Κυριακή 23 Αυγούστου 2020

Τα εξοχικά

Τα εξοχικά που ζήλευα μικρή ήταν κάτι μικρά σπίτια γεμάτα κρεβάτια, ή μάλλον ντιβάνια, με στρώματα επάνω από εκείνα τα ριγέ τα γεμισμένα με βαμβάκι, σκληρά και άβολα. Μερικές φορές τα ντιβάνια δεν χωρούσαν στα μικρά σπιτάκια και ξεχείλιζαν έξω, στην αυλή και τον κήπο. Σεντόνια δεν υπήρχαν, τα φέρναμε μαζί μας όταν πηγαίναμε να μείνουμε λίγες μέρες,  μουσαφίρηδες. Σε ένα απ’ αυτά είχαν φτιάξει με σκοινί περασμένο σε σανίδα μια κούνια για τα παιδιά, την είχαν κρεμάσει σ’ ένα πεύκο, κι έπρεπε να περιμένεις τη σειρά σου να κάνεις. Θυμάμαι ακόμα την ευτυχία που είχα νιώσει όταν είχα πρωτοδεί εκείνη την κούνια στο κτήμα του ξαδέρφου του πατέρα μου, τι θαυμάσιο πράγμα, τι δώρο! Κι ας έπρεπε να περιμένω περί τα δέκα ξαδέρφια μέχρι να έρθει η σειρά μου. Μπαμπάδες και παππούδες τριγυρνούσαν εκεί με τις φανέλες τους, τόσο χαλαροί, τόσο ανεκτικοί. Εκείνα τα ατέλειωτα ντιβάνια μου έδιναν την εντύπωση απέραντης γενναιοδωρίας, μπορούσε να μείνει κόσμος και ντουνιάς μαζί, να κοιμηθούν όλοι παρέα και να ξυπνήσουν ευτυχισμένοι στην εξοχή, κάτω από τα πεύκα.

Πάει πολύς καιρός που το κτήμα εκείνο, με τα πολλά ντιβάνια και την κούνια στο πεύκο, έχει μπει στο σχέδιο πόλης κι έχει χτιστεί με τον παραδοσιακό νεοελληνικό τρόπο. Όλες οι κοντινές εξοχές των παιδικών μας χρόνων έχουν γίνει αστικές γειτονιές. Και τα εξοχικά πήραν τις θάλασσες και τα βουνά, μεγάλωσαν, πλάτυναν, φάρδυναν, ψήλωσαν, ανοίχτηκαν, και ταυτοχρόνως κλείστηκαν, και πλήθυναν βεβαίως.  Έγιναν περίπλοκα κι έτοιμα να ανταποκριθούν σε περίπλοκες ανάγκες. Σχεδιάστηκαν από αρχιτέκτονες που άφησαν ελεύθερο τον δημιουργικό τους οίστρο, τον άκρως καταπιεσμένο στις συνθήκες της πόλης. Μερικά είναι τόσο εξοπλισμένα που απαιτούν από τους ιδιοκτήτες περισσότερη δουλειά από το σπίτι της πόλης, όπου ζουν τον περισσότερο καιρό. Βέβαια, είναι σε διακοπές, δεν εργάζονται, οπότε οργανώνουν το εξοχικό τους, το τακτοποιούν, το βελτιώνουν, το επισκευάζουν, του αφιερώνουν κανονικές εργατοώρες. Το φετινό καλοκαίρι πολλοί που κάποτε ταξίδευαν, για να ξεκουραστούν από τη δουλειά στο εξοχικό τους ίσως, μένουν στο σπίτι τους και το ανακαινίζουν. Ο τουρισμός δεν πάει καλά, αλλά έχω την εντύπωση ότι ο επισκευαστικός τομέας σπιτιών θα πρέπει κάπως να τα κατάφερε.

Κι εγώ ακόμα να βλέπω στον ύπνο μου εκείνο το μικρό σπιτάκι με τα πολλά ντιβάνια, τα ριγέ στρώματα, και την κούνια στο πεύκο…

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

Τα νησιά

 Τα καράβια μύριζαν τρομερά, ανακατεμένη εμετίλα με σκουριασμένο σίδερο κάτω από στρώματα μπογιάς που ξεφλούδιζε. Με αιματηρές οικονομίες είχα αγοράσει ένα σλήπιν μπαγκ του αμερικανικού στρατού στο Μοναστηράκι. Πάντα είχα την απορία πώς διάολο βρίσκονταν εκεί τέτοια αντικείμενα, πάμφθηνα. Επειδή από τότε οι ώμοι δεν άντεχαν, είχα διαλέξει του ίδιου στρατού το μικρότερο σακίδιο και είχα περιορίσει τα είδη ένδυσης στα απολύτως απαραίτητα. Μια φούστα από τόσο λεπτό ινδικό ύφασμα που αν τη δίπλωνες χωρούσε σε ένα καρυδάκι. Όχι, αυτό είναι από άλλο παραμύθι, αλλά κάπως έτσι. Μια μπλούζα κι ένα μαγιό για  τα πρωινά χωρίς ορειβασία δίπλα στη θάλασσα. Σαγιονάρες για κάθε επιφάνεια, προσαρμοσμένες με μαγικό τρόπο στις πατούσες, δεν κατάλαβα ποτέ πώς έγινε και δεν έπεσα, δεν σκόνταψα, δεν μου γλίστρησαν, όπως συμβαίνει έκτοτε.

Παίρναμε γραμμή τα πλοία της γραμμής, κι αν υπήρχε καΐκι με έξτρα διαδρομή, το παίρναμε κι αυτό. Ρίχναμε τον υπνόσακο όπου να’ ναι, ενίοτε στην προβλήτα όπου μας άφηνε το καράβι, γιατί δεν είχαμε κουράγιο να περπατήσουμε πιο πέρα. Τα πλοία με ζάλιζαν, έπαιρνα δραμαμίνες. Ανεβαίναμε σε όλα τα βουνά με μοναστήρια, πάντα ποδαρόδρομο με σαγιονάρες, με την ελπίδα να μας τρατάρουν και να μας δείξουν κάποιο κρυμμένο θησαυρό, όπως στους ταξιδιώτες που είχαμε διαβάσει, να νοιώσουμε κάποια πνευματική ανάταση. Στη Νίσυρο κάποτε μας φιλοξένησαν, δεν λέω. Μετά από δυο μήνες στο ύπαιθρο όμως, δεν μπορούσα να κοιμηθώ σε κρεβάτι, κι έτσι πήγε τζάμπα η φιλοξενία, πήρα τον υπνόσακο και πήγα στην παραλία, να βλέπω τον ουρανό.

Πήγαμε στη Σύρο, Μύκονο, Νάξο, Πάτμο, Φολέγανδρο, Ίο, Σαντορίνη που δεν είχε τότε νερό στα σπίτια και πλενόμασταν με αγορασμένες μπουκάλες νερό, γυάλινες. Ρόδο και Κώ μείναμε σε κάτι ξενοδοχεία που μύριζαν σαν τα καράβια. Πήγαμε στη Σέριφο, Σίφνο, Μήλο, κι από τα Δωδεκάνησα μας ξέφυγαν μόνο Κάρπαθος, Κάσος και Χάλκη. Από Κυκλάδες μόνο Ανάφη και Σίκινος, στην Αμοργό μας βρήκε η επιστράτευση και δεν προλάβαμε να τη δούμε. Εκκρεμεί η Αμοργός.

Πόσα καλοκαίρια γινόταν αυτό; Τέσσερα, πέντε, έξι;  Μου φαίνεται σα να κράτησε μια ζωή, κατά λάθος βρίσκομαι σε σπίτια και δωμάτια, κάτω από ταβάνια, πάνω σε στρώματα. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, άβυσσος και το σώμα του. Απ’ ό,τι φαίνεται θα πρέπει να αναβάλω και την Αμοργό φέτος.

 Άννα Δαμιανίδη

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020

Xοντρά βιβλία

Πέρασα τρεις μήνες στο μαγικό βουνό του γιατρού Καραμάνη με τον κορονοϊό, (ξέρετε ποιο είναι αυτό το βουνό; Αυτός ο γιατρός;) και διάβασα ξανά το «Μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν, όπου ο χρόνος διαστέλλεται ίσως επειδή συστέλλεται, πρέπει ο ασθενής να κάνει υπομονή περιμένοντας να γίνει καλά στα όρη, στα βουνά, και περνούν τα χρόνια. Η αίσθηση της ανύπαρκτης αυτής πολυτέλειας του χρόνου με έβρισκε ώς και στα ταμεία του σούπερ μάρκετ, τις λίγες φορές που πήγα, σαν να μη βιάζονταν πια τόσο πολύ οι ταμίες, μάζευα τα πράγματα χωρίς πανικό, δεν πίστευα στις στιγμές μου. Μας δίναν τράτο οι επόμενοι, αδύναμοι οι άνθρωποι γενικώς, έμοιαζαν λίγο με τους ήρωες του Μαν και άλλων μυθιστορημάτων της εποχής των ακατανίκητων βακίλων του Κοχ. Σαν να είχε αποκτήσει σεμνότητα το ανθρώπινο είδος.

Εβρεξε πολύ στο δικό μου μαγικό βουνό -το Πήλιο είναι- τρύπησε η στέγη κι όπως γίνεται με τα σπίτια, όσο κι αν είναι γερά τα υλικά, βρέθηκα στην ανάγκη της βραδύτητας των επιδιορθωτών, άλλη ψευδαίσθηση αυτή σταματημένου χρόνου. Η αληθινή μου ηλικία, όμως, αυτή που γράφει η ταυτότητα κι όχι αυτή που παλεύω στον καθρέφτη με ρουζ και κραγιόνια, μου έγνεψε από τα νούμερα. Ωραία ήταν να κάνεις ότι με αγνοείς τόσον καιρό, αλαζονικέ σύγχρονε άνθρωπε, ακόμα κι οι προνομιούχες γενιές έχουν τις ατυχίες τους. Κερδίσατε ολόκληρο εγκλεισμό εσείς οι ευπαθείς ομάδες, άντε τώρα προσεχτικά να ξαναβγείτε στον κόσμο.

Για να μείνω στον Τόμας Μαν, διάβασα τους «Μπούντενμπροκ», αυτούς τους ευαίσθητους ανθρώπους που συντρίβονται αργά - αργά στην προσπάθεια να σταθούν στο ύψος των απαιτήσεων της τάξης τους. Είναι αστοί, έχουν κατακτήσει υψηλό βιοτικό επίπεδο, αλλά δεν μπορούν να το απολαύσουν, πρέπει διαρκώς να το υπερασπίζονται. Ταλαίπωρες γενιές εκείνες ακόμα. Οι αξίες τους θριαμβεύουν, καθώς εκείνοι ένας - ένας σβήνουν από εξάντληση. Δεν είχαν βρεθεί τα αντιβιοτικά, η ψυχανάλυση, οι τόσες ελευθερίες και παρηγορίες.

Πριν πιάσω το τρίτο βαρύ βιβλίο της προληπτικής απομόνωσης, σταδιακά άνοιξαν τα μαγαζιά, δειλά ο κόσμος ξανάρχισε να λειτουργεί, γρήγορα ξαναβρήκε την ταχύτητα που έχει κατακτήσει. Στο ταμείο του σούπερ μάρκετ ευχήθηκα ξανά να είχα τρία χέρια, οι πίσω με αγριοκοίταξαν και η πωλήτρια με βοήθησε αναστενάζοντας συγκαταβατικά και κοιτώντας το ταβάνι ανυπόμονα. Εγιναν αυτοί πιο γρήγοροι αναζητώντας τον χαμένο χρόνο ή εγώ πιο αργή;

Καιρός για Προυστ.

Κυριακή 2 Αυγούστου 2020

Η καημένη η Ελλαδίτσα


«Να φύγετε από δω, δεν σας καλέσαμε, δεν σας θέλουμε να πάτε στον τόπο σας!» Θα έχουν περάσει δέκα χρόνια και παραπάνω από εκείνο το απόγευμα που διασχίζοντας την πλατεία Πρωτομαγιάς, αυτό τον αόριστο χώρο που δημιουργήθηκε πάνω από το τούνελ της Μουστοξύδη, άκουσα μια γυναίκα να φωνάζει τη φράση αυτή σε μια άλλη γυναίκα, μαύρη, που τραβώντας το παιδί της από το χέρι διασταυρώθηκε μαζί της πηγαίνοντας στην αντίθετη κατεύθυνση. Η ξένη συνέχισε το δρόμο της χωρίς να γυρίσει καν, σηκώνοντας λίγο νευρικά το κεφάλι και τραβώντας λίγο πιο βιαστικά το χεράκι του παιδιού, η δικιά μας στάθηκε και συνέχισε το κρώξιμο πίσω της μέχρι να τους δει να απομακρύνονται. Σκέφτηκες καθόλου, ήθελα να της πω, τι κάνεις αυτή τη στιγμή; Δημιουργείς ένα ψυχικό τραύμα στο παιδί που θα το έχει σε όλη τη ζωή του. Δεν ξέρεις πρόσφυγες του ’22 που μέχρι να πεθάνουν κουβαλούσαν το τραύμα της κακής συμπεριφοράς των ντόπιων στην Ελλάδα, πέρα από τα υπόλοιπα, κι ακόμα παλεύουν μαζί του οι απόγονοι τους; Θα ζήσουμε με τους ανθρώπους αυτούς, η γυναίκα δουλεύει για τη σύνταξή σου, το παιδί της θα δουλέψει για τη δική μου, γιατί τους τραυματίζεις χωρίς λόγο; Τι κερδίζεις απ’ αυτό;

 Τη θυμήθηκα την προηγούμενη εβδομάδα διαβάζοντας το άρθρο του Αντώνη Δαρζέντα στην Athens Voice, με τις παραινέσεις προς τον Αντετονκούμπο. Δεν είχε βέβαια το ύφος εκείνης της γυναίκας, πολύ καλοπροαίρετα εξηγούσε στον αθλητή ο οποίος είχε  αναφερθεί στον ελληνικό ρατσισμό, ότι δεν καλέσαμε εμείς τους μετανάστες εδώ πέρα, κι ότι τέλος πάντων δεν είναι η σύγχρονη Ελλάδα σαν τις ΗΠΑ, δεν έχει την ίδια ιστορία και το ίδιο αμαρτωλό παρελθόν με τους σκλάβους. Το πιστεύουν πολλοί συμπατριώτες μας, ότι είμαστε χώρα νέα και αγνή, δεν έχουμε μεταφέρει σκλάβους με δουλεμπορικά από την Αφρική, είμαστε γενικά αθώοι, πάντα θύματα, είμαστε ο καλός κι αγαπημένος λαός του Διονυσίου Σολωμού, πάντοτε ευκολόπιστος και πάντα προδομένος, πάντα θύμα των μεγάλων δυνάμεων, πάντα θύμα γενικώς.

Αυτή τη γενική εικόνα έχουμε για τη χώρα μας οι περισσότεροι. Την καλλιεργεί το σχολείο στις μικρές τάξεις, και δεν την αναθεωρεί στις μεγαλύτερες. Από το νηπιαγωγείο ξεκινά να τη φιλοτεχνεί, έχω παρηγορήσει τα παιδιά μου όταν επέστρεφαν με δάκρυα από το σχολείο έχοντας μάθει για τα 400 χρόνια που «ήμασταν σκλάβοι», κι όποτε έγραφα γι αυτά, εισέπραττα σχόλια πολύ αρνητικά, ότι καλά κάνουμε και τα μεγαλώνουμε τα παιδιά με την εθνική ψυχολογία του θύματος, και πώς αλλιώς θα έχουν πάντα κουράγιο να τρέξουν να πολεμήσουν μεθαύριο;

Η ψυχολογία του θύματος ωστόσο, μας το έχει δείξει η Ιστορία, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο υλικό για την πολιτική ζωή. Ο Χίτλερ είναι το καλύτερο παράδειγμα, η ταπείνωση των Γερμανών μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο ήταν στα χέρια του το τρομερό όπλο για να συγκινήσει τα πλήθη με τις υποσχέσεις του και η ‘απελευθέρωση’ των γερμανικών καταπιεσμένων μειονοτήτων η αφορμή να ξεκινήσει τον τρομερό του πόλεμο. Στις μέρες μας το είδαμε με τους αγαναχτισμένους των πλατειών που κόντεψαν να κάψουν τη Βουλή και τους διαμαρτυρόμενους εντόνως για τις αδικίες του μνημονίου που έκαψαν τη Μαρφίν. Ο τίτλος του βιβλίου του Κώστα Κωστή «Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας» αποκλείεται να γίνεται κατανοητός. Κακομαθημένα παιδιά οι Έλληνες; Οι αδικημένοι, τα θύματα των μεγάλων δυνάμεων; Για κάποιους άλλους μιλά σίγουρα.

Κι όμως η νέα Ελλάδα ως κράτος και πολιτική δεν είναι ούτε τόσο θύμα ούτε τόσο πτωχή και δυστυχής, και τους επιθετικούς πολέμους της έχει κάνει, και τις σφαγές της, και τις μειονότητές στο έδαφός της έχει καταπιέσει, και πολύ συχνά στις ήττες της τη βοήθησαν οι μεγάλες δυνάμεις να μην συντριβεί, κι ας πιστεύουμε το αντίθετο. Μπορεί να μην είχε φυτείες βαμβακιού όπου δούλευαν σκλάβοι όπως στον αμερικανικό νότο, γιατί αλλιώς δούλευε και η παραγωγή και η κοινωνία, αλλά τα λεγόμενα δουλικά ακόμα και στη δεκαετία του εξήντα στα αστικά σπίτια κάποια καταγωγή θα είχαν σε σχέσεις υποτέλειας που δεν έχουμε εντελώς μάθει και καλά θα κάναμε να θελήσουμε να μάθουμε κάποια στιγμή. Επειδή δεν ξέρουμε, κι επειδή μασάμε εξ απαλών ονύχων το γλυκόπικρο παραμύθι της καημένης της Ελλαδίτσας της φτωχής δυστυχισμένης που της ρουφούν το αίμα οι φριχτοί ξένοι, έχουμε κάθε τόσο μούτρα να βρίζουμε τους πραγματικά κατατρεγμένους μετανάστες, και να θεωρούμε ότι δικαιούμαστε να τους ταλαιπωρούμε.

Οφείλουμε να μάθουμε. Ο Σολωμός είχε πει και το άλλο, το έθνος να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές.  Αυτή η έλλειψη ιστορικών γνώσεων που καλλιεργείται συστηματικά δεν εξασφαλίζει μόνο δυστυχία, εξασφαλίζει έτοιμο υλικό για κάθε λαϊκιστή που θα θελήσει να το δουλέψει επ’ ωφελεία του. Η ψυχολογία του θύματος είναι επικίνδυνο εκρηκτικό. Και η άγνοια το ίδιο.

Διάβασα το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο Les amnesiques της Ζεραλντίν Ζβαρτς, Γερμανογαλλίδας, όπου αναφέρονται λεπτομερώς οι σταθμοί της αυτοκριτικής των Γερμανών για τον Β’ Π. Πόλεμο, οι ταινίες και τα βιβλία που κατάφεραν να τους κάνουν να στραφούν προς το παρελθόν τους έτσι όπως ποτέ λαός άλλος στην Ιστορία δεν το έχει κάνει, σε σύγκριση με την αυτοκριτική που έγινε ή δεν έγινε στη Γαλλία, την Ιταλία, την Αυστρία, και άλλες χώρες όπου επικράτησε ο ναζισμός. Πόσο η αυτοκριτική εμβολιάζει το πολιτικό σώμα κατά των απολυταρχικών τάσεων. Τι χρήσιμο θα ήταν και για μας κάτι τέτοιο, μια ταινία, ένα σήριαλ, ένα προϊόν μαζικής κουλτούρας που θα είχε την  τόλμη να σπάσει τον ανίκητο μύθο του αιώνιου θύματος, να ανοίξει μια χαραμάδα για αυτοκριτική, τέτοιου τύπου μάλιστα, σε όλα αυτά που θεωρούμε σίγουρα χωρίς να έχουμε ιδέα.  να ταρακουνήσει λίγο αυτό το έλος της κλάψας που γίνεται κινούμενη άμμος για την πολιτική μας ωριμότητα.

 

 


Αγία Αικατερίνη- Υπατία

 Αγίας Αικατερίνης το ανάγνωσμα: Πολύ δημοφιλής στο Μεσαίωνα, η αγία Αικατερίνη ίσως πλάστηκε για να διαφυλάξει τη μνήμη της Υπατίας. Έτσι τουλάχιστον υποστηρίζει ο μελετητής του μουσείου στο Σωμύρ. Δηλαδή εμ την έσφαξαν αγρίως αφού τη βασάνισαν την Υπατία οι χριστιανοί στην Αλεξάνδρεια, εμ έδωσαν τις χάρες της σε χριστιανή αγία που αυτή, λέει, βασανίστηκε και δολοφονήθηκε. Και μετά μου λέτε για φέικ νιούζ.




Κάθε σπόρος

Kάθε σπόρος, φυτό να μεγαλώνει, 

για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος

Ήρθα ξανά στη Δράκεια πριν δυο βδομάδες, με τον κατάλληλο άνθρωπο, τη μικρή αδερφή της μαμάς μου, εξειδικευμένη εκτιμήτρια ζαρζαβατικών και άριστη μαγείρισσα. Ο κήπος μας περίμενε φορτωμένος όλους τους καρπούς που είχαμε νομίσει πως δεν θα βλέπαμε ποτέ, ντομάτες και αγγούρια, κολοκύθια, φασολάκια, μελιτζάνες άφθονες, και τα μυρωδικά μου, μαϊντανό να μην χορταίνεις να σπαταλάς, δυόσμο και βασιλικό και άνιθο και δεντρολίβανο, κόλιανδρο, αρμπαρόριζα, και ματζουράνα, τα πάντα όλα. Με ενέπνευσε η θεία μου, ο τρόπος που σήκωνε τις μελιτζάνες ψηλά και έλεγχε τη γυαλάδα τους, ρώτησα και προμηθεύτηκα τα πάντα από το χωριό μας. Λάδι, τυρί και αυγά ντόπια, και όλα τα φρούτα, παράγγειλα και μου τα φέρανε. Συνήθως βιαστικά τρέχω στο σούπερ μάρκετ, πού να σκεφτώ η Κυψελιώτισσα να μάθω για ντόπια προϊόντα; Ε, μου έκοψε επιτέλους. 

Το θαύμα είναι που ακόμα φτιάχνουν τα πάντα στο χωριό αυτό, τι ανόητη να μην ασχολούμαι τόσα χρόνια; Κάναμε οι δυο μας τη σούπερ κούρα αγνής διατροφής, που έληξε σήμερα πανηγυρικά με παϊδάκια στην πλατεία, πρώτη μέρα κρεοφαγίας του 15ημέρου. 

Αύριο ξανά εγκαταλείπω το χωριό, ζηλεύω τους ενοικιαστές του rbnb που θα έρθουν και θα βρουν την επόμενη σοδειά. Θα γυρίσω, καλά να είμαστε, αλλά τέτοιος κήπος δεν το βλέπω εύκολο να ξαναγίνει.



Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020

Το κορίτσι στο Κογκρέσο


Δεν με μεγάλωσαν οι γονείς μου για να με βρίζει ο κάθε κύριος Τεντ… Η φράση αυτή από ένα νέο πρόσωπο στην οθόνη μου, ανάμεσα σε πολλές άλλες, με έκανε να σταματήσω τη γρήγορη παρέλαση εικόνων και ειδήσεων, να σταθώ. Η Αλεξάνδρια Οκάζιο Κορτέζ, μέλος του Κογκρέσου των ΗΠΑ, νέα και ωραία, το νεώτερο μέλος του  την ακρίβεια, απαντά σε κάποιον ρεπουμπλικάνο που την αποκάλεσε σκύλα ή κάτι εξίσου άθλιο. Μιλάει αφήνοντας τη στεναχώρια να διαγράφεται στα όμορφα χαρακτηριστικά της. Αυτό με συγκινεί περισσότερο. Δεν ξέρω ποια ακριβώς σημασία έχει το βήμα αυτό που χρησιμοποιεί για την πολιτική των ΗΠΑ. Είναι κάποιο σημαντικό πολιτικό βήμα πάντως και από εκεί δείχνει σε όλο τον κόσμο, πλέον, το πρόσωπο της πληγωμένης από τα σεξιστικά λόγια γυναίκας, του πληγωμένου ανθρώπου, βρίσκει τις λέξεις να το δείξει, και δεν φοβάται ούτε τις εκφράσεις.

Η φράση με καθηλώνει. Βλάσταινε στο μυαλό μου όταν πριν δεκαετίες πληγωνόμουν αναίτια από τις σεξιστικές επιθέσεις καθημερινών ανθρώπων στα καλά καθούμενα, στο δρόμο, σε μαγαζιά, ή στο Πανεπιστήμιο όπου με είχε υποδεχτεί κάποτε η παρέα του φίλου μου με τη φράση «Με τη γκόμενα ήρθες ρε συ στο Πανεπιστήμιο;» λες κι η γκόμενα δεν είχε περάσει τις δικές της εξετάσεις, περίμενε τον γκόμενο να την πάρει από το χεράκι.  Με είχε πνίξει η προσβολή, είχα προσπαθήσει να μιλήσω, αλλά την επίθεση ακολουθούσε κουφαμάρα, μπορούσες να λες ό,τι ήθελες, δεν σου έδιναν σημασία. Και χωρίς να θέλω σκεφτόμουν τους γονείς μου, την αξιοπρέπεια που μου είχαν δώσει,  και δεν ήθελα ποτέ να μάθουν τι υφίστατο στη δεκαετία του 1970 ένα κορίτσι που απλώς πήγαινε στο Πανεπιστήμιο, ή έμπαινε στο λεωφορείο, ή βολτάριζε στην πόλη. Ήταν πολύ μπερδεμένο το ποιος ήταν ένοχος και ποιος έπρεπε να τιμωρηθεί.

Πόσες ώρες από τα δροσερά μας νιάτα χαμένες στο φόβο και τη στεναχώρια για τις επιθέσεις που υφιστάμεθα μόνο και μόνο επειδή υπήρχαμε κι ήμασταν νέες και ωραίες, με ελεύθερα μαλλιά. Δεν ξέραμε και αρκετή ιστορία των γυναικών, να σκεφτόμαστε ότι όλοι εκείνοι οι χωριάτες που μας περιτριγύριζαν είχαν συνηθίσει μαντιλοδεμένες γυναίκες και μαλλιά πλεγμένα κοτσίδες για τα κορίτσια, να δώσουμε μια ερμηνεία με κάποια αποστασιοποίηση, να καταλάβουμε το σοκ τους. Όπως τώρα, μεγάλες πια και σοφές, καταλαβαίνουμε την αγανάκτηση τους για την πολιτική ορθότητα που τους καταπιέζει τη λίμπιντο και χάνει η ανθρωπότητα τον πλούτο της επιθετικότητάς τους.


Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Ιπτάμενες χαρτοπετσέτες



Φυσάει αεράκι στην παραλία, παίρνει τις χαρτοπετσέτες της παραθαλάσσιας ταβέρνας. Στροβιλίζονται  πάνω από τραπέζια, πάνω από βότσαλα, πάνω από το αλμυρό νερό. Εκεί που σκάει το κύμα γίνονται πέτσα χαρτοπολτού. Το ίδιο κάτω από τραπέζια και  καρέκλες, τα γκαρσόνια προσπαθούν να τις στερεώσουν με διάφορους τρόπους, με ψωμιέρες,  πιάτα και ποτήρια, αλλά με την παραμικρή κίνηση ξεφεύγουν κι απογειώνονται σαν τα τρελά πουλιά.
Κόσμος πολύς στην παραλία, πάνε, έρχονται, σε δυο παρέες μόνο μιλούν δυνατά:
-Εδώ παλιά κολυμπούσαμε και πιάναμε με τα χέρια χταπόδια, τώρα δεν έχει μείνει τίποτε. Μόνο αχινοί, πάτησε το παιδί μου έναν και δεν είχε τσιμπιδάκι στην ταβέρνα να βγάλουμε τ’ αγκάθια. Δεν θα έπρεπε να έχουν τσιμπιδάκια, τόσο κοντά στους αχινούς; Έλα επιτέλους παιδί να παραγγείλουμε!
Σηκώνει το χέρι για το γκαρσόνι. Μια χαρτοπετσέτα περνάει δίπλα της με χορευτικές φιγούρες. Θα μπορούσε εύκολα να την πιάσει, μια μικρή κίνηση να έκανε. Εμένα μου προκαλούν άγχος αυτές οι ιπτάμενες χαρτοπετσέτες, έχω ήδη μαζέψει δυο. Πώς καταφέρνουν να τις αγνοούν; Μήπως παραξένεψα γερνώντας;
Από την άλλη πλευρά ακούω άλλον να μιλά δυνατά στο κινητό, σα να οφείλουμε όλοι να τον ακούσουμε.
-Έλα, εδώ ταγματάρχης Ιωάννου… Ετοίμασε ένα τραπέζι για έξι άτομα με όλα τα σέα, γιατί δεν μας βλέπω καλά… Έχω παραγγείλει τα ψάρια. Θα βάλεις επιπλέον χταπόδι και το γόνο που είπαμε, τηγανιτό. Σε τρία τέταρτα μάξιμουμ να υπολογίζεις.
Κλείνει το κινητό και μας κοιτάζει όλους αυστηρά. Με πιάνει ανησυχία, γιατί δεν μας βλέπει καλά; Μια χαρά είμαστε, αν εξαιρέσεις αυτές τις ανυπότακτες χαρτοπετσέτες. Αποφασίζω να βουτήξω στη θάλασσα,  λίγη δροσιά πάντα καθησυχάζει. Περνάω πάνω από κάμποσες πατημένες χαρτοπετσέτες, φτάνω στο νερό. Κοιτάζω και για αχινούς, έχει κάμποσους, σημαίνει ότι είναι καθαρά εδώ πέρα. Βουτάω βαθιά, στο βυθό αιωρούνται όσες χαρτοπετσέτες κατάφεραν να φτάσουν μακρύτερα από τις άλλες και τελικά να προσθαλασσωθούν. Θα λειώσουν, χαρτί είναι, δεν είναι πλαστικό που αντέχει αιώνες. Λίγες μέρες, λίγες εβδομάδες. Κινούνται σε σλόου μόσιον, χορεύουν υποβρύχια σαν παράξενες νέες μορφές ζωής, άσπρες, αργές, λίγο σαν μέδουσες, λίγο σαν κάτι άλλο. Άραγε θα την παρηγορούσε την κυρία να τις δει αντί για τα χταπόδια των παιδικών της χρόνων;


Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020

Διακοπές στην Αίγινα



 Κάποτε στην Αίγινα είχα αρρωστήσει, ήμουν πολύ μικρή, μάλλον ακόμα δεν είχε γεννηθεί ο αδερφός μου. Είχα πυρετό που δεν έλεγε να περάσει, είχα χαλάσει τις διακοπές των γονιών μου, που δεν θυμάμαι αν ήταν για μέρες, ή απλώς ένα σαββατοκύριακο. Δεν είχαν ποτέ μεγάλες διακοπές όταν ήμασταν παιδιά. Μέναμε σε ένα μεγάλο, παλιό σπίτι σε σχήμα πί, τα δωμάτια έβλεπαν όλα σ’ ένα μακρύ μπαλκόνι που το τριγύριζε ολόκληρο, μέσα σ’ ένα κτήμα με φυστικιές. Μας φιλοξενούσαν νομίζω, ή μπορεί και να το νοικιάζαμε, ούτε αυτό  θυμάμαι. Το χρώμα του μόνο, αυτή την ώχρα της παλιάς πέτρας που ξαναβλέπω τώρα στα παλιά κτίρια της Αίγινας και πρέπει να είναι το φυσικό της χρώμα. Τη μια στιγμή έτρεχα χαρούμενη στο μακρύ εκείνο μπαλκόνι χαϊδεύοντας το κοκκινωπό ξύλινο κάγκελο, την άλλη στιγμή ήμουν με πυρετό στο κρεβάτι και οι γονείς μου είχαν απελπιστεί. Όλο το απόγευμα ψηνόμουν και κάμποσοι άνθρωποι είχαν παρελάσει με ματζούνια και συμβουλές και σούπες και ασπιρίνες, αλλά ο πυρετός δεν έπεφτε. Και τη νύχτα πια, εκεί που έτρεμα και τα δόντια μου χτυπούσαν, με πήρε η μαμά μου αγκαλιά κι άρχισε να με κουνάει. Δεν άναψαν φως, είχαν περάσει πολλές βασανιστικές ώρες ώσπου να πάρει απόφαση να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν θεωρούνταν τότε σωστό παιδαγωγικά να παίρνεις πολύ αγκαλιά τα παιδιά σου. Κακομαθαίνουν, έλεγαν, κι άφηναν τα μωρά να κλαίνε. Οι γονείς μου ήταν πολύ επιρρεπείς σε τέτοιου είδους θεωρίες, κάποτε μου είχαν κόψει τα Εικονογραφημένα Κλασσικά, που λάτρευα, επειδή κάποιος τους είχε πει ότι δεν είναι καλά για τα παιδιά,  τους προσφέρουν έτοιμες εικόνες, λέει, δεν αφήνουν να αναπτυχθεί η φαντασία τους! Εννοείται ότι διάβασα όλα τα Εικονογραφημένα Κλασσικά που είχαν κυκλοφορήσει, κρυφά από τους γονείς μου.
Έτσι και με τις αγκαλιές. Δεν έπρεπε να αγκαλιάζεις τα παιδιά όσο σου το ζητούσαν. Ωστόσο εκείνη τη νύχτα του πυρετού στην Αίγινα η μαμά μου πήρε απόφαση κάποια στιγμή να βάλει τις θεωρίες στην άκρη και να ακούσει το παλιό σοφό ένστικτό της, να με πάρει αγκαλιά, να με κουνήσει και να με νανουρίσει. Θυμάμαι πάντα εκείνη την αποφασιστική κίνηση, τη θήκη που μου έφτιαξε με το σώμα της και τον τρόπο που βρήκε να με κουνήσει, με απαλά χτυπήματα στην πλάτη. Έκλεισα τα μάτια ευτυχισμένη, άφησα τον ύπνο να με πάρει, ήσυχο, ήρεμο,  γλυκό και θεραπευτικό. Ξύπνησα γιατρεμένη το επόμενο πρωί και ποτέ δεν ξέχασα την ανακούφιση εκείνου του γλιστρήματος στον ύπνο μέσα στα μητρικά χέρια.
Έτσι είναι όλα αυτά τα μέρη στον Αργοσαρωνικό, που τα είχαμε πάρει στη σειρά και περνούσαμε τα παιδικά καλοκαίρια. Η Αίγινα, ο Πόρος, τα Μέθανα, η Ερμιόνη. Ήσυχη θάλασσα, μικροί όρμοι χωρίς κύματα, βότσαλα, δέντρα, καφενεία με γλυκά που εξίσου ικανοποιούσαν μικρούς και μεγάλους, μικρά διώροφα, μικρές προβλήτες, μικρά καΐκια, μικρές ψαριές και μικροί ταρσανάδες.  Αεράκι που χαϊδεύει το σώμα σα στοργική μητέρα. Μια αγκαλιά για τα σκληραγωγούμενα και μηδέποτε επαρκώς σκληραγωγηθέντα παιδιά της πόλης, ήσυχη, αγαπησιάρα, νανουριστική. Παιδική ηλικία, προστατευμένη, ήπια. Μπορούσαμε ακόμα και να κυβερνάμε πλεούμενα, να τραβάμε κουπί στα ήσυχα νερά,  να μη μας φοβίζει το σκοτάδι στα πευκοδάση, τόσο οικεία ήταν η γαλήνη τους.
 Καμία σχέση με τις Κυκλάδες, όπου σε δέρνει ο άνεμος, κι όχι βάρκα, ούτε τον εαυτό σου δεν μπορείς να κυβερνήσεις να σταθεί όρθιος στις ξερολιθιές και  λοιπές ξεραΐλες. Ούτε το πόδι μου δεν ήθελα να πατάω μέσα σε βάρκα εκεί, μ’ έπιανε ναυτία πριν απομακρυνθεί από την προβλήτα. Εκείνα τα νησιά είναι για την εφηβεία, για τους σκληρούς αγώνες που δίνει το σώμα με τον εαυτό του και με το περιβάλλον, να παλεύεις με τον αέρα και το χάδι να είναι απειλή, η ήσυχη παραλία να σου δίνεται δύσκολα, η γαλήνη να κρατάει όσο μια ανάσα. Και να μην έχεις ένα δάσος από πεύκα πουθενά, να σε πάρει αγκαλιά, να σε παρηγορήσει, να σε γιατρέψει.
Οι οπαδοί του Αιγαίου σνομπάρουν τον Αργοσαρωνικό. Είναι για οικογενειακές διακοπές, ενώ οι Κυκλάδες είναι για την περιπέτεια. Δεν θα διαφωνήσω, αλλά πόση περιπέτεια πια να αντέξει κανείς μετά τα διάφορα -ήντα; Και πώς να μη μαγευτείς με την αναβίωση της γλύκας από την παιδική ηλικία που σου χαρίζει με κάθε χάδι το βοριαδάκι, με κάθε μετακίνηση των ωρών το χρώμα του πεύκου;

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Φυστίκια αιγινήτικα, φυστίκια συριακά


Η Αίγινα δεν είχε φυστίκια από αρχαιοτάτων χρόνων.
Τα φυστίκια τα έφερε κάποιος κτηματίας, ή γεωπόνος, ή καλλιεργητής, γύρω στο 1860, από τη Συρία.
Ποιος θα το φανταζόταν ποτέ;
Για μας είναι τόσο δεμένα τα φυστίκια με την Αίγινα, τόσο βαθιά στα παιδικά μας χρόνια ριζωμένα τα δέντρα αυτά, και η λαχτάρα μας για φυστίκια.
Γιατί τα φυστίκια είναι ακριβή καλλιέργεια, είναι πολυτελής ξηρός καρπός. Δεν μπορείς να τα τρως με τις χούφτες, θέλει υπομονή για να στα δώσουν, όταν είσαι παιδί, θέλει υπομονή και τέχνη για να τα ανοίξεις, θέλει αυτοσυγκράτηση όταν μεγάλος τα βρίσκεις, ας πούμε, σε ένα μπωλ φιλικού σπιτιού και θέλεις να τα φας όλα.
Στην Αίγινα όμως, όταν τα βρίσκεις να τα πουλάνε στο λιμάνι, από το Συνεταιρισμό, από άλλους παραγωγούς, άψητα ή ψημένα, ανάλατα ή αλατισμένα, με τσόφλι ή ξεφλουδισμένα, σε γλυκό, σε παγωτό, σε βαζάκια, σε κουτάκια, σε κάθε παραλλαγή, μήπως μπορείς να ενδώσεις; Να φας λίγο παραπάνω φυστίκια από όσα χρειάζεται, κι από όσα δικαιούσαι; Για λίγες μέρες μόνο, να αφήσεις αυτή τη λεπτή, τη ντελικάτη γεύση να σε πλημμυρίσει;
Μπορεί όμως αυτή η τόσο λεπτή και ντελικάτη γεύση να πλημμυρίζει; Το συμπέρασμα μου μετά από εντατική φυστικοφαγία είναι ότι αυτό δεν γίνεται. Δεν μπορείς να ξεχειλίσεις από αυτή τη γεύση. Όσα και να φας, χόρταση δεν έχει, ίσως λυσάξεις για νερό αν πέσεις στα αλμυρά. Υπάρχει κάτι το φευγαλέο στην ωραία γεύση τους, όπως σε όλα τα ωραία εν τέλει. Άρα επιστρέφουμε στην πολυτέλεια και την αυτοσυγκράτηση.
Πολλά πράγματα χάθηκαν στους τόπους που γνωρίσαμε παιδιά, ας πούμε τα κανάτια που κάποτε πουλούσαν στην Αίγινα, για να κρατάνε δροσερό το νερό. Δεν χρειάζονται πια, τα ψυγεία κάνουν τη δουλειά, όσο παράξενο κι αν είναι που ακόμα η δροσιά ενός κανατιού που κάποτε χρησιμοποιήσαμε μοιάζει να αγγίζει τα δάχτυλά μας. Τα εργαστήρια δεν μπόρεσαν να στραφούν σε πιο διακοσμητικά αντικείμενα, φαίνεται ότι έχουν όλα κλείσει. Τα φυστίκια όμως είναι εδώ! Γεμάτη η Αίγινα με κτήματα φυστικιών, φορτωμένα τους πράσινους καρπούς μέσα στο καλοκαίρι. Κι όταν δεν φτάνουν για την κατανάλωση, επειδή έρχονται όλοι εδώ με λαχτάρα για φυστίκια, φέρνουν από την Αττική και τη Βοιωτία, όχι από μακρύτερα. Δεν είναι θαύμα;
Πόσο κοντά είναι κι αυτή η Συρία..

Kάτι πολύ σάπιο υπάρχει


Στην πλατεία Βικτωρίας είχε ωραία, σύγχρονα παγκάκια, μεταλλικά, ατομικά, και τα κλασσικά ξύλινα. Μεγάλη πλατεία, πολλά δρομάκια ανάμεσα στα παρτέρια, πολλά παγκάκια. Όχι ότι μπορείς να περάσεις εκεί πολλές ώρες μέσα στο καλοκαίρι, αλλά μερικά είχαν λίγη σκιά, κι όλα πρόσφεραν αυτό που οι άνθρωποι χρειάζονται για να ξεκουραστούν στοιχειωδώς, μια επιφάνεια λίγους πόντους απόσταση από το έδαφος, η τεράστια πολυτέλεια.

Στην πλατεία Βικτωρίας ξήλωσαν όλα τα παγκάκια, γιατί είχαν πάει εκεί πολλοί μετανάστες και ξάπλωναν, κάθονταν, ακουμπούσαν τα πράγματα τους, κάπως βόλευαν την ύπαρξη τους. Αυτό σκέφτηκαν να κάνουν οι αρχές του Δήμου Αθηναίων για να λύσουν το πρόβλημα. Οι προηγούμενες αρχές, που κάτι προσπαθούσαν σαν συσίτια, σαν ξενώνες, σαν περίθαλψη, δεν άκουσαν και καμιά καλή κουβέντα, οπότε ετούτες εδώ σου λέει, μετανάστες στα παγκάκια; Βγάλτα να τελειώνουμε! Καθόλου παγκάκια στην πλατεία! Δημοκρατία της ορθοστασίας. Όποιος αντέχει να στέκεται όρθιος ας πηγαίνει εκεί. Απλό και σοφό. Θαυμάζει κανείς τι σοφίζεται ο homo sapiens. Homo sapiens καλεί homo erectus.  

Πριν χρόνια στην Ομόνοια είχαν βάλει κάτι ελιές, κι από κάτω παγκάκια. Στα παγκάκια κάθονταν μετανάστες, οπότε λίγο καιρό μετά βγήκαν και οι ελιές και τα παγκάκια. Τώρα η Ομόνοια είναι σε άσπιλο μπετό, συντριβάνι με γρασίδι, τέλειο τοπίο για φωτογραφίσεις από ψηλά. Χαμηλά ποιος πάει στην Ομόνοια; Μόνο μετανάστες πήγαιναν κι εκεί, οπότε καλύτερα να μη μπορεί κανείς να πηγαίνει. Γιατί ακόμα κι αυτούς που έχουν φτάσει στο σημείο να μπορούν να περπατούν ελεύθερα στην πόλη πρέπει να τους αποθαρρύνουμε, να στέλνουμε το μήνυμα ότι δεν υπάρχει γωνιά να ξαποστάσουν το κορμί τους, δεν υπάρχει εδώ έλεος. Αυτή είναι η πολιτική μας, ευρωπαϊκή με τη βούλα.

Στην υπέροχη Ευρώπη με την ανθρωπιστική παράδοση μπορούμε να γίνουμε πολύ απάνθρωποι χωρίς να βλάψουμε τις βασικές αρχές του ανθρωπισμού, παρά μόνο όσο πατάει η γάτα. Τα παγκάκια ας πούμε. Μια σταλιά φρίκη. Δεν ήρθαν να μελετήσουν επί τόπου οι καθηγητές ανθρωπιστικών σπουδών και οι φοιτητές τους σε ποια κατεύθυνση εξελίσσεται ο sapiens, να δουν εφαρμοσμένη ολόκληρη τη φιλοσοφία. Βρίσκονται σε παρακμή οι ανθρωπιστικές σπουδές. Είναι ολοφάνερο. Οι λέξεις πρέπει να παραιτηθούν ολοσχερώς, οι έννοιες να εξαφανιστούν, όπως οφείλουν να κάνουν οι πρόσφυγες που μετράνε την ταλαιπωρία τους με το σαδισμό μας.

Να βράσω τις ευρωπαϊκές αξίες και τις ανθρωπιστικές σπουδές, τις λέξεις, τις έννοιες, τον homo sapiens. Homo σάπιος όσο δεν παίρνει.  


Οδύσσειες της στεριάς

Θυμήθηκα τώρα, καθώς βάφω αυτά τα κάγκελα και έρχονται παλιές εικόνες σαν στρώσεις μπογιάς που αποκαλύπτονται αντί απλώς να καλύπτονται, θυμ...