Σάββατο 15 Ιουλίου 2000
Η ταυτότητά μας
Παρασκευή 30 Ιουνίου 2000
Κραυγές και ψίθυροι
Κυριακή 7 Μαΐου 2000
Ηellenes
Φωτογραφίες μη υποψηφίων
Κυριακή 26 Μαρτίου 2000
Παρέλαση στη βροχή
Παρέλαση στη βροχή
Έριχνε χιονόνερο την Τετάρτη, αλλά ακόμα κανένα δέντρο δεν είχε πέσει και το ρεύμα δεν είχε κοπεί και δεν σκέφτηκε κανένας ότι θα έπρεπε να αναβάλλουν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου.
Ήταν παρέλαση μαθητών και μαθητριών. Την ορισμένη ώρα μαζεύτηκαν έξω από το σχολείο, λιγοστοί, τουρτουρίζοντας μέσα στις επίσημες στολές που δεν προβλέπουν ποτέ τίποτα ζεστό, για λόγους οικονομίας μάλλον. Οι γονείς από κοντά, τριπλοί σε μέγεθος, σαν ΄να ανήκαν σε άλλο είδος, μπαμπουλωμένοι σε κασκόλ και σκούφους, να κρατάνε με σπαραγμό ψυχής τα απαγορευμένα μπουφάν των νεαρών βλαστών τους.
-Θα πηγαίνω από κοντά, να της το δώσω όταν στέκονται τουλάχιστον..
-Μη στεναχωριέσαι, είναι νέοι, βράζει το αίμα τους!
-Μέχρι προχτές πάντως έβραζε το θερμόμετρο από τον πυρετό της.
-Ξεκινάνε. Πρώτα έχει κατάθεση στεφάνου.
-Κράτα τα μικρά από το χέρι μην τα χάσουμε.
-Εγώ δεν θέλω κράτημα, Δε θέλω, δε θέλω! Έχω το πιστόλι μου και θέλω να σκοτώνω Τούρκους!
-Δεν έχει Τούρκους εδώ. Κράτα με σφιχτά!
-Θέλω να σκοτώσω, να σκοτώσω, να σκοτώσω! Είμαι ο Κολοκοτρώνης!
-Έλα δω μη σε χάσω και το πιστόλι δώσ’ το να το βάλω στην τσάντα μου.
-Γιατί έχουνε απλωμένα αυτά τα σκοινιά στο πεζοδρόμιο; Θα βάλουνε τρικλοποδιά στην παρέλαση;
-Σιωπή! Είναι για να στεκόμαστε μπροστά και να βλέπουμε!
-Μαμά ήθελα και γώ να πάω στην παρέλαση. Να ντυθώ Κολοκοτρώνης! Τετρακόσια χρόνια σκλάβοι, το φαντάζεστε;
-Όχι!
-Μαμά, να σου πω, ο Κολοκοτρώνης τους πολεμούσε τετρακόσια χρόνια τους Τούρκους; Συ-νε-χώς!
-Τι γελάτε κυρία μου; Γίνεται κατάθεση στεφάνου!
-Μαμά απάντησε μου!
Κάτω από τη συγκίνηση του ουρανού που μεταφραζόταν σε ήσυχες σταγόνες, έγινε η κατάθεση, σκόρπισε το πλήθος, άρχισε η παρέλαση. Τα περήφανα νιάτα ήταν κατάχλομα, με κόκκινες πρησμένες μύτες.
-Αχ τι χαριτωμένα παιδάκια! Κάντε λίγο πιο πέρα να βλέπουμε κι εμείς!
-Πάντως από βήμα είναι χάλια. Κοίτα πώς πάνε, σαν ξεβιδωμένα!
-Δεν κάνουν αρκετές πρόβες.
-Κι ο κόσμος χωρίς πάθος βρε παιδί μου. Ούτε χειροκροτάνε, ούτε τίποτα!
-Η γειτονιά είναι τέτοια, δε νοιάζονται για την εκπαίδευση..
-Οι γυμνάστριες φταίνε. Δεν έχουν μεράκι πια. Στα χρόνια μας αν βγαίναμε από τη γραμμή μας έριχναν με το βούρδουλα!
-Βεβαίως! Και σε μας το ίδιο. Και για μέρες πριν χάναμε μαθήματα για να κάνουμε την παρέλαση. Ήμασταν άψογοι! Σαν στρατιώτες! Όχι αυτό το αίσχος. Κοίτα δω, ο καθένας πάει όπως του αρέσει;
-Μαμά τι λένε αυτοί οι χοντροί;
-Σουτ! Μη φωνάζεις! Μην τους λες χοντρούς!
-Πηγαίνετε πιο πέρα τέλος πάντων μαντάμ, να βλέπουμε!
-Μα γιατί θέλετε να τους βλέπετε, αφού είναι τόσο χάλια;
-Μαμά βρήκα καλύτερη θέση. Έλα δω. Να η Μπουμπού μας που έρχεται. Να της φωνάξω;
-Όχι δεν είναι σωστό.
-Μαμά θα πολεμήσουμε τους Τούρκους;
-Ελπίζω όχι.
-Πέρασαν τα τετρακόσια χρόνια, ε;
-Ελπίζω ναι.
-Μαμά όταν ήσουνα μικρή, σε χτυπούσαν με βούρδουλα για να πηγαίνεις ίσια στην παρέλαση;
-Εγώ δεν πήγα ποτέ σε παρέλαση. Ούτε είδα άλλη φορά. Πρώτη φορά βλέπω παρέλαση!
-Αλήθεια μαμά; Όπως κι εγώ; Κι ας είσαι τόσο μεγάλη...
-Από παρελάσεις είμαι σαν εσένα, πρωτάρα.
-Δεν είχες γεννηθεί όταν ήταν τα τετρακόσια χρόνια;
-Όχι, αχ όχι. Δώσε μου εδώ αυτό το πιστόλι. Είμαι πολύ πιο μικρή από τόσο. Όταν ήμουν παιδί, είχε καταργηθεί ο βούρδουλας!
-Είσαι πιο νέα από κείνους τους χοντρούς μαμά;
-Ουφ, είπες και κάτι σωστό σήμερα, επιτέλους!
Παρασκευή 9 Απριλίου 1999
Αρκάν
Ο νέος αντι-ιμπεριαλισμός, επειδή όσο να είναι εμφανίζεται μαζικότερος και συσπειρώνει το συντριπτικό ποσοστό του ελληνικού λαού, του πιο ευαίσθητου λαού της Ευρώπης, όπως αρχίζουμε σιγά σιγά να καταλαβαίνουμε, χρειάζεται πια νέους ήρωες και πρότυπα για να μπει στη νέα χιλιετία. Την ώρα λοιπόν που διάφοροι ηθοποιοί του Χόλλυγουντ αναζητούν απεγνωσμένα λίγη δημοσιότητα πουλώντας υποκριτική θλίψη στα στρατόπεδα των προσφύγων από το Κόσοβο, οι έλληνες δημοσιογράφοι στρέφονται σε εικόνες θετικές και παρουσιάζουν πολλαπλά και σφαιρικά πορτρέτα του Αρκάν, του νέου αντι-ιμπεριαλιστικού ήρωα. Διότι, πώς να το κάνουμε, το έλεος είναι αδιέξοδο συναίσθημα, αφού δεν οδηγεί σε παραγωγή παραδειγμάτων που να κρύβουν ελπίδες δράσης και παρέμβασης του ατόμου στον απρόσωπο κόσμο της νέας τάξης. Ο άνθρωπος δεν είναι είδος ικανό να υπερβαίνει τις προσωπικές του ανάγκες και συμφέροντα και να εξυψώνεται ηθικά με πράξεις συμπόνοιας και συνδρομής. Η φιλανθρωπία δεν ανατρέπει το κατεστημένο, χρησιμεύει σαν άλλοθι σ’ αυτό κι επιτρέπει στους πιο προνομιούχους του συστήματος να θεραπεύουν επιπλέον τη συνείδηση τους. Η αληθινή επανάσταση θέλει πλέον αποφασιστική δράση, θέλει όπλα, θέλει πιστούς οπαδούς, θέλει κατάβαση στην αληθινή ουσία των ανθρώπων, την ορμή του θανάτου. Θαρραλέα κατάβαση. Και κάπου εκεί στο δεύτερο υπόγειο βρίσκονται και τα καζίνα, αγιασμένα από την επανάσταση, αφού προσφέρουν όπλα κι εν συνεχεία εξαργυρώνουν αίμα. Μην τρομάζετε μπροστά στο ασανσέρ λιπόψυχοι Έλληνες. Το σκοτάδι κρύβει μέσα του βυζαντινό μεγαλείο της φυλής. Εδώ είναι η δράση. Πώς θα εκτιμούσατε ένα λαό που κάθεται παθητικά να τρώει βόμβες, χωρίς να παίρνει στο χέρι το καλάσνικοφ του τιμωρού; Ξεκουνείστε από την ψυχή σας τις παληές προκαταλήψεις. Ασπαστείτε το οργισμένιο βαλκάνιο αντρηλίκι. Μόνος θεός του 21ου αιώνα η μπαλκάνια λεβεντιά. Και κοιτάξτε τι λευκό και καθαρό πρόσωπο έχει ο ήρωας όταν φορά την πράσινη στολή του, κοιτάξτε πώς λάμπει από νιάτα μετά την καθαρτική του επιχείρηση. Σα να είναι κύτταρα του προσώπου του αυτά που καθάρισε, σαν να έκανε πήλινγκ και να πέσανε νεκρά σε μια πετσέτα. Απαρνηθείτε τον μαλθακό πολιτισμό σας Έλληνες κι υποδεχτείτε τον Αρκάν και τις κουκουλοφόρες σαρκοφάγες τίγρεις του, προχθές στις σελίδες της Ελευθεροτυπίας, αύριο στις συναυλίες σας.
Πέμπτη 1 Απριλίου 1999
Το ευγενικό αίμα
Πώς έγινε κι οι άνθρωποι που έζησαν αιώνες μαζί, χωρίς συγκρούσεις, πέρα από τις καθημερινές που συναντά κανείς στο είδος των ανθρώπων, πώς έγινε ξαφνικά, δέκα χρόνια πριν ο αιώνας τελειώσει, να βρεθούν αντιμέτωποι με τέτοιο μίσος; Πολλά κείμενα και αναλύσεις διάβασα περι του θέματος που αντιμετωπιζόταν ως βαλκανική ιδιομορφία, από την αρχή των πρώτων πολέμων στη Γιουγκοσλαβία. Αλλα τίποτα δεν με φώτισε περισσότερο από τα λόγια ενός Σέρβου που άκουσα προχτές σ’ ένα «παράθυρο» του Σκάϊ.
Συνηθίζει κάθε βράδυ ο Σκάι αυτές τις ημέρες, να καλεί έναν
Σέρβο κι έναν Αλβανό να τσακώνονται μέσω των παραθύρων του. Ηταν στη μέση
λοιπόν ο Ν.Ευαγγελάτος, κι εκείνοι ένθεν και ένθεν. Μιλούσαν και οι δύο
ελληνικά, με κάποια λαθάκια, αλλά σε γενικές γραμμές καλά. Ο Σέρβος ήταν ένας
φαρδύστερνος μακρυμάλης νεαρός, πολύ καλοβαλμένος. Στις κατηγορίες του Αλβανού
για καταπίεση των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, άρχισε να λέει:
«Κανένας Σέρβος, που έχει στις φλέβες του, το αίμα του Άγιου
Σάββα, του Βασιληά Στέφανου και του Τσάρου Λάζαρου.... και πιστεύω ότι όλοι το
έχουν..κανένας δεν θα διαφωνούσε μαζί μου! Εγώ είχα συμμαθητές Αλβανούς στο
Σχολείο κι έμαθα μάλιστα και λίγα αλβανικά, γιατί ήταν το λιγότερο που θα
μπορούσα να κάνω για να δείξω την αγάπη μου σ΄ένα λαό που τον φιλοξενούσαμε»..
Φαινόταν τόσο γαλήνιος κι ευτυχισμένος τη στιγμή που έλεγε
αυτές τις λέξεις, και πραγματικά εξηγήθηκαν όλα τόσο απλά! Οι Αλβανοί μπορεί να
είναι έξη αιώνες στο Κόσοβο, αλλά δεν έχουν το αίμα των ως άνω επιφανών Σέρβων.
Είναι φιλοξενούμενοι. Είναι ξένοι. Ας είναι περισσότεροι. Η φιλοξενία
τελειώνει. Χρειαζόμαστε τον ξενώνα για ιδιοκατοίκηση. Τέλος!
Πόσο γλυκό, πόσο ακαταμάχητο το μεθύσι του αίματος! Του
γνησίου κι ανόθευτου φυσικά. Πόσο ωραία πλημμύρα υπέροχων συναισθημάτων ο
εθνικισμός, να νοιώθεις περιούσιος λαός,
ο καλύτερος, και φυσικά καταδιωγμένος και κυνηγημένος απ΄όλους! Πόση αξία
αποκτούν τα κειμήλια, τα ενθύμια, πώς χρυσώνονται τα αρχαία, πώς όλα γλυκαίνουν
σαν παιδικό παραμύθι, πώς σε μεταμορφώνουν σε Υπεράνθρωπο και δεν καταλαβαίνεις
το κενό της ζωής, τον πόνο και τον παραλογισμό της. Και πόσο δύσκολο και άχαρο
και βασανιστικό, να πρέπει να συμβιβαστείς, να ζήσεις με τον άλλον, να
αποδεχθείς τον ξένο, να συνυπάρξεις. Προσπάθεια χωρίς εξάρσεις και μεγαλεία,
καθημερινή, σαν τον μόχθο της επιβίωσης.
Μέσα στο γεμάτο έπαρση βλέμμα του νεαρού Σέρβου, είδα το
καθαρό του αίμα να φωνάζει και μ’ έπιασε τρέμουλο για όλη τη γλύκα, την ηδονή
της αναζήτησης εθνικής ταυτότητας, της
αναζήτησης υπαρξιακής συνέχειας και σημείων ιστορικής αναγνώρισης. Είναι
δυνατόν αυτή η θεάρεστη πράξη, να σε οδηγήσει στο μίσος και την κτηνωδία των
εθνικών εκκαθαρίσεων; Γίνεται;
Έχει ξαναγίνει, πολλές φορές, σ’ αυτή την γηραιά ήπειρο.
Άννα
Δαμιανίδη
Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 1999
Γουρούνια χωρίς φτερά
Εξ αφορμής
Γουρούνια χωρίς φτερά
To δελτίο ξεπετάει τώρα στα
γρήγορα τα του πολέμου και περνά στα δικά μας. Είδηση πρώτη: Κτηνοτρόφοι
αμόλησαν τα γουρούνια τους στο Υπουργείο Γεωργίας. Τα βλέπουμε, ροζ, βρωμερά
και ξαφνιασμένα να τριγυρνάνε στα γραφεία, να εξοικειώνονται, να δοκιμάζουν με
τη ράχη το πάτωμα. Οι υπάλληλοι πανικόβλητοι, δεν θα ξαναφάνε χοιρινό στη ζωή
τους.
Είδηση
δεύτερη: Στο νεκροταφείο Κερατσινίου η κηδεία δεν μπορεί να περάσει. Το έχουν
κλείσει ως κεκορεσμένο και τώρα πάει να’ ανοίξει με αστυνομική συνοδεία. Οι
κάτοικοι της περιοχής έχουν αντίρρηση. Μπροστά αυτοί, πίσω η κηδεία, ενδιαμέσως
η Αστυνομία να σπρώχνει ένθεν και ένθεν. Φωνές, βρισιές, το φέρετρο ισοροπεί
επικίνδυνα. Δεν έπεσε σε κανένα κεφάλι όση ώρα έβλεπα.
Είδηση
τρίτη: Μαύρη μεσίστεια σημαία στο κάστρο της Πάτμου. Η πόρτα αμπαρωμένη.
Κατάληψη στη μονή έκαναν τρείς καλόγεροι που καθαιρέθηκαν από το Πατριαρχείο
για οικονομικές ατασθαλίες σε βάρος της περιουσίας της μονής. Πολλοί νησιώτες
τους υποστηρίζουν. Ελιπάνθη η Πάτμος από την περίσσεια της κληρονομίας; Ο φακός
ανεβαίνει και μας τη δείχνει από ψηλά. Πανέμορφη, ονειρεμένη, πως να μην τη
λιμπιστείς να κόψεις κάτι; Είναι κι ανεβασμένη η τιμή στο στρέμμα.
Είδηση
τέταρτη: Στη Ναύπακτο, ένας καθηγητής που είχε καταφέρει να σταματήσει η
αυθαίρετη δόμηση της παραλίας με αίτηση στο Συμβούλιο Επικρατείας ξυλοκοπήθηκε
από αγνώστους και νοσηλεύεται. Τον βλέπουμε στο νοσοκομείο, τουλούμι στο ξύλο
τον έκαναν τον άνθρωπο. Κάτοικοι της Ναυπάκτου μιλάνε για τα αυθαίρετα στην
κάμερα με το πρόσωπο παραμορφωμένο από κείνα τα κινούμενα τετράγωνα, για να μην
αναγνωρίζονται. «Περιμένουμε τις μεταβατικές διατάξεις του νόμου», λέει ο
δήμαρχος, χωρίς τετράγωνα.
Ελλαδίτσα,
Ελλαδίτσα, σε είχαμε πεθυμήσει..
Άννα
Δαμιανίδη
Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 1999
Ελληνική βραδυά
Εξ αφορμής
Ελληνική βραδυά.
Φορούσε
ένα πράσινο ανσάμπλ, φόρεμα- πανωφόρι, με χρυσή πόρπη στη μέση του στήθους και
ήταν βαμμένη για το γάμο. Άφησε το παιδάκι να παίξει κι ετοιμάστηκε να φύγει.
Θα ερχόταν να το πάρει σε τρείς ώρες. Όρθια, στην πόρτα, πρόλαβε κι εξέθεσε την
κατάσταση των τσιγγάνων, που γεννούν κατά τη γνώμη της πολλά παιδιά, μόνο και
μόνο για να παίρνουν τα επιδόματα που τους δίνει το κράτος. Ήταν αγανακτισμένη
για την κρατική αυτή σπατάλη, αλλά δεν μπορούσε να εκθέσει ολόκληρη την αγανάκτηση
της. Ο οικοδεσπότης την αποχαιρέτησε κι ύστερα κάθισε να κάνει κοινωνική
συναναστροφή με τους υπόλοιπους γονείς. Η κουβέντα περιστράφηκε στα ηλεκτρονικά
παιχνίδια. Τουλάχιστον ήταν ένα θέμα που άφηνε τους τσιγγάνους και τα παιδιά
τους εκτός. Προς το παρόν.
«Είναι
τρομερό, είπε ένας μπαμπάς, όλη την ημέρα μπορούν να παίζουν αυτά τα
χαζοπαίχνιδα, εάν τα’ αφήσεις.»
Οι
παρόντες συγκατένευσαν. Ένα παιδάκι είχε έρθει μ’ ένα γκαίημ μπόϋ στο χέρι,
καθόταν στην άκρη μιας καρέκλας και κόντευε να πέσει κάτω από το πολύ που
έσκυβε στη μικρή οθόνη.
«Εμείς
στο σπίτι δεν βάζουμε τέτοια πράγματα», εξήγησε η μαμά του. «Γι αυτό κάνει
έτσι.
«θα μας
καταστρέψουν αυτά τα μηχανήματα» απεφάνθη ένας άλλος μπαμπάς. «Μικροί, μεγάλοι
μ’ ένα μηχάνημα στο χέρι. Τηλέφωνα, κομπιούτερ, κινητά, θα καταστρέψουμε τους
εγκεφάλους μας. Θα ξεχάσουμε να σκεπτόμαστε. Μόνο οι Εβραίοι θα σκέπτονται σε
λίγο..»
Κανένας
δεν ζήτησε εξηγήσεις γι’ αυτό το σχόλιο, γιατί όρμησε μέσα μια καινούργια
φουρνιά παιδιών κι έγινε κάμποση φασαρία. Ίσως πάλι και να είχαν καταλάβει κάτι
που υπονοούνταν, ποιος ξέρει. Αυτός που το είπε, έφυγε σε λίγο κι ήρθαν άλλοι.
Μπαμπάδες και μαμάδες που έφερναν τα παιδιά τους να παίξουν. Μπήκαν βγήκαν κι
όταν καταλαγιάσανε,,, άρχισε ξανά η
συζήτηση.
-Πώς
προχωράτε στο σχολείο; Προλαβαίνετε να τελειώσετε την ύλη;
-Τι
διάολο, δημοτικό είναι, δεν είχαν καταλήψεις.
-Μπορεί
όμως να είχαν Αλβανούς, που είναι χειρότεροι γιατί κάνουν κατάληψη μακράς
διαρκείας.
Μερικοί
γέλασαν μ΄αυτό το καλαμπουράκι κι ο μπαμπάς που το είχε πεί ανέλαβε να εκθέσει
τις τρομερές συνέπειες της εισβολής των αλβανοπαίδων στα δημοτικά. Έτσι η
βραδυά που είχε αρχίσει μοντέρνα, με Τσιγγάνους κι Εβραίους, ολοκληρώθηκε
κλασσικότερα, με Αλβανούς.
Άννα
Δαμιανίδη
Τράνζιτο
Πέντε χιλιάδες πρόσφυγες Κοσοβάροι θα περνούσαν από το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης για να προωθηθούν σε χώρες της Ευρώπης και της Αμερική, απ’ αυτές τις ιμπεριαλιστικές, που τους παίρνουν για να ενισχύσουν την αντισερβική τους προπαγάνδα. Και στις ειδήσεις το έλεγαν με ύφος καθησυχαστικό, «θα τους παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες και θα αναχωρήσουν αμέσως. Δεν θα τους επιτραπεί να απομακρυνθούν από το αεροδρόμιο». Μην τυχόν και ανησυχήσουμε, ότι θα συναντήσουμε τις ψείρες και την ανεπιθύμητη μορφή τους μπροστά μας. Γιατί τόση συμπόνοια και τόσος αντι-ιμπεριαλισμός και τόση ευαισθησία, καλλιτεχνική και άλλη, τόσες ειρηνιστικές πορείες, τόσο ξύλο στις βάσεις του Νατο, τόσος ντόρος, τόσες αναλύσεις, τόσες συναυλίες, τόσα τραγούδια, τόση συμπαράσταση, δεν τους έπεισαν τους υπεύθυνους για την προώθηση των προσφύγων, ότι θα μπορούσαννα μείνουν εδώ έστω και πέντε άτομα, όχι πέντε χιλιάδες. Δεν αποφάσισε κανένας να ρισκάρει τη συνάντηση Ελλήνων αντι-ιμπεριαλιστών, χριστιανών ορθοδόξων, τραγουδιστών και συγγραφέων,απλών αγανακτισμένων πολιτών, με Κοσοβάρους, πρόσφυγες, ή μάλλον τι πρόσφυγες; Εκτοπισμένους με τη βία, διότι περί αυτού πρόκειται. Γιατί άραγε;
Με πέντε
χιλιάδες ανθρώπους δεν θα άλλαζε η πληθυσμιακή μας σύνθεση,δεν θα υπήρχε απειλή
να δημιουργηθεί μειονότητα Κοσοβάρων στην Ελλάδα, δεν θα τιναζόταν στον αέρα ο
προϋπολογισμός, δεν θα αναστατωνόταν το οικοσύστημα. Με πέντε χιλιάδες
ανθρώπους, θα μπορούσε στο μέλλον ο καθένας να λέει ότι δεν έχουμε προκατάληψη
κατά τωνΚοσοβάρων, ότι κάθε καταπιεσμένο τον συντρέχουμε. Θα μπορούσαν τα
κανάλια να κάνουν ωραία ρεπορτάζ κι ίσως να βγάλουν μερικούς στα παράθυρα με
μεταφραστή, να τσακωθούν με τηνκυρία Κανέλλη.
Φαίνεται
ότι καλλιτέχνες, διανοούμενοι, αναλυτές, ορθόδοξοι κι άλλοι ευαίσθητοι, δεν
ενδιαφέρονται πια να τους λένε μεροληπτικούς. Φτάνει να είναι κανείς
αντι-ιμπεριαλιστής και να καταγγέλει τους Αμερικανούς. Τα υπόλοιπα δεν μετράνε,
έχει επέλθει συμψηφισμός. Μπροστά στα εγκλήματα από αέρος, όσα συμβαίνουν στο
έδαφος αποφασίσαμε να τα αγνοήσουμε πλήρως. Να φύγουν γρήγορα οι Κοσοβάροι από
εδώ, να μην τους επιτραπεί να μολύνουν με αμφιβολίες τον καθαρό αέρα της
υπέροχης αντι-ιμπεριαλιστικής συμπαράταξης στην οποία έχουμε περιπέσει.
Άννα
Δαμιανίδη
Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 1997
Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα
Εξ αφορμής
Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα.
Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα, λέγαμε κάποτε κι εννοούσαμε
πως η επαρχία ήταν αδικημένη σε σχέση με το κέντρο. Τώρα πια η φράση έχει άλλο
νόημα, παρηγορητικό. Ευτυχώς δηλαδή, που η Αθήνα, η περιοχή η λεγόμενη Αθήνα,
δεν είναι ολόκληρη η Ελλάδα, αλλά μονάχα η μισή. Κι ευτυχώς που η άλλη μισή
έχει όλη την άπλα και γενικώς κάθε προσόν που ανταμείβει την υπομονή. Η επαρχία
με τους αργούς ρυθμούς της κέρδισε την εποχή την καλή, την εποχή της
συνείδησης, της φροντίδας, της μελέτης, της ανάπτυξης. Την εποχή της
πολυτέλειας, όπου μπορείς να ξοδεύεις χρήματα για να αναστηλώσεις το πατρικό
σου σπίτι και να σε δανείζει το κράτος, η Ευρώπη, το Υπουργείο Πολιτισμού και
να σε εκτιμούν οι συντοπίτες σου και να συγκινούνται οι τουρίστες.
Όποιος περιηγείται στις διακοπές γυρίζει πίσω στην Αθήνα σα
να μπαίνει σ’ άλλο κράτος ξαφνικά, που έχει ξεχάσει τους νόμους του. Η
αισθητική της Αθήνας, οι συνήθειες της, οι επιταγές της, τα άγχη της, η φριχτή
της κυκλοφορία, φαντάζουν ξεπερασμένα και τριτοκοσμικά. Γιατί να ζούμε σ’ αυτό
το χάλι, αναρωτιόμαστε κι έχουμε ξεχάσει ποιές σφιχτές ανάγκες, ποιές
στερήσεις, ποιά βιασύνη και ποιά δράματα, ποια φτώχεια και ποιές έχθρες τη
δημιούργησαν την άσχημη πρωτεύουσα. Πρωτεύουσα είν’ αυτή; Σαν τη μεγάλη αδερφή
πολυμελούς οικογενείας που γέρασε πρόωρα ενω΄τα μικρότερα παιδιά μόλις
ανθίζουν.
Ευτυχώς ο Σεπτέμβρης μας καλοσωρίζει μ’ ένα φθινόπωρα
αντάξιο των στερεοτύπων του. Η βροχή, αν εξαιρέσεις τις παρενέργειες της
βέβαια, είναι το δώρο που κάνει η υπόλοιπη Ελλάδα στην Αθήνα, έστω κι αν δεν
της αξίζει.
Αλλαγή διαδρομής
Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη. Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...
-
Μπούχτισα τους λυρισμούς των καταστροφολόγων. Έχουνε πάρει μια παραδοξολογία του Μπρεχτ και μας βάζουν φωτιά κάθε τρεις και λίγο. Και δεν υπ...
-
Στο Παρίσι είχα αγοράσει αυτό το γαλλικό βιβλίο και το άφησα εκεί να το διαβάσει ο γάλλος φίλος που με φιλοξενούσε. Μου το επέστρεψε πριν λί...
