Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2021

Η χαρά των παιδιών

Τόσες γιορτές και πανηγύρια πια, λες και θα καλοκαίριαζε την επόμενη των Χριστουγέννων, ενώ επισήμως χειμωνιάζει. Και να λείπει κάτι συνεχώς, η γιαγιά, ή απλώς η εμπιστοσύνη προς το ανθρώπινο γένος. Πόσο δύσκολο να ευχαριστηθούμε εμείς οι δυτικοί. Μελαγχολούμε μέσα στην αφθονία. Απαράδεκτοι. Σκεφτείτε τί τραβάει τόσος κόσμος για να φτάσει στις ευρωπαϊκές ακτές, για να μελαγχολεί παρέα.

Βγαίνω βόλτα να με χτυπήσει αέρας στο πάρκο, να συνέλθω από την κραιπάλη του πακέτου και της πιατέλας, αλλά πού να βρεις ησυχία: έχει έρθει το ενιαύσιο παζάρι, ευτυχώς αραιωμένα φέτος περίπτερα, τραινάκια κούνιες, αυτοκινητάκια, ό,τι μπορεί να εγγυηθεί φτήνια και κακογουστιά. Διασχίζω μουτρωμένη τη φωτεινή αλέα, αποφασισμένη να σνομπάρω τα πάντα, με καθυστερεί το πλήθος. Ένα παιδάκι σκυμμένο στα παιχνίδια διαλέγει με τις ώρες, ενώ η μαμά του παζαρεύει ήδη με τον πωλητή. Μετανάστες μαμά και πωλητής, αλλά από άλλες χώρες, αναγκαστικά ελληνικά συνεννοούνται. Χωρίς να θέλω με πιάνει ενδιαφέρον για την επιλογή του παιδιού, έχει τόσο σοβαρό ύφος, σα να παίζεται κάτι πολύ σημαντικό για τη ζωή του ανάμεσα στα κουτιά με τις πλαστικούρες. Σκύβω κι εγώ άθελα μου, τον βλέπω να σηκώνει αποφασιστικά ένα κουτί απ’ αυτά που είναι σα βιτρινούλες, πλαστικό μπροστά, χαρτόνι πίσω, να το δείχνει στη μαμά του.

-Αυτό!

-Είσαι σίγουρος; Εκείνη έχει τις αμφιβολίες της

-Ναι, επιμένει χαμηλώνοντας με σοβαρότητα τα μακριά του τσίνορα.

Η μαμά αναστενάζει. Εγώ αγωνιώ, θα το πάρει το παιχνίδι;

-Τι είναι; Υποκύπτω στον πειρασμό να ρωτήσω.

Το σηκώνει και το δείχνει.  Χελωνονιντζάκια.  Υπάρχουν ακόμα! Άρεσαν τόσο στα παιδιά μου, νόμιζα όμως πως είχαν ξεπεραστεί. Ακόμα κρατάνε.

Η μαμά πληρώνει, κι απομακρύνεται με το θησαυρό αγκαλιά, μέσα στη χαρά. Πλησιάζει ο επόμενος πελάτης, κοριτσάκια κι αγοράκια με τα μάτια λαμπερά, όλο λαχτάρα, ρουφώντας την ατμόσφαιρα της γιορτής, με τις επιθυμίες έτοιμες να εκδηλωθούν. Α, η χαρά των παιδιών τι όμορφη που είναι!

Θυμάμαι, ο πατέρας μου με πήγαινε σε παρόμοιο πανηγύρι πάγκων όταν ήμουν πολύ μικρή, κι η ευτυχία να του τραβάω το χέρι και να του δείχνω παιχνίδια, αφήνοντας το φως να με ζεσταίνει. ήταν από τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή μου. Έφτασαν ως εδώ με μύρια βάσανα οι γείτονες μας, αλλά βρήκαν το σωστό λιμάνι. Μια αλέα με πάγκους φωτισμένη στη χειμωνιάτικη νύχτα, η ευρωπαϊκή μας αγκαλιά, ο θησαυρός μας.

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

Πέρασμα από τη Νεβάδα

-Φτάσαμε και στο Λας Βέγκας, παρατήρησε ένα βράδυ  ο ταξιτζής καθώς έστριβε αργά και βασανιστικά από το Σύνταγμα στην Πανεπιστημίου. Πραγματικά, με τόση ένταση σε λούζουν τα φώτα εκεί μπροστά στα δυο κομμάτια του αριστοκρατικού μας πεζόδρομου, που μεταφέρεσαι νοερά σε άλλους πλανήτες, ή έστω σε άλλο ημισφαίριο, έτοιμος για τρέλες σε καζίνο. Μόνο που κρατάει πολύ λίγο η ψευδαίσθηση, όσο κι αν κινούνται σημειωτόν τ’ αυτοκίνητα, όσο κι αν καθυστερούν, κάποια στιγμή προχωρούν παρακάτω, φτάνουν μπροστά στην αθηναϊκή τριλογία (τριλογία -τριλογία, σ’ έπνιξε η πολυλογία) όπου ήδη το πράγμα σκοτεινιάζει, μη νομίζετε ότι θα σωθείτε κοινωνικά αγαπητοί αδελφοί Χάνσεν, όπως σας έδιωξαν κάποτε από το Πολυτεχνείο ως ετερόχθονες, έτσι και τώρα τα έργα σας πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι ανήκουν σε μια ενδιάμεση ζώνη, ούτε πολύ χάι, ούτε πολύ μπασκλάς, μια στιγμή αμηχανίας όπου ταχύνουμε το βήμα μας, τι είναι αυτά εδώ ρωτούν οι τουρίστες και οι ντόπιοι δεν πολυξέρουν. Οπότε στο σημείο αυτό τα φώτα αραιώνουν, υπάρχει μάλιστα μια ολόκληρη σειρά χαλασμένη και ύστερα αραιώνουν περισσότερο, δεν μοιάζει και με φάτνη η Ακαδημία Αθηνών, να της βάλουμε λίγο φωτεινό σανό, να αναδειχθεί κάπως, μένει λοιπόν εκεί μετέωρη μεταξύ φτωχών και πλουσίων που προσέχουν να μην πάνε κάτω από το Ρεξ, αν και ήδη εκεί βρίσκονται έξω από τα νερά τους. Κι ακόμα παρακάτω οι φωτεινές γιρλάντες εξαφανίζονται τελείως, μένουν σεμνές μέδουσες κρεμασμένες στους στύλους, έτσι ως την Ομόνοια, πάει και το Λας Βέγκας και η τρέλα στο Καζίνο, άλλη φορά.

Έχει αμεσότητα κι ενδιαφέρον αυτή η ξεκάθαρη οριοθέτηση του πάνω τμήματος της πόλης από το κάτω. Ξεχαστείτε λίγο με τις γιορτές, μας λέει η δημοτική φωτοχυσία, ελάτε στο Σύνταγμα να δείτε τη νύχτα φτιαγμένη μέρα στην κεντρική πλατεία της πόλης, στριμωχτείτε και μποτιλιαριστείτε, είναι το φετινό τρεντ, αλλά μην περιμένετε να σας πάει και μέχρι την Ομόνοια όλη αυτή η αρχοντιά, μην αφήσουμε πια και να μας πάρει από κάτω η γενναιοδωρία και το πνεύμα των Χριστουγέννων. Καθώς αργά θα κατεβαίνετε προς την σκοτεινή γαστέρα της πόλης καλόν θα είναι να προσγειώνεστε σιγά σιγά στην κοινωνική πραγματικότητα και την γενικότερη ανάγκη για οικονομία στο ρεύμα. Γι αυτό καλύτερα στρίψτε προς βασιλίσσης Σοφίας, πίσω στα προάστεια που τα ξέρετε, η πόλη κρύβει απογοητεύσεις.

 

 

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2021

Οχι άλλη γοητεία

 Δεν έχει καθόλου προσωπική γοητεία ο νέος ηγέτης του ΚΙΝ.ΑΛΛ., απεφάνθη φίλη μου και συμφώνησα μαζί της. Πραγματικά, να κάτι που δεν είχα συνεκτιμήσει στα προσόντα του συγκεκριμένου. Μα καμία, τίποτε; Δώσε του μια ευκαιρία όμως, της είπα, μπορεί κάτι να βρεθεί στο μεταξύ, όταν τον γνωρίσουμε καλύτερα, όταν τον συνηθίσουμε. Θυμήθηκα τις ωραίες εποχές με τα περιοδικά ποικίλης ύλης που τα πληρώναμε μάλιστα, όχι όπως τώρα που μας παρακαλούν οι εφημερίδες να τα πάρουμε τζάμπα, «ήπιαμε καφέ με τον Ανδρέα» ή «στην κουζίνα της Μαρίκας Μητσοτάκη». Αλλά κυρίως τις εκδηλώσεις λατρείας προς το πρόσωπο πολιτικών που έπρεπε να είναι σώνει και καλά γοητευτικοί. Και που δεν ήταν. Ενα σωρό από δαύτους, από τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι, πάσχιζαν να γίνουν γοητευτικοί και δεν τους έβγαινε.

Κάπως το έχουμε ξεπεράσει νομίζω αυτό το στάδιο, αλλά όχι εντελώς. Περάσαμε και κρίση. Κι όμως ακόμα αναζητάμε να γοητευτούμε, υποσυνείδητα ίσως, ή προεξοφλούμε ότι κάποιος αληθινά γοητευτικός πολιτικός έτσι και εμφανιστεί θα σαρώσει μόνο με τη σκέτη γοητεία του. Και σαν λαγωνικά ψάχνουμε να τον ανακαλύψουμε πρώτοι απ’ όλους, πού να βρίσκεται αυτό το θαύμα, αυτό το ακαταμάχητο ον που θα φέρει τα πάνω- κάτω στην πολιτική ζωή, που θα μας βγάλει από τις επαναλήψεις;

Η αλήθεια είναι ότι στις μέρες μας υπάρχει ένα είδος γοητευτικής πανσπερμίας. Κυκλοφορεί πολλή γοητεία στο θέατρο, αρκετή στο διαδίκτυο, κάμποση στα βιβλία, άφθονη στη μουσική, στα κοινωνικά δίκτυα, στο σινεμά, ακόμα και στις επιστημονικές ομιλίες. Γοητευτικοί καθηγητές μάς μιλούν για γοητευτικά θέματα, γοητευτικοί ηθοποιοί παίζουν γοητευτικούς ρόλους και τα μέιλ μας κατακλύζονται από γοητευτικές προτάσεις. Δεν ξέρεις σε ποια γοητεία να πρωτοϋποκύψεις. Οι δυνατότητες έκφρασης δεν ήταν ποτέ πριν τόσο πλούσιες και ποικίλες. Γιατί να πρέπει να είναι και οι πολιτικοί γοητευτικοί;

Ας προσπαθήσουν να είναι κυρίως αποτελεσματικοί και όσο γίνεται λογικοί, να εξηγούν, να πείθουν με επιχειρήματα απευθυνόμενοι στην ψυχραιμία που ευελπιστώ εγώ τουλάχιστον να αποκτήσω, αν δεν τη διαθέτω. Και μάλλον δεν τη διαθέτω, έχοντας μεγαλώσει σε εποχές πολιτικών παθών όπου έπρεπε να είσαι οπαδός και πιστός σαν μέλος θρησκείας, έχοντας καθυστερήσει δεκαετίες λόγω χούντας να νιώσω την ανάγκη ψυχραιμίας. Αλλά πλέον, με τόση γοητεία περιρρέουσα που απευθύνεται στην προσωπική ματιά μου, λέω πως δεν τη χρειάζομαι και στους πολιτικούς τη γοητεία. Φτάνει, δεν τα πήγαμε καλά ώς τώρα με τους γοητευτικούς. Ας μην πασχίζουν να μας γοητεύσουν άλλο.

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2021

Να δω τον Πάπα

 Ηθελα να δω τον Πάπα, αλλά δεν τον πολυέδειχναν. Λίγες σκηνές βρήκα. Ο Πάπας χάιδεψε παιδικά κεφαλάκια πίσω από τα κάγκελα, αγκάλιασε όσους ήθελαν να τον αγκαλιάσουν. Κοντό το κάγκελο, επέτρεπε αγκαλιές, στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης Λέσβου.

Ενας πρόσφυγας ανέβηκε στο βήμα, εκεί που γινόταν η επίσημη υποδοχή και είχαν πάει υπουργοί και ιερείς, γραμματείς και φρουροί, και μίλησε με φόντο τις καλύβες του ΚΥΤ δίπλα στη θάλασσα. Ο Πάπας, άτομο πολύ επίσημο, καθόταν δίπλα του σε μια πολυθρόνα και τον άκουγε. Ο ομιλητής είναι από το Κονγκό, έναν χρόνο τώρα στην Ελλάδα, με τα δυο παιδιά να περιμένει. Συγκλονιστική η έστω στιγμιαία συνύπαρξή τους. Ευχαρίστησε τον Πάπα για τη βοήθεια, αρωγή το μετέφρασαν στα ελληνικά. Την έχουμε μάθει καλά την αρωγή, έστω κι αν δεν καταφέρνουμε να βρίσκουμε μια χαραμάδα διαφυγής από το σύστημα με τα κάγκελα, στο στρατόπεδο της Λέσβου, στο τείχος του Εβρου και στα άλλα μέρη της Ευρώπης που έχουν βαλθεί να τειχίζονται.

Ολα αυτά έγιναν στο πλαίσιο μιας εθιμοτυπίας που φαίνεται ότι ο ίδιος ο Πάπας Φραγκίσκος καθιερώνει. Χορωδία προσφύγων τραγούδησε σπιρίτσουαλ, εκεί στον καταυλισμό. Χαιρετισμοί Προέδρου της Δημοκρατίας και υπουργού Εξωτερικών, αναφορές γεμάτες ευγένεια και αναγνώριση, αλλά κυρίως αυτή η άτυπη και απολύτως πρωτότυπη επαφή με τους ικέτες της Ευρώπης. Αγκαλιές, αγγίγματα και λόγια πολύ αντίθετα στο πνεύμα προσφυγοκυνηγιού που επικρατεί πολιτικά όλο και πιο έντονα στην Ευρώπη. Λόγια ενός ανθρώπου που δεν φοβάται να εκδηλωθεί αντίθετα στο ρεύμα. Θα χάσει οπαδούς; Μα η χριστιανική πίστη δεν έχει στο βάθος της κηρύγματα αγάπης και συμπόνιας; Θα επηρεάσει τους πιστούς; Ή απλώς θα καθιερώσει μια μικρή τελετή εξιλέωσης των καθολικών λίγο πριν από τα Χριστούγεννα;

Ακόμα κι έτσι, αυτό το τελευταίο να συμβεί, ακόμα κι αν οι Πολωνοί, ας πούμε, που χτίζουν τείχος για να σταματούν τους πρόσφυγες, δεν επηρεαστούν καθόλου από το κήρυγμα του Πάπα και συνεχίσουν απτόητοι να υψώνουν το τείχος τους, βάλουν ωστόσο στο πρόγραμμα μια μέρα βαθιάς ενόχλησης από τις ίδιες τους τις πράξεις, κέρδος είναι.

Αν έβρισκαν τρόπο να ανοίξουν μια χαραμάδα αληθινής υποδοχής προς τιμήν αυτής της εθιμοτυπίας, θα ήμασταν όλοι κερδισμένοι, έστω κι αν αργήσουμε να το καταλάβουμε.

https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/322642_na-do-ton-papa



Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2021

Η γειτονιά μου

Η γειτονιά μου δεν είναι στο κόκκινο με τον κορωνοϊό. Παρά τις τρομερές αφίσες που κοσμούν τους ταλαίπωρους τοίχους της, με διάφορα σαλπίσματα ανυπακοής και μακροσκελείς εξηγήσεις, γιατί το εμβόλιο δεν πρέπει να το κάνουμε, και γιατί η μάσκα είναι χούντα, στολισμένες με σβάστικες, μπότες και άλλα χιτλερικά, παρόλη αυτή την ενορχηστρωμένη προσπάθεια να μας ριζοσπαστικοποιήσουν σώνει και καλά, ο κόσμος στους δρόμους κυκλοφορεί με μάσκα. Το βρίσκω κάπως υπερβολικό, αλλά τελικά μου συμβαίνει κι εμένα όταν βγω από το ένα μαγαζί και κρατάω τσάντες και ετοιμάζομαι να μπω σε άλλο, η μάσκα μένει στο πρόσωπο μου. Κι όταν βλέπω μανάδες με τα παιδιά τους μασκοφορεμένα, ντρέπομαι λίγο κι αν δεν φορώ μάσκα εκείνη τη στιγμή, ψάχνω και βάζω. Είμαστε φαίνεται πολύ συντηρητική γειτονιά και υπάκουη, άδικα ξοδεύουν τα λεφτά τους οι διάφοροι αλιείς ψυχών τε και ψήφων ταπετσάροντας με εκατοντάδες αφίσες κάθε δεύτερη μέρα, όλο και καινούργιες, όλο πιο προκλητικές φράσεις επινοώντας, τους ταλαίπωρους τοίχους.

Η γειτονιά μου είναι ακόμα ανάμεσα στην υποβάθμιση και στην αναβάθμιση. Δεν ελπίζω να συναντήσω στο δρόμο τυχαία παρά μόνο τις τρεις φίλες που μένουν εδώ κοντά, οι άλλοι, οι φίλοι οι παλιοί, έχουν από καιρό μετακομίσει στα προάστεια. Ξέρω ότι και στο κέντρο να πάω, και συνεχώς πηγαίνω, δεν θα δω γνωστούς, η Αθήνα είναι για μένα σαν ξένη πόλη. Αν ήταν και λίγο πιο όμορφη θα περνούσα ωραία, αν έμενε έστω όπως ήταν παλιά. Τότε που μπορούσες να χαρείς μια βόλτα από την Πατησίων ως το Σύνταγμα και να μη σε πιάνει κατάθλιψη. Τότε, θυμάμαι καλά, γκρίνιαζα και κριτίκαρα τα πάντα ζητώντας ακόμα καλύτερες συνθήκες, δεν φανταζόμουν ότι σαράντα χρόνια μετά θα νοσταλγούσα τη φάση εκείνη. Γι αυτό πρέπει κανείς να χαίρεται αυτό που έχει, αλλά αυτή η σοφία δεν περνά το δέρμα μας.

Λένε πως έγινε της μόδας η γειτονιά, πως εγκαθίστανται πολλοί Ευρωπαίοι και  νέα ζευγάρια. Μάλιστα, οι άνθρωποι ανωτέρων τάξεων που έρχονται φοβούνται ακριβώς αυτό που κάνουν, τους ανθρώπους ανωτέρων τάξεων που έρχονται.  Δεν αρέσει σε κανέναν η μαζικότητα, εκτός κι αν ελπίσει να κυβερνήσει τις μάζες.  Έχουμε πάντως τους ριζοσπαστικοποιητές που αγρυπνούν, σήμερα μας προτρέπουν «να μάθουμε να κλωτσάμε» έτσι γενικώς και αορίστως. Ίσως  φταίει η έλλειψη γηπέδων ποδοσφαίρου για όλη αυτή την άχρηστη επιθετικότητα. Τα πεζοδρόμια δεν χωρούν να κλωτσήσεις τίποτε, μπορεί να βρεθεί το πόδι σου απέξω και να στο πατήσει αυτοκίνητο. Οπότε, προσέχουμε γενικώς.

 

 

 

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021

Τρίτη δόση

 Στο Κέντρο υγείας Αλεξάνδρας που ήρθα για την τριτη δόση, έχει πολύ κόσμο, κυρίως γριές που περιμένουν, και πιάνουν κουβέντα, μερικές πολύ ηλικιωμένες, θα πρέπει να έχουν χρόνια να βγουν. Κάτι ρούχα παλιομοδίτικα, βήματα διστακτικά. Μια με στραβοπατημένα παπούτσια σέρνεται κυριολεκτικά, κοιτάζει γύρω της αβέβαιη, δικαιούται να καθίσει; Καθήστε, της λέει μια νοσοκόμα που περνά βιαστικά, καθήστε, μην στέκεστε όρθια. Πηγαίνει και κάθεται, η πλάτη δεν ακουμπά στη ράχη της καρέκλας, είναι σε ετοιμότητα, να σηκωθεί αμέσως.

Γυναίκες, πολλές γυναίκες. Κυρίως γυναίκες, κυρίως ηλικιωμένες, κυρίως ταλαιπωρημένες. Φαίνονται στην ηλικία αυτή μαζεμένες στα σώματα οι χειρωνακτικές δουλειές που για χρόνια τις ταλαιπώρησαν. Παραμορφωμένα τα σώματα από το μόχθο, σκυφτά, στραβοχυμένα. Πόδια πρησμένα σε φτηνές κάλτσες. Άσπρη ρίζα μαλλιού σε βαμένα κεφάλια. Ανάμεσα τους μερικές καλοβαλμένες, περιποιημένες, με τα σκουλαρίκια τους και την πολυτέλεια του ίσιου ή σχεδόν ίσιου κορμιού στα γεράματα. Της βαφής που καλύπτει τη ρίζα, της καμπαρντίνας που μισανοίγει για να δείξει την καρό φόδρα αλά Μπάρμπερις, ίσως και γνήσια Μπάρμπερις.

Στην Ελλάδα πάντα η κοινωνική όψη των ανθρώπων προκαλεί ανάλογη συμπεριφορά. Οι δικαστές και οι γιατροί αμέσως παίρνουν τόνο συγκατάβασης έως και επίπληξης όταν μιλούν σε λαϊκούς φτωχούς ανθρώπους. Σα να τους μαλώνουν που σπαταλούν το χρόνο τους, τους απευθύνονται αυστηρά στον ενικό. Όμως εδώ, σε αυτό τον προθάλαμο του εμβολιαστικού κεντρου, λες κι έχουν πάρει ειδική εκπαίδευση, είναι ευγενικοί με όλους κι όλες. Υποδεικνύουν σε όλους να καθίσουν, καθησυχάζουν τους πάντες καθώς βιαστικά διασχίζουν κάθε τόσο τη γεμάτη αίθουσα και φωνάζοντας ονόματα αναζητούν τους δικαιούχους του εμβολίου.

Οι γέροι είναι λιγότεροι από τις γριές, περπατούν όλοι πιο σίγουροι, έχουν κάποιον μαζί τους οι περισσότεροι. Χάσμα κοινωνικό των δυο φύλων. Υπάρχουν και νέοι ανάμεσα μας, ανάμεσα, για τη δεύτερη δόση. Μπράβο αγορι μου, λέει μια σε έναν νεαρό. Οι γιατροί μπαινοβγαίνουν, φωνάζουν ονόματα, παίρνουν ιστορικά, εμφανίζεται και μια οικογένεια ξένων, μουσουλμάνων, θα εμβολιαστούν κι οι τρεις μαζί. Με την ίδια ουδέτερη ευγένεια που μπορεί να είναι απλώς έλλειψη αγένειας, τους καλωσορίζουν και τους καθοδηγούν κι αυτούς, που είναι πιο χαμένοι κι αβέβαοι απ' όλους

Είμαστε εδώ όλοι ίσοι απέναντι στην ίδια φροντίδα, στην ίδια προσφορά, στην ίδια νίκη των ανθρώπων, τόσοι αζήτητοι ισως άνθρωποι, μόνοι, ξεχασμένοι, κι άλλοι κουρασμένοι, άμαθοι σε φροντίδες, αμήχανοι. Όλοι αδιακριτως. Βουρκώνω διότι έχω γίνει πολύ ευσυγκινητη, με κοιτάζει η γιατρός που ρωτά το ιστορικό. Δεν έχω τίποτα. Είμαι καλά. Ευχαριστώ. Κοινώνησα, στην καλύτερη στιγμή της κοινωνίας. Πήρα το σώμα και το πνεύμα του αληθινού θεού της, επιστήμη και μαζί ισότητα. Χρυσό δοντάκι, που μας έλεγαν όταν ήμασταν παιδιά. Αυτή είναι η εκκλησία μου. Ουφ, συγγνώμη για τα δάκρυα… είναι ιερή στιγμή, πώς να το κάνουμε;

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2021

Επικίνδυνοι διάλογοι

 Εχασα την απευθείας μετάδοση του περίφημου διαλόγου Ελληνα πρωθυπουργού - Ολλανδής δημοσιογράφου, έτσι δεν μπορώ να αγανακτήσω ή να προσβληθώ ή να θυμώσω με κάποιον από τους δυο ή και με τους δυο. Μου μένουν κάποιες απορίες άσχετες με το τόσο ενδιαφέρον αυτό σόου, σχετικές με κάτι τίτλους δύσκολων ρεπορτάζ, στο «Σπίγκελ» ας πούμε, με δημοσιογράφους ντυμένους ψαράδες και άλλες τέτοιες εξωτικές μεθόδους, που εμείς εδώ δεν τις καταδεχόμαστε, γιατί ψαρεύουμε το καλοκαίρι αληθινά ψάρια στις ωραίες μας θάλασσες. Κάτι ειδήσεις για ειδικές μονάδες ελληνικού και κροατικού στρατού, που κανονικά είναι εκπαιδευμένες στην αντιμετώπιση χούλιγκαν και εμπόρων ναρκωτικών, ωστόσο κατά τους παράξενους αυτούς δημοσιογράφους ασχολούνται μυστικά με το να απωθούν πρόσφυγες που προσπαθούν να ζητήσουν άσυλο στην Ελλάδα. Ολ’ αυτά είναι λιγότερο συναρπαστικά από τις λεπτομέρειες της ζωής μιας Ολλανδής στην Υδρα, οπότε δεν επιμένω.

Η συζήτηση βάθυνε στο μεταξύ πολύ, ανοίχτηκε σε αναλύσεις για το πώς είναι σωστό να απευθύνεσαι σε ηγέτες κι αν το στιλ Φαλάτσι μπορεί να το αναβιώσει η πάσα μία, αλλά άφησε πίσω της θέματα όπως τι ακριβώς συμβαίνει στα σύνορα της Ευρώπης. Γιατί, εκτός από ψαράδες, θα πρέπει οι αμετανόητοι ρεπόρτερ να ντύνονται και κυνηγοί στα σύνορα Λευκορωσίας - Πολωνίας (ουφ, ευτυχώς δεν είναι η Ελλάδα αυτή τη φορά) για να παρακολουθήσουν μετανάστες που προσπαθούν να περάσουν με πολιτική λευκορωσική ενθάρρυνση ως πολιτική απειλή και εκδίκηση εναντίον της Ε.Ε.

Ισως καλύτερα να μην παραερευνούμε ούτε να πολυσυζητάμε τι θα μπορούσε να έχει κάνει η Ευρωπαϊκή Ενωση πέρα από το να απαγορεύει κάθε είδους μετανάστευση τόσα χρόνια και να υποκύπτει μόνο σε στιγμές ακραίας καταστροφής, όταν αισθάνονται οι πολιτικοί της ότι για λίγο μπορεί να γείρει προς συναισθήματα ανθρώπινης αλληλεγγύης η πλάστιγγα του φόβου.

Ισως είναι επικίνδυνο να μιλάμε πια για τη δυνατότητα των Ευρωπαίων να δεχτούν επίσημα κάποιους πρόσφυγες και μετανάστες, έστω και με διατυπώσεις αργές και βασανιστικές, όταν μοιάζει το πολιτικό κοινό έτοιμο να αγριέψει και να ζητήσει περισσότερη βία και πιο φανερή και επίσημη, αν κρίνουμε από τα διάφορα σχόλια που δημοσιεύονται γύρω από τον ως άνω διάλογο. Μοιάζει να περνάμε φάσεις που η βαρβαρότητα αναγνωρίζει τον εαυτό της στον καθρέφτη, της αρέσει πολύ και φιλάρεσκα φροντίζει να αγριέψει κι άλλο.

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2021

Φολίδες

 Πέτυχα μια παλιά ιταλική κωμωδία γυρισμένη στην παραλία του Ρίμινι, με πλήθη παραθεριστών που χαμογελούσαν ευτυχισμένοι επειδή έκαναν διακοπές. Δεκαετία '60, ή το πολύ '70. Η κάμερα έδειχνε σειρές ομπρέλες στην πλαζ, ύστερα παρακολουθούσε Φιατάκια στο ταξίδι επιστροφής στις μεγάλες πόλεις. Δρόμοι του Μιλάνου και της Ρώμης φαίνονταν από ψηλά, γεμάτοι πολύχρωμα μικρούτσικα αυτοκίνητα. Τόσο διαφορετικό το μέγεθος των αυτοκινήτων από αυτό που έχουμε συνηθίσει, ώστε η απορία μού γεννήθηκε, μα πώς χωρούσαν εκεί μέσα;

Μια χαρά χωρούσαν, όπως κι εγώ μια χαρά χωρούσα στο παλιό μου Οτομπιάνκι. Δεν ψήλωσα έκτοτε για να μου φαίνεται μικρό, μάλλον το αντίθετο. Μπορεί ο μέσος όρος ύψους των Ευρωπαίων να αυξήθηκε έναν πόντο ή δύο, αλλά τα αυτοκίνητα έχουν πάρει πολύ περισσότερο μπόι, προς κάθε κατεύθυνση. Αυτές τις μέρες που ζούμε το μεγάλο στριμωξίδι, είμαστε σε θέση να το εκτιμήσουμε.

Πριν από δυο-τρεις δεκαετίες στραβοκοιτούσαμε στην πόλη τα θηριώδη αυτοκίνητα που χρειάζονταν δύο θέσεις παρκαρίσματος το καθένα. Τώρα πια δεν κάνουν εντύπωση, όλα τα αυτοκίνητα έχουν γίνει θηριώδη. Το ντιζάιν τα θέλει όλα να μοιάζουν τεθωρακισμένα. Μικρά τανκς, ή όχι και πολύ μικρά, που προστατεύουν τους επιβάτες δείχνοντας προς τα έξω τα δόντια τους, επιθετικές γραμμές στο περίγραμμα, κάτι από δόντια δεινοσαύρου στο τελείωμα της οροφής, φολίδες παντού. Πανοπλίες υπαινίσσονται τα ντιζάιν. Η λαμαρίνα θα σε προστατεύσει από κάθε κακό που παραμονεύει στον κόσμο της ζούγκλας. Κι αν πέσει επάνω σου κάτι κακό, αλίμονο στο κακό, όχι σ’ εσένα, τον επιβάτη του τεθωρακισμένου.

Απορώ και θαυμάζω, όχι πώς χωρούν οι άνθρωποι στα αυτοκίνητα, αλλά πώς χωρούν τα αυτοκίνητα στους δρόμους. Δυσκολεύονται βέβαια αρκετά, αλλά στο τέλος τα καταφέρνουν, κι εκεί που νομίζεις ότι θα συνθλιβούν στα εκατοστά του στενού που έχουν τσιγκούνικα μετρηθεί πριν από σχεδόν δύο αιώνες από τους σχεδιαστές οικοπέδων, να τα που περνούν θριαμβευτικά μουγκρίζοντας νικητήρια σαν τον Ταρζάν, αφήνοντας πίσω σκόνη. Πόσα όρια έχουν ακόμα οι δρόμοι μας; Πόσο μεγαλύτερα γιωταχί χωρούν; Ισως αρχίσουν να αυξάνονται σε ύψος, να μπαίνεις ανεβαίνοντας σκαλάκια. Πάντως να μικρύνουν αποκλείεται. Θα μεγαλώνουν, μαζί με την ιδέα των ανθρώπων για τον εαυτό τους, τις δυνατότητες ταχύτητας, τις αυταπάτες διαφυγής και τον φόβο των συγκρούσεων. Κάστρο κινούμενο το καθένα, σε μαζική κατάθλιψη που είναι υποχρεωμένο να ανέχεται γύρω του τόσο πολλά ολόιδια.

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021

Σκόνη των βιβλίων

 Σκόνη του χρόνου, λέει ο Κουμανταρέας καθώς τον ταχτοποιώ με αλφαβητική σειρά στα ράφια της ελληνικής λογοτεχνίας. Μια βδομάδα δουλειά και πολλών βδομάδων σκόνη. Ευτυχώς μάσκες υπάρχουν, πολύ χρήσιμες για την περίσταση. Βιβλία που κατέβηκαν από τα ράφια τους και πρέπει να ξαναμπούν, με βασανίζουν μαζί με τις αντιλήψεις μου περί κατατάξεων, τοποθετήσεων, γειτνιάσεων, ακόμα και του ίδιου του αλφαβήτου που νομίζω ότι κοντεύω να το ξεχάσω και δώσ' του το απαγγέλλω κάθε τόσο να βγει σωστή η σειρά.

Και καθώς ρουφάω σκόνη του χρόνου μαζεμένη, μοιραία αναρωτιέμαι αν θα διαβαστούν ξανά από κάποιον τα βιβλία που μπαίνουν στη θέση τους. Τόσο πολύωρη δουλειά, θα μπορούσα να την κάνω ας πούμε εθελοντικά στη συνοικιακή βιβλιοθήκη μια φορά στα, πόσα χρόνια; Πολλά τέλος πάντων. Να είναι εκεί όλα αυτά τα βιβλία και να μπορείς να τα διαβάζεις απλώς παίρνοντάς τα μαζί σου για λίγες μέρες, δανειστική βιβλιοθήκη θα ήταν αυτή. Θα είχε και πολυθρόνες για όσους ήθελαν να καθίσουν εκεί να πάρουν μια δόση, όπως έχουν τώρα σε μερικά βιβλιοπωλεία. Οχι μόνο αυτούς τους ξύλινους πάγκους με τα πορτατίφ που είναι για σοβαρή μελέτη. Θα ήταν βιβλιοθήκη για ευχάριστο διάβασμα, σε ένα παλιό ψηλοτάβανο κτίριο με ράφια ώς το ταβάνι και ξύλινες σκάλες να ανεβαίνεις να χαζεύεις. Κάπως θα έπρεπε να εξασφαλίζεται αυτό το χάζεμα.

Λογοτεχνικά δοκίμια, Ιστορία, Ποίηση, χωριστή κατάταξη. Συνέχεια προχωρά το τρένο που νόμιζα ότι θα σταματήσει στο τρίτο ράφι, πού να μείνει χώρος για Γάλλους, Ιταλούς, Γερμανούς και άλλους Ευρωπαίους; Χώρια οι Αγγλοσάξονες βέβαια των δύο ηπείρων, αυτοί έχουν δικό τους τοίχο κι έπιπλο. Κι όχι αλφαβητική σειρά εκεί, θα με βρει ο καινούργιος χρόνος να κολυμπάω σ’ αυτή τη σκόνη. Μου περνά από το μυαλό η ιδέα να προμηθευτώ χαρτόκουτα και να τα σαβουρώσω όλα μέσα, να γλιτώσω. Τα παίρνουν αμέσως οι ρακοσυλλέκτες, γίνεται καλή ανακύκλωση. Να τα πολτοποιούν άραγε ή να βρίσκουν αναγνώστες κάπου αλλού;

Υστερα ξαναπιάνω το ξεσκονόπανο και την απαγγελία της αλφαβήτου σαν ξόρκι που θα μου χαρίσει διπλά τα χρόνια, όσα χρειάζονται για να τα ξαναδιαβάσω όλα τα βιβλία, να συγκρίνω, να ξαναβρώ νεανικούς ενθουσιασμούς, να ξεμαγευτώ, να επανεκτιμήσω. Μαζεύουν σκόνη τα πνευμόνια μου και η ψυχή μου ωραίες αυταπάτες.

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2021

NEON στο Καπνεργοστάσιο

 Για λίγο φαντάζεται κανείς, καθώς κάνει το πρώτο βήμα μέσα στο χώρο του παλιού Καπνεργοστασίου, εργάτριες να ξεχωρίζουν καπνόφυλλα με το μωρό τους δίπλα σε ένα καλάθι, όπως το έχει διαβάσει ή δει στο σινεμά, είναι τόσο υποβλητικός ο χώρος που τις ακούς να βηματίζουν και τα έργα που εκτίθενται από τον οργανισμό ΝΕΟΝ με γενικό τίτλο «Πύλες» σα να σε καλούν να περάσεις μαζί τους στα δικά τους φανταστικά ταξίδια




Δυο κηδείες

 Την προηγούμενη εβδομάδα, παράλληλα με τις εικόνες από την κηδεία του Θεοδωράκη, έρχονταν και οι εικόνες της κηδείας του Ζαν Πολ Μπελμοντό. Μερικοί μάλιστα σύγκριναν τις δύο τελετές, επισημαίνοντας το λιτό στιλ της κηδείας του Μπεμπέλ. Ομολογώ ότι δεν μου φάνηκε και πολύ λιτό να σε κηδεύουν με τόση μεγαλοπρέπεια, τυλιγμένο στη σημαία, με αποχαιρετισμό του Προέδρου της Δημοκρατίας κι όλα τα συμπαρομαρτούντα. Αν κρίνουμε το στιλ, μάλιστα, είχε στιλ θαυμάσιο, αλλά μιλάμε για τη Γαλλία. Προσωπικά, πολύ εντυπωσιάστηκα από τις τόσο μεγάλες τιμές. Για δες, στρατός και στόλος, παρόντες στην κηδεία ενός αστέρα του σινεμά! Αλλο ο Μίκης, ήταν μαχητής και επέμενε στο χαρακτηριστικό του αυτό.

Αλλά μήπως έκανε λάθος ο Μίκης να επιμένει; Μήπως αρκούσε τελικά να είναι αγαπημένος καλλιτέχνης για να απολαμβάνει τόσες τιμές μετά θάνατον -και εν ζωή βέβαια-, αφήνοντας στην άκρη τις μάχες; Μήπως οι Γάλλοι έπραξαν σοφά συγκεντρώνοντας την επίσημη θλίψη τους σε έναν κοσμαγάπητο αστέρα και παραδεχόμενοι ότι δεν έχουν πλέον ανάγκη τους μαχητές, ότι μαχητές είναι οι καλλιτέχνες τους; Και τους φτάνει η συγκίνηση που ξεσηκώνει η πλοκή των ταινιών και τα πρόσωπα ερωτικών αντρών και γυναικών, για να ταυτίζονται με δράματα μεγάλα και πρόσωπα συγκλονιστικά από την αναπαυτική τους καρέκλα του σινεμά ή τον συκοφαντημένο καναπέ, αυτό το τόσο παρεξηγημένο κι ωστόσο αγαπημένο έπιπλο;

Δεν χρειαζόμαστε ήρωες, διακήρυσσε η Γαλλία, την ίδια ώρα που η Ελλάδα ανατρίχιαζε με τα άσματα τα ηρωικά και πένθιμα του Μίκη και προσπαθούσε να καταλάβει γιατί αυτή η επιμονή του στον κομμουνισμό και πώς θα συνδυαζόταν η επιθυμητή ενωτική εικόνα με την ανάμνηση του εμφυλίου που υπερηφάνως ξεμύτιζε.

Ολα είναι στο πανί ή στο γυαλί, αγάπες και μίση, τρόμος και έκσταση, μίμηση πράξεων σπουδαίων και τέλειων, μέγεθος εχουσών, ή ίσως και άνευ καθόλου μεγέθους, σίριαλ εικοσιτετράωρα που τραβάνε βδομάδες, μήνες και χρόνια. Μας φτάνει το ντοματόζουμο αντί για αίμα, μας προμήθευσε η Ιστορία πολέμους για πολλές γενιές ταινιών και μυθιστορημάτων, δόξα και τιμή σε όσους καταφέρνουν να δανείζουν το πρόσωπό τους στις αγάπες και τις απογοητεύσεις μας, στα κατορθώματα και τα λάθη μας, κι ας συνεχίσουμε εμείς τις ταπεινές μας εργασίες, να καθαρίζουμε τα ξερόχορτά μας και να αρμέγουμε τις αγελάδες μας.

Ασχετο αυτό με τα ξερόχορτα, αλλά έχετε ταξιδέψει ποτέ στη γαλλική εξοχή, να δείτε καθαριότητα και φροντίδα; Ισως όχι και τόσο άσχετο τελικά. Δεν ξέρω.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...