Δευτέρα 30 Μαΐου 2022

Πράγα για πενταήμερη

Αν κανονίζετε την πενθήμερη σας για φέτος ή του χρόνου, θα ρίξω μια ιδέα κι ας την πάρει το αεράκι. Να πάτε στην Πράγα παιδιά. Εννοείται ότι θα βρείτε εκεί αυτά που χρειάζονται σε κάθε εφηβική εκδρομή, τουριστικές πλατείες, αξιοθέατα για να έχουν οι δάσκαλοί σας κάποιο άλλοθι, να συναντήσετε μαζί τους τις μπερδεμένες ιστορίες της κεντρικής Ευρώπης και να προβληματιστείτε, όσοι σας αρέσει να προβληματίζεστε αντί να αναζητάτε συγκινήσεις επί χρήμασι σε αμφίβολους προμηθευτές, αλλά αυτά είναι γούστα.

Η Πράγα, πληροφοριακά τελείως, κι αφήστε την πληροφορία εκεί που μαζεύονται οι άχρηστες πληροφορίες, είναι η πόλη με τα ωραιότερα κορίτσια της Ευρώπης, κατά την προσωπική μου ταπεινή γνώμη. Περπατάς και χαζεύεις τη φυσική ομορφιά και τη φινέτσα των γυναικών. Να τις συγκρίνω με τις Γαλλίδες; Δεν είναι τόσο κομψές, αλλά έχουν στην απλότητά τους κάτι το έμφυτα ευγενικό. Θες η πόλη, θες η παράδοση, θες τα φτωχά μέσα που αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν τις δεκαετίες της σοσιαλιστικής φτώχειας, το αποτέλεσμα είναι ότι στις βόλτες δεν ξέρεις πού να πρωτοκοιτάξεις, τους ανθρώπους που διέρχονται, δηλαδή τις γυναίκες, οι άντρες είναι άλλο χρονογράφημα, ή τα υπέροχα κτίρια αρ ντεκό που πλημμυρίζουν την πόλη;

Η αλήθεια είναι ότι τη συμβουλή τη δίνω με ιδιοτέλεια, κι όχι για τα κορίτσια, τη μπύρα, την Ιστορία και τα αξιοθέατα. Σκέφτομαι ότι αν πάτε παιδιά στην Πράγα, μπορεί να χρειαστεί κάποια μέρα να μπείτε σε τραμ, λεωφορείο, μετρό, κάποιο μέσο μαζικής μετακίνησης. Κι εκεί, παιδιά, θα δείτε κάτι ασυνήθιστο για σας που ίσως κυκλοφορείτε με λεωφορεία στην Αθήνα. Θα δείτε τα εκεί παιδιά, τους εκεί νέους μάλλον, με μεγάλο περιθώριο νεότητας, ας πούμε όσους δεν έχουν άσπρα μαλλιά, να σηκώνονται σαν ελατήρια με το που θα ακουμπήσει στο σκαλάκι της πόρτας πόδι ηλικιωμένου, για να του παραχωρήσουν τη θέση τους.

Μπορεί μάλιστα αν τυχόν έχετε καθήσει και δεν καταλαβαίνετε τι συμβαίνει, να σας αναγκάσουν να σηκωθείτε με άγρια βλέμματα, ή νοήματα. Δεν θα σας έχει ξανατύχει, αν δεν έχετε ξαναπάει στην Πράγα, και είμαι σίγουρη ότι θα σας μείνει αξέχαστη εμπειρία. Τόσο αξέχαστη που ίσως σας ενοχλήσει την επόμενη φορά που θα βρίσκεστε σε λεωφορείο στην Αθήνα, να μένετε καθιστοί ενώ στέκονται οι ηλικιωμένοι όρθιοι.

Δεν ξέρω πώς αλλιώς μπορείτε να αλλάξετε συμπεριφορά, παιδιά που συνηθίζετε να παίρνετε το λεωφορείο. Μόνη ελπίδα η Πράγα. Επειδή η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

Τρίτη 24 Μαΐου 2022

Ανανεώσιμες πηγές

 Ταξιδεύοντας τελευταία βλέπω σε πολλά χωράφια νέα φωτοβολταϊκά, σαν πολύ μοντέρνες καλλιέργειες, και ομολογώ ότι σκέφτομαι εκείνους τους αδέκαστους που κινητοποιούνται εναντίον των ανεμογεννητριών. Πόσο πιο άσχημα αισθητικά τα φωτοβολταϊκά από τις ανεμογεννήτριες! Και πόσο πιο επιβαρυντικά για το περιβάλλον, ιδίως σε μεγάλες εκτάσεις. Ομως τι να κάνουμε; Χρειαζόμαστε ενέργεια, ολοένα και περισσότερη, και χωρίς ανανεώσιμες πηγές θα ξεμείνουμε.

Τα φωτοβολταϊκά στις στέγες, που θα καθιερωθούν σταδιακά με το νέο νομοσχέδιο, μοιάζουν να είναι καλύτερη ιδέα από τα φωτοβολταϊκά στα χωράφια. Ποιος θα ήθελε να ζει κοντά σε πλαγιές από μαύρους καθρέφτες που θα αντανακλούν τη ζέστη; Αν το μέλλον μας είναι να μαζευτούμε σε πόλεις και να διάγουμε κλεισμένοι σε κλιματιζόμενα σπίτια ενώ όλη η ύπαιθρος θα γίνει λιβάδι φωτοβολταϊκών, το βλέπω χειρότερο από δυστοπία. Τι μπορεί να γίνει όμως;

Μια άλλη ιδέα θα ήταν να γίνουμε δύσπιστοι στις εύκολες λύσεις. Εχουμε συνηθίσει σαν πολιτική στάση το ναι σε όλα εναλλάξ με το όχι σε όλα. Ενδιάμεσα κενό, όπου τα πράγματα τελικά εγκαθίστανται από ανάγκη όπως όπως. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε περισσότερο για τις λεπτομέρειες, θα μπορούσαμε να μάθουμε εναλλακτικές προτάσεις, αντί να μαζευόμαστε και να φωνάζουμε με πανό. Ας πούμε, αν στ’ αλήθεια οι ανεμογεννήτριες που χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα δεν είναι αρκετά καλής ποιότητας, όπως διατείνονται οι λιγότερο φανατικοί εχθροί τους, θα μπορούσαμε να μάθουμε ποιες είναι οι καλές. Οσο για τα φωτοβολταϊκά, κι εκεί νομίζω χρειάζεται πληροφόρηση κι ενημέρωση για το τι υπάρχει και το τι ερευνάται. Ισως να μπορεί να είναι πιο φιλικά σε περιβάλλον και ανθρώπους από τη σημερινή τους όψη σε χωράφια, που αν τη φανταστείς να απλώνεται σε στρέμματα, μοιάζει εφιάλτης.

Στο πάρκο η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση ξεκίνησε μια έκθεση όπου, όπως καταλαβαίνω, παίρνει ενέργεια από τα φωτοβολταϊκά που εγκαταστάθηκαν γύρω από το Μνημείο Βρετανών, Νεοζηλανδών και Ινδών πεσόντων (το άγαλμα της Αθηνάς). Αυτά τα φωτοβολταϊκά είναι σαν δέντρα, τοποθετημένα πάνω σε μεταλλικούς κορμούς. Δεν θα μπορούσε άραγε να συνυπάρξει κάτι τέτοιο με αληθινά δέντρα, σε μέρη όπου θα ήταν μεγάλη καταστροφή να ξυριστεί ό,τι υπάρχει από φύση για να μπουν ατόφιοι ηλιοσυλλέκτες πάνω στο γυμνό χώμα; Γίνεται κάτι τέτοιο; Θα μπορούσαμε να μαθαίνουμε περισσότερα πράγματα γύρω απ’ όλ’ αυτά;

Τετάρτη 18 Μαΐου 2022

Πολλά δέντρα μεγαλώνουν στην Κυψέλη


Είναι τώρα βδομάδες που η σκόνη μας πνίγει μόλις διαβούμε το κατώφλι του σπιτιού. Δεν είμαστε κοντά στο Σύνταγμα όπου γίνεται η ανάπλαση, ούτε κοντά στην Πανεπιστημίου όπου συνεχίζεται η ανάπλαση, είμαστε κοντά στην Κερκύρας όπου μια πολύ μικρή, σχεδόν διακριτική, από ό,τι έχω αντιληφθεί τουλάχιστον, ανάπλαση λαμβάνει χώρα. Μικρά βουνά από χώμα ορίζουν κάθε πεζοδρόμιο φραγμένα από πλαστικό δίχτυ που στηρίζεται σε ορθωμένα σίδερα έτοιμα να σε λογχίσουν. Συγγνώμη για την υπερβολή, φταίει η αγαπημένη μου συγγραφέας Μπέτη Σμιθ, η οποία στο «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» βάζει τον πατέρα της ηρωίδας να πεθαίνει λογχισμένος από ένα τέτοιο σίδερο.

Δεν ξέρω αν στο Μπρούκλιν τότε έφτιαξαν πεζοδρόμια με πλάκες ή αυτά τα ευρωπαϊκά, τα αυτοτελή, όπου ρίχνεις ένα υλικό επάνω και τελειώνεις, δεν έχεις να αλλάζεις τις πλάκες κάθε τόσο, δεν τις σηκώνουν οι ρίζες των δέντρων να σκοντάφτεις περπατώντας, δεν τις σπάει το βάρος των αυτοκινήτων που μοιραία κι αναπόφευκτα θα ανέβουν στα πεζοδρόμια, δεν γίνεται να μην ανέβουν, να ξανασκοντάφτεις επάνω τους. Σε μια πόλη που έχει στενά πεζοδρόμια θα έπρεπε να είναι το πρώτο πείραμα που θα έκανε κάθε λογικός δήμαρχος, αν αυτές οι δυο έννοιες δεν ήταν τελείως ασύμβατες μεταξύ τους: λογικός και δήμαρχος ταυτόχρονα.

Φαίνεται πως υπάρχουν τοτέμ και ταμπού πάνω και πέρα από κάθε λογική, των οποίων τις ρίζες δύσκολα θα ανακαλύψουμε όσο κι αν σκοντάφτουμε σε άλλες ρίζες, τις αληθινές ρίζες των στριμωγμένων δέντρων. Διότι είμαστε και τέτοιοι τύποι, θέλουμε και το δέντρο μας στο μισό μέτρο πεζοδρόμιο. Οπότε τι καλύτερο από αυτή την ευρωπαϊκή ιδέα του υλικού χωρίς ραφές;

Θα αντικατασταθούν, μαθαίνω, στην Κερκύρας οι πλάκες πεζοδρομίου, από άλλες πλάκες, αντιολισθητικές. Δεν θα γλυστράς όταν βρέχει και λιώνουν τα φύλλα, θα είναι από νέο, πολύ ψαγμένο και μάλλον ακριβό υλικό. Δεν θα μπορούσε να μην είναι σε πλάκες; Ζητάω πολλά. Θα σταματήσουμε να γλιστράμε, θα συνεχίσουμε να σκοντάφτουμε.

Η αλήθεια είναι ότι όσο και να γκρινιάζω, περιμένω ανυπόμονα τις αντιολισθητικές πλάκες, καθώς και το τέλος του εργοταξίου που έχει δυσκολέψει την αναπνοή μας. Ελπίζω να μη βρέθηκαν τίποτε αρχαία, ή τίποτε κρυμμένα ρέματα, ή καταφύγια, ή τούνελ, ή οτιδήποτε άλλο και χρειαστεί για κανα εξάμηνο να ρουφάμε το ένδοξο χώμα της Αττικής σε κάθε ανάσα. Για τη δική του δόξα, κυρίως. Εννοείται αυτό.

Τρίτη 17 Μαΐου 2022

Ταξιδιώτης προς βόρεια προάστεια

Καμιά φορά επισκέπτομαι τα βόρεια προάστεια κι αισθάνομαι σα να ταξιδεύω σε άλλη χώρα. Κολλημένη στις αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας, δεν παύω να ξαφνιάζομαι όταν βλέπω (και ξαναβλέπω, και ξαναβλέπω) μέρη όπως τα Βριλήσσια ή τα Μελίσσια, όπου πηγαίναμε κάποτε τις καλοκαιρινές μας διακοπές μέσα σε δάση, να έχουν γίνει πόλεις με δρόμους ταχείας κυκλοφορίας και σπίτια στη σειρά, επεκτάσεις της πόλης προς την Πεντέλη, προς την Πάρνηθα, προς τον Υμηττό, και το δάσος «που λαχτάριζες ώσπου να το περάσεις/ τώρα να το ξεχάσεις/ διαβάτη αλλοτινέ/.

Κάπως έτσι θα ήταν κάποτε και τα Ιλίσσια, σκέφτομαι, λίγη εξοχή έχει απομείνει στο κέντρο της πόλης πλέον, το δάσος των Ιλισσίων, κακοπαθημένο από αφροντισιά. Σα γειτονιά τα Ιλίσσια έχουν προδιαγραφές αθηναϊκές. Όχι ότι είναι σπουδαίες γενικά οι προδιαγραφές μας. Στενά πεζοδρόμια, στενοί δρόμοι, τα γνωστά. Το πώς δημιουργήθηκε η Αθήνα, από τη γενιά που την έφτιαξε και την απληστία της, θα καθορίζει τη ζωή μας εσαεί. Μικρά οικόπεδα, να πουληθούν σβέλτα, στενοί δρόμοι, ελάχιστα πεζοδρόμια, ακόμα πιο ελάχιστες πλατείες και δημόσιοι χώροι. Πες όμως ότι ζήσανε οι πρόγονοι μας καταστάσεις έκτακτες, μια πρωτεύουσα στήθηκε από την πίεση των αναγκών πολλών χιλιάδων ανθρώπων, μεγάλωσε πάλι υπό πίεση, έπρεπε να έρθουν εδώ και να στεγαστούν οι μισοί Έλληνες, δεν περίσσευε χώρος και χρόνος για πολυτέλειες, για δημόσιους χώρους δηλαδή.

Αυτά για την Αθήνα. Τα μέρη όμως που ήταν δάση και μποστάνια στα παιδικά μας χρόνια, γιατί έπρεπε να χτιστούν με ακόμα χειρότερες προδιαγραφές; Αυτό είναι μυστήριο.

Στη δεκαετία του 80 και του 90 και μετά, δεν υπήρχε πια τόσο επείγουσα ανάγκη για στέγαση προσφύγων, εσωτερικών μεταναστών που έπρεπε να ξεχάσουν τον εμφύλιο, κλπ κλπ. Δεν υπήρχε πόλεμος, ούτε φτώχια, ούτε καμία συμφορά. Θα μπορούσαν λοιπόν όλες αυτές οι εξοχές που έγιναν οικόπεδα να σχεδιαστούν με τη σκέψη ότι στο μέλλον ίσως οι μονοκατοικίες χρειαστεί να γίνουν πολυκατοικίες, όπως συνέβη στην Αθήνα. Δηλαδή, δίπλα, όχι κάπου μακριά, να πεις ότι δεν ήξεραν, ότι δεν το είχαν ζήσει, στα διαμερίσματα που άφησαν επειδή δεν άντεχαν άλλο, δεν μπορούσαν να ανασάνουν, δεν έβρισκαν να παρκάρουν, δεν μπορούσαν να κυκλοφορήσουν το καροτσάκι του μωρού τους. Όμως το μέλλον αγνοήθηκε με το ίδιο πείσμα που είχε αγνοηθεί κι όταν χτιζόταν η πρωτεύουσα, και με λίγο παραπάνω. Διότι, τουλάχιστον η Αθήνα έχει πεζοδρόμια. Στενά, ξεπατωμένα, γεμάτα εμπόδια, συχνά δεν περπατιούνται, ωστόσο έχουν σχεδιαστεί, έχουν υπολογιστεί και είναι σωτήρια τη στιγμή που δυο αυτοκίνητα διασταυρώνονται κι ο πεζός έχει έναν ελάχιστο χώρο να καλύψει τα νώτα του και τα μη νώτα του και να γλιτώσει τη ζωή του.

Πρέπει να πάει κανείς στα προάστεια αυτά για να εκτιμήσει τα πεζοδρόμια της Αθήνας. Ολόκληρες γειτονιές, ολοκαίνουργιες, δεν έχουν καθόλου πεζοδρόμια. Σύρριζα στους φράκτες των σπιτιών οι δρόμοι, και κάμποσο στενοί. Γιατί; αναρωτιέται κανείς όταν κάνει μια μικρή βόλτα δίπλα σε αυτό που υπήρξε κάποτε προορισμός εκδρομής, ας πούμε τη ρεματιά του Χαλανδρίου. Ένα κομμάτι ατόφιας εξοχής ανάμεσα στα καινούργια οικοδομικά τετράγωνα που τσιγκουνεύτηκαν τους δημόσιους χώρους περισσότερο από τους κτηματίες του περασμένου και του προπερασμένου αιώνα στην Αθήνα. Γιατί; τι ανάγκη είχαν; Κι οι πολιτικοί γιατί το επέτρεψαν, αφού από αυτούς περνούν τα πολεοδομικά σχέδια; Αφελείς ερωτήσεις, αλλά κάποτε πρέπει να τις θέσουμε. Γιατί δεν μπορούσαν να γίνουν σχέδια όπως στου Παπάγου, για παράδειγμα, στη γειτονιά που προοριζόταν για οικόπεδα στρατιωτικών και θεωρήθηκε άξια να σχεδιαστεί από την αρχή; Γιατί οι άλλες έπρεπε να χαρακτούν όπως -όπως και να καταργήσουν τα πεζοδρόμια λες και εμπόδιζαν;

Ήδη δύσκολα βρίσκει χώρο να παρκάρει ο επισκέπτης από το κέντρο της πόλης ή όπου αλλού, και συχνά δεν γίνεται να ανοίξει την πόρτα του οδηγού ή του συνοδηγού, τόσο κοντά σε κάποιο φράχτη είναι. Προσεγμένες μονοκατοικίες ή μικρές πολυκατοικίες πολυτελείας τον περιτριγυρίζουν, αλλά δεν μπορεί να απολαύσει τη θέα τους, αφού πρέπει να προσέχει τα αυτοκίνητα, των οποίων οι οδηγοί ξαφνιάζονται στη δική του θέα. Δεν έχει προβλεφθεί η ύπαρξη πεζών σε αυτή την προνομιούχα χωροθέτηση. Είναι ν’ απορείς. Φαίνεται πρόλαβαν όλα και σχεδιάστηκαν την εποχή που το περπάτημα ήταν χαρακτηριστικό προλεταρίων, κι έπρεπε να εξοβελιστεί από την ωραία ζωή ανθρώπων με μαιζονέτες.

Μπορεί να φταίνε τα ονόματα των εξοχών που δεν τα άλλαξαν, επειδή ήταν ήδη ελληνικά: Χαλάνδρι, Μελίσσια, Βριλήσσια… Ονόματα που ξέρουμε από παιδιά, και μέρη που μεγαλώνοντας είδαμε να αλλάζουν. Ενώ, ας πούμε, τη Μεταμόρφωση, την Παιανία, τον Άγιο Στέφανο και άλλα τέτοια, δεν τα ξέραμε, ήταν παλιά Κουκουβάουνες,  Λιόπεσι και Μπογιάτι, οπότε αναδύθηκαν στα μάτια μας ως νέες γειτονιές απευθείας, και κάπου στις χαραμάδες της μνήμης χάσαμε τα ονόματα των παιδικών μας χρόνων μαζί με τις εικόνες των καλοκαιριών μας. Καλύτερα έτσι, παρά να θυμόμαστε. Οι αναμνήσεις μας γεμίζουν απορίες.

 

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Άη Γιώργης εναντίον Αγίου Παϊσίου

 Άλλοι εγκαρδιώνονται με τους χιλιάδες που παρακολουθούν Άγιο Παΐσιο στην τηλεόραση, κι άλλοι με τους δεκάδες που πίνουν καφέ ή κρασί στην πλατεία του Άη Γιώργη. Η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών αγίων είναι πολύ βαθιά κι όσο ο καιρός ζεσταίνει μπορεί να οδηγήσει σε ασύγγνωστο δικομματισμό με συνέπειες που θα λέγαμε τραγικές, αν δεν είχαμε εξοικειωθεί μαζί τους παλαιόθεν.

Διότι, τι είναι ο Άη Γιώργης; Ένας υπόπτου καταγωγής μικρός θεός που οι χριστιανοί άρον- άρον κατάφεραν να στριμώξουν στο πλήθος των αγίων που αναγκάστηκαν να δεχτούν σταδιακά στο μονοθεϊσμό τους, ώστε να μη χρειαστεί να ιδρύσουν την ιερά εξέταση από τον τρίτο αιώνα. Οι θρησκειολόγοι λένε πως είναι μετάλλαξη του Θράκα Ιππέα, και τότε οι Θράκες δεν ήταν όπως τώρα, σύντροφοι συνέλληνες εντός των συνόρων μας, αλλά λαοί εχθρικοί που μιλούσαν άγνωστες γλώσσες. Αφού όμως είχαν αποφασίσει οι Ρωμαίοι να τους χωνέψουν όλους στην απέραντη αυτοκρατορία τους, έπιασαν και τον Θράκα ιππέα με προσοχή, από την άκρη του δόρατος, ή ίσως από την ουρά του δράκου, να μην τσιμπήσει, και τον ασήμωσαν, τον σταθεροποίησαν, τον έστησαν στα πίσω πόδια του αλόγου να μένει ακίνητος, τον τύλιξαν από δω, τον τύλιξαν από κει, κι από χθόνια θεότητα και μεσολαβητή του πάνω κόσμου και του κάτω, και θεότητα της γονιμότητας κι άλλα τέτοια παγανιστικά, τον έκαναν άγιο της Χριστιανοσύνης που χτυπάει το κακό. Εδώ είναι που αναφωνεί κανείς, μέγας είσαι κύριε (Ρωμαίε) και θαυμαστά τα έργα σου.

Αυτός ο Άη Γιώργης λοιπόν ευλογεί σε καθημερινή βάση τις μαζώξεις που πυκνώνουν στην ομώνυμη πλατεία της Κυψέλης, όπου έκανε το θαύμα του πριν μερικά χρονάκια, προστατεύοντας την από υψηλές αρχιτεκτονικές απαιτήσεις. Διότι, τι είναι αυτή η πλατεία; Κάποια που θα έκανε κάποιους αρχιτέκτονες να ανατριχιάσουν: γεμάτη δέντρα, έχει και παγκάκια. Συνοικιακό ντεκόρ. Στη μέση το ένα από τα συμπλέγματα με τους γλυπτούς Έρωτες, το ταίρι του στα Εξάρχεια βάφτηκε ροζ, εδώ ούτε καν. Μπροστά στα σκαλιά της εκκλησίας παίζουν μπάλα τα πιτσιρίκια,  τριγύρω τα μαγαζιά βγάζουν τραπεζάκια. Μέρα -νύχτα έχει κόσμο η πλατεία, και μπορεί κανείς να πάρει όλα τα γεύματα της μέρας αλλάζοντας απλώς λίγες μοίρες θέση στον κύκλο. Πρωινό στα μπαρ, μεσημεριανό στα εστιατόρια, βραδυνό ποτό ξανά στα μπαρ, παγωτό και γλυκό στα ζαχαροπλατεία. Φαγητό έχει για όλα τα γούστα, κρέατα και μαγειρευτά, υπάρχει και φούρνος για φτηνές λύσεις, παίρνεις τυρόπιτα και την τρως στο παγκάκι, κι είναι άξιο μελέτης πώς χωρούν όλ’ αυτά σε τόσο μικρό χώρο, αλλά έχουμε μάθει να στριμωχνόμαστε στην Κυψέλη, και να συνυπάρχουμε στριμωγμένοι. Καρέκλες και αγάλματα ατάκτως ερριμμένα, δηλαδή.

Κι εκεί στις καρέκλες συναντούν οι νέοι, αλλά και οι λιγότερο νέοι, τους φίλους και τους λιγότερο φίλους τους, εκεί δίνουν τη μάχη της προσωπικής τους κοινωνικότητας ο καθένας, της πιθανής ακτινοβολίας τους, της ισορροπίας ανάμεσα στην αγωνία για αναγνώριση και την απόλαυση της ανθρώπινης επαφής, εκεί κερδίζουν κι εκεί χάνουν αυτά που μπορείς να κερδίσεις και να χάσεις από τους άλλους ανθρώπους. Αλλά κυρίως κερδίζουν, έχοντας προστάτη τον Άη Γιώργη που νικάει το δράκο του υπερβολικού άγχους με τη βοήθεια της σκιάς των δέντρων την ημέρα, της δροσιάς των παρτεριών μόλις νυχτώσει, της ευγένειας των γκαρσονιών μέρα και νύχτα που σερβίρουν ένα ποτήρι νερό σε κάθε πελάτη με το που θα καθήσει στην καρέκλα.

Και δεν νικά μόνο το δράκο ο Άγιος, αλλά και τον άλλο άγιο, τον Παΐσιο, που καθηλώνει τους δικούς του πιστούς στην τηλεόραση να δουν ιστορίες ενίσχυσης οπισθοδρομικής ευλάβειας σε σύγχρονους καιρούς. Νικά κατά κράτος και πάντα θα νικά για όποιον αποφασίσει να κλείσει το κουμπί, να φορέσει παπούτσια, να βγει στην πλατεία και να επιτρέψει στο αεράκι να του χαϊδέψει τα μάγουλα μαζί με μια ψευδαίσθηση ευτυχίας, να δει ανθρώπους και να αντιμετωπίσει το αιώνιο ερώτημα: τι μπορεί να δώσει και τι μπορεί να πάρει.

 

Δευτέρα 9 Μαΐου 2022

Nότες και δάκρυα

Οι ημιτελικοί της Γιουροβίζιον θα μας θυμίσουν απόψε ξένοιαστες ευρωπαϊκές εποχές. Τη ζωή μας όλη σχεδόν, που νομίζαμε ότι θα μπορούσαμε να βλέπουμε τα σύνορα μόνο στους χάρτες και να ακούμε τις ιδιαιτερότητες μόνο στα τραγούδια. Δεν έπαιζε ρόλο τι γλώσσα μιλούσες ή σε τι θεό πίστευες, φτάνει να ήξερες την παγκόσμια γλώσσα της ποπ. Κι η παγκόσμια γλώσσα της ποπ έβρισκε τον τρόπο να γίνεται τοπική κάθε τόσο, έπαιρνε βραβείο και τραγούδι με στίχους ακατανόητους, που όλοι μιλούσαν για έρωτα. Έρωτας και τίποτ’ άλλο, σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, όπως σ’ εκείνο το παλιό ελληνικό τραγούδι: σ’ αγαπώ ελληνικά, io t’ amo ιταλικά, je vous aime φραντσέζικα, etc, etc…

Φέτος, λένε, είναι φαβορί η Ουκρανία, και πώς αλλιώς; Πρέπει να πάρει το βραβείο, ας είναι κι από τα δάκρυα που θα ρίχνουμε ακούγοντας τις νότες, τις όποιες νότες. Νότες και δάκρυα, πόσο καλά ταιριάζουν. Φέτος λίγα λόγια βρίσκουν το στόχο της συγκίνησης, οι νότες προέχουν. Βραβείο να δοθεί φέτος στην Ουκρανία που αντιστέκεται, που επιμένει στην καθημερινή της ζωή, φυτεύοντας τουλίπες Ολλανδίας στο Κίεβο κι οργανώνοντας μαθήματα στο μετρό του Χαρκόβου, όπου ζουν οι άνθρωποι την καθημερινότητά τους. Βραβείο αντοχής και στις μητέρες που έφυγαν πρόσφυγες για να εξασφαλίσουν τα παιδιά τους, σε χώρες που δεν ξέρουν τη γλώσσα, δεν ξέρουν τις συνήθειες, αλλά προσπαθούν να είναι ευγενικές και γελαστές, να μη γίνουν δυσάρεστες. Πολύς κόσμος για βραβείο.

Στη ζωή μας όλη ως τώρα απολάμβανα κάθε στιγμή στη Γιουροβίζον σαν σπασικλάκι της Ιστορίας που εκτιμούσε την ειρηνική και μουσική αυτή αναμέτρηση, έχοντας εντρυφήσει στα περασμένα πάθη, που για αιώνες φαίνονταν αξεπέραστα. Φέτος είναι αλλιώς. Η Ιστορία μας την έφερε, μας τη φύλαγε, χτύπησε ύπουλα, ξανάρχεται ματωμένη και ζητάει τα ρέστα. Τι νόημα έχει να κάνουμε ότι είμαστε όπως πέρσι κι όπως πριν τριάντα χρόνια, μαζευόμαστε και τραγουδάμε σα να είναι λέει τα σύνορα μεταξύ μας μια ξεπερασμένη σύμβαση, κάτι χαρτιά που δεν βρίσκαμε τρόπο να τα ξεφορτωθούμε, κάτι άβολες κληρονομιές που βιαζόμασταν να ξεχάσουμε;

Ας επιμείνουμε ωστόσο. Δεν έχει άλλη οδό. Τα κουρέλια της Ιστορίας ξανά θα ανεμίσουν σημαιάκια για την ποπ. Ξανά θα κάνουμε σα να θέλουμε να γελάσουμε με τις διαφορές και τα χαρακτηριστικά μας. Η βαθύτερη σοφία της μουσικής συνάντησης θα νικήσει στο τέλος.

 

 

 

Πέμπτη 5 Μαΐου 2022

Πώς να γίνετε Έλληνες

 Την ερχόμενη Κυριακή, στις 8 Μαΐου, οι μαθήτριες και οι μαθητές μου στα μαθήματα «ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού» για προχωρημένους, θα περάσουν εξετάσεις για το Πιστοποιητικό επάρκειας. Πανελλήνιες εξετάσεις, οργανωμένες κάπως σαν τις κανονικές Πανελλήνιες. Αν περάσουν, θα μπορούν να κάνουν αίτηση για ελληνική ιθαγένεια. Χωρίς αυτό το πιστοποιητικό πλέον η αίτηση δεν γίνεται δεκτή.

Τις θυμάστε αυτές τις ερωτήσεις; Είχαμε  γελάσει όταν είχαν δημοσιευτεί. Να ξεχωρίζεις στρατιωτικά πηλήκια, να ξέρεις ποιος τραγουδιστής κέρδισε στη Γιουροβίζιον και τι ήταν το Φροντιστήριο Τραπεζούντας, αν το λέω καλά, μεταξύ άλλων Ωστόσο αυτή η «Τράπεζα θεμάτων» ήταν μεγάλη πρόοδος για το σύστημα ενσωμάτωσης των μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα επί δεκαετίες. Αποδοχή της πραγματικότητας, κι ένα βήμα μπροστά. Κι όταν είδα τη φωτογραφία του Βορίδη στη σελίδα του Υπουργείου με τα χαρτιά στα χέρια, σκέφτηκα ότι οι καιροί αναγκάζουν όλους να αλλάξουν.

Ιστορία ελληνική λοιπόν, Πολιτικοί θεσμοί της χώρας, Γεωγραφία, κατανόηση κειμένου, θέματα για συζήτηση, Πολιτιστικά στοιχεία. Δεν πρέπει να τα ξέρει αυτά κάποιος που θέλει ελληνική ιθαγένεια; Μάλιστα. Με πολύ θετική διάθεση οργανώνουμε τα μαθήματα μας, με χαρά, να δείξουμε, να διδάξουμε την Ελλάδα σε βάθος. Όχι μόνο την αγριότητα της αγοράς εργασίας και τη γλώσσα της καθημερινότητας, αλλά και τα κείμενα, την ποίηση και τα τραγούδια, την Ιστορία που μας έφερε ως εδώ, και το πιο σπουδαίο, τις αρχές του Συντάγματος, την ελευθερία που κατοχυρώνει, το σεβασμό στα δικαιώματα που εξασφαλίζει, τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και ποιες είμαστε εμείς, θα αναρωτηθείτε, που ξεκινήσαμε μόνες μας όλα αυτά τα φιλόδοξα σχέδια; Θα ομολογήσω ότι δεν είμαστε τίποτε. Βρεθήκαμε με ελεύθερο χρόνο στην Κυψέλη, ζαλιστήκαμε από το κενό της υποδοχής των μεταναστών εδώ και χρόνια, πιάσαμε να διδάσκουμε στους λίγους που μπορούσαμε να συναντούμε. Βασικό κίνητρο, για μένα προσωπικά, ήταν να έχουν μια συμπαθητική εμπειρία στη χώρα μου. ΄Εχω τον πατριωτισμό μου κι εγώ. Πρώτα στην Αγορά της Κυψέλης, μετά στο Δήμο Αθηναίων, ενδιάμεσα σε χώρους δικούς μας, όπου μπορούσαμε, όπου μας φιλοξενούσαν. Οι μαθητές μας πολύ συχνά νόμιζαν ότι είμαστε κρατικός οργανισμός, δημοτικός οργανισμός. Το αφήναμε αδιευκρίνιστο. Όταν οι χώροι έλειψαν, πιάσαμε το διαδίκτυο, τότε βγήκε και η Τράπεζα Θεμάτων για το πιστοποιητικό επάρκειας. Μάθαμε το Σκάιπ και το Ζουμ, ξεσκονίσαμε τις γνώσεις μας Ιστορίας κλπ, οργανώσαμε τα μαθήματα μας, φτιάξαμε πίνακες, κεφάλαια με εικόνες σε ψηφιακή μορφή, βιντεάκια, ομάδες στα κοινωνικά δίκτυα.

Το πιο ωραίο ήταν οι θεσμοί. Να διδάσκεις, και να ξαναθυμάσαι, τις αρχές που προστατεύουν τις ελευθερίες, και το πόσο μακρινές ρίζες έχουν, από το γαλλικό διαφωτισμό, από την αγγλική επανάσταση, κι ακόμα πιο πίσω, στο ρωμαϊκό δίκαιο, εκείνο το «ουδεμία ποινή χωρίς νόμο» λατινιστί, πόσο σπουδαία κατάκτηση της ανθρωπότητας.  Να εξηγείς πόσο σημαντική είναι η διάκριση των εξουσιών, και η αλλαγή στο δίκαιο της ιθαγένειας, διότι, ναι, θα ξαφνιαστείτε, υπάρχει και αυτή στην Τράπεζα θεμάτων, ότι η ελληνική ιθαγένεια δεν αποκτάται μόνο με το jus sanguinis,  να γεννηθείς Έλληνας, αλλά και με το jus soli πλέον, όπως θα την αποκτήσουν οι καλοί μαθητές μας.

Θα την αποκτήσουν; Μόλις παίρνουν το Πιστοποιητικό κι έρχεται η ώρα της συνέντευξης, με περσινή τροπολογία του υπουργού, πρέπει να αποδείξουν ότι είχαν εισόδημα τα εφτά, ή πέντε, ή τρία τελευταία χρόνια, κατά περίπτωση, 7000 ευρώ το χρόνο. Άνθρωποι που έκαναν τόση προσπάθεια να μάθουν τόσα και τόσα, από τη ναυμαχία των Αργινουσών μέχρι την εξέγερση του Πολυτεχνείου, μου τηλεφωνούν απελπισμένοι. Η αίτηση απερίφθη γιατί είχαν κενά στις αμοιβές τα προηγούμενα χρόνια. Άνθρωποι που υποχρεώθηκαν να δουλέψουν χωρίς ασφάλιση, ή με πολύ χαμηλές αμοιβές, άνθρωποι που πίστεψαν προς στιγμή στους θεσμούς της Δημοκρατίας, στην Ισότητα που υπόσχεται η ρύθμιση για την ιθαγένεια.

Ειλικρινά, δεν ξέρω αν θα μπορέσω την ερχόμενη Δευτέρα να ξεκινήσω το νέο κύκλο μαθημάτων. Αρχίζω να αισθάνομαι ότι συμμετέχω σε απάτη. Δεν ξέρω αν μπορώ να είμαι πειστική πια μιλώντας για τους νόμους της Ελλάδας και για την ελευθερία στην Ελλάδα. Αν πείθω τον εαυτό μου.

 

Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

Ιστορίες με βασιλιάδες

 Το βασιλιά τον έρριξα  με τα χεράκια μου. Και δεν υπερβάλω καθόλου. Ήμουν τελειόφοιτη της Νομικής στη Θεσσαλονίκη όταν έγινε το δημοψήφισμα. Υπήρχε μια επιτροπή Αντιβασιλικού Αγώνα, είχε ανοίξει γραφεία στην Τσιμισκή, δεχόταν δωρεές και εθελοντές. Δωρεά δεν μπορούσαμε να κάνουμε, πήγαμε εθελόντριες, η Κατερίνα κι εγώ.

 Έψαχναν δυο άτομα για την περιοδεία στη Θράκη. Θα ξεκινούσαμε μόνες μας με ένα μεγάλο πούλμαν, 54 θέσεων, για την Κομοτινή, όπου είχε ανοίξει εκείνη τη χρονιά η Νομική Σχολή της, θα το γεμίζαμε εκεί με φοιτητές, και θα κάναμε μια εβδομάδα περιοδεία στη Θράκη. Τελευταία στιγμή ήρθαν μαζί μας και δυο δεκαοχτάρηδες Πασόκοι. Το υλικό από αφίσες, τρυκάκια, κι όλα τα συναφή, έπιανε μόνο του άλλα έξι καθίσματα, κι έπρεπε να προσέξουμε να μην πάρουμε παραπάνω φοιτητές…

Καθήσαμε λοιπόν οι τέσσερεις μας στις μπροστινές θέσεις και ξεκινήσαμε για την Κομοτινή όλο αισιοδοξία και έξαψη, γιατί πού να φανταστούμε τι μας περίμενε; Μας υποδέχτηκαν εκεί μερικοί θαυμάσιοι μεσήλικες της αντίστοιχης επιτροπής Αντιβασιλικού Αγώνα, αλλά φοιτητές δεν υπήρχαν. Άδεια ή Σχολή, ψυχή δεν κυκλοφορούσε. Δύσκολο να το παραδεχτούμε, αλλά αυτό μας έμενε να κάνουμε, αφού μιλήσαμε και με τα γραφεία Θεσσαλονίκης: να συνεχίσουμε την καμπάνια μόνοι μας. Τι να κάνουμε; Κολλήσαμε αφίσες σε όλα τα παράθυρα, να μη φαίνεται πως ήταν άδειο το πούλμαν, και ξεκινήσαμε.

Μια εβδομάδα που θα μπορούσε να είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι. Και πού δεν πήγαμε. Κομοτινή, Ξάνθη, Αλεξανδρούπολη, Καβάλα, κι ένα σωρό μικρότερες πόλεις και χωριά στο ενδιάμεσο, μέρη που δεν τα ξέραμε και που δεν επρόκειτο να ξαναδούμε, πολλά χαμένα στα βουνά. Γυναίκες με μαύρα ράσα και μαντίλες έκαναν κύκλο στα χωριά και μας γύριζαν την πλάτη για να μην μας  ακούσουν, άντρες στα καφενεία έμεναν σιωπηλοί καθώς μπαίναμε να τους μιλήσουμε. Ήταν μια πορεία κάπως παρανοϊκή, πολλοί δεν καταλάβαιναν καν περί τίνος επρόκειτο, ωστόσο εμείς επιμέναμε να μην αφήσουμε απέξω κανένα χωριό της διαδρομής που μας είχαν καθορίσει. Ο οδηγός του πούλμαν γκρίνιαζε ασταμάτητα να πρέπει να υπακούει σε δυο άσχετες νεαρές, οι μικροί πασόκοι ήταν μάλλον εμπόδια, έπαιρναν τη ντουντούκα (είχαμε και ντουντούκα) και φώναζαν συνθήματα δικής τους έμπνευσης στα χωριά, ύστερα τσακωνόμασταν, θύμωναν, δεν κόλλαγαν αφίσες. Η Κατερίνα κι εγώ κολλήσαμε τόσο πολλές εκείνες τις μέρες, όσο δεν έχουν κολλήσει οι αναρχικοί των Εξαρχείων σε όλη τη ζωή τους, και το εννοώ. Ακόμα κι ένας να υπάρχει σε κάθε χωριό που σκέφτεται να ρίξει Όχι, λέγαμε, πρέπει να τον ενθαρρύνουμε. Κι από την αγωνία δεν μας έπαιρνε ο ύπνος τη νύχτα, γιατί βλέπαμε παντού ότι ήμασταν μειοψηφία. Λέγανε τότε ότι η γραμμή του προξενείου, του τουρκικού, στους μουσουλμάνους, ήταν να ρίξουν Ναι στο βασιλιά. Δεν ξέρω αν έγιναν τα πράγματα τόσο ξεκάθαρα, πάντως οι νομοί της Θράκης είχαν όντως βγάλει πλειοψηφικό Ναι στο βασιλιά, αμέσως μετά τη Λακωνία.

Γυρίσαμε αφού είχε λήξει επίσημα η εκστρατεία, έχοντας σκορπίσει στους δρόμους της Καβάλας τα τελευταία τρυκάκια βροχηδόν, γιατί δεν προλαβαίναμε πια κάτι άλλο. Άυπνες, φτάνουμε στο σπίτι, και βλέπουμε απέξω γραμμένο ένα σύνθημα «Όχι στο βασιλικό γουρούνι» κάτι τέτοιο. Κάτι με γουρούνι. Πολύ προβοκατόρικο μας φάνηκε, κι όπως ήμασταν πτώματα, ανεβήκαμε στο σπίτι μας, πέντε ορόφους χωρίς ασανσέρ, πήραμε μπογιά και σβήσαμε το Όχι, το κάναμε ΝΑΙ. Ναι στο βασιλικό γουρούνι!

Γι αυτό έχω να λέω ότι έδιωξα το βασιλιά με τα χεράκια μου, τα νεανικά και δυνατά τότε μου χέρια. Κι έχω δικαίωμα να θυμώνω κάπως με τις βλακείες περί σχεδίου επανόδου του. Αλλά περισσότερο έχω θυμώσει με το χάλι του Τατοΐου τόσα χρόνια, να μη μπορεί ένα κράτος της Ευρώπης, τρομάρα μας, να περιποιηθεί και να αξιοποιήσει ένα μικρό ανάκτορο, δεν είναι δα κι οι Βερσαλλίες. Θα πήγαινα, ειλικρινά, να το βάψω κι αυτό με τα χεράκια μου αν μου είχε δοθεί η ευκαιρία τόσα χρόνια, θα πήγαινα

 να βοηθήσω να ξαναστηθεί και να μπορούμε να το επισκεπτόμαστε και να το θαυμάζουμε μέσα κι έξω, να αγοράζαμε σουβενίρ. Είναι η ιστορία μας, δικαιούμαστε να βλέπουμε, να μαθαίνουμε, να απολαμβάνουμε και να αναπνέουμε καθαρό αέρα. Αντ’ αυτού, πυρκαγιά… Να λειτουργούσε και το αγρόκτημα, να καθόμασταν να πιούμε καφέ και να τρώμε τοπικά προϊόντα. Γιατί είναι τόσο δύσκολο; Έχει περάσει σχεδόν μισός αιώνας. Κι ο Κωνσταντίνος πρέπει να μπορεί να έρχεται πια, να κυκλοφορεί όπως θέλει, τι φοβόμαστε; Αν ντρέπομαι για κάτι σε σχέση με την επίσκεψη του Μητσοτάκη στον Κάρολο, είναι που βλέπουν κι οι ξένοι αυτή την ανικανότητα.  Ποιοι επενδύουν ακόμα σε αυτό το κομπλεξικό, το κοντόθωρο κόλλημα με το παρελθόν, σε  αυτή τη δυσπραγία;

Σάββατο 23 Απριλίου 2022

Επιτάφιος

 Νομίζω ότι θα πάω στον Επιτάφιο μετά από καμιά δεκαριά χρόνια, μπορεί και παραπάνω, μαζί με τις Ουκρανές πρόσφυγες και θα κλαίω γι αυτές, που συνέχεια προσπαθούν να είναι γελαστές, να φροντίζουν τα παιδάκια τους, να μην τα αφήνουν να τα πάρει από κάτω η απορία για το παράξενο αυτό ταξίδι, για την αιφνίδια αυτή ξενιτιά, θα κλαίω για τους πρόσφυγες που είναι υποχρεωμένοι να είναι ταπεινοί, να δέχονται ό,τι τους δίνουν και να λένε ευχαριστώ. Θα κλαίω και  για το μπαμπά μου που στα δέκα του ήρθε πρόσφυγας με όλες τις γυναίκες της οικογένειας και δεν του άνοιξαν την αγκαλιά τους οι Έλληνες, κι έπρεπε να είναι ταπεινοί όλοι τους, να λένε ευχαριστώ και να δέχονται ό,τι τους έδιναν, αν τους έδιναν κάτι, εκατό χρόνια πριν. Ακόμα αυτός ο πιτσιρίκος έρχεται πρόσφυγας με κάθε καραβάνι, με μαύρους, ασιάτες, ευρωπαίους, σε κάθε 'κύμα' και σε κάθε 'ροή' είναι εκεί ανάμεσα τους, κι όλο τον ψάχνω να τον ανακουφίσω επιτέλους, να τον κρατήσω στην αγκαλιά μου για πάντα, κι όλο μου ξεφεύγει με τις διευθετήσεις, με τις υποδοχές, και με τις επαναπροωθήσεις, τον σπρώχνουν, τον επαναπροωθούν, τον διώχνουν από τις παρέες των ντόπιων, τον στέλνουν στα κοντέινερ, και δεν βγάζει κιχ, μόνο όταν βρεθούν τίποτε ξένα χέρια να τον κρατήσουν στοργικά, μόνο τότε βρίσκει το θάρρος και ξεσπά, 'εγώ τι δουλειά έχω εδώ' λέει επιτέλους, αλλού θα έπρεπε να βρίσκομαι, κάποιο λάθος έχει γίνει'. Αλλά δεν μπορεί να φύγει. Πρέπει να μείνει εδώ, να ζήσει εδώ, να συμφιλιωθεί εδώ με όλους αυτούς τους ανώτερους, πρέπει να καταπιεί τις προσβολές, να χαμογελάσει με τις επιθέσεις και να συνεχίσει να μεγαλώνει και να προσπαθεί, να τους δείξει αυτός. Ναι, φυσικά έχει τη ζωή μπροστά του, θα μάθει να μιλάει τέλεια τη γλώσσα, θα σπουδάσει, θα δουλέψει, θα πολεμήσει κιόλας, αλλά κάτι μέσα του πάντα θα απορεί για όλ’ αυτά, ‘τι δουλειά έχω εδώ εγώ;’ θα ψιθυρίζει μια φωνή, και θα την επαναλαμβάνουν σιωπηλά οι πρόσφυγες από τη Συρία, από το Αφγανιστάν, από την Αφρική, από την Ουκρανία, ο καθένας το ίδιο κατάπληκτος με αυτό που του συμβαίνει, το ίδιο αμήχανος, το ίδιο παράξενος κι ανεπιθύμητος. Απορία των λέξεων και των τρόπων, τι να κάνω, τι να πω εδώ, ποια είναι οι θέση μου, τι είναι το σωστό, τόσα πράγματα έχω να μάθω, ποια γλώσσα να μιλήσω; Απορία, έλλειψη πόρων. Μόνο ένα είναι σίγουρο, να είσαι ταπεινός, να παίρνεις ό,τι σου δίνουν, να λες ευχαριστώ.

Θα κλάψω πολύ, θα ψάλλω τα λόγια του θρήνου, κι ας ξέρω πως είναι για έναν θεό αρχαίο, της ρωμαϊκής εποχής, έναν από τους πολλούς που κατάφερε να εκθρονίσει τους άλλους χάρις στις έξυπνες αποφάσεις αυτοκρατόρων και  στρατηγών, κλέβοντας ιδέες και ιερουργίες, αφομοιώνοντας φόβους και ελπίδες, και την ιεροτελεστία της άνοιξης πρωτίστως, αυτή την ακαταμάχητη. Αυτή που κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται τα θαύματα, και να αναλογίζονται το θάνατο, μήπως γίνεται θεούλη μου να γλιτώσουμε κι εμείς όπως η κερασιά κι ο πλάτανος, που βγάζουν νέα φύλλα κάθε τέτοια εποχή, κι οι φαινομενικά νεκροί ξαναζωντανεύουν; Ο θεός αν υπήρχε θα γελούσε πολύ με την ανοησία τους, αλλά δεν υπάρχει, οπότε ελεύθερα ελπίζουμε, ελεύθερα παρερμηνεύουμε την άνοιξη και τα λοιπά φαινόμενα, ελεύθερα ψάλλουμε, κι ελεύθερα, αλίμονο, πιο ελεύθερα από οτιδήποτε, κλαίμε.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2022

Η διπλή ζωή του Γεβγένι

Έκλεισε τα πέντε του χρόνια στην Ελλάδα, ο μικρούλης από το Χάρκοβο. Η φίλη της γιαγιάς του, που ζει εδώ πολλά χρόνια, του αγόρασε πατίνι και τον πήγε βόλτα στο πάρκο, μαζί με τη μαμά του φυσικά, δεν την αφήνει τη μαμά εύκολα. Στη λιακάδα παίρνει χρώμα σιγά- σιγά, αλλά είναι ακόμα χλωμός. Τον χαζεύω και μαζί ρίχνω και μια ματιά στο τηλέφωνο, κολλημένη στην καινούργια αυτή συνήθεια της διαρκούς ενημέρωσης, λες και πρέπει να βγάζω πρωτοσέλιδα κάθε τέταρτο. Ας είναι. Κι εκεί που κοιτάζω τη ροή των εικόνων, βλέπω τον ίδιο μικρούλη σε μια σκοτεινή αυλή, «αφήνει κονσέρβες στον τάφο της μαμάς του» γράφει η λεζάντα. Σηκώνω το βλέμμα, ο εδώ μικρούλης κρατά τη δική του μαμά από το χέρι και την τραβάει να πάνε στις κούνιες. Το φως είναι αλλιώτικο εδώ, λάμπει ο ήλιος, το χώμα είναι ανοιχτόχρωμο εδώ, δεν χρειάστηκε να σκαφτεί, αλλά τα πρόσωπα των δυο παιδιών είναι ολόιδια. Ίδια μάγουλα, ίδιο μέτωπο, ίδιο βλέμμα, μοιάζουν σαν δίδυμα, τόσο που για μια στιγμή μπερδεύομαι σαν σε κακό όνειρο, μήπως δεν είμαστε στην Αθήνα; Αμέσως περνάει βέβαια η παραίσθηση, από χαρά ουρλιάζουν τα παιδάκια στην παιδική χαρά, η νεαρή μαμά χαμογελά στο γιο της που ετοιμάζεται ν’ ανέβει στη μεγάλη τσουλήθρα, ήταν τυχερή που υπήρχε στην Ελλάδα φίλη, έφυγε εγκαίρως, δεν κινδυνεύει. Έχει τα μύρια όσα προβλήματα βέβαια, σε μια ξένη χώρα που δεν ξέρει τη γλώσσα, χωρίς δουλειά, χωρίς τους δικούς της, αλλά είναι ασφαλής, το παιδί της γελά, δεν κλαίει όπως αυτό της φωτογραφίας, την έχει δίπλα του ζωντανή, χαμογελαστή. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουν χίλιες δυσκολίες, αλλά είναι μαζί, ζωντανοί, εδώ στην Αθήνα. Το ορφανό πατριωτάκι του, τι δυστυχίες ακόμα θα περάσει;

Θυμάμαι την ταινία «Η διπλή ζωή της Βερόνικας», όπου η Ιρέν Ζακόμπ έπαιζε δυο ρόλους, μια Βερονίκ στη Γαλλία και μια Βερόνικα στην Πολωνία. Ήταν ίδιες, μουσικοί και οι δυο, δεν συναντήθηκαν ποτέ, μόνο η Πολωνή μια μέρα είδε τη Γαλλίδα να φεύγει με ένα πούλμαν. Λίγο μετά πέθανε η Πολωνή, κι η Γαλλίδα ένιωσε άσχημα, μια περίεργη απειλή την τριγύριζε, όμως το ξεπέρασε εκείνη και συνέχισε να ζει. Ψάχναμε τότε εξηγήσεις για την παράξενη  πλοκή, ενώ απλώς μπορεί να εννοούσε ότι η ζωή προστατεύεται στη Γαλλία καλύτερα από ό,τι στην Πολωνία. Η Ουκρανία δεν υπήρχε καν σαν σενάριο τότε.

 

Τετάρτη 13 Απριλίου 2022

Πρόσφυγες του δικού μας χρόνου

Για φέτος ετοίμαζα αφιερώματα στην επέτειο του 1922, τα δικά μου, τα προσωπικά, αυτά που με μεγάλωσαν. Δεν φανταζόμουν ότι θα ξεχνιόντουσαν εκείνα μπροστά στα τωρινά, στην ανάγκη των Ουκρανών προσφύγων για κομμάτια ζωής κι αξιοπρέπειας δίπλα μας. Θα μου πείτε, τόσα χρόνια δεν είδες άλλους πρόσφυγες; Βεβαίως είδα, και πρόσφυγες και τις ανάγκες τους, αλλά με τη βεβαιότητα πως είναι και πρόσφυγες χρόνου. Έρχονταν από μια εποχή που ακολουθούσε τη δική μας, έτρεχε πίσω της. πρόσφυγες χρονοκαθυστέρησης.

 Υπήρξαμε αφελείς. Τόσο σίγουροι ότι η ζωή με ειρήνη ήταν απείρως καλύτερη από την προηγούμενη, με τους πολέμους, κι ότι αφού ημασταν τόσο τυχεροί να έχουμε γεννηθεί στην Ευρώπη, έχοντας περάσει οι δικοί μας τους δυο Παγκόσμιους πολέμους, δεν είχαμε παρά να περιμένουμε να δούμε αυτή τη συνείδηση, αυτή τη γνώση, να περνά και στους υπόλοιπους που ακόμα έκαναν το λάθος να πολεμούν μεταξύ τους, αντί να υπογράφουν συνθήκες. Αργούσε βέβαια λίγο, αλλά η βεβαιότητά μας δεν χανόταν, και περιλάμβανε τη Ρωσία που κι αυτή είχε πολεμήσει, είχε νικήσει, είχε συμβάλει τα μέγιστα στη νίκη.

Ως ένα βαθμό βέβαια η Ρωσία παραμένει στη συνθήκη ειρήνης. Συνεχίζει αυτό που έκαναν οι δυο υπερδυνάμεις και την εποχή του Ψυχρού πολέμου, πολέμους περιφερειακούς όπως τους λέγαμε. Αλλά στην Ουκρανία επιτέθηκε αυτοπροσώπως, δεν υποστήριξε κάποιους εμπολέμους, δεν έμεινε σ’ αυτό. Θα μου πείτε, δεν ήταν άνθρωποι όσοι σκοτώνονταν στο Βιετνάμ και στη Γεωργία; Ναι, ίσως να ήμασταν κάπως ρατσιστές τότε που καμαρώναμε για την ειρήνη μας. Ρατσισμό χρόνου θα τον έλεγα. Είχαμε τη μεγάλη κληρονομιά των γονιών μας. Μας είχαν αφήσει αυτό το απέραντο κτήμα, τις καταστροφές που τους οδήγησαν στην απόφαση για ειρήνη, η οποία κάθε χρόνο εδραιωνόταν. Η ισορροπία των εξοπλισμών σαν ένα Jenga που υψώνεται όλο και πιο εύθραυστο, άντεχε, συνέχιζε, κι η βύθιση στα προβλήματα πολυτελείας τι γλυκιά που ήταν. Ο κόσμος μας πάχυνε, μετά από χιλιετίες πείνας. Άντε τώρα να χάσει τις βολές του.

Οι πρόσφυγες από την Ουκρανία δεν είναι σαν τους άλλους, δεν είναι πρόσφυγες χρόνου. Είμαστε στην ίδια εποχή. Τα σπίτια μας είναι γερά, τα παιδιά μας δεν χρειάστηκε να αποχαιρετίσουν τον πατέρα τους και να φύγουν με τη μάνα τους μπουλούκι, αλλά η απειλή περνά στην καθημερινότητα μας σαν δηλητηριασμένος αέρας.

Τι κρίμα, κι είχα τόσες ωραίες ιστορίες για το 1922…

Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...