Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Κήποι βασιλικοί, κήποι του λαού

Περνώντας από τον Εθνικό κήπο θυμάμαι πως ήταν βασιλικός. Τόση ομορφιά και φροντίδα είχε γίνει για βασιλιάδες από βασιλιάδες, για την ακρίβεια η Αμαλία τον έφτιαξε, κόντρα στα γούστα των Αθηναίων, των όποιων Αθηναίων τότε. Κι ως εθνικός είναι πια του καθενός, είμαστε όλοι βασιλιαδες και πρίγκιπες ως προς την πρόσβαση στον κήπο. 
Το ίδιο έχει γίνει στο Παρίσι και σε πολλές άλλες πόλεις, οι βασιλικοί κήποι έχουν γίνει κήποι του λαού. Και στους κήπους αυτούς ο λαός συμπεριφέρεται σαν βασιλιάς, γιατί τι νόημα έχει να απολαμβάνεις βασιλικό κήπο και να μην ανεβαίνει ο αυτοσεβασμός σου; Σ αυτό χρησιμεψαν οι βασιλιάδες και λοιποί ευγενείς απανταχού, να ανεβάσουν τα στάνταρ σε φυσιολατρεία, αισθητική, τέχνες και μαγειρική παντού τέλος πάντων. Και οι τίτλοι που κάποτε δίνονταν μόνο σε διαπιστωμένους ευγενείς, τώρα είναι για όλους. Ladies and gentlemen.
Κάποτε ένιωθα σαν πριγκίπισσα κάθε πρωί, περνώντας από το πάρκο μας, το Πεδίο του Άρεως. Τώρα είμαι σε φάση πτώσης από το θρόνο και το αποφεύγω. Μετά από τόσες προσπάθειες και δράματα που πέρασε, τόσες ανακαινίσεις, τόση πολιτική χρήση και πολιτική εγκατάλειψη, το πήρα απόφαση, δεν θέλει ο λαός να συμμεριστεί τα βασιλικά αισθήματα απέναντι του. 
Μένει ο κήπος. Δεν είναι κοντά, παίρνω το λεωφορείο και τον διασχίζω για να βρεθώ στο κέντρο. Ανασαίνω βαθιά.
Φυσικά τον θυμάμαι  με παπάκια, καρέκλες, νερό στις βρύσες, και διάφορα άλλα ωραία, αλλά όλα είναι σχετικά.

Δίπλα στο Λιβυκό


Νέα από τις άθλιες όψεις της ανθρωπότητας έφτασαν στη φωτογραφική επικαιρότητα το σαββατοκύριακο, από τη Λιβύη. Άνθρωποι δεμένοι όλοι μαζί, κρεμασμένοι ανάποδα, νεαροί άντρες κακοποιημένοι, πουλιούνται κι αγοράζονται σκλάβοι, χάνουν τη ζωή τους σε μεταφορές, ακριβώς όπως γινόταν στα σκλαβοπάζαρα του 18ου αιώνα, κι αυτό το εμπόριο δεν γίνεται κρυφά, αλλά φανερά και άφοβα.
Είναι από τις φωτογραφίες που τις βλέπεις και εύχεσαι να διαβάσεις  γρήγορα, στην επόμενη ανάρτηση, ότι είναι λάθος η είδηση, ότι είναι στημένη η φωτογραφία, ότι πρόκειται για γυρίσματα κάποιας ταινίας, αλλά δυστυχώς επιβεβαιώνεται η αυθεντικότητά της, και μαζί κάποιες πολύ δυσάρεστες λεπτομέρειες. Μετανάστες από την Αφρική, προσπαθώντας να ξεφύγουν πολέμους στη χώρα τους, να πάνε στην Ευρώπη, εγκλωβίζονται, και μαζεύονται σαν κάποια παράξενη σοδειά, κάποιο κυνήγι,  καταλήγουν αντικείμενο εμπορίου, res που έλεγαν οι ρωμαίοι πρόγονοι. Πάλι βρίσκεται η Ευρώπη αναμεμιγμένη εκεί, η Ευρώπη ως όραμα και πειρασμός, για δω ξεκίνησαν οι μετανάστες, αλλά εδώ είναι ανεπιθύμητοι. Η Γερμανία που τους δέχτηκε, το πληρώνει τώρα με πολιτικό αδιέξοδο, κι ο φόβος τους  παντού ενισχύει κόμματα ξενοφοβικά. Να μπορούσε να σταματήσει η πληροφόρηση, να μη μάθαιναν πια οι φτωχοί χωρικοί των αφρικανικών χωρών, που από παιδιά υφίστανται όλων των ειδών τις τυρανίες, ότι στην Ευρώπη υπάρχει ειρήνη και πλούτος, δουλειές και κάτι ακόμα πιο παράξενο κι απο το χαβιάρι που το λένε ανθρώπινα δικαιώματα. Να μην ονειρεύονται διαφυγές, να μείνει η Ευρώπη με τους Ευρωπαίους και τους καημούς τους, να είναι οι Έλληνες οι πιο φτωχοί και να ενισχύονται από τους πλούσιους, να μην περνιέται το Λιβυκό με καράβια. Είναι τόσο απαράδεκτα κοντά μας αυτά όλα.

Αδιέξοδη κατάσταση, κι άρχισαν κιόλας στις ευρωπαϊκές πόλεις τα συλλαλητήρια. Να σταματήσουν τα σκλαβοπάζαρα της Λιβύης, ζητούν οι διαδηλωτές. Από ποιον το ζητούν;  Η Λιβύη είναι πια χώρα παράξενη,  δεν έχει πια εκεί Τζαμαχιρία, κάποια λαϊκή, ισλαμική, σοσιαλιστική ή άλλη δημοκρατία. Διάφορες φατρίες μάχονται μεταξύ τους, ελέγχουν η καθεμιά ό,τι μπορεί, προσπαθώντας  να μεγαλώσουν  την ακτίνα ελέγχου. Η αραβική άνοιξη έφερε βαρύ χειμώνα στη θερμή ήπειρο. Αντι να λύσει τα προβλήματα η επανάσταση έφερε χάος, όπου καμιά χαρά δεν άνθισε, όπως ελπίζουν οι ρομαντικοί. Σα να ξαναρχίζει από την αρχή η ανθρώπινη ιστορία, φυλές, σκλάβοι, βία ανεξέλεγκτη, να πρέπει να παιχτεί το έργο όλο, και να μην ξέρεις καν αν θα έχει κάποτε το χάπυ εντ, που εμείς τελικά γνωρίσαμε, ίσως από καθαρή τύχη.

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

Μέγα κόστος

Φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης

Δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχει στον κόσμο αυτό έστω κι ένας άνθρωπος που αποφασίζει μια ωραία πρωία να πάει να χτίσει μόνος του ένα σπίτι μέσα σ’ ένα ρέμα, επειδή είναι φτωχός, επειδή δεν ξέρει, επειδή δεν του είπε κανείς τίποτε.
Αντίθετα, έχω λόγους να πιστεύω ότι συνήθως η δουλειά αυτή γίνεται μέσω κάποιου είδους συλλογικότητας. Πουλάει ένας κτηματίας κομμάτια κάποιας ιδιοκτησίας εκτός σχεδίου, πακέτο το αγροτεμάχιο με την υπόσχεση ότι θα μπει στο σχέδιο πόλεως και θα ανέβει η αξία του, ότι θα αποκτήσει ο αγοραστής φτηνό σπίτι που μετά θα ακριβαίνει, ότι όλα θα τακτοποιηθούν στο μέλλον.
Μαζί με το κομμάτι γης ο νέος αγοραστής αποκτά δυο πράγματα: την υπόσχεση και το τηλέφωνο του τοπικού άρχοντα, ή παράγοντα, ή δικηγόρου, που πρέπει να πληρώνει τακτικά για πολύ καιρό, ώσπου να γίνει η ιδιοκτησία του αποδεκτή από το κράτος. Αν δεν πληρώνει, ψηφίζει, πρέπει πάντα να υποστηρίζει τον βουλευτή, ή τον σύμβουλο που του υποσχέθηκε νομιμοποίηση. Μπορεί να είναι φτηνό το οικόπεδο, η σχέση εξάρτησης όμως κοστίζει πολλά, έστω κι αν δεν καταβάλλονται εφάπαξ, ούτε πάντα σε νόμισμα. Ουσιαστικά, η εξάρτηση του πολίτη από τον πολιτικό δεν σταματά ποτέ. Ακόμα κι αν κάποτε το σπίτι περιληφθεί σε οικισμό και μπει στο σχέδιο, η ανορθόδοξη πορεία το καθιστά μονίμως υποτελές σε μικρές πολιτικές παρεμβάσεις, αποφάσεις, ελπίδες. Όταν η πόλη δεν έχει σχεδιαστεί πριν τη χτίσουν, σημαίνει ότι δεν έχει πλατείες, δεν έχεις καλούς δρόμους, δεν έχει πράσινο, δεν έχει χώρο για σχολεία, δημόσιους χώρους, δεν έχει συγκοινωνίες, δίκτυο, αποχέτευση, τίποτε. Για το κάθετι απ’ αυτά ο ιδιοκτήτης -πολίτης είναι αναγκασμένος να προσπέφτει στον πολιτικό που θα καθαρίσει, υποτίθεται, αλλά υποχρεωτικά δια της πλαγίας οδού, αφού έτσι άρχισε το πράγμα. Κι η υποτέλεια, η εξάρτηση, συνεχίζονται, ο πολίτης παραμένει ανήλικος μονίμως, ζει με υποβαθμισμένη ποιότητα ζωής και δεν χειραφετείται ποτέ από τους ανθρώπους που υποθήκευσαν την πολιτική του συνείδηση για να αποκτήσει ένα σπίτι δήθεν φθηνότερα.

Είναι τεράστιο το κόστος, σε όλα τα επίπεδα. Έχουμε τώρα είκοσι νεκρούς. Για σκεφτείτε όμως, ποιος πολιτικός θα έχει τα κότσια να σπάσει αυτό τον φαύλο κύκλο της εξάρτησης, να αποφασίσει να αρνηθεί κάθε μελλοντική πελατεία και προστασία, να προάγει την τρομερή ιδέα του σχεδιασμού των πόλεων πριν χτιστούν; Ακούτε τίποτε γύρω σας, πέρα από τη βροχή που πέφτει;

Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017

Η πόλη των χιλίων ποταμών


Αργήσαμε να πάρουμε μπρος, ομολογούσε στο ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος που ασχολούνταν με τις πλημμύρες. Λογικό, αφού υπήρχαν τόσα συγκλονιστικά να ασχοληθούν, οι εκλογές της Κεντροαριστεράς, το διάγγελμα του πρωθυπουργού, ο δεύτερος γύρος των εκλογών της Κ/Α, οι ειδήσεις του ΑΠΕ για την υποδοχή πθ στη Θράκη κλπ. Και καθώς συνδεόταν με το ρεπορτάζ στη Μάντρα και τη Μαγούλα, και καθώς αυξανόταν ο αριθμός των νεκρών στις ειδήσεις, τα μονίμως καυτά πολιτικά θέματα συνεχίζονταν: τι είπε ο Δανέλης για το δεύτερο γύρο, ως τι εκφράζει απόψεις η Ξαφά; Είμαστε συνδεδεμένοι με ομφάλιο λώρο με τα πρόσωπα της πολιτικής, αν σταματήσει η ροή τροφής θα κινδυνέψουμε. Έχουμε ξεχάσει τι ακριβώς δουλειά κάνουν, τους παρακολουθούμε προσηλωμένοι σα να βρίσκονται στη γυάλα του Τρούμαν σώου. Πώς να απαγγιστρωθείς για να ασχοληθείς με τις πλημμύρες κάτι αυθαίρετων συνοικισμών τέρμα Θεού, κάτι δήθεν πόλεων που χτίστηκαν χωρίς να το πάρει χαμπάρι κανείς, χωρίς σχέδιο εννοείται, αυτό δα έλειπε. Εδώ ολόκληρη πρωτεύουσα χτίστηκε χωρίς σχέδιο, θα φτιαχνόταν σχέδιο για τη Μάνδρα και τη Μαγούλα;
Αν και σαν πρωτεύουσα που ήταν είχε το καλό το ποτάμι, το μεγάλο, τον Κηφισσό, είχε και τον Ιλισσό, τον τραγουδισμένο, να τους κάνει αγωγούς ομβρίων και αποχετεύσεων και να πορεύεται. Την ευνόησε η εποχή, τότε που χτιζόταν ακόμα τα ρέματα δεν μπαζώνονταν, δεν το είχαν σκεφτεί αυτό οι κτηματίες, είναι μέθοδος που εφαρμόστηκε αργότερα, όταν ξεθάρρεψαν πια οι πόλεις κι ανοίχτηκαν σε βουνά και λαγκάδια, κι εντάξει με τα βουνά, κανένα πρόβλημα, αλλά ίσως έπρεπε να συγκρατηθούν στα λαγκάδια;
Ποιος ξέρει; Λέω τώρα εγώ, υποθέσεις κάνω. Κάτι ρεπορτάζ, κάτι έρευνες, κάτι τέτοια βαρετά που γίνονταν στον προηγούμενο αιώνα, τότε που ακόμα νομίζαμε ότι η δημοσιογραφία είναι να βρίσκεις πράγματα, να τα καταλαβαίνεις και να τα αποκαλύπτεις, να αφυπνίζεται η κοινωνία και να αντιδρά, όχι να παρακολουθείς μέρα -νύχτα τις διασημότητες. Να μαθαίνουν ας πούμε οι κάτοικοι του λεκανοπεδίου ότι δεν έχουν γίνει με σχέδιο οι πόλεις τους, να αγανακτούν και να αντιδρούν. Να αναγκάζονται οι πολιτικοί να φτιάχνουν σχέδιο πόλεως πριν τις πόλεις. Τέτοιες αφελείς ιδέες είχαμε, γιατί τι νόημα θα είχε αλλιώς να καταγγέλεις τις παραλείψεις; Θα γεννούσαν οι καταγγελίες γνώση, θα γεννούσε η γνώση απαίτηση, τέτοια διαλεκτικά ονειρευόμασταν.
Το περαιτέρω ρεπορτάζ και οι επαναλαμβανόμενες μπόρες, πλημμύρες και συμφορές, απέδειξαν πολλαπλώς ότι αυτή δεν είναι η σωστή σειρά των πραγμάτων όπως συμβαίνουν. Δεν φτιάχνεται πολεοδομικό σχέδιο για να γίνει πόλη, χωριό, οτιδήποτε, όχι στην Ελλάδα. Ξεκινούν απλώς κάποιοι που έχουν κτήματα να τα πουλούν, κάποιοι που θέλουν σπίτια να τα χτίζουν, κι όταν χτιστούν πολλά, τότε οι ιδιοκτήτες γίνονται πολιτική δύναμη του βουλευτή τους, ή του δημάρχου τους, τους κρατά στο χέρι και ταυτοχρόνως τον κρατούν κι εκείνοι, κι όλοι μαζί κρατιούνται κόντρα στη λογική, που δεν τη θέλουμε γιατί είναι δυτική κι αντίθετη με τις παραδόσεις μας. Η οποία λέει ότι αν μπαζώσεις ρέμα, θα πλημμυρίσεις το φθινόπωρο. Αν δεν φτιάξεις σχέδιο πόλης, αν δεν λάβεις υπόψιν τα βουνά και τα λαγκάδια, αν δεν προβλέψεις αγωγούς, και άλλα ασύμφορα είδη, πεζοδρόμια, πλατείες, θα ζήσεις μαύρη ζωή σαν τους μαύρους κλέφτες. Ε, δεν πειράζει, οι μαύροι κλέφτες ήταν οι ένδοξοι μας πρόγονοι. Μαύρη μαυρίλα κι εμείς, μαύρη σαν καλιακούδα. Γιατί να δυσαρεστήσει τους φηφοφόρους του κάθε δήμαρχος κι ο κάθε βουλευτής, υποχρεώνοντας τους να προσαρμοστούν στις ανάγκες ενός πράγματος τόσο αφηρημένου όλες τις ημέρες του χρόνου εκτός από τις βροχερές, ενώ μπορεί να τους έχει ευχαριστημένους και ταυτόχρονα να τους έχει και στο χέρι, αφήνοντας τους να κάνουν ό,τι θέλουν; Θα εμφανιστεί σαν ευεργέτης μια μέρα, βάζοντας τα απίθανα σπίτια τους στο σχέδιο πόλης, ύστερα θα πουλήσει διάφορες άλλες εξυπηρετήσεις που θα μπαλώνουν πρόχειρα τις ελλείψεις που ποτέ δεν θέλησαν να δουν, ούτε οι εκείνοι, ούτε αυτός. Μια χαρά όλα.
Δεκαέξι νεκροί λοιπόν από τη μπόρα αυτή τη φορά. Και να μην υπάρχει ελπίδα ότι μπορεί κάτι να ξεκουνηθεί, ότι θα καταλάβουμε με πόνο το τι έχει συμβεί, το πώς στηρίξαμε την ίδια τη ζωή μας και τη ζωή των παιδιών μας σε τραπουλόχαρτα που βάψαμε σα σκηνικό αστικού περιβάλλοντος, ότι θα αποφασίσει κάποιος να χαλάσει τη ζαχαρένια του μελετώντας σε βάθος τις αιτίες, σίγουρος ότι θα δεχτεί η κοινωνία μεγάλες αλλαγές στον τρόπο που εκμεταλλεύεται τα ακίνητά της και χτίζει τις πόλεις της, ή ότι θα βρεθεί πολιτικός που θα αντισταθεί στην πορεία των πραγμάτων και στις συνήθειες των ψηφοφόρων του. Όχι, αυτά δεν γίνονται.

Πριν λίγους μήνες είχε κυκλοφορήσει στο ιντερνετ χάρτης της Αττικής με τα ποτάμια της. Είναι σοκ να βλέπεις το δίκτυο αυτό, πυκνό δίκτυο ρεμάτων, τι πιο φυσικό σε ένα χώρο που περιβάλλεται από βουνά, τη στιγμή που ζεις σε μια πόλη που δεν διαθέτει ως ποτάμι παρά ένα ρυάκι με αρχαίο όνομα μέσα σ’ έναν αρχαιολογικό χώρο.

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

Συν Αθηνά και πόδα κίνει


Από τις ουρές, προτιμώ τις ίδιες τις καμήλες, ειδικά σε μορφή παστουρμά, γι αυτό όταν είναι να πάω να στηθώ, οργανώνομαι -νικώ, παίρνω μαζί μου ξηρά τροφή, πνευματική κυρίως, έξυπνο κινητό με απεριόριστη σύνδεση, τέτοια πράγματα. Αλλά εκείνη την ουρά για την κάρτα Αθηνά, όχι, είπα, η θεά να με προστατεύει, δεν πάω να στηθώ. Θα υπάρχει κι άλλος τρόπος για  αυτοματοποιημένη κάρτα, απ’ αυτόν τον ξεπερασμένο, αυτό το στήσιμο, αυτή την ξορκισμένη ανάμνηση του υπαρκτού που πέρασε στην ανυπαρξία λόγω μεγάλων ουρών και άλλων παρενεργειών. Και πράγματι, λίγες μέρες μετά ανακοινώθηκε ότι μπορούν οι οπαδοί της τεχνολογίας όπως εγώ να συμπληρώσουν μια φόρμα ηλεκτρονικά και να πάρουν έναν κωδικό απ’ αυτούς του διαβόλου με το 666 μέσα, εγγυημένα πράγματα δηλαδή, να πάνε σ’ένα απλό γκισέ ενός απλού σταθμού όπως η Βικτώρια, κι απο κει να περιμένουν να τους έρθει η κάρτα της θεάς με το ταχυδρομείο.
Κι έτσι προσπέρασα πολλές ουρές στους κεντρικούς σταθμούς, μάζεψα τα χαρτάκια μου, φωτοτύπησα το ΑΜΚΑ μου, την ταυτότητα μου, βρήκα και μια ωραία φωτογραφία με καλοκαιρινά, τιράντες και μαυρισμένους ώμους, να μου ανεβάζει το ηθικό, κι ήμουν έτοιμη για κατάθεση. Τόσο απλό. Γιατί γκρινιάζει ο κόσμος; Ούτε καν ακτινογραφία θώρακος δεν μας ζήτησαν, να ξέρουν αν μπαίνει κανείς στο μετρό με προφυματίωση (δίνω ιδέες τώρα;)
Πήραμε και παράταση για το μηνιαίο του Οκτώβρη. Τι κατανόηση εκ μέρους της εταιρίας! Της συγχωρείς και τις ουρές, και το κομφούζιο, και τη σαρδελοποίηση στα λεωφορεία και τρόλεϊ που χειροτερεύει μέρα με τη μέρα ανεξήγητα. Μήπως μοιάζουμε εμείς περισσότερο με σαρδέλες και προκαλούμε τρόπον τινα τη μοίρα μας; Τι να υποθέσει κανείς; Και τα γιωταχί στο μεταξύ σαρδελοποιούνται εξίσου κολασμένα στους δρόμους, κάτι περίεργο συμβαίνει. Κάθε μέρα όμως, τόσο που γίνεται ρουτίνα.
Άρχισαν οι κάρτες να φτάνουν ταχυδρομικώς σε φίλους και γνωστούς οπαδούς της τεχνολογίας, όλα ρολόι, άντε μωρέ γκρινιάρηδες. Σε μένα ήρθε Σάββατο μεσημέρι, βρήκα ειδοποίηση των ΕΛΤΑ κολημμένη στην εξώπορτα της πολυκατοικίας. Τι γύρευα στους δρόμους Σάββατο μεσημέρι, αντί να περιμένω τον ταχυδρόμο σπίτι μου; Αυτά παθαίνουν όσες σουρτουκεύουν. Πρέπει τώρα να πάω στην οδό Κωνσταντινουπόλεως εργάσιμες ώρες, να παραλάβω την κάρτα μου. Δεν ξέρω τι είναι εκεί, ευκαιρία να διευρύνω τις γνώσεις μου. Μέρος δεύτερον της διαδικασίας, ξεκινά αύριο, ή την Τετάρτη, όποτε προλάβω. Αθηνά μου βοήθα.


Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2017

Απληστία

Τι θέλουν τώρα να μας μιλούν για νησιά και παραδείσους, να μας θυμίζουν καλοκαίρι ενώ το Φθινόπωρο δείχνει τα δόντια του. Επιπλέον μας θυμίζουν ποια είναι η δουλειά που οφείλουν να κάνουν οι δημοσιογράφοι αντί να λένε το κοντό και το μακρύ τους, καληώρα. Έρευνες πρέπει να κάνουν, και μάλιστα κόντρα σε πολύ καλά οργανωμένη μυστικότητα που καλύπτει κινήσεις περιουσιών με όλα τα μέσα, περιουσιών που είναι τόσο μεγάλες ώστε δεν αντέχουν να φορολογούνται. Τα χαρτιά του Παραδείσου αρχίζουν να αποκαλύπτονται ως σήριαλ σε εφημερίδες όπως η Μοντ, και ελπίζουμε όλοι ότι θα κάνουν τόσο κακό στη φήμη ανθρώπων που πλουτίζουν από τη φήμη τους, ώστε να τους αναγκάσουν να αλλάξουν τακτική. Γιατί, τι άλλο να ελπίσει κανείς; Ότι ο ΟΗΕ θα αναγκάσει τους φορολογικούς παραδείσους να αλλάξουν νομοθεσία; Δύσκολο. Η εθνική κυριαρχία όλων των κρατών ζει και βασιλεύει, κι αν κάποια θέλουν να βγάλουν το κατιτίς τους περιθάλποντας αναξιοπαθείς δισεκατομμυριούχους, ποιος μπορεί να τους  εξαναγκάσει να το κόψουν; Αυτό είναι το ζήτημα. 
Υπάρχουν λοιπόν ονόματα στο Πάνθεο των εξωτικώς αυτών φοροδιαφευγόντων που θα πρέπει να ταρακουνηθούν, να μεταμεληθούν, να δοκιμαστούν, να ζητήσουν συγγνώμη. Η σύγκρουση του νόμιμου και ηθικού. Υπάρχουν καλλιτέχνες, που όσο κι αν αρέσουν, όσο κι αν φαίνονται ακαταμάχητοι, αποκτούν μια πινελιά  κυνισμού στην πολύτιμη εικόνα τους, όταν μαθαίνουμε  ότι αποφεύγουν τόσο συστηματικά και για τέτοια ποσά να πληρώνουν φόρους. Υπάρχει η βασίλισσα της Αγγλίας. Υποτίθεται ότι στο πρόσωπό της συμπυκνώνει συμβολικά την ίδια τη χώρ της. Πώς είναι δυνατόν να φοροδιαφεύγει λοιπόν το πρόσωπο αυτό; Τι να κερδίσει παραπάνω αυτή που απολαμβάνει όλα όσα υπάρχουν επί της γης της Αγγλίας και της Κοινοπολιτείας; Μια τέτοια αποκάλυψη καταργεί την ίδια την ουσία του θεσμού. Είναι κρίμα, γιατί έχουν τόσο χάζι οι βασιλείς της Αγγλίας, προσφέρουν θέαμα σε όλη την υφήλιο, με την προϋπόθεση όμως ότι εκφράζουν αυτό για το οποίο υπάρχουν, μαζί με την παράδοση, τη συνέχεια της δημοφιλούς ιστορίας. Αν αποδεικνύονται απλοί άνθρωποι στις αδυναμίες τους, που προσπαθούν να γλιτώσουν κανα φράγκο σε φορολογικούς παραδείσους, τι νόημα έχουν πια οι πύργοι και τα άλογά τους, τα καπέλα τους και τα κάγκελα του ανακτόρου τους; Να δούμε τι δικαιολογία θα σκεφτεί η ανθεκτική γραία. Εκτός κι αν θεωρεί ότι είναι υπεράνω αμφισβήτησης και του ίδιου της του ρόλου λόγω ηλικίας, ότι τόσο πολύ έχουμε συνηθίσει να τη βλέπουμε που έγινε ένα είδος γιαγιάς υπεράνω βασιλείας, την υπομένουμε αγόγγυστα και της συγχωρούμε τα πάντα.

Οι αποκαλύψεις αυτές σημασία έχει να μην μας κάνουν  πιο μοιρολάτρες και πιο κυνικούς. Εντάξει, έχουμε παραδεχτεί ότι οι άνθρωποι είναι άπληστοι κι αχόρταγοι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Έκανε λάθος ο Ρουσώ που πίστευε ότι είναι καλοί εκ φύσεως όταν δεν απομακρύνονται από τη φύση, κι η φιλοσοφική διαπίστωση έχει την αξία της. Το θέμα είναι, έχοντας δεχτεί την αλήθεια για την απληστία,  μπορεί η κοινωνία και οι νόμοι να την χαλιναγωγούν; Όταν οι πάμπλουτοι έχουν τη δυνατότητα να κινούνται έξω από τα πλαίσια της πατρίδας τους, ακόμα κι όταν υποτίθεται ότι είναι η ίδια η πατρίδα τους, όπως η βασίλισσα της Αγγλίας,  πώς ελέγχονται τα μικρά αχαλίνωτα κράτη που τους προσφέρουν ελευθερία χρήματος;  Οι κανόνες και το πώς μπορούν να τηρηθούν είναι το μυστικό. Πώς μπορεί να γίνει ο ΟΗΕ κάτι σαν παγκόσμια ανθρώπινη πατρίδα, μια πατρίδα που θα  λειαίνει τις αδικίες   τις οποίες γεννά η ανθρώπινη φύση;

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2017

Σκηνικό ημιτελούς παράστασης


Φωτογραφίζω καμιά φορά στην Αθήνα προσόψεις σπιτιών που από μέσα δεν έχουν τίποτε, χάσκουν τα παράθυρα, φαίνεται ο ουρανός πίσω από τις ξεχαρβαλωμένες περσίδες. Αλλά τα σπίτια δεν γκρεμίζονται, θα είναι φαίνεται χαρακτηρισμένα νεοκλασικά από το υπουργείο ΠΠΟ και άρα διατηρητέα, και άρα οφείλουν να διατηρηθούν, αλλά τα άτιμα δεν διατηρούνται, καταρρέουν από μέσα προς τα έξω. Πόσο θ’ αντέξουν να μένουν έτσι, πότε θα πέσουν πάνω στα στηρίγματα που περιμένουν από κάτω υπομονετικά, να κουραστούν οι τοίχοι, να νικήσουν αυτόν τον παράξενο νόμο για τα διατηρητέα; Ήρεμη πάλη σοβεί στα ερείπια, κι όπως τα βλέπω απομονωμένα στο κάδρο, σα να σαρκάζουν κι αυτούς που τα έφτιαξαν κάποτε για να στεγαστούν σε φιλόδοξο πλαίσιο, κι αυτούς που τα παράτησαν και περιμένουν τώρα την πτώση τους.
Μοιάζουν  με σκηνικό, έτσι όπως στέκονται μπροστά στο κενό, έτσι όπως επικίνδυνα ισορροπούν, σκηνικό ενός έργου που δεν ανέβηκε ποτέ, ή που όταν παιζόταν κανένας δεν πρόλαβε να το θαυμάσει, κανένας που να θυμάται. Κάποιοι αποφάσισαν να χτίσουν μια χώρα φιλόδοξη, ένα καινούργιο κράτος με σπουδαίες αρχαίες περγαμηνές, οραματίστηκαν αγνότητα, αναβίωση, γύψινες καρυάτιδες σε ιδιωτικές κατοικίες, γλάστρες υπό τύπον υδρίας και δεν ξέρω τι άλλη παραξενιά, τι άλλη μεταφορά σβησμένων σχεδίων, πολύ οργανωμένο πάντως, μόνο κάτι λεπτομέρειες τεχνικές είχαν ξεχαστεί, αποχέτευση ξέρω γω, ή πεζοδρόμια, τέτοια άχαρα πράγματα που κανένας δεν γουστάρει ν’ ασχολείται. Και στηνόταν το σκηνικό από τη μια και ξηλωνόταν ήδη από την άλλη, πριν προλάβει να ολοκληρωθεί. Το ξεφορτώνονταν οι απόγονοι, ακόμα κι οι ίδιοι που το είχαν πρωτοστήσει το ξεφορτώνονταν, μέχρι που τρόμαξε το κοινό, ο θιασάρχης είπε στοπ, διατηρητέο ό,τι ξέμεινε. Να μας κοιτάει όσο αντέχει, να θυμόμαστε τα μεγαλεία.
 Θέλουμε να ζήσουμε αλλιώς, λαϊκά, τσαμπουκαλήδικα, με σκληρότητα και περιφρόνηση προς το τι βλέπει ο περαστικός, αδιάφορα, μάγκικα, κι έχουμε αυτό το σκηνικό να μας ξεβολεύει, να θυμίζει εκλεπτυσμένα όνειρα παραστρατημένων προγόνων.



Ωραία ερείπια, και άσχημα ερείπια

Απέναντι από το ναό του Ποσειδώνα, στο Σούνιο, ο λόφος πάνω από το δρόμο μοιάζει με πόλη φάντασμα. Καθώς πέφτει ο ήλιος του φθινοπώρου τα χρώματα γλυκαίνουν, κάτι ροζ και ώχρες σε τοίχους που έχουν απομείνει από κάτι που θα ήταν ίσως βίλα. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι; Στο αέτωμα υπάρχουν γράμματα, αλλά είναι τελείως σβησμένα. Δίπλα μερικά ακόμα παλιά κτίρια, και στο βάθος ένα εκκλησάκι με χρονολογία, 1909, το πιο γερό κτίριο. Μπαίνουμε μέσα, κάποιος έχει ανάψει ένα κερί, έχει ωραίο εσωτερικό, κάτι εικόνες μικρές, κομψοτεχνήματα ερασιτέχνη, ακουμπισμένα στο περβάζι, και μια ρωγμή πάνω από την πόρτα. Άρα γερό δεν είναι. Να έγινε σεισμός εδώ;
Περπατάμε λίγο στο χωματόδρομο που προχωρά στο βουνό, να δούμε τι γράφει η μεγάλη ταμπέλα στο βάθος. Στα δεξιά, ανάμεσα στα πεύκα που τα φωτίζει ο δύων ήλιος με πορτοκαλιές αποχρώσεις, άλλα ερείπια, από κάποιο μοντέρνο ξενοδοχείο που απλώνεται μέσα στο δάσος. Αυτά τα ερείπια είναι άχαρα όπως όλα από μπετόν, δυσκολεύονται να επιστρέψουν στη φύση.
Επιστρέφοντας στο σπίτι διαβάζω ότι ανήκουν σε κάποιο πολυτελές ξενοδοχείο που ονομαζόταν Belvedere και ήταν στις δόξες του στη δεκαετία του 60. Κάποιος έχει φωτογραφίσει με drone τα μπανγκαλό και τα δωμάτια, τους πρώην πολυτελείς χώρους βανδαλισμένους και ξεκοιλιασμένους. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει η δυνατότητα σε άλλες χώρες να παρατά κανείς έτσι τα κτίρια εκτεθειμένα σε κάθε λογής επιθέσεις και τη φθορά, χωρίς καμία υποχρέωση να καθαρίζει κάπως, να συμμαζεύει. Κι αν δεν μπορεί κανείς, σε ποιον πέφτει η υποχρέωση να το κάνει;
Και τα ερείπια βέβαια χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: στα ωραία ερείπια, που τα αφήνουμε να ερειπώνονται θαυμάζοντας τα, και στα άλλα, που πρέπει να τα ξεφορτωνόμαστε με κάποιο τρόπο. Θεωρητικά τουλάχιστον.
Στεκόμαστε στο λόγο και βλέπουμε μπροστά μας το παρατημένο ξενοδοχείο, τα κτίρια των αρχών του αιώνα, και πέρα μακριά τις κολώνες από το ναό του Ποσειδώνα. Ερείπια τριών εποχών απλώνονται μπροστά μας. Κι αυτά των αρχών του αιώνα έχουν περισσότερα κοινά με τα αρχαία, που τα χωρίζουν εικοσιπέντε αιώνες, από άποψη υλικών, παρά με τα μοντέρνα από μπετόν, που τα χωρίζουν κάτι παραπάνω από εικοσιπέντε χρόνια.




Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

Δεν έχουν όλα χαθεί

Στο τρόλεϊ δεν είχε πολύ κόσμο, αλλά ήταν κατειλημμένα όλα τα καθίσματα. Μπήκα στην Ακαδημία, στάθηκα όρθια κοντά στο παράθυρο, είχα άνεση να παρατηρώ μέσα κι έξω. Δίπλα μου, σε κάθισμα απ’ αυτά που οι κατασκευαστές των οχημάτων προορίζουν για γέρους, εγκύους, αναπήρους κλπ, καθόταν μια ωραιότατη νεαρή ύπαρξη. Όρθιος κοντά της ένας ηλικιωμένος στηριζόταν τρέμοντας σ΄ένα καρότσι λαϊκής. Μπορεί να είχε πάρκινσον, ή κάτι τέτοιο, κάθε του μέλος έτρεμε χωριστά, κι όλος μαζί επίσης, κεφάλι, πόδια, πρόσωπο, τα πάντα. Ήταν δοκιμασία μόνο να τον βλέπεις, αλλά η ωραία μικρή δεν τον έβλεπε. Ίσιαζε το μαλλάκι της, έφτιαχνε τ’ ακουστικά της, κοιτούσε τα γόνατά της, ή έξω. Καρφώθηκα πάνω της, έσκυψα πάνω από το σωλήνα που μας χώριζε, δεν ήταν δυνατόν να είναι τόσο αδιάφορη. Φορούσε από δυο λεπτές αλυσιδίτσες στους καρπούς, είχε ροζ βαμμένα νύχια. Δέρμα απαλό, πρόσωπο γλυκό, όλα τέλεια. Και καμία επαφή με το περιβάλλον.
Τι να κάνω; Να της μιλήσω, να τη σκουντήσω, να πω κάτι; Περνούσαν οι στάσεις, ο ψηλός τρεμάμενος γέρος άλλαζε κάθε τόσο χέρι στο καρρότσι, τον τράνταζαν τα φρεναρίσματα μετακινιόταν λίγο τρέμοντας ασταμάτητα, στο πρόσωπο φαινόταν ότι υποφέρει αλλά δεν έλεγε τίποτε, δεν κοίταζε κανέναν. Τι με νοιάζει; Άρχισα να κοιτάζω τη νεαρή, το στομάχι μου σφίχτηκε, δεν μπορώ ακόμα να μην αναστατώνομαι με τη γαϊδουριά. Να την πληροφορήσω ότι τα καθίσματα αυτά είναι ειδικά, λέγονται θέσεις προτεραιότητας, επίτηδες χαμηλά για τους ανθρώπους με προβλήματα; Από τα περισσότερα οχήματα έχουν βγάλει και τις ταμπελίτσες. Δεν μπαίνει κανείς στον κόπο να εκπαιδεύσει το κοινό. Κάποτε ο οδηγός έλεγε, «μια θέση για την κυρία με το παιδάκι, ή για την κυρία που είναι σε ενδιαφέρουσα». Εχω χρόνια να τ’ ακούσω. Ίσως είναι συνδικαλιστική πρόοδος, να μη χρειάζεται ο οδηγός να ασχολείται με τους επιβάτες.  
Οι γονείς όχι. Δεν μαθαίνουν τα παιδιά τους να δίνουν θέση. Τα θεωρούν πάντα πιο σπουδαία πρόσωπα από κάθε άλλον, επίσης μπορεί να ελπίζουν ότι δεν θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν στη ζωή τους τρόλεϊ και λεωφορεία. Οπότε χρειάζεται πληροφόρηση. Και γιατί πρέπει να την κάνω εγώ; Υπομονή, σε λίγο θα κατέβω.
Προχωρά αργά το όχημα, έχουμε φτάσει στη Μαυροματαίων, ακόμα ο γέρος τρέμει δίπλα στη νεαρή, κι εκείνη τίποτε. Κάποια στιγμή σήκωσε το αθώο βλέμμα της κι είδε το δικό μου, θα πρέπει να πετούσε κεραυνούς, αμέσως κοίταξε αλλού. Περνά κανα πεντάλεπτο, τελικά δεν αντέχω, σκύβω κι αγγίζω ελάχιστα τον σφριγηλό πήχη δίπλα στο βραχιολάκι, «κοίταξε τον!» της ψιθυρίζω. Πολύ σιγά, χωρίς ήχο σχεδόν. Γύρισε επιτέλους το κεφαλάκι, κατάλαβε αμέσως ποιον εννοούσα. «Τον είδες;» Το κούνησε  καταφατικά. «Σήκω λοιπόν!»

Απαλά. Τα είπα όλα απαλά, τελοσπάντων από το να σκάσω έκανα μια προσπάθεια παρέμβασης. Περιμένω, κουνιέται λίγο, δεν σηκώνεται αμέσως, πλησιάζουμε στη στάση του Πανελλήνιου, στηρίζει την τσάντα στον ώμο και τελικά το παίρνει απόφαση. Ο έρμος ο άνθρωπος σχεδόν σωριάζεται στο κάθισμα κι εγώ γυρίζω από την άλλη να πάρω μια βαθιά ανάσα. Μπορεί να της είπε ευχαριστώ, δεν ξέρω. Μπορεί να κατέβηκε, μπορεί να περίμενε όρθια, δεν θέλω να δω περισσότερα, αλλά ουφ, ξαλάφρωσα. Θα μου καθόταν στο στομάχι αν το κατάπινα αμάσητο. Μπορεί το κορίτσι να με βρίζει από μέσα του, τουλάχιστον δεν έβρισε απ’ έξω. Κάπως το δέχτηκε, σηκώθηκε τελικά. Είναι μια αντικειμενική αλήθεια, ο γέρος χρειαζόταν το κάθισμα, και οφείλουμε να το καταλαβαίνουμε. Και κάπως το δέχτηκε. Δεν έχουν όλα χαθεί.

Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017

Πάντα ποθείς τα λεωφορεία


Είναι νόμος απαράβατος του Μέρφυ, να φεύγει το πολυπόθητο λεωφορείο τη στιγμή που πλησιάζεις. Η θετική σου ματιά στον κόσμο εξαρτάται από τη διάθεση του οδηγού, αν είναι στις καλές του και σταθεί για δέκα δευτερόλεπτα, σου ανοίξει και την πόρτα, τότε μπορείς να δεις με άλλα μάτια τον κόσμο, τους ανθρώπους γύρω σου και τη ζωή σου ολόκληρη. Το λεωφορείο είναι πάντα «ο πόθος», μπορεί να υπάρχουν πόθοι χωρίς λεωφορεία, αλλά όχι λεωφορεία που δεν τα έχουμε ποθήσει. Ακόμα κι όταν έχεις περάσει δεκάλεπτα ή και μισάωρα που σιχαίνεσαι τον εαυτό σου και τη βαλκάνια μοίρα σου σε μερικά από δαύτα, στριμωγμένος, με ξένους αγκώνες να χώνονται στα πλευρά, με πόρτες να ανοίγουν στα μούτρα σου και να σου φέρνουν τα γυαλιά μέσα στο πρόσωπο, σα να οφείλεις να γίνεις κάποιο νέο είδος ζώου με ενσωματωμένους φακούς, ακόμα και αυτά όπου έχεις υποφέρει, συμβαίνει να τα δεις μια μέρα μπροστά σου ξαφνικά, να καταφθάνουν πλησίστια σε μια στάση όπου δεν θα σταματήσεις, να μην τα χρειάζεσαι καθόλου, κι όμως αυτόματα, σαν τον σκύλο του Παβλώφ, να γεμίζει η ψυχή σου πόθο, και μάλιστα ανάμικτο με χαρά, μην πω και κάτι σαν εθνική περηφάνεια και παρεξηγηθώ μέρες πούρχονται.
Συμβαίνει, ενώ μπορεί να επιστρέφεις στο σπίτι μετά από μια κουραστική μέρα στην πόλη, και δεν θες τίποτε άλλο παρά να γυρίσεις στην πόρτα το κλειδί και να πετάξεις τα παπούτσια σου, με το που βλέπεις το λεωφορείο, αυτό το ίδιο που σε βασάνισε στον πηγαιμό μέχρι να εμφανιστεί, και τώρα που δεν το χρειάζεσαι πλησιάζει καμαρωτό και θορυβώδες, να νομίζεις ότι είσαι άξιος να ξαναρχίσεις τη μέρα σου από την αρχή, να κάνεις τη διαδρομή ανάποδα, και βέβαια όλα να πάνε καλύτερα, να ζυγίσεις πιο σωστά τις αντιδράσεις σου, να πεις σωστές ατάκες εκεί που είπες τις μπαρούφες, κλπ. κλπ. Σα να φεύγει η κούραση μόνο που αντικρίζεις την ταμπέλα του.

Ευτυχώς, αυτά συμβαίνουν μόνο στον ξύπνιο σου. Στον ύπνο σου οι τάσεις φυγής είναι πιο κλασικές, κι όσο πρέπει λογοτεχνικές. Πάντα τραίνα σε παίρνουν για τα μακρινά ταξίδια, το υποσυνείδητο αντιστέκεται στην ευτελή καθημερινότητα. 

Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

Μου έρχεται να ουρλιάξω


Ναι, εντάξει, να κάνεις κατάληψη. Όμως έτσι, άντε- άντε; Εύκολο να το λες... Αν θέλεις να την κάνεις στ’ αλήθεια, πρέπει να βρεις  έναν σοβαρό λόγο...
Κρατημένη από τη χειρολαβή ακούω δυο γυναίκες δίπλα. Τις κοιτάζω κλεφτά, δεν είναι μαθήτριες, ούτε μοιάζουν φοιτήτριες. Είναι μεγάλες, κουρασμένες, κουβαλούν σακκούλες ψώνια.  Σε  λίγο καταλαβαίνω, μιλούν για το σχολείο των παιδιών τους. Ταυτισμένες, όπως άλλοτε  ακούς μανάδες για τα μαθήματα. Στα Λατινικά είμαστε καλά, λένε την εποχή των εξετάσεων, αρχαία δυσκολευόμαστε...  Πληθυντικός μεγαλοπρεπείας, περιλαμβάνει τους νεαρούς βλαστούς. Τώρα τα μαθήματα είναι ντεμοντέ, Οκτώβρη μήνα είμαστε σε ντεμί σεζόν, δεν φοράμε παλτά και μιλάμε για καταλήψεις.
Περιμένω να εκφράσουν ανησυχία, αγανάκτηση. Η σχολική χρονιά είναι ούτως ή άλλως απελπιστικά μικρή, η ύλη δεν προλαβαίνει ποτέ να τελειώσει, χάνονται μέρες άδικα. Πότε συνελεύσεις καθηγητών, πότε απεργίες, εορτές και πανηγύρεις, πρόβες παρελάσεων, για την 28η,  για την 25η Μαρτίου, μανία σπατάλης καταδιώκει τις λίγες ώρες μαθημάτων. Για καταλήψεις δεν περισσεύει χρόνος, θα έπρεπε οι γονείς να αγρυπνούν, να είναι έξω από τα σχολεία, να φρουρούν τον πολύτιμο χρόνο. Αλλά προφανώς δεν ξέρουν, δεν καταλαβαίνουν όσοι δεν μπορούν να ξεφύγουν από το δημόσιο σχολείο, δεν νιώθουν την αδικία που υφίστανται. Δεν είναι μόνο που αν δεν έχουν χρήματα για φροντιστήριο θα αποκλειστούν τα παιδιά τους από τις ανώτερες σπουδές, είναι όλες οι λεπτομέρειες που θα χάσουν ανεπιστρεπτί. Ακόμα και την πλήξη των μαθημάτων, το καθημερινό βάλε- βγάλε των βιβλίων, τον πιθανό αγώνα κάποιων νέων καθηγητών να ξυπνήσουν το ενδιαφέρον, την πιθανή κρυφή επιθυμία κάποιων μαθητών να διαβάσουν κάτι. Μια παράγραφο που θα διαβαστεί με την άκρη του ματιού, μια εικόνα που θα μείνει αποτυπωμένη. Χρόνια μάθησης που δεν θα ξαναρθούν. Πώς είναι τόσο ψύχραιμες οι μανάδες; Ξέρουν κάποιο μυστικό που δεν υποπτεύομαι;
Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να γίνει κατάληψη, μου έρχεται να ουρλιάξω. Αντισταθείτε στην αδικία που υφίστανται τα παιδιά σας! Κάντε κάτι, σώστε τα, σταματήστε τα! Δεν θα τους ξαναχαρίσει κανένας αυτά που τώρα υποχρεωτικά τους δίνουν και τα πετάνε!
Φυσικά συγκρατούμαι, πλησιάζουμε στη στάση, λίγο ακόμα κουράγιο, λίγο ακόμα σιωπή!



Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...