Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018

Με μια επέκταση ξεχνιέμαι

Βεβαίως να επεκταθούμε. Οι επεκτάσεις ήταν πάντα ανθρώπινη ανάγκη και, αφότου υπάρχουν έθνη, έχει γίνει εθνική. Από παιδιά μαθαίνουμε στην Ιστορία, τρεις φορές σε τρεις διαφορετικές ηλικίες, το πώς επεκτάθηκε από το 1821 μέχρι το 1948 η νέα Ελλάδα, οπότε είναι ακατανόητο στην εθνική μας ψυχολογία το γιατί έχει σταματήσει να επεκτείνεται έκτοτε.
Μπορεί να μην είναι όλοι καλοί μαθητές στα φιλολογικά, αλλά επειδή στη φύση ενυπάρχει η ανάγκη της επέκτασης, δεν χρειάζεται μεγάλος κόπος για να πείσεις τον οποιονδήποτε ότι χρειάζεται να επεκταθεί, έστω κι αν δεν το έχει ανάγκη -πώς το έχουν αποδείξει οι αναλυτές για τις καλλιέργειες αναγκών; Το στρίμωγμα, εξάλλου, είναι αρχαία μέθοδος ταπείνωσης και εξευτελισμού με διαχρονικά εγγυημένα αποτελέσματα.
Αρκεί μια βόλτα με μέσο συγκοινωνίας για να δει κανείς πώς επεκτείνουν, ας πούμε, οι άνδρες τον χώρο που καταλαμβάνει το σώμα τους, ανοίγοντας τα πόδια, ενώ οι γυναίκες του καιρού μου μαθαίναμε ότι πρέπει να τα κρατάμε ενωμένα γιατί γινόμαστε άσχημες και πρόστυχες κι απέμενε μόνο η μέθοδος επέκτασης με τσάντες και μπαγκάζια.
Γενικά ως λαός μοιάζουμε συχνά να γεννηθήκαμε σε λάθος εποχή, τα συναισθήματά μας είναι κάπως αρχαία, συζητάμε με σοβαρότητα για επεκτατικούς πολέμους, σαν να είναι ο κατ’ εξοχήν τρόπος στις μέρες μας που λύνονται τα προβλήματα, μας βρήκε η μακρόσυρτη αυτή ευρωπαϊκή ειρήνη ανώριμους, ασφυκτιούμε στο σαβουάρ βιβρ της.
Αντί για μεγαλειώδεις εκστρατείες πρέπει να ξεδίνουμε με επεκτάσεις της αιγιαλίτιδας ζώνης κι άλλα τέτοια ξενέρωτα, στο Ιόνιο μάλιστα, ούτε μια ναυμαχία δηλαδή δεν παίζει. Εστω κι έτσι ανάβουν τα αίματα, αμέσως ξυπνά ο πατριωτισμός όλων, ξεχνάνε τα βάσανα και την καθημερινότητά τους, βγαίνουν να δείξουν ότι τον έχουν μεγαλύτερο, τον πατριωτισμό.
Ετσι πάμε μπροστά στον παθιασμένο δρόμο της ύπαρξης, ενώ όταν ανακοινώνεται ξέρω 'γώ επέκταση της γραμμής Β του μετρό προς Κοκκινιά και Πέραμα, τι να βγεις να πεις, ότι θα μολυνθεί η μνήμη της εργατιάς με γερμανική τεχνολογία; Αν κι αυτό δεν είναι κακή ιδέα, εδώ που τα λέμε. Πώς δεν το σκέφτηκε ώς τώρα κανείς; Θα πηγαίνουν με το αστικό μετρό του καπιταλισμού τα εγγόνια των τιμημένων εργατών; Είναι σωστό και πατριωτικό κάτι τέτοιο;
http://www.efsyn.gr/arthro/me-mia-epektasi-xehniemai

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

Ανακαίνιση

 Εγινε πολύ ωραία η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης μετά την ανακαίνιση από το Δήμο. κι ελπίζω να πετύχει, να μαζεύεται κόσμος στα μαγαζιά που τα έχουν κοινωνικές επιχειρήσεις, να τρέχουν μαθητές στα μαθήματα που προσφέρονται.

Επιτρέψτε μου και μια σκέψη. Την αλλαγή αυτή τη χρωστάει στην κατάληψη που ξεκίνησε το 2006 και τράβηξε σκούντα- βρόντα μέχρι το φθινόπωρο του '11. Μπορεί να είχε παρακμάσει και αρτηριοσκληρωθεί η 'κατάληψη' εκείνη, αλλά υποστηρίζω ότι αν δεν είχε γίνει καθόλου, δεν θα ασχολιόταν ποτέ ο Δήμος με την Αγορά. Εκείνη η πρώτη κίνηση, το 2006, με πολύ κόσμο από τη γειτονιά, ξεκούνησε την εγκατάλειψη και άλλαξε τα πράγματα. Ας τσακώθηκαν κάποια στιγμή με το Δήμο, τελικά το πνεύμα της επαφής με τη γειτονιά, της ζωντάνιας, της πρωτοτυπίας, πέρασε στην τωρινή προσπάθεια. Είναι δύσκολες οι συνεργασίες, αλλά έστω κι έτσι, με συγκρούσεις και αποχωρήσεις, κατά βάθος οι δυο φορείς συνεργάστηκαν.
Βεβαίως η Δημοτική Αγορά ανήκει στο Δήμο και ορθώς την ανέλαβε. Όμως πολύ λανθασμένα την είχε εγκαταλείψει όλα αυτά τα χρόνια πριν το 2006 και νομίζω ότι ορθώς αποφάσισαν οι δημοτικές παρατάξεις της Αντιπολίτευσης τότε να την ανοίξουν πραξικοπηματικά. Το πνεύμα που κυριάρχησε ήταν άψογο, όσα έγιναν ήταν υπόδειγμα για το τι θα μπορούσε να κάνει σε δημόσιο χώρο ο Δήμος για τους Δημότες του, κι επιτρέψτε μου να πω ότι τα μαθήματα σε μετανάστες που δίναμε εκεί οι εθελοντές ήταν κάτι το μοναδικό.

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2018

Απέραντη λιακάδα



Έγινε αβλαβής για τον άνθρωπο βιολογικός καθαρισμός, γράφει ένα χαρτί κολλημένο στον κάδο. Κάτι αόρατο πέρασε και τον άγγιξε, παραμένει απ’ έξω το ίδιο σιχαμένος, πάντα ανοιχτός, και γύρω του μαζεύονται όσα σκουπίδια δεν πετυχαίνουν τη βολή για καλάθι, που σημαίνει ότι είναι άμπαλοι στη γειτονιά, καθότι το καλάθι είναι τεράστιο και θα έπρεπε να το βρίσκουν εύκολα νέοι, γέροι και παιδιά. Προσωπικά πλησιάζω πάντα κοντά  να εμπιστευτώ τη σακούλα μου, από αρχαία συστολή ως προς τα σκουπίδια, ανάλογη  με την πολιτική ευπιστία μου.  Πόσα χρόνια γράφουμε και διαβάζουμε για τα ελληνικά σκουπίδια,  πιο ελληνικά από τον ελληνικό ήλιο και την ελληνική θάλασσα, αυτά δεν τα φτιάξανε ελληνικά χέρια.
Φταίνε οι αριθμοί, καλύτερα να μη μετρά κανείς, καλύτερα να μη θυμάται.  Αυτή η βιολογική λεξούλα ποιος ξέρει τι πυροδότησε στο νου μου και βγήκαν τα χρόνια ξαφνικά από τον κάδο μάτσο, όπως βγάζει τα χαρτόνια ο ρακοσυλλέκτης παραπλεύρως. Ταχτικά και στοιβαγμένα. Τα βάζει στο τρίκυκλο, άλλα χρόνια μετράς εκεί, άλλες αναμνήσεις χυμάνε, ενώ αγκομαχά το κακόμοιρο να προλάβει να κάνει στην άκρη, του κορνάρουν από πίσω, σου περνάει από το μυαλό σκέψη απρόσκλητη,  μπορούσε κάποτε να σκοτώσει άνθρωπο  τέτοιο εργαλείο. Στο μεταξύ πάλιωσε, πέρασε σε ξένα χέρια, δεν τραβά στην ανηφόρα, επιτελεί πια κοινωνικό σκοπό εκ πλαγίου. Μαζεύει ανακυκλώσιμα, τα προωθεί ένας θεός ξέρει πού και πώς, πολλαπλασιάζεται τις νύχτες. Την άλλη μέρα, τρία παρόμοια δεμένα με αλυσίδες στο σιδερένιο παλούκι- σύνορο του κάδου. Αυτά να κρατούν την πόλη ζωντανή; Σύμφωνα με έρευνες προ δεκαετίας οι χωματερές και χυτα είχαν ξεχειλίσει, λογικά θα μας είχαν πνίξει προ πολλού. Ζήσαμε το έπος της Κερατέας, πάει κι αυτό, δεν ανέβηκε ούτε στο Ηρώδειο, δεν έγινε μια μελοποίηση, κάτι. Αν κάνουν έστω και λίγη δουλειά τώρα τέτοια άθλια τρίκυκλα, πώς να ασχοληθούν σοβαροί πολιτικοί μαζί τους; Είναι δυνατόν να αντέξει έλληνος ο τράχηλος τέτοιον συμφυρμό;
 Δεν αρκεί βιολογικός καθαρισμός, χρειαζόμαστε κι εκείνον που καθαρίζει το μυαλό από μνήμες και το απαλλάσσει από συνειρμούς, του χαρίζει απέραντη λιακάδα. Να ξεχνάμε, κι άλλο τίποτε. Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα. Χρώματα κι αρώματα.
 http://www.efsyn.gr/arthro/aperanti-liakada

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

Οι πόρτες στο πάρκο

 Για μια βδομάδα περνούσα χαρούμενη την αλέα με τους ήρωες και έβγαινα στη Μαυροματαίων από την πόρτα δίπλα στην προτομή του Νότη Μπότσαρη, καθότι ήταν πια ήσυχη και καθαρή, κι αναρωτιόμουν τι θα μπορούσε να γεμίσει το πάρκο κόσμο που να το απολαμβάνει... Ε, πολύ κράτησε. Απο προχτές η πόρτα έκλεισε. Εδώ ήρθαμε παιδιά, πριν είκοσι χρόνια σχεδόν είχαν ξανακλείσει τις μικρές πόρτες, είχαν γίνει συγκεντρώσεις, κινητοποιήσεις, ύστερα η ανάπλαση, ουφ, τη μέρα της μαρμότας ζούμε στη χώρα αυτή για μια ζωή ολόκληρη..

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

Μια πλατεία γεννιέται



Μπορεί να ήταν τραγουδισμένη αλλά πλατεία δεν ήταν. Υπήρχε ένα τριγωνάκι ελεύθερο ανάμεσα στους δρόμους που συγκλίνουν, ούτε που φαινόταν. Έβλεπες ανθρώπους να περπατούν γρήγορα, κοιτάζοντας πίσω τους πριν στρίψουν κι εξαφανιστούν, σαν κάτι να φοβούνταν. Τριγύρω  παλιά ξενοδοχεία με νεοκλασικές προδιαγραφές και εντυπωσιακά ονόματα κατέρρεαν σταθερά.
Την πρώτη φορά που αποφάσισα να αγοράσω φαλάφελ σε ένα μικρό μαγαζάκι που είχε ανοίξει εκεί, ένιωσα τολμηρή που έμεινα παραπάνω λεπτά στην κακόφημη πλατεία από όσα χρειάζονται να τη διασχίσεις. Άξιζε τον κόπο το φαγητό.  Το μαγαζάκι πήγε καλά, επεκτάθηκε, προχτές είδα ότι έβγαλε τραπεζάκια έξω. Μερικές οικογένειες μεταναστών ή προσφύγων έτρωγαν εκεί, τα παιδιά παίζαν στο τριγωνάκι, νεαρές παρέες γελούσαν. Πέρασα ανάμεσα παρατηρώντας τα πιάτα, να διαλέξω το δικό μου.  Μου φάνηκε πως η πλατεία είχε γίνει πλατεία επιτέλους.
Όσο πλατιά κι αν είναι, μια πλατεία δεν έχει νόημα αν δεν σε καλεί  να πλατύνεις τον προσωπικό σου χώρο και χρόνο. Εάν δεν υπάρχει δυνατότητα να καθήσεις έστω και για ένα λεπτό σε  παγκάκι, ή ακόμα καλύτερα σε καρέκλα καφενείου, να αλλάξεις το ρυθμό της τρεχάλας. Να πιείς  καφέ, ή να φας κάτι. Να συναντήσεις κάποιον.  Να γίνεται ο δημόσιος χώρος  ιδιωτικός, να τρως και να σε κοιτούν, να προσηλώνεσαι στο τραπέζι σου και να επιτρέπεις να σε χαζεύουν. Αυτή η αλλαγή ρυθμού την ξεχωρίζει από την κίνηση του δρόμου, ενώ τα αυτοκίνητα συνεχίζουν να τρέχουν γύρω- γύρω, μέσα η βραδύτητα χτίζει το δικό της χώρο, τη δική της ζωή.
Στην ευχάριστη λιακάδα οι ταλαιπωρημένοι ταξιδιώτες είχαν ξαναγίνει άνθρωποι, τσιμπώντας με το πηρούνι τους ψιλοκομμένες μελιτζάνες, μιλώντας ήρεμα, χαζεύοντας τα παιδιά τους τριγύρω. Είχαν εξοβελίσει τη βλοσυρότητα και τη μιζέρια που συνήθως τους τυλίγει, τόσο που σε ξάφνιαζαν με τη χαλαρότητα της στιγμής. Σα να ξέχασαν να είναι δυστυχείς για λίγο, να απελευθερώθηκε μέσα τους η ικανότητα μικρών απολαύσεων.
 Κοίτα να δεις που είχε χώρο τελικά η πλατεία, άξιζε τον τίτλο της. Αρκούσαν μερικά τραπεζάκια έξω. Να που βγάζοντας τα, κάνοντας το άνοιγμα, το μαγαζάκι με τα φελάφελ της έδωσε το αληθινό της νόημα.


Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2018

Έλα να μάθεις στην πλατεία Βάθης

Ξενοδοχείο Sans rival, απέναντι από το Δημαρχείο της Λιοσίων. Κάθε φορά που το βλέπω αναρωτιέμαι αν οι υπάλληλοι του Δήμου, οι υψηλόβαθμοί που εργάζονται εκεί, αισθάνονται κάτι ανάλογο με τη δική μου θλίψη καθώς το αντικρίζουν κάθε μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά τους, κι αν μπαίνουν στον πειρασμό να φανταστούν ότι ως Δήμος μπορεί και να έχουν τη δυνατότητα να παρέμβουν και να σταματήσουν την παρακμή του  με κάποιον τρόπο, με κάποια λεφτά, στο κάτω -κάτω Δήμοι και κράτος είναι οι πλουσιότεροι φορείς της χώρας.
Αλλά βέβαια έχουμε όλοι μάθει να ζούμε ανάμεσα σε ωραία ερείπια και άσχημα νεόδμητα χωρίς να μας ενοχλούν, σα να μην μας αφορά. Κι όταν ψάχνω τη φωτογραφική μου μηχανή στην τσάντα όποτε περνάω από κει, και βγάζω ξανά και ξανά το ξενοδοχείο αυτό και μερικά ακόμα στην πλατεία Βάθης, λες και κάθε φωτογραφία χτίζει κάτι σαν αόρατο τείχος που θα προστατέψει τα καημένα τα κτίρια, αισθάνομαι λίγο νούμερο, εκκεντρική. Ανάμεσα σε φτωχούς ανθρώπους, μετανάστες ταλαιπωρημένους, εγώ με τη μηχανή, να φωτογραφίζω πάνω από τα κεφάλια τους...
Ωστόσο δεν κρατιέμαι να μην κοιτάξω, να μη φωτογραφίσω τα κτίρια αυτά. Άραγε να είχε ήδη αρχίσει η παρακμή όταν ολοκληρώθηκαν, ή πρόλαβαν να ζήσουν καλύτερες μέρες; Και για πόσον καιρό; Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου η πλατεία Βάθης ήταν όνομα και πράγμα, κάτι βυθισμένο και σκοτεινό, με υπόκοσμο και αθλιότητα.
Στην τελευταία βόλτα είχε βγάλει τραπεζάκια έξω το μαγαζάκι με τα φελάφελ, το οποίο επεκτάθηκε κι έγινε εστιατόριο, κι αρκεί αυτή η απλή αλλαγή για να φανεί η πλατεία σαν πλατεία, όπου οι άνθρωποι κάθονται φανερά, τρώνε, μιλάνε και ξεκουράζονται, δεν τρέχουν να κρυφτούν κάπου, όπως ήταν η αισθηση που σου έδινε ως τώρα. Αλλαγή που έχει γίνει και στην Ομόνοια τώρα τελευταία, αν κι εκεί τα τραπεζάκια είναι περιχαρακωμένα σε πλαστικά πετάσματα, ο περιβάλλων χώρος ακόμα εχθρικός.
Κάθονταν κι έτρωγαν δυο φίλες που γελούσαν, μια οικογένεια με παιδιά που έτρεχαν γύρω- γύρω, δυο τρεις ακόμα παρέες ξένων, ντόπιων της περιοχής δηλαδή. Ζουν εκει ξένοι σε ξενοδοχεία για καιρό, με τη βοήθεια οργανώσεων ή κοινοτήτων. Σ' ένα δωμάτιο μια οικογένεια, πλένουν τα ρούχα στο νιπτήρα και τα απλώνουν στο μπαλκονάκι να στεγνώσουν. Παράξενη ζωή νομάδων που εγκαθίστανται χωρίς να το καταλαβαίνουν.
Κάποια ξενοδοχεία (Υπάρχει και το Λωζάννη) θα χτίστηκαν εξαρχής ως ξενοδοχεία, θα ήταν η περιοχή κατάλληλη, ίσως επειδή βρισκόταν κοντά στο σταθμό. Κάποια σπίτια θα χτίστηκαν για σπίτια, πολύ γρήγορα όμως απαξιώθηκε ολόκληρη με τη μεταφορά εκεί βιομηχανιών. Έφυγαν γρήγορα οι αστοί κι έμειναν τα σπίτια τους, για πόσο καιρό τα χάρηκαν χωρίς να σκέφτονται ότι είχαν κάνει λάθος επιλογή περιοχής;
Με ενδιαφέρει η ταχύτητα αυτή, πόσο κράτησε ο χρόνος της ακμής. Νομίζω ότι γίνονται όλα πολύ γρήγορα στην Ελλάδα, αυτού του τύπου οι προσπάθειες δηλαδή και όχι μόνο. Χτίζει κάποιος ένα ωραίο σπίτι με την προοπτική να ζήσει εκεί μια ζωή, να το αφήσει στα παιδιά του κλπ, και σε λίγα χρόνια τα παιδιά το γκρεμίζουν για να αξιοποιήσουν το οικόπεδο, και μετακομίζουν κάπου καλύτερα. Καμιά φορά δυσκολεύονται μάλιστα, όπως στο ωραίο τετραώροφο μπροστά μας, τρόμαξαν να ρίξουν τους τοίχους οι μπουλντόζες των κληρονόμων, το είχε φτιάξει πολύ γερό ο πατέρας, θυμόντουσαν οι γείτονες.
Υπάρχει ενσωματωμένη στους τοίχους αυτή η αντίφαση, τοίχοι χοντροί που φτιάχτηκαν για να κρατήσουν αιώνες, σχέδια φιλόδοξα προορισμένα να θαμπώνουν την πόλη, και γρήγορα μεταμορφώθηκαν σε μικρά σχετικά με τις πολυκατοικίες κτίρια, που κανένας δεν τα προσέχει και τα αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι σαν ενόχληση.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

Χαιρετώ τους τολμηρούς



Ερμηνείες δόθηκαν πολλές και θα δοθούν και άλλες. Ένθεν και ένθεν, με πολιτικές αναλύσεις του τύπου, τι συμφέρει ποιον πολιτικό, ποιο κόμμα, ποιους ξένους. Μερικοί τα ξέρουν όλα σε βάθος χρόνου, παρελθόντος και μέλλοντος, άλλοι  μιλούν για  προγόνους, για προδοσίες και ξεπούλημα, για αποτυχία και παρακμή. Αν διατυπώσεις σκέψεις πιο απλές σε κατακεραυνώνουν. Δύσκολα κυκλοφορείς με το θάρρος της γνώμης σου στα τραγουδισμένα Βαλκάνια, κι αυτό κάνει περήφανους, όσους είναι σίγουροι  πως θα ανήκουν πάντα σε αυτούς που δημιουργούν τις δυσκολίες, ποτέ σε αυτούς που τις υφίστανται.
Βαρέθηκα να μιλάω με γλωσσοδέτες, να μην τολμώ να αναφέρω την ύπαρξη γειτόνων βόρειων και νότιων χωρίς να θεωρηθώ ύποπτη ανθελληνικών θέσεων. Βαρέθηκα το κάλπικο αίσθημα ανωτερότητας που θρέψαμε με τα ταπεινότερα υλικά, επειδή υπήρξαμε η πλούσια δυτική χώρα όταν έβγαιναν όλες από κομμουνισμούς και μπαίναν σε εμφυλίους, κι έρχονταν οι δασκάλες πιάνου να φυλάνε γέρους και μωρά και οι καθηγητές να μαζεύουν ελιές. Ούτε κι η πτώση απ’ αυτή την ακμή δανεικού πλούτου με συγκινεί. Θέλω να μπορώ να μιλάω σαν άνθρωπος με ανθρώπους, με το όνομα που δίνουν στον εαυτό τους, και με έχουν στριμώξει οι ασυμβίβαστοι, οι αδέκαστοι, οι αδιάλλακτοι, οι γνήσιοι απόγονοι του Μεγαλέξανδρου χρόνια τώρα, να πρέπει να σκύβω το κεφάλι στις δικές τους απόψεις, αυτές που υποχρεωτικά ταπεινώνουν τον άλλον. Να πρέπει να συμμετέχω στον τσαμπουκά των πολιτικών που έχτισαν καριέρα με την αδιαλλαξία τους περί το όνομα.
Έτσι μπουχτισμένη θα πρέπει τώρα να ζητήσω και συγγνώμη που ήλπισα ότι θα τελειώναμε κάποια στιγμή μ’ αυτή την ιστορία χάρις στην τόσο πρωτότυπη, στη μεγαλειώδη για τα κομπλεξικά Βαλκάνια απόφαση του Ζάεφ να συμβιβαστεί; Ναι, το θεωρώ πολύ σημαντικό, πολύ σπουδαίο σαν κίνηση, κι αν μπορώ, αν έχω φωνή σαν απλός πολίτης, το γράφω, το καταθέτω, για μένα αυτό είναι το θάρρος, η πρωτοτυπία, η πρόοδος, το μεγαλείο: η επιλογή της διαπραγμάτευσης. Η απόφαση της παραχώρησης. Είναι πιο τολμηρός ο Ζάεφ από όλους τους δικούς μας πολιτικούς. Οι δικοί μας τα μασάνε μια ζωή. Του βγάζω το καπέλο. Σε αυτόν και σε όσους πήγαν στις κάλπες και ψήφισαν το ναι. Κι ακόμα ελπίζω στο σχέδιο, στο συμβιβασμό, στο κοινό ευρωπαϊκό μέλλον.


Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

Εφημερίδες του 68

Λέω να τις πετάξω πια αυτές τις παλιές εφημερίδες, πενήντα χρόνια τις φύλαξα. Τις είχα μαζί σε όλες τις μετακομίσεις, τις είχα συλλέξει όταν δολοφονήθηκε ο Ρόμπερτ Κέννεντυ, τον Ιούνιο του 1968, τις είχα διαβάσει ξανά και ξανά μέσα στην αχόρταγη θλίψη εκείνης της εποχής.
Μια βδομάδα κλαίγαμε με τις φίλες μου για τον Κέννεντυ. Ήταν οι τελευταίες μέρες των μαθημάτων, πλησίαζαν οι εξετάσεις, κι εμείς ασχολούμασταν μόνο να τρέφουμε την απελπισία μας. Κόβαμε φωτογραφίες, αποκόμματα, τα δίναμε η μια στην άλλη. Κι αν τα δάκρυα στέγνωναν, αρκούσε ν' ακούσουμε το τραγούδι "Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναδείς" που είχαμε αποφασίσει να του αφιερώσουμε, για να ξαναρχίσουμε να κλαίμε.
Γιατί τόσο πένθος για κάποιον που θα γινόταν απλώς "πλανητάρχης" όπως ονόμασε αργότερα η Δαμανάκη τους προέδρους των ΗΠΑ;  Δεν ήταν τόσο απλό το ζήτημα όμως.  Ο Ρόμπερτ Κέννεντυ ήταν σα να βγαίνει από τα φοιτητικά κινήματα και τις ρηξικέλευθες ιδέες τους. Ήταν νέος ήταν ωραίος, ήταν δημοκρατικός, ήταν προοδευτικός, είχε υπογράψει κατά των ρατσιστικών νόμων, είχε συνεργαστεί με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, αμφισβητούσε τον πόλεμο στο Βιετνάμ, κι επιπλέον, σε μια μικρή παράγραφο του προεκλογικού του προγράμματος, που το είχαμε κι αυτό προμηθευτεί σε ελληνική μετάφραση, θυμάμαι ακόμα το βιβλιαράκι, είχε δηλώσει ότι είναι εναντίον της ελληνικής χούντας. Κι εμείς δεν θέλαμε πολύ, το είχαμε δέσει κόμπο, θα εκλεγόταν και θα έπεφτε η χούντα! Είχε κρατήσει ένα χρόνο και δυο μήνες, ήταν ήδη πολύ! Στο Παρίσι ανάσαιναν ακόμα τον Μάη, κι εμείς είχαμε χούντα.
Κι έτσι ξαφνικά να τον δολοφονούν; Να απομένουν οι δημοκρατικοί με κάποιον Χάμφρι, πώς να συνέλθουμε, πώς να το χωνέψουμε;
Ξοδέψαμε το λιγοστό μας χαρτζιλίκι σε περιοδικά κι εφημερίδες, να βλέπουμε φωτογραφίες από τη ζωή του, να μάθουμε τα πάντα, να λατρέψουμε το πρόσωπο του κι οτιδήποτε τον αφορούσε, ακόμα και τη μεγάλη πλούσια οικογένεια του, τα αδέρφια του, τα πολλά του παιδιά, τη γυναίκα του, τον πατέρα του, όλο του το σόι. Στείλαμε στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ τα αποκόμματα των δικών της δημοσιευμάτων, όπου τον έβριζε επί μήνες "με την ελπίδα κάποιας τύψης" είχαμε γράψει. Κι όλο αναζητούσαμε συμπενθούντες, κι  ανακαλύπταμε τριγυρίζοντας στην Αθήνα κάτι βιτρίνες με φωτογραφίες του. Θυμάμαι ένα μαγαζί στην Κυψέλης που είχε στολιστεί με μαύρες κουρτίνες και στη μέση ολόκληρο εικονοστάσιο με αποκόμματα, και το προτραίτο του σε κορνίζα,  εννοείται ότι έγινε το αγαπημένο μας.
Όσο ψύχραιμα κι αν κοιτάζω σήμερα αυτά τα αποκόμματα που δεν κιτρίνισαν και πάρα πολύ, γιατί τα είχα καλά φυλαγμένα κι ήλιος δεν τα κοιτούσε, όσο κι αν χαμογελάω με τον μελό 15χρονο εαυτό μου, δεν μπορεί παρά να παραδέχομαι ότι άλλο τέτοιο πρόσωπο δεν πέρασε από τη διεθνή πολιτική ζωή για πολύ καιρό. Στις εκλογές εκείνες βγήκε ο Νίξον, με αντιπρόεδρο τον Άγκνιου, ελληνικής καταγωγής και φίλο των χουνταίων. Η χούντα είχε ακόμα καιρό μπροστά της. Κι ο αντιαμερικανισμός άρχισε να ρίχνει ρίζες στα πολιτικά μας συναισθήματα.





Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

Τι έχει μέσα τ' Ανάπλι;


 

Εδώ δολοφονήθηκε ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας
στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 
Πηγαίναμε στο Ναύπλιο ένα καλοκαίρι με το μικρό μου γιο. Είχαμε περάσει λίγες μέρες στη Μονεμβασία, κι ήθελα να πάμε λίγες ακόμα στην Ερμιόνη με διανυκτέρευση στο Ναύπλιο. Ήταν μεγάλο ταξίδι, ο δρόμος όλο στροφές, κι ο μικρός είχε κουραστεί, δεν μπορούσε να καθήσει ήσυχα, χοροπηδούσε στο καρεκλάκι του και διαρκώς ρωτούσε:
-Φτάσαμε μαμά;
-Λίγο ακόμα θέλουμε…
-Πού πάμε μαμά;
-Στο Ανάπλι, έλεγα εγώ, για να το προφέρει πιο εύκολα από Ναύπλιο.
-Ααα στο Ανάπλι;
-Ναι, στο Ανάπλι!
-Και τι έχει μέσα το Ανάπλι;
-Το Ανάπλι είναι πόλη. Έχει σπίτια, έχει δρόμους, έχει πλατείες, σχολεία, καφενεία, ανθρώπους, εκκλησίες, αυτοκίνητα…
-Έχει και μπουλντόζες;
-Ε, όλο και θα ‘χει καμιά μπουλντόζα.
-Τραίνο έχει;
-Όχι, τραίνο δεν έχει.
-Έχει παγωτά;
-Και παγωτά και φαγητά, και ψωμιά, και κεφτέδες, και πατάτες τηγανητές…
-Θα φάμε παγωτά;
-Θα φάμε.
-Ααα. Πού πάμε;
-Στ’ Ανάπλι.
-Τι έχει μέσα τ’ Ανάπλι;
Κι άντε φτου κι απ’ την αρχή. Καμιά τριανταριά φορές θα είπα τι έχει μέσα τ’ Ανάπλι, πλουτίζοντας ολοένα την περιγραφή με όλα τα πράγματα που έχει μέσα μια πόλη. Σα να ήταν τ’ Ανάπλι μια οποιαδήποτε πόλη.
Δεν είπα: τ’ Ανάπλι είναι η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας. Έχει μέσα την εκκλησία που πήγαινε ο πρώτος κυβερνήτης το πρωί που τον σκότωσαν. Έχει τον τοίχο με τις τρύπες από τις σφαίρες που του έριξαν, και μια πλάκα εντοιχισμένη να θυμίζει το φόνο. Έχει ένα τζαμί που έγινε η πρώτη ελληνική Βουλή, έχει ένα μεγάλο βενετσιάνικο κτίριο με το βενετσιάνικο λιοντάρι επάνω του, που τώρα είναι αρχαιολογικό μουσείο. Έχει το σπίτι της Μαντώς Μαυρογένους και μερικών ακόμα στρατηγών κι έχει και δυο- τρεις δημόσιες κρήνες με επιγραφές σε παλιά οθωμανική γραφή. Έχει κι ένα κάστρο στην κορυφή, κι άλλο ένα σ’ ένα νησάκι που φαίνεται από το λιμάνι. Το Ανάπλι έχει μέσα πολλή ιστορία, κι ένα σωρό παλιά σπίτια που κατάφεραν να σωθούν και να ανακαινιστούν, θα μπορούσα να προσθέσω τώρα. Κι ωραίες καφετέριες στην παραλία.
Αυτά δεν τα έλεγα. Φαίνεται πάντως ότι του άρεσαν όσα έλεγα, αφού με έβαλε να τα λέω μέχρι να μαλλιάσει το στόμα μου, μέχρι να φτάσουμε στ’ Ανάπλι.
Μοιραία θυμάμαι τη φρασούλα του όποτε πάω στο Ναύπλιο. Τι έχει μέσα τ’ Ανάπλι, ξαναλέω χαμογελώντας.
Εχει τον τοίχο του Αγίου Σπυρίδωνα με τις τρύπες από τις σφαίρες που έριξαν οι δυο Μαυρομιχάληδες στον Καποδίστρια. Να περνάμε και να σκεφτόμαστε πάντα το ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί: πώς θα ήταν η Ελλάδα αν δεν τον είχαν σκοτώσει; Πώς θα είχε εξελιχθεί ως χώρα;
Μόνο που τώρα μεγαλώσαμε και ξέρουμε πια. Δεν υπάρχει αυτό το αν. Τον Καποδίστρια τον σκότωσαν. Ήταν πολύ επικίνδυνη η δουλειά που είχε αναλάβει, να στήσει κράτος στον τόπο των οπλαρχηγών, να τους τιθασεύσει με νόμους και θεσμούς. Ακόμα πληρώνουμε.
Δεν είπα τίποτε απ' αυτά στο μικρό μου γιο. Τα παιδιά δεν χρειάζονται τόσο μικρά την ιστορία. Τα παιδιά δικαιούνται πόλεις κανονικές, όπου μπορούν να κυκλοφορούν και να χαίρονται, να νιώθουν ασφαλή και προστατευμένα.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Τελευταία μπάνια


Περιμένοντας το κύμα κακοκαιρίας, το φθινόπωρο αυτοπροσώπως μάλλον, η θάλασσα νωχελικά στραφταλίζει στον ήλιο, οι προνομιούχοι παραθεριστές φλυαρούν κολυμπώντας με τα καπελάκια τους κι αγέρας παίρνει τη φωνή και τηνε πάει στα πέριξ.
Είναι τόσο όμορφο το πρωινό, κι όπως πρέπει να το γεύεται κανείς, όμως οι λουόμενοι δεν είναι ευχαριστημένοι. Ανησυχούν πολύ, κι όχι για τα ψάρια της περιοχής που λιγοστεύουν, πράγμα που θα ήταν λογικό και θα είχε σχέση με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται, αλλά για τα πάθη και τα λάθη του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας.
Ξεκινούν από τις προσωπικές τους στερήσεις, αναφέρονται στις περικοπές των συντάξεων, στον ΕΝΦΙΑ που θα πληρώσουν, στο αδιέξοδο της νέας γενιάς στην οποία δεν ανήκουν, στην απελπισία που απ’ άκρη σ’ άκρη σφίγγει τις καρδιές των συμπολιτών. Οικτίρουν την κατάντια των καθημερινών ανθρωπίνων σχέσεων, την αδυναμία ανταπόκρισης σε όλες τις ανάγκες τους, και προλέγουν τα χειρότερα για το μέλλον της ανθρωπότητας γενικώς και της χώρας γενικότερα.
Αυτό είναι το βάσανο του φθινοπωρινού μπάνιου. Τα έκαναν πια τα σωστά μπάνια, όλα όσα πρέπει να κάνει κάποιος για να μην κρυολογεί εύκολα τον χειμώνα, και τώρα σέρνεται πια το καλοκαίρι, ισορροπεί ο Σεπτέμβρης ανάμεσα στη ραστώνη και στην ανάγκη για οργάνωση κάποιου πράγματος, κάποιας δραστηριότητας που θα τους εντάξει στην πόλη ξανά, αλλά φαίνεται ότι διστάζουν, το σκέφτονται, ίσως δεν ανήκουν πια στις ηλικίες που σηκώνει η πόλη αυτή, ίσως φοβούνται να κυκλοφορήσουν στους δρόμους και στα πεζοδρόμιά της, να μπουν στα λεωφορεία της, όπου όλο και πιο νευρικά φρενάρουν οι οδηγοί ενώ αυτοί γερνάνε, κι έτσι κάθονται στο εξοχικό, δίπλα στη θάλασσα και κάνουν κι άλλα κι άλλα μπάνια, έχοντας προ πολλού ξεπεράσει τον αριθμό.
Προνομιούχοι που τους κούρασε το προνόμιο, φοβούνται μην τους ματιάσεις, και δώσ’ του γκρινιάζουν και παραπονιούνται και προβλέπουν τα χειρότερα. Κι αφού κουνήσουν το κεφάλι οικτίροντας το σύμπαν πολλές φορές, προσεχτικά να μη βραχούν και τα μαλλιά, βγαίνουν στάζοντας και γυαλίζοντας να ξεκουραστούν στην αμμουδιά, να συνεχίσουν τη συζήτηση σε ήπιους τόνους για το τι θα μαγειρέψουν σήμερα, πιστεύοντας ότι ο κίνδυνος αποσοβήθηκε γι' άλλη μια φορά, μπορούν κανονικά να συνεχίσουν.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018

Ανόητες εξουσίες, ανόητα κινήματα




Μελαγχόλησα βολτάροντας στην Έκθεση βιβλίου προχτές, καθώς θυμήθηκα πως κάποτε γινότανε στο πάρκο μας, στο Πεδίο του Άρεως αυτή η έκθεση. Νομίζω τότε ήταν καλύτερη, πιο ζωντανή. Τι ωραία φάση,  να περνάμε κάθε βράδυ το πάρκο χωρίς δισταγμό, να βλέπουμε και βιβλία! Λίγο αργότερα ερχόταν η έκθεση φυτών! Άλλες χαρές εκεί, άλλες δροσερές βραδιές με κόσμο.
Γιατί αποσύρθηκαν όλα αυτά τα ωραία, και ψάχνουν τώρα τρόπους να κάνουν λειτουργικό το Πεδίο του Άρεως; Διότι, κάποια ωραία μέρα τότε, εμφανίστηκαν κάτι τύποι με τρικάκια, αγανακτισμένοι περίοικοι υποτίθεται, με τη λαμπρή ιδέα πως έπρεπε να φύγουν από το Πεδίο τους Άρεως τα πάντα, από τα καφενεία μέχρι τις εκθέσεις, διότι μολύνουν τη φύση!
Προσοχή, η ιδέα δεν ήταν καινούργια. Την είχε η Μελίνα πρώτη νομίζω, ή ο Τρίτσης, σε εποχές πιο αφελείς. Είχαν πρώτοι ξηλώσει τα θέατρα από το πάρκο, για να δοθεί ο χώρος στη φύση, δυο θέατρα τα οποία γέμιζαν κόσμο τα βράδια. Σκεφτείτε, κόσμο να μπαινοβγαίνει τη νύχτα, καθημερινά. Ακολούθησαν υπουργοί ΠΕΧΩΔΕ (στο οποίο ανήκε το πάρκο) αδιάφοροι, που θεώρησαν πολυτελείς τις θέσεις φυλάκων, ή τις κράτησαν κατ’ όνομα, όπως τη θέση καθαρίστριας της Νοτοπούλου. Σταδιακά οι φύλακες εξαφανίστηκαν, κι αραίωσαν οι επισκέπτες, διότι τι να πας να κάνεις σε ένα άδειο πάρκο; Καταργήθηκε σιγά σιγά κι η μεγάλη παιδική χαρά, χαλούσαν τα παιχνίδια και πού να τα φτιάχνεις και να τα προσέχεις; Κάποια στιγμή, όταν είχε προχωρήσει η εγκατάλειψη και τα παράπονα, μπήκε περίφραξη και έκλεισε και τις πόρτες! Φύση θέλετε, πάρτε την αμόλυντη! Μόνο από το άγαλμα του Κωνσταντίνου και της Αθηνάς μπορούσες να μπεις.
Οι ανοησίες της εξουσίας τρέφουν ανόητα κινήματα. Και την πληρώνει η καθημερινότητά μας. Για να ανοίξουν οι πόρτες χρειάστηκε να φωνάξουμε μαζί με ακτιβιστές ακραίους, που έπιασαν να ξηλώσουν όλη την περίφραξη τη μέρα εκείνη της διαμαρτυρίας, όχι μόνο των εισόδων. Θεωρώ την ευθύνη των κυβερνώντων μεγαλύτερη. Δεν μπορεί να επικρατήσει η κοινή λογική όταν δεν λαμβάνεται υπόψη από τους ηγέτες.
Ύστερα ήρθε η ανάπλαση. Κεϋνσιανή μέθοδος μοιράσματος χρημάτων που μπορεί και να χαλάσει υποδομές. Θυμάμαι τη Γεννηματά ως υπερνομάρχη να ανακοινώνει ότι είχε στείλει ομάδα ειδικών (συμπαθέστατοι νεαροί ήταν, δεν λέω) σε ξένες πρωτεύουσες να δούνε πώς είναι τα πάρκα. Αυτό που είχαμε εδώ, που ήθελε απλώς συντήρηση, δεν αρκούσε, κι ας είχε κτίρια και κατασκευές μεσοπολέμου με τη βούλα. Αφού πέρασε κι αυτή η φάση, αποφασίστηκε η ανάπλαση από το γραφείο Τομπάζη, που κράτησε το πάρκο κλειστό για μια τριετία, διότι οι φονταμενταλιστές πάλι την εμπόδιζαν, αφού δεν άφηνε τέλεια τη φύση, ας πούμε είχε τσιμεντένιους αγωγούς και μαρμαράκια στους δρόμους. Πάλι ανάμεσα σε δυο πυρά εμείς, κι έπρεπε να διαλέξουμε, δεν μπορούσαμε να κάνουμε κριτική στην ανάπλαση που είχε καταστρέψει το ωραίο σιντριβάνι με τα βράχια π.χ. για να κάνει ένα μοντέρνο. Έπρεπε να την υπερασπιστούμε, να ανοίξει επιτέλους το πάρκο.
Τη συνέχεια λίγο πολύ την ξέρετε, τη σταδιακή εγκατάλειψη ξανά, γιατί εύκολο είναι να μοιράζεις λεφτά για ένα μεγάλο έργο, αλλά δυσκολότερο να το συντηρήσεις. Από πρόπερσι το πάρκο έγινε σταδιακά, ειδικά στην πλευρά προς Μαυροματαίων, στέκι των σκληρότερων ναρκωτικών της πόλης, και τώρα, μετά από εβδομαδιαίες διαμαρτυρίες που οργάνωνε καινούργια επιτροπή κατοίκων, καθαρίστηκε ξανά, η διακίνηση ναρκωτικών κατέβηκε προς την πλατεία Βικτωρίας, και το πάρκο παραδόθηκε… πού ακριβώς; Στη φύση; Ο κόσμος σίγουρα θ’ αργήσει να ξαναρχίσει να κυκλοφορεί.  Οργανώθηκαν συναυλίες με ελεύθερη είσοδο να το ζωντανέψουν, αλλά εκείνα τα περίπτερα ακόμα είναι κλειστά, ακόμα μας σκιάζει η φοβέρα των φονταμενταλιστών, να μην πιούμε καφέ στο πάρκο, να μην αγοράζουμε παιχνιδάκια στα παιδιά, κλπ κλπ.
Πώς να μη μελαγχολώ στο Ζάππειο;






Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...