Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Θέλω να αξίζει κάτι η ζωή μου

Περπατώντας στην Πανεπιστημίου είδα την πρώτη φράση από αυτό το πρότζεκτ που δεν ήξερα ότι ήταν πρότζεκτ, σε μια στάση τρόλεϊ, βαλμένη μέσα από το τζάμι, σαν διαφήμιση. Έγραφε “Θα πρέπει να αφήσουμε πίσω μας τον καπιταλισμό”, με μαύρα γράμματα σε λευκό φόντο, και σκέφτηκα, ωχ, τι είναι αυτό τώρα, τι εννοεί, ότι θα αραιώσουν κι άλλο τα τρόλεϊ; Κυβερνητική προπαγάνδα αλά Βενεζουέλα;
Ναι, το ομολογώ, δεν πήγε αλλού ο νους μου, κι ύστερα είδα κι άλλα τέτοια γράμματα σε λευκό φόντο: “Θα ήθελα να έχω έναν τεράστιο φούρνο και να μοιράζω ψωμί κάθε μέρα”, και παρακάτω “Θέλω να αξίζει κάτι η ζωή μου” φράσεις που μου φάνηκαν πολύ αφελείς και καθώς δεν καταλάβαινα τι λόγο ύπαρξης είχαν, εκνευρίστηκα και ετοιμάστηκα να γκρινιάξω για το χάλι της Αθήνας που μόνο αυτές οι απλοϊκές κοινοτοπίες της έλειπαν στις αφίσες, που δεν ήξερα περί τίνος επρόκειτο. Αλλά πολύ γρήγορα διάβασα τι ήταν, κι αμέσως ντράπηκα για όσα είχα σκεφτεί και νιώσει. Και δεν θα το παραδεχόμουν ποτέ ότι είχα σκεφτεί έτσι, πόσο μάλλον δεν θα το έγραφα, αν δεν διάβαζα και δεν άκουγα αυτές τις σκέψεις, για τις οποίες πλέον ντρέπομαι, από ανθρώπους που εκτιμώ και παρακολουθώ. Μήπως είχα ντραπεί λάθος; Μήπως έπρεπε να επιμείνω στην αρχική μου ενόχληση κι εγώ;
Είναι λοιπόν αυτές οι φράσεις ένα πρότζεκτ καλλιτεχνικό, αλλά χωρίς καλλιτέχνες. Μάλλον, οι καλλιτέχνες, η ομάδα ενός Άγγλου ονόματι Τιμ Έτσελς είχαν την ιδέα να ρωτήσουν μετανάστες και πρόσφυγες στην Αθήνα για τις επιθυμίες τους και να φτιάξουν αυτές τις αφίσες, να τις κολλήσουν στο κέντρο της πόλης. Αναζήτησαν οι ξένοι από την Αγγλία, οι συνεργάτες του πρότζεκτ, τους ανεπιθύμητους ξένους από τις φτωχές χώρες και τους ρώτησαν τι θα ήθελαν να αλλάξει στη ζωή τους, τι νομίζουν ότι μπορεί να φέρει αυτή την αλλαγή.
Πράγματι λοιπόν, οι φράσεις αυτές δεν είναι ιδιοφυείς, δεν είναι όλες πρωτότυπες, είναι ίσως κοινότυπες και απλοϊκές. Τι να κάνουμε, το να μπορείς να εκφράζεσαι με ακρίβεια και πρωτοτυπία, να προκαλείς συγκίνηση, δεν χαρίστηκε στον καθένα, είναι τέχνη που θέλει καλλιέργεια, και δεν είναι προφανώς αυτό που διακρίνει τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Κοινότοπες επιθυμίες έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι εξάλλου, ειδικά αυτοί που αγωνίζονται για τα βασικά. Αν και δεν ξέρεις ποτέ, κάποιος που σήμερα τραυλίζει μπορεί αύριο να γράφει έπη, το βέβαιο είναι ότι υλικό μαζεύουν στην περιπέτειά τους όλοι. Κι ίσως αυτή η συνάντηση, οι καλλιτέχνες διψασμένοι για τις φράσεις που θα μεταφέρουν την εμπειρία, το βάθος της ψυχής ανθρώπων που δοκιμάζονται, κι οι ανεπιθύμητοι ξένοι που συναντούν από την αρχή της φυγής τους την ίδια δυσαρέσκεια όπου βρεθούν κι όπου σταθούν, την ίδια επιβεβαίωση για το πόσο ανεπιθύμητοι και περιττοί είναι, ίσως αυτή η παράξενη ιδέα των άγγλων καλλιτεχνών να είναι που θα αλλάξει τα πράγματα. Έστω και για έναν, ποιος ξέρει; Και μόνο η προσπάθεια των καταγραφέων, το ότι ξεκίνησαν και πήγαν σε κάποιο υπερπλήρες διαμέρισμα, ή σε καταυλισμό, ή σε πρόχειρη εγκατάσταση, βρήκαν στο πλήθος που κοιμάται σε στρώματα στη σειρά και τρώει σε συσσίτια εκείνους που τους μίλησαν, έμειναν για λίγο μαζί τους, περίμεναν, άκουσαν, κατέγραψαν, δεν αξίζει τουλάχιστον όσο το τραπέζι που τους κάνουν οι οργανώσεις αλληλεγγύης, το δωμάτιο που κοιμούνται; Να δίνεις λόγο σε κάποιον που δεν φαντάζεται ότι θα ήθελες να τον ακούσεις, να γράφεις αυτά που σου λέει, να του προσφέρεις ένα κομμάτι από τη μελλοντική του αξιοπρέπεια, αυτήν που ονειρεύεται, αυτήν που πρέπει να πιστεύει για να την κατακτήσει, αυτή που χρειάζεται ενίοτε να θυμάται πως υπάρχει, δεν είναι πιο αναγκαίο κι από την τροφή και τη στέγη;
Νομίζω τελικά ότι σωστά ντράπηκα που είχα ενοχληθεί στην αρχή, όταν ανακάλυψα περί τίνος επρόκειτο. Μάλιστα σκέφτομαι ότι από την πολλή γκρίνια που έχει γίνει η κυρίαρχη συμπεριφορά μου, ειδικά στο κέντρο της πόλης όταν είμαι, κοντεύω να μην προλαβαίνω πια να σκεφτώ άλλα πράγματα, να μη μπορώ να αντικρίσω κάτι καινούργιο και πρωτότυπο, να έχω απέναντι σε όλα το αμυντικό στραβομουτσούνιασμα της επαρχιώτισας που άλλο δεν ξέρει από την ξινίλα και δεν μπορεί τίποτε να την αγγίξει. Κάνω την αυτοκριτική μου.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Kάτι περασμένες αυταπάτες

Κάθε χρόνο, όταν δίνουν τα παιδιά έκθεση στις Πανελλήνιες, θυμάμαι την εποχή που ετοιμαζόταν γι αυτές τις εξετάσεις ο μεγάλος μου γιος. Είχα ακόμα αυταπάτες περί της εννοίας του μαθήματος, θρεμμένες από την εποχή της χούντας που δίναμε εμείς. Ήμουν σίγουρη δηλαδή ότι είχαν αλλάξει τα πράγματα προς το καλύτερο, οι εκθέσεις μπορούσαν πια να γράφονται στη δημοτική, θα ήταν πιο άμεσες, θα μπορούσε κανείς να εκφράσει τις ιδέες του με ειλικρίνεια, θα προσπαθούσαν όλοι να είναι πρωτότυποι, και άλλα παρόμοια. Μου έφερε λοιπόν ο γιος μου μια έκθεση στα πλαίσια της προπόνησης για τις Πανελλήνιες, που τότε είχαν άλλο όνομα νομίζω, αλλά μπορεί και όχι, δεν θυμάμαι, η οποία είχε πολύ ικανοποιήσει την καθηγήτρια του. Ήταν γραμμένη σε κάτι κόλλες αναφοράς, τεράστιες, έντεκα σελίδες κατεβατό, με θέμα την τέταρτη εξουσία που αποτελούν τα μέντια. Όπα, λέω εγώ, το αντικείμενο μου! Μου το δίνει ο καημένος όλο καμάρι, διαβάζω την πρώτη σελίδα κι αρχίζω τις παρατηρήσεις. “Μα αυτό το είπες και παραπάνω, επαναλαμβάνεσαι” και διάφορα τέτοια.
Κουνούσε το κεφάλι στωικά. Αφού τέλειωσα κι ήθελα ν' αρπάξω μια γόμα να σβήσω, μου συγκρατεί το χέρι: “Μην πειράξεις τίποτε, δεν έχεις ιδέα πώς γράφονται οι εκθέσεις!”
-Μα το ξέρω το θέμα, επέμενα, με είχε πιάσει το πατριωτικό, ως δημοσιογράφο και άνθρωπο των μέντια τέλος πάντων. Τι θα πει δα τέταρτη εξουσία; Είναι παρομοίωση αυτό, δεν είναι κυριολεξία. Οι εξουσίες είναι τρεις... Αλήθεια, αυτό το έχετε κάνει, τις τρεις εξουσίες;”
-Άστο καλύτερα, οι απόψεις σου δεν έχουν καμιά σχέση μ' αυτά που μας μαθαίνουν, είχε πει το παιδί κουρασμένο από την ακατανόητη αυστηρότητά μου, και δεν μου επέτρεψε να συνεχίσω.
-Μα δεν πρέπει να πλατειάζεις, να χρησιμοποιείς κλισέ, να δέχεσαι τις μεταφορές χωρίς ανάλυση...
-Μήπως πρέπει; μου είχε πει ειρωνικά, κι είχα νιώσει τις αυταπάτες να μου μαστιγώνουν το μυαλό καθώς κατάπινα τη γλώσσα.
Ωστόσο η καθηγήτρια ήταν όντως ενθουσιασμένη, εκείνη του είχε πει να μου δείξει την έκθεση του. Λάμπανε τα μάτια της όταν τη συνάντησα, δεν τόλμησα φυσικά να πω για τις επαναλήψεις, τη φλυαρία, και τα κλισέ που είχα εγώ διακρίνει. Ίσα -ίσα αποφάσισα να τα ξεχάσω, και για καλύτερη απώθηση συμφωνήσαμε σιωπηλά να μην ανακατευτώ ποτέ στη διδασκαλία της έκθεσης των παιδιών μου, μην τυχόν και οι απόψεις μου περί οικονομίας του λόγου, αποφυγής των κλισέ και άλλα παρόμοια, τα χαντακώσει τα καημένα και τους καταστρέψει τη ζωή.
Κάθε χρόνο, τη μέρα της έκθεσης στις Πανελλήνιες, σκέφτομαι τον υπομονετικό εκείνο δεκαοκτάχρονο, δεν τα είχε κλείσει καν τα δεκαοχτώ, την κατανόηση του για τις μητρικές αυταπάτες.
http://www.efsyn.gr/arthro/kati-perasmenes-aytapates

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

...Και του τροχού, που ώρες ψηλά...

Πρώτη φορά στη ζωή μου στην Αθήνα συνέβη να με περιμένει το λεωφορείο αφού ο οδηγός είχε κλείσει τις πόρτες κι είχε βάλει μπρος! Με είδε να τρέχω, τον είδα να ξεκινά, έκοψα ταχύτητα, εκείνος σταμάτησε, άνοιξε την πόρτα και περίμενε καμιά δεκαριά δευτερόλεπτα να φτάσω ν' ανέβω. "Ευχαριστώ!" είπα λαχανιασμένη μόλις μπήκα, πλημμυρισμένη ευτυχία. Μα τι σπέσιαλ δώρο ήταν αυτό, σπάνιο, μοναδικό, τι παράξενη τύχη... μήπως ν' αγόραζα λαχείο;
Στο μεταξύ ο οδηγός μιλούσε, νόμιζα ότι είχε κάποιον στο κινητό, αλλά όχι. Δεν μιλούσε, διαπίστωσα, τραγουδούσε κάτι σαν παρλάτα, και κάθησα μπροστά να στήσω αυτί. Μετά από λίγο το αναγνώρισα, "... ο κύρης σου μ' εξόρισε στης ξενητιάς τη στράτα..." Ερωτόκριτος, με γνήσια κρητική προφορά και μάλλον ξερή, άχαρη φωνή. Τον παρατήρησα, ωραίος άντρας με γένια, λίγο πιο αδύνατος θα ήταν τέλειος. Συνέχιζε να τραγουδά ως το τέρμα που κατέβηκα. Κάθε τόσο κάποιος πήγαινε κοντά του και κάτι ρωτούσε, δεν άκουγα αν αφορούσε το τραγούδι ή τις στάσεις.
-Το ξέρετε όλο; ρώτησα κι εγώ πριν κατέβω. Ο Ερωτόκριτος δεν είναι;
-Ναι, μου είπε με ύφος βαρύ και στράφηκε στο κινητό. Δεν είχε όρεξη για κουβέντα.
Έπρεπε να έχω απαντήσει σ' εκείνη την ατάκα: "Και πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω, και πώς να ζήσω δίχως σου στον χωρισμό εκείνο;"
Νά' βλεπα τότε τι θα 'κανε.

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Ο κόσμος είναι ζούγκλα

Ξεχάσαμε ήδη τις δυο εξοχικές ειδήσεις του Πάσχα. Ροτβάιλερ κατασπάραξαν ένα παιδάκι, ο ιδιοκτήτης των σκύλων προφυλακίστηκε κι ύστερα αφέθηκε ελεύθερος. Ένα άλλο παιδάκι χάθηκε κι ύστερα ξαναβρέθηκε, οι γονείς του συνελήφθησαν για παραμέληση τέκνου. Η επιστροφή στην πόλη πήρε μαζί της κι αυτές τις δυο παράλληλες ιστορίες αιφνίδιας αποκάλυψης της φύσης.
Δεν ξέρω τι απέγινε με τους γονείς του παιδιού. Τους κρατούν ακόμα, ή τους άφησαν να φροντίσουν το παιδί τους πιο προσεχτικά αυτή τη φορά; Δεν είμαστε δα και η χώρα του ladybird- ladybird, θυμάστε εκείνη την ταινία του Κεν Λόουτς όπου η Κοινωνική Πρόνοια δεν επέτρεπε σε μια μητέρα να πάρει πίσω τα παιδιά της όσες προσπάθειες κι αν έκανε να την πείσει; Μάλλον από το αντίθετο πάσχουμε, οι γονείς στην Ελλάδα έχουν υπερβολική εξουσία και ευθύνη.
Μπορεί όντως οι συγκεκριμένοι γονείς να είναι ακατάλληλοι να μεγαλώσουν το παιδάκι τους, αλλά αυτό χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη έρευνα και παρακολούθηση από ένα σκασιαρχείο, έστω επικίνδυνο. Όμως η ιστορία αυτή μαθεύτηκε παντού, κι οι αρχές, όπως συμβαίνει σ' αυτές τις περιπτώσεις, έπαθαν την υστερία τους. Αισθάνθηκαν πως έπρεπε ν' αντιδράσουν, να δείξουν ότι δεν είναι αναίσθητες. Αντέδρασαν ικανοποιώντας το περί δικαίου αίσθημα. Και το περί παιδαγωγικής αίσθημα και το περί φιλοζωίας, όλα μαζί.
Ήταν παράξενος ο τρόπος που συνδυάστηκαν αυτά τα δυο περιστατικά, τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, αλλά τελικά ίσως όχι. Στις ειδήσεις τα έλεγαν μαζί, μπορούσες να μπερδέψεις αν συνελήφθη ο ιδιοκτήτης του σκύλου για παραμέληση κατοικίδιου, ή αν το παιδί που βρέθηκε αποφάσισε να αντιμετωπίσει το ροτβάιλερ για να μην συλλάβουν τους γονείς του.
Το μήνυμα όμως του συνδυασμού των δυο είναι ξεκάθαρο. Τα παιδιά πρέπει να μεγαλώνουν σε γυάλα, αλεξίσφαιρη, αδιάβροχη, μακριά απ' το αγριεμένο πλήθος. Το πλήθος μπορεί να αγριεύει όλο και περισσότερο, η γυάλα οφείλει να ενισχύεται. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Για την ανατροφή τους υπεύθυνοι είναι αποκλειστικά οι γονείς, η εποχή που χρειάζονταν τα παιδιά ένα χωριό για να μεγαλώσουν, έχει παρέλθει. Χωριά δεν υπάρχουν, και στις πόλεις κυκλοφορούν μόνο παιδιά μεταναστών που δεν ξέρουν ακόμα τα ελληνικά ήθη, και παιδιά για ζητιανιά. Τα άλλα μπορεί να πάνε μια μέρα στο θέατρο με πούλμαν, με περιφρούρηση γύρω- γύρω, ή να βγουν την Κυριακή με το αυτοκίνητο οικογενειακώς για ένα συγκεκριμένο μέρος, απ' όπου πρέπει να φυγαδεύονται με όλους τους κανόνες ασφαλείας. Η πόλη είναι άγρια, ο κόσμος είναι ζούγκλα, όπως τονίζουν διαρκώς οι γονείς για να τα προειδοποιήσουν.
Γι αυτό και οι ιδιοκτήτες ροτβάιλερ και άλλων τεράστιων σκύλων μπορούν να συνεχίσουν ανενόχλητοι να συλλέγουν και να αξαγριώνουν κατά βούληση τ' αγαπημένα τους ζώα. Είναι στο πνεύμα των καιρών, εξάλλου αφού ο κόσμος είναι ζούγκλα χρειάζεται και τα άγρια θηρία του.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Αποχαιρετώντας τον Βασίλη Ριζιώτη

Αποχαιρετώντας τον Βασίλη Ριζιώτη, που πέθανε τη Μεγάλη Παρασκευή, θυμάμαι σαν όνειρο την εποχή που εργάστηκα στο ραδιόφωνο, τότε που ήταν εκείνος διευθυντής στο Πρώτο Πρόγραμμα της Ερα. Είχαν ήδη εκεί πάει μερικοί γνωστοί μου, άνθρωποι που δεν είχαμε διανοηθεί ότι θα μπορούσαν να κάνουν εκπομπές στο κρατικό ραδιόφωνο. Ήταν ο Χρήστος Βακαλόπουλος νομίζω, ο Κώστας Ρεσβάνης που έκανε μια εκπομπή “Νύχτα είναι θα περάσει”, η Μαρλένα Πολιτοπούλου που ξεκίνησε το “Μέρα -μεσημέρι” και σκέφτηκε να με καλέσει, μαζί και την Άννυ Κολτσιδοπούλου. Γράφαμε χρονογραφήματα σε εφημερίδες και περιοδικά, τότε λοιπόν αρχίσαμε να γράφουμε χρονογραφήματα για το ραδιόφωνο, τρια με τέσσερα τη μέρα, τα διαβάζαμε σα να μιλούσαμε, γινόμασταν ηθοποιοί σε ένα μικρό θεατρικό που άλλαζε συνέχεια. Κυρίως αυτό, και μαζί όλη τη δουλειά του ραδιοφώνου που ήταν ένα είδος σκηνής, συνεντεύξεις και τηλέφωνα, μοντάζ και ρεπορτάζ, ώρες δουλειάς για να βγει λίγο ζουμί, κάθε μέρα.
Τότε υπήρχε μόνο το κρατικό ραδιόφωνο και οι πειρατικοί σταθμοί. Το πρόγραμμα ήταν στάνταρ, θεωρήθηκε μεγάλη τόλμη να γίνονται εκπομπές όπου μιλούσαμε οι ίδιοι που γράφαμε τα κείμενα κι όχι οι εκφωνητές, και μάλιστα σε απευθείας μετάδοση, ή να διαβάζουν οι δημοσιογράφοι τις ειδήσεις. Ζούσαμε και δημιουργούσαμε μια μικρή καθημερινή επανάσταση, ήταν εποχή του πρώτου ΠΑΣΟΚ και οι δεξιές εφημερίδες μας χαρακτήριζαν “πρασινοκαρδερίνες” όμως κι οι Πασόκοι συχνά ενοχλούνταν και διαμαρτύρονταν στον διευθυντή της Ραδιοφωνίας, τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, και στον διευθυντή του Πρώτου, τον Βασίλη Ριζιώτη.
Κι ύστερα, όταν ξεκίνησε η ιδιωτική ραδιοφωνία, κινητοποιηθήκαμε μαζί του, βάλαμε τα δυνατά μας να ανανεωθεί ολόκληρο το πρόγραμμα. Δημιουργήθηκαν τότε εκπομπές ακόμα πιο ευφάνταστες και πρωτότυπες, όμως τα φώτα είχαν πέσει στην ιδιωτική ραδιοφωνία, κι έδινε έκτοτε τον τόνο. Παλαίψαμε για τρία χρόνια πάντως, θυμάμαι τον Ριζιώτη όρθιο πίσω από το τζάμι του στούντιο να παρακολουθεί με τις ώρες την έκβαση των εκπομπών.
Ας σταματήσω εδώ με τις προσωπικές αναμνήσεις. Θρηνούμε το δικό μας παρελθόν με την απώλεια των ανθρώπων που δουλέψαμε κοντά τους.
Ακούω πάντα ραδιόφωνο τα πρωινά, με σταθερή απελπισία. Το θέμα της παρλάτας, ή του διαλόγου που προσφέρουν οι σταθμοί, είναι σταθερά πολιτικό. Όταν λέμε πολιτικό, εννοούμε κυρίως τα σχόλια γύρω από τα πρόσωπα των πολιτικών, τι έκαναν, τι είπαν, τι απάντησαν, τι φορούσαν. Η ενασχόληση μαζί τους προφανώς προσδίδει κύρος στον απασχολούμενο, αυτό που δεν προλαβαίνει να κερδίσει με εκπομπές που χρειάζονται υπερβολική προετοιμασία. Δεν αναγνωρίστηκε ποτέ κι εκείνη η πολυτελέστατη κατάσταση που ζήσαμε τότε, οπότε δίκιο έχουν οι άνθρωποι και τρέχουν πίσω από τις ατάκες, τις τιράντες, τα μαργαριτάρια, τις ρήσεις των πολιτικών χώνοντας σφήνες στη σπουδαία ελληνική ιστορία το λιθαράκι τους. Είχαμε τεράστια τύχη να πέσουμε σ' εκείνη τη σελίδα, ας πούμε ένα ευχαριστώ κι ας γυρίσουμε το κουμπί τώρα στο ραδιόφωνο μήπως βρούμε συμπαθητική μουσικούλα.
. Ήταν όλο το επιτελείο σπάνιο εκείνα τα χρόνια, η Δέσποινα που είναι εδώ στη φωτογραφία, η Ρηνιώ, έμπαινες στο γραφείο της διεύθυνσης και άνοιγε η ψυχή σου. Σεβόταν τη δουλειά μας και την υπερασπιζόταν, αλλά ομολογώ, τότε τα θεωρούσα αυτονόητα αυτά, δεν ήξερα. 
Εχουν τόσο αλλάξει τα πράγματα που καμιά φορά αναρωτιέμαι στ' αλήθεια αν μπορέσαμε κάποτε να εργαστούμε με τέτοιες συνθήκες στο κρατικό ραδιόφωνο, αν υπήρξε εκείνη η ατμόσφαιρα ή την ονειρεύτηκα. Κι απόψε μαθαίνοντας ότι πέθανε ο Ριζιώτης, από τη μια επιβεβαιώνεται πως ήταν αληθινή, και ταυτόχρονα χάνεται έτσι ξαναζωντανεμένη, μαζί με τη νιότη μας


Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Φόρα τα γιορτινά σου προσφυγάκι

Φόρα τα καλά σου όταν θα είσαι προσφυγάκι στην πλατεία Βικτωρίας, της είπε ίσως η γιαγιά της. Είναι μέρα σημαντική για σένα αυτή, θα τη θυμάσαι για όλη τη ζωή σου. Έφτασες ζωντανή στην Ευρώπη, σε χώρα άγνωστη, βάλε τα γιορτινά σου. Δεν καταλαβαίνεις τι λένε, δεν έχεις σπίτι, τη νύχτα θα κοιμηθείς στριμωγμένη με άλλους δέκα, με άλλους είκοσι. Οι γονείς σου δεν μπορούν να σου πουν πού θα πάνε και τι θα απογίνουν, ποια γλώσσα θα μάθεις στο σχολείο που θα πας, δεν είναι καν σίγουροι αν θα τα καταφέρεις να πας σε κάποιο σχολείο. Φόρα το φουστάνι της Λαμπρής ανάμεσα σε γονείς και συγγενείς, φέρε μια γύρα να το δουν οι διαβάτες.
Θα θυμάσαι την πλατεία με το ξένο πλήθος, που ήσουν όπως όλοι, ξένη κι ανεπιθύμητη. Θα θυμάσαι το τσιμέντο, τη ζέστη, τους ανθρώπους καθισμένους περιμένοντας χωρίς να ξέρουν τι. Θα θυμάσαι τους πελάτες των κινητών που περίμεναν δωρεάν νουμεράκι για διαφήμιση, να μιλήσουν με τους άλλους που έμειναν πίσω και πήγαν μπρος. Θα θυμάσαι στη σειρά μπαλκονόπορτες και παράθυρα ατέλειωτων σπιτιών που δεν είδες ποτέ πώς είναι μέσα.
Ήρθες με βάρκα, είχες το φόρεμα διπλωμένο στο σακίδιο; Φόρεσες σωσίβιο και σε πήραν αγκαλιά να περάσεις τα βράχια; Ήρθες με αεροπλάνο, ήταν το φόρεμα στη χειραποσκευή; Στο χάρισαν μήπως εδώ παιδάκια που δεν τους κάνει πια; Ξέρεις όμως ήδη το μυστικό, τα άσπρα ταιριάζουν στις μελαχρινές. Είναι μια καλή αρχή να ξεκινήσεις την καινούργια ζωή σου.

The Geffrey museum of the home

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Elsinki

 Με το Ελσίνκι μπερδευόμουν γιατί αυτό το Ελ μπροστά το κάνει να μοιάζει αραβικό, όπως το Ελβενιζέλος, Ελσαλβαδόρ και Ελέι. Ωστόσο πλούσια τα ελέη και αχόρταγο το γιούγκενστυλ, ευτυχώς ελαφρωμένο στη λιακάδα




Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Σιδερώστρες

Στο τελευταίο μου ταξίδι στο Λονδίνο δεν επισκέφτηκα μουσεία. Επισκέφτηκα σπίτια φίλων, παιδιών, συγγενών, παιδιών φίλων και παιδιών συγγενών. Γενικά νέους, που μένουν όλοι με άλλους νέους, σε σπίτια με κάμποσες κρεβατοκάμαρες, όπου μοιράζονται την κουζίνα, το μπάνιο, και μερικοί προνομιούχοι και το σαλόνι, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, για να μπορούν να μοιράζονται το νοίκι. Η στέγη συνεχίζει να είναι η ακριβότερη της Ευρώπης, ίσως και του κόσμου, ποιος ξέρει; Το προνόμιο να ζεις και να δουλεύεις στην πόλη αυτή κοστίζει.
Μερικά από τα σπίτια αυτά χρειάζονται ανακαίνιση, αλλά δεν παύουν να είναι πανάκριβα. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων του Λονδίνου μπορούν να ζουν πλουσιοπάροχα μόνο από τα νοίκια. Δεν μένουν και πολύ στο σπίτι τους οι νέοι εργαζόμενοι, το μπάνιο να δουλεύει καλά, να είναι εμφανίσιμοι και περιποιημένοι, αυτό μετράει. Κάθε πρωί φεύγουν νωρίς, το βράδυ γυρίζουν συνήθως αργά, μερικοί πολύ αργά. Στα δωμάτια έχουν ο καθένας όρθια τη σανίδα σιδερώματος. Ανά πάσα στιγμή μπορούν να πατήσουν λίγο το γιακά του πουκάμισου, ή τη φούστα, για να μπορούν να φαίνονται άψογοι στο γραφείο.
Μέσα σε τέτοια έλλειψη χώρου η διαρκής ετοιμότητα της σιδερώστρας μοιάζει σπατάλη, όμως φαίνεται πως το πουκάμισο που δεν τσαλακώνει ή το κάζουαλ εν γένει ρούχο δεν κάνει για τη δουλειά της αρένας, που είναι το Λονδίνο. Εδώ πρέπει να εξαντλείς κάθε δυνατότητα να είσαι άψογος, σαν ευγενής με πύργο στην εξοχή, σα λόρδος με υπηρέτες να σε φροντίζουν, να μην αφήνεις στην τύχη τις λεπτομέρειες. Κι ας μη φτάνει ν' απλώσεις το χέρι σου ανεμπόδιστα από το γραφειάκι στον τοίχο.
Τους βλέπεις τα πρωινά να ξεχύνονται στους δρόμους του κέντρου, όλοι φιγουρίνια με τις τσάντες τους, με βήμα βιαστικό που νομίζεις ότι θα σε παρασύρει καθώς έχεις ξεμάθει τέτοιους ρυθμούς και ταχύτητες, και καταλαβαίνεις ότι παίζουν στο μεγαλύτερο χρηματιστήριο με το πολυτιμότερο νόμισμα που τους δόθηκε, τη μόρφωση και τις προσωπικές τους ικανότητες. Το σώμα στρατεύεται στον αγώνα αυτόν μαζί με το πνεύμα και με όλες τις δυνάμεις που μπορούν να στρατευτούν, της σιδερώστρας συμπεριλαμβανομένης. Μερικοί μετακινούνται με ποδήλατα, και κουβαλούν το κοστούμι χωριστά, άλλοι τρέχουν με αθλητικά κι έχουν στο σακίδιο τον εξοπλισμό ολόκληρο.
Τόσες εφευρέσεις κι ευκολίες δεν έχουν καταφέρει ν' αντικαταστήσουν την εντύπωση που δημιουργούν τα καλά υφάσματα, αυτά που εκ φύσεως τσαλακώνονται εύκολα, όταν είναι σιδερωμένα. Οι νέοι εργαζόμενοι τα έμαθαν αυτά σε κάποια άτυπη μετεκπαίδευση τους. Ως γονιός θα έπρεπε να ζητήσω συγγνώμη που τα άφησα μάλλον ανεκπαίδευτα σε θέματα εμφάνισης, πιστεύοντας αφελώς ότι μπορείς να κυκλοφορείς όπως λάχει, αρκεί να λάμπουν στα μάτια σου οι καλές σου προθέσεις και τα μοναδικά ταλέντα σου. Υπήρξαμε χαϊδεμένη γενιά που έθρεψε πολλές επιπολαιότητες. Ευτυχώς τα παιδιά μας έχουν υπομονή μαζί μας, Ακαι κυρίως, μπορούν να κινούνται ελεύθερα στις χώρες της Ευρώπης.

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Ερωτας για τα ιταλικά

Επισκέφτηκα τα παιδιά μου στην Αγγλία, όχι μόνο τα δικά μου για να είμαι ακριβής, και στο ταξίδι της επιστροφής διάβασα την πιο ταιριαστή ιστορία γλωσσικής περιπλάνησης από την αμερικανίδα συγγραφέα Τζούμπα Λαχίρι. Ένα βιβλιαράκι δίγλωσσο που διηγείται την αγάπη της για τα ιταλικά και τη μύηση της στην ιταλική γλώσσα.
Όπως ξέρουν όσοι την έχουν διαβάσει, έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά τα βιβλία της, η Τζούμπα Λαχίρι είναι ινδικής καταγωγής. Στο σπίτι της μιλούσαν Μπάνγκλα, αρχαία και ένδοξη γλώσσα, αφού οδήγησε στη δημιουργία του Μπανγκλαντές ως στοιχείο διακριτής ταυτότητας των Μπάγκλα από τους Πακιστανούς. Παρόλη τη δόξα, η νεαρή Τζούμπα δεν κατάφερε να μάθει τη γλώσσα τέλεια, διότι δεν φτάνει να την ακούς στο σπίτι τη μητρική σου, πρέπει και να τη διδαχτείς συστηματικά, όπως ξέρουν πολύ καλά όλοι οι έλληνες μετανάστες γονείς που θέλουν να μάθουν ελληνικά στα παιδιά τους. Στο σχολείο έμαθε καλά αγγλικά, σπούδασε στη Βοστώνη, μάζεψε πολλά διπλώματα τα οποία είναι όλα κορνιζαρισμένα στο σπίτι των γονιών της, κι έγινε διάσημη πολύ γρήγορα με τα βιβλία της που περιγράφουν ανθρώπους όπως εκείνοι: μετανάστες από την Καλκούτα που βρίσκουν δουλειά στο Πανεπιστήμιο και παντρεύονται με προξενιό συμπατριώτισσες τους, οι οποίες συνεχίζουν στην Αμερική να φορούν σάρι και να μαγειρεύουν τα φαγητά που έχουν μάθει από μικρές.
Και στο μεταξύ, όπως αποκαλύπτει στο βιβλίο αυτό (“In other words”) από φοιτήτρια ζούσε έναν κρυφό έρωτα για τα ιταλικά, κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα με διάφορους δασκάλους και πηγαίνοντας σε Ινστιτούτα. Κάποια στιγμή δεν της έφτασε αυτό, σηκώθηκε και πήγε να ζήσει στη Ρώμη οικογενειακώς, με μικρά παιδιά. Κι εν συνεχεία, επειδή οι άνθρωποι είναι άπληστοι, δεν της έφτασε ούτε αυτό, άρχισε να γράφει στα ιταλικά. Το βιβλιαράκι που διάβαζα στο ταξίδι, το έγραψε απευθείας στα ιταλικά, το μετέφρασε αγγλικά άλλος.
Η ιστορία ταιριάζει όχι μόνο με το δικό μου καταπιεσμένο πλέον πάθος για τα ιταλικά, αλλά και με τους προβληματισμούς μας όλον αυτόν τον καιρό περί μεταναστών, προσφύγων, μετακινήσεων, και πόσο κουβαλούν οι άνθρωποι τις παραδόσεις τους, πόσο προσαρμόζονται, εντάσσονται, αφομοιώνονται, τι κίνητρα έχουν για εξέλιξη, προς τα πού στρέφονται τα συναισθήματά τους, κλπ κλπ.
Βέβαια ο έρωτας των Αμερικανών για την Ιταλία είναι παλιά και γνωστή ιστορία από τον καιρό του Χένρυ Τζέιμς, αλλά να υποκύπτει σ' αυτόν Ινδή με την παράδοση μιας γλώσσας που κάποτε δημιούργησε ένα κράτος και οδήγησε ανθρώπους σε αυτοθυσία μόνο και μόνο για να αναγνωριστεί, μοιάζει ανεξήγητο. Αλλά έτσι είναι οι άνθρωποι, ησυχία δεν έχουν.

A week in London

Εννοείται ότι πήγα για προσκύνημα στο Selfridges
Είχα να ταξιδέψω δυόμιση χρόνια στο Λονδίνο, βρέθηκα σα χαμένη στο Γκάτγουικ. Φοβόμουν ότι δεν θα μπορούσα να μιλήσω αγγλικά, να ρωτήσω πώς πάνε στην πόλη. Η προφορά μου θα ήταν ακατανόητη, ως συνήθως, κι ακόμα πιο ακατανόητη η δική τους. Πήγα στο γκισέ με την καρδιά σφιγμένη, φυσικά δεν κατάλαβα την πρώτη απάντηση, ξαναρώτησα. Ύστερα πάλι, ρώτησα για τρίτη φορά, δεν μπορεί να ήταν τόσο απλό, κάποιο λάθος είχα κάνει. Φόρτωσα την κάρτα Oyster ξεχνώντας ότι υπάρχει εβδομαδιαία, που θα με συνέφερε πολύ περισσότερο.
Μέχρι να φτάσω στο σταθμό του Χόλμπορν είχα αγωνία πως δεν θα τα κατάφερνα. Τελικά, πήρα ανάποδη κατεύθυνση μόλις βγήκα έξω. Περπάτησα σέρνοντας τη βαλίτσα κάμποσα τετράγωνα, το πεζοδρόμιο εδώ έχει πλάκες, η βαλίτσα σκοντάφτει. Λίγο σαν την Αθήνα δηλαδή. Καλύτερα είναι στο Παρίσι και στο Βερολίνο, που τα πεζοδρόμια τα φτιάχνουν με ενιαίο υλικό.
Θα χρειαζόμουν μια βδομάδα για να συνηθίσω να κοιτάζω στη σωστή κατεύθυνση στις διαβάσεις, να χρησιμοποιώ χωρίς άγχος το μετρό, να μάθω τρια λεωφορεία, ακριβώς όσο θα μείνω δηλαδή, την τελευταία μέρα θα ήμουν πιο άνετη από κάθε προηγούμενη, αλλά θα έπρεπε να φύγω...
Το Λονδίνο μου φάνηκε πιο δραστήριο από ποτέ. Με περισσότερο κόσμο στους δρόμους, πυκνότερη κίνηση αυτοκινήτων, περισσότερους γερανούς, σκαλωσιές, φασαρία, πινακίδες, ουρανοξύστες. Το περίγραμμα του ορίζοντα αγνώριστο από την τελευταία φορά που το είδα. Το αγγουράκι, που εμείς το λέμε κουκουνάρι, ένα κτίριο που φάνταζε πανύψηλο όταν είχε πρωτοφτιαχτεί, τώρα χάνεται ανάμεσα σε νέους όγκους από γυαλί και τσιμέντο. Υπάρχει το Γουώκι- τώκι, ο τρίφτης τυριού, η λεπίδα, και δεν ξέρω τι άλλο, το ένα ογκωδέστερο και επιβλητικότερο από τ' άλλο. Αφού ακόμα τους δίνουν ονόματα σημαίνει πως τους έχουν υπό έλεγχο, ή ελπίζουν να τους έχουν. Αν σταματήσουν να τους ονομάζουν θα σημαίνει πως αδιαφορούν, τους συνήθισαν, δεν αμύνονται, αφήνονται να τους κυριαρχήσουν ως πλήθος;
Το να περπατάς ανάμεσα σε τέτοια εργοτάξια, κάτω από σκαλωσιές, δεν έχει καθόλου γούστο κι ενδιαφέρον, κι όμως κατάφερνα συνέχεια να χάνομαι και να βρίσκομαι σε τέτοια ανεπιθύμητα μέρη, που σημαίνει ότι έχουν γίνει πολλά. Θα αλλάξουν τα πράγματα όταν οι εργασίες τελειώσουν; Μόνο αν έχουν μαγαζάκια, παγκάκια, κάποια πρόβλεψη για διάλειμμα όλοι αυτοί οι μονότονοι χώροι, που θα μπορεί να κάνει ανεκτό αυτό το ενίοτε ασφυκτικό περιβάλλον.
Τα παιδιά μου μένουν με άλλους σε σπίτια πανάκριβα κι όχι καλά συντηρημένα. Πληρώνουν 600 λίρες ο καθένας για ένα δωμάτιο σε σπίτι που έχει και κοινόχρηστη κουζίνα και μπάνιο. Οι συγκάτοικοι τους είναι από την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γαλλία, την Πορτογαλία και άλλες πόλεις της Αγγλίας, αγόρια και κορίτσια. Ξυπνάνε το πρωί νωρίς, ώσπου να βγω εγώ για το μπάνιο έχουν όλοι φύγει για τις δουλειές τους. Τα κρεβάτια μένουν άστρωτα, στα δωμάτια τους είναι μονίμως στημένη η σιδερώστρα. Το βασικό είναι να έχουν άψογη εμφάνιση στη δουλειά. Στο δρόμο είναι σα να βλέπω αυτούς τους νέους σε αναρίθμητα αντίγραφα, όλοι κομψοί, αυστηροί, βιαστικοί, προσηλωμένοι στο στόχο τους. Να δουλέψουν, να αναγνωριστεί η δουλειά τους, να πετύχουν, να βελτιώσουν τη θέση τους, ίσως να γίνουν διευθυντές, ίσως ν' ανοίξουν δική τους επιχείρηση, να καταξιωθούν, να κερδίσουν λεφτά, περισσότερα λεφτά, να φτιάξουν κάτι πρωτότυπο, να μπορέσουν να δείξουν την αξία τους, να, να, να. Πλήθη χύνονται στο δρόμο κάθε πρωί, εκατομμύρια νέοι απ' όλο τον κόσμο με την ίδια φιλοδοξία. Εδώ είναι η αρένα, εδώ θα παλαίψουν με τα λιοντάρια, κι είναι αποφασισμένοι να νικήσουν.
Ηλικιωμένοι δεν περπατούν στους δρόμους του κεντρικού Λονδίνου την ημέρα. Οι ρυθμοί τους ενοχλούν, μπορεί να εμποδίζουν το μεγάλο κύμα που ορίζει τη μέση ταχύτητα μετακίνησης, η οποία οφείλει να είναι η υψηλότερη στον κόσμο, αλλιώς θα χάσουν κάποιο βραβείο. Αισθάνομαι το σώμα μου αδύναμο ν' αντιμετωπίσει όλη αυτή τη δυναμική της νεότητας που πάλλεται στους δρόμους. Νομίζω ότι θα με παρασύρουν, θα με τσαλαπατήσουν, θα σωριαστώ σε καμιά γωνιά, αλλά βέβαια ούτε καν με σκουντούν, εκπαιδευμένοι όλοι να περπατάνε γρήγορα με ελιγμούς, να αποφεύγουν τα εμπόδια, να σέβονται υποχρεωτικά τους μυριάδες άλλους που διασταυρώνονται μαζί τους. Η ανημπόρια μου αναδεικνύεται εσωτερικά, θα μπορούσα άραγε κι εγώ να βρω μια θέση στο μεγάλο αυτό στάδιο αναμέτρησης που είναι το Λονδίνο; Σίγουρα δεν θα κατάφερνα πια να γίνω ρεπόρτερ ή οτιδήποτε τέτοιο, αλλά ίσως νταντά;
Τα μεσημέρια οι εργαζόμενοι τρώνε κάτι πρόχειρο, είτε στο κοντινό πάρκο από το τάπερ που κατάφεραν να πάρουν μαζί τους, είτε σε κάποιο προχειράδικο της περιοχής. Υπάρχει μια αλυσίδα από δαύτα που δεν έχει ούτε τουαλέτες, η λογική θα είναι φαντάζομαι ότι θα γυρίσουν στη δουλειά τους οι πελάτες για κατούρημα και λοιπές σωματικές ανάγκες. Για μένα την οιονεί τουρίστρια η αλυσίδα είναι απολύτως αποφευκτέα: Pret a manger λέγεται, με παρέσυρε μια -δυο φορές με τον γαλλικό της τίτλο. Δεν θυμάμαι να έχω δει αλλού πουθενά φαγάδικο χωρίς τουαλέτα.
Σε κάθε βήμα ωστόσο βιτρίνες, πωλητές, τοίχοι ζωγραφισμένοι, επιγραφές, χάρτες σε κολώνες, κρεμασμένες γλάστρες, κάθε είδους προτάσεις- παρεμβάσεις- εκθέσεις, προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή και το ενδιαφέρον αυτών των βιαστικών και των λιγότερο βιαστικών όπως εγώ, που θα ήθελα πολύ να χαζέψω κάθε βιτρίνα για κάμποσο, αν δεν υπήρχε η διπλανή που θέλω κι αυτή να τη χαζέψω. Δύσκολο να μοιράσεις με δικαιοσύνη τον τουριστικό χρόνο μιας άσκοπης βόλτας, ή μάλλον απολύτως μάταιο ως προσπάθεια. Αφήνομαι λοιπόν στην αίσθηση των ασταμάτητων εντυπώσεων όπως σε μια βροχή, με την απληστία αχαλίνωτη, να καταβροχθίζει εικόνες. Μόνο τα πόδια σε λίγες ώρες θυμίζουν τις πεπερασμένες ικανότητες του σώματος.
Αχ σώμα, σώμα, γιατί να είσαι σώμα, φυλακισμένο στα μέλη που κουράζονται, βαρύ, χωρίς φτερά; Κοίτα εδώ τους νέους, ανήκουν κιόλας σε άλλο είδος, λεπτοί, ευκίνητοι, γυμνασμένοι, τρέχουν με πατίνια, περπατούν ανάλαφρα, κοντεύουν να πετάξουν. Τι γενιά βαριά η δική μας, να πληρώνεις τις ευκολίες σε δυσκινησία και λίπος...
Τα δυο μου παιδιά τελειώνουν τη δουλειά τους αργά, ο ένας πιο αργά από τον άλλον. Συναντούν φίλους, χορεύει σάλσα ο μεγάλος, ο μικρός κανονίζει να πάει για σκι στη Γαλλία. Χαίρομαι που τους έμαθα να αγαπούν το χορό και τα σπορ. Θα αντέξουν περισσότερο από μένα να περπατούν, να
ερευνούν, να ταξιδεύουν και να δουλεύουν. Εύχομαι πάντα να βρίσκουν δουλειά, να αγωνίζονται έτσι ώστε να μπορούν να διακριθούν, να εξαντλούν τις δυνατότητές τους, να νιώθουν ικανοποίηση απ' αυτά που κάνουν. Τα θαυμάζω που καταφέρνουν να ζουν και να δουλεύουν εδώ.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...