Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Μοιραία ομοιομορφία


Δεκατρία κτίρια θα πρέπει να κατεδαφιστούν, αποφάσισε ο Δήμος Αθηναίων. Είναι παρατημένα και επικίνδυνα. Πιθανόν να έχουν κριθεί διατηρητέα, αλλά πόσα χρόνια τώρα ισχύει αυτός ο νόμος για τα διατηρητέα; Πάνω από τριάντα, κι αυτά δεν εννοούν να διατηρηθούν, πόσο πια να περιμένουμε να το πάρουν απόφαση;
Αυτό το κακό έχουν τα κτίρια, δεν μένουν από μόνα τους στη θέση τους, εκτός κι αν είναι ο Παρθενώνας, που κι αυτός δεν ξέρουμε πώς θα ήταν αν δεν τον είχε βομβαρδίσει ο Μοροζίνι, αν δεν είχαν βγάλει τα αγάλματα οι χριστιανοί, αν δεν είχε περάσει ο Έλγιν, αν και αν. Αν δηλαδή κάποια διαχρονική υπουργός Πολιτισμού είχε αποφασίσει να τον κηρύξει διατηρητέο από το 300μ.Χ και όλοι σέβονταν τον νόμο αλλά δεν έκαναν τίποτε για να τον βοηθήσουν, θα είχε χαλάσει ο Παρθενώνας; Ίσως μόνο να ξεθώριαζε, πρέπει να είναι θεόγερη κατασκευή, και μας κακομαθαίνει, γεννηθήκαμε στη σκιά του, που λέει ο λόγος, και δεν συνειδητοποιούμε ότι τα ρημάδια- κυριολεκτικά- τα νεοκλασσικά και παλαιοκλασσικά και μοντέρνα και πρώην όμορφα κτίρια της πόλης δεν διατηρούνται μόνα τους. Θέλουν συντήρηση, φροντίδα, βάψιμο, ενίσχυση, καθάρισμα, φροντίδα, λεφτά. Ένας νόμος δεν φτάνει, όσο κι αν τον αγαπήσαμε, τρόπος του λέξεις επίσης.
Αναρωτιέμαι συχνά αν υπάρχει πόλη με τόση περηφάνεια σαν την Αθήνα, ή και λιγότερη, που να επιτρέπει στους ιδιοκτήτες ακινήτων να τα παρατούν με τόση άνεση στη μοίρα τους, να μην έχουν καμία υποχρέωση πέρα από το να πληρώνουν ΕΝΦΙΑ, που κι αυτός λίγα χρόνια έχει που μπήκε και κόντεψε να καεί η πόλη. Άκουσα κάποτε για ευθύνες ιδιοκτητών σε κάτι Παρίσια, κάτι Πράγες, κι έπαθα σοκ. Εδώ, είτε γιαπί θες να παρατήσεις, είτε ερείπιο,  το σεβόμαστε όλοι μέχρι να μας πέσει στο κεφάλι. Ρίξε μαύρη πέτρα σίγουρος ότι δεν θα χτυπήσει παρά αγνώστους. Όχι την πόλη σου, δεν υπάρχει στις συνειδήσεις μας, ούτε, φοβάμαι, στη νομοθεσία μας. Ούτε πρόβλεψη να επεμβαίνει κάποιος σαν Κράτος ή σαν Δήμος, ας είμαστε υποτίθεται κρατιστές, να διορθώνει το ακίνητο αν αξίζει τον κόπο και να το χρησιμοποιεί. Πριν χρόνια έγινε αυτό, σώθηκαν μερικά όμορφα παλιά, γίνανε παιδικοί σταθμοί, κέντρα νεότητας κλπ, αλλά δεν επαναλήφθηκε, μέχρι να φτάσουμε στο σεισμό. Τώρα σκύβουμε το κεφάλι στη μοιραία ομοιομορφία.


Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

Και θυμήθηκα για σένανε...


  Δεν μπορώ να χαρώ πια, κατέληγε η συζήτηση μαζί της.
Γιατί, αγαπημένη μας, δεν μπορούσες να χαρείς; Γιατί βιαζόσουν πάντα για κάτι άλλο από αυτό όπου βρισκόμασταν; Γιατί δεν με άφηνες να τελειώσω το τραγούδι που εσύ είχες ζητήσει; Εγώ τόσο χαιρόμουν που μπορούσα να το πω, το ζητούσες και το έβρισκα, ήξερα να στο τραγουδήσω. Αυτή θα ήταν η ζωή μου, αν μπορούσα να το κανονίσω, να μου δίνουν παραγγελιές και να βρίσκω τα τραγούδια, αλλά βγήκαν τα τζουκμποξ και μου πήραν τη δουλειά. Εσύ όμως βιαζόσουν. Μόλις ξεκινούσαμε, λέγαμε μισή στροφή, λάμπανε για λίγο τα ματάκια σου κι έλεγα ότι συναντήθηκαν επιτέλους οι διαθέσεις μας, τώρα θα αφεθείς στη χαρά να το πούμε ολόκληρο, είναι τόσο ωραίο, αυτά τα γυρίσματα,  οι εκπλήξεις των στίχων, της μουσικής, αχ, θα δακρύσουμε μαζί στο τέλος. Όμως όχι, εσύ δεν άντεχες. Σταματούσες στην πρώτη φράση, θυμόσουν άλλο, αυτό, αυτό να πούμε!
Δεν σου χαλούσα χατήρι, ίσως αυτό έπρεπε να έχω κάνει, να σου πω μια φορά, όχι, θα τελειώσουμε πρώτα αυτό,  ύστερα το άλλο. Σε ακολουθούσα σαν μικρός εξερευνητής στους δαιδάλους των αναζητήσεων σου, τραγούδια, αναμνήσεις, δρόμοι νυχτερινοί. Αλλά δεν φτάναμε κάπου να καθήσουμε ήσυχα,  να χαμογελάσουμε μια στιγμή ηρεμίας. Μόνο στο παρελθόν είχες βρει ευτυχία, έλεγες. Τότε που, νεότατη, σας κυνηγούσε η χούντα,  ένοιωθες ότι οι σύντροφοί σου σ’ αγαπούν. Τότε μόνο άξιζε η ζωή, που μπορούσες να είσαι ήρωας.
Εμείς σ’ αγαπάμε πιο πολύ,  η τωρινή καθημερινότητα έχει βαθύτερη ευτυχία, σου έλεγα και κουνούσες δύσπιστα το κεφάλι. Εγώ σ’ αγαπώ γι αυτό που είσαι, μοναδική, ακαταμάχητη, όχι κομμάτι ομάδας σε καταδίωξη. Το βλέμμα σου έφευγε προς κάτι μακρινό, σα να με κατηγορούσες πως δεν καταλαβαίνω. Ψυχική νόσος ή όχι; Πόνεσες πολύ. Τόσες φορές προσπάθησες να φύγεις, τελικά τα κατάφερες. Μα δεν κάνει να αναφερόμαστε σε ψυχική νόσο, είναι στίγμα πάντα, ειδικά σε δημόσιο λόγο, προκαλεί τα πλήθη που περιμένουν με το λίθο στο χέρι. Είναι βρισιά ή καγχασμός η αναφορά της. Ποιος ακούει εξηγήσεις; Καλύτερα να σωπαίνεις. Είμαστε σε πρώτο επίπεδο, δεν διακρίνουμε αποχρώσεις, παραμονεύουμε, καρχαρίες που ίσως αποδειχτούν ξιφίες, ή βασιλικές ζαργάνες. Γι αυτό θα φυλάξω το όνομά σου για άλλο μνημόσυνο, να βρεθούν οι σωστές λέξεις, στο απυρόβλητο.
 Ακούω πάντα τη φωνή σου ολοζώντανη, με το αιώνιο παράπονο, που δεν έβρισκε ρεφρέν να καταφύγει.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2019

Θα γιορτάσουμε ξανά

Περιμέναμε στο λιοπύρι μία ώρα το ΚΤΕΛ Λαυρίου. Οταν έφτασε επιτέλους, τα έβαλαν μαζί μας οι άλλοι επιβάτες, καθυστερούσαμε κάνα δίλεπτο, αφού το λεωφορείο είχε αργήσει τρία τέταρτα, να βγάλουμε εισιτήρια και θα έχαναν το πλοίο. Ενας φώναζε, δεν είναι κράτος αυτό, είναι, μην πω τι είναι, κρατιέμαι να μην πω τη λέξη, σαράντα πέντε χρόνια τώρα όποιος θέλει μπαίνει, όποιος θέλει βγαίνει…
Δηλαδή να μην είχαμε μπει καν στο λεωφορείο, αναρωτήθηκα προς στιγμήν, τι εννοεί; Κι ύστερα μέτρησα γρήγορα τα χρόνια, βέβαια, πριν από 45 χρόνια έπεσε η χούντα. Ενώ αν την είχαμε ακόμα, θα έκλεινε την πόρτα στους μετανάστες, που περιμέναμε μαζί στη στάση, αυτό εννοούσε, αυτοί έφταιγαν για όλα. Βουβαθήκαμε, κόπηκε η διάθεση για ερωτήσεις και εξηγήσεις με τον οδηγό, μέρα των εκλογών, ψημένοι στη ζέστη, να ακούμε τέτοια, κι ούτε απάντηση βρήκε κουράγιο κανείς να δώσει.
Κατέβηκε ο αγανακτισμένος σε λίγο, να πάει να ψηφίσει όπως μας ανακοίνωσε, και το αδιέξοδο που μας είχε σβουρίξει στα κεφάλια έμεινε να αιωρείται. Αυτή η σταθερά του μηδενισμού, η τσαντίλα που θεωρεί ότι πρέπει να κόβει το κεφάλι όταν πονάει, να τα γκρεμίζει όλα επειδή τον πνίγει το δίκιο, να χαλάει τον κόσμο, να συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένο νήπιο που στο βάθος περιμένει τους γονείς του να το πάρουν αγκαλιά, να του πουν ότι είναι ο καλύτερος, να έχει και τον εχθρό έτοιμο κι ονοματισμένο, πόσο βολικό και χειραγωγήσιμο, αυτή η καταστροφική γκρίνια, αφού δεν λειτουργεί σωστά το κράτος στη δημοκρατία, χρειάζεται δικτατορία κι η βία είναι απαραίτητη γιατί όλοι στο βάθος είναι ανώριμοι όπως εγώ και χωρίς φόβο δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους.
Θλιβερή άποψη για την ανθρώπινη κατάσταση, που έχει όμως κατακτήσει τη συνήθεια να εκφράζεται δημόσια. Είναι και πιο εύκολο βέβαια, σύντομο και σαφές. Πότε θα σταματήσει να θεωρείται τρέντι κάτι τέτοιο, πότε θα συγκρατηθούν στ’ αλήθεια οι άνθρωποι και δεν θα ξεστομίσουν σε δημόσιο χώρο τη νοσταλγία τους για τη χούντα;
Ισως από δω κι εμπρός, αφού οι χιτλερικοί βρέθηκαν εκτός Βουλής, επιτέλους. Να αλλάξει και η μόδα της αγανάκτησης, να καλλιεργηθεί η συνήθεια της επεξεργασίας της, να απομυθοποιηθεί η μαγεία του θυμού. Σε λίγες μέρες γιορτάζουμε ξανά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, σαράντα πέντε χρόνια, έχουμε λόγο σοβαρό να χαρούμε την επέτειο.
https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/203018_tha-giortasoyme-xana

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

Γκαϊανέ Κασαρτζιάν



Παράξενο όνομα. Το βρήκα στο facebook, το έγραψε φίλος αρμενικής καταγωγής που την είχε γνωρίσει. Μια δουλειά που έπρεπε να κάνουμε εδώ και τριάντα χρόνια, είναι να μαθαίνουμε παράξενα ονόματα.
Η πρώτη αναφορά στο θάνατο της Γκαϊανέ Κασαρτζιάν ήταν λιγόλογη. «Παράνομη νοσοκόμα αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο του νοσοκομείου, για να μη συλληφθεί». Ακολούθησαν εξηγήσεις, γιατί όλο αυτό έμοιαζε ανήκουστο. Παράνομη νοσοκόμα, δηλαδή τι ακριβώς; Πόση παρανομία είναι να κάνεις τη νοσοκόμα; Μήπως ήταν από εκείνες που κάνουν παράνομες θεραπείες; Συγγνώμη, αλλά πώς να καταλάβει κανείς αμέσως την παρανομία, αν δεν έχει αποκτήσει εμπειρία σχετική;
Οι διευκρινίσεις συνεχίστηκαν. Για να μπορείς να εργάζεσαι ως αποκλειστική νοσοκόμα, πρέπει να είσαι μέλος σωματείου. Άρα αυτή ήταν η παρανομία, η Γκαϊανέ Κασαρτζιάν δεν ήταν μέλος του σωματείου. Πόσο παράνομο είναι κάτι τέτοιο; Ποινικό αδίκημα; Πας φυλακή; Πληρώνεις πρόστιμο; Πόσο πρόστιμο πια, πόση φυλακή; Δεν είναι αυτά προτιμότερα από το να χάσεις τη ζωή σου; Σίγουρα δεν θα σκέφτηκε λογικά εκείνη τη στιγμή η γυναίκα, θα θόλωσε από την κούραση, από την πίεση, θα μεγεθύνθηκε στο μυαλό της η απειλή, ίσως και να φαντάστηκε ότι μπορεί να ξεφύγει απλά από το παράθυρο, να ονειρεύτηκε ότι θα πετάξει, κι έκανε αυτό το βήμα το τρελό. Χρόνια να φροντίζει γέρους, συχνά με άνοια, θα ψήλωσε ο νους της μια στιγμή από το φόβο, είναι πειρασμός καμιά φορά να ακολουθήσεις το παραλήρημα των νοσηλευομένων,  να ξεφύγεις από την  πραγματικότητα.
Εφόσον τα νοσοκομεία δεν έχουν νοσηλευτικό προσωπικό, κι αυτή είναι μια συζήτηση που κάποτε πρέπει να γίνει, γιατί είναι τόσο δύσκολο να μπορεί να φροντίσει κάποιος έναν άρρωστο κατ’ επιθυμία της οικογένειας; Όλο αυτό μοιάζει αντικανονικό, το να μένει μέρα -νύχτα η κόρη, ο γιος, δίπλα στον ασθενή, να κοιμάται στην πολυθρόνα, ή να πληρώνει έξτρα τον άνθρωπο που φροντίζει τον υπέργηρο στο σπίτι, δεν είναι συνήθεια που έπρεπε να υπάρχει στα νοσοκομεία. Ωστόσο υπάρχει. Και σ’ αυτή την παράξενη κατάσταση το σωματείο εξωτερικών νοσοκόμων, διαβάζω στη συνέχεια σε προσωπικές μαρτυρίες, βάζει δικούς του κανόνες. Αλλά τι κανόνες και αποκλεισμοί είναι αυτοί που μπαίνουν σε τόσο αντικανονικό πλαίσιο;
Κάτι σάπιο υπάρχει στο σύστημα. Αν το δούμε και το αντιμετωπίσουμε, θα πούμε κάποτε ότι δεν πέθανε άδικα η Γκαϊανέ.


Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019

Ξεπερασμένες τελετές


Με μεγάλη επιμέλεια αποφεύγω να παρακολουθήσω προεκλογικές συγκεντρώσεις, κλείνω τις τηλεοράσεις, προσέχω τις μέρες που περνώ από το κέντρο. Ωστόσο κάποιες φωτογραφίες έρχονται και σε βρίσκουν, και να ο ηγέτης σε κάποια εξέδρα κι από κάτω σείονται οι σημαίες… Πόσα χρόνια έχουν περάσει αφότου παρέστην σε τέτοια συγκέντρωση; Ήταν τα παιδιά μου μικρά και μου το ζήτησαν σαν πανηγύρι, ήταν κοντά στο σπίτι, πήγαμε κι αγοράσαμε και σημαία, στο γυρισμό που την κρατούσα γελώντας, κάποιος βγήκε στο μπαλκόνι του και μ’ έβρισε. Φυσικά ήταν το κόμμα που ψήφιζα, αλλά και πάλι, τι νόημα είχε; Τα λόγια από το μπαλκόνι ακούγονταν αδέξια, σαν κακοπαιγμένος ρόλος. Οι φωνές των οπαδών ήταν άστοχες, τα τραγούδια ξεπερασμένα. Όλα παίζονταν σαν ρόλοι μιας τελετής που κανείς δεν πολυθυμάται γιατί καθιερώθηκε.
Ίσως είχε νόημα μετά τη μεταπολίτευση, όταν η στέρηση πολιτικής ζωής στη χούντα έδινε ιδιαίτερη αξία στη συνεύρεση αυτή του πλήθους με τον ηγέτη. Μεγάλη η συγκίνηση των πρώτων συγκεντρώσεων μετά τη σιωπηλή επταετία. Μετρούσαμε τη φασαρία, τα κεφάλια, τις σημαίες, τους δρόμους που κλείσανε. Ο  Καραμανλής ήταν αγαπητός, ο Παπανδρέου είχε χάρισμα. Κι οι μικροί αγκομαχούσαν να γεμίσουν τις πλατείες. Σώνει και καλά να δημιουργήσουν κάτι συνταρακτικό, μια προσομοίωση κατάληψης της πόλης, επανάστασης, εισβολής στα χειμερινά ανάκτορα. Κι ο λαός με τον ηγέτη αγκαλιά, χωρίς ενδιάμεσο τίποτε. Όμως το ενδιάμεσο είναι η δημοκρατία, πότε θα το μάθουμε, πότε θα το παραδεχτούμε;
Δεν έχουμε πια κουραστεί απ’ όλ’ αυτά, δεν χορτάσαμε;  Δεν γίνονται αρκετές γιορτές στην πόλη για να ξεδώσουμε, δεν κλείνει κάθε τρεις και λίγο το κέντρο για λόγους πολιτικούς συνδικαλιστικούς κι ενίοτε εορταστικούς; Δεν είναι οι γιορτές της μουσικής, π. χ. πιο ευχάριστες από τις προεκλογικές συγκεντρώσεις;
Υπάρχουν κι ένα σωρό στάδια και γήπεδα, πιο ταιριαστά μάλιστα με το όλο πνεύμα αυτής της επίμονης επαφής με πολιτικούς, γιατί να μη γίνονται εκεί οι κομματικές συγκεντρώσεις; Σίγουρα είναι αρκετά μεγάλα για να χωρούν όσους ακόμα έχουν τη διάθεση να πηγαίνουν σε τέτοια, και προσφέρουν περισσότερη οικειότητα και εγγύτητα.
Είχαμε κάποτε μπουχτίσει τη ρουτίνα, τώρα η αληθινή ρουτίνα, με μέσα συγκοινωνίας που λειτουργούν κανονικά, δρόμους ανοιχτούς που τσουλάνε, είναι το πιο άπιαστο όνειρο.
Θα με συγκινούσε πολύ το κόμμα που θα διακήρυσσε αναλυτικά την άρνηση του να κάνει προεκλογική συγκέντρωση, πάντως.

Κυριακή 23 Ιουνίου 2019

Νέα Ιωνία

 Nέα Ιωνία. Ο παππούς μου, όταν έφτασε στην Ελλάδα μετά το 1922, και μέχρι να βρει τη δουλειά στην Ξάνθη, στο "Νοσοκομείο αμερικανίδων κυριών" (διαβάστε σχετικά στο "Δυο φορές ξένος") ήταν στην επιτροπή που αναζητούσε χώρο για το συνοικισμό των προσφύγων από την Πισιδία, τα Σπάρτα κυρίως. Διάλεξαν τους Ποδαράδες Αττικής.

Στα παιδικά μου χρόνια παίρναμε συχνά το λεωφορείο τις Κυριακές για να κάνουμε επίσκεψη στις ξαδέρφες του μπαμπά μου, κυρίως στην οικογένεια της Αφρώς που ήταν οι καλλιτέχνες και διανοούμενοι της οικογένειας.
Πόσα χρόνια είχα να πάω! Ούτε είχα δει τις τοιχογραφίες του σταθμού ΗΣΑΠ με τις αναφορές στα Σπάρτα, την εικόνα του ΠαπαΙωακείμ που έχει γράψει το χρονικό της πορείας ως την Αττάλεια και την Ελλάδα μετά.
Από το σταθμό πεζόδρομοι με καφενεία και δέντρα, μαγαζιά, παιδάκια, κόσμο, ωραία ζωή!
Το βράδυ στις 8 θα τραγουδήσουμε στην εκκλησία Αγίου Γεωργίου, κοντά στο σταθμό, στις Διπλωματικές εξετάσεις Διεύθυνσης Χορωδίας Ωδείου Kodály. Πάντα έφερναν τη Δύση στη δική μας ανατολή οι δικοί μου πρόσφυγες.


Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019

Πιστεύω εις μιαν μουσικήν μητέρα παντοκράτορα...

Credo in unum Deum... ηγουν, "πιστεύω εις έναν θεόν..." με μουσική Σούμπερτ. Έχει τόση γλύκα η ομολογία αυτή που μπορείς και να πιστέψεις, λέμε τώρα. Αλλά σκεφτείτε, να περνάς ας πούμε έξω από μια εκκλησία, να μπαίνεις μέσα από μια εσωτερική ανάγκη, ή κι απο εξωτερική, να ξεκουραστείς λίγο, ν' απαγγιάσεις, και να ακούς αυτή τη μουσική. Ε, πιστεύεις ή δεν πιστεύεις κύριε Πρόεδρε;
Εγώ ομολογώ, η επίκληση Κύριε ελέησον, ελληνιστί πάντα σε όλες τις λειτουργίες, ειδικά αυτή όμως, ο τρόπος του Σούμπερτ, μου έφερνε δάκρυα στα μάτια όλη τη σεζόν που κάναμε πρόβα με τη Μικτή Χορωδία στο Ωδείο Κόνταλυ. Ήταν τέτοιος ο χειμώνας φέτος, η μητέρα μου να αναχωρεί βασανιστικά, η αδυναμία μπροστά στο χρόνο, στη φθορά, κι αυτή η γλύκα η γεμάτη κατανόηση της ανθρώπινης ανάγκης στη μουσική του Σούμπερτ, δυσκολευόμουν να μην ταυτιστώ με την ικεσία, με την ομολογία, με την παράκληση. Ένιωθα στα κατάβαθα της ψυχής μου τη δύναμη της τέχνης να μας εκφράζει, και τη γενναιοδωρία της να ταυτίζεται με τις ανάγκες μας. Έκλαψα με την ψυχή μου σιωπηλά στις πρόβες, κι ας ήξερα κάθε στιγμή τη ματαιότητα της πίστης. Ενθεώθηκα χωρίς πρόσωπο θεού. Πόσο σπουδαία, πόσο ακαταμάχητη, πόσο δυνατή η μουσική. Και πόσο ωραία ακούστηκε κάτω από τους θόλους.

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2019

Oi προσδοκίες των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ

Γράφουν για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ότι "διέψευσε απόλυτα τις προσδοκίες των ανθρώπων που την πίστεψαν".
Μέσα μου ψιθυρίζω, ευτυχώς. Ισως ο Τσίπρας έκανε εκείνη στροφή τέσσερα χρόνια πριν πείθοντας τον εαυτό του ότι κάνει κάτι σαν στρατηγική υποχώρηση, ότι χειρίζεται τις συγκυρίες. Αυτό ήταν αρκετό για να θεωρηθεί από τους Ευρωπαίους συννενοήσιμος, να ρίξει μια γέφυρα προς το μέρος τους. Αυτή η γέφυρα μας ενδιαφέρει εμάς. Δεν πήδηξε στο γκρεμό τότε, έκανε ένα βήμα πίσω, κρατήθηκε. Κατάλαβε ίσως ότι δεν έχει δικαίωμα να φέρει τέτοια καταστροφή σαν αυτή που ετοιμαζόταν να κάνει, με τον Βαρουφάκη σημαιοφόρο. Ή μπορεί και να φοβήθηκε, να σκέφτηκε τις συνέπειες για το άτομό του. Σε κάθε περίπτωση τη γλιτώσαμε τότε στο παρατρίχα, κι αυτή η στροφή για την οποία τον χλεύασαν δεξιοί κι αριστεροί, διότι έχουμε καλλιεργήσει και θαυμασμό στην αυτοκαταστροφή, τα Κούγκια και τους Ζαλόγγους στην εθνική μας κουλτούρα, είναι για μένα η στιγμή του μεγαλείου του, του όποιου μεγαλείου. Μετά προσπάθησε όπως όπως να απολαύσει τους καρπούς της υποχώρησης, την εξουσία με τα πολλά της αγαθά, μπουρδουκλώνοντας μάλλον αποτελεσματικά τις ιδεολογίες, τις διακηρύξεις, και τις υποδόριες αντιλήψεις για τους στρατηγικούς ελιγμούς όπου ξεγελάς τον εχθρό, κλπ.
Οι προσδοκίες των ανθρώπων που τον πίστεψαν θα πρέπει να συζητηθούν ξανά και ξανά, μας περιμένουν στη γωνία.

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019

Φτηνές πτήσεις


Επιστρέφοντας με φτηνή πτήση από τη Βουδαπέστη, είχαμε πρώτα δικαίωμα να περάσουμε όση ώρα θέλαμε στο χλιδάτο περιβάλλον με τα ντιούτι φρη, εκεί αν και τα μαγαζιά είναι πιο ακριβά πια για μας, ωστόσο η αίσθηση ότι ανήκεις στους εκλεκτούς  σε κάνει να βάλεις το χέρι στην τσέπη, αφού περάσεις λοιπόν αυτή την ευχάριστη τελετουργία, που έρχεται λίγο μετά τη δυσάρεστη του ελέγχου αποσκευών, μασχαλών, παπουτσιών, τσεπών και μεταλλικών υποψιών, έρχεται η ώρα της θύρας επιβίβασης. Κι εκεί με ζέστη αντάξια της Αθήνας και διπλάσια υγρασία μας έβαλαν σε τσίγκινα υπόστεγα χωρισμένα σε λουρίδες από αλουμινένια κάγκελα, όρθιους και στριμωγμένους να πέφτουμε σε υπαρξιακές απορίες (τι κάνω εδώ, πού βρίσκομαι, πού πάω, γιατί αξίζω τέτοια μεταχείριση, πώς έμαθαν οι Ούγγροι τα εγκλήματά μου) κι ύστερα σε σκέτα κάγκελα, από κοτετσόσυρμα αυτή τη φορά, που ήταν το τελικό στάδιο πριν αραδιαστούμε στα καθίσματα του φτηνού αεροπλάνου, τόσο φτηνού που δεν έχει ούτε τσέπη στο μπροστινό κάθισμα για τη γνωστή χαρτοσακούλα, αλλά σε θεωρεί αρκετά πλούσιο ώστε να προσπαθεί να σου πουλήσει λαχνούς με φιλανθρωπικό σκοπό την ώρα που πλησιάζει η προσγείωση και πιθανότατα σκέφτεσαι τη συγχώρεση της ψυχής σου. Πρόπερσι στη Ρόδο νόμιζα ότι η ουρά των κουρασμένων επιβατών που στωικά άκουγαν τις θυμωμένες φωνές των υπαλλήλων ασφαλείας σε κάθε στροφή και συνέχιζαν αδιαμαρτύρητα να κάνουν γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, όπως τους ζητούσαν, ήταν ό,τι χειρότερο είχα δει, μέχρι πέρσι στο λιμάνι της Σαντορίνης, αλλά επιφυλάσσει ανεξάντλητες όψεις μιζέριας ο μαζικός τουρισμός.
Τέλος πάντων, ζούμε στα ταξίδια μια μεταβατική περίοδο, κάποιες πινελιές της πάλαι ποτέ πολυτέλειας που όφειλε να τυλίγει τους λίγους πλούσιους οι οποίοι κάποτε είχαν πρόσβαση σ’ αυτά, επιζούν με δυσκολία, αλλά όλο και περισσότερο η μαζικότητα δημιουργεί συνθήκες που θυμίζουν μετακίνηση κοπαδιών σε χειμαδιά, αλλά με κάρο. Ξαφνιάζονται οι αρμόδιοι από την κίνηση και τη ζήτηση, στήνουν όπως όπως αεροδρόμια, ξενώνες, σπίτια, ξαπλώστρες, στέλνουν αγοραφοβικούς υπαλλήλους στον έλεγχο, δεν προλαβαίνουν να σκεφτούν, ό,τι προκύψει. Κι όλο και περισσότερο άνθρωποι θα ταξιδεύουν, κι όλο και περισσότερο θα δοκιμάζονται αεροδρόμια και λιμάνια και προσωπικό, κι όλο και περισσότερο θα θέλουν οι άνθρωποι να μετακινούνται και οι τόποι να μαζεύουν τουρίστες.
Η άφιξη στην Αθήνα πάντως ήταν βελτιωμένη, απλώς με τη φτηνή πτήση φτάνεις σε σημείο από όπου περπατάς περισσότερο, άρα έχεις όφελος στην υγεία σου και το κινητό σου λέει «Μπράβο!».





Τετάρτη 12 Ιουνίου 2019

Προϊόν συμβιβασμού

Ψηφίζουμε στη γειτονιά, χρόνια τώρα. Το «ψηφίζουμε» τέρμα όμως, τώρα πια «ψηφίζω» μόνο. Πρώτο ενικό. Τα παιδιά μου μετανάστευσαν, οι γονείς μου πέθαναν, ο αδερφός μου μετακόμισε, ο σύζυγος μου πιστεύει ότι ζει πάντα στο χωριό του, πήγα μόνη μου πρώτη φορά στο γνωστό σχολείο. Ήταν παράξενο να μην έχω να συνοδεύσω τη μαμά μου, να μην έχω να κάνω μαζί της τους ατελείωτους διαλόγους των τελευταίων χρόνων.
-Είναι πάνω το δέλτα, να ανέβουμε, ή να φωνάξω τον δικαστικό αντιπρόσωπο;
- Όχι, όχι, δεν θέλω να φωνάξεις κανέναν, μόνη μου θα πάω.
-Μα είναι δουλειά του αυτή, γιατί να κουραστείς;
-Λες να μην ξέρω τη δουλειά του δικαστικού αντιπροσώπου, είχα άντρα δικηγόρο, απλώς δεν θέλω να με λένε γριά!
-Κανείς δεν σε λέει γριά.
-Θα ξεκουραστώ λίγο εδώ. Θα ανέβουμε σιγά σιγά. Ή μάλλον, άντε να τη φωνάξεις. Γυναίκα θα είναι σίγουρα. Όλες γυναίκες είναι τώρα. Μόνο εσύ δεν ήθελες να γίνεις δικηγόρος.
-Έλα τώρα, περασμένα ξεχασμένα.
-Ο πατέρας σου είχε αλλάξει και κουρτίνες για να πάρεις το γραφείο του.
-Τι θα ψηφίσεις λοιπόν;
-Ε, πάλι τα ίδια θα λέμε, δεν συμφωνήσαμε χτες; Κοίτα αυτή τη γριά που κατεβαίνει από το αυτοκίνητο, δεν μπορεί να σταθεί μόνη της! Ενώ εγώ, ήρθα και με τα πόδια! Θα της έχουν δώσει και ψηφοδέλτιο σταυρωμένο σίγουρα!
Εκείνη δεν έπαιρνε ποτέ σταυρωμένο ψηφοδέλτιο, κι ενώ είχαμε πάντα διεξοδικά συζητήσει τις επιλογές, και πίστευα ότι την έπειθα πάντα, στην πραγματικότητα θα μπορούσε να ψήφιζε κάτι άλλο. Απέφευγε γενικά τις πολιτικές συζητήσεις, δεν ήθελε να τσακώνεται. Ο πατέρας της ήταν βασιλόφρων αξιωματικός, ο άντρας της αριστερός. Συναντήθηκαν την αισιόδοξη δεκαετία του ‘50, αυτό ήταν καθοριστικό για τη δυνατότητα συνδυασμού των αντιθέτων. Δεν τσακώθηκαν ποτέ για την πολιτική, γι άλλα πράγματα ναι. Εκείνη πλησίασε περισσότερο προς το μέρος του, κι εκείνος όμως καταλάγιασε μετά τη μεταπολίτευση, πρέπει να προτιμούσαν κεντρώα κόμματα. Νομίζω ότι ψήφιζαν οι δυο τους το ίδιο κόμμα πάντα, αλλά μπορεί και όχι, ποιος να ξέρει; Πίσω από το παραβάν κάνει ό,τι θέλει κανείς, η μυστικότητα είναι ιερή, αν υπάρχει κάτι ιερό στην υπόθεση. Κι εκεί η οικογένεια υποχωρεί, ή έτσι πρέπει, οι δεσμοί και όλα, αφήνεται ελεύθερο το άτομο να αποφασίσει. Ακόμα κι αν δεν συμβαίνει έτσι ακριβώς, τουλάχιστον ως τις τελευταίες της εκλογές ήταν άψογη η τελετουργία.
Γεννήθηκα ως προϊόν συμβιβασμού, πράγμα που επειδή εκείνη δεν εκδηλωνόταν τα πρώτα χρόνια, δεν μπορούσα να καταλάβω. Ο πατέρας μας ήταν πληθωρικός, εκείνος με πάθος ανεφερόταν στις αδικίες που είχε υποστεί, την προσφυγιά που είχε ζήσει ως παιδί, τη φυλάκιση στο Σύρμα  ως άνδρας και αξιωματικός-μετά το κίνημα του Απρίλη στη Μέση Ανατολή, κι εμείς ήμασταν βέβαια αφοσιωμένοι στον πόνο του, αν και δεν καταλαβαίναμε πολλά. Η πατρική οικογένεια, η απώλεια της πατρίδας, τα μυθικά Σπάρτα μονοπολούσαν το ενδιαφέρον και το συναίσθημα, κι ας είχαμε σχέση μόνο με την πατρίδα της μητέρας, το Αγρίνιο. Αλλά κι εκείνο δεν ήταν πατρίδα, "Δεν είμαστε από δω εμείς" έλεγε ο παππούς μας ο Θεσσαλός θυμωμένος συχνά με τους Ρουμελιώτες. Δεν αναφερόταν στην ιστορία του, ή δεν πρόλαβε, μας μεγάλωνε με παραμύθια. Η πιο γλυκιά ανάμνηση που έχω από άνθρωπο ήταν αυτός ο βασιλόφρων πρώην αξιωματικός, που είχε υπάρξει, κατά πώς μαθαμε μετά, αυστηρός πατέρας.
Η μητέρα λοιπόν δεν μιλούσε εκείνα τα χρόνια, πρίν τη χούντα. Μετά πρέπει να την έφερε κοντά στον πατέρα η χούντα, όπως κι εμάς. Μας κόλλησε επάνω του, δυστυχώς, ξαναζούσαμε τα πάθη του, ακριβώς τη στιγμή που θα κάναμε την ατομική μας επανάσταση. Πάλι καλά που κάπως ενημερωνόμασταν και τουλάχιστον μας βρήκε η μεταπολίτευση ευρωκομμουνιστές, κι όχι κνίτες.
Ωριμάζοντας καταλαβαίνω όλο και βαθύτερα τον συμβιβασμό που υπήρξε ο γάμος των γονιών μου στην ελπιδοφόρα εκείνη δεκαετία του '50. Θα ξεπερνιόνταν οι διαφορές, θα ζούσαν μαζί οι αντίπαλοι, που θέλησε η χούντα να ξαναχωρίσει, κι έκτοτε πολλοί πολιτικοί θέλουν να ξαναχωρίσουν για να εξασφαλίσουν οπαδική αφοσίωση. Γυρνώ στις ρίζες μου, στη μέρα που ο πατέρας μου είδε την ωραία κοπέλα και είπε αυτήν θέλω, και η μαμά είπε, αχ είναι Αθηναίος, θα φύγει, κάτι πρέπει να κάνω γρήγορα, και δεν επηρεάστηκαν ούτε εκείνος από τον βασιλόφρονα πατέρα της, ούτε εκείνη από το παρελθόν του φυλακισμένου σε στρατόπεδο. 



Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...