική γεύση. Είναι που μας έπεισαν με τόσα σλόγκαν, τόσα τραγούδια, τόση επιμονή, τόση ανατροπή της καθημερινότητας, των στόχων και συνηθειών μας, ότι δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτε. Μπορούσαμε να μείνουμε ως είχαμε, κανείς δεν περίμενε τίποτε άλλο από μας, πέρα από αυτό, το τίποτε. Ταυτόχρονα μας διαβεβαίωναν ότι υπήρχαμε κοινωνικά, αξίζαμε να υπάρχουμε, για τη ζωή μας γίνονταν όλα. Για τη ζωή ολονών. Μικρών, μεγάλων, καλών και κακών, φασαριόζων και γαλήνιων, Άγγλων, Γάλλων, Πορτογάλων, Ιταλών, αγάδων, πασάδων, δερβισάδων, προσφύγων, Ρομά και περιθωριακών, όλων ανεξαιρέτως. Σα μωρά που πρωτοέρχονται στον κόσμο και δεν έχουν παρά να τρώνε και να μεγαλώνουν, ανύποπτα για τις απαιτήσεις της ζωής.
Υπήρξε η δυνατότητα, λίγο λίπος, που λέγαμε στην προηγούμενη κρίση,  σπίτι, κουζίνα και οθόνη, όπου κάθε τόσο παιδιά και μεγάλοι, σπουδαίοι και μη, καλλιτέχνες, μουσικοί, σοφοί κι ωραίοι, υπουργοί και υγειονομικοί, όλοι μ’ ένα στόμα  μια φωνή, «Καθήστε σπίτι» έλεγαν, ήγουν, δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτε.
Το πιστέψαμε. Στην αρχή σοκαριστήκαμε, πάθαμε ταχυπαλμίες, είδαμε εφιάλτες, ύστερα συνηθίσαμε. Ο χρόνος τεντώθηκε, χασμουρήθηκε, φάνηκε  κουρασμένος κι αυτός, ανακλαδίστηκε, γύρισε πλευρό, τόσο που είπαμε θα μας χαριστεί, θα παγώσει, θα μας περιμένει. Μπορούμε να υπακούσουμε λοιπόν τους νέους αυτούς παράξενους νόμους και τις εντολές, να μείνουμε σπίτι και να μην κάνουμε τίποτε. Ή σχεδόν. Μόνο να περιμένουμε την επιστήμη να βρει το γιατρικό, να συντονιστεί επιτέλους με την απαιτητική εποχή, πώς έμεινε τόσο πίσω; Περιμένετε με, μας φώναξε σαν αγαπημένη φιλενάδα που προσπεράσαμε στο δρόμο και τη χάσαμε.
Και περιμένοντας πέρασαν μέρες, κι η φιλενάδα ακόμα καθυστερεί, το λίπος έλειωσε, η καμπύλη ίσιωσε, ο Μάιος μας έφτασε, πρέπει να ξεκινήσουμε σιγά σιγά να επιστρέφουμε στην αληθινή ζωή, με τις ασίγαστες απαιτήσεις. Πώς να μην πάθουμε ιδρυματισμό;






Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

Όνειρο με μουσική

 Ονειρεύτηκα χτες ότι η μουσική έφευγε από τα δάχτυλά μου, ότι τραβούσε τα μπράτσα μου κι έπρεπε να την αρπάξω, να μην τη χάσω, εγώ που δεν ξέρω να παίζω τίποτε, σηκώθηκα κι άρχισα να χτυπάω στα πλήκτρα σελίδες από το βιβλίο "Μέθοδος πιάνου για παιδιά", το μόνο βιβλίο με νότες που μπορώ κάπως να συλλαβίσω, κι ύστερα βρήκα ένα  βίντεο όπου ο καταπληκτικός μας μαέστρος Δημήτρης Μπουζάνης  παίζει πιάνο μεταξύ άλλων που κοιμούνται και ξυπνούν με τα μουσικά τους όργανα, τους ζήλεψα για πολλοστή φορά, γέλασα και ήταν σα να ξαναπήρα αγκαλιά τη μουσική, ή να με πήρε εκείνη.

Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

Το παρελθόν


Αλλιώς διαβάζουμε τώρα τις ιστορίες επιδημιών από παλιά. Ξέθαψα το Δεκαήμερο του Βοκκάκιου για να διαβάσω την εισαγωγή, την πανούκλα της Φλωρεντίας, ανακάλυψα μάλιστα ότι το παλιό βιβλίο δεν την περιλάμβανε καν. Λες και δεν θα άντεχαν οι αναγνώστες τη περιγραφή της τρομερής αρρώστιας στην πόλη. Το λέει και ο ίδιος ο Βοκκάκιος (τη βρήκα τελικά στο διαδίκτυο) ‘θα σας στεναχωρήσω λίγο στην αρχή με την αρρώστια, αλλά μετά θα περάσουμε ωραία’. Κι όντως μας στενοχωρεί καθώς περιγράφει την απελπιστική κατάσταση της πόλης, όπου οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να κάνουν παρά μικρά και μεγάλα λάθη, μικρά και μεγαλύτερα εγκλήματα. Τι πιο σωστό τότε, από την πρόταση της Παμπινέας, να φύγουν για λίγες μέρες από τη μολυσμένη πόλη; Στον ωραίο πύργο που πήγαν οι εφτά φίλες με τρεις νεαρούς που κατάφεραν να βρουν και να προσκαλέσουν, διότι χρειάζονται οι άντρες, όπως το έθεσαν, έβαλαν κανόνες για το πώς να διηγούνται τις ιστορίες τους, κι έδωσαν ρέστα. Η ζωή έπρεπε να ζητήσει αποφασιστικά τα δικαιώματά της μέσα στο σκηνικό θανάτου.
Στην Πανούκλα του Καμύ, που έπιασα μετά, φανταστικό χρονικό επιδημίας σε μια πόλη του 20ου αιώνα, οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν πολύ περισσότερα. Αλλά πάλι δεν έχουν φάρμακα και πρέπει να αποκλειστούν απολύτως  από τον έξω κόσμο μέχρι να ξεθυμάνει η επιδημία. Κι εκεί ο πρωταγωνιστής γιατρός αναγκάζεται να ξεχάσει την αγαπημένη του γυναίκα που έφυγε για θεραπεία λίγες μέρες πριν κλείσει η πόλη και να ριχτεί στη δουλειά. Δημιουργούνται τάγματα εθελοντών για να βοηθήσουν την κατάσταση, ακόμα κι εκείνοι που δεν ήθελαν να μπλέξουν τελικά βρίσκονται μπλεγμένοι και επιλέγουν να συμμετέχουν στην προσπάθεια. Μέσα στην  αδυναμία να πολεμήσουν την αρρώστια, πολλοί βρίσκουν τη δύναμη να αναλάβουν τις ευθύνες τους, ένα είδος εκδίκησης του ανθρωπίνου είδους απέναντι στα μηχανικά μικρόβια και τους αναίσθητους βακίλους.
Είπα να αποφύγω το Θουκυδίδη και την πανούκλα της Αθήνας επί Πελοποννησιακού πολέμου, το έριξα στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν. Είναι και μεγάλο βιβλίο, θα ικανοποιεί για μέρες αυτή τη μανία καταβύθισης στο παρελθόν που ξέρω ότι πολλούς έχει πιάσει. Πρώτη φορά οι γενιές μας βρίσκονται σε θέση αδυναμίας ίδια με των προγόνων μας. Δεν μπορούμε να τους σνομπάρουμε όπως ως τώρα.

 Στο κάτω- κάτω η φυματίωση ήταν κολλητική αρρώστια με την οποία οι άνθρωποι έζησαν για πολύ καιρό. Όπως κι εμείς θα πρέπει στο εξής να κάνουμε με τον κορωνοϊό. 



https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/241013_parelthon

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

Aς αλλάζαμε τις λέξεις



Δύσκολο πράγμα τα γηρατειά από μόνα τους, ήρθε τώρα κι αυτός ο ιός να τα κάνει δυσκολότερα. Ακόμα και το να τα ονομάσεις είναι δύσκολο. Πώς να λες τους ανθρώπους που έχουν γεράσει; Γέρος και γριά είναι περίπου απαγορευμένα, ειδικά το γριά μπορεί να εμπίπτει και στη κατηγορία της ύβρης, πρέπει να συμβουλευτεί ποινικολόγο κανείς. Το γιαγιά -παππούς, όσο τρυφερά είναι όταν τα λέει ένα αληθινό εγγόνι τόσο προσβλητικά όταν τα λέει το μη εγγόνι. Μένει το ηλικιωμένος -η, που δεν μπορείς να πεις ότι ακούγεται συμπαθητικό. Όπως και να ονομάσεις τους ανθρώπους άνω των 65, με κάποιο μοιραίο τρόπο θα τους προσβάλεις. Αρνούμαστε τα γηρατειά με κάθε τρόπο πια στις μέρες μας, οι γυναίκες ντυνόμαστε νεανικά, βάφουμε τα μαλλιά μας, οι άντρες φορούν αθλητικά, έχουν και μεγαλύτερη ευκολία γενικά βέβαια με το γήρας αυτοί, άλλη μεγάλη ιστορία.
Κι όμως το γήρας είναι το μεγάλο επίτευγμα του ανθρώπου. Το να ζούμε τόσα χρόνια τόσο πολλοί, αυτό δεν παλεύει να πετύχει η ανθρωπότητα από τότε που υπάρχει; Και  το έχει πετύχει πιο πολύ από ποτέ. Ίσως γι αυτό να μην υπάρχουν ακόμα οι σωστές λέξεις. Οι λέξεις έχουν γεράσει πριν από μας. Εμείς μεγαλώνουμε και μεγαλώνουμε και δεν γερνάμε, πώς να μας πεις γέρους; Κυρίως, πώς να μας πεις γριές, αφού το γριά έρχεται από τους αιώνες που οι ηλικιωμένες γυναίκες δεν απαξιώνονταν απλώς ως μη παραγωγικές αλλά έπρεπε να φορτωθούν κι όλα τα κακά της οικουμένης για να τους συγχωρεθεί η ύπαρξη, αν τους συγχωρούνταν.
Έρχονται στιγμές που αυτό το κενό των λέξεων φτάνουμε να το βιώνουμε εσωτερικά ως υπαρξιακό κενό σκέτο. Ένα μυθιστόρημα του Μάρκαρη ξεκινά με τέσσερεις γριές που αυτοκτονούν για να μη γίνονται βάρος στο ασφαλιστικό σύστημα. Στην πραγματική ζωή δεν άκουσα κανέναν να φτάνει ως εκεί, αλλά το άγχος του βάρους κυνηγά τον καθένα μας με τους πρώτους πόνους στα γόνατα. Βάρος στην κρίση με τις συντάξεις, βάρος και τώρα με το ευάλωτο της ηλικίας. Ζόρικα τα ψυχολογικά των άνω των 65.
Όμως αυτό το νούμερο πόθεν προέκυψε; Αφού οι συντάξεις δίνονται μετά τα 67, γιατί στα 65 να δικαιούμαστε μισό εισιτήριο και την φοβερά προστασία από ιούς με έξτρα αποκλεισμούς; Εκτός από τις λέξεις, να ανακατέψουμε λίγο και τα νούμερα; Τουλάχιστον να βάλουμε όριο τα 70 για το επίσημο γήρας.
Όχι γήρας δηλαδή, αυτό το πράγμα. Καταλάβατε.  


Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...