Δευτέρα 9 Ιουλίου 2001
Ενα τσιγγανάκι κλαίει
Πέμπτη 5 Ιουλίου 2001
Ti θα πει δουλέμπορος
σημασίες, οι επαναλήψεις και οι εμμονές μας, αυτά είναι πλέον το λειτούργημα
που κάνουμε. Ας πάρουμε τη λέξη «δουλέμπορος», που έχει καθιερωθεί για τους
κατηγορουμένους σε υποθέσεις παράνομης εισόδου μεταναστών, τι εικόνα φέρνει
στο μυαλό; Ιστιοφόρα με τ' αμπάρια γεμάτα αλυσοδεμένους μαύρους που ταξιδεύουν
από την Αφρική για τις φυτείες του αμερικανικού Νότου. Δέκατο έβδομο αιώνα, ή
πιο πίσω ακόμα, πειρατές στη Μεσόγειο που κουρσεύουν νησιά, τον Χαϊρεντίν
Μπαρμπαρόσα, τέτοια πράγματα. Όμως αυτοί που βαφτίζονται σήμερα δουλέμποροι,
δεν μεταφέρουν εμπόρευμα για πούλημα. Οι άνθρωποι που ταξιδεύουν στα πλοία ή
στα φορτηγά τους, έχουν πληρώσει οικειοθελώς τα ναύλα. Είναι οικονομικοί
μετανάστες, προσπαθούν να περάσουν τα σύνορα της Ευρώπης, τα απαγορευμένα, τα
αδιαπέραστα. Η δουλειά των μεταφορέων έχει ρίσκο και μεγάλο κέρδος, γιατί το
εισιτήριο για το παράνομο αυτό ταξίδι είναι πολύ πιο ακριβό από τα κανονικά
εισιτήρια ταξιδιών, κι ας γίνεται με πολύ χειρότερες συνθήκες. Οι
απαγορευτικοί νόμοι είναι που δημιουργούν τη ζήτηση για τέτοια μέσα. Τα κράτη
της Ευρώπης χρειάζονται τους μετανάστες, πολλοί το παραδέχονται, αλλά κανένα
δεν αλλάζει τους νόμους. Κι όταν ονομάζονται δουλέμποροι οι τυχοδιώκτες που
τους μεταφέρουν, τι καλά, παίρνουν αυτοί όλο το ηθικό βάρος για τα μαρτύριά
τους. Η λέξη είναι παραστατική, βαριά από εικόνες, ακαταμάχητη. Πώς να την
αρνηθείς; Δουλέμποροι λοιπόν οι οδηγοί των φορτηγών και οι καπετάνιοι των
πλοίων, διπλά εγκληματίες στην κοινωνία που έχει καταργήσει τη δουλεία. Και οι
κοινωνίες αθωώνονται. Δεν απομένει παρά να καταδικάσουν δούλους και
δουλεμπόρους συλλήβδην, κι ύστερα να πλύνουν τα χέρια τους.
https://www.tanea.gr/2001/07/05/opinions/analwsima-ti-tha-pei-doylemporos/
Τετάρτη 13 Ιουνίου 2001
Δυσφορία, τι βαθμό πήρες;
Το καθετί, αν το ονομάσεις και το μετρήσεις, εξημερώνεται. Ο δείκτης
δυσφορίας, νουβοτέ, μετρά πλέον το πόσο αντέχουμε σε συνθήκες τηγανίσματος επί
τσιμέντου.
Προσοχή: Στούς 16 βαθμούς περνάμε σχεδόν καλά ή, εν πάση
περιπτώσει, τόσο που να μη δικαιούμαστε παραπόνων. Στους 21 όμως αλλάζουν τα
πράγματα, έχουμε ήδη περάσει το όριο. Δυσφορούμε κανονικά, αναστενάζουμε,
ξεφυσάμε, βογκάμε και δεν ξέρουμε ποιος μας φταίει. Ξέρουμε δηλαδή, αλλά είναι
αργά να το διαλαλήσουμε, οι πιο ευαίσθητοι ήδη λιποθυμούν, πρέπει να τρέξουμε
για νερό, να τους συνεφέρουμε, αλλά όχι πολύ γρήγορα και καταρρεύσουμε στον
δρόμο. Διότι ήδη το πράγμα αγριεύει, η υγρασία πυκνώνει, άνεμοι της Αφρικής
κουβαλούν ρεύματα ζέστης και ανημπόριας και καθυστέρησης, όποιος μείνει πίσω
αλίμονό του. Κι όλο ανεβαίνει ο δείκτης, χωρίς καμία προσπάθεια να χρειάζεται
για τη στήριξή του, όπως ο άλλος, στο Χρηματιστήριο. Δεν χρειάζεται καν
θερμόμετρο ή οποιαδήποτε μεζούρα, τον νιώθουμε τον άτιμο να πιάνει λίμιτ απ
μες στα κεφάλια μας, ανάμεσα στα φρύδια να εκρήγνυται. Ήδη έφτασε 29, κι εκεί
είναι ανεξέλεγκτος, δημιουργούνται καταστάσεις. Επισήμως και με τη βούλα
πέφτουμε ξεροί, το 166 οφείλει να τρέξει.
Περισσότερες λεπτομέρειες δεν έμαθα, κάπου εκεί εξάλλου, οι πάντες
έχουν υποκύψει και δεν είναι σε θέση να μας δώσουν πληροφορίες. Πάντως δεν εφαρμόζεται
κανένα Σχέδιο Ξενοκράτης, να μας
μεταφέρουν με ελικόπτερο, να μας συνεφέρουν με μαζικό παραθερισμό. Ούτε
σκοπεύουν να μετρήσουν εν συνεχεία τον δείκτη ευφορίας, να δουν αν εκείνος
ανέβηκε. Η ευφορία αφήνεται στην τύχη της, απολύτως εκτός μετρήσεων. Ελεύθερη
η ευφορία, τρόπαιο ατομικό. Και εκτός εφορίας.
https://www.tanea.gr/2001/06/13/opinions/analwsima-dysforia-ti-bathmo-pires/
Τετάρτη 6 Ιουνίου 2001
Αξέχαστοι
ταινίες του Άντονι Κουίν, επιμένοντας βέβαια στον Ζορμπά, όπου ο μάλλον
άσκημος ηθοποιός άφησε εποχή. Σίγουρα ο ρόλος τον είχε σφραγίσει, αλλά ήδη από
τα «Κανόνια του Ναβαρόνε» παρατηρούσε κανείς την ικανότητά του να μιλάει
ελληνικά με σωστή προφορά, προφανώς λόγω μεξικάνικης καταγωγής. Τόσο πολύ
μάλιστα Έλληνας θεωρήθηκε διεθνώς, ώστε στα γεράματα έπαιζε τον Δία σ' αυτή
την ανεκδιήγητη τηλεοπτική σειρά με τον Ηρακλή, ως κατέχων την ευλογία της
μετάδοσης ελληνικής ουσίας σε κάθε τι που άγγιζε. Ωστόσο τίποτα δεν σκιάζει τη
λάμψη του Ζορμπά, που όλως τυχαίως δεν υπήρξε ακριβώς Έλληνας. Το πρόσωπο με
το όνομα αυτό, που ενέπνευσε τον Καζαντζάκη, υπήρξε στ' αλήθεια, ήταν
σλαβομακεδονικής καταγωγής και βρίσκεται θαμμένος στη γειτονική ακατανόμαστη
χώρα. Είχαν μάλιστα οι απόγονοί του (του Ζορμπά) κάποια προβλήματα με την
εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Ίσως με έναν τόμο του Καζαντζάκη ανά χείρας
μπορέσουν τώρα να πάρουν πράσινη κάρτα, αν χρειάζονται. Οποιοδήποτε χαρτί
φτάνει.
Τρίτη 22 Μαΐου 2001
Τα μούσμουλα αντιστέκονται
σειρά, καλυμμένα με κίτρινο διαφανές περιτύλιγμα, τα μούσμουλα κυκλοφορούν στα
μανάβικα και προσφέρονται για αγορά με σκανδαλιστική ευκολία. Ο κάποτε
δύσκολος καρπός. Που έπρεπε να τον καθαρίσεις με τα νύχια, να πασαλειφτείς, να
παιδεύεσαι μια ώρα για μια μπουκίτσα φρούτο, στα όρια του γλυκού και του
ξινού. Τα αγοράζω, αλλά τη γεύση τους δεν την βρίσκω. Η σάρκα πλούτισε αλλά
έμεινε άγευστη. Ή φαίνεται ότι για να είναι γλυκό το μούσμουλο πρέπει να το
κόβεις από δέντρο, να παιδεύεσαι, να σκαρφαλώνεις, να δοκιμάζεις μερικά ξινά
πριν φτάσεις στο γλυκό. Ίσως να διακινδυνεύεις να πέσεις κιόλας. Πειθαρχημένα
στα κουτιά τους, τα καλύτερα κουτιά της μαναβικής, τα μούσμουλα αντιστέκονται.
Σε μερικά κουτιά βάζουν για στολίδι ένα φύλλο από το ίδιο το δέντρο τους,
μακρύ λογχοειδές βαθυπράσινο, για να θυμίζει φαίνεται την πάλαι ποτέ ανάβαση
που χρειαζόταν να κάνεις για να τα κόψεις. Δεν ωφελεί όμως. Υπάρχουν άλλα
φρούτα που συνεργάζονται, τα κεράσια ας πούμε. Δεν χρειάζονται ιδιαίτερη
περιποίηση, αντέχουν την απλή χαρτοσακούλα και προσφέρουν έντονο χρώμα και
υφή, αλλά τα μούσμουλα επιμένουν να υπαινίσσονται ποικιλία αποχρώσεων,
διαβαθμίσεις της απόλαυσης, λεπτά αρώματα και κρυμμένα μυστικά. Κάτι που
πρέπει να ψάξεις για να βρεις την αξία του κι αν δεν προσέξεις μπορεί να σου
φύγει μέσα από τα δάχτυλα πριν προλάβεις να το δοκιμάσεις.
Κάτι που θέλει να σε κρατήσει λίγο απασχολημένο πριν σου παραδοθεί, να σε
βγάλει από τον ρυθμό σου, να σε παιδέψει και να σε μπερδέψει. πριν εντελώς το
καταλάβεις. Έχουν μέλλον τα μούσμουλα, με τόσες ιδιοτροπίες;
https://www.tanea.gr/2001/05/22/opinions/analwsima-ta-moysmoyla-antistekontai/
Πέμπτη 17 Μαΐου 2001
Δούρειος Ίππος
Πέμπτη 10 Μαΐου 2001
Δεν διαβάζω, δεν διαβάζω
και φοιτητών για εξετάσεις. Μυούνται τα παιδιά στην καφεΐνη, αρχίζουν την ήπια
εξάρτηση, γνωρίζουν τη χαρά να κυβερνούν τις αντοχές τους, απαραίτητη
προϋπόθεση προόδου και επιτυχιών. Διαβάζουν τα παιδιά και θα 'πρεπε και
μερικοί μεγάλοι να διαβάσουν.
Περιμένουν στοιβαγμένα ένθετα εφημερίδων στο τραπεζάκι του σαλονιού. Αρχίζουν
από το «πώς να συμπληρώσετε τη φορολογική σας δήλωση», απλά. Κατι σαν
«Εισαγωγή στην Επιστήμη της συμπλήρωσης». Πέρασαν οι μέρες και δεν έμαθα το
κεφάλαιο. Οι καφέδες δεν μπορούν να με κρατήσουν ξύπνια το βράδυ. Ακολουθούν
εξειδικευμένα αναγνώσματα, όπως: «Πώς θα πληρώσετε λιγότερους φόρους,
συμπληρώνοντας έξυπνα», «Πώς θα βγείτε κερδισμένοι από τη δήλωση», «Πώς θα
ξεφύγετε από τις παγίδες της εφορίας». Υπάρχουν και μερικά με απροκάλυπτα
άσεμνο περιεχόμενο: «Πώς θα ξεγελάσετε την εφορία!». Μικρά γράμματα, σκούρο
χαρτί, άχαρη γλώσσα. Πόσο κουράγιο χρειάζεται κανείς και φιλομάθεια για να
συμπληρώσει έξυπνα μια δήλωση; Οι άνθρωποι που τα διαβάζουν και τα
ξεκοκαλίζουν όλα αυτά βρίσκουν, στ' αλήθεια, τον τρόπο; Τις βραδιές που
περνάνε, μελετώντας τα κατεβατά, τις εξαργυρώνουν; Είναι η μελέτη αποδοτική,
βγαίνει η δήλωση έξυπνη, γίνεται ξεφτέρι;
Λάθος εξετάσεις πέρασα στη ζωή, και αυτή τη συνταγή δεν την πιστεύω. Περνούν
οι μέρες, πλησιάζουν, και σαν ατίθασος μαθητής αρνούμαι να ξεφυλλίσω τις
στοίβες των υποσχέσεων. Η δήλωση δεν θα γίνει έξυπνα, θα είμαι ευτυχής όταν
απλώς γίνει και βέβαιη ότι συμπληρώθηκε με τον πιο κουτό τρόπο. Μήπως δεν
είναι κουταμάρα η κατηγορία μου, αναπόδραστη ούτως ή άλλως; Ας τελειώσουμε,
τουλάχιστον, να διαβάσω κάτι αγαπημένο, να φτιάξω και κανέναν καφέ στο παιδί
που δίνει Πανελλήνιες.
Δευτέρα 19 Μαρτίου 2001
Όμορφος κόσμος
Σάββατο 3 Μαρτίου 2001
Φορείς της κοινωνικοποίησης
χωματόδρομο που είναι άσφαλτος εδώ και δεκαετίες. Φώναζαν, γελούσαν, σήκωναν
σκόνη, ώσπου άνοιξε ένα παράθυρο και μια γυναίκα βγήκε αγριεμένη. Δεν φώναξε
για τη σκόνη ούτε για τη φασαρία. «Μην παίζεις με τον πρόσφυγα!» είπε έξαλλη,
«έλα αμέσως επάνω!». Το ένα παιδί παράτησε το παιχνίδι, έτρεξε φοβισμένο σπίτι
του. Ο πρόσφυγας, παιδί κι αυτός, έμεινε άφωνος. Ήξερε βέβαια τι εννοούσε η
γυναίκα, είχε εμπεδώσει ήδη πολλές ιστορικές έννοιες, η πίκρα εκείνη δεν ήταν
καινούργια.
Πολλά πράγματα άλλαξαν από τότε στην Αθήνα, δεν υπάρχουν πια χωματόδρομοι και
μικρά σπιτάκια, όμως φαίνεται ότι σε μερικά οι γονείς των σημερινών παιδιών
μοιάζουν με εκείνους που φοβούνταν τους ξένους.
Τα παιδιά θέλουν να παίξουν, τώρα και τότε. Είναι ανοιχτά, τους αρέσει το
καινούργιο. Και τα άλλα παιδιά, οι πρόσφυγες, οι ξένοι, οι μετανάστες;
Πληγώνονται και σήμερα;
Ο μικρός πρόσφυγας δεν ξέχασε ποτέ την υπερπροστατευτική μαμά του φίλου του...
Μεγάλωσε, σπούδασε, δούλεψε, έκανε παιδιά, έκανε εγγόνια κι όταν μιλούσε για
τα παλιά θυμόταν πάντα τον δρόμο με το χώμα, το παράθυρο του σπιτιού, τη
γυναίκα να φωνάζει στον γιο της να φύγει από κοντά του λες και θα τον μόλυνε.
Ενώ είχε ο ίδιος μολυνθεί από το δηλητήριο εκείνης της φράσης που για χρόνια
αλλοίωνε τα πράγματα γύρω του και τους ανθρώπους.
Τα ξένα παιδιά που σήμερα περιφρονούμε θα ζήσουν μαζί με τα δικά μας. Θα μας
θυμούνται κι αυτά με τον τρόπο τους. Οι συμπεριφορές μας χαράζονται στην ψυχή
τους, οι αναμνήσεις τους είναι στο χέρι μας.
Πέμπτη 20 Ιουλίου 2000
Θυμάστε τις πάπιες;
Σάββατο 15 Ιουλίου 2000
Η ταυτότητά μας
Queen on sea
H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...
-
Μπούχτισα τους λυρισμούς των καταστροφολόγων. Έχουνε πάρει μια παραδοξολογία του Μπρεχτ και μας βάζουν φωτιά κάθε τρεις και λίγο. Και δεν υπ...
-
Στο Παρίσι είχα αγοράσει αυτό το γαλλικό βιβλίο και το άφησα εκεί να το διαβάσει ο γάλλος φίλος που με φιλοξενούσε. Μου το επέστρεψε πριν λί...
