Δευτέρα 9 Ιουλίου 2001

Ενα τσιγγανάκι κλαίει



Συνήθως δεν κλαίνε τα τσιγγανάκια, ακολουθούν ήσυχα τους γονείς τους. Ίσως η ζωή που κάνουν, χωρίς τη βασανιστική πειθαρχεία της τάξης και της καθαριότητας, να είναι εύκολη για την ηλικία τους. Κι η ζητιανιά ακόμα να έρχεται εύκολη σε τόσο μικρά ανθρωπάκια. Εκ φύσεως τα παιδιά απαιτούν. Το σίγουρο είναι ότι τα παιδιά φαίνονται ανέμελα στους δρόμους που ξεροσταλιάζουν, γι αυτό κι όλοι γύρισαν και κοίταζαν εκείνο το τρίχρονο που ούρλιαζε στην αγκαλιά της μάνας του, στα σκαλιά της Καθολικής Μητρόπολης του Αγίου Διονυσίου. Με το άλλο μωρό στην αγκαλιά η μάνα, θα ήταν δεν θα ήταν δεκαεξάχρονη, προσπαθούσε αμήχανα να το ησυχάσει, να το καθήσει στη στάση ζητιανιάς, υποταγμένο, πλαγιασμένο στα πόδια της, κι εκείνο κατόρθωνε και σηκωνόταν, γεμίζοντας ολόκληρη την Πανεπιστημίου με τη διαμαρτυρία του. Δεν στρωνόταν στη δουλειά το νήπιο. Ήθελε να παίξει στο πεζοδρόμιο. Ήθελα να πάει σχολείο, βόλτα στον Εθνικό Κήπο, να ρίξει κουλούρι στα παπάκια, να γραφτεί στο φροντιστήριο ξένων γλωσσών της γειτονιάς του, να διαβάσει τον Χάρι Πότερ, ακόμα κι αν θα χρειαζόταν για όλ’ αυτά να πλένεται κάθε πρωί και να φοράει παπούτσια χειμώνα- καλοκαίρι. Ολόκληρη τη μοίρα του την τίναζε στο πεζοδρόμιο. Δεν ήθελε τσιγγάνα καρδιά, ήθελε ζωή ανθρώπινη.
Έσκυψε το κορίτσι- μάνα ταραγμένο στις τσέπες του, το σκέπασαν τα μακριά μαλλιά της, νεανικό ξανθό χρώμα, βρήκε κάτι εκεί μέσα, το έδωσε στο γιο της να σωπάσει. Τον ξεγέλασε. Η τάξη επανήλθε. Μάζεψε τα μαλλιά της πίσω από τ’ αυτί, φάνηκε το χρυσό της σκουλαρίκι, ζούπηξε στην ποδιά της το παιδί, άπλωσε και το χέρι.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2001

Ti θα πει δουλέμπορος

Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε οι δημοσιογράφοι, τα μικρά λαθάκια με τις μεγάλες
σημασίες, οι επαναλήψεις και οι εμμονές μας, αυτά είναι πλέον το λειτούργημα
που κάνουμε. Ας πάρουμε τη λέξη «δουλέμπορος», που έχει καθιερωθεί για τους
κατηγορουμένους σε υποθέσεις παράνομης εισόδου μεταναστών, τι εικόνα φέρνει
στο μυαλό; Ιστιοφόρα με τ' αμπάρια γεμάτα αλυσοδεμένους μαύρους που ταξιδεύουν
από την Αφρική για τις φυτείες του αμερικανικού Νότου. Δέκατο έβδομο αιώνα, ή
πιο πίσω ακόμα, πειρατές στη Μεσόγειο που κουρσεύουν νησιά, τον Χαϊρεντίν
Μπαρμπαρόσα, τέτοια πράγματα. Όμως αυτοί που βαφτίζονται σήμερα δουλέμποροι,
δεν μεταφέρουν εμπόρευμα για πούλημα. Οι άνθρωποι που ταξιδεύουν στα πλοία ή
στα φορτηγά τους, έχουν πληρώσει οικειοθελώς τα ναύλα. Είναι οικονομικοί
μετανάστες, προσπαθούν να περάσουν τα σύνορα της Ευρώπης, τα απαγορευμένα, τα
αδιαπέραστα. Η δουλειά των μεταφορέων έχει ρίσκο και μεγάλο κέρδος, γιατί το
εισιτήριο για το παράνομο αυτό ταξίδι είναι πολύ πιο ακριβό από τα κανονικά
εισιτήρια ταξιδιών, κι ας γίνεται με πολύ χειρότερες συνθήκες. Οι
απαγορευτικοί νόμοι είναι που δημιουργούν τη ζήτηση για τέτοια μέσα. Τα κράτη
της Ευρώπης χρειάζονται τους μετανάστες, πολλοί το παραδέχονται, αλλά κανένα
δεν αλλάζει τους νόμους. Κι όταν ονομάζονται δουλέμποροι οι τυχοδιώκτες που
τους μεταφέρουν, τι καλά, παίρνουν αυτοί όλο το ηθικό βάρος για τα μαρτύριά
τους. Η λέξη είναι παραστατική, βαριά από εικόνες, ακαταμάχητη. Πώς να την
αρνηθείς; Δουλέμποροι λοιπόν οι οδηγοί των φορτηγών και οι καπετάνιοι των
πλοίων, διπλά εγκληματίες στην κοινωνία που έχει καταργήσει τη δουλεία. Και οι
κοινωνίες αθωώνονται. Δεν απομένει παρά να καταδικάσουν δούλους και
δουλεμπόρους συλλήβδην, κι ύστερα να πλύνουν τα χέρια τους.
https://www.tanea.gr/2001/07/05/opinions/analwsima-ti-tha-pei-doylemporos/

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2001

Δυσφορία, τι βαθμό πήρες;

 Το καθετί, αν το ονομάσεις και το μετρήσεις, εξημερώνεται. Ο δείκτης

δυσφορίας, νουβοτέ, μετρά πλέον το πόσο αντέχουμε σε συνθήκες τηγανίσματος επί
τσιμέντου.

Προσοχή: Στούς 16 βαθμούς περνάμε σχεδόν καλά ή, εν πάση
περιπτώσει, τόσο που να μη δικαιούμαστε παραπόνων. Στους 21 όμως αλλάζουν τα
πράγματα, έχουμε ήδη περάσει το όριο. Δυσφορούμε κανονικά, αναστενάζουμε,
ξεφυσάμε, βογκάμε και δεν ξέρουμε ποιος μας φταίει. Ξέρουμε δηλαδή, αλλά είναι
αργά να το διαλαλήσουμε, οι πιο ευαίσθητοι ήδη λιποθυμούν, πρέπει να τρέξουμε
για νερό, να τους συνεφέρουμε, αλλά όχι πολύ γρήγορα και καταρρεύσουμε στον
δρόμο. Διότι ήδη το πράγμα αγριεύει, η υγρασία πυκνώνει, άνεμοι της Αφρικής
κουβαλούν ρεύματα ζέστης και ανημπόριας και καθυστέρησης, όποιος μείνει πίσω
αλίμονό του. Κι όλο ανεβαίνει ο δείκτης, χωρίς καμία προσπάθεια να χρειάζεται
για τη στήριξή του, όπως ο άλλος, στο Χρηματιστήριο. Δεν χρειάζεται καν
θερμόμετρο ή οποιαδήποτε μεζούρα, τον νιώθουμε τον άτιμο να πιάνει λίμιτ απ
μες στα κεφάλια μας, ανάμεσα στα φρύδια να εκρήγνυται. Ήδη έφτασε 29, κι εκεί
είναι ανεξέλεγκτος, δημιουργούνται καταστάσεις. Επισήμως και με τη βούλα
πέφτουμε ξεροί, το 166 οφείλει να τρέξει.

Περισσότερες λεπτομέρειες δεν έμαθα, κάπου εκεί εξάλλου, οι πάντες έχουν υποκύψει και δεν είναι σε θέση να μας δώσουν πληροφορίες. Πάντως δεν εφαρμόζεται κανένα Σχέδιο Ξενοκράτης, να μας
μεταφέρουν με ελικόπτερο, να μας συνεφέρουν με μαζικό παραθερισμό. Ούτε
σκοπεύουν να μετρήσουν εν συνεχεία τον δείκτη ευφορίας, να δουν αν εκείνος
ανέβηκε. Η ευφορία αφήνεται στην τύχη της, απολύτως εκτός μετρήσεων. Ελεύθερη
η ευφορία, τρόπαιο ατομικό. Και εκτός εφορίας.


https://www.tanea.gr/2001/06/13/opinions/analwsima-dysforia-ti-bathmo-pires/

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2001

Αξέχαστοι

«Ωραίος σαν Έλληνας» επέμενε η λεζάντα της ΝΕΤ, προβάλλοντας αποσπάσματα από
ταινίες του Άντονι Κουίν, επιμένοντας βέβαια στον Ζορμπά, όπου ο μάλλον
άσκημος ηθοποιός άφησε εποχή. Σίγουρα ο ρόλος τον είχε σφραγίσει, αλλά ήδη από
τα «Κανόνια του Ναβαρόνε» παρατηρούσε κανείς την ικανότητά του να μιλάει
ελληνικά με σωστή προφορά, προφανώς λόγω μεξικάνικης καταγωγής. Τόσο πολύ
μάλιστα Έλληνας θεωρήθηκε διεθνώς, ώστε στα γεράματα έπαιζε τον Δία σ' αυτή
την ανεκδιήγητη τηλεοπτική σειρά με τον Ηρακλή, ως κατέχων την ευλογία της
μετάδοσης ελληνικής ουσίας σε κάθε τι που άγγιζε. Ωστόσο τίποτα δεν σκιάζει τη
λάμψη του Ζορμπά, που όλως τυχαίως δεν υπήρξε ακριβώς Έλληνας. Το πρόσωπο με
το όνομα αυτό, που ενέπνευσε τον Καζαντζάκη, υπήρξε στ' αλήθεια, ήταν
σλαβομακεδονικής καταγωγής και βρίσκεται θαμμένος στη γειτονική ακατανόμαστη
χώρα. Είχαν μάλιστα οι απόγονοί του (του Ζορμπά) κάποια προβλήματα με την
εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Ίσως με έναν τόμο του Καζαντζάκη ανά χείρας
μπορέσουν τώρα να πάρουν πράσινη κάρτα, αν χρειάζονται. Οποιοδήποτε χαρτί
φτάνει.
Λίγες ώρες μετά, στην ασπρόμαυρη οθόνη χοροπηδούσε ο Ηλιόπουλος, χορεύοντας, αλά  Φρεντ Αστέρ, κλακέτες, τρέχοντας να φωνάξει τα «ταξά» για τον γάμο στις «Κυρίες της αυλής», διαλύοντας με ελάχιστες κινήσεις, με φινετσάτους τονισμούς τη σοβαροφάνεια που κτίζεται γύρω του και τον απειλεί, ή κοιτάζοντας στον καθρέφτη τη φάτσα του δράκου που οι άλλοι βλέπουν σ' αυτόν. Σαρκαστής πηγαίος του κάθε κλισέ, του ζορμπαλικιού ας το πούμε έτσι, πριν απ' όλα πλάστης εν τέλει ενός προσώπου απροσάρμοστου, αφελούς, ενός γκαφατζή, που διαπερνά με λεπτή ειρωνεία την άγρια πραγματικότητα. Πολυσήμαντος. Κρίμα που δεν τον γνώρισε η υφήλιος.
https://www.tanea.gr/2001/06/06/opinions/analwsima-aksexastoi/

Τρίτη 22 Μαΐου 2001

Τα μούσμουλα αντιστέκονται

Τοποθετημένα τακτικά σε πλαστικά κουτάκια, με τις ακρούλες των κοτσανιών στη
σειρά, καλυμμένα με κίτρινο διαφανές περιτύλιγμα, τα μούσμουλα κυκλοφορούν στα
μανάβικα και προσφέρονται για αγορά με σκανδαλιστική ευκολία. Ο κάποτε
δύσκολος καρπός. Που έπρεπε να τον καθαρίσεις με τα νύχια, να πασαλειφτείς, να
παιδεύεσαι μια ώρα για μια μπουκίτσα φρούτο, στα όρια του γλυκού και του
ξινού. Τα αγοράζω, αλλά τη γεύση τους δεν την βρίσκω. Η σάρκα πλούτισε αλλά
έμεινε άγευστη. Ή φαίνεται ότι για να είναι γλυκό το μούσμουλο πρέπει να το
κόβεις από δέντρο, να παιδεύεσαι, να σκαρφαλώνεις, να δοκιμάζεις μερικά ξινά
πριν φτάσεις στο γλυκό. Ίσως να διακινδυνεύεις να πέσεις κιόλας. Πειθαρχημένα
στα κουτιά τους, τα καλύτερα κουτιά της μαναβικής, τα μούσμουλα αντιστέκονται.
Σε μερικά κουτιά βάζουν για στολίδι ένα φύλλο από το ίδιο το δέντρο τους,
μακρύ λογχοειδές βαθυπράσινο, για να θυμίζει φαίνεται την πάλαι ποτέ ανάβαση
που χρειαζόταν να κάνεις για να τα κόψεις. Δεν ωφελεί όμως. Υπάρχουν άλλα
φρούτα που συνεργάζονται, τα κεράσια ας πούμε. Δεν χρειάζονται ιδιαίτερη
περιποίηση, αντέχουν την απλή χαρτοσακούλα και προσφέρουν έντονο χρώμα και
υφή, αλλά τα μούσμουλα επιμένουν να υπαινίσσονται ποικιλία αποχρώσεων,
διαβαθμίσεις της απόλαυσης, λεπτά αρώματα και κρυμμένα μυστικά. Κάτι που
πρέπει να ψάξεις για να βρεις την αξία του κι αν δεν προσέξεις μπορεί να σου
φύγει μέσα από τα δάχτυλα πριν προλάβεις να το δοκιμάσεις. 

Κάτι που θέλει να σε κρατήσει λίγο απασχολημένο πριν σου παραδοθεί, να σε
βγάλει από τον ρυθμό σου, να σε παιδέψει και να σε μπερδέψει. πριν εντελώς το
καταλάβεις. Έχουν μέλλον τα μούσμουλα, με τόσες ιδιοτροπίες;

https://www.tanea.gr/2001/05/22/opinions/analwsima-ta-moysmoyla-antistekontai/

Πέμπτη 17 Μαΐου 2001

Δούρειος Ίππος



Η Τροία της εποχής του Ομήρου είχε πολύ στενά δρομάκια, όπως τη βλέπουμε στην τελευταία αναπαράσταση. Είναι ν’ απορείς πώς χώρεσε εκεί μέσα ο Δούρειος ίππος, άλογο το οποίο περιείχε πολεμιστές με πλήρη εξάρτυση στην κοιλιά του. Κι αυτή η απορία οδηγεί στην άλλη που την είχα από παιδί: Τι διάολο τον ήθελαν οι Τρώες τον Δούρειο Ίππο; Τόσο χαζοί ήταν να βάλουν μέσα στην πόλη τους κάτι τόσο ύποπτο; Γιατί δεν κατάφεραν ν’ αντισταθούν στη γοητεία ενός ξύλινου αλόγου;
Ωστόσο προσπαθώ να μπω στη θέση τους. Βλέπουν ένα κατασκεύασμα πολύ πρωτότυπο, εντελώς άχρηστο, που δεν φαντάζονται για ποιο λόγο βρίσκεται εκεί πέρα. Είναι επιρρεπείς σ’ αυτά, καθότι ανήκουν στο ανθρώπινο είδος. Δεν έχουν δει διαφήμιση του Δούρειου Ίππου, ούτε τίποτε παρεμφερές, αλλά τους αρέσει. Αυτό είναι το μυστικό. Είναι σαν παιχνίδι. Θέλουν να το πιάσουν. Να το κάνουν δικό τους. Γιατί; Δεν υπάρχει γιατί. Εμείς γιατί θέλουμε μπιμπελό στο σαλόνι; Αγοράζουμε μικρογλυπτά, σεμέν, κηροπήγια, μινιατούρες. Ακράτητη ροπή. Βαριές εγκυκλοπαίδειες στα ράφια. Συσκευές κουζίνας που δεν χρησιμοποιούμε, μας τρώνε το χώρο. Πληρώνουμε για ένα σωρό πολύπλοκα ηλεκτρονικά. Συλλέγουμε αντικείμενα που θα χρειαστούν ξεσκόνισμα, που θα πάρουν τη θέση μας στα διαμερίσματα. Ψωνίζουμε ακατάσχετα. Είναι στο γονίδιο μας. Το ξέρουμε ότι δεν υπάρχει λόγος για τόσα ψώνια, ότι θα σκουπίδια θα γεμίσουν, ότι οι χωματερές βογκάνε, αλλά δεν γίνεται να αντισταθούμε. Εκείνη την ορμόνη της ευτυχίας, πώς τη λένε, σχεδόν τη βλέπουμε να εκρήγνυται μπροστά στα μάτια μας καθώς βγαίνουμε από το μαγαζί. Έτσι θα ήταν και οι Τρώες. Τη στιγμή που νόμιζαν ότι μόλις είχαν φύγει οι εχθροί και ήταν έτοιμοι για γλέντια, ανακουφισμένοι, ευτυχείς, τι βλέπουν; Το ωραίο ξύλινο άλογο που δεν ήταν κανενός και θα το έπαιρναν εκείνοι. Τι χαρά παιδική και μεγάλη. Στεγνή κι αντιπαθητική η Κασσάνδρα με τις προφητείες της, ενοχλητικοί κι όλοι οι λογικοί που τους λένε να φοβούνται. Πήγαν χαρούμενοι οι άνθρωποι τουλάχιστον. Ευχαριστήθηκαν λίγο, πριν η συμφορά ξεσπάσει.
Εμείς ευτυχώς δεν κινδυνεύουμε. Ίσως σε ανάμνηση του πιο απατηλού σουβενίρ που έγινε ποτέ, διαλέγουμε ακόμα συχνά αντικείμενα κούφια. Κουτιά, σουπιέρες, βάζα, πορσελάνινες βοσκοπούλες, αφρικάνικες μάσκες. Δεν κρύβονται πολεμιστές εκεί μέσα, αλλά σα να μας καλεί το κενό τους κάτι να κρύψουμε κάποτε. Να εφεύρουμε μόνοι μας τον εχθρό που θα τα γεμίσει.
Δεν ανταποκρινόμαστε, αυτό έλειπε δα. Τα αφήνουμε και γεμίζουν μόνα τους. Ντύνονται με τον χρόνο, το χειρότερο Δαναό που υπάρχει.

Πέμπτη 10 Μαΐου 2001

Δεν διαβάζω, δεν διαβάζω

Καθώς η άνοιξη ωριμάζει, αρχίζουν τα διαβάσματα, τα μεγάλα ξενύχτια μαθητών
και φοιτητών για εξετάσεις. Μυούνται τα παιδιά στην καφεΐνη, αρχίζουν την ήπια
εξάρτηση, γνωρίζουν τη χαρά να κυβερνούν τις αντοχές τους, απαραίτητη
προϋπόθεση προόδου και επιτυχιών. Διαβάζουν τα παιδιά και θα 'πρεπε και
μερικοί μεγάλοι να διαβάσουν.

Περιμένουν στοιβαγμένα ένθετα εφημερίδων στο τραπεζάκι του σαλονιού. Αρχίζουν
από το «πώς να συμπληρώσετε τη φορολογική σας δήλωση», απλά. Κατι σαν
«Εισαγωγή στην Επιστήμη της συμπλήρωσης». Πέρασαν οι μέρες και δεν έμαθα το
κεφάλαιο. Οι καφέδες δεν μπορούν να με κρατήσουν ξύπνια το βράδυ. Ακολουθούν
εξειδικευμένα αναγνώσματα, όπως: «Πώς θα πληρώσετε λιγότερους φόρους,
συμπληρώνοντας έξυπνα», «Πώς θα βγείτε κερδισμένοι από τη δήλωση», «Πώς θα
ξεφύγετε από τις παγίδες της εφορίας». Υπάρχουν και μερικά με απροκάλυπτα
άσεμνο περιεχόμενο: «Πώς θα ξεγελάσετε την εφορία!». Μικρά γράμματα, σκούρο
χαρτί, άχαρη γλώσσα. Πόσο κουράγιο χρειάζεται κανείς και φιλομάθεια για να
συμπληρώσει έξυπνα μια δήλωση; Οι άνθρωποι που τα διαβάζουν και τα
ξεκοκαλίζουν όλα αυτά βρίσκουν, στ' αλήθεια, τον τρόπο; Τις βραδιές που
περνάνε, μελετώντας τα κατεβατά, τις εξαργυρώνουν; Είναι η μελέτη αποδοτική,
βγαίνει η δήλωση έξυπνη, γίνεται ξεφτέρι;
https://www.tanea.gr/2001/05/10/opinions/analwsima-den-diabazw-den-diabazw/
Λάθος εξετάσεις πέρασα στη ζωή, και αυτή τη συνταγή δεν την πιστεύω. Περνούν
οι μέρες, πλησιάζουν, και σαν ατίθασος μαθητής αρνούμαι να ξεφυλλίσω τις
στοίβες των υποσχέσεων. Η δήλωση δεν θα γίνει έξυπνα, θα είμαι ευτυχής όταν
απλώς γίνει και βέβαιη ότι συμπληρώθηκε με τον πιο κουτό τρόπο. Μήπως δεν
είναι κουταμάρα η κατηγορία μου, αναπόδραστη ούτως ή άλλως; Ας τελειώσουμε,
τουλάχιστον, να διαβάσω κάτι αγαπημένο, να φτιάξω και κανέναν καφέ στο παιδί
που δίνει Πανελλήνιες.

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2001

Όμορφος κόσμος


Για το χατίρι της Στατιστικής, αυτής της αλχημείας που αμερόληπτα ισοπεδώνει, οι κάτοικοι των υπογείων της πολυκατοικίας μας θεωρήθηκαν ωραίοι. Είναι μαύροι μα είναι ωραίοι, όπως στο Άσμα Ασμάτων «Είμαστε ωραίοι» είπε ο Σπύρος Παπαδόπουλος και το είπε για όλους. Το εννοούσε ο ήπιος αυτός στατιστικός Έλληνας, προσωποποίηση της αποδοχής, άνετος και ευσταλής, με ευγενικό χαμόγελο, ότι θα τα μετρήσει όλα και όλους χωρίς προκατάληψη. Αφού όλοι είμαστε ωραίοι. Με βάση αυτό το γλυκό ψέμα, η Στατιστική εξόρμησε να μάθει την αλήθεια. Κήρυξε κοινωνική ανακωχή με εθνικές παραμέτρους. Συμφιλίωση ομορφιάς, από το ξεπλυμένο λευκό των Πολωνών που δέκα χρόνια τώρα δεν συνηθίζει τον αθηναϊκό ήλιο, ως το βαθύ μαύρο, σχεδόν μπλε των Αιθιόπων, περνώντας από το ανήλιαγο γκρίζο των Αλβανών και το καφέ των Ινδών, όλες οι αποχρώσεις της ανθρώπινης φυλής είναι ωραίες και καταμετρούνται επιμελώς. Για μια μέρα τουλάχιστον (Μία μειλίχια Κυριακή, μια πίσημον ημέρα) ο καθένας μπορούσε μέσα στην επικράτεια να φέρει με την ίδια ακριβοδίκαια ζυγισμένη περηφάνια το βάρος της ύπαρξης του, απ’ όπου κι αν την είχε κουβαλήσει. Θεωρητικά τουλάχιστον. Με το μεγαλείο των αριθμών η Στατιστική μοίρασε την αναγνώριση επί δικαίους και αδίκους, μοίρασε το αντίδωρο της επιθυμίας της για αλήθεια. Κατέγραψε τα υπόγεια που ήταν ακόμα κλειστά και ξεχασμένα στην προηγούμενη απογραφή κι ανοίχτηκαν στο μεταξύ κι αερίστηκαν και κοστολογήθηκαν ακριβά κι απέφεραν κέρδη ανέλπιστα στους ιδιοκτήτες τους, αυτά τα ξεγραμμένα, δίπλα στις νέες πολυτελείς κατοικίες πολυτελών προδιαγραφών.
Από σήμερα επιστρέφουμε στα περίπλοκα προσωπικά μας δεδομένα, ελάχιστα συμφιλιωμένοι με την πραγματικότητα.

Σάββατο 3 Μαρτίου 2001

Φορείς της κοινωνικοποίησης

Ένα απόγευμα, εβδομήντα χρόνια πριν, δυο αγοράκια έπαιζαν σε κάποιο
χωματόδρομο που είναι άσφαλτος εδώ και δεκαετίες. Φώναζαν, γελούσαν, σήκωναν
σκόνη, ώσπου άνοιξε ένα παράθυρο και μια γυναίκα βγήκε αγριεμένη. Δεν φώναξε
για τη σκόνη ούτε για τη φασαρία. «Μην παίζεις με τον πρόσφυγα!» είπε έξαλλη,
«έλα αμέσως επάνω!». Το ένα παιδί παράτησε το παιχνίδι, έτρεξε φοβισμένο σπίτι
του. Ο πρόσφυγας, παιδί κι αυτός, έμεινε άφωνος. Ήξερε βέβαια τι εννοούσε η
γυναίκα, είχε εμπεδώσει ήδη πολλές ιστορικές έννοιες, η πίκρα εκείνη δεν ήταν
καινούργια.

Πολλά πράγματα άλλαξαν από τότε στην Αθήνα, δεν υπάρχουν πια χωματόδρομοι και
μικρά σπιτάκια, όμως φαίνεται ότι σε μερικά οι γονείς των σημερινών παιδιών
μοιάζουν με εκείνους που φοβούνταν τους ξένους.

Τα παιδιά θέλουν να παίξουν, τώρα και τότε. Είναι ανοιχτά, τους αρέσει το
καινούργιο. Και τα άλλα παιδιά, οι πρόσφυγες, οι ξένοι, οι μετανάστες;
Πληγώνονται και σήμερα;

Ο μικρός πρόσφυγας δεν ξέχασε ποτέ την υπερπροστατευτική μαμά του φίλου του...
Μεγάλωσε, σπούδασε, δούλεψε, έκανε παιδιά, έκανε εγγόνια κι όταν μιλούσε για
τα παλιά θυμόταν πάντα τον δρόμο με το χώμα, το παράθυρο του σπιτιού, τη
γυναίκα να φωνάζει στον γιο της να φύγει από κοντά του λες και θα τον μόλυνε.
Ενώ είχε ο ίδιος μολυνθεί από το δηλητήριο εκείνης της φράσης που για χρόνια
αλλοίωνε τα πράγματα γύρω του και τους ανθρώπους.

Τα ξένα παιδιά που σήμερα περιφρονούμε θα ζήσουν μαζί με τα δικά μας. Θα μας
θυμούνται κι αυτά με τον τρόπο τους. Οι συμπεριφορές μας χαράζονται στην ψυχή
τους, οι αναμνήσεις τους είναι στο χέρι μας.
https://www.tanea.gr/2001/03/22/opinions/analwsima-foreis-tis-koinwnikopoiisis/

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2000

Θυμάστε τις πάπιες;

Στην Παιδική Χαρά με βροχή. Μετά απο χρόνια. Κάθομαι σ’ ένα παγκάκι κρατώντας μιαν ομπρέλλα. Είμαι μόνη μου με το Σπύρο και το Ντίνο που παίζουν ουρλιάζοντας σε διάφορα παιχνίδια.
Δεν έχει πια πολλά παγκάκια η  Παιδική Χαρά. Παρακολουθήσαμε την παρακμή της καθώς τα παιδίά μεγάλωναν: Πρώτα χάθηκαν οι πάπιες απο τη λιμνούλα. Ύστερα χάθηκε το νερό της λιμνουλας. Ύστερα γκρεμίστηκε σιγά σιγά το σπιτάκι που υπήρχε για τις πάπιες σ’ ένα μικροσκοπικό νησάκι στη μέση της λιμνούλας. Τώρα έχει μείνει μόνο η τσιμεντωμένη λακκούβα και μάλλον τα παιδά δεν θυμούνται σε τι χρησίμευε. Τις πάπιες τις πήρανε στη Φιλοθέη, Εκεί σηκώνει ακόμα τέτοιες πολυτέλειες. Εδώ τώρα να έχεις φτωχούς μετανάστες να απολαμβάνουν λιμνούλα με πάπιες, πάει πολύ. Και τα παγκάκια, όσα έσπασαν απο την παιδική κακομεταχείριση, δεν τα αντικατέστησαν ποτέ. Απλώς κάποια στιγμή έβγαλαν τα επικινδυνα απομεινάρια τους κι αυτό ήταν όλο
               Κάθονται απέναντι μου δύο Πολωνέζες. Οι Πολωνοί απο καθαρό σαδισμό υπάγονται στην κατηγορία «μετανάστες». Στην πραγματικότητα φαίνονται πολύ πιο φινετσάτοι και πολιτισμένοι απο τους Έλληνες. Είναι όμορφοι και καλοντυμένοι, και ελαφρώς ακατάδεκτοι. Κλεισμένοι στον κόσμο τους, ο οποίος προς το παρόν στεγάζεται εδώ, μαζί μας, στην Κυψέλη.
               Έρχεται μια γυναίκα που κάνει έρευνα αγοράς. Η βροχή κοντεύει να ξεσπάσει. Της λέω να καθήσει, αλλά δεν μπορώ να της χρησιμεύσω σε τίποτα. Δεν αγοράζω λάδι, διότι η πεθερά μου έχει εληές και διακατέχεται γενικώς απο μεγάλη αγωνία, μην τυχόν κι αγοράσω ποτέ λάδι. Καλά, τότε μήπως αγοράζω οικογενειακά παγωτά; Ναί; Ωραία! Κάθεται η γυναίκα αλλά ξανασηκώνεται γιατί με ρωτάει αν τα τρώω κιόλας κι η αλήθεια είναι πως δεν τα τρώω. Δεν έφαγα ούτε ένα παγωτό όλο το καλοκαίρι. Ήταν το καλοκαίρι που η λαιμαργία μου, όσον αφορά τα παγωτά τουλάχιστον, νικήθηκε ολοσχερώς. Τι κρίμα. Αν ήξερα ότι η κυρία ερευνήτρια θα απαογοητευόταν τόσο απ’ αυτό, θα φρόντιζα να φάω τουλάχιστον μια φορά.
               -Κανονικά πρέπει να πηγαίνουμε στα σπίτια, μου εξομολογείται η κυρία που δυσκολεύεται να ξανασηκωθεί μόλις έχει καθήσει. Αλλά οι άνθρωποι δεν μας ανοίγουν την πόρτα τους. Εδώ στην παιδική χαρά, μιλάνε πιο εύκολα.
               -Πηγαίνετε στις κυρίες, της λέω και δείχνω τις Πολωνέζες. Δεν υπάρχει κανένας άλλος εκεί γύρω.
               -Ξέρετε, λέει δισταχτικά, είναι ξένες. Και δεν.. τι να κάνω. Δεν …
               -Τουλάχιστον δεν θα έχουν λάδι απο το χωριό τους. Θα είναι υποχρεωμένες να αγοράζουν τυοποιημένο, οπότε θα κάνετε την έρευνα σας.
               -Ναι σωστά. Αγοράζουν οπωσδήποτε. Αλλά δεν μπορώ να δώσω ένα ξένο όνομα, να συνενοηθώ όπως πρέπει κι ‘ όλα αυτά, καταλάβατε;
               Δεν κατάλαβα, αλλά λέω πως κατάλαβα.
               Φεύγει κι αμέσως αρχίζει η βροχή. Σηκώνονται κι οι Πολωνέζες και φεύγουν τρέχοντας, κουκουλώνοντας τα κεφάλια τους με ζακεττάκια. Τα παιδιά μου ούτε που εμφανίζονται. Συνεχίζουν να παίζουν αμέριμνα κι η βροχή απλώς τους διπλασιάζει το κέφι. Γεμίζει το χώμα σκούρες κηλίδες, αλλά δεν βαραίνει στ’ αλήθεια ούτε υγραίνεται και πολύ, το νοιώθεις  ότι θα χρειαζόταν πολύ περισσότερο νερό για να το φχαριστηθεί στ’ αλήθεια το χώμα. Πίσω απο το πρώην φυλάκιο της παιδικής χαράς που είναι τώρα ένα απολίθωμα με σπασμένα τζάμια εμφανίζετααι μια ξανθιά μαμά μ’ ένα ξανθό κοριτσάκι που φοράει κόκκινο καπέλλο. Στέκονται κάτω απο ένα υποτυπώδες στέγαστρο που διαθέτει το απολίθωμα, για να μη βραχούν. Το κοριτσάκι είναι γλύκα, με τα τ’ απαλά μαλλιά του κι ένα προσωπάκι για φίλημα με μυτίτσα γαλλική και ματάκια όλο σπιρτάδα. Επιτρέπω στον εαυτό μου να τις χαζέψει με την ησυχία του, καθώς μάλιστα κρύβει το βλέμμα μου η ομπρέλλα. Η μαμά είναι τόσο νέα,  μπορεί και να μην είναι μαμά. Έχει σγουρά μαλλιά κι αυτή και μόλις η βροχή σταματά λίγο πάει και κάνει μονόζυγο στις κεραίες του σαλίγκαρου. Ωωπ, σηκώνεται στα μπράτσα της με απίστευτη ευκολία. Την θαυμάζω ανυπόκριτα.
               Μια βρέχει μια σταματάει και σε λίγο μπαίνει στην Παιδική Χαρά ένας νεαρός  πατέρας με το αγοράκι του τυλιγμένο σ’ ένα αδιάβροχο που το περιβάλλει απο το κεφάλι ως τους αστραγάλους και δεν έχει ούτε μανίκια. Γραμμή το κοριτσάκι πάει και τους συναντά με το που πλησιάζουν το πρώτο πολύζυγο. Η συνοδός του όμως δεν θέλει. Στέκεται απόμακρη, ενώ μέχρι τώρα παρακολουθούσε τη μικρή βήμα βήμα. Φοβάται μήπως ο νεαρός πατέρας νομίσει ότι ενδιαφέρεται γι’ αυτόν. Κι έχει δίκηο που το φοβάται, γιατί ο νεαρός πατέρας φαίνεται πολύ ενδιαφέρων. Κατ’ αρχήν είναι όμορφος, ψηλός με μακριά χέρια που πιάνουν το παιδί επιδέξια και χωρίς δισταγμούς. Φοράει ένα άχαρο αδιάβροχο πάνω απο το τζήν του, δεν φρόντισε καθόλου την εμφάνιση του, ωστόσο ερήμην του, η εμφάνιση του είναι απολύτως γοητευτική. Χλωμό, αρμονικό πρόσωπο, ομορφοπλασμένο, με μύτη λεπτή, μακριά σαν επιβλητικό ερεισίνωτο μιας αόρατης σκάλας που σε ανεβάζει σε ορίζοντες νέους, μάτια σχεδιασμένα με ευρύτητα, από κείνα τα σπάνια με την πνευματικότητα να σφραγίζει την πλούσια, γεμάτη χρωματικές ανταύγειες ομορφιά. Μάτια που γελάνε καλωσυνάτα με τα καμώματα του μικρού κοριτσιού, του ξένου μικρού κοριτσιού που τον ακολουθεί απο κοντά όπου κι αν πηγαίνει, παρά τις παρατηρήσεις της μαμάς του. Καλός, ωραίος και γενναιόδωρος, όπως πρέπει να είναι οι ωραίοι.  Πόσο καιρό έχω να δώ κατι τέτοιο, τόσο που για λίγο ξεχνιέμαι, σα να είμαι και γώ έτοιμη να δοκιμάσω την τύχη μου μαζί του, σα να είμαι είκοσι χρονών. Μόνο το αγοράκι δεν ταιριάζει στο σύνολο, άχρωμο και δειλό αγοράκι που προδίδει κάποια μέτρια μαμά, κάποιον βιαστικό γάμο, οι γυναίκες είμαστε πάντα έτοιμες να βγάλουμε ταπεινωτικά συμπεράσματα για τις ομόφυλες μας… Τελοσπάντων το αγοράκι θα μπορούσε να είναι και καλύτερο, αλλα είναι αυτό που είναι, τυλιγμένο σα σουβλάκι στο αδιάβροχο του , γκρινιάζει όποτε ο μπαμπάς του χαμογελά ή δίνει σημασία γενικότερα στο νοστιμότατο κοριτσάκι που τους παρακολουθεί. Ή του απλώνει τη μπάλλα, να την κρατήσει ο μπαμπάς την ώρα που ο μπαμπάς ετοιμάζεται να απλώσει τα χέρια στο κοριτσάκι, να το κατεβάσει απο το σαλίγκαρο. Κακομαθημένο διεκδικητικό, ζηλιάρικο αγοράκι.
               Στο μεταξύ η κοπέλλα πηγαινοέρχεται νευρική σε απόσταση ασφαλείας απο την τριάδα, για να μη νομίσει ότι… ποιός να νομίσει, μόνο εγώ υπάρχω στην Παιδική Χαρά, εγώ να μη νομίσω λοιπόν. Κι εγώ φυσικά νομίζω ακριβώς αυτό. Κι ο μπαμπάς κρατά το ανιδιοτελές χαμόγελο του. Κι είμαι πρόθυμη να μείνω εκεί ώσπου να νυχτώσει, να δω τι θα γίνει με τους δυο αυτούς, με τα παιδιά τους, με τα δικά μου. 
              Η βροχή δυναμώνει ξαφνικά και τους διώχνει όλους. Τρεχάτη η μαμά με την πιτσιρίκα στην αγκαλιά, φεύγει χωρίς να χαιρετήσει. Σηκώνομαι και φωνάζω τα παιδιά μου. Θα έμεναν ευχαρίστως να μείνουν μούσκεμα, αλλά έχω καθήκον να τους προφυλάξω. Ο όμορφος μπαμπάς και το αγοράκι του φεύγουν πριν καν οι δικοί μου αποφασίσουν να μου δώσουν σημασία. Μείναμε για λίγο οι δυο μας πάντως κάτω από τη βροχή, δεχτήκαμε παρέα τις σταγόνες. 

Σάββατο 15 Ιουλίου 2000

Η ταυτότητά μας



Εγκαταλείπουμε το μετερίζι των Ενθεμάτων μέσα σε συνθήκες κλασσικών ελληνικών διακοπών. Η θάλασσα μας καλεί καθώς τα αιρ-κοντίσιον βογκάνε μαζικά κι απελπισμένα. Σκάει ο τζίτζικας κι όμως ο Χριστόδουλος μέσα στη ζέστη οργανώνει συλλαλητήρια. Η θρησκευτική αυταπάρνηση προστατεύει τα μαύρα ράσα από την απορρόφηση της ακτινοβολίας. Οι παπάδες δεν βγάζουν τη μπέμπελη, κι ας είναι ντυμένοι κατάλληλα για βαρύ χειμώνα. Ο βαρύς χειμώνας υπάρχει στην ψυχή τους και βάλθηκαν τα πλήθη να τους ζεστάνουν.
Παράξενο φαινόμενο αυτή η ομοιοπαθητική της φλόγας. Αντί να δραπετεύεις από το τσιμέντο, χώνεσαι βαθύτερα μέσα του, το προκαλείς. Τα πάθη ενίοτε διεγείρονται ακριβώς την εποχή που θα έκανε καλό στους παθόντες και παθιασμένους οργανισμούς να καταλαγιάσουν. Μέσα στον καυτό Ιούνιο λειώνουν στο καμίνι της υπέροχης ορθόδοξης συλλογικότητας οι εξεγερμένοι πιστοί. Μεσήλικες με ανεπιθύμητα κιλά συντάσσονται δίπλα σε νέους σφριγηλούς, που εκρήγνυνται από την ανάγκη να προσφέρουν το περίσσευμα της ζωτικότητας τους σε κάποιο μεγάλο σκοπό. Ορχούνται με ύμνους βυζαντινούς και τον εθνικό ύμνο αντάμα. Τα ράσα φρικιούν από συγκίνηση. Τα ράσα της αυταπάρνησης βρίσκουν το στόχο. Ιερός πόλεμος. Σταυροφορία. Έξοδος από τη μιζέρια της καθημερινότητας! Δεν θα γίνουμε εμείς Ευρωπαίοι, με τη ρουτίνα και με το μετρό, χωρίς εξάρσεις, χωρίς χαρακτήρα! Πέρα από το μετρό το μπουλό και το ντοντό μας περιμένουν οι δρόμοι και οι πλατείες.
Τα είχαν πάντα οι άλλοι τα αγαθά των συλλαλητηρίων. ΤΟ βάπτισμα στην κοινή ψυχή του πλήθους. Αυτές τις εμπειρίες που σε γεμίζουν αναμνήσεις κι ενίοτε σου βρίσκουν και ταίρι σου. Χρόνια ολόκληρα οι χριστιανοί ορθόδοξοι έβλεπαν τους άλλους, τους κομμουνιστές, τους αριστερούς, τους πασόκους, τις φεμινίστριες καμιά φορά, ακόμα και τους Κούρδους, να έχουν αυτή τη χαρά,  κι εκείνοι τίποτα. Τώρα επιτέλους πήρανε τα όνειρα εκδίκηση. 
Υπάρχει ένας άνθρωπος που τη βρίσκει. Ο Χριστόδουλος σε ρόλο πάπα Ουρβανού, με τη λάμψη και τη γοητεία της αρχιεπισκοπικής τελετουργίας, μεταφερμένη σε χώρο ανοιχτό, Ελευθερωμένος πια από το στενό πλαίσιο του καθεδρικού ναού, με ναό την πλατεία που έχει το όνομα του ανθρώπου που θεμελίωσε τις επιστήμες. Πλατεία Αριστοτέλους. Συγχωρούμε τον Αριστοτέλη, διότι επί αιώνες λατρεύτηκε με θρησκευτική ευλάβεια από τα δυτικά πανεπιστήμια και κάηκαν μερικοί χριστιανοί στ’ όνομα του, αλλά εν μέρει, μόνο εν μέρει. Κι εκεί στην πλατεία Αριστοτέλους, ή στην Συντάγματος, ακόμα καλύτερα, στίλβουν ολοκαίνουργα τα άμφια, μας θαμπώνουν, μας μεθούν. Δεν χρειάστηκε να βάλει τα χρυσοκέντητα ο αρχιεπίσκοπος, για να αποκτήσει νέα λάμψη η όψη του. Από μόνες τους οι πλατείες χρυσοκεντήθηκαν ολόκληρες. Καλέ τέτοιο γλέντι, πώς κανείς δεν το σκέφτηκε ως τώρα;
Τροπάρια, ψαλμοί, βαθιές φωνές, συντονισμοί χορωδιών, ντρεσάρισμα σε αργό βηματισμό, οι ιερείς κάθε θρησκείας ξέρουν απ’ αυτά. Οι ιεροτελεστίες είναι θέατρο, η ίδια η τέχνη του θεάτρου από ιεροτελεστία ξεπήδησε. Ρόλο πολιτικό, ρόλο εθνάρχη, κάποιο ρόλο πάντως, με ασαφές περίγραμμα, αλλά με σαφή ηγετική κατεύθυνση, δεν θέλει απλώς να τον παίξει ο αρχιεπίσκοπος, τον παίζει ήδη. Αυτό θέλει, να μιλά στο μπαλκόνι και να αλαλάζουν τα πλήθη. Δεν υπάρχει ηθοποιός, δεν υπάρχει πολιτικός, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην το έχει ονειρευτεί αυτό το πράγμα κάποια στιγμή της ζωής του. Αταβιστικά μέσα μας ζει ο πρώτος αρχηγός φυλής που εμψύχωσε τους άνδρες του να ορμήσουν στην αντίπαλη φυλή. Τους πρώτες μαλθακούς άντρες,, που θα προτιμούσαν ίσως να καλλιεργήσουν τη γη τους και να πούνε παραμύθια στα παιδιά τους. Τους πρώτους που χρειάζονταν ρητορική. Τα αποτελέσματα θα πρέπει να υπήρξαν αξέχαστα στο ανθρώπινο είδος, αφού επί χιλιετίες εφάρμοσε την ίδια τακτική.
Ναι, Ο Χριστόδουλος τη βρίσκει. Έφτασε σε ένα βαθμό ευτυχίας που δεν θα του ξαναδώσει ο άμβωνας σκέτος. Ο θεός να μας φυλάει από το τι θα σκεφτεί ακόμα για να μπορέσει να ξαναβρεθεί στην ίδια θέση. Και τα ορχούμενα πλήθη πώς θα ξοδέψουν τη χαρά της νέας τους ταυτότητας;
Αλήθεια, θα τους έφτανε τώρα πια η αναφορά στα δελτία πως είναι χριστιανοί ορθόδοξοι; Πρέπει να κεντήσουν τουλάχιστον ένα σταυρό στον ώμο. Με τατουάζ θα είναι καλύτερα, ανεξίτηλο και επιδεικτικό στις παραλίες. 
Μιλώντας για παραλίες, καιρός να ετοιμαζόμαστε κι εμείς. Υπάρχει μια σοφία ορθή κι αλάθητη στα χρώματα της θάλασσας, όταν βουτάς χωρίς γυαλιά, κι αφού η γαλανόλευκος προέρχεται από τη θάλασσα, δεν βλέπω γιατί να μην εντρυφήσω στο πρωτότυπο. Τι άλλο καλύτερο έχει να μας προτείνει η ορθόδοξη σταυροφορία;
Ο Μάης του 68, η αγαπημένη επανάσταση, πριν ανατρέψει οριστικά το αστικό καθεστώς της Δύσης, ξεθύμανε με τις σχολικές διακοπές. Ελπίζω να ξεθυμάνει με τον ίδιο τρόπο κι ο Ιούνης του 2000, αυτή η παράξενη τοπική επανάσταση των μητροπόλεων (μητέρων πόλεων και καθεδρικών ναών) και τον Σεπτέμβρη να μην θυμόμαστε ούτε τα ρίγη του Χριστόδουλου ούτε τα δικά μας, ρίγη τόσο διαφορετικής φύσεως, πάντως όμως ρίγη. Ν’ αφήσουμε στην πάντα τους μεγάλους –ριγηλούς- διχασμούς και να πιάσουμε τις μικρές μας δουλειές, ανανεωμένοι και ξεκούραστοι. Να έχουμε τις καινούργιες μας αστυνομικές ταυτότητες και  να μην έχουμε χάσει εντελώς την παλιά μας ταυτότητα, να αναγνωρίζουμε ακόμα το πρόσωπο μας στις κινήσεις του, στις εκφράσεις του, στο λίγο χώρο που του δίνεται. Να μας έχουν απομείνει μια χούφτα λέξεις για να συνεννοούμαστε και μια σταλιά κουράγιο για να σωπαίνουμε όταν βλέπουμε ότι δεν έχει νόημα να μιλάμε

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...