Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Ο κόσμος ανάποδα



Τον πρώτο καιρό που έκλεισαν τα σχολεία σκεπτόμουν πόσο είμαι τυχερή που τα παιδιά μου μεγάλωσαν και δεν έχουν ανάγκη να ασχοληθώ μαζί τους, και μάλιστα σε σχεδόν εγκλεισμό. Τρόμος με έπιανε στην ιδέα. Μάλλον θυμόμουν τον εαυτό μου, ήμουν κάμποσο έγκλειστη, μεγαλώνοντας στην Αθήνα με δυο εργαζόμενους γονείς και χωρίς αλάνες. Τόσο με είχε καταπιέσει η κλεισούρα που δεν άφηνα τα δικά μου παιδιά να παίξουν λίγο μέσα, κάθε μέρα το πάρκο ήταν υποχρεωτικό. Είχα φτάσει στο άλλο άκρο, μόνο αν έβρεχε μέναμε μέσα. Τι θα έκανα τώρα αν ήσαν μικρά; Λυπήθηκα τους νέους γονείς από το βάθος της καρδιάς μου.
Ύστερα, καθώς οι μέρες περνούσαν και γέμισαν οι οθόνες προτάσεις και ιδέες, και βίντεο και τραγούδια, και πρόσωπα σε τηλεσυναντήσεις, και παιχνίδια και ιδέες, και βιβλία, κι όλ’ αυτά, θυμήθηκα ένα χαλί που είχαμε στο σαλόνι μας όταν ήμασταν παιδιά, κι επάνω εκεί περνούσαμε ατέλειωτες ώρες με τον αδερφό μου, στήνοντας μια πόλη στα αφηρημένα του σχέδια, με κήπους, πλατείες, σπίτια, λιμάνια κι αεροδρόμια, σαν μικροί θεοί σκυμμένοι πάνω από τον κόσμο μας. Την κατοικούσαν κάτι μικρά πλαστικά αυτοκινητάκια που είχαμε σε αφθονία, και τους είχαμε δώσει ονόματα με την ανιμιστική μας αυθαιρεσία. Φτιάχναμε διάφορα βοηθητικά στοιχεία με χαρτί, ψαλίδι, κόλλα, κι η μαμά μας πάντα γκρίνιαζε ότι γεμίζαμε τον τόπο με ‘χαρτάκια- χαρτούδια’ υποβιβάζοντας τη δημιουργικότητά μας σε πρακτική ενόχληση. Φαντάζομαι ότι αν οι μαμάδες σήμερα επιτρέπουν στα παιδιά λίγα χαρτάκια -χαρτούδια θα μπορέσουν να τα κρατήσουν για πολλές ώρες σε δημιουργική εγρήγορση. Γενικά, αν ασχοληθούν λίγο θετικά μαζί τους, εξάλλου είναι η μόνη λύση αυτή τη στιγμή, να συμβιβαστούν με τις ανάγκες τους. Η δική μου εργαζόμενη μαμά είχε βρει κάποτε καιρό να φτιάξει μαζί μου κουλουράκια, ύστερα μετάνιωσε που είχαμε κάνει την κουζίνα λίμπα, αλλά εκείνη η μια φορά μου έμεινε αξέχαστη. Όπως κάποτε που παίζοντας με κράτησε να περπατήσω ανάποδα όλο το σαλόνι γύρω- γύρω. Το να βλέπω τον κόσμο, ή έστω το σαλόνι μας ανάποδα, ήταν από τις πιο αξέχαστες στιγμές της παιδικής μου ζωής. Δυστυχώς δεν ξαναβρήκε χρόνο και διάθεση, εγώ όμως κράτησα την εικόνα. Πιστεύω ότι είναι πολύ χρήσιμο να δεις κάποια στιγμή τον κόσμο ανάποδα με τη βοήθεια της μαμάς σου, γελώντας και θαυμάζοντας.
Πωπω, άρχισα να ζηλεύω τώρα τους νέους γονείς που έχουν τα παιδιά στο σπίτι.

Το σπίτι κι ο κόσμος


 Χωρίς την πόλη το σπίτι είναι  παράξενο. Δεμένο μαζί της εκ γενετής, διαμέρισμα ορόφου επειδή η πόλη θέλει πολύ κόσμο μαζεμένο για να είναι πόλη. Και ο κόσμος θέλει την πόλη διακαώς, η πόλη είναι στόχος και εκκίνηση. Οι επαρχιώτες ξεκινάνε τη γνωριμία της από τη στρογγυλή πλατεία, την Ομόνοια που δεν μπορεί χρόνια τώρα να ομονοήσει με τον εαυτό της. Επαρχιώτες απ’ όλο τον κόσμο πλέον,  σοκάρουν τους πρώην επαρχιώτες,  που δεν καταλαβαίνουν σε τι χρησιμεύει μια στρογγυλή ακτινοβόλα δήθεν πλατεία στο κέντρο της πόλης. «Θα καταφέρει το ωραίο αυτό σιντριβάνι  να διώξει τους κατοίκους της περιοχής;» αναρωτιόταν νοσταλγικά μια κυρία πριν ένα μήνα.
Χωρίς το μπες -βγες από τις πόρτες των διαμερισμάτων, αυτό το μπαμ και μπαμ κάθε τόσο, το σφυροκόπημα, τα άσφαιρα πυρά του οικιακού θυμού, χωρίς τα βήματα για τη δουλειά, για τα ψώνια, για το χάζι, για την ελπίδα που κάθε έξοδος από το σπίτι  κρύβει, η πόλη δε βγάζει νόημα. Οι στενοί της δρόμοι δεν βγάζουν νόημα, πιο αφόρητη από ποτέ η στενότης όπως αναιδώς μοστράρεται στα παράθυρα, αλλά κι οι μεγάλοι κι ωραίοι, ούτε κι αυτοί βγάζουν νόημα. Οι στενοί είναι για να περνάς γρήγορα, οι φαρδιοί  για  περίπατο. Τώρα πρέπει να κάνεις περίπατο στους στενούς, όχι, ατομική άθληση, θέλει ειδικό παπούτσι κλπ. Και στους φαρδιούς πώς να φτάσεις που είναι λίγοι και σε απόσταση ύποπτη;
Στις οθόνες προσπαθεί να χωρέσει ο κόσμος, να μεταφερθεί στο σπίτι. Μια χαρά τα πηγαίναμε πολλοί από μας με δαύτες, θα μπορούσαμε να μένουμε μέσα από μόνοι μας, για τη βολή μας. Αλλά κάπως ισορροπούσε η καθημερινότητα ανάμεσα στον αληθινό κόσμο και τον ψηφιακό, ήταν οι αισθήσεις που το απαιτούσαν, η αδηφάγα όραση, η επιρρεπής σε πειρασμούς ακοή, η προδότρα η όσφρηση, και η αφή, η αίσθηση του αιώνα, η τελευταία και πιο συγκλονιστική μας ανακάλυψη. Αχ αυτή η αφή, που έχει γίνει πλέον η μεγάλη αδυναμία, που δεν μπορεί να καταλάβει όταν πιάνει τους ιούς, που λαχταρά πλάτες και λαιμούς και στόματα, και κροτάφους, γυαλάδες και απαλότητες,  ανεκπαίδευτη στα βασικά,  μας έβαλε σε μπελάδες. Να τη γαντοφορέσουμε, να τη μασκοφορέσουμε, να βάλουμε πάλι πέπλα, γάντια, φερετζέδες, πάνε τα φιλιά που χρόνια μας πήρε να μάθουμε, πάει και η σοφία αποτίμησης των χειραψιών.
Πώς θα ξαναβρεθούνε άραγε το σπίτι κι ο κόσμος;

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Challenge accepted



Αποδέχτηκα την πρόσκληση, ε καλά, δεν ήθελα και πολύ, γνωστός Νάρκισσος. Έστειλα κι εγώ κάμποσες προσκλήσεις με τη σειρά μου, εκείνο που δεν φανταζόμουν ήταν ότι θα μου άρεσε τόσο να κοιτάζω αυτές τις παλιές φωτογραφίες που έβαζαν οι άλλοι στο facebook, γνωστοί αλλά ακόμα κι άγνωστοι. Σα να ξεφύλλιζα παλιά άλμπουμ της οικογένειας, εκεί όπου αποκαλύπτεται η νεαρή ηλικία των γονιών σου, αυτή που δεν θα μπορέσεις ποτέ να καταλάβεις, ποτέ να μάθεις εντελώς πώς ακριβώς υπήρξε, με ποιον τρόπο διέσχισαν εκείνη την άλλη εποχή οι αγαπημένοι σου άνθρωποι.
Με τη διαφορά ότι το άλμπουμ με φίλους είναι ξεφύλλισμα σε κοινούς χρόνους. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες από το 60, παιδάκια με τα καλά τους, σε χώρους που αναδύονται στη μνήμη καθώς τις χαζεύεις, μέρη της Αθήνας, στέγες της επαρχίας, προσόψεις που έχουν χαθεί στο φόντο, αλλά να που δεν έχουν εντελώς χαθεί, είναι ακόμα βαθιά στο φόντο. Έγχρωμές φωτογραφίες του εβδομήντα, με τα χρώματα αλλοιωμένα, ίδια αλλοίωση της δεκαετίας αυτής και των επόμενων, κάθε δεκαετία με τη δική της αλλοίωση χρωμάτων. Και η μνήμη να παλεύει στο εσωτερικό της φωτοσόπ να τα φτιάξει σωστά, να τους δώσει τις αληθινές αποχρώσεις. Αν είναι αληθινές αυτές που θέλει εκείνη να κρατά.
Κι όσο παλιές και να είναι οι φωτογραφίες πάντα ολόφρεσκη να εμφανίζεται η νιότη, τα ελεύθερα μαλλιά, τα λεία πρόσωπα, τα καινούργια σώματα, τα αθώα χαμόγελα. Αθώα ακόμα κι αν είναι πονηρά, όπως αθώα είναι πάντα η νιότη μέσα στην άγνοια της κινδύνου, μέσα στις τόσες ωραίες της άγνοιες. Σα να με έχουν καλέσει σε πάρτι ξεμασκέ, ελάτε, δείξτε τον αληθινό σας εαυτό και θα χορέψουμε, θα φάμε, θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε. Ο αληθινός εαυτός είναι το τολμηρό πρόσωπο που είχαμε τότε που που μας το πρωτοσχημάτισε η φύση, οι πρόγονοι, η ευζωία του αιώνα μας. Το βλέμμα πάντα, σε όλες, με τη χαραμάδα δισταγμού, την αμφιβολία, μικρούλα ή μεγαλύτερη, τώρα που θα με δουν, πώς είμαι; Γιατί οι λέξεις των άλλων θα μπουν επάνω μου, αυτές που θα με φτιάξουν ερήμην μου, πόσο μπορώ να τις καθορίσω; Πρώτες στιγμές με τη νεανική μας εμφάνιση, αυτό το θαύμα ανθρώπων και φύσης, οικογένειας και κοινωνίας, μοίρας και παρεμβάσεων. Ελεύθερα μαλλιά που είχαμε στον αιώνα του θριάμβου του ανθρωπίνου σώματος που αξιωθήκαμε, καθαρά πρόσωπα, βλέμματα τόσο υπέροχα ανυποψίαστα των δυνατοτήτων και των ελλείψεων. Όλα νομίζαμε ότι τα μπορούσαμε, κι όλα μας φόβιζαν. Γευτήκαμε για λογαριασμό της ανθρωπότητας τις πιο υπέροχες ελευθερίες, τις ανακαλύψαμε, ζήσαμε το σώμα μας θριαμβευτικά. Άντε τώρα να το συμμαζέψουμε, να το ντύσουμε με γάντια, να του φορέσουμε μάσκες, να το διατάξουμε να μην αγγίζει, να μην ανοίγεται, να στραφεί στους εσωτερικούς χώρους, μετά το όργιο της ζωής μας στη χαρά την εξώτερη.
Τέλος πάντων, όπως μας αρέσει το σινεμά και οι ιστορίες, αποδεχόμαστε την πρόσκληση και την πρόκληση να φτιάξουμε παζλ με τις δικές μας, όπως όπως.




Μοναχική κηδεία

Τέτοιες μέρες να πεθαίνει ο Γλέζος και να πρέπει να κηδευτεί χωρίς τον αποχαιρετισμό που θα του άξιζε, δεν είναι κρίμα; Στην παράξενη συγκυρία που βιώνουμε, θα θυμηθώ την πρώτη φορά που τον είδα, όχι τον ίδιο, μια τεράστια φωτογραφία του, νεανική, σαν αυτές που δημοσιεύονται τώρα ξανά μαζί με τις άλλες, σε πιο προχωρημένη ηλικία. Ηταν πάντα όμορφος άντρας, και γερνώντας ομόρφαινε. Τον γνώρισα κάποτε από κοντά, χρόνια αργότερα από την πρώτη εκείνη φορά, και με είχε εντυπωσιάσει, πέρα από τη συγκίνηση βέβαια.
Φανταστείτε λοιπόν μια φωτογραφία στο μέγεθος του δημαρχείου της Βιέννης, ένα μεγάλο κτίριο γοτθικού ρυθμού, σαν κατεντράλε. Ηταν Πρωτομαγιά του 1967, λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα. Δεν ξέρω τι είχε κάνει ο πατέρας μου για να καταφέρει να φύγουμε, ήταν για 21 Απριλίου κανονισμένο το ταξίδι για ραντεβού με φημισμένο οφθαλμολόγο, και φύγαμε μια βδομάδα μετά.
Ετσι βρεθήκαμε Πρωτομαγιά στη Βιέννη και είδαμε μια απίθανα μεγάλη παρέλαση για την εργατική Πρωτομαγιά, ένα θέαμα που δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου, να περνάει τη Ρινγκστράσε, ατέλειωτα πλήθη, με τα ρούχα της δουλειάς και γαρίφαλα στο πέτο, σε μπλοκ ανά επάγγελμα, με τα πανό τους όλοι, σε μια πορεία εργατικής Πρωτομαγιάς που άρχισε  πρωί και τελείωσε απόγευμα.
Κι όλοι μαζί να φωνάζουν ένα σύνθημα και να το γράφουν σε όλα τα πανό, «Ελευθερία στην Ελλάδα» («Freiheit in Griechenland»)! Δεν ξέραμε γερμανικά, αλλά αυτό το καταλάβαμε και δεν το ξεχάσαμε ποτέ. Και η εξέδρα των ομιλητών, και το κέντρο όλης αυτής της πορείας να είναι το πορτρέτο του Γλέζου μπροστά στο δημαρχείο.
Ο πατέρας μου κι η μάνα μου κοιτάχτηκαν ξαφνιασμένοι, έμειναν λίγο σιωπηλοί, ύστερα γύρισαν σε μας, που είχαν προσπαθήσει να μας προστατέψουν από το παρελθόν τόσα χρόνια, μάταια όπως απεδείχθη· «ο Γλέζος», μας είπαν. Δεν θυμάμαι αν ήξερα τότε ποιος ήταν ο Γλέζος ή αν μας το είπαν εκείνη τη στιγμή.
Είχαμε μείνει άναυδοι.  Οι Αυστριακοί, οι Βιεννέζοι, που ήσαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ναζί, να βάζουν το δικό του πορτρέτο σε τέτοια θέση, εκείνου που είχε κατεβάσει τη ναζιστική σημαία! Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πολλά για την Ευρώπη, για την αξία της ελευθερίας και της δημοκρατίας, αλλά και της αυτοκριτικής, της πολιτικής απόφασης να αρνηθείς το παρελθόν σου και να το κριτικάρεις τόσο ώστε να τιμάς τους εχθρούς του.
Στο μυαλό μου, λοιπόν, η κηδεία του γίνεται με τόσο πολύ κόσμο, παρελαύνουν πάλι πλήθη, είναι νέος στη φωτογραφία, κι ευτυχώς δεν χρειάζεται να φωνάζει κανείς πια «Ελευθερία στην Ελλάδα». Σιωπηλά θυμόμαστε και σκεφτόμαστε.

Aσκητές και προφήτες

Στις δύσκολες μέρες που περνάμε, να που μέσα στη μοναξιά των σπιτιών εμφανίζεται το παρελθόν απροσδόκητη παρέα. Αυτό που αρνιόμασταν, ξορκίζαμε, ειρωνευόμασταν από το ύψος του παρόντος, του καλύτερου μέλλοντος συμπεριλαμβανομένου. Την πατήσαμε οι επιπόλαιοι. Να το τώρα που σαρκάζει με ανήλιαγο πρόσωπο και τους φόβους που κρυφά έτρεφε μέσα μας χωρίς να το υποπτευόμαστε.
Μα πώς έμπαινε στον κήπο της ψυχής μας; Τι χαραμάδες έβρισκε ή ήταν εκεί ανέκαθεν, από την εποχή που ήμασταν εξαρτημένα βρέφη, δεν είχε φύγει ποτέ, παρ' όλη την παλικαριά που νυχθημερόν καλλιεργούσαμε; Εχουν πολλά να μας πουν οι ψυχαναλυτές. Στο μεταξύ, κάθε μέρα είναι γόνιμη για φιλοσοφία, κάθε νύχτα πρόσφορη για δέος. Γινόμαστε ασκητές, μερικοί και προφήτες.
Ο κόσμος, λένε, ποτέ δεν θα ξαναγίνει όπως ήταν. Μην ελπίζετε, όλα θα αλλάξουν. Κι εκεί έρχονται οι θετικοί να πουν ότι πρέπει να προσπαθήσουμε όλοι να μη χαθούν βασικές κατακτήσεις της ανθρωπότητας, έστω της δικής μας ανθρωπότητας, της δημοφιλέστερης αν κρίνουμε από το πλήθος των εραστών-πολιορκητών της, και οι μη θετικοί να προφητέψουν ότι αυτά που χάνουμε, ελευθερίες, δυνατότητες, το μεγάλο άνοιγμα που πέτυχε η γενιά μας, έστω και με κλειστά σύνορα εσχάτως, χάνονται διά παντός και να τα κλάψουμε από τώρα.
Δεν το πιστεύω, αλλά η εποχή, είπαμε, ευνοεί τους φόβους. Ξεμυτίζει μέσα μας ένας κρυμμένος τιμωρός, τόσα ταξίδια που έκανες, καθόλου δεν μετανιώνεις; Τόσες παρέες γνώρισες και τις χάρηκες με την ψυχή σου, τόσα νησιά, τόσες βόλτες με αυτοκίνητο, δεν έχεις ενοχές;
Από την απληστία των απολαύσεων ξεκίνησε ο κορονοϊός, από την παραξενιά πλούσιων Κινέζων που έτρωγαν παράξενα ζώα, δεν αυτομαστιγώνεσαι που κάποτε φλέρταρες με ένα πακέτο κρέας κροκοδείλου, εδώ, εν Ελλάδι, και τελευταία στιγμή συγκρατήθηκες να μην το πάρεις; Μετανοείτε λίγο!
Μπα, τίποτε σε τύψεις. Να μου πουν ότι δεν θα ήταν σωστό να τρώμε κροκόδειλο για τη βιοποικιλότητα, και κρέας μόνο μια φορά τον μήνα για τα αέρια του θερμοκηπίου, να ταξιδεύω μόνο με τα πόδια για οικονομία, υγεία και δεν ξέρω τι άλλο, σύμφωνοι. Οι φόβοι έχουν ξυπνήσει, η καρδιά σφίγγεται, μπορώ να χαρώ; ρωτάει το φοβισμένο νήπιο μέσα μου τη στιγμή που χαμογελά ή υποτονθορύζει δυο στίχους, οι οποίοι απρόσκλητοι εμφανίζονται στο μυαλό, εγώ κύριε δεν ξέρω τίποτε.. Και οφείλω να βρω δύναμη να το πιάσω από το χέρι και να το συνεφέρω.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Ασκητές και προφήτες

Στις δύσκολες μέρες που περνάμε, να που μέσα στη μοναξιά των σπιτιών εμφανίζεται το παρελθόν απροσδόκητη παρέα. Αυτό που αρνιόμασταν, ξορκίζαμε, ειρωνευόμασταν από το ύψος του παρόντος, του καλύτερου μέλλοντος συμπεριλαμβανομένου. Την πατήσαμε οι επιπόλαιοι. Να το τώρα που σαρκάζει με ανήλιαγο πρόσωπο και τους φόβους που κρυφά έτρεφε μέσα μας χωρίς να το υποπτευόμαστε. Μα πώς έμπαινε στον κήπο της ψυχής μας; Τι χαραμάδες έβρισκε ή ήταν εκεί ανέκαθεν, από την εποχή που ήμασταν εξαρτημένα βρέφη, δεν είχε φύγει ποτέ, παρ' όλη την παλικαριά που νυχθημερόν καλλιεργούσαμε; Εχουν πολλά να μας πουν οι ψυχαναλυτές. Στο μεταξυ γινομαστε ασκητεσ, μερικοι και προφητες. Ο κόσμος, λένε, ποτέ δεν θα ξαναγίνει όπως ήταν. Μην ελπίζετε, όλα θα αλλάξουν. Κι εκεί έρχονται οι θετικοί να πουν ότι πρέπει να προσπαθήσουμε όλοι να μη χαθούν βασικές κατακτήσεις της ανθρωπότητας, έστω της δικής μας ανθρωπότητας, της δημοφιλέστερης αν κρίνουμε από το πλήθος των εραστών-πολιορκητών της, και οι μη θετικοί να προφητέψουν ότι αυτά που χάνουμε, ελευθερίες, δυνατότητες, το μεγάλο άνοιγμα που πέτυχε η γενιά μας, έστω και με κλειστά σύνορα εσχάτως, χάνονται διά παντός και να τα κλάψουμε από τώρα. Δεν το πιστεύω, αλλά η εποχή, είπαμε, ευνοεί τους φόβους. Ξεμυτίζει μέσα μας ένας κρυμμένος τιμωρός, τόσα ταξίδια που έκανες, καθόλου δεν μετανιώνεις; Τόσες παρέες γνώρισες και τις χάρηκες με την ψυχή σου, τόσα νησιά, τόσες βόλτες με αυτοκίνητο, δεν έχεις ενοχές; Από την απληστία των απολαύσεων ξεκίνησε ο κορονοϊός, από την παραξενιά πλούσιων Κινέζων που έτρωγαν παράξενα ζώα, δεν αυτομαστιγώνεσαι που κάποτε φλέρταρες με ένα πακέτο κρέας κροκοδείλου, εδώ, εν Ελλάδι, και τελευταία στιγμή συγκρατήθηκες να μην το πάρεις; Μετανοείτε λίγο! Μπα, τίποτε σε τύψεις. Να μου πουν ότι δεν θα ήταν σωστό να τρώμε κροκόδειλο για τη βιοποικιλότητα, και κρέας μόνο μια φορά τον μήνα για τα αέρια του θερμοκηπίου, να ταξιδεύω μόνο με τα πόδια για οικονομία, υγεία και δεν ξέρω τι άλλο, σύμφωνοι. Οι φόβοι έχουν ξυπνήσει, η καρδιά

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Οι Αμνησιακοί



Διαβάζω το βιβλίο της Geraldine Schwarz, Les Amnesiques, μια πολύ ενδιαφερουσα έρευνα για την εξέλιξη της μνήμης των ναζιστικών εγκλημάτων στη Γερμανία και τη Γαλλία, πατρίδες της συγγραφέως, αλλά και στην Ιταλία και άλλες χώρες. Η ίδια είναι Γαλλογερμανίδα, μεγάλωσε στη Γαλλία και τώρα ζει στο Βερολίνο, και το πρώτο αντικείμενο της έρευνας της ήταν οι παπούδες της. Η ακρίβεια της καταγραφής και της κατανόησης καταστάσεων είναι συγκλονιστική. 
Στέκομαι σε μια αναφορά για την προσπάθεια που έγινε κάποια στιγμή το 1938 να δεχτούν Εβραίους πρόσφυγες από τη Γερμανία διάφορες χώρες, με πρωτοβουλία των ΗΠΑ. Μετέφρασα το απόσπασμα γιατί μου θυμίζει τη δική μας εποχή ως προς τους πρόσφυγες:
….Τον Ιούλιο του 1938, αντιμέτωπος με το πρόβλημα των Εβραίων προσφύγων που συνεχώς αυξάνονταν, ο αμερικανός πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούσβελτ συγκάλεσε διεθνή συνδιάσκεψη με την ελπίδα να τους διαμοιράσει αναλογικά σε όσο γίνεται περισσότερες χώρες. Η Ιταλία και η ΕΣΣΔ αρνήθηκαν να παραστούν. Αντιπρόσωποι 32 χωρών συναντήθηκαν στα Λουτρά Εβιάν στις όχθες της λίμνης Λεμάν. Μέσα στα δροσερά σαλόνια του ξενοδοχείου Ρουαγιάλ, που το 1909 είχε λανσαριστεί σαν το ‘ωραιότερο ξενοδοχείο του κόσμου’, στέκι εστεμμένων και διασήμων καλλιτεχνών, οι εθνικοί αντιπρόσωποι έπαιρναν το λόγο ένας- ένας εκφράζοντας τη βαθιά τους συμπόνοια για τη μοίρα των εβραίων της Ευρώπης. Αλλά κανένας δεν προσέφερε φιλοξενία, με την εξαίρεση του αντιπροσώπου της Δομινικανής Δημοκρατίας, που κι αυτή το έκανε ζητώντας οικονομική βοήθεια από τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ που εκπροσωπούνταν από έναν απλό επιχειρηματία, αρνήθηκαν να ανεβάσουν τον αριθμό που τους αναλογούσε και που είχαν ορίσει σε 27.370 βίζες το χρόνο για τη Γερμανία και την Αυστρία. Έτσι μια από τις χώρες με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο έδωσε τον τόνο, και οι άλλες ακολούθησαν. Παρά τις απέραντες αποικιακές αυτοκρατορίες που κατείχαν τότε η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία δεν δέχτηκαν καμία από τις επιλογές που τους προτάθηκαν, ούτε την Παλαιστίνη, ούτε την Αλγερία, ούτε τη Μαδαγασκάρη. Ο Αυστραλός αντιπρόσωπος εξήγησε ότι η χώρα του, μια από τις πιο εκτεταμένες και αραιοκατοικημένες του κόσμου, δεν ήθελε ‘να εισάγει ένα φυλετικό πρόβλημα’. Ο Ελβετός αντιπρόσωπος Χάινριχ Ρόθμουντ πληροφόρησε την ομήγυρη ότι η πατρίδα του δεν ήταν παρά ‘χώρα τράνζιτ’. Έξι μήνες αργότερα ξεκαθάρισε τη θέση του γράφοντας στον ειδικό απεσταλμένο στις Κάτω Χώρες: «Δεν αγωνιστήκαμε είκοσι χρόνια εναντίον της αύξησης των αλλοδαπών […] και ειδικά την εβραιοποίηση της Ελβετίας για να μας επιβάλουν τώρα μετανάστες». Η Σουηδία έφτασε να ζητήσει από τη Γερμανία να τυπώνει ένα μεγάλο J στα διαβατήρια για να μπορεί να τους αναγνωρίζει εύκολα. Πράγμα που έγινε το Οκτώβριο του 1938…

Για τι αριθμούς μιλάμε; Επρόκειτο για τον διαμοιρασμό σε 32 χώρες που διέθεταν άμεσα ή έμμεσα πολλά εδάφη, περίπου 360.000 Εβραίων οι οποίοι βρίσκονταν ακόμα στη Γερμανία, συν 180.000 της Αυστρίας, δηλαδή για λιγότερο από 20.000 για την κάθε χώρα. Πληθυσμοί κυρίως αστικοί που είχαν αποδείξει τις διανοητικές, επιχειρηματικές και καλλιτεχνικές τους ικανότητες και θα ωφελούσαν όποια χώρα τους έπαιρνε. Αυτή η μετανάστευση δεν θα μπορούσε παρά να πλουτίσει χώρες όπως η Αργεντινή η οποία πάντα έψαχνε υποψηφίους κατοίκους για τα ακατοίκητα εδάφη της. Ωστόσο, πριν καν την σύσκεψη στο Εβιάν, ο Αργεντινός υπουργός εξωτερικών είχε προωθήσει σε όλους τους προξένους της χώρας του μια μυστική εγκύκλιο με την εντολή να αρνούνται να δίνουν βίζα σε ‘πρόσωπα ανεπιθύμητα στη χώρα καταγωγής τους’ δηλαδή Εβραίους. …
Τη συνέχεια λίγο πολύ την ξέρουμε, βέβαια. 
Geraldine Schwartz, Les Amnesiques, recit, Flammarion 2017



Εγγόνια της ισπανικής γρίπης



Η Ισπανία δυσφημείται από τη γρίπη αυτή, ενώ δεν θα έπρεπε, επειδή ήταν η μόνη μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα που είχε ελευθεροτυπία σε μια εποχή πολέμου και ελέγχου του τύπου, και άρα μόνο οι ισπανικές εφημερίδες έγραφαν για την αρρώστεια, έτσι της έμεινε το όνομα. Ο παππούς μου είχε μείνει χήρος από τη γρίπη αυτή, συνάντησε αργότερα τη γιαγιά μου, επίσης χήρα από άλλη επιδημία, κι ως επιζώντες επιδημιών με ένα παιδί ο καθένας, παντρεύτηκαν κι έκαναν άλλα τέσσερα, εκ των οποίων πέθανε το ένα από τύφο, άλλη επιδημία.
Αυτά πριν εκατό χρόνια και βάλε, όταν οι στρατοί μετέφεραν και τους ιούς από τη μία χώρα στην άλλη, μεταξύ άλλων καταστροφών. Έκτοτε νικήθηκαν πολλές επιδημίες και ανίατες αρρώστιες, η δε Ευρώπη σταμάτησε και τους πολέμους σε λιγότερο από τρεις δεκαετίες μετά, σε βαθμό που οι σεναριογράφοι ιστοριών με μητριές, πατριούς και ορφανά να πρέπει να καταφεύγουν στο μεσοπόλεμο για να είναι πειστικοί. Τόσο μακριά και τόσο κοντά, πλέον. Προσωπικά είδα ήδη κάμποσα τέτοια σήριαλ εποχής, και κατέληξα να ψάχνω στο πατάρι φωτογραφίες της γιαγιάς, να δω αν όντως ντύνονταν τόσο ωραία τότε. Το διαπίστωσα, ντύνονταν σχεδόν τόσο ωραία.
Τώρα εμείς ντυνόμαστε πολύ πιο απρόσωπα και μαζικά, βολικά και φτηνά, αλλά πιθανότατα θα τα καταφέρουμε καλύτερα με τη γρίπη. Ποτέ δεν ξέρεις βέβαια, μια υπόθεση κάνουμε. Ωστόσο αυτό το αίσθημα του ανήκειν στην ανθρωπότητα που φαίνεται να διέπει ως τώρα την αντιμετώπιση του ιού αν μη τι άλλο είναι ικανό να θεραπεύσει παράπλευρα ορισμένες υπαρξιακές παρεξηγήσεις. Από πού ερχόμαστε, τι είμαστε, πού πάμε; Κυρίως το τι είμαστε. Αν και μοιάζει να χάνουμε κάποια στιγμή τον κόσμο μέσα από τα χέρια μας, γιατί τόσα πράγματα που κάθε μέρα κάνουμε τώρα δεν έχουν αξία, ωστόσο ακριβώς αυτή η δοκιμασία μας ξαναβάζει στο σύνολο που ανήκουμε. Είμαστε η ανθρωπότητα, έχουμε μια ιστορία με τρομερές καταστροφές και ζημιές πίσω μας, αλλά προχωράμε, αλλάζουμε, προοδεύουμε. Την είπα την  κακιά τη λέξη.
 Ίσως να αξίζει κάτι η προχωρημένη μας συνείδηση, όσο κι αν συχνά μας βυθίζει σε απελπισία. Οι γιατροί όλων των χωρών συνεργάζονται, η αξία της ζωής είναι ύψιστη για όλους, η επιστήμη έχει το πάνω χέρι και η πολιτική υπακούει.  Ακόμα και οι αντισπεσιστές θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι έχουμε αξιόλογη εξέλιξη ως είδος.
https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/235489_eggonia-tis-ispanikis-gripis

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

Ηγέτης χωρίς φραγμό και άλλης κουλτούρας ο Ερντογάν, που χρησιμοποιεί τους ανθρώπους –δυστυχισμένους, ανέστιους ανθρώπους– σαν όπλο εναντίον της Ευρωπαϊκής Ενωσης για να την εκβιάσει· και ατυχία μεγάλη να βρισκόμαστε στη μέση εμείς, οι μικροί και ανάδελφοι.
Οπλο οι άνθρωποι, και το χειρότερο είναι ότι τόσα χρόνια τού το έχουμε φτιάξει εμείς όλοι οι Ευρωπαίοι αυτό το όπλο, το έχουμε σφυρηλατήσει με τα χεράκια μας. Και όχι μόνο με τη συμφωνία να κρατάει εκεί τους πρόσφυγες και να αβγαταίνει τη φυσιγγιοθήκη του, αλλά και πριν, από την εποχή που κανείς πολιτικός δεν μπήκε στον κόπο να αντιμετωπίσει τους φόβους των κατοίκων της προνομιούχου Ευρώπης απέναντι στις αφίξεις ξένων, προσφύγων και μεταναστών.
Κανείς; Οχι, μάλλον αδικώ τη Μέρκελ η οποία κάποια στιγμή, αν θυμάστε, είχε δηλώσει ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να γυρίσει την πλάτη στους ανθρώπους που ζητούν τη βοήθειά της. Κάπως έτσι. Κάτι για τα ανθρώπινα δικαιώματα και άλλα τέτοια ευαισθητούλικα πράγματα πολύ ντεμοντέ στη σκληρή στροφή που αποφασίσαμε να κάνουμε ως ήπειρος και κοινωνία και λόγος, και έχουμε ριχτεί με τα μούτρα, λες και μας είχες αιώνες απομονωμένους σε ροζ μπουντουάρ συναισθημάτων. Είχε κάνει, τέλος πάντων, εκείνη τη δήλωση η Μέρκελ και ήδη έμοιαζε αφελής σαν τις φωτογραφίες της από τις κατασκηνώσεις της νεολαίας Ανατολικής Γερμανίας που τη δείχνουν έφηβη να χαμογελά.
Ακραία στάση, όπως απεδείχθη. Κανείς ποτέ δεν ξαναείπε τίποτε παρόμοιο, ούτε κι η ίδια, αφού αναλύθηκε εκτενώς το πόσο αντιδημοφιλή την έκανε αυτή η στάση. Από τότε δεν βρέθηκε πολιτικός να κάνει παρόμοιο λάθος, ενώ πολλοί έγιναν δημοφιλείς διακηρύσσοντας τα αντίθετα, πόσο πρέπει να προστατέψουν τους ψηφοφόρους τους από αυτήν την τρομερή απειλή που είναι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες και πόσο πολύ πρέπει να κλείσουν τα ήδη κλειστά σύνορα. Χρόνια μετά κι η ίδια η Μέρκελ κατάφερε να κάνει την περί ης ο λόγος συμφωνία, να μένουν οι πρόσφυγες στην Τουρκία.
Του οπλίσαμε τα χέρια και του γυαλίζουμε τα όπλα τού Ερντογάν, τρέφοντας κι αναδεικνύοντας πολιτικούς που εκμεταλλεύονται το αίσθημα απειλής από μετανάστες και πρόσφυγες. Και όσο το τρέφεις τόσο μεγαλώνει και τόσο ζητάει παραπάνω. Κλειστά σύνορα, καμία διέξοδος, καμία νόμιμη οδός χρόνια τώρα, αναστολή και των αιτήσεων ασύλου. Δεν ήταν αρκετά γυαλισμένη η καραμπίνα που του χαρίσαμε, να τη στιλβώσουμε κι άλλο.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Ξαφνικά ένα αγόρι


Βλέπω ξαφνικά τον πατέρα μου ανάμεσα στο πλήθος αυτό που περιμένει πίσω από το συρματόπλεγμα, δέκα χρονών με το μαλλί κουρεμένο γουλί και κοντό παντελόνι, τα γόνατά του χάλια. Τι γυρεύεις εσύ εδώ; του λέω. Γιατί ξαναβγήκες στους δρόμους και τριγυρίζεις με πόδια γυμνά, κανείς δεν φοράει πια κοντό παντελόνι, ούτε τα νήπια!
-Κάνει κρύο, αλλά δεν έχω άλλο, τέτοια φοράμε εμείς, άνοιξε μου!
-Δεν μπορώ να σου ανοίξω. Γιατί έμπλεξες με αυτούς τους ανθρώπους; Εσύ είχες ελληνική συνείδηση, ήσουν χριστιανός ορθόδοξος, ερχόσουν στην Ελλάδα, αυτοί είναι μουσουλμάνοι, είναι ξένοι, δεν έχουν καμία σχέση. Φύγε από την παρέα τους. Τι δουλειά έχεις εσύ, έχεις πεθάνει τριάντα χρόνια τώρα, είσαι στο βουνό επάνω, σε πήγαμε στο ωραίο πηλιορείτικο νεκροταφείο, ησύχασες. Πέρασες στην Ελλάδα όταν ήταν η στιγμή να περάσεις, έζησες, πολέμησες, δούλεψες, παντρεύτηκες, έκανες παιδιά, έχτισες σπίτια, γιατί ξαναβρίσκεσαι στους δρόμους, σε τέτοιους δρόμους; Πάνε εκατό χρόνια που ήρθες εδώ. Τι ζητάς και με ταράζεις τώρα, είμαι πια κι εγώ μεγάλη γυναίκα.
-Δεν μπορείς να μου ανοίξεις;
-Δεν μπορώ, δεν βλέπεις, είσαι με αυτό το πλήθος που αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας. Γιατί βρέθηκες μαζί τους; Πού είναι οι αδερφές σου;
-Τις έχασα, δεν ξέρω, πρέπει να τις αναζητήσουμε μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.
-Ποιανού Ερυθρού Σταυρού; Δεν γίνονται πια τέτοιες αναζητήσεις. Τώρα αναζητάμε τον εαυτό μας, την ταυτότητα μας, το νόημα της ζωής…
-Δεν μπορείς να φέρεις ένα τραπεζάκι εδώ με κάποιον αρμόδιο, να εξετάζει αιτήσεις ασύλου;
-Είστε χιλιάδες εκεί πέρα, πώς να έρθει ο άλλος με το τραπεζάκι να ζητάτε άσυλο;
-Ένας ένας να περιμένουμε στην ουρά.
-Μα τι λες; Τρελάθηκες τελείως;
-Πώς μιλάς έτσι στον πατέρα σου;
-Συγγνώμη, αλλά δεν καταλαβαίνω τι γίνεται. Τά’ χω χαμένα.
-Είστε πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προστατεύετε τους πρόσφυγες με συμβάσεις, δεν σας περισσεύει ένα τραπεζάκι μ’ έναν αρμόδιο; Τόσους υπαλλήλους προσλαμβάνει το κράτος…
-Εγώ, μια απλή συνταξιούχος είμαι, πατέρα. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε, κανείς δεν θα με πιστέψει αν πω ότι είσαι εδώ πέρα. Ο κόσμος έχει θυμώσει στην Ελλάδα. Κάνετε τους Έλληνες ρατσιστές, αυτό πετύχατε! Και βλέπω εφιάλτη μάλλον. Πρέπει να κάνω κάτι για να ξυπνήσω, άφησε με, μη μου μιλάς.. Πρέπει να γυρίσω στην πραγματικότητα. Μη με τρελαίνεις, φύγε!
-Δεν έχω να πάω πουθενά. Εδώ θα περιμένω, να φέρεις το τραπεζάκι.
-Εγώ να φέρω τραπεζάκι; Βάλε κανένα μακρύ παντελόνι τουλάχιστον, είσαι ο μόνος με κοντό…
-Το τραπεζάκι! Περιμένω το τραπεζάκι!  


Σε ένα άλλο νησί



Στην πιτσαρία του ορεινού σικελικού χωριού είχαν έρθει Κυριακή πρωί καμιά δεκαριά ώριμοι μάλλον άντρες και περίμεναν να παραλάβουν πίτσα για το σπίτι. Ήταν μόνοι, είχαν οικογένεια που προτιμούσε το έτοιμο φαγητό, ποιος ξέρει; Στο φούρνο δούλευε Πακιστανός, η κυρία στο ταμείο, ιδιοκτήτρια του μαγαζιού, εστιατόριο και λίγα ενοικιαζόμενα δωμάτια, μας είπε ότι το ‘παιδί’, ο Πακιστανός δηλαδή, έμενε εκεί χρόνια. Είχε έρθει πριν πολύ καιρό ως ασυνόδευτος ανήλικος, με μια μεγάλη φουρνιά εφήβων από την Ασία και την Αφρική που ανατέθηκαν σε οικογένειες του χωριού ώσπου να δουν πού θα πήγαιναν. Έμαθαν τη γλώσσα, πήγαν σχολείο, κάποιοι βρήκαν αργότερα τις οικογένειες τους κι έφυγαν, άλλοι συνέχισαν αλλού δουλειά ή σπουδές, και κάποιοι, λίγοι, έμειναν στο χωριό. Ήταν εντυπωσιακό, άνθρωποι προσηλωμένοι στην παράδοση της ντόπιας πίτσας, Σικελοί δηλαδή, να περιμένουν από έναν ξένο να τους την ετοιμάσει, αλλά ο ξένος εκείνος δεν έμοιαζε με ξένο και τόσο πολύ, δεν είχε το κατατρεγμένο ύφος που έχουν συνήθως οι μετανάστες. Σχεδόν με σόκαρε η άνεση με την οποία κινούνταν μπροστά στο φούρνο του, κι αν σόκαρε εμένα που έχω τη βούλα του ‘φιλομετανάστη’ πόσο θα σόκαρε τους συντοπίτες μου;
Πιο εύκολα συνηθίζεις την εικόνα ενός αξιοπρεπούς Αφρικανού ως ρεσεψιονίστ – καμαριέρη- σερβιτόρου σε μικρή πανσιόν, μια μέρα μετά, έστω κι αν τον λεν Μωχάμεντ, ίσως διότι έχουμε συνηθίσει περισσότερο σε τέτοιες εικόνες από το σινεμά εποχής. Δεν ρωτήσαμε αν ήταν κι αυτός εκπαιδευμένος επί τόπου, στη Σικελία, είναι γνωστό, έχουν φτάσει πάρα πολλοί μετανάστες εδώ και δεκαετίες και είναι φυσικό να τους βλέπεις παντού. Θα είχαν ίσως κι εκεί ξεσηκωμούς κατοίκων, να τους πάρετε στην ήπειρο θα φώναζαν  στους επάνω Ιταλούς, φαντάζομαι, δεν ξέρω. Δεν μπορεί να είναι τόσο ανεκτικοί οι Σικελοί, όσο κι αν έχουν περάσει από το νησί τους τόσοι και τόσοι λαοί ανά τους αιώνες, Φοίνικες, Έλληνες, Ρωμαίοι, Άραβες, Νορμανδοί, Φράγκοι, Ισπανοί, και δε συμμαζεύεται. Δεν μπορεί να συνήθισαν επειδή είναι πέρασμα το νησί τους, ούτε μπορεί να πήραν περισσότερα λεφτά από ευρωπαϊκά προγράμματα απ’ όσα εμείς, άσε που έχουν και μαφία. Γιατί να έχουν διαχειριστεί καλύτερα το μεταναστευτικό; Δεν υπάρχει λογική εξήγηση.
Προφανώς φταίει που ήμασταν τουρίστριες και τα βλέπαμε όλα εξωραϊσμένα. Αλλά θε εκτιμήσουμε περισσότερο την αξία του τουρισμού τώρα που μας τον κόβουν.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...