Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Το γινάτι βγάζει μάτι

Παρακολουθώντας τις δηλώσεις διάσημων Βρετανών υπέρ της παραμονής της χώρας τους στην Ε.Ε., πριν από το δημοψήφισμα, με έπιανε ώρες ώρες αγωνία. Ολοι αυτοί οι σπουδαίοι ηθοποιοί, συγγραφείς, σκηνοθέτες, καλλιτέχνες γενικώς, αναγνωρισμένοι, πλούσιοι κι αγαπητοί, μήπως τους τσάντιζαν τους άλλους, τους λιγότερο πετυχημένους; Εντάξει, μπορεί στο πανί, στη σκηνή, στο μικρόφωνο, στα σενάρια, να τους αγαπούν, να ταυτίζονται με τα πρόσωπα που παίζουν, να τους θαυμάζουν, όμως ως πρόσωπα έτσι χωριστά από τους ρόλους και τις στιγμές επαφής μαζί τους, έξω από τη λειτουργία που κάνει το κοινό να παραβλέπει τον πλούτο ενός ηθοποιού ο οποίος υποδύεται πετυχημένα τον πάμπτωχο, ας πούμε, δεν θα μπορούσαν να ξυπνήσουν πείσμα και φθόνο, δεν θα μπορούσαν να φέρουν αντίθετο αποτέλεσμα απ' αυτό που ήθελαν;
Το σκεφτόμουν πολύ, σχεδόν έβλεπα μπροστά μου τους πεισμωμένους Αγγλους να μένουν σιωπηλοί κι απολύτως ανεπηρέαστοι από τις εκκλήσεις καλών και σπουδαίων ανθρώπων, ώς την ημέρα που πήγαν στην κάλπη και το μπουμπούνισαν το Οχι τους, ίσως μην πιστεύοντας κι οι ίδιοι ότι θα κέρδιζαν, ασχέτως που τώρα δυσκολεύονται να μετρήσουν τα κέρδη. Τους φανταζόμουν να σαρκάζουν τους κατά τα άλλα ακαταμάχητους αστέρες τους, πριν από την ημέρα της κάλπης: «Ωστε έτσι λοιπόν, μου απευθύνεσαι επιτέλους προσωπικά, αναγνωρίζεις πως έχω τη δύναμη κι εγώ επιτέλους να κάνω κάτι που να σου αλλάξω την ωραία σου πορεία προς τη δόξα και το χρήμα; Κάπως να σου τη σπάσω, να σου πάρω τον αέρα; Δεν με έχεις ικανό, ε; Οχι αρκετά, παλικάρι; Ε, λοιπόν, θα σου δείξω εγώ! Που νομίζεις ότι θα μου πεις εμένα τι να κάνω!»
Πέρσι τέτοιον καιρό δεν περνούσαμε κι εμείς τη δική μας κόλαση, με το χαρούμενο Οχι μας στην Ευρώπη, που δόξα τω θεώ γύρισε σε Ναι, γιατί εδώ είναι Βαλκάνια, δηλαδή παίξε-γέλασε; Και το ξέραμε ότι δεν χωρούσε λογική και νηφάλια συζήτηση στις ορχούμενες παρέες των αντιστασιακών, που περιέλουαν με περιφρόνηση κάθε απόπειρα σοβαρής αντιπαράθεσης. Δεν είναι η λογική που οδηγεί το χέρι του ψηφοφόρου, δεν είναι οι ζυγισμένες αξίες και τα αποτιμημένα συμφέροντα.
Πολύ συχνά ψηφίζει κανείς κατά των συμφερόντων του. Επειδή νιώθει πως τον έχουν ξεγελάσει, του γάνωσαν τ' αυτιά με τη δημοκρατία, και την πρόοδο, και την αδερφοσύνη, και την ειρήνη, κι αυτοί που τα λένε έχουν ωραία σιλουέτα και λιμουζίνες, και κάνουν σούπερ διακοπές κι εκείνοι τίποτε. Γιατί να τα πιστεύει όλα αυτά αν δεν τον βοήθησαν; Δεν έπρεπε να του έχουν λύσει κάθε πρόβλημα ήδη; Το γινάτι, χαρμάνι πίκρας με ζήλια, μίσος, εκδικητικότητα, βγάζει συχνά αποτέλεσμα στην κάλπη. Επίσης βγάζει μάτι. Ενίοτε το δικό του.
 http://www.efsyn.gr/arthro/ginati-vgazei-mati

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

H παγίδα των αρχαίων

Τα μεγάλα εθνικά θέματα, ή μάλλον τα μεγάλα εθνικά κολλήματα, μου δίνουν την ευκαιρία να γράφω αναμνήσεις. Τα αρχαία ας πούμε, αχ πόσο μου άρεσαν όταν πηγαίναμε σχολείο! Τρελαινόμουν, κι επιπλέον ξελάσπωνα από βαθμούς, σήκωνα το μέσο όρο μου πάντα, παίρνοντας τις περισσότερες φορές 20, με σχετική ευκολία.
Προσέξτε, η δική μου φουρνιά άρχισε αρχαία στο πρωτότυπο στην Τρίτη (Γ') γυμνασίου. Είχαν προηγηθεί δυο χρονιές με αρχαία από μετάφραση, λόγω της μεταρρύθμισης Παπανούτσου. Οδύσσεια στην Α', μετάφραση Σιδέρη, Ιλιάδα στη Β΄, μετάφραση Πολυλά. Στην Γ' θα κάναμε κάτι άλλο, δεν θυμάμαι πια, αλλά ήρθε η 21η Απριλίου κι αμέσως, χωρίς συζητήσεις και διαλόγους, τη σάρωσε εκείνη τη μεταρρύθμιση, κι έβαλε ξανά αρχαία από την Α Γυμνασίου. Οι μεταφράσεις που είχαμε κάνει εμείς καταργήθηκαν, τα βιβλία φυλάχτηκαν ως συλλεκτικά. Αλλά δεν θα τα φύλαξαν αρκετοί φαίνεται, αφού μάλλον έχει ξεχαστεί η εποχή εκείνη.
Εκείνα λοιπόν τα δυο αξέχαστα χρόνια κάναμε ανάλυση κειμένου με τρόπο που δεν είχε ξαναγίνει ούτε ξανάγινε ποτέ στα δικά μου σχολικά χρονικά, και στων παιδιών μου που παρακολούθησα τριάντα χρόνια αργότερα. Μόνο στο Γαλλικό Ινστιτούτο, επιλογή Λογοτεχνία, είδα κάτι παρόμοιο. Διαβάζαμε πάντα ένα μεγάλο κομμάτι κειμένου στην τάξη, ύστερα έπρεπε να γράψουμε στο σπίτι απαντήσεις σε ερωτήσεις του τύπου: “Ποια ήταν τα συναισθήματα του Οδυσσέα όταν είδε τη Ναυσικά να παίζει μπάλα με τις φίλες της στην παραλία που τον είχε ξεβράσει η τρικυμία;”
Δεν σας φαίνεται αρκετά σοβαρό ίσως; Δεν έχει πολλή γραμματική μέσα και παπαγαλία; Σα χαμένος νοιώθει κανείς μπροστά σε κάτι τέτοιο; Το να μάθει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του ο μαθητής για να εκφράσει τις σκέψεις του πάνω σε ένα κείμενο, κι όχι να παραθέσει παραγράφους εκθεσάδων, μοιάζει λίγο επιστημονική φαντασία, έτσι δεν είναι;
Υπήρχε και κάτι άλλο στα βιβλία εκείνα. Στην εισαγωγή, σα στολίδι, μια παράγραφος από το αρχαίο κείμενο, η αρχή του έπους. Άνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον.. Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος... Τα θυμάμαι πάντα, κυρίως της Οδύσσειας, τον Αχιλλέα και τη μήνι του δεν τα χώνευα και τόσο. Τις είχα μάθει απ' έξω χωρίς κανείς να με αναγκάσει, τις έβλεπα σαν υπόσχεση για το μέλλον. Αυτά που θα μαθαίναμε σε μεγαλύτερες τάξεις. Το οποίο, είπαμε, ήρθε κάπως πιο γρήγορα κι απότομα, με τη χούντα.
Το σύστημα εκείνο είχε το καλό ότι μελετούσε την ομιλούμενη γλώσσα και ταυτόχρονα ένα σπουδαίο κείμενο, είχε όμως το κακό ότι άφηνε απ' έξω άλλα κείμενα νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Στηριζόταν ουσιαστικά σε αρχαίο κείμενο, έστω από μετάφραση. Ήδη τότε το αναλυτικό πρόγραμμα δεν περιείχε συστηματική γνωριμία με τα νέα ελληνικά. Με δική τους πρωτοβουλία οι καθηγήτριες, εξαιρετικές όλες στη Σχολή Αηδονοπούλου που πήγαινα, μας έβαζαν να διαβάζουμε κάπως πιο σφαιρικά τους βασικούς λογοτέχνες της Ανθολογίας. Τα Νέα ελληνικά ήταν ο φτωχός συγγενής της ύλης, όπως και τώρα. Αντί με τον καιρό να εμπλουτιστεί η διδασκαλία με περισσότερα κείμενα νέων ελληνικών, γυρίσαμε πίσω στα αρχαία από το πρωτότυπο ως κύριο μάθημα γλώσσας ήδη από την πρώτη Γυμνασίου.
Μα, θα πείτε, τα αρχαία κείμενα είναι πιο σημαντικά, είναι παγκοσμίως γνωστά κλπ κλπ. Πράγματι, πολλοί επικαλούνται τη διδασκαλία τους σε ευρωπαϊκές χώρες, κι έχουν την άποψη ότι εμείς οι χρήστες της γλώσσας που είναι συνέχεια της αρχαίας, θα πρέπει να ξεκινάμε από την αρχή προς το τέλος. Από μικρά τα παιδιά να μαθαίνουν αρχαία, και μεγαλώνοντας, σα να είναι αυτά τα ίδια η ενσωμάτωση του ελληνικού έθνους, να έρχονται και στα Νέα ελληνικά.
Μάλιστα υπάρχει η άποψη ότι ως δια μαγείας, περνάει μέσω γονιδίου τρόπον τινα, ενστικτωδώς, σαν την ανάγκη για νερό και για φαΐ, η ίδια η εξέλιξη της ομηρικής γλώσσας στην αττική διάλεκτο, κι απο κει στην ελληνική κοινή, στην κρητική του Ερωτόκριτου κι εν συνεχεία στην καθαρεύουσα του Παπαδιαμάντη. Αρκεί λοιπόν αυτή η παπαγαλία λίγων αρχαίων κειμένων και πολλών ρημάτων που καταβροχθίζει τις διδακτικές ώρες του Γυμνασίου και του Λυκείου, για να βγει μορφωμένο το γνήσιο ελληνόπουλο. Εμπεριέχουν αυτά τα λίγα κείμενα το μαγικό ξόρκι, φτάνει να χωθούν στον εφηβικό εγκέφαλο, κι ύστερα εκείνος θα γεννήσει τα υπόλοιπα από μόνος του, φτάνει να μην έχει αλλοιωθεί το DNA της φυλής.
Είναι ρομαντικό, είναι ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι ο τρόπος που διδάσκονται οι γλώσσες. Μαθαίνουμε ανάγνωση με απλά κείμενα, προχωράμε σε δυσκολότερα μεγαλώνοντας, εμβαθύνουμε σε ακόμα πιο δύσκολα μεγαλώνοντας περισσότερο. Αυτός είναι τρόπος. Στα δεκατρία τα παιδιά δεν έχουν ακόμα εξοικειωθεί με τη γλώσσα τους, δεν έχουν μάθει να διαβάζουν και να κατανοούν νέα ελληνικά, και τα βάζουμε να αποστηθίζουν ρήματα και να καταγίνονται με παραγράφους στην αρχαία. Δεν γίνεται έτσι.
Θα έπρεπε να το έχουμε υποπτευθεί βλέποντας γύρω μας τόσους νέους που έκαναν αρχαία από τα 12 ως τα 18, δεν ξέρουν όμως ούτε τα δευτερόκλιτα ουσιαστικά - η οδός, της οδού- να χρησιμοποιήσουν όταν μιλούν και γράφουν, πόσο μάλλον τα τριτόκλιτα. Αλλά όχι, εμείς πιστεύουμε στη μεταφυσική δύναμη της γλώσσας, στις “αμμουδιές του Ομήρου”, όπου αφού κολυμπάμε πρέπει να ξέρουμε και απέξω τα έπη.
Όμως τη γλώσσα του τη μαθαίνει κανείς αρχίζοντας απ' αυτά που ξέρει. Όσοι γονείς διαβάζουν στα παιδιά τους παιδικά βιβλία, κάθονται αγκαλιά και τους δείχνουν γράμματα και εικόνες, το γνωρίζουν καλά. Μεγαλώνοντας κανείς μαθαίνει περισσότερα και περισσότερα, όλο και πιο δύσκολα. Και πράγματι είναι σπουδαία η ευκολία που έχουμε ως νεοέλληνες, αφού μάθουμε τη γλώσσα που μιλάμε και που γράφεται εδώ και λίγους αιώνες, αρχίζοντας από τα παραμύθια του Τριβιζά στην προσχολική ηλικία, περνώντας από τη σύγχρονη πεζογραφία, πηγαίνοντας όλο και πιο πίσω στο χρόνο καθώς συνεχίζονται οι σπουδές, κι όχι το ανάποδο, να προσεγγίζουμε αρχαία κείμενα στο πρωτότυπο. Τα ίδια που μαθαίνουν και οι Γερμανοί κι οι Σουηδοί κι οι Γάλλοι, όχι για να ελέγχουν την ψυχή των κομπιούτερ, όπως πιστεύουν πολλοί απόφοιτοι Λυκείου, μη σου πω και Πανεπιστημίου, αλλά επειδή είναι τόσο όμορφα και σπουδαία στην πρωτότυπη γλώσσα τους αυτά τα κείμενα, κι αξίζει τον κόπο να τα μάθει κάποιος. Αφού πρώτα μάθει τη γλώσσα του. Όπως κάνουν οι Αγγλοι στην Οξφόρδη, οι Ολλανδοί κι οι Φινλανδοί. Κανείς δεν ξεκινάει αρχαία ελληνικά αν δεν μάθει πρώτα τη γλώσσα του.
Εμείς δυστυχώς έχουμε πέσει σε παγίδα. Με τη μεγαλειώδη ιδέα πως τα αρχαία είναι στην πηγή των νέων ελληνικών, διδάσκουμε στα παιδιά αρχαία με τέτοιο τρόπο που δεν μαθαίνουν ποτέ νέα ελληνικά. Ούτε κι αρχαία μαθαίνουν φυσικά, αλλά αυτό είναι λεπτομέρεια. Το να μην μπορείς να χρησιμοποιήσεις, να διαβάσεις, να απολαύσεις, να μιλήσεις, να παίξεις, να δημιουργήσεις, να εξερευνήσεις τη γλώσσα που μιλάς, αυτό είναι η μεγάλη αναπηρία. Και με αυτή την έννοια έχει δίκιο ο Φίλης, ή όποιος άλλος το είπε: η διδασκαλία των αρχαίων στο Γυμνάσιο είναι αφύσικη, αν υποθέσουμε ότι η φύση θέλει να μαθαίνουμε όσο καλύτερα μπορούμε τη γλώσσα μας. Το φυσικό, το λογικό τέλος πάντων, είναι να μαθαίνεις πρώτα τη γλώσσα σου, κι ύστερα την αρχαία κι όποια άλλη θέλεις. Τη γλώσσα που μιλάμε χρειάζεται όλοι να τη μάθουμε, κι εν συνεχεία όλοι πρέπει να μάθουμε και αγγλικά. Αυτή είναι η γλώσσα των κομπιούτερ, και πολλών άλλων πραγμάτων, δυστυχώς. Αρχαία θα μάθουν όσοι θέλουν, όσοι ακολουθήσουν θεωρητική κατεύθυνση. Μετά τα δεκαπέντε.
Και η χαρά της ετυμολογίας; ρωτά μια φίλη σε σχετική συζήτηση. Μα η χαρά της ετυμολογίας ανήκει στις πολύ απλές χαρές της γλώσσας. Μπορείς και στα μικρά παιδιά να λες τις ιστορίες των λέξεων διδάσκοντας ορθογραφία: ας πούμε, γιατί το “γεια σου” γράφεται με ει και το άλλο “για” με ι; Επειδή το “γεια” βγαίνει από τη λέξη “υγεία” κλπ κλπ. Από το σύγχρονο πας στο παλιό, κινείς το ενδιαφέρον σ' αυτόν που έχει κάποια κλίση στη μελέτη των κειμένων, και στον άλλον που έχει λιγότερη.
Ξεκίνησα με τις σχολικές μου αναμνήσεις, θα συνεχίσω σε τόνο προσωπικό. Ήμουν παιδί μοναχικό και διαβαστερό, λάτρεψα τ' αρχαία, τελειώνοντας το σχολείο μπορούσα να διαβάζω στο πρωτότυπο αττικούς συγγραφείς- προσέξτε, αττικούς, όχι Όμηρο! Το να διαπιστώσω λοιπόν όλα αυτά που γράφω εδώ, μου πήρε πολύ χρόνο και πολύ κόπο. Μου κόστισε και μου κοστίζει. Παρακολούθησα από πολύ κοντά την εκπαίδευση των παιδιών μου, ξέρω το πώς έχει εξελιχτεί η διδασκαλία των αρχαίων. Οι μεν θετικοί κάνουν απλώς υπομονή, δημιουργώντας αντισώματα απέναντι στο διάβασμα ελληνικών κειμένων για όλη τους τη ζωή, οι δε θεωρητικοί, που έχουν κάποια κλίση, κάποιο ενδιαφέρον, κάποια αγάπη, υποχρεώνονται σε τέτοια παπαγαλία και τόσο αποξενώνονται από τα κείμενα που είναι για λύπηση. Κι όχι μόνο αυτοί. Όλοι μας.

Δημοσιεύτηκε στο Books journal του Ιουλίου 2016

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Ιστορίες με τον Μπάτμαν

Καμιά φορά λέμε για φίλους που χάσαμε, πως είναι δύσκολο να μιλήσουμε γι αυτούς. Για διάφορους λόγους, ενίοτε επειδή η δική τους διακριτικότητα μας κλείνει το στόμα, τους βλέπουμε να μας κοιτούν αυστηρά, ίσως και λίγο ειρωνικά, τι μεγάλα λόγια κάθεσαι και λες εκεί για μένα; να μας λένε. Ωστόσο η ανάγκη είναι πάντα επιτακτική, κάτι θέλεις να πεις, να γράψεις, να σημειώσεις, δεν μπορεί να περάσει έτσι. Η γραφή, ένα μικρό όπλο, αστείο βέβαια αλλά από τα ελάχιστα που έχουμε απέναντι στο θάνατο. Θέλω να γράψω κάτι για τον παλιό μου φίλο Σταύρο Ιωαννίδη, οικονομολόγο και καθηγητή στο Πάντειο και υπεύθυνο έρευνας παρατηρητηρίου επιχειρηματικότητας του ΙΟΒΕ και κάτι ακόμα, στρατευμένο στα νιάτα του κατά της χούντας, στέλεχος της οργάνωσης Ρήγας Φεραίος, και μου φαίνεται θα με μαλώσει. Ωστόσο του ζητώ νοερά συγγνώμη, με τον τρόπο που δεν γίνεται να του ζητήσω, και δεν στέκομαι στα όσα σημαντικά έκανε στη ζωή και στην καριέρα του, που ελπίζω να τα αναλάβουν άλλοι ειδικότεροι, να ξεπεράσουν τη διακριτικότητα του ατόμου και να μιλήσουν περισσότερο γι αυτόν. Εγώ θέλω να μιλήσω για μια μακρινή συνήθεια, μια μικρή ρουτίνα που έζησα κάνοντας παρέα μαζί τους πριν κάποια χρόνια.
Περνούσαμε τότε τα καλοκαίρια, την εποχή που τα παιδιά μας ήταν μικρά, μία βδομάδα σε νησί με φίλους. Νοικιάζαμε δωμάτια, θα ήταν δύσκολο να το κάνουμε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, Μπορεί κάποτε να γίνονταν δυο οι βδομάδες. Τώρα που τα χρόνια πέρασαν και τα παιδιά έχουν μεγαλώσει, είναι σαν εκείνη η βδομάδα να κρατούσε ολόκληρο το καλοκαίρι.
Μεγάλη ευτυχία για τα πιτσιρίκια που ήταν με παρέα από το πρωί ως το βράδυ και με αποκλειστική απασχόληση το παιχνίδι. Το πρωί στη θάλασσα, τ' απόγευμα σε κάποια πλατεία, τα βράδια πλέον κατάκοπα ν' αναζητούν χωρίς να το παραδέχονται κάποια εξ ύψους παρέμβαση, έναν μεγάλο να τα ηρεμήσει με κάποιο μαγικό τρόπο.
Οι μεγάλοι βέβαια, δηλαδή εμείς, προτιμούσαμε να καθόμαστε να κουβεντιάζουμε μεταξύ μας, άσε που το τσούρμο έμοιαζε εκ πρώτης όψεως αδύνατον να τιθασευτεί. Υπήρχε όμως κάποιος που μπορούσε να το κάνει. Φώναζε τη μαγική φράση: “Για μαζευτείτε, ελάτε εδώ να σας πω ιστορίες Μπάτμαν”! Κι ακολουθούσε χαρούμενη τσιρίδα, “Ελάτε, τρέχτε, θα μας πει ο Σταύρος ιστορίες Μπάτμαν!” Συγκεντρώνονταν σε χρόνο μηδέν και κάθονταν γύρω του, άρχιζε εκείνος ρωτώντας πού είχαμε μείνει χτες; Φώναζαν αυτά, εκεί που ο Τζόκερ είχε πάει να συναντήσει τον Μπάτμαν, μεριά διαφωνούσαν, έτρωγαν ένα τέταρτο μέχρι να συμφωνήσουν πού είχαν μείνει, κι εγώ έστηνα αυτί να καταλάβω πώς έκανε αυτή τη δουλειά ο Σταύρος, πώς έφτιαχνε και πώς συνέχιζε μέρα με τη μέρα εκείνες τις ιστορίες. Ήμουν ομότεχνη εκείνη την εποχή, συνέθετα παραμύθια τα βράδυα, βάζοντας για ύπνο τα παιδιά μου, είχα μπει στις δοκιμασίες και τις απολαύσεις της αφήγησης, στους άγνωστους δρόμους της ελευθερίας που σου προσφέρουν, όπου πάντα αναζητάς κανόνες. Αλλά το να κουμαντάρεις τόσα παιδιά μαζί με τόσο παράξενους ήρωες μου φαινόταν εντελώς έξω από τις δυνατότητές μου. Πώς τα έβγαζε πέρα με τον Μπάτμαν, έναν ήρωα που ανήκε, πίστευα, σε άλλον κόσμο όπως και να το κάνεις, όχι στον οικείο δικό μας. Είχαν βγει και οι ταινίες εκείνη την εποχή, όλη εκείνη η βαριά τεχνολογία και οι σκοτεινές πόλεις, έκαναν για παιδιά; Είχα διάφορες επιφυλάξεις, από την άλλη τον θαύμαζα για την τόλμη του, που είχε κάνει αυτή ακριβώς την επιλογή. Ξέφευγε από το καθησυχαστικό μας σκηνικό, το καλοκαιρινό βράδυ σε κάποια ταβέρνα, ακρογιαλιά, ή αυλή ενοικιαζόμενου, από την ήσυχη παρέα μας, έπαιρνε τα παιδιά μαζί του σε μοντέρνες περιπέτειες. Τα πιτσιρίκια τον κοίταζαν στα μάτια, κρέμονταν από τα χείλη του, κι όταν μπερδευόταν καμιά φορά διαμαρτύρονταν, μας είπες χτες άλλα για τον Τζόκερ! Όχι, δεν καταλάβατε, έβγαινε πάντα με το κύρος του αφηγητή αλώβητο, κάπως τα μπάλωνε, συνέχιζε απτόητος, ανοιχτός στο διάλογο και στις προτάσεις, σαν γνήσιος Ρηγάς. Και κάποια στιγμή, όσο κι αν καθόταν κοντά μας, έχανα τον ειρμό της ιστορίας. Πότε με απορροφούσε η κουβέντα των μεγάλων, πότε εκείνος μιλούσε ψιθυρίζοντας στον παιδικό κύκλο για να δώσει ατμόσφαιρα συνωμοσίας, δεν μάθαινα ποτέ το τέλος. Μια μέρα πρέπει να μου πεις τι έγινε στο τέλος της ιστορίας, του είχα πει, και γελούσαμε.
Όλα εκείνα τα παιδιά είναι νεαροί άνθρωποι τώρα και μαθαίνοντας το θάνατο του αμέσως θυμήθηκαν πρώτα εκείνες τις βραδιές, όπως θυμάσαι τα παραμύθια του παππού σου όταν τον χάνεις και ξέρεις ότι έχει θρονιαστεί για πάντα μέσα σου, για όσο ζεις, για να σε μάθει να οικειοποιείσαι ιστορίες, να διηγείσαι κι εσύ, να προσπαθείς να παίζεις αυτό το παιχνίδι γοητείας, όσο μπορείς, ν' αναμετριέσαι.
Κι εγώ βέβαια, τόσον καιρό μετά, έχω μείνει να πρέπει να συμπληρώσω μόνη μου το τέλος της ιστορίας.

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Η μάρτυρας της Ενωμένης Ευρώπης

H Ενωμένη Ευρώπη δεν είχε ανάγκη από μάρτυρες. Αρκούσαν οι νεκροί τόσων πολέμων που έχουν γίνει στο έδαφός της ανάμεσα σε εχθρικά έθνη, εχθρικά δόγματα, εχθρικά κράτη, εχθρικές ηγεσίες, αυτοκρατορίες, θρησκείες και ιδεολογίες. Ηδη τα παιδιά στο σχολείο βασανίζονται να ξεχωρίσουν τον τριακονταετή από τον εκατονταετή πόλεμο, τον Πρώτο από τον Δεύτερο Παγκόσμιο, την Αντιμεταρρύθμιση από την Ιερά Συμμαχία, τις αλλαγές στρατοπέδων, τις αλλαγές συνθηκών, τις αλλαγές συνόρων.
Ενα πράγμα ξέρουν μόνο τα παιδιά, ότι γεννήθηκαν σε εποχή προνομιακή, ότι οι γονείς τους δεν γνώρισαν πόλεμο, ούτε κι οι παππούδες τους. Ως εκεί. Οι προπαππούδες όμως, μερικοί εκ των οποίων ζουν ακόμα, οι άνθρωποι πάνω από 70, αυτοί γνώρισαν τον πόλεμο, οι πάνω από 75 τον θυμούνται, οι ογδοντάρηδες και βάλε μπορούν να τον διηγηθούν.
Μαζί τους είναι ζωντανή ανάμεσά μας η μνήμη του πολέμου. Αυτοί θυμούνται πόσο μικρή ήταν τότε η αξία της ζωής. Τους γνωρίσαμε με τις απώλειές τους, τις κουβάλησαν μαζί τους σε όλη τους τη ζωή.
Οι μάρτυρες της Ενωμένης Ευρώπης είναι οι εκτελεσμένοι θείοι μας, οι γιαγιάδες που πέθαναν από τον καημό τους, οι αιχμάλωτοι που βύθισαν σε τύψεις τους πατεράδες μας, οι εξόριστοι και οι εκτοπισμένοι που δεν μπόρεσαν ποτέ να ξανασυνηθίσουν την καθημερινότητα, οι προσηλωμένοι στο όνειρο της ειρήνης που δεν ήξεραν πώς να την κουμαντάρουν την ειρήνη, όταν ήρθε. Δεν χρειαζόταν άλλος μάρτυρας, άλλος ήρωας, αιώνες χυμένου αίματος στην όντως γηραιά αυτή ήπειρο έφταναν και περίσσευαν για να χτιστεί η ένωσή της.
Και να που στα καλά καθούμενα απέκτησε η Ενωμένη Ευρώπη μια μάρτυρα, μια αθέλητη ηρωίδα, τη Βρετανίδα βουλευτή Τζο Κοξ που είχε ταχθεί μαχητικά υπέρ της παραμονής της χώρας της στην Ενωση, κι είναι ξεκάθαρο ότι δολοφονήθηκε γι' αυτόν τον λόγο. Επειδή τόσα χρόνια μετά την είσοδο της Βρετανίας στην Ε.Ε. μπορεί ακόμα να παίζεται αυτό το πολιτικό παιχνίδι, να προκηρύσσεται δημοψήφισμα αν πρέπει να μείνει ή να φύγει. Να ξαναμπαίνουν όλα στη ζυγαριά, σαν να έχει ξεχαστεί τι είναι η Ενωμένη Ευρώπη, τι επιδιώκει, τι προσπαθεί να κάνει.
Είναι τρομερή η δύναμη που διαθέτουν οι πολιτικοί και η ικανότητά τους να ερεθίζουν με τέτοιο τρόπο τους εθνικισμούς, να εμφανίζουν την Ευρώπη σαν ένα παιχνίδι αναμέτρησης, ή διαπραγμάτευσης όπως τη λένε οι δικοί μας, όπου συμμετέχουν αντιπροσωπεύοντας τον λαό τους και παίζουν για να ρίξουν τους άλλους λαούς και να κερδίσει, λέει, ο δικός τους.
Μπορεί στο τέλος να τα καταφέρουν, να τη διαλύσουν εις τα εξ ων συνετέθη την Ενωση, τόσοι και τόσοι θρηνούν ήδη γι' αυτή τη διάλυση, πιστεύοντας στο βάθος ότι ο θρήνος θα τη φέρει γρηγορότερα και ασφαλέστερα, να δούμε ύστερα τι θα γίνει, θ’ αρχίσουν οι ενδοευρωπαϊκοί πόλεμοι ξανά ή όχι; Θα ζήσουν τα παιδιά αυτό που απέφυγαν οι παππούδες; Ποιος θα σταματήσει την καταστροφή που κάνουν οι οπαδοί του μίσους;
Ας γίνει η μνήμη της Τζο Κοξ, αυτής της ξεχωριστής και θαρραλέας πολιτικού, τροφή συνείδησης για τους πολίτες όχι μόνο της Βρετανίας, όλων των Ευρωπαίων, ας μη χρειαστεί άλλη θυσία, ας μην υπάρξει άλλος μάρτυρας, ας μείνει στην Ευρώπη η Βρετανία, ας προχωρήσουμε επιτέλους στις Ηνωμένες μας Πολιτείες.

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Μια βόλτα στην Αγιοπετρούπολη

Από το ταξίδι μας στην Πετρούπολη

Μείνετε μαζί μας!

Πολίτες της Ενωσης, από εδώ παρακαλώ. Πάντα οι ουρές είναι μικρότερες. Εμείς είμαστε αυτοί, προχωράμε με περηφάνια στον διάδρομο κάτω από τον γαλάζιο κύκλο με τα κίτρινα αστέρια.
Βρισκόμαστε σε αεροδρόμιο του Λονδίνου και δεν μπορώ να μη σκέφτομαι ότι όλη αυτή η προνομιακή κατάσταση κινδυνεύει από το δημοψήφισμα για την έξοδο ή την παραμονή της Αγγλίας στην Ευρώπη.
Πώς θα είναι τα ταξίδια αν αποφασίσουν οι Βρετανοί ότι πρέπει να φύγουν; Τέρμα οι μπλε πινακίδες με τ’ αστέρια, οι ξεχωριστές ουρές, το ταξίδι με την ταυτότητα; Τα παιδιά μας, που εργάζονται εδώ ως Ευρωπαίοι πολίτες χωρίς καμιά δυσκολία, τι θα πρέπει να κάνουν;
Θα συμμαζευτούμε στην ήπειρο αποκόβοντας το μεγάλο νησί που πάντα ήθελε να διατηρεί τον μοναδικό νησιωτικό του χαρακτήρα; Τις πένες του, τις ίντσες του, τα μίλια του, την αριστερή του λωρίδα, όλες του τις ιδιαιτερότητες που τις θεωρεί ατόφιο χρυσάφι;
Οι οπαδοί της παραμονής στην Ενωση κάθε μέρα δημοσιεύουν άρθρα με έρευνες, στατιστικές, νούμερα, που αποδεικνύουν ότι οι Βρετανοί είναι ωφελημένοι από την Ε.Ε. Ισως το παρακάνουν με τα νούμερα, παρατηρούν οι Ελληνες Λονδρέζοι μου. Οι άλλοι, οι οπαδοί της αποχώρησης, απευθύνονται στο συναίσθημα με απλό, αδρό τρόπο.
Να, σαν αυτόν τον νεαρό στην παμπ που αυτοπροσκλήθηκε στην παρέα μας να ρωτήσει αν είμαστε με το «μέσα» ή με το «έξω». Με το «μέσα» είμαστε, ρε φίλε, του είπαν οι δικοί μου, κι εκείνος, χωρίς πολύ επιθετικό ύφος, δηλώνει πως είναι με το «έξω» ρε φίλε, γιατί, κοίτα να δεις, ο παππούς μου πολέμησε στην Ευρώπη τους Γερμανούς και δεν μπορεί τώρα να είναι στην ίδια ένωση μαζί τους. Οχι ρε με δαύτους!
Τα ενδιάμεσα είχαν ξεχαστεί για τον ανθενωτικό αυτόν ψηφοφόρο, ο Ψυχρός Πόλεμος, οι αλλαγές των συμμαχιών, οι δύο Γερμανίες κ.λπ. κ.λπ., είχε επιστρέψει στις αντιθέσεις του τελευταίου αληθινού ευρωπαϊκού πολέμου, σαν να ήταν ο μόνος αυτός με το γνήσιο, άφθονο αίμα που μπορούσε να του καθορίσει την ταυτότητα ανεξίτηλα.
Μα ακριβώς γι' αυτό πρέπει να μείνετε, προσπαθώ να σκεφτώ σε σωστά αγγλικά, αλλά γυρίζει την πλάτη και πάει να παρακολουθήσει Γιούρο.
Τι να σου κάνουν οι στατιστικές, οι αριθμοί και τα ποσοστά μπροστά στην ανάγκη να ανήκεις κάπου; Κι αν αυτό το συναίσθημα δεν μπορεί να το προσφέρει η Ευρωπαϊκή Ενωση, με τόσο ωραία σημαία, τόσο λαμπερά αστεράκια, με τις ωραιότερες νότες που γράφτηκαν ποτέ για ύμνο της (αλλά είναι Γερμανός ο συνθέτης), τότε γλιστράς στη νοσταλγία των κατορθωμάτων του παππού, που ονειρευόταν κατά πάσα πιθανότητα την ειρήνη, αλλά άντε να βρει τον εγγονό να του το πει.
Μια ποδοσφαιρική ομάδα για όλη την Ευρώπη, γιατί δεν σκέφτηκε, τότε που υπήρχε συναίσθημα, να φτιάξει ο Ντελόρ; Μια ομάδα με τους καλύτερους παίκτες όλων των χωρών, που θα αντιμετώπιζε χώρες ισάξιων πληθυσμών πάνω–κάτω, την Κίνα, την Ινδία, τις ΗΠΑ, τον νικητή του Παναφρικανικού Κυπέλλου και τέτοια; Εκεί οι πολεμιστές παππούδες να φέρνουν τις ασπίδες τους κι οι νεαροί παθιασμένοι οπαδοί να κουνούν τις σημαίες με πάθος;
 https://www.efsyn.gr/arthro/meinete-mazi-mas

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Kαφεδάκι στα ΚΤΕΛ

Στο σταθμό των ΚΤΕΛ, κάθομαι στο καφενείο και φαντάζομαι τους ανθρώπους που τον σχεδίασαν να κοιτάζουν γύρω τους και να μιλούν μεταξύ τους:
-Εδώ πρέπει να βάλουμε τα δυνατά μας για την ασχήμια, ο σταθμός βρίσκεται σε συμπαθητική πόλη, σε ωραίο σημείο, θα δυσκολευτούμε να τον κάνουμε όσο άσχημο χρειάζεται.
-Κοίτα, σε τέτοιες περιπτώσεις σημασία έχει η λεπτομέρεια. Να προσέξουμε τις φορμάικες στα γκισέ, να φαίνεται το νοβοπάν σκασμένο. Χαρτιά κολλημένα παντού με σελοτέιπ, καρέκλες από κείνες τις πλαστικές με τα αλουμινένια πόδια που αναδεικνύουν τη βρώμα του πατώματος...
-Υπάρχουν ακόμα αυτές οι φριχτές καρέκλες;
-Θα δυσκολευτούμε λίγο να βρούμε, αλλά αξίζει ο κόπος, το αποτέλεσμα είναι εγγυημένο.
-Το χρώμα στους τοίχους σκατουλί, οπωσδήποτε!
-Εννοείται, πάνω σ' αυτό έχω κάνει μελέτη, πώς να κάνεις το καφέ χρώμα να μην είναι απλώς καφέ...
-Και στις τουαλέτες θα βάλουμε κουτιά σαπουνιού που θα είναι πάντα άδεια και σπασμένα;
-Φυσικά, και άσπρα πλακάκια που βρωμίζουν αμέσως. Και θήκες χαρτιού πάντα κενές. Και φτηνά καζανάκια που χαλάνε σε δυο μέρες, κι ύστερα στάζουν, φράζουν, κλπ κλπ.
-Να έχει κάτω πάντα λίγη λάσπη, αλλιώς χαλάει το σύνολο.
-Μείνετε ήσυχος.
-Τέλεια. Όμως η αίθουσα αναμονής δεν είναι ακόμα αρκετά χάλια.
-Τι λέτε για επιγραφές με τεράστια κόκκινα γράμματα πάνω από τα γκισέ, στριμωγμένα πάνω από άλλα πράσινα;
-Κάτι γίνεται. Οι πίσω πόρτες όμως, που οδηγούν στα λεωφορεία, εμποδίζουν το καυσαέριο να φτάσει στο καφενείο, κάτι που νομίζω νοθεύει τις παραδόσεις μας...
-Έχετε δίκιο, αλλά τι μπορούμε να κάνουμε; Οι παραδόσεις μας κινδυνεύουν κάθε στιγμή, ορίστε ο καφετζής θέλει να βάλει ασύρματο ίντερνετ για τους πελάτες, δωρεάν!
-Αίσχος! Θα μπορεί κάθε νεαρός να ξεφεύγει από το υπέροχα σιχαμένο περιβάλλον που με τόσο κόπο δημιουργούμε. Γιατί το επιτρέψατε αυτό;
-Τι να σας πω; Η νεολαία δεν έχει σωτηρία...
-Είναι λυπηρό, πράγματι. Ωστόσο πολλοί νέοι κάνουν ό,τι μπορούν μουτζουρώνοντας τα πάντα, δεν είναι όλοι άχρηστοι.
-Δίκιο έχετε, δε λέω. Όπως στο σιδηροδρομικό σταθμό Πελοποννήσου, αυτή τη ντροπή της ελληνικής σταθμιακής παράδοσης.
-Αφείστε, δεν αντέχω ούτε να τον σκέφτομαι. Τέτοια απαράδεκτη επέμβαση στην αισθητική μας! Ευτυχώς, του φερόμαστε όπως του αξίζει, ρημάζει και βρωμάει. Και παραδέχομαι πως έχετε δίκιο, υπάρχουν και νέοι άξιοι συνεχιστές, το έχουν περιποιηθεί καταλλήλως αυτό το δυτικόφερτο κτίριο. Ας τους αφήσουμε λοιπόν να έχουν ίντερνετ, δεν θα είμαστε δογματικοί!
-Σωστά, ας κρατήσουμε το θρησκευτικό και γλωσσικό μας δόγμα, κι ας είμαστε χαλαροί στο θέμα των σταθμών.
-Τι να κάνουμε; Στη ζωή χρειάζεται να συμβιβάζεται κανείς.
-Έτσι είναι. Να κεράσω ένα νερόπλυμα να πάνε κάτω τα φαρμάκια;
-Με μπαγιάτικο παστέλι παρακαλώ, έχω κι εγώ τις αδυναμίες μου.

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Τα πριγκιπόπουλα πάνε σχολείο

Η συζήτηση για βασιλόπουλα και πριγκίπισσες στο Facebook μου θύμισε την αυστηρή σύσταση μιας θείας, όταν ήμουν παιδί. Διάβαζα τότε μετά μανίας τα μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα, που βέβαια ήταν όλα ιστορίες με βασιλιάδες, τα είχε προσέξει και ως φανατική βενιζελική που ήταν, όπως όλη η οικογένεια του πατέρα μου, είχε θεωρήσει χρήσιμο να μου κάνει παρατήρηση: «Όλο για βασιλιάδες διαβάζεις, δεν υπάρχουν άλλα παραμύθια;» Είχα μείνει άφωνη και πληγωμένη, δεν είχα τότε τη δύναμη και τη γνώση να της απαντήσω πως, όχι, δεν υπάρχουν άλλα παραμύθια.
Όλα τα παραμύθια είναι για βασιλιάδες, ή για φτωχόπαιδα που γίνονται βασιλιάδες, γι’ αυτό είναι τόσο απαραίτητα στην ψυχική ανάπτυξη των παιδιών. Βασιλιάς θα γίνει ο μικρός αναγνώστης, το αδύναμο παιδί που διαβάζοντας σιγουρεύεται ότι θα μεγαλώσει, μαθαίνει να ελπίζει και, το κυριότερο, μαθαίνει τους σωστούς τρόπους να αντιμετωπίζει τις δοκιμασίες, την αξία της φιλίας και της συνεργασίας, της ακεραιότητας και της τιμιότητας. Μαθαίνει την εμπιστοσύνη, τη γενναιότητα,  την αφοσίωση, την αγάπη και το σεβασμό σε κάθε πλάσμα. Όλα τα σπουδαία πράγματα που δίνουν αξία στη ζωή. Το πώς θα γίνει δηλαδή ολοκληρωμένος άνθρωπος. Έπρεπε να διαβάσω την «Ψυχανάλυση των παραμυθιών» του Μπετελχάιμ για να μπορέσω να απαντήσω πλήρως στη θεία μου (Όχι ότι το έκανα ποτέ στ’ αλήθεια. Πάντως είχε καταφέρει τότε να μου δηλητηριάσει την ευχαρίστηση του διαβάσματος)
Προφανώς δεν έπαιζε ρόλο αν η οικογένεια ήταν βενιζελική, στη δική μου γενιά τα μικρά παιδιά δεν τα αποκαλούσαν με τίτλους ευγενείας, ούτε καν χαϊδευτικά. Οι γονείς ήταν τότε απαιτητικοί, αυστηροί και δύσπιστοι, πράγμα που θεωρώ χειρότερο από τη νέα διαπαιδαγώγηση.
Προσωπικά ζηλεύω τα σημερινά παιδιά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάθε γενιά μεγαλώνει καλύτερα από την προηγούμενη, κι η αξία της παιδικής ηλικίας δεν είχε ποτέ τόσο μεγάλη αναγνώριση. Πράγμα που συχνά οδηγεί στο άλλο άκρο, πολλές οικογένειες δυσκολεύονται πια να θέσουν όρια στα παιδιά τους, οπότε υποφέρουν μεγάλοι και μικροί. Τα μικρά πριγκιπόπουλα αργούν να καταλάβουν ότι και τα άλλα πριγκιπόπουλα γύρω τους εχουν ίσα πριγκιπικά δικαιώματα, ενίοτε μάλιστα δυσκολεύονται να αντιληφθούν ακόμα και τους κανόνες διαδοχής του βασιλικού θρόνου. Τα εκατομμύρια πριγκιπόπουλα που μεγαλώνουν στον πολιτισμένο κόσμο δεν καταφέρνουν πάντα να γίνουν σωστοί βασιλιάδες, δηλαδή υπεύθυνοι ενήλικες. Οι παλιές μέθοδοι μπερδεύονται με τις νέες και τα παιδιά μπερδεύονται κι αυτά με την έκταση των πριγκιπικών τους προνομίων.
Το σχολείο, το κατεξοχήν μέρος όπου γίνεται η πρώτη σύναξη των υψηλοτήτων, είναι πολύ σημαντικό για την περαιτέρω εξέλιξή τους στο είδος των σύγχρονων βασιλιάδων που χρειάζεται η σημερινή ζωή, πολιτών δηλαδή με σεβασμό στον εαυτό τους και σε ό,τι τους καθιστά πολίτες. Οφείλει να παίξει τεράστιο ρόλο, αλλά πώς θα το κάνει αν δεν αναγνωρίσει τους τίτλους; Τα σημερινά παιδιά-πριγκιπόπουλα πάνε σε σχολεία που συχνά τα υποτιμούν, ακόμα και σαν κτίρια, σαν ωράρια, σαν προγράμματα απασχόλησης. Τους ζητούν να ταξιδέψουν πίσω στο χρόνο, σε μια προηγούμενη, φτωχή εποχή.
Υπάρχει μια σωστή άποψη στις υποδείξεις του υπουργείου, και μια λάθος διατύπωση: κάθε παιδί είναι βασιλόπουλο στην οικογένειά του, και στο σχολείο είναι βασιλόπουλα όλα μαζί. Τα παιδιά δεν γίνονται απλά παιδιά τη μέρα που πάνε σχολείο. Παραμένουν πρίγκιπες, έτοιμα να γνωρίσουν στην αυλή τους συνπρίγκιπες της πολιτείας. Δύσκολη δουλειά για δασκάλους και γονείς πριγκίπων. Βασική προϋπόθεση, τα σχολεία να σέβονται τους μικρούς πρίγκιπες και τους βασιλείς γονείς τους. Να είναι καθαρά και ελκυστικά σαν ανάκτορα, με προδιαγραφές μέλλοντος, με καλούς εκπαιδευτικούς, να λειτουργούν σωστά και πλήρως, να μην κλείνουν για να γίνει γενική συνέλευση των δασκάλων, π.χ. να αναζητούν συνέχεια τρόπους βελτίωσης, να εκσυγχρονίζονται συνέχεια, και άλλα τέτοια παραμυθένια.
Μπορεί οι μεγάλοι αυτής τη χώρας να αλλάζουν, να μιζερεύουν, να σκύβουν το κεφάλι, να κόβουν tα φτερά τους κ.λπ. κ.λπ. όμως τα πριγκιπόπουλα παραμένουν πριγκιπόπουλα.
http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7/%CF%84%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%80%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B5-%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF  

Όχι άλλα δάκρυα

Ο καθένας με την αισιοδοξία και με την απαισιοδοξία του. Από χτες, πολλοστή νύχτα αγρύπνιας και αγωνίας, αν και πια η αγωνία δεν υπάρχει, κι η αγρύπνια απλώς έχει γίνει κάτι σαν τικ, για την παρακολούθηση μιας ακόμα ψηφοφορίας ενός ακόμη μνημονίου, οι αισιοδοξίες και οι απαισιοδοξίες έχουν μπερδευτεί σαν τουρίστες του Μάη που ήρθαν για μπάνια και έπεσαν σε βροχές. Θρηνούν οι μεν για την εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, θρηνούν και οι δε. Στις χαρές μαλώναμε, στις λύπες ξαναμαλώνουμε. Για άλλους λόγους. Ή και για τους ίδιους, δεν ξέρω πια.
Υπάρχουν πολλοί ωραίοι θρήνοι στο μελόδραμα, καθώς και προτροπές για θρήνο. Κλάψε κοριτσάκι, λέει ο Ριγολέτος στην κόρη του, όταν αυτή του ομολογεί με δάκρυα ότι αμάρτησε για τον έρωτα. Μου κόλλησε η φράση παρακολουθώντας τους θρήνους, αλλά αν μπορούσα να τραγουδήσω με φωνή βαρύτονου στη Βουλή εκείνη την ώρα θα προέτρεπα τους βουλευτές να μην κλαίνε. Πάλι ιταλικά βεβαίως, με το χαριτωμένο εκείνο τραγουδάκι της Ρίτας Παβόνε που έλεγε: “Μην κλαις, θα γυρίσει σίγουρα!” Που μεταφράζεται απλά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πάλι με 99 χρόνια και ισάριθμους καιρούς, πάλι δικά μας θά' ναι. Μετρημένα ένα- ένα.
Στην πραγματικότητα όμως θα προτιμούσα να γράψω ένα δικό μου τραγούδι που να λέει, μην κλαίτε βρε παιδιά, δεν είπαμε ότι η εθνική κυριαρχία ούτως ή άλλως πρέπει να παραχωρείται σταδιακά στους ευρωπαϊκούς θεσμούς; Ε, ευκαιρία είναι να το δούμε θετικά το πράγμα. Να αρχίσουμε την εξάσκηση στις παραχωρήσεις. Αν με ρωτούσατε θα έλεγα να δώσουμε και λίγη ακόμα, αλλά είναι οι θεσμοί χαλαροί αυτή την εποχή και δεν τη θέλουν, δεν τους νοιάζει, με το μολυβάκι στ' αυτί σαν τους μπακάληδες μετράνε δισ χρεών, το σαλιώνουν και γράφουν νούμερα στις στήλες εσόδων -εξόδων. Οπότε έχεις τους δικούς μας να ολοφύρονται σε δυο κατευθύνσεις. Πάει η εθνική κυριαρχία από τη μία, αλλά πάει και η Ευρώπη από την άλλη, χάνεται, έπεσε στα νύχια της γραφειοκρατίας, διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη, δεν υπάρχει ευρωπαϊκό όραμα. Και με μπερδεύουν περισσότερο, τη θέλετε ή δεν τη θέλετε την Ευρώπη; Αν τη θέλετε, δεν πάει ακόμα, είμαστε εδώ και τη στηρίζουμε. Κι όσο υπάρχω θα υπάρχεις. Αν δεν τη θέλετε, γιατί θρηνείτε που διαλύεται; Χαρείτε, κάθε κράτος θα πάρει ό,τι του ανήκει, θα κλείσει τα σύνορα, θα χρειαζόμαστε διαβατήρια παντού, μπορεί να σκαρώσουμε και καναν πόλεμο εδώ στα Βαλκάνια που τό' χουμε το βίτσιο, θα ξαναγίνει συναρπαστική η ζωή μας.
Όχι άλλα δάκρυα, θα την πατήσουμε σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων που πρώτα έκλαψε λιγάκι πεσμένη στο πάτωμα, κι αργότερα, όταν μίκρυνε πολύ και ξαναβρέθηκε στο ίδιο σημείο, τα δάκρυά της είχαν γίνει λίμνη και κόντεψε να πνιγεί.

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Τουαλέτες in Greece

Σας ενημερώνω ότι κοστίζε  50 λ το χαρτί για να πάτε στην τουρκική τουαλέτα στα  ΚΤΕΛ Μαγνησίας .Με χαρά διαπιστωνω οτι ακόμα  κατάφέρνω το κάθισμα βαθύ. 400 χρόνια σκλαβιάς με προίκισαν με γερά γόνατα

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Πεσμένη κίνηση

Φέτος δεν έχουμε κόσμο, σου λένε στο νησί. Στον κεντρικό δρόμο της παραλίας γίνεται χαμός, αυτοκίνητα στριμώχνονται εκεί όπου και οι πεζοί προσπαθούν να κυκλοφορήσουν, τεράστια μπαρ είναι πηγμένα στον κόσμο, νεαροί Δυτικοευρωπαίοι ο ένας πάνω στον άλλο γυαλίζουν από ιδρώτα, και οι ταμπέλες, οι επιγραφές, πώς να τις πει κανείς, τα αετώματα, τα σύγχρονα τρίγλυφα και οι μετόπες του ένδοξου ελληνικού πολιτισμού (Νησί της κουλτούρας, γράφουν με χρυσά γράμματα στις πλαστικές σακούλες) σού τρελαίνουν τα μάτια. Όμως εδώ κανονικά, σου λένε οι επενδυτές του τουρισμού, δεν μπορούσες να περάσεις καθόλου! Και σκέφτεσαι τι το κανονικό μπορεί να έχει μια τέτοια κατάσταση; Πόσο βιτσιόζοι να είναι ακόμα και οι φημισμένοι για τα βίτσια τους Εγγλέζοι, παραδοσιακοί πελάτες της περιοχής, ώστε να κρατήσουν γοητευτικές αναμνήσεις από ένα μέρος με τέτοιο στρίμωγμα ανθρώπων, οχημάτων, καρεκλών και επιγραφών, ώστε να θέλουν να ξανάρθουν; Κι αν καταφέρουν να θυμούνται με νοσταλγία τις οργανωμένες τρέλες σε κάποιο γκρουπ, με τι λόγια θα μπορέσουν να το συστήσουν στους φίλους τους ή να στείλουν τα παιδιά τους; Αλλά ίσως έχουν δίκιο οι μαγαζάτορες που συνεχίζουν να επενδύουν στην εξάπλωση του κιτς και ουδόλως προβληματίζονται να συγκρατηθούν. Ίσως είναι τόσο καταπιεσμένοι οι καημένοι οι Άγγλοι - δεν το ξέρουν, αλλά όταν φθάνουν εδώ το καταλαβαίνουν - ώστε όσο πιο ξέφρενο κιτς τούς περικυκλώσει τόσο πιο έντονα θα τους μείνει στη μνήμη, έστω και χωρίς μορφή. Ίσως ό,τι απωθεί το ανθρώπινο είδος να είναι έτσι, άσχημο και κραυγαλέο, και να πρέπει οι ξένοι να πηγαίνουν σε τέτοια μέρη, ως ξένοι, να το χαρούν.

http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4243461/?iid=2 

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...