Δευτέρα 10 Απριλίου 2017

Ρέκβιεμ Δημητρίου Λιάλιου

Μου άρεσε πάντα να τραγουδάω. Παλιά, πριν το Ίντερνετ, ήταν δύσκολο να βρεις τα λόγια των τραγουδιών, να τ' ακούσεις όσο ήθελες, έπρεπε να αγοράσεις το δίσκο. Μερικές φορές είχαν τα λόγια τυπωμένα στο εξώφυλλο, τα αντέγραφα και τα είχα μαζί μου σε χαρτάκια ή μπλοκάκια. Μπορούσα να ρίχνω ένα τραγούδι περπατώντας, κάνοντας δουλειές στο σπίτι, ταξιδεύοντας, (από μέσα μου) κάθε ώρα και στιγμή τέλος πάντων. Οι παρέες κάποτε ήταν πρόθυμες να γίνουν χορωδίες, αλλά όλο και λιγότερο όσο περνούσαν τα χρόνια, σοβάρευαν, έπρεπε να λύσουν τα προβλήματα του κόσμου, κλπ
Η καριέρα μου ως μοναχικής τραγουδίστριας απογειώθηκε όταν γεννήθηκαν τα παιδιά μου, το τι τραγούδι έχουν ακούσει ώσπου να μεγαλώσουν λίγο και ν' αρχίσουν να σνομπάρουν, δεν περιγράφεται. Το τραγούδι ήταν νανούρισμα, ήταν παρηγοριά, χάδι, παραμύθι, διήγηση, συντροφιά, ηρεμιστικό, τα πάντα. Στο αυτοκίνητο, όταν πηγαίναμε εκδρομές, είχαμε ειδικό ρεπερτόριο. Κι όπως τα παιδιά δεν μπορούν να ξεφύγουν από τους γονείς, αγάπησαν τα τραγούδια που αγαπούσα, μέχρι να ανακαλύψουν τα δικά τους γούστα. Όμως τα παιδιά μεγάλωσαν, και μόνο στις γιορτές πια τραγουδούσαμε μαζί, κι ύστερα έφυγαν από το σπίτι, κι ακομα βέβαια τραγουδάμε στις γιορτές, αλλά δεν αρκούσε. Ετσι, από σόλο ερασιτέχνις αποφάσισα να δοκιμάσω τις χορωδίες. Παρτιτούρες, νότες, μια ολόκληρη εκπαίδευση, πολύ δύσκολη πια στην ηλικία μου, αλλά ξεκίνησα. Τρακαρισμένη στην αρχή, εξάλλου ζούμε στην εποχή της δια βίου μάθησης, κι ακόμα μαθαίνω, κι ακόμα τρακαρισμένη. Αυτή η συναυλία, στην οποία συμμετείχα χτες βράδυ με τη χορωδία από το Ωδείο Κόνταλυ, που τη διδάσκει ο Μιχάλης Πατσέας, ήταν επιστέγασμα προσπάθειας μηνών. Το έργο, γραμμένο το 1890, παίχτηκε πρώτη φορά χτες, και κατά κάποιο τρόπο ήμασταν ακόμα και οι ερασιτέχνες στην ίδια αφετηρία με τους επαγγελματίες, με μια παρτιτούρα στα χέρια, να το χτίσουμε μαζί. Κι έτσι τραγουδήσαμε χτες με την ορχήστρα Φιλαρμόνια, και διευθυντή τον Βύρωνα Φιδετζή, και νομίζω ότι ονειρεύτηκα πως ήμουν κι εγώ εκεί, συντονισμένη με κάθε του κίνηση, δίπλα στη Χριστίνα με την καταπληκτική φωνή, που υπήρξε χορωδός επαγγελματίας, μαζί με τη φίλη μου την Barbara. Δεν έχω λόγια να ευχαριστήσω τους γενναιόδωρους ανθρώπους της μουσικής που με δέχονται μαθήτρια.
Το έργο (Ρέκβιεμ, του Δημήτρη Λιάλιου) ήταν ωραίο, απρόσμενα συγκινητικό χτες το βράδυ. Ανακαλύψαμε όλοι μαζί έναν κρυμμένο θησαυρό και τον βγάλαμε στο φως, λίγο σαν αρχαιολόγοι, λίγο σαν ιερείς, όπως είναι οι μουσικοί στις καλές τους στιγμές. Δυσκολεύομαι σήμερα να γυρίσω στη ρουτίνα, αλλά εντάξει, μεγαλοβδόμαδο ξεκίνησε, η συγκίνηση παίζει ακόμα, και το παρατημένο σπίτι μου υπομονετικά περιμένει.

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Το μετρό της Πετρούπολης

Ακούγοντας για την τρομοκρατική επίθεση στο μετρο της Αγιοπετρούπολης, θυμήθηκα την επίσκεψη μας εκεί, στο περσινό ταξίδι, τέτοια εποχή πέρισυ. Είχαμε κατέβει να δούμε το μετρό, επί τούτου. Δεν φανταζόμασταν πως θα φτάναμε σε τέτοιο βάθος. Η κυλιομενη κατέβαινε και κατέβαινε, στο βάθος το τέρμα της δεν φαινόταν. Μ' έπιασε ίλιγγος. Κάποια στιγμή είδαμε από ψηλά ένα κουβούκλιο εκεί που τέλειωνε η σκάλα, μέσα μια γυναίκα προχωρημένης ηλικίας μας παρατηρούσε με αυστηρό σοβιετικό ύφος. Σίγουρα είχε γνωρίσει τον υπαρκτό σοσιαλισμό, επιπλέον ένιωθες ότι είχε συνείδηση του πού βρισκόταν, πόσα ακριβώς μέτρα κάτω από τη γη, σίγουρα το γνώριζε αυτό με ακρίβεια, πόσο βαθιά είχαν αναγκαστεί να σκάψουν οι σοβιετικοί στο Λένινγκραντ για να μπορέσουν να φτιάξουν το μετρό, στην πόλη αυτή που είχε χτίσει ο μέγας Πέτρος πάνω σε βάλτο.
 Φτάνοντας στο τέρμα της κυλιόμενης έβλεπες άλλη μια εξίσου βαθιά κυλιόμενη να σε περιμένει, κι έπρεπε να ξαναβρείς το κουράγιο σου να σταθείς σα να μη συμβαίνει τίποτε σ' ένα σκαλοπάτι περιμένοντας να φτάσεις στον πάτο, που ίσως να μην ήταν πάτος, διότι μπορεί να υπήρχε κι άλλη κυλιόμενη. Και βέβαια πάλι σε περίμενε μια σοβιετική γυναίκα στο κουβούκλιο που κοιτούσε όλη την ώρα συνοφρυωμένη αν είχες καλή διαγωγή στο κατέβασμα. Κι όντως υπήρχε και τρίτη κυλιόμενη, λίγο μικρότερη, κι έφτανες επιτέλους στους διαδρόμους και τις αποβάθρες του μετρό, αυτό το υπόγειο ανάκτορο.
Μπορεί για πολλά να κατηγορήσει κανείς τον κομμουνισμό, αλλά αυτή η ιδέα, να κάνουν το μετρό της Μόσχας (που δεν το έχω δει εκ του φυσικού, μόνο φωτογραφίες) και της Πετρούπολης, που είχα επιτέλους την ευτυχία να βλέπω, πολυτελή χώρο, 'σα να είναι το ανάκτορο του λαού', είναι αξεπέραστη. Δεκάδες μέτρα, μπορεί και εκατοντάδες, δεν ξέρω, κάτω απο τη γη, να ξεχάσεις το πόσο
βαθιά βρίσκεσαι, να ξεχάσεις και πόσο βιάζεσαι, πόσο τρέχεις, και να απολαύσεις ως δικαιούχος τη διαμονή σου στο υπόγειο αυτό πολυτελέστατο μουσείο.
Σε καμιά πόλη δεν το σκέφτηκε αυτό κανείς, να φτιάξει έτσι το μετρό. Είναι ένα είδος καθημερινής συγκοινωνίας για χιλιάδες έως εκατομμύρια ανθρώπους, κι αυτό είναι όλο. Υπάρχουν σταθμοί συμπαθητικοί, με χαρακτηριστική διακόσμηση, μερικοί ευχάριστοι, στο Παρίσι οι περισσότεροι έχουν παλιώσει, πολλοί είναι βρώμικοι, στο Λονδίνο ακόμα χειρότερα. Στην Αθήνα οι σταθμοί είναι από τους καλύτερους, καινούργιοι και καθαροί. Γενικά είναι παντού αδιάφοροι, καμία σχέση με τους ρώσικους.
Σ΄αυτό λοιπόν το ανάκτορο του λαού έγινε η τρομοκρατική επίθεση. Δεν σκέφτηκαν οι τρομοκράτες το επίτευγμα, ή τα έργα τέχνης, ή το βάθος, ή την ιδέα αυτή του υπαρκτού κομμουνισμού, δεν θαύμασαν καθόλου το ανθρώπινο έργο. Δεν είναι άνθρωποι αυτοί οι τύποι, ανήκουν σε κάποιο άλλο είδος.

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

Παιδιά και γιαγιάδες στο πάρκο μας



Κάτι καλό συμβαίνει τον τελευταίο καιρό στο Πεδίο του Άρεως, αλλά φοβάμαι μην το αναφέρω και το ματιάσω. Τέλος πάντων, διακριτικά πολύ πήγαμε την Κυριακή, εδώ από τη γειτονιά στο πρώην θέατρο – πρώην αναψυκτήριο Άλσος, το οποίο άνοιξε μετά από χρόνια που ανακαινιζόταν, πρώτη φορά για το κοινό, με μια έκθεση φωτογραφίας του Δικτύου για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Η ιδέα ήταν εκπληκτική, «Παιχνίδι με μάσκες για τα παιδιά που πέρασαν τη θάλασσα» ονομάστηκαν οι φωτογραφίες του Νίκου Κολοβού, διότι θάλασσα -ξεθάλασσα, τα παιδιά θέλουν να παίζουν αμέσως μόλις πιάσουν στεριά. Κι εδώ που βρέθηκαν τι καλύτερο, να παίξουν με το πρόσωπο και την παρουσία τους, την ταυτότητα και την ύπαρξη τους, να κρυφτούν και να φανερωθούν ταυτόχρονα, να μας εξημερώσουν και να τα αντικρίσουμε.

Περάσαμε χώρους και χώρους στο Άλσος ώσπου να βρούμε την έκθεση. Από παιδάκι πήγαινα στο Άλσος, όμως πρώτη φορά κατάλαβα πόσο μεγάλο είναι. Και τι δεν μπορεί να γίνει εδώ, πράματα και θάματα. Λογικά κάποιοι σίγουρα θα ονειρεύονται χώρους καλλιτεχνικής έκφρασης, αλλά εγώ ομολογώ ότι κάτι πολύ ταπεινό λαχταρώ, εκπροσωπώντας τη γηράσκουσα Κυψέλη. Ένα καφενείο για χειμώνα και καλοκαίρι, ένα σημείο για να κάθονται και να συναντιούνται μέσα στο πάρκο οι μεγάλοι, όχι πως αποκλείονται οι μικροί. Όπως λέγαμε για τα παιδιά, που χρειάζονται παιχνίδι και χαρά αμέσως μόλις λυθεί το βασικό τους πρόβλημα επιβίωσης, το ίδιο συμβαίνει και με τα μεγάλα παιδιά. 
Χρειάζονται κι αυτά να βγουν από το διαμέρισμα για λίγο, όσο βολικό κι αν είναι, να κινηθούν, να δουν λίγο πράσινο και να μιλήσουν με συνομηλίκους. Και οι μεν άντρες τα καταφέρνουν, βρέξει- χιονίσει θα τους δεις να παίζουν το τάβλι τους σε αυτοσχέδια τραπέζια, καθισμένοι σε καρέκλες που κουβαλούν από το σπίτι, οι γυναίκες όμως θέλουν κάτι πιο πολιτισμένο. Τι να κάνουμε; Τα κακομάθανε αυτά τα κορίτσια του μεσοπολέμου, τις μανάδες μας, κι άντε τώρα να τ’ αλλάξεις, καθώς έχουν βαλθεί να συμπληρώσουν έναν αιώνα ζωής. Κάποτε έδιναν ραντεβού στο Γκριν Παρκ, κι αφότου έκλεισε η κοινωνική τους ζωή έχει μείνει άστεγη.
Για να δούμε, θα προλάβει η Περιφέρεια να τους προσφέρει ξανά αυτή τη χαρά; 

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Κάτω από τις γραμμές



Ήταν η μέρα της παρέλασης, τα τζάμια έτριζαν στο σπίτι, πήρα τη φίλη μου, καινούργια στην Κυψέλη, να της δείξω πώς πηγαίνω βόλτα στον Κολωνό,  όταν το κέντρο με απωθεί, παίρνοντας ευθεία κάτω την Ιθάκης, κι ύστερα στην Ακαδημία Πλάτωνος. Αυτά τα μέρη είναι ακόμα απόκεντρα, και άγνωστα, όμως τόσο κοντινά, κι είναι μεγάλη χαρά να τα δείχνεις, να τα αποκαλύπτεις σαν ξεχασμένα μυστικά. Το λόφο του Κολωνού με λίγο Σοφοκλή, την Ακαδημία Πλάτωνος και λίγο Πλάτωνα, κανονικά θα έπρεπε να διαγκωνίζονται οι φιλόσοφοι κι οι ποιητές στα παρκάκια, ποιος θα πρωτοκαθήσει εκεί ν’ ατενίσει το παρελθόν και το ηλιοβασίλεμα.
Κατεβήκαμε λοιπόν την Ιθάκης, αλλά όταν φτάσαμε στις γραμμές του τραίνου δεν μπορούσα να βρω τη γέφυρα. Μήπως είχαμε βγει πολύ δεξιά; Πολύ αριστερά; ‘Πηγαίνετε βόρεια’ παράγγειλε το GPS του κινητού, και μας μπέρδεψε ακόμα περισσότερο. Ο χάρτης έδειχνε πως οι γραμμές περνιούνται από ένα μέρος που το βλέπαμε κλειστό και μαντρωμένο. Είναι μερικά μέρη που αντιστέκονται σε τέτοια προχωρημένα μέσα, ακόμα και στους χάρτες γενικά. Αποφασίσαμε να πάμε από το σταθμό Λαρίσης, κάποιος τρόπος θα υπήρχε να περάσουμε απέναντι. Ίσως από το μετρό. Αλλά δεν χρειάστηκε, βρήκαμε πεζογέφυρα εκεί που τέλειωνε η αποβάθρα.
Από ψηλά χαζέψαμε όλο το κάπως ασυνάρτητο τοπίο, εγώ έψαχνα κυρίως να βρω τη γέφυρα που θυμόμουν, μάταια. Μπροστά μας ο μεγαλοπρεπής σταθμός Πελοποννήσου, κλειστός εδώ και χρόνια, ανάμεσα σε κοτετσόσυρμα, στοιβαγμένα στηρίγματα γραμμών, παρατημένα σκουπίδια. Θα βγαίναμε σε δρόμο, ή σε κάτι σαν οικόπεδο γεμάτο αγριόχορτα που έκρυβαν παγίδες; Σταθήκαμε, μια κοπέλα που ερχόταν από την αντίθετη πλευρά, μας ρώτησε:
-Συγγνώμη, μήπως ξέρετε πού περνά ο Προαστιακός;
-Ο Προαστιακός; Είστε σίγουρη ότι περνά από δω;
-Έτσι μου είπαν, να πάρω τον προαστιακό για Πειραιά, από δω;
-Μήπως εννοούσαν το τραίνο; Τον απλό σιδηρόδρομο; Αυτός πηγαίνει στον Πειραιά από δω.
Μας κοιτά η νεαρή σοκαρισμένη. Τι είναι πάλι αυτό, ο απλός σιδηρόδρομος; Μας προσπερνά απογοητευμένη. Πώς να πείσεις τη νέα γενιά ότι υπήρξε τραίνο και πριν τον Προαστιακό; Πώς έγινε και εγκαταλείφθηκαν τα τραίνα με πάθος, κι ύστερα με πάθος ξαναγίνονται, και τα παρουσιάζουν όλα κάποιοι πολιτικοί σαν πρωτόφαντα, ότι αυτοί τα σκέφτηκαν, τα σχεδίασαν, τα εγκαινίασαν, πρώτη φορά. Ενώ η ακατανόητη αυτή πολυτέλεια μπροστά μας, κλειδαμπαρωμένη στον εαυτό της, το κτίριο του σταθμού Πελοποννήσου,  φωνάζει ότι υπήρχε κι άλλοτε τραίνο, και μάλιστα ξεκινούσε από ένα ντεκόρ που δεν μπορούσαν να ονειρευτούν οι Λαρισαίοι και λοιποί στερεολλαδίτες. Εδώ μέσα θα μπορούσε να λειτουργεί εστιατόριο όπως εκείνο του σταθμού της Λυών, αλλά το πολύ- πολύ να γίνει μουσείο, όπως είχαν αναγγείλει προ διετίας. Ή μήπως είναι τετραετία; Ο χρόνος έχει ακινητοποιηθεί.

Καταφέραμε πάντως να φτάσουμε ως εκεί, περνώντας από ένα μονοπάτι ανάμεσα στ’ αγριόχορτα και στα σύρματα, και βγάλαμε φωτογραφίες το κτίριο που ξεφτάει παρατημένο. Τα παλιά τζαμωτά της μεγάλης πόρτας γράφουν τόσο ωραία στο φακό. Κίτρινα, σα ζωντανά, να ζεσταίνεται η ψυχή του ταξιδιώτη. Δεν αξίζαμε ως πελατεία τέτοια φροντίδα, το κατάλαβαν τα ΚΤΕΛ και συναγωνίζονται οι σταθμοί τους σε ασχήμια. Σου σφίγγει η θλίψη την ψυχή, θυμάμαι κι όλα τα κτίρια σταθμών που έχω συναντήσει σε πόλεις της Πελοποννήσου, πώς αφέθηκε αυτός ο πλούτος να καταστραφεί από πολίτες εν γένει τόσο διεκδικητικούς;

Ένας αστυνομικός βγαίνει από  διπλανό κτίριο και μας πληροφορεί ότι ο δρόμος δεν συνεχίζεται,  να γυρίσουμε πίσω, ν’ ανέβουμε στον ανισόπεδο δρόμο, να στρίψουμε πάλι δεξιά. Πολύ μυστήρια η κατάσταση στο διαρκές εργοτάξιο περιφρόνησης που είναι η συνύπαρξη των δυο σταθμών της Αθήνας. Τα καταφέρνουμε μετά κι απ’ αυτή την ανάβαση να βρεθούμε ξανά σε νορμάλ δρομάκια κι αρχίζουμε να ρωτάμε περαστικούς πώς θα πάμε στο λόφο του Κολωνού και την Ακαδημία Πλάτωνος. Η φίλη μου ρωτά δηλαδή, που πιστεύει ότι είναι καλύτερα να μιλάς με τους ανθρώπους, παρά να συμβουλεύεσαι χάρτες. Αλλά οι άνθρωποι δεν ξέρουν. Ξαφνιάζονται μάλιστα, ίσως κανείς στα μέρη αυτά δεν ρωτάει για τα πάρκα, είμαστε πολύ παράξενες, κι αυτοί είναι  καινούργιοι, είναι περαστικοί στη γειτονιά, δεν έτυχε ποτέ... Επιστρέφουμε στην τεχνολογία, στο GPS και βρισκόμαστε σε λίγο στον Αρχαιολογικό χώρο της Ακαδημίας Πλάτωνος και στο πάρκο, και στην εναλλακτική γιορτή της Άνοιξης, με χορούς και πικνίκ στο γρασίδι, κόσμο πολύ, κορίτσια με στεφάνια  λουλουδιών στα μαλλιά, παιδάκια να τρέχουν και να φωνάζουν στη λιακάδα, (υπάρχουν τόσο πολλά παιδιά στην Αθήνα, ή τα φέρνουν απ’ αλλού;) ευφορία να ξεχειλίζει, και φτηνό φαγητό στο καφενείο της γωνίας. Όλοι αυτοί θα είχαν έρθει εκεί πιο εύκολα, με αυτοκίνητο, ή με ποδήλατο όπως μια άλλη φίλη που συνάντησα, δεν θα είχαν συναντήσει τα εμπόδια που μας είχαν καθυστερήσει.
Στο γυρισμό, κι αφού βρήκαμε το λόφο του Κολωνού στη θέση του, με τα δυο μνημεία, του Λενορμάν και του Μύλλερ, φτάνοντας πάλι στις γραμμές πληροφορηθήκαμε από έναν περιπτερά ότι η γέφυρα που εγώ θυμόμουν είχε ξηλωθεί, κι αποφασίσαμε να στρίψουμε από την αντίθετη πλευρά, γιατί μάλλον θα είχε από κει κάποιο πέρασμα. Βρήκαμε όντως μια διάβαση πεζών, με λίγη προσοχή περνάς απέναντι. Θα ήταν απλό να είχαν βάλει ταμπελίτσα εκεί που ξήλωσαν την γέφυρα, να  λέει από πού να πας,  και μερικές ακόμα να σε καθοδηγούν για την Ακαδημία Πλάτωνος, κοτζάμ Πλάτωνας ήταν αυτός, ή για το λόφο του Κολωνού -κοτζάμ Οιδίπους,- αλλά δεν θα είχε πλάκα, θα χάναμε τη χαρά της εξερεύνησης, την περιπέτεια, έτσι δεν είναι; Γι αυτό κι οι ντόπιοι στην πόλη αυτή, φροντίζουν να μην ξέρουν τίποτε, γινόμαστε όλοι μας μικροί εξερευνητές, και βγάζουμε άχρηστα τα  GPS.


Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

Προπόνηση για Μαραθώνιο



Έχω κάτι φίλους που τρέχουν στο Μαραθώνιο και πολύ τους θαυμάζω. Εγώ δεν μπορώ να τρέξω πάνω από είκοσι δευτερόλεπτα συνεχόμενα, αλλά συζητώντας μαζί τους αποφάσισα να βάλω στόχο το ένα ολόκληρο λεπτό. Όσο περνάει ο καιρός όμως, ενώ εγώ προσπαθώ να φτάσω το λεπτό, εκείνοι μειώνουν το Μαραθώνιο. Από σαράντα τόσα χιλιόμετρα, αρχίζουν να τρέχουν Μαραθωνίους των είκοσι, των δέκα, των πέντε χιλιομέτρων. Αυτό το κάνουν συνήθως Κυριακή, κι όσο μειώνονται τα χιλιόμετρα τόσο αυξάνονται οι φίλοι, και μη φίλοι ομοίως, που τρέχουν στους κυριακάτικους Μαραθωνίους. Και τόσο αυξάνονται οι Κυριακές του τρεξίματος.
Έχω κάτι άλλους φίλους που συνήθιζαν να τρώνε την Κυριακή με την οικογένεια τους. Ακόμα δεν είναι οι ίδιοι που τρέχουν στους μαραθωνίους, αλλά νομίζω πρέπει να γίνουν, ειδικά όταν οι οικογένειες μένουν στην άλλη άκρη της Αθήνας και πρέπει να διασχίσουν το κέντρο της πόλης, το οποίο είναι κλειστό για τ’ αυτοκίνητα, διότι πρέπει να τρέχουν οι μαραθωνοδρόμοι. Αν δεν μπορείς να διασχίσεις την πόλη με άλλο τρόπο παρά με τα πόδια, ο Μαραθώνιος είναι μια λύση. Ευτυχώς η δική μου οικογένεια μένει κοντά, γιατί υποπτεύομαι ότι θ’ αργήσω πολύ να φτάσω να τρέχω ένα ολόκληρο λεπτό. Προπονούμαι στο πάρκο μας, το Πεδίο του Άρεως, όπου δεν ξέρω γιατί δεν τρέχουν ποτέ οι Μαραθωνοδρόμοι. Υποπτεύομαι ότι ο Μαραθώνιος είναι κάτι σαν διαδήλωση, το να διακόπτεις την κυκλοφορία των αυτοκινήτων ανεβάζει την αδρεναλίνη, ακριβώς όπως και όταν διαδηλώνεις. Είσαι στο κέντρο, σε βλέπουν, σε υπολογίζουν, οδηγοί ξεφυσούν κλεισμένοι στ’ αυτοκίνητα τους, έχει άλλη αξία αυτό. Αν οι οργανωτές αποφάσιζαν να οργανώσουν τον Μαραθώνιο στο Πεδίο του Άρεως, θα ήταν κάπως παράμερα το συμβάν, δεν θα είχε το ίδιο βάρος, κι ας διψάει το καημένο το πάρκο μας για ανθρώπινη παρουσία. Πόσο θα ζωντάνευε και θα αποκτούσε νόημα αν έβλεπε δρομείς να διαβαίνουν κάτω από τις μουριές που αρχίζουν να πετάνε φύλλα. Αλλά αυτό φαίνεται δεν είναι αρκετά φιγουράτο.
Περιμένοντας τον Μαραθώνιο να μικρύνει κι άλλο και να καταλάβει όλο και περισσότερες Κυριακές, συνεχίζω καλού- κακού την προπόνηση. Κι ό,τι πιάσουμε.

Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...