Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2003

Aνάσα της οικονομίας

Παρακαλούμε  να μην παρκαρετε, θα γίνει κατεδάφιση στις 29. Το έγραψαν πάνω στον τοίχο του τελευταίου μικρού σπιτιού που είχε απομείνει στο δρόμο. Όχι ότι είναι τίποτα σπουδαίο δηλαδή, μια πόρτα και δυό παράθυρα να την πλαισιώνουν, όλο κι όλο. Στυλ νεοκλασσικής προσαρμογής. αΈνας όροφος και στη στέγη μια σειρά από ακροκέραμα. Πράσινα παραθυρόφυλλα, ξύλινα. Τα λένε περσίδες, ίσως γαλλίδες, κάποιες ξένες τελοσπάντων που πέρασαν για λίγες δεκαετίες από τη γειτονιά πριν την παραδώσουν οριστικά στη γνήσια ελληνική εφευρετικότητα. Ο μηχανικός έβαλε κι όλας την ταμπέλα του μπροστά, θα χτιστεί μια πολυκατοικία με ποιος ξέρει πόσους ορόφους. Θα το πάει λίγο πίσω, το μάθαμε τώρα το σύστημα, θα χαρίσει λίγα μέτρα πεζοδρόμιο, άχρηστα τελείως, γιατί όλες οι άλλες πολυκατοικίες γύρω του είναι παλιές και δεν πρόκειται να αλλάξουν. Έτσι θα αποκτήσει δικαίωμα να υψώσει δέκα ορόφους που θα πνίξουν τον ακάλυπτο των υπολοίπων, αλλά το Πολεοδομικό δεν ασχολείται με λεπτομέρειες, εφαρμόζει το νόμο και πολύ μας πάει. Είναι κρίμα που οι πτυχιούχοι υπάλληλοι του δεν βρίσκουν όρεξη και ενδιαφέρον να μελετήσουν επί τόπου κάθε περίπτωση, ενώ έχουν μάθει τόσα πράγματα, έχουν ειδικευτεί και σπουδάσει.  Έχουμε σχέδιο πόλεως εδώ, όχι αυθαίρετα. Αν και με τέτοιο σχέδιο μπορείς να δείξεις κατανόηση στους αυθαίρετους οικιστές, ελπίζουν ότι θα προλάβουν να το διαμορφώσουν στα μέτρα τους πριν τους διαμορφώσει εκείνο. Εδώ πάντως εχουμε οργασμό οικοδομής κι ως γνωστόν η οικοδομή είναι ο πνεύμονας της οικονομίας. Η οικονομία λοιπόν ανασαίνει, καθώς εμείς ασφυκτιούμε και είναι σαφές ποιο είδος ανάσας έχουμε προτιμήσει. 

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2003

Αντικόμπλεξ

Δεν ξέρω τι λένε οι Αυστραλοί. Στην Αγγλία πάντως, μια μέρα με τη ζέστη που βλέπαμε αράδα τηλεόραση, πέσαμε σε μια εκπομπή για την Αθήνα που μας απογείωσε. Έδειχνε κυρίως τα έργα για την Ολυμπιάδα από ψηλά, κι ενώ εμείς ως γνώστες παραπονιόμασταν που δεν υπήρχε πουθενά πρασινάδα, εκείνη, η δημοσιογράφος που τα παρουσίαζε, άφηνε κάτι   σαν πίστη στο ελληνικό θαύμα να διαχέεται στην ατμόσφαιρα. Επηρεασμένη ίσως από μαθήματα που παρακολούθησε  σε κλασσικό Πανεπιστήμιο; Η κατάσταση ήταν εμφανώς δυσανάγνωστη, αν μη τι άλλο. Λακκούβες, λάσπη, ασπροκόκκινο πλαστικό δίχτυ και κίτρινα κράνη βασίλευαν παντού αλλά η αισιοδοξία του ρεπορτάζ ξεπερνούσε κάθε προπαγάνδα. Στις ερωτήσεις και στις απορίες υπήρχαν απαντήσεις, εξηγήσεις και πεποίθηση. Βλέποντας την Αθήνα από ψηλά, με τα μάτια των ξένων που θέλουν να πιστέψουν σ' αυτήν, που θέλουν  να τη θαυμάσουν, όπως έχουν μάθει να κάνουν στο σχολείο από μικρά παιδιά, την είδαμε κι εμείς αλλιώτικα, τουλάχιστον για λίγο. Ξεχάσαμε τους φόβους που μας κατατρέχουν σχετικά με την Ολυμπιάδα γενικώς, πιστέψαμε κι εμείς, εγώ προσωπικά για πρώτη φορά το πίστεψα βαθιά, ότι θα τα καταφέρουμε στο τέλος. Κι όχι με τον χειρότερο τρόπο.  Ήταν ένα πολύ βαρετό απόγευμα, οι Βρετανοί ήταν εμφανώς κατάπληκτοι με τη ζέστη που είχε παραλύσει τα πάντα κι ίσως ο σεβασμός απέναντι σε ανθρώπους που εργάζονται σε μόνιμο καύσωνα για να στήσουν δεκάδες γήπεδα και τσιμεντοχωριά σε μια πόλη πνιγμένη ήδη στο τσιμέντο, να ήταν κάπως διογκωμένος. Αλλά ήταν τόσο ξεκάθαρο και φανερό ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο επιθυμούν να γοητευτούν από την Ελλάδα. 'Οσο κι αν εμάς συχνά μας απογοητεύει.

Τρίτη 19 Αυγούστου 2003

Ανάμεσα στα κύματα

Έφυγα για διακοπές πάνω στο κύμα του καύσωνα, γύρισα πάνω στο κύμα του άλλου καύσωνα. Με τόσα κύματα είναι κρίμα να ξοδεύει κανείς ενέργεια για να ταξιδεύει, θα έπρεπε κανονικά να μας μεταφέρουν αυτά στις κορυφές τους. Το καλύτερο κύμα όμως το συνάντησα στο δρόμο, στις κρύες χώρες που νόμιζα ότι είχα επισκεφτεί, κουβαλώντας μαζί μου πουλόβερ και καμπαρτίνες. Εκεί να δείτε καύσωνα, στα τόσο χαριτωμένα λονδρέζικα λεωφορεία, με τα παράθυρα που δεν ανοίγουν παρά έναν πόντο στο πλάι, να στάζεις ιδρώτα και να ονειρεύεσαι τα κλιματιζόμενα τρόλεϊ Κυψέλη- Παγκράτι και τις παραλίες της Αττικής. Φυσικά τιμωρήθηκα που αρνήθηκα την πόλη μου στις δύσκολες στιγμές της, ζητώντας δροσιά σε άλλες πρωτεύουσες, αλλά τουλάχιστον ένοιωσα για πρώτη φορά τόσο πολύ βαθιά Ευρωπαία και μάλιστα στην πρωτοπορία της Ευρώπης. Στην Αθήνα αν μη τι άλλο γνωριζόμαστε με αυτό που ίσως θα είναι το κοινό ευρωπαϊκό μας μέλλον, ένα διαρκές κύμα καύσωνα που δεν σε πάει πουθενά και καλό είναι να μένεις κι εσύ όσο το δυνατόν ακίνητος μέχρι να διαβεί και να περάσει. Μ' αυτή τη νότια σοφία της απάθειας που μιμείται τις σαύρες και άλλα αθόρυβα είδη στα θερμά κλίματα, μπόρεσα να δω κι από μακριά όλα τα γνωστά ελληνικά δεινά που σχετίζονται με την αδράνεια και τη διστακτικότητα, υπό το φως και τη θέρμη ανανεωμένης κατανόησης και επιείκειας. Το καλύτερο θα ήταν να με περιμένει κι η πατρίδα με λίγη δροσούλα, μελτεμάκι αυγουστιάτικο που θα στάλαζε για πάντα  αίσθημα ανωτερότητας απέναντι σε κάθε εταίρο. Αλλά δεν έφτασε η τύχη μου ως εκεί.

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2003

Αμμος


Η άμμος μπαίνει ανάμεσα στις σελίδες και τρίζει. Ποιος την είχε την ιδέα να παίρνουμε μαζί στην πλαζ βιβλία; Στη δεύτερη σελίδα ήδη πιάνεται κανείς, πώς να βολευτεί στην άμμο; Και το φως είναι παραπάνω από όσο χρειάζεται, θαμπώνει και κουράζει. Ωστόσο συμβαίνει και κάτι καλό, κάτι παράξενο, καθώς σηκώνεις τα μάτια από το βιβλίο και αντικρίζεις στη θέση της τη θάλασσα. Είναι σαν να την πέρασαν ένα δεύτερο χέρι γαλάζιο την ώρα που δεν κοίταζες. Όσο παιδευόσουν να αφομοιώσεις τις ανύποπτες φράσεις, εκείνη σα να την σήκωσαν και να την αέρισαν, σα να αφράτεψε, και να ανανεώθηκε. Οι λέξεις και οι παράγραφοι από περιγραφές που δεν είχαν καμία σχέση μαζί της, αναδεικνύουν τώρα τους κυματισμούς και τις αποχρώσεις που διαρκώς εναλλάσσονται στην επιφάνεια, αλλά επιπλέον φέρνουν επάνω τις αντανακλάσεις του βυθού που ίσως προηγουμένως δεν είχες προσέξει αρκετά. Εκεί στο βιβλίο δεν υπήρχε τίποτα γραμμένο σχετικά με τη θάλασσα, ένα χειμερινό βόρειο τοπίο περνούσε κάποια στιγμή στην πλοκή, ή ίσως και να μην υπήρχε καν πλοκή, να ήταν ένα δοκίμιο οικονομίας ή οδηγίες για το μάρκετινγκ, ωστόσο το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Η γαλάζια, καλοκαιρινή, εξημερωμένη θάλασσα εκλαμπρύνεται. Οπότε δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν. Ή οι λευκές σελίδες ξεκουράζουν το μάτι και το προετοιμάζουν να δεχτεί ευχάριστα τη γαλάζια έκταση, ή η διανοητική προσπάθεια ακονίζει τις αισθήσεις και τις ανοίγει για να χαρούν τις λεπτομέρειες 

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2003

Αλέξανδρος και Μπους


Ας μην το πάρουμε πατριωτικά. Μια ομάδα επιστημόνων στο Μπέρκλεϊ, προσπαθεί να αλλάξει την διαδεδομένη ιδέα, ότι ο Μέγας Αλέξανδρος με τους πολέμους του εξελλήνισε την Ανατολή, αφού την κατέκτησε. Δεν υποστηρίζουν ότι δεν είχε εξελληνιστεί η Ανατολή οι επιστήμονες, δεν αμφισβητούν κάτι τέτοιο. Απλώς λένε ότι αυτό είχε γίνει σιγά σιγά, με το εμπόριο, πολύ καιρό πριν ο Αλέξανδρος υποτάξει τις χώρες στο δικό του κράτος. Μελέτησαν αρχαιολογικά ευρήματα οι καθηγητές, σκεύη κυρίως και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η γοητεία της ελληνική τεχνολογίας είχε περάσει πολύ πριν το στρατό στην Ασία. Αλλά ας μην το πάρουμε πατριωτικά και ξεσηκωθούμε υπέρ του τρυφερού προσώπου του Αλεξάνδρου, που πολύ καλλιεργήσαμε τη λατρεία του τα τελευταία χρόνια. Ο στόχος τους την σήμερον ημέρα, δεν είναι να θίξουν τις νεοελληνικές ιδέες περί  μεγαλειώδους παρελθόντος. Για τον Μπους τα λένε οι άνθρωποι προφανώς, για να συγκρατήσουν τη μανία του να επεκτείνει τη στρατιωτική του δράση βαθύτερα προς Ανατολάς. Να μην πιστέψει και να μην υποστηρίζει επίσημα ότι πολεμώντας και νικώντας και ελέγχοντας στρατιωτικά περιοχές, μπορεί να διαδώσει τη δημοκρατία και άλλα σπουδαία δυτικά αγαθά, που τα παίρνει όμως και τα χαίρεται μόνο όποιος στ' αληθεια το επιθυμεί. Ας άφηνε να κάνουν τη δουλειά οι έμποροι, αργά και ακαταμάχητα με την κόκα κόλα τους και το σινεμά τους. Ας άφηνε να κατακτήσουν γλυκά και ανεπαίσθητα, τους δύσκολους αυτούς λαούς οι προαιώνιοι στρατηλάτες, οι πραματευτάδες. Πολύ χρήσιμη ιδέα και πρωτότυπη. Έστω κι αν ο Μπους δεν συνηθίζει να ακούει διανοουμένους, το πρόσωπο του Αλεξάνδρου σίγουρα θα τον συγκινήσει.

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2003

Εφευρέτες στην Κόλαση


Περνούν από της Ακαδημίας φορτηγά, περνούν απορριματοφόρα, περνούν ψυγεία και καμιόνια που κουβαλούν χημικές τουαλέτες. Θαλαμίσκους τσίγκινους σε χρώμα βεραμάν, στριμωγμένους όρθιους σαν παράξενα ζωντανά που τρέμουν. Ευτυχώς δεν έχουμε αυριο λαϊκή και δεν έρχονται σε μας. Όλα μαρσάρουν στην ανηφόρα και μας ρίχνουν στο πρόσωπο το καυτό τους καυσαέριο. Θυμάμαι τον Γούντυ Άλλεν σε μια ταινία που επισκέπτεται την Κόλαση και συναντάει κάτω κάτω, στο όγδοο υπόγειο, αυτόν που εφηύρε τα αλουμινένια κουφώματα, να βασανίζεται στα καυτά καζάνια. Αν είχε ζήσει καλοκαίρι στην Αθήνα θα έβαζε στον πάτο άλλον εφευρέτη. Για να δούμε. Αυτόν που έκανε τις διορθώσεις πάνω στο πρώτο πολεοδομκό σχέδιο; Αυτόν που εφηύρε το ασανσέρ; Αυτόν που επινόησε την αντιπαροχή; Αυτόν που σχεδίασε το πρώτο αυτοκίνητο; Αυτόν που έφτιαξε τα απορριματοφόρα; Αυτόν που σκέφτηκε τους πελώριους κάδους απορριμάτων; Όποιον εισήγαγε το σύστημα του πράσινου για πεζούς που αναβοσβήνει στα φανάρι; Και τον άλλον που κατάφερε να κατασκευάσει φτηνή άσφαλτο για δρόμους της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και κράτη με ακριβούς εργολάβους; Συνωστισμός θα γινόταν στην κόλαση, αν έριχνες μέσα τους υπεύθυνους για το χάλι της Αθήνας. Αλλά στο χειρότερο καζάνι θα έβραζε σίγουρα αυτός που εφηύρε τις χημικές τουαλέτες.  Κάθε πόλη βέβαια θα είχε δικαίωμα στη δική της αποστολή στην Κόλαση και πολλές θα έστελναν αυτόν τον εφευρέτη, αλλά θα προλαβαίναμε με τη γνωστή μας μαχητικότητα και ένα μεγαλειώδες συλλαλλητήριο στην Αμερικανική Πρεσβεία θα διατρανώναμε την απόφαση μας. Πρώτος λοιπόν στην κόλαση ο εφευρέτης της χημικής τουαλέτας και με τα χρώματα της Αθήνας στο καζάνι του, θα θυμίζει αιωνίως την τρομερή μας ευγνωμοσύνη. 

Κυριακή 25 Μαΐου 2003

Οι Έλληνες με τα μαύρα

Μπορεί να είναι σαχλή και να να μην είναι του επιπέδου μας. Μπορεί να είναι κιτς καρακίτς και να πρέπει να απέχουμε ως χώρα, όπως λέει ο Σταύρος Ξαρχάκος, αφού εμείς ζούμε ολημερίς με αυστηρά καλλιτεχικά κριτήρια και δεν έχουμε σχέση με το κιτς ως λαός, δεν ξέρουμε καν περί τίνος πρόκειται. Μπορεί να μην καταφέρνει να βγάζει τραγούδια που αγαπήσαμε, αλλά το βλέπουμε ανελλιπώς. Για το Φεστιβάλ της Γιουροβίζιον λέω βέβαια. Αφού όλο το χρόνο το βρίσουμε καλά καλά, στηνόμαστε και ξενυχτάμε στο τέλος, να το παρακολουθήσουμε μέχρι την τελική ψηφοφορία. Μαζοχιστές είμαστε, κι αυτό πλέον έχει αρχίσει να βγαίνει και ενδυματολογικά. Πέρσι ήταν ο Ρακιντζής με τις μαύρες δερμάτινες φόρμες και τη μιλιταριστική χορογραφία, φέτος πάλι μαύρο δέρμα κολλητό σαν πανοπλία με το λευκό κορμί της Μαντώς από μεσα να φαίνεται ότι υποφέρει από τα σφιχτά κορδόνια κι ένα σταυρό του μαρτυρίου στο λαιμό. Κοψοχρονιά το πήρανε το μαύρο το δερμάτινο ή είπανε να το ανακυκλωσουν να μην πηγαίνουν τα λεφτά χαμένα; Εκτός πια κι αν συμβολίζει τα βασανιστήρια που περνούν όσοι έλληνες τραγουδιστές αποφασίσουν να πάρουν μέρος, αρχίζοντας από το προκαταρκτικό σνομπάρισμα και φτάνοντας στο τελικό φτύσιμο, σαν αυτό που υπέστησαν πρόπερσι οι Αντικ επειδή τόλμησαν να φτάσουν στην τρίτη θέση. Αφού κέρδισαν φορώντας άσπρα οι ξενόφερτοι, έκτοτε το ρίξαμε στη μαυρίλα, πενθώντας τη χαμένη μας αθωότητα. Κι αυτοί οι Κύπριοι δεν μας λυπούνται τέλος πάντων μια φορά, να μην το δώσουν το δωδεκάρι, να αποκλειστούμε να ησυχάσουμε.  Άντε άλλη μια χρονιά ν' ακούμε περισπούδαστους μύδρους και να βάφουμε τα επόμενα μαύρα.

Τετάρτη 23 Απριλίου 2003

Ομόνοια

Θα τη συνηθίσουμε την Ομόνοια, πράγματι. Δεν υπάρχει περίπτωση αλλαγής, ό,τι
έγινε έγινε και μόνο λίγες ζαρντινιέρες ενδέχεται να μπουν. Πώς θα στέκονται
στην επικλινή επιφάνεια δεν ξέρουμε, αλλά αν τα φυτά γέρνουν από την
υπερυψωμένη πλευρά της 3ης Σεπτεμβρίου ίσως κάπως να διορθωθεί εκείνος ο
τοίχος που υψώνεται αίφνης και κλείνει την πλατεία. Κατά τα άλλα, ας
προσπαθήσουμε να τη συνηθίσουμε. Ίσως να έχουν δίκιο αυτοί που υποστηρίζουν
ότι είναι μία πρωτοποριακή πρόταση κι εμείς οι Αθηναίοι, επειδή είμαστε τόσο
στερημένοι από όμορφα πράγματα στην πόλη μας, δεν έχουμε την ωριμότητα να τη
δεχθούμε. Δεν αποκλείεται. Θυμάστε τον Φοίβο και την Αθηνά, τις μασκότ των
Ολυμπιακών Αγώνων, όταν πρωτοβγήκαν τι σοκ είχαμε πάθει; Και όχι μόνο τα
συνηθίσαμε τα προϊστορικά κουκλιά, αλλά τα έχουμε αγαπήσει όλως ιδιαιτέρως.
Ήταν όντως μια τολμηρή πρόταση που μας ξένισε και χρειάστηκε χρόνος να την
αποδεχθούμε, ας υποθέσουμε λοιπόν ότι μπορεί να συμβαίνει το ίδιο με την
Ομόνοια. Να τη συνηθίσουμε, αλλά ως πρωτοποριακή πρόταση. Όχι ως πλατεία
δευτέρας διαλογής, όπου τα σχέδια γίνονται μισά για οικονομία και κόβονται τα
καλύτερα κομμάτια, αφού έτσι κι αλλιώς μόνο μετανάστες συχνάζουν. Να τη
δεχθούμε όπως είναι αυτή τη στιγμή, με τους ξένους να ψάχνονται ακολουθώντας
τη γνωστή σε όλες τις πόλεις αναζήτηση του κέντρου και να δούμε αν μπορέσουν
σ' αυτό το μοντέρνο χάος να ανοίξουν δρόμους. Να μη συνηθίσουμε τη βρώμα και
την εγκατάλειψη, που ίσως αντέχαμε ως προσωρινή τόσα χρόνια, αλλά τώρα, με
τόσους γρανίτες και τόσα μάρμαρα, δεν πρέπει να αντέξουμε. Να απαιτήσουμε την
πρόταση ολόκληρη, να μη δεχθούμε τη μουντζούρα.
https://www.tanea.gr/2003/04/23/opinions/analwsima-omonoia/

Κυριακή 13 Απριλίου 2003

Επίπλωση Βαγδάτης


Η πόλη που ο φακός και το βλέμμα μας δεν μπορεί να εγκαταλείψει, η Βαγδάτη που συνεχίζει να είναι ενωμένη με τους εσωτερικούς μας χώρους με έναν παράξενο ομφάλιο λώρο, γέμισε καρέκλες γραφείου. Καρέκλες μοντέρνες, με ρυθμιζόμενη πλάτη και ύψος, αγκαλιά στα χέρια γυναικών με καλυμμένα πρόσωπα,  που τις μετέφεραν σε άγνωστη κατεύθυνση.  Μερικές βρίσκονταν παρατημένες στο δρόμο, να στριφογυρίζουν και να τσουλάνε, σύμβολα εξουσίας που καταλύθηκε, οι κουρελιασμένοι θρόνοι των γραφειοκρατών. Τι θέση θα πάρουν στα σπιτικά που τις μετέφεραν; Μαζί με χαμηλά μαξιλάρια θα τις ταιριάξουν; Οι πεζοναύτες προσπερνούσαν αδιάφοροι, αρχάγγελοι μιας πειθαρχίας καταπληκτικής, δικής τους όμως και αθώρητης από τους ιθαγενείς, μέσα στην καρδιά του χάους. Ανώτεροι εκείνοι. Ντουλάπια τραπέζια, βάζα, μεταφέρθηκαν κι αυτά προχείρως, οι εικόνες τους είχαν κάτι το προσβλητικό, το άσεμνο. Ας ήταν πράγματα της κυβέρνησης του Σαντάμ. Δεν είναι δυνατόν να λεηλατείς σε απ' ευθείας μετάδοση. Δεν είναι τυχαίο που ο Ράμσφελντ βρήκε την ευκαιρία να κάνει εκείνη την μειωτική παρατήρηση για τα βάζα. Ένα είδος ρατσισμού, μια βαθιά περιφρόνηση φιδοσερνόταν στην εικόνα, ανάμεσα στους πάνοπλους πεζοναύτες και στους ντόπιους με τις παντόφλες που ρήμαζαν ότι έβρισκαν. Ακόμα και το μουσείο, σωροί από πήλινες πινακίδες φάνηκαν να θρυμματίζονται στο πάτωμα. Αν ήταν χρυσαφικά ίσως θα είχαμε σοκαριστεί, ίσως να είχαν βάλει και φρουρά οι πεζοναύτες. Αλλά για τα πήλινα θραύσματα; Ήταν τα πρώτα δείγματα γραφής της ανθρωπότητας απλώς, μερικά ακόμα αδιάβαστα ίσως, μερικά μυστηριώδη. Ίσως όμως και να είχε σκοτωθεί προηγουμένως, σε παιδική ηλικία, και ο αρχαιολόγος που θα τα αποκρυπτογραφούσε κάποτε. 

Πέμπτη 10 Απριλίου 2003

Τι τους κινεί;

Πώς μπορούν οι στρατιώτες και πολεμούν στο Ιράκ; Πώς την βολεύουν μέσα στο
μυαλό και τη συνείδησή τους οι πεζοναύτες αυτή την καθημερινή δουλειά; Από πού
αντλούν κουράγιο και δύναμη και πεποίθηση να συνεχίζουν; Είναι τόσο πολύ
πεισμένοι ότι επιτελούν έργο θεάρεστο ή απλώς ακολουθούν τη στρατιωτική
πειθαρχία; Μέσα τους τι σκέφτονται, άραγε; Τους κρατά η πεποίθηση ότι εκτελούν
το σωστό ή το ότι έχουν εξασκηθεί να υπακούουν; Το αίσθημα ανωτερότητας;
Αισθάνονται, άραγε, ανώτεροι χάρη στην υπεροπλία τους; Τους παρασύρει απλώς το
πλάνο της ημέρας; Χρειάζεται να μισούν για να πολεμούν και, αν χρειάζεται, πώς
κατάφεραν να μισήσουν; Και πώς διατηρούν το απόθεμα του μίσους; Μήπως απλώς
βρήκαν μέσα τους τα όχι και τόσο βαθιά θαμμένα ένστικτα της επίθεσης, της
καταστροφής, της αρπαγής, του φόνου; Και πώς είναι να τα ξαμολάς αυτά τα
ένστικτα; Τι απαντάς μετά στο πολιτισμένο κομμάτι του εαυτού σου, στη γυναίκα
σου, στην αδελφή σου; Και αν αλήθεια νόμισαν ότι βλέπουν πολυβόλα στο
ξενοδοχείο των δημοσιογράφων; Αν είναι πραγματικά τόσο φοβισμένοι που να μην
ξέρουν τι κάνουν, να πυροβολούν λεωφορείο με παιδιά από φόβο, πάνοπλοι αυτοί,
να ρίχνουν με τανκς σε ξενοδοχείο με δημοσιογράφους, να επιτίθενται ακόμα και
σε δικούς τους από σκέτο φόβο; Τι μύθους έχουν στο κεφάλι τους και φοβούνται
τα γυναικόπαιδα; Μήπως είναι ο φόβος που τους διατηρεί σε εγρήγορση; Ο φόβος
τούς κάνει θηρία; Τι αποκομίζουν οι ψυχές απ' αυτή την ιστορία; Αναρωτιέμαι,
καθώς οι ημέρες που περνούν αλλοιώνουν σ' εμάς, που μόνο παρακολουθούμε τον
πόλεμο, τόσα πράγματα, τόσες ιδέες, τόσες πεποιθήσεις. Σ' αυτούς άραγε τι γίνεται;

https://www.tanea.gr/2003/04/10/opinions/analwsima-ti-toys-kinei/

Κυριακή 30 Μαρτίου 2003

Μεταμοντέρνος αιώνας

Από το 1864, την εποχή του Αμερικανικού Εμφύλιου, είχε να γίνει αυτό. Να καλέσει ο πρόεδρος το λαό σε ημέρα νηστεία και προσευχής με σκοπό τη νίκη κατά της τρομοκρατίας και ευόδωση της εκστρατείας. Η Γερουσία και η Βουλή των Αντιπροσώπων καλούν τον πρόεδρο Μπους να ορίσει μια τέτοια εθνική ημέρα για να προσευχηθεί ο λαός και μάλλον θα τους κάνει τη χάρη, αφού κι αυτός είναι θρήσκος κι αφοσιωμένος. Κι έτσι θα επιστρέψει η Αμερική στον προπερασμένο αιώνα και θα πληρεί ακόμα πιο ξεκάθαρα την εικόνα των Σταυροφόρων που εισβάλλουν στην Ανατολή. Θα διευκολύνει την αντίληψη μας για τον πόλεμο που ξεκίνησε, γιατί αυτή η ιστορία με το πετρέλαιο δεν είναι πειστική. Απευθύνεται σε ανθρώπους που τους έχει καταστρέψει η λογική και η πεποίθηση ότι όλα τα κυβερνά το χρήμα, ενώ υπάρχουν αξίες μεγαλύτερες, η εξουσία ας πούμε, η αίσθηση του μεγαλείου, της ηγεμονίας, της εκδίκησης. Πόσες αυτοκρατορίες δεν καταστράφηκαν επειδή δεν θέλησαν να κοιτάξουν τα οικονομικά συμφέροντα τους; Ο πόλεμος του Μπους έχει αρχίσει να κοστίζει περισσότερο από όλα τα κοιτάσματα πετρελαίου της γης. Καιρός λοιπόν να καταλάβουμε όλοι ότι πολεμά για κάτι σημαντικότερο από τα πετρέλαια, για ένα πάθος, για μια επιβεβαίωση. Θα πρέπει να διαβάσουμε ξανά μεσαιωνική Ιστορία, θρησκευτικούς πολέμους, Εκατονταετή και Τριακονταετή, δεν αρκεί  η μελέτη του σύγχρονου κόσμου, του εικοστού αιώνα. Κι αυτό που θα προκύψει, σύνθεση εγωισμών, θρησκειών και εξελιγμένων τεχνολογιών, θα είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ όπως είπε ο Ράμσφελντ, κάτι πασίγνωστο και πανάρχαιο σαν το μίσος και το θάνατο, που αιώνες οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεπεράσουν.

Κίτρινο γρασίδι

 Το Λονδίνο σα να ξαναβρίσκει σήμερα τον εαυτό του καθὼς ρίχνει ο ουρανός κάθε τόσο λίγη βροχή κι η συννεφιά δεν λέει να φύγει. Μακάρι να ξα...