Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Τα πριγκιπόπουλα πάνε σχολείο

Η συζήτηση για βασιλόπουλα και πριγκίπισσες στο Facebook μου θύμισε την αυστηρή σύσταση μιας θείας, όταν ήμουν παιδί. Διάβαζα τότε μετά μανίας τα μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα, που βέβαια ήταν όλα ιστορίες με βασιλιάδες, τα είχε προσέξει και ως φανατική βενιζελική που ήταν, όπως όλη η οικογένεια του πατέρα μου, είχε θεωρήσει χρήσιμο να μου κάνει παρατήρηση: «Όλο για βασιλιάδες διαβάζεις, δεν υπάρχουν άλλα παραμύθια;» Είχα μείνει άφωνη και πληγωμένη, δεν είχα τότε τη δύναμη και τη γνώση να της απαντήσω πως, όχι, δεν υπάρχουν άλλα παραμύθια.
Όλα τα παραμύθια είναι για βασιλιάδες, ή για φτωχόπαιδα που γίνονται βασιλιάδες, γι’ αυτό είναι τόσο απαραίτητα στην ψυχική ανάπτυξη των παιδιών. Βασιλιάς θα γίνει ο μικρός αναγνώστης, το αδύναμο παιδί που διαβάζοντας σιγουρεύεται ότι θα μεγαλώσει, μαθαίνει να ελπίζει και, το κυριότερο, μαθαίνει τους σωστούς τρόπους να αντιμετωπίζει τις δοκιμασίες, την αξία της φιλίας και της συνεργασίας, της ακεραιότητας και της τιμιότητας. Μαθαίνει την εμπιστοσύνη, τη γενναιότητα,  την αφοσίωση, την αγάπη και το σεβασμό σε κάθε πλάσμα. Όλα τα σπουδαία πράγματα που δίνουν αξία στη ζωή. Το πώς θα γίνει δηλαδή ολοκληρωμένος άνθρωπος. Έπρεπε να διαβάσω την «Ψυχανάλυση των παραμυθιών» του Μπετελχάιμ για να μπορέσω να απαντήσω πλήρως στη θεία μου (Όχι ότι το έκανα ποτέ στ’ αλήθεια. Πάντως είχε καταφέρει τότε να μου δηλητηριάσει την ευχαρίστηση του διαβάσματος)
Προφανώς δεν έπαιζε ρόλο αν η οικογένεια ήταν βενιζελική, στη δική μου γενιά τα μικρά παιδιά δεν τα αποκαλούσαν με τίτλους ευγενείας, ούτε καν χαϊδευτικά. Οι γονείς ήταν τότε απαιτητικοί, αυστηροί και δύσπιστοι, πράγμα που θεωρώ χειρότερο από τη νέα διαπαιδαγώγηση.
Προσωπικά ζηλεύω τα σημερινά παιδιά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάθε γενιά μεγαλώνει καλύτερα από την προηγούμενη, κι η αξία της παιδικής ηλικίας δεν είχε ποτέ τόσο μεγάλη αναγνώριση. Πράγμα που συχνά οδηγεί στο άλλο άκρο, πολλές οικογένειες δυσκολεύονται πια να θέσουν όρια στα παιδιά τους, οπότε υποφέρουν μεγάλοι και μικροί. Τα μικρά πριγκιπόπουλα αργούν να καταλάβουν ότι και τα άλλα πριγκιπόπουλα γύρω τους εχουν ίσα πριγκιπικά δικαιώματα, ενίοτε μάλιστα δυσκολεύονται να αντιληφθούν ακόμα και τους κανόνες διαδοχής του βασιλικού θρόνου. Τα εκατομμύρια πριγκιπόπουλα που μεγαλώνουν στον πολιτισμένο κόσμο δεν καταφέρνουν πάντα να γίνουν σωστοί βασιλιάδες, δηλαδή υπεύθυνοι ενήλικες. Οι παλιές μέθοδοι μπερδεύονται με τις νέες και τα παιδιά μπερδεύονται κι αυτά με την έκταση των πριγκιπικών τους προνομίων.
Το σχολείο, το κατεξοχήν μέρος όπου γίνεται η πρώτη σύναξη των υψηλοτήτων, είναι πολύ σημαντικό για την περαιτέρω εξέλιξή τους στο είδος των σύγχρονων βασιλιάδων που χρειάζεται η σημερινή ζωή, πολιτών δηλαδή με σεβασμό στον εαυτό τους και σε ό,τι τους καθιστά πολίτες. Οφείλει να παίξει τεράστιο ρόλο, αλλά πώς θα το κάνει αν δεν αναγνωρίσει τους τίτλους; Τα σημερινά παιδιά-πριγκιπόπουλα πάνε σε σχολεία που συχνά τα υποτιμούν, ακόμα και σαν κτίρια, σαν ωράρια, σαν προγράμματα απασχόλησης. Τους ζητούν να ταξιδέψουν πίσω στο χρόνο, σε μια προηγούμενη, φτωχή εποχή.
Υπάρχει μια σωστή άποψη στις υποδείξεις του υπουργείου, και μια λάθος διατύπωση: κάθε παιδί είναι βασιλόπουλο στην οικογένειά του, και στο σχολείο είναι βασιλόπουλα όλα μαζί. Τα παιδιά δεν γίνονται απλά παιδιά τη μέρα που πάνε σχολείο. Παραμένουν πρίγκιπες, έτοιμα να γνωρίσουν στην αυλή τους συνπρίγκιπες της πολιτείας. Δύσκολη δουλειά για δασκάλους και γονείς πριγκίπων. Βασική προϋπόθεση, τα σχολεία να σέβονται τους μικρούς πρίγκιπες και τους βασιλείς γονείς τους. Να είναι καθαρά και ελκυστικά σαν ανάκτορα, με προδιαγραφές μέλλοντος, με καλούς εκπαιδευτικούς, να λειτουργούν σωστά και πλήρως, να μην κλείνουν για να γίνει γενική συνέλευση των δασκάλων, π.χ. να αναζητούν συνέχεια τρόπους βελτίωσης, να εκσυγχρονίζονται συνέχεια, και άλλα τέτοια παραμυθένια.
Μπορεί οι μεγάλοι αυτής τη χώρας να αλλάζουν, να μιζερεύουν, να σκύβουν το κεφάλι, να κόβουν tα φτερά τους κ.λπ. κ.λπ. όμως τα πριγκιπόπουλα παραμένουν πριγκιπόπουλα.
http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7/%CF%84%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%80%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B5-%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF  

Όχι άλλα δάκρυα

Ο καθένας με την αισιοδοξία και με την απαισιοδοξία του. Από χτες, πολλοστή νύχτα αγρύπνιας και αγωνίας, αν και πια η αγωνία δεν υπάρχει, κι η αγρύπνια απλώς έχει γίνει κάτι σαν τικ, για την παρακολούθηση μιας ακόμα ψηφοφορίας ενός ακόμη μνημονίου, οι αισιοδοξίες και οι απαισιοδοξίες έχουν μπερδευτεί σαν τουρίστες του Μάη που ήρθαν για μπάνια και έπεσαν σε βροχές. Θρηνούν οι μεν για την εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, θρηνούν και οι δε. Στις χαρές μαλώναμε, στις λύπες ξαναμαλώνουμε. Για άλλους λόγους. Ή και για τους ίδιους, δεν ξέρω πια.
Υπάρχουν πολλοί ωραίοι θρήνοι στο μελόδραμα, καθώς και προτροπές για θρήνο. Κλάψε κοριτσάκι, λέει ο Ριγολέτος στην κόρη του, όταν αυτή του ομολογεί με δάκρυα ότι αμάρτησε για τον έρωτα. Μου κόλλησε η φράση παρακολουθώντας τους θρήνους, αλλά αν μπορούσα να τραγουδήσω με φωνή βαρύτονου στη Βουλή εκείνη την ώρα θα προέτρεπα τους βουλευτές να μην κλαίνε. Πάλι ιταλικά βεβαίως, με το χαριτωμένο εκείνο τραγουδάκι της Ρίτας Παβόνε που έλεγε: “Μην κλαις, θα γυρίσει σίγουρα!” Που μεταφράζεται απλά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πάλι με 99 χρόνια και ισάριθμους καιρούς, πάλι δικά μας θά' ναι. Μετρημένα ένα- ένα.
Στην πραγματικότητα όμως θα προτιμούσα να γράψω ένα δικό μου τραγούδι που να λέει, μην κλαίτε βρε παιδιά, δεν είπαμε ότι η εθνική κυριαρχία ούτως ή άλλως πρέπει να παραχωρείται σταδιακά στους ευρωπαϊκούς θεσμούς; Ε, ευκαιρία είναι να το δούμε θετικά το πράγμα. Να αρχίσουμε την εξάσκηση στις παραχωρήσεις. Αν με ρωτούσατε θα έλεγα να δώσουμε και λίγη ακόμα, αλλά είναι οι θεσμοί χαλαροί αυτή την εποχή και δεν τη θέλουν, δεν τους νοιάζει, με το μολυβάκι στ' αυτί σαν τους μπακάληδες μετράνε δισ χρεών, το σαλιώνουν και γράφουν νούμερα στις στήλες εσόδων -εξόδων. Οπότε έχεις τους δικούς μας να ολοφύρονται σε δυο κατευθύνσεις. Πάει η εθνική κυριαρχία από τη μία, αλλά πάει και η Ευρώπη από την άλλη, χάνεται, έπεσε στα νύχια της γραφειοκρατίας, διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη, δεν υπάρχει ευρωπαϊκό όραμα. Και με μπερδεύουν περισσότερο, τη θέλετε ή δεν τη θέλετε την Ευρώπη; Αν τη θέλετε, δεν πάει ακόμα, είμαστε εδώ και τη στηρίζουμε. Κι όσο υπάρχω θα υπάρχεις. Αν δεν τη θέλετε, γιατί θρηνείτε που διαλύεται; Χαρείτε, κάθε κράτος θα πάρει ό,τι του ανήκει, θα κλείσει τα σύνορα, θα χρειαζόμαστε διαβατήρια παντού, μπορεί να σκαρώσουμε και καναν πόλεμο εδώ στα Βαλκάνια που τό' χουμε το βίτσιο, θα ξαναγίνει συναρπαστική η ζωή μας.
Όχι άλλα δάκρυα, θα την πατήσουμε σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων που πρώτα έκλαψε λιγάκι πεσμένη στο πάτωμα, κι αργότερα, όταν μίκρυνε πολύ και ξαναβρέθηκε στο ίδιο σημείο, τα δάκρυά της είχαν γίνει λίμνη και κόντεψε να πνιγεί.

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Τουαλέτες in Greece

Σας ενημερώνω ότι κοστίζε  50 λ το χαρτί για να πάτε στην τουρκική τουαλέτα στα  ΚΤΕΛ Μαγνησίας .Με χαρά διαπιστωνω οτι ακόμα  κατάφέρνω το κάθισμα βαθύ. 400 χρόνια σκλαβιάς με προίκισαν με γερά γόνατα

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Πεσμένη κίνηση

Φέτος δεν έχουμε κόσμο, σου λένε στο νησί. Στον κεντρικό δρόμο της παραλίας γίνεται χαμός, αυτοκίνητα στριμώχνονται εκεί όπου και οι πεζοί προσπαθούν να κυκλοφορήσουν, τεράστια μπαρ είναι πηγμένα στον κόσμο, νεαροί Δυτικοευρωπαίοι ο ένας πάνω στον άλλο γυαλίζουν από ιδρώτα, και οι ταμπέλες, οι επιγραφές, πώς να τις πει κανείς, τα αετώματα, τα σύγχρονα τρίγλυφα και οι μετόπες του ένδοξου ελληνικού πολιτισμού (Νησί της κουλτούρας, γράφουν με χρυσά γράμματα στις πλαστικές σακούλες) σού τρελαίνουν τα μάτια. Όμως εδώ κανονικά, σου λένε οι επενδυτές του τουρισμού, δεν μπορούσες να περάσεις καθόλου! Και σκέφτεσαι τι το κανονικό μπορεί να έχει μια τέτοια κατάσταση; Πόσο βιτσιόζοι να είναι ακόμα και οι φημισμένοι για τα βίτσια τους Εγγλέζοι, παραδοσιακοί πελάτες της περιοχής, ώστε να κρατήσουν γοητευτικές αναμνήσεις από ένα μέρος με τέτοιο στρίμωγμα ανθρώπων, οχημάτων, καρεκλών και επιγραφών, ώστε να θέλουν να ξανάρθουν; Κι αν καταφέρουν να θυμούνται με νοσταλγία τις οργανωμένες τρέλες σε κάποιο γκρουπ, με τι λόγια θα μπορέσουν να το συστήσουν στους φίλους τους ή να στείλουν τα παιδιά τους; Αλλά ίσως έχουν δίκιο οι μαγαζάτορες που συνεχίζουν να επενδύουν στην εξάπλωση του κιτς και ουδόλως προβληματίζονται να συγκρατηθούν. Ίσως είναι τόσο καταπιεσμένοι οι καημένοι οι Άγγλοι - δεν το ξέρουν, αλλά όταν φθάνουν εδώ το καταλαβαίνουν - ώστε όσο πιο ξέφρενο κιτς τούς περικυκλώσει τόσο πιο έντονα θα τους μείνει στη μνήμη, έστω και χωρίς μορφή. Ίσως ό,τι απωθεί το ανθρώπινο είδος να είναι έτσι, άσχημο και κραυγαλέο, και να πρέπει οι ξένοι να πηγαίνουν σε τέτοια μέρη, ως ξένοι, να το χαρούν.

http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4243461/?iid=2 

Θέλω να αξίζει κάτι η ζωή μου

Περπατώντας στην Πανεπιστημίου είδα την πρώτη φράση από αυτό το πρότζεκτ που δεν ήξερα ότι ήταν πρότζεκτ, σε μια στάση τρόλεϊ, βαλμένη μέσα από το τζάμι, σαν διαφήμιση. Έγραφε “Θα πρέπει να αφήσουμε πίσω μας τον καπιταλισμό”, με μαύρα γράμματα σε λευκό φόντο, και σκέφτηκα, ωχ, τι είναι αυτό τώρα, τι εννοεί, ότι θα αραιώσουν κι άλλο τα τρόλεϊ; Κυβερνητική προπαγάνδα αλά Βενεζουέλα;
Ναι, το ομολογώ, δεν πήγε αλλού ο νους μου, κι ύστερα είδα κι άλλα τέτοια γράμματα σε λευκό φόντο: “Θα ήθελα να έχω έναν τεράστιο φούρνο και να μοιράζω ψωμί κάθε μέρα”, και παρακάτω “Θέλω να αξίζει κάτι η ζωή μου” φράσεις που μου φάνηκαν πολύ αφελείς και καθώς δεν καταλάβαινα τι λόγο ύπαρξης είχαν, εκνευρίστηκα και ετοιμάστηκα να γκρινιάξω για το χάλι της Αθήνας που μόνο αυτές οι απλοϊκές κοινοτοπίες της έλειπαν στις αφίσες, που δεν ήξερα περί τίνος επρόκειτο. Αλλά πολύ γρήγορα διάβασα τι ήταν, κι αμέσως ντράπηκα για όσα είχα σκεφτεί και νιώσει. Και δεν θα το παραδεχόμουν ποτέ ότι είχα σκεφτεί έτσι, πόσο μάλλον δεν θα το έγραφα, αν δεν διάβαζα και δεν άκουγα αυτές τις σκέψεις, για τις οποίες πλέον ντρέπομαι, από ανθρώπους που εκτιμώ και παρακολουθώ. Μήπως είχα ντραπεί λάθος; Μήπως έπρεπε να επιμείνω στην αρχική μου ενόχληση κι εγώ;
Είναι λοιπόν αυτές οι φράσεις ένα πρότζεκτ καλλιτεχνικό, αλλά χωρίς καλλιτέχνες. Μάλλον, οι καλλιτέχνες, η ομάδα ενός Άγγλου ονόματι Τιμ Έτσελς είχαν την ιδέα να ρωτήσουν μετανάστες και πρόσφυγες στην Αθήνα για τις επιθυμίες τους και να φτιάξουν αυτές τις αφίσες, να τις κολλήσουν στο κέντρο της πόλης. Αναζήτησαν οι ξένοι από την Αγγλία, οι συνεργάτες του πρότζεκτ, τους ανεπιθύμητους ξένους από τις φτωχές χώρες και τους ρώτησαν τι θα ήθελαν να αλλάξει στη ζωή τους, τι νομίζουν ότι μπορεί να φέρει αυτή την αλλαγή.
Πράγματι λοιπόν, οι φράσεις αυτές δεν είναι ιδιοφυείς, δεν είναι όλες πρωτότυπες, είναι ίσως κοινότυπες και απλοϊκές. Τι να κάνουμε, το να μπορείς να εκφράζεσαι με ακρίβεια και πρωτοτυπία, να προκαλείς συγκίνηση, δεν χαρίστηκε στον καθένα, είναι τέχνη που θέλει καλλιέργεια, και δεν είναι προφανώς αυτό που διακρίνει τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Κοινότοπες επιθυμίες έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι εξάλλου, ειδικά αυτοί που αγωνίζονται για τα βασικά. Αν και δεν ξέρεις ποτέ, κάποιος που σήμερα τραυλίζει μπορεί αύριο να γράφει έπη, το βέβαιο είναι ότι υλικό μαζεύουν στην περιπέτειά τους όλοι. Κι ίσως αυτή η συνάντηση, οι καλλιτέχνες διψασμένοι για τις φράσεις που θα μεταφέρουν την εμπειρία, το βάθος της ψυχής ανθρώπων που δοκιμάζονται, κι οι ανεπιθύμητοι ξένοι που συναντούν από την αρχή της φυγής τους την ίδια δυσαρέσκεια όπου βρεθούν κι όπου σταθούν, την ίδια επιβεβαίωση για το πόσο ανεπιθύμητοι και περιττοί είναι, ίσως αυτή η παράξενη ιδέα των άγγλων καλλιτεχνών να είναι που θα αλλάξει τα πράγματα. Έστω και για έναν, ποιος ξέρει; Και μόνο η προσπάθεια των καταγραφέων, το ότι ξεκίνησαν και πήγαν σε κάποιο υπερπλήρες διαμέρισμα, ή σε καταυλισμό, ή σε πρόχειρη εγκατάσταση, βρήκαν στο πλήθος που κοιμάται σε στρώματα στη σειρά και τρώει σε συσσίτια εκείνους που τους μίλησαν, έμειναν για λίγο μαζί τους, περίμεναν, άκουσαν, κατέγραψαν, δεν αξίζει τουλάχιστον όσο το τραπέζι που τους κάνουν οι οργανώσεις αλληλεγγύης, το δωμάτιο που κοιμούνται; Να δίνεις λόγο σε κάποιον που δεν φαντάζεται ότι θα ήθελες να τον ακούσεις, να γράφεις αυτά που σου λέει, να του προσφέρεις ένα κομμάτι από τη μελλοντική του αξιοπρέπεια, αυτήν που ονειρεύεται, αυτήν που πρέπει να πιστεύει για να την κατακτήσει, αυτή που χρειάζεται ενίοτε να θυμάται πως υπάρχει, δεν είναι πιο αναγκαίο κι από την τροφή και τη στέγη;
Νομίζω τελικά ότι σωστά ντράπηκα που είχα ενοχληθεί στην αρχή, όταν ανακάλυψα περί τίνος επρόκειτο. Μάλιστα σκέφτομαι ότι από την πολλή γκρίνια που έχει γίνει η κυρίαρχη συμπεριφορά μου, ειδικά στο κέντρο της πόλης όταν είμαι, κοντεύω να μην προλαβαίνω πια να σκεφτώ άλλα πράγματα, να μη μπορώ να αντικρίσω κάτι καινούργιο και πρωτότυπο, να έχω απέναντι σε όλα το αμυντικό στραβομουτσούνιασμα της επαρχιώτισας που άλλο δεν ξέρει από την ξινίλα και δεν μπορεί τίποτε να την αγγίξει. Κάνω την αυτοκριτική μου.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Kάτι περασμένες αυταπάτες

Κάθε χρόνο, όταν δίνουν τα παιδιά έκθεση στις Πανελλήνιες, θυμάμαι την εποχή που ετοιμαζόταν γι αυτές τις εξετάσεις ο μεγάλος μου γιος. Είχα ακόμα αυταπάτες περί της εννοίας του μαθήματος, θρεμμένες από την εποχή της χούντας που δίναμε εμείς. Ήμουν σίγουρη δηλαδή ότι είχαν αλλάξει τα πράγματα προς το καλύτερο, οι εκθέσεις μπορούσαν πια να γράφονται στη δημοτική, θα ήταν πιο άμεσες, θα μπορούσε κανείς να εκφράσει τις ιδέες του με ειλικρίνεια, θα προσπαθούσαν όλοι να είναι πρωτότυποι, και άλλα παρόμοια. Μου έφερε λοιπόν ο γιος μου μια έκθεση στα πλαίσια της προπόνησης για τις Πανελλήνιες, που τότε είχαν άλλο όνομα νομίζω, αλλά μπορεί και όχι, δεν θυμάμαι, η οποία είχε πολύ ικανοποιήσει την καθηγήτρια του. Ήταν γραμμένη σε κάτι κόλλες αναφοράς, τεράστιες, έντεκα σελίδες κατεβατό, με θέμα την τέταρτη εξουσία που αποτελούν τα μέντια. Όπα, λέω εγώ, το αντικείμενο μου! Μου το δίνει ο καημένος όλο καμάρι, διαβάζω την πρώτη σελίδα κι αρχίζω τις παρατηρήσεις. “Μα αυτό το είπες και παραπάνω, επαναλαμβάνεσαι” και διάφορα τέτοια.
Κουνούσε το κεφάλι στωικά. Αφού τέλειωσα κι ήθελα ν' αρπάξω μια γόμα να σβήσω, μου συγκρατεί το χέρι: “Μην πειράξεις τίποτε, δεν έχεις ιδέα πώς γράφονται οι εκθέσεις!”
-Μα το ξέρω το θέμα, επέμενα, με είχε πιάσει το πατριωτικό, ως δημοσιογράφο και άνθρωπο των μέντια τέλος πάντων. Τι θα πει δα τέταρτη εξουσία; Είναι παρομοίωση αυτό, δεν είναι κυριολεξία. Οι εξουσίες είναι τρεις... Αλήθεια, αυτό το έχετε κάνει, τις τρεις εξουσίες;”
-Άστο καλύτερα, οι απόψεις σου δεν έχουν καμιά σχέση μ' αυτά που μας μαθαίνουν, είχε πει το παιδί κουρασμένο από την ακατανόητη αυστηρότητά μου, και δεν μου επέτρεψε να συνεχίσω.
-Μα δεν πρέπει να πλατειάζεις, να χρησιμοποιείς κλισέ, να δέχεσαι τις μεταφορές χωρίς ανάλυση...
-Μήπως πρέπει; μου είχε πει ειρωνικά, κι είχα νιώσει τις αυταπάτες να μου μαστιγώνουν το μυαλό καθώς κατάπινα τη γλώσσα.
Ωστόσο η καθηγήτρια ήταν όντως ενθουσιασμένη, εκείνη του είχε πει να μου δείξει την έκθεση του. Λάμπανε τα μάτια της όταν τη συνάντησα, δεν τόλμησα φυσικά να πω για τις επαναλήψεις, τη φλυαρία, και τα κλισέ που είχα εγώ διακρίνει. Ίσα -ίσα αποφάσισα να τα ξεχάσω, και για καλύτερη απώθηση συμφωνήσαμε σιωπηλά να μην ανακατευτώ ποτέ στη διδασκαλία της έκθεσης των παιδιών μου, μην τυχόν και οι απόψεις μου περί οικονομίας του λόγου, αποφυγής των κλισέ και άλλα παρόμοια, τα χαντακώσει τα καημένα και τους καταστρέψει τη ζωή.
Κάθε χρόνο, τη μέρα της έκθεσης στις Πανελλήνιες, σκέφτομαι τον υπομονετικό εκείνο δεκαοκτάχρονο, δεν τα είχε κλείσει καν τα δεκαοχτώ, την κατανόηση του για τις μητρικές αυταπάτες.
http://www.efsyn.gr/arthro/kati-perasmenes-aytapates

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

...Και του τροχού, που ώρες ψηλά...

Πρώτη φορά στη ζωή μου στην Αθήνα συνέβη να με περιμένει το λεωφορείο αφού ο οδηγός είχε κλείσει τις πόρτες κι είχε βάλει μπρος! Με είδε να τρέχω, τον είδα να ξεκινά, έκοψα ταχύτητα, εκείνος σταμάτησε, άνοιξε την πόρτα και περίμενε καμιά δεκαριά δευτερόλεπτα να φτάσω ν' ανέβω. "Ευχαριστώ!" είπα λαχανιασμένη μόλις μπήκα, πλημμυρισμένη ευτυχία. Μα τι σπέσιαλ δώρο ήταν αυτό, σπάνιο, μοναδικό, τι παράξενη τύχη... μήπως ν' αγόραζα λαχείο;
Στο μεταξύ ο οδηγός μιλούσε, νόμιζα ότι είχε κάποιον στο κινητό, αλλά όχι. Δεν μιλούσε, διαπίστωσα, τραγουδούσε κάτι σαν παρλάτα, και κάθησα μπροστά να στήσω αυτί. Μετά από λίγο το αναγνώρισα, "... ο κύρης σου μ' εξόρισε στης ξενητιάς τη στράτα..." Ερωτόκριτος, με γνήσια κρητική προφορά και μάλλον ξερή, άχαρη φωνή. Τον παρατήρησα, ωραίος άντρας με γένια, λίγο πιο αδύνατος θα ήταν τέλειος. Συνέχιζε να τραγουδά ως το τέρμα που κατέβηκα. Κάθε τόσο κάποιος πήγαινε κοντά του και κάτι ρωτούσε, δεν άκουγα αν αφορούσε το τραγούδι ή τις στάσεις.
-Το ξέρετε όλο; ρώτησα κι εγώ πριν κατέβω. Ο Ερωτόκριτος δεν είναι;
-Ναι, μου είπε με ύφος βαρύ και στράφηκε στο κινητό. Δεν είχε όρεξη για κουβέντα.
Έπρεπε να έχω απαντήσει σ' εκείνη την ατάκα: "Και πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω, και πώς να ζήσω δίχως σου στον χωρισμό εκείνο;"
Νά' βλεπα τότε τι θα 'κανε.

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Ο κόσμος είναι ζούγκλα

Ξεχάσαμε ήδη τις δυο εξοχικές ειδήσεις του Πάσχα. Ροτβάιλερ κατασπάραξαν ένα παιδάκι, ο ιδιοκτήτης των σκύλων προφυλακίστηκε κι ύστερα αφέθηκε ελεύθερος. Ένα άλλο παιδάκι χάθηκε κι ύστερα ξαναβρέθηκε, οι γονείς του συνελήφθησαν για παραμέληση τέκνου. Η επιστροφή στην πόλη πήρε μαζί της κι αυτές τις δυο παράλληλες ιστορίες αιφνίδιας αποκάλυψης της φύσης.
Δεν ξέρω τι απέγινε με τους γονείς του παιδιού. Τους κρατούν ακόμα, ή τους άφησαν να φροντίσουν το παιδί τους πιο προσεχτικά αυτή τη φορά; Δεν είμαστε δα και η χώρα του ladybird- ladybird, θυμάστε εκείνη την ταινία του Κεν Λόουτς όπου η Κοινωνική Πρόνοια δεν επέτρεπε σε μια μητέρα να πάρει πίσω τα παιδιά της όσες προσπάθειες κι αν έκανε να την πείσει; Μάλλον από το αντίθετο πάσχουμε, οι γονείς στην Ελλάδα έχουν υπερβολική εξουσία και ευθύνη.
Μπορεί όντως οι συγκεκριμένοι γονείς να είναι ακατάλληλοι να μεγαλώσουν το παιδάκι τους, αλλά αυτό χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη έρευνα και παρακολούθηση από ένα σκασιαρχείο, έστω επικίνδυνο. Όμως η ιστορία αυτή μαθεύτηκε παντού, κι οι αρχές, όπως συμβαίνει σ' αυτές τις περιπτώσεις, έπαθαν την υστερία τους. Αισθάνθηκαν πως έπρεπε ν' αντιδράσουν, να δείξουν ότι δεν είναι αναίσθητες. Αντέδρασαν ικανοποιώντας το περί δικαίου αίσθημα. Και το περί παιδαγωγικής αίσθημα και το περί φιλοζωίας, όλα μαζί.
Ήταν παράξενος ο τρόπος που συνδυάστηκαν αυτά τα δυο περιστατικά, τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, αλλά τελικά ίσως όχι. Στις ειδήσεις τα έλεγαν μαζί, μπορούσες να μπερδέψεις αν συνελήφθη ο ιδιοκτήτης του σκύλου για παραμέληση κατοικίδιου, ή αν το παιδί που βρέθηκε αποφάσισε να αντιμετωπίσει το ροτβάιλερ για να μην συλλάβουν τους γονείς του.
Το μήνυμα όμως του συνδυασμού των δυο είναι ξεκάθαρο. Τα παιδιά πρέπει να μεγαλώνουν σε γυάλα, αλεξίσφαιρη, αδιάβροχη, μακριά απ' το αγριεμένο πλήθος. Το πλήθος μπορεί να αγριεύει όλο και περισσότερο, η γυάλα οφείλει να ενισχύεται. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Για την ανατροφή τους υπεύθυνοι είναι αποκλειστικά οι γονείς, η εποχή που χρειάζονταν τα παιδιά ένα χωριό για να μεγαλώσουν, έχει παρέλθει. Χωριά δεν υπάρχουν, και στις πόλεις κυκλοφορούν μόνο παιδιά μεταναστών που δεν ξέρουν ακόμα τα ελληνικά ήθη, και παιδιά για ζητιανιά. Τα άλλα μπορεί να πάνε μια μέρα στο θέατρο με πούλμαν, με περιφρούρηση γύρω- γύρω, ή να βγουν την Κυριακή με το αυτοκίνητο οικογενειακώς για ένα συγκεκριμένο μέρος, απ' όπου πρέπει να φυγαδεύονται με όλους τους κανόνες ασφαλείας. Η πόλη είναι άγρια, ο κόσμος είναι ζούγκλα, όπως τονίζουν διαρκώς οι γονείς για να τα προειδοποιήσουν.
Γι αυτό και οι ιδιοκτήτες ροτβάιλερ και άλλων τεράστιων σκύλων μπορούν να συνεχίσουν ανενόχλητοι να συλλέγουν και να αξαγριώνουν κατά βούληση τ' αγαπημένα τους ζώα. Είναι στο πνεύμα των καιρών, εξάλλου αφού ο κόσμος είναι ζούγκλα χρειάζεται και τα άγρια θηρία του.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Αποχαιρετώντας τον Βασίλη Ριζιώτη

Αποχαιρετώντας τον Βασίλη Ριζιώτη, που πέθανε τη Μεγάλη Παρασκευή, θυμάμαι σαν όνειρο την εποχή που εργάστηκα στο ραδιόφωνο, τότε που ήταν εκείνος διευθυντής στο Πρώτο Πρόγραμμα της Ερα. Είχαν ήδη εκεί πάει μερικοί γνωστοί μου, άνθρωποι που δεν είχαμε διανοηθεί ότι θα μπορούσαν να κάνουν εκπομπές στο κρατικό ραδιόφωνο. Ήταν ο Χρήστος Βακαλόπουλος νομίζω, ο Κώστας Ρεσβάνης που έκανε μια εκπομπή “Νύχτα είναι θα περάσει”, η Μαρλένα Πολιτοπούλου που ξεκίνησε το “Μέρα -μεσημέρι” και σκέφτηκε να με καλέσει, μαζί και την Άννυ Κολτσιδοπούλου. Γράφαμε χρονογραφήματα σε εφημερίδες και περιοδικά, τότε λοιπόν αρχίσαμε να γράφουμε χρονογραφήματα για το ραδιόφωνο, τρια με τέσσερα τη μέρα, τα διαβάζαμε σα να μιλούσαμε, γινόμασταν ηθοποιοί σε ένα μικρό θεατρικό που άλλαζε συνέχεια. Κυρίως αυτό, και μαζί όλη τη δουλειά του ραδιοφώνου που ήταν ένα είδος σκηνής, συνεντεύξεις και τηλέφωνα, μοντάζ και ρεπορτάζ, ώρες δουλειάς για να βγει λίγο ζουμί, κάθε μέρα.
Τότε υπήρχε μόνο το κρατικό ραδιόφωνο και οι πειρατικοί σταθμοί. Το πρόγραμμα ήταν στάνταρ, θεωρήθηκε μεγάλη τόλμη να γίνονται εκπομπές όπου μιλούσαμε οι ίδιοι που γράφαμε τα κείμενα κι όχι οι εκφωνητές, και μάλιστα σε απευθείας μετάδοση, ή να διαβάζουν οι δημοσιογράφοι τις ειδήσεις. Ζούσαμε και δημιουργούσαμε μια μικρή καθημερινή επανάσταση, ήταν εποχή του πρώτου ΠΑΣΟΚ και οι δεξιές εφημερίδες μας χαρακτήριζαν “πρασινοκαρδερίνες” όμως κι οι Πασόκοι συχνά ενοχλούνταν και διαμαρτύρονταν στον διευθυντή της Ραδιοφωνίας, τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, και στον διευθυντή του Πρώτου, τον Βασίλη Ριζιώτη.
Κι ύστερα, όταν ξεκίνησε η ιδιωτική ραδιοφωνία, κινητοποιηθήκαμε μαζί του, βάλαμε τα δυνατά μας να ανανεωθεί ολόκληρο το πρόγραμμα. Δημιουργήθηκαν τότε εκπομπές ακόμα πιο ευφάνταστες και πρωτότυπες, όμως τα φώτα είχαν πέσει στην ιδιωτική ραδιοφωνία, κι έδινε έκτοτε τον τόνο. Παλαίψαμε για τρία χρόνια πάντως, θυμάμαι τον Ριζιώτη όρθιο πίσω από το τζάμι του στούντιο να παρακολουθεί με τις ώρες την έκβαση των εκπομπών.
Ας σταματήσω εδώ με τις προσωπικές αναμνήσεις. Θρηνούμε το δικό μας παρελθόν με την απώλεια των ανθρώπων που δουλέψαμε κοντά τους.
Ακούω πάντα ραδιόφωνο τα πρωινά, με σταθερή απελπισία. Το θέμα της παρλάτας, ή του διαλόγου που προσφέρουν οι σταθμοί, είναι σταθερά πολιτικό. Όταν λέμε πολιτικό, εννοούμε κυρίως τα σχόλια γύρω από τα πρόσωπα των πολιτικών, τι έκαναν, τι είπαν, τι απάντησαν, τι φορούσαν. Η ενασχόληση μαζί τους προφανώς προσδίδει κύρος στον απασχολούμενο, αυτό που δεν προλαβαίνει να κερδίσει με εκπομπές που χρειάζονται υπερβολική προετοιμασία. Δεν αναγνωρίστηκε ποτέ κι εκείνη η πολυτελέστατη κατάσταση που ζήσαμε τότε, οπότε δίκιο έχουν οι άνθρωποι και τρέχουν πίσω από τις ατάκες, τις τιράντες, τα μαργαριτάρια, τις ρήσεις των πολιτικών χώνοντας σφήνες στη σπουδαία ελληνική ιστορία το λιθαράκι τους. Είχαμε τεράστια τύχη να πέσουμε σ' εκείνη τη σελίδα, ας πούμε ένα ευχαριστώ κι ας γυρίσουμε το κουμπί τώρα στο ραδιόφωνο μήπως βρούμε συμπαθητική μουσικούλα.
. Ήταν όλο το επιτελείο σπάνιο εκείνα τα χρόνια, η Δέσποινα που είναι εδώ στη φωτογραφία, η Ρηνιώ, έμπαινες στο γραφείο της διεύθυνσης και άνοιγε η ψυχή σου. Σεβόταν τη δουλειά μας και την υπερασπιζόταν, αλλά ομολογώ, τότε τα θεωρούσα αυτονόητα αυτά, δεν ήξερα. 
Εχουν τόσο αλλάξει τα πράγματα που καμιά φορά αναρωτιέμαι στ' αλήθεια αν μπορέσαμε κάποτε να εργαστούμε με τέτοιες συνθήκες στο κρατικό ραδιόφωνο, αν υπήρξε εκείνη η ατμόσφαιρα ή την ονειρεύτηκα. Κι απόψε μαθαίνοντας ότι πέθανε ο Ριζιώτης, από τη μια επιβεβαιώνεται πως ήταν αληθινή, και ταυτόχρονα χάνεται έτσι ξαναζωντανεμένη, μαζί με τη νιότη μας


Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Φόρα τα γιορτινά σου προσφυγάκι

Φόρα τα καλά σου όταν θα είσαι προσφυγάκι στην πλατεία Βικτωρίας, της είπε ίσως η γιαγιά της. Είναι μέρα σημαντική για σένα αυτή, θα τη θυμάσαι για όλη τη ζωή σου. Έφτασες ζωντανή στην Ευρώπη, σε χώρα άγνωστη, βάλε τα γιορτινά σου. Δεν καταλαβαίνεις τι λένε, δεν έχεις σπίτι, τη νύχτα θα κοιμηθείς στριμωγμένη με άλλους δέκα, με άλλους είκοσι. Οι γονείς σου δεν μπορούν να σου πουν πού θα πάνε και τι θα απογίνουν, ποια γλώσσα θα μάθεις στο σχολείο που θα πας, δεν είναι καν σίγουροι αν θα τα καταφέρεις να πας σε κάποιο σχολείο. Φόρα το φουστάνι της Λαμπρής ανάμεσα σε γονείς και συγγενείς, φέρε μια γύρα να το δουν οι διαβάτες.
Θα θυμάσαι την πλατεία με το ξένο πλήθος, που ήσουν όπως όλοι, ξένη κι ανεπιθύμητη. Θα θυμάσαι το τσιμέντο, τη ζέστη, τους ανθρώπους καθισμένους περιμένοντας χωρίς να ξέρουν τι. Θα θυμάσαι τους πελάτες των κινητών που περίμεναν δωρεάν νουμεράκι για διαφήμιση, να μιλήσουν με τους άλλους που έμειναν πίσω και πήγαν μπρος. Θα θυμάσαι στη σειρά μπαλκονόπορτες και παράθυρα ατέλειωτων σπιτιών που δεν είδες ποτέ πώς είναι μέσα.
Ήρθες με βάρκα, είχες το φόρεμα διπλωμένο στο σακίδιο; Φόρεσες σωσίβιο και σε πήραν αγκαλιά να περάσεις τα βράχια; Ήρθες με αεροπλάνο, ήταν το φόρεμα στη χειραποσκευή; Στο χάρισαν μήπως εδώ παιδάκια που δεν τους κάνει πια; Ξέρεις όμως ήδη το μυστικό, τα άσπρα ταιριάζουν στις μελαχρινές. Είναι μια καλή αρχή να ξεκινήσεις την καινούργια ζωή σου.

The Geffrey museum of the home

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...