Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Η Ροτόντα σε νέα ρότα



Yπάρχει στην Ελλάδα ένα ρωμαϊκό μνημείο που δεν είναι ερείπιο, σώζεται με τη στέγη του. Κατάφερε να επιβιώσει αλλάζοντας λειτουργία σε κάθε περίοδο, από ρωμαϊκό Πάνθεο έγινε χριστιανικός ναός, ύστερα τζαμί, κι ύστερα πέρασε σε ένα είδος λαθραίας επιβίωσης ανάμεσα σε φτηνές πολυκατοικίες που το έζωσαν ασφυκτικά, λες κι έπρεπε να το κρύψουν. Η Ροτόντα της Θεσσαλονίκης ακόμα δεν έχει αναδειχθεί σ’ αυτό που αναγνώρισε η UNESCO ότι είναι, μνημείο παγκόσμιας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Η μητρόπολη Θεσσαλονίκης, μαχητική μέσα στα θυμωμένα ράσα της, αγωνίζεται να την κατακτήσει ξανά, αξεδίψαστη από τόσες και τόσες βυζαντινές  εκκλησίες που διαθέτει στην πόλη, κι είναι μάλιστα ν’ απορείς, πώς τις προσέχει όλες αυτές, πώς τις λειτουργεί; Είναι οι περισσότερες μοναδικές, ιστορικής αξίας, θέλουν άγρυπνη φροντίδα και ακατάπαυστη ενέργεια για να μένουν ζωντανές. Όμως στην άπληστη μητρόπολη δεν αρκούν, λες και βρίσκεται ακόμα στον πέμπτο αιώνα, διεκδικεί και την ακόμα αρχαιότερη Ροτόντα.
Χρόνια και χρόνια έμενε κλειστή, άβολος όγκος μέσα στην μεταλλασσόμενη ‘συμπρωτεύουσα’, που για έναν τόσο κακόηχο χαρακτηρισμό πουλούσε την ψυχή της στην ομοιομορφία. Μεγάλη, γιατί έτσι έχτιζαν οι Ρωμαίοι, ειδικά εκείνος ο Γαλέριος που είχε τη Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα του δικού του τετάρτου της αυτοκρατορίας. Το καταλαβαίνει κανείς αν δει το Πάνθεο στη Ρώμη, ή τη Βασιλική του Κωνσταντίνου στο Τρίερ (από νέος έψαχνε εκείνος τη δική του Ρώμη). Αυτό το στρογγυλό κτίριο που μοιάζει αποκομμένο από το περιβάλλον του, συνδέεται ωστόσο με το ευρωπαϊκό παρελθόν της εποχής του. Αλλά σαν μνημείο ήταν σιωπηλό για δεκαετίες, τυλιγμένο με σκαλωσιές μετά το σεισμό, και τώρα που τέλειωσε η ανακαίνιση, υπάρχει απόφαση του ΥΠΠΟ να μπορεί να λειτουργεί σαν εκκλησία 12 μέρες το χρόνο, και να μπει και σταυρός στην κορυφή, μην τυχόν και ξεχαστούμε. Αυτό το μοναδικό κτίριο, αυτό το ευαίσθητο κέλυφος, θα πρέπει να αποδεικνύει κάθε τόσο ποια είναι η κυρίαρχη θρησκεία εδώ. Παράσταση επίδειξης δύναμης στήνεται γύρω του, ή μάλλον εντός του. Ο μητροπολίτης μεταφέρει εκεί κάποιο κειμήλιο, περιμένει αντίδραση του ΥΠΠΟ, αντιδρά το ΥΠΠΟ, κάπως χλιαρά βεβαίως, διότι όλοι οι πολιτικοί αντιδρούν χλιαρά ή καθόλου στους μητροπολίτες, μαζεύει ο άλλος το κειμήλιο αλλά θυμίζει τις δεσμεύσεις του υπουργείου.
Το πρόσωπο της Θεσσαλονίκης και η ιστορία της μέσα από μνημεία και φορτισμένα σημεία της πόλης, τις τελευταίες δεκαετίες έχει αρχίσει και φαίνεται. Κάστρα, γειτονιές, μουσεία, λουτρά, μνημεία, τεμένη, κρήνες, ξαναγεννιούνται από την αφάνεια. Η Ροτόντα ποτέ δεν εξαφανίστηκε, ήταν πάντα μεγάλη και κεντρική, στον άξονα της αψίδας του Γαλέριου και του Ιπποδρόμου. Οι σκαλωσιές έφυγαν, οι τοίχοι στηρίχτηκαν, το μέλλον της χαμογελά. Να καπελωθεί τώρα που επιτέλους ανακαινίστηκε θα είναι μεγάλο κρίμα, αλλά στη χώρα χωρίς όρια, όπου οι καταλήψεις πάσης φύσεως φτιάχνουν καθεστώς, και οι αυθαιρεσίες γίνονται σεβαστές, οφείλουν να επαγρυπνούν αρχές και πολίτες για να υπερασπίζονται τα αυτονόητα.

Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

Μικρή γαλλική επανάσταση

Τώρα εγώ, να σας πω την αλήθεια, τη θεωρώ μεγάλη, αλλά ας μην προκαλούμε, όσο γίνεται. Πολλοί συμπολίτες μας θορυβήθηκαν με το ζεύγος Μακρόν. Μα είναι η γυναίκα 24 χρόνια μεγαλύτερη από τον άντρα!
Οι καλοπροαίρετοι το στρογγύλεψαν, δεν λένε 24, λένε 20. Ακούγεται πιο ταπεινό, είναι απλώς διπλάσιο του 10, και με δέκα χρόνια διαφορά, δηλαδή γυναίκες μεγαλύτερες από τους άντρες, όλο και κάπου συναντάς. Αν κι από μικρά παιδιά εμείς, η γενιά μου τουλάχιστον μάθαινε ότι κάτι τέτοιο είναι απαράδεκτο, όσο το να είναι η γυναίκα πιο ψηλή από τον άντρα.
Εξ ου και αποκτήσαμε βαριά βιομηχανία με φλατ σανδάλια, για ψηλές τουρίστριες και ημίψηλες ντόπιες, η οποία ευτυχώς επιβίωσε και πέρα από την ηλίθια εκείνη αντίληψη.
Και πόσα δεν μαθαίναμε ότι ήταν απαράδεκτα στις ερωτικές σχέσεις εμείς οι καημένοι οι παλιοί. Τι περάσαμε, τι πέρασαν προ πάντων όσοι ξέφευγαν από τα κλισέ, αλλά κι οι άλλοι που ζούσαν με τον τρόμο μην ξεφύγουν.
Για να μη θυμηθούμε τη στάση απέναντι στους ομοφυλόφιλους, οι οποίοι απλώς δεν έπρεπε να υπάρχουν. Ποιος θα το φανταζόταν, από εκείνους τους περιδεείς εφήβους που υπήρξαμε, ότι θα ζούσαμε τη δυνατότητα να νομιμοποιούν τις σχέσεις τους, με νόμο και σφραγίδα;
Ο κόσμος αλλάζει συνέχεια, κι η Γαλλία έχει παράδοση στην πρωτοπορία. Αυτό το ζευγάρι, που πολλοί σφόδρα ελπίζουμε να δούμε στη γαλλική προεδρία, ταρακουνάει τα κλισέ καθώς μπαίνει σαν ανάποδος καθρέφτης στις πολύ πιο αποδεκτές σχέσεις μεγαλύτερων ανδρών με μικρότερες γυναίκες.
Εκεί που θα μπορούσες να διακρίνεις τάσεις ιστορικής πατριαρχίας, σουλτανικές συνήθειες που έχουν καταγραφεί και δεν χρειάζεται να ψάχνεις στο υποσυνείδητο να τις ανακαλύψεις, όπως αμέσως έκαναν οι πιο ψαγμένοι για τον Μακρόν και την Μπριζίτ Τρονιέ.
Τα έχει φτιάξει με τη μάνα του, απεφάνθησαν, λες κι η μάνα κι ο πατέρας δεν είναι αυτονοήτως παρόντες στο βάθος των ερωτικών αναζητήσεων. Δύσκολα έκρυψε η αντίδραση αυτή το πόσο ταμπού έχουμε με τα ζευγάρια όπου είναι μεγαλύτερες οι γυναίκες.
Δεν πειράζει να πούμε και ν' ακούσουμε πολλές κακίες τώρα στην αρχή, φτάνει να δεχτούμε την αλλαγή που φέρνει το ζευγάρι αυτό, όχι μόνο στην πολιτική αλλά και στην ατομική ελευθερία. Πάνε μαζί αυτά τα δύο εξάλλου, πάντα μαζί πήγαιναν.

Μισός αιώνας αγάπες



Θυμάμαι τη μέρα που κηρύχτηκε δικτατορία σα να ήταν χτες. Συχνά την έχω ανακαλέσει,  θα ήθελα να το κάνω πάλι σαν κάτι πολύ παράξενο που έτυχε στην εφηβεία μου. Αλλά φέτος ζωντανεύει η ανάμνηση με ανησυχητικά σημάδια.
Δεν είναι πια μόνο οι ταξιτζήδες που πάντα ήθελαν έναν Παπαδόπουλο να μας βάλει σε σειρά. Είναι πολλά παρόμοια, η δυσανεξία των συμπολιτών στις αντίθετες απόψεις, η νοσταλγία τους για κάποια υποτιθέμενη ομοιομορφία που ίσως κάποτε βασίλευε, ίσως τη βλέπουν στις φωτογραφίες από τη Βόρεια Κορέα και τη ζηλεύουν, ίσως έχουν απλώς απαυδήσει από τη ζωή χωρίς κανόνες που επικρατεί στη, γεμάτη απαγορεύσεις ωστόσο, χώρα μας, και πιστεύουν ότι άλλη γιατρειά δεν υπάρχει από ένα σιδερένιο χέρι που θα κρατά τον κόσμο πειθαρχημένο στον τρόπο που εκείνοι- ο καθένας -νομίζει σωστό. Έρχεται δε κι από άλλα μέρη το μήνυμα γι αυτή τη νοσταλγία, όπως με έκπληξη παρατηρούμε τον τελευταίο καιρό. Με έκπληξη, γιατί νομίζαμε ότι μόνο εμείς πάσχαμε από την ανωριμότητα που αναζητά τον συμβολικό πατέρα, έστω και λίγο αυταρχικό, να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Και καλά η Τουρκία, πες ότι τη θεωρούμε ούτε καν συνομήλικη, αλλά νεώτερη και πολύ πιο πρωτόγονη, επιρρεπή στον αυταρχισμό, αλλά και οι ΗΠΑ και η Γαλλία, και διάφορες άλλες χώρες πολιτισμένες να τον χρειάζονται σαν ηλεκτροσόκ που θα τις συνεφέρει, νομίζουν, θα τους ξαναδώσει πίσω λαμπερή την ιδεατή ταυτότητα, ή ό,τι άλλο φαντασιώνονται ότι έχουν χάσει, αυτό δεν χωνεύεται εύκολα. Αν δεν μπορούμε να αναζητήσουμε κι εμείς οι νότιοι το όραμα της ήρεμης αυτογνωσίας σε δημοκρατίες άτρωτες, τι θα απογίνουμε;
Στην εφηβεία μας ήταν σα να μας έκλεισαν ξαφνικά σ’ ένα μοναστήρι. Ο κόσμος γύρω, εκείνη η γοητευτική Ευρώπη του 60 που ωρίμαζε σε μια συναρπαστική εποχή αφθονίας κι ερωτημάτων, έμοιασε πολύ επικίνδυνος κι έπρεπε να προστατευτούμε στο κελί της Ελλάδας Ελλήνων Χριστιανών. Αυτά που χάσαμε ως έφηβοι από τον εγκλεισμό εκείνο δεν αναπληρώθηκαν ποτέ. Εγωιστικό να το σκέφτεται κανείς, σε σχέση με όσους πέρασαν χρόνια σε φυλακή, ή εξορία, βασανίστηκαν, υπέφεραν, αλλά μπορεί και να είναι το καθοριστικό στοιχείο που διαμόρφωσε την πολιτική νοοτροπία μας, ο επαρχιωτισμός που ξαναβγήκε τόσο εύκολα στην επιφάνεια. Ναι, η χούντα δεν αρκούνταν στην υπακοή και την υποκρισία, ήθελε να ελέγχει τα φρονήματα και τα γούστα, να υπαγορεύει τις μουσικές και τις μόδες, ήθελε πλήρη αφοσίωση, ήθελε αγάπη, όπως θέλουν αυτού του τύπου τα σύγχρονα καθεστώτα. Το λαϊκό έρεισμα σε βάθος. Γι αυτό κι έκανε το πραξικόπημα στην Κύπρο, τόσο επιπόλαια κι ωστόσο αυθόρμητα, όταν κατάλαβε ότι έχει χάσει το λαϊκό έρεισμα, την αγάπη, μπας και τα ξανακέρδιζε. Αν τα είχε καταφέρει τότε, σίγουρα δεν θα είχε πέσει έτσι απότομα, είναι βέβαιο.
Μέσα στο κελί που μας έκλεισαν τότε, εμείς επιμέναμε ν’ αγαπάμε άλλους, τους Ευρωπαίους και τους Αμερικάνους, ακόμα κι όταν νομίζαμε ότι ήμασταν κομμουνιστές. Το ίδιο νόμιζαν κι από εκείνους πολλοί  εξάλλου, η πρόκληση μετρούσε, η ελευθερία. Δεν κατάφερε η χούντα να την αγαπήσουμε, ό,τι κι αν έκανε. Κι όχι μόνο επειδή ήταν αιμοβόρα, συγκριτικά με άλλα καθεστώτα της εποχής εκείνης ήταν σχεδόν σοφτ. Αλλά επειδή ήμασταν αλλού τότε, κι άδικα μας κρατούσε στην απομόνωση. Στη μάχη για τις καρδιές των Ελλήνων, νίκησε η άρνηση της νεολαίας να τη δεχτεί.
Πώς γίνεται τώρα, αυτοί που ζούσανε την πιο δημιουργική, την πιο τολμηρή κι ευφάνταστη, την πιο αισιόδοξη περίοδο των ευρωπαϊκών δεκαετιών, αυτήν που εμείς χάσαμε στο νευραλγικό εκείνο 1967, να μοιάζουν να μας πλησιάζουν στην παράξενη νοσταλγία του αυταρχισμού;
Αφελώς για χρόνια πιστεύαμε ότι η δημοκρατία είναι κάτι σαν φυσιολογική εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας, πηγαίνουν όλοι προς τα εκεί μοιραία, σχεδόν χωρίς προσπάθεια, δεν έχουν παρά να παίζουν το ρόλο τους σωστά, ο στρατός με το στρατό και οι εκκλησίες με τον εσωτερικό κόσμο των πιστών, να μην ανακατεύονται παλάτια και πεντάγωνα κι όλα θα έβρισκαν το δρόμο τους. Όπως μια γέννα που γίνεται στο νερό, μαλακά θα γλυστρούσε η δημοκρατική συνείδηση στον κόσμο, με λίγες βαθιές αναπνοές θα ελευθερωνόταν κι αυτόματα θα ανέπνεε. Χρειάζεται όμως και εκπαίδευση για να γίνει το μωρό άνθρωπος και η δημοκρατία από προσδοκία και διακήρυξη να γίνει συνείδηση και να λειτουργεί στην καθημερινότητα. Δεν είναι εύκολη δουλειά να μάθεις να σέβεσαι τον αντίπαλο, τις μειοψηφίες, τα δικαιώματα του ενός και του άλλου. Ορίστε, η Γαλλία σε αδιέξοδο, και το Βέλγιο, και η Βρετανία, με τα δικαιώματα των φιδιών που τρέφουν στον κόρφο τους, τι κάνεις με τους φανατικούς μουσουλμάνους; Εκπτώσεις στις δημοκρατικές κατακτήσεις; Και πώς; Κι ο ρατσισμός γεννιέται με την ίδια ευκολία που νομίζαμε ότι είχε το δημοκρατικό αίσθημα, μάλλον με πολύ μεγαλύτερη. Αρχίζουν οι φόβοι, κι ένα σωρό πολιτικοί με χαρά τους καλλιεργούν, στα μικρά εθνικά κράτη, τα περίκλειστα, θα έχουν όλοι τους μεγαλύτερη εξουσία, τι τη θέλουμε την Ευρώπη; Γιατί δεν φτάνει η Δημοκρατία, θέλαμε και Ειρήνη, φτιάξαμε την Ευρώπη, αυτό το δύσκολο επίτευγμα. Δεν αρέσει στους πολιτικούς, πώς θα ελέγχουν σε τόσο πολύπλοκους θεσμούς; Κι ανεβαίνει η Λε Πεν κι οι παρόμοιοι, με τη βοήθεια των τζιχαντιστών, που είναι λες και τους πληρώνουν. Σα να θέλουν οι λαοί να κλειστούν μόνοι τους τώρα σ’ ένα κελί μοναστηριού, να γλιτώσουν από τον κακό κόσμο.
Αλλά όχι, δεν είναι οι λαοί. Είναι οι οπαδοί που οι ηγέτες τους ονομάζουν έτσι. Η τάση μπορεί να περάσει σαν ένα μαύρο σύννεφο πάνω από την Ευρώπη, κι η Ένωση να ξαναβρεί το βήμα της, να ξαναβρεί η δημοκρατία τρόπους.




Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

Πάμε στην Ντοκουμέντα;



-Πάμε στη Ντοκουμέντα;
-Πότε, τώρα; Δεν μπορώ, έχω να βάψω αυγά, να ετοιμάσω τσουρέκια!
-Αύριο τότε; Να πάμε αύριο;
-Αύριο έρχονται τα παιδιά, δεν πρόκειται να το κουνήσω από το σπίτι. Να μιλήσουμε μετά το Πάσχα, που θα φύγουν. Θα κρατήσει πολύ καιρό η Ντοκουμέντα, μην ανησυχείς! Σ’ αφήνω τώρα, τρέχω μη μου καούν, καλή Ανάσταση!
-Καλημέρα, τι γίνεται; Ψάχνω παρέα να πάω στη Ντοκουμέντα, θέλεις να έρθεις;
-Αποκλείεται, έχω να κάνω ψώνια και να ετοιμάσω το σπίτι. Εξάλλου διάβασα ότι δεν αξίζει.
-Κι εγώ το διάβασα, αλλά λέω να το κρίνω μόνη μου.
-Της κάνουν κριτική από δεξιά κι από αριστερά. Άλλοι λένε ότι είναι γερμανική κατοχή, άλλοι λένε ότι είναι αριστερίστικη εισβολή.
-Κι εμένα με λέγανε γερμανοτσολιά πριν δυο χρόνια, δεν το πήρα και κατάκαρδα!
-Εγώ θυμάμαι ότι το είχες πάρει πολύ κατάκαρδα!
-Αλήθεια; Να το ξεχάσεις σε παρακαλώ αυτό, τόσα και τόσα ξεχάσαμε!
-Εντάξει, το ξέχασα κιόλας. Αλλά με τη Ντοκουμέντα διαφωνώ. Δεν γίνεται να καταλαμβάνει όλη την πόλη και να πρέπει να ξεκινάμε για να τη δούμε κιόλας. Ας έρχεται αυτή να μας βρίσκει, στην καθημερινότητά μας!
-Δηλαδή, πού να έρθει, στο σούπερ μάρκετ που ψωνίζεις; Φαντάσου τότε πόσο θα μιλούσαν για εισβολή! Η τέχνη δεν μπορεί να επιβάλλεται, πρέπει να την επισκέπτεσαι αυτοβούλως!
-Επιβάλλεται ούτως ή άλλως, με μηχανισμούς εσωτερικής διακίνησης. Παιδιόθεν, ανεξέλεγκτα, και τα λοιπά.
-Όλ’ αυτά επειδή έχεις να ετοιμάσεις το σπίτι και βαριέσαι να βγεις; Μήπως θέλεις να έρθει στη βεράντα σου με ένα ντρόουν; Να σε πιάσει από τις μασχάλες, να σε σηκώσει, να σε πάει στα μουσεία που γίνεται, και να σε απιθώσει κατευθείαν στο τραπεζάκι της καφετέριας; Αυτό θα ήταν πολύ μοντέρνο;
-Έχει καφετέρια το μουσείο Μοντέρνας τέχνης; Τότε να το σκεφτώ!

Πάσχα στη Λειβαδιά

Το Πάσχα δεν μου αρέσει πια, είναι βασανιστήριο για μένα, όπως για άλλους τα Χριστούγεννα. Ευτυχώς φέτος καλά τη βγάλαμε, στο σπίτι συγγενών στη Λειβαδιά, δεν χρειάστηκε να πάρουμε πρωτοβουλίες, αν εξαιρέσεις την ιδέα μου να αγοράσω σοκολάτες να τους πάμε, οι οποίες λιώσανε στο αυτοκίνητο, κατά τα άλλα όλα καλά. Γυρίσαμε τη σούβλα, φάγαμε, ήπιαμε, τραγουδήσαμε, κι ύστερα προτεινα βόλτα στην πόλη, γιατί θυμόμουν ένα ωραίο μέρος με κάτι μικρούς καταράκτες. Όμως δεν ήξερα ότι έχει γίνει καινούργια διαμόρφωση, έχει αναδειχθεί ολόκληρο το κομμάτι του ποταμού που περνάει από το κέντρο, με πεζόδρομο δίπλα του, και το παρακολουθείς, περπατάς δίπλα στα δέντρα, και οι παλιοί νερόμυλοι έγιναν καφενεία. " Το χρωστάμε στον μακαριτη Χρήστο Παλαιολόγο, έναν φωτισμενο δημαρχο.
 Παλιός Ρηγάς , πολιτικος μηχανικός, σεμνός , δεν πούλησε την "πραματεια" του οταν εβλεπε ότι η υποθεση της Ανανεωτικης αριστεράς δεν προχώραγε. Δεν παραιτηθηκε απο το Δημοτικο Συμβουλιο παρα το σοβαρο προβλημα καρδιας που έιχε για ναμην πουν οτι δεν αντεχε να ειναι στην αντιπολιτευση 
Βαθιά αυτοδιοικητικός Πέθανε το 2009" μου έγραψε ο George Lignos στο Facebook. Νομίζω ότι τον είχα γνωρίσει κάποτε, αλλά δεν θυμάμαι λεπτομέρειες. 
Τα έχασε κι ο γιος μου που είχε έρθει μαζί μας και ψιλογκρίνιαζε. Δεν περίμενε τόση ομορφιά σε μια πόλη με όνομα που ανακαλεί επαρχία και πλήξη. 
Αυτές οι μικρές αλλαγές είναι ωστόσο μια μικρή σιωπηλή ελληνική επανάσταση στα τελευταία χρόνια. Πόλεις πνιγμένες στην ασχήμια, όπως το Ηράκλειο της Κρήτης ας πούμε, ανακαλύπτουν το κέτρο τους και το αναδεικνύουν, και ξαφνικά μεταμορφώνονται, κι αλλάζει και η καθημερινότητα των κατοίκων, αλλάζει η εικόνα της πόλης, η διάθεση που προκαλεί να την επισκεφτείς. Δεν θα πας στη Λειβαδιά με τη συγκατάβαση που πήγαινες παλιά, άντε να φας στη μάπα την ταλαιπωρία για να δεις κι έναν καταράχτη στριμωγμένο, θα πας με λαχτάρα και σιγουριά να δεις κάτι όμορφο, γεμάτο υπαινιγμούς για το παρελθόν που αποκτά ενδιαφέρον, γίνεται ζωντανό. Τέλος πάντων, ενθουσιαστήκαμε, και κάναμε μια βόλτα στα πέριξ, και λίγο πιο πάνω από το ποτάμι, που έχει μάλιστα γυναικείο όνομα, η Έρκυνα, σ' ενα στενό ανηφορικό είδαμε δυο αυλίτσες να ανταγωνίζονται σε στολισμούς, η μία απέναντι από την άλλη. Αυγουλάκια, κουνελάκια, λουλουδάκια, νάνοι, παπάκια, τα πάντα όλα. Πάσχα ευρωπαϊκό. Άραγε τα μαζεύουν κάπου όταν η γιορτή τελειώσει; Και τα Χριστούγεννα βγάζουν Άη Βασίληδες;, Πρέπει να ξανάρθω να δω τι γίνεται.

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

Καινούργιες γειτονιές, παλιές συνήθειες



Μια πόλη που ποτέ δεν θα μάθω καλά, είναι η Αθήνα. Εννοώ την αληθινή Αθήνα, όχι το κέντρο της, που είναι κατά κάποιον τρόπο ιδέα πόλης, όχι πόλη αληθινή. Η αληθινή πόλη έχει ξεφύγει απ’ αυτό, έχει απλωθεί από το Νέο Ψυχικό και τη Φιλοθέη ως τα Μελίσσια και τη Ραφήνα, την Κερατέα, το Σχιστό, τη Βουλιαγμένη. Περιπλανιέμαι σε μέρη που ήξερα κάποτε ως εξοχές, πηγαίναμε μάλιστα διακοπές πριν δεκαετίες, είναι σήμερα πυκνοκατοικημένες γειτονιές, και χάνομαι, μπερδεύομαι, με πιάνει απελπισία. Σα να μην έφτανε αυτό, έχουν αλλάξει και όνομα. Άντε να βγάλεις άκρη με κάτι που ήξερες κάποτε ως Μαγκουφάνα, Λιόπεσι, Μπραχάμι και Κουκουβάουνες, και τώρα τα λένε Πεύκη, Παιανία, Άγιο Δημήτριο και Μεταμόρφωση. Ίσως. Ίσως και όχι. Μπορεί να τα λένε  αλλιώς. Πού βρίσκομαι, πού πάω; Είναι η πόλη που γεννήθηκα αυτή, ποιος με έφερε εδώ πέρα; Πανικός.
Είναι νέα πόλη η Αθήνα, αυτή η αληθινή, στρωμένη από την αρχή σε έδαφος απ’ όπου έσβησαν τα παλιά ονόματα κι οφείλουν να σβηστούν οι παλιές αναμνήσεις. Το μόνο που δεν έσβησε είναι οι παλιές -σχετικά παλιές- συνήθειες του σχεδιασμού των οικοπέδων και της έγκρισης των σχεδίων πόλεως. Κι όσο περιπλανιέμαι -και χάνομαι- στις καινούργιες γειτονιές, τόσο επιβεβαιώνεται το συμπέρασμα ότι το κέντρο της πόλης, αυτό το κάπως εξωπραγματικό με τις τριλογίες του, τα φαρδιά πεζοδρόμια, τις πλατείες, μάλλον προκαλεί αμηχανία. Δεν έχουμε τι να το κάνουμε, κι ας ήταν κάποτε ακριβό, με νοίκια που μόνο οι τράπεζες μπορούσαν να πληρώσουν, στα έιτις και στα νάιντις. Στις καινούργιες γειτονιές τα πεζοδρόμια είναι στενά όπως στην Κυψέλη, οι δρόμοι επίσης, να παρκάρεις δεν βρίσκεις,  η μόνη διαφορά είναι πως λόγω νεότητας οικοδομών υπάρχουν μεγάλα μπαλκόνια. Κι όμως χτίστηκαν από μια γενιά που είχε μεγαλύτερη οικονομική άνεση από εκείνη που έφτιαξε τις γειτονιές του κέντρου, και δεν δεσμευόταν από μεσαιωνικές πόλεις, όπως στην Πλάκα και στο Μοναστηράκι. Γιατί δεν έφτιαξαν στα μέρη αυτά φαρδύτερους δρόμους και μεγαλύτερα πεζοδρόμια;
Άραγε τα οικόπεδα εδώ μοιράστηκαν όπως στα Πατήσια, στα Εξάρχεια (Προάστειο ονομαζόταν στην αρχή η γειτονιά) στο Παγκράτι, από αγοραστές κτημάτων που, τρίβοντας τα χέρια τους για τον εύκολο πλουτισμό, έπιασαν και τα έκοψαν μικρούτσικα, στενούτσικα, σφιχτούτσικα, χωρίς καν πεζοδρόμιο, αφού ήταν ακόμα εξοχές, όπως μπορούσαν, όπως τους έβγαιναν περισσότερα, τα πούλησαν χωρίς σχέδιο, κι όταν μαζεύτηκαν πολλοί ιδιοκτήτες, κι είχαν μισοχτίσει και μισοπάρει ρεύμα, διεκδίκησαν πολιτικά την ένταξη στο σχέδιο πόλης; Κάπως έτσι είχε γίνει στην Αθήνα με τα οικόπεδα των συνοικιών της, στον 19ο αιώνα. Όμως τότε, πες, δεν ήξεραν. Δεν ήξεραν ότι θα χτίζονταν πολυώροφα εκεί που χωρούσαν μόνο μικρά σπίτια, ότι θα είχε όλος ο κόσμος αυτοκίνητα, πες ότι είχαν αυτό το ελαφρυντικό. Κι ήταν, πες, ακόμα το κράτος αδύναμο να επιβάλει κανόνες στους ιδιοκτήτες, δεν προλάβαινε, είχε άλλες προτεραιότητες, κλπ. Κι ήταν χρόνοι δίσεκτοι, πόλεμοι, καταστροφές, τέτοια. Πού μυαλό για Πολεοδομίες, μόνο σε υπηρεσία που πατούσε σφραγίδες το σκέφτηκαν. Και πες ότι δεν μας πάει να τα βάλουμε με τους προγόνους που έχτισαν την Αθήνα, έφτιαχναν κι ωραίες μονοκατοικίες, με κήπο, ποιος φανταζόταν τότε ότι θα κατέληγαν, στην καλύτερη περίπτωση,  να γίνουν ‘ακάλυπτοι΄;
Ας πούμε λοιπόν ότι για εκείνους βρήκαμε ελαφρυντικά. Για ετούτους, που το 1980, το 90 και το 2000 επέκτειναν την πόλη με τον ίδιο και χειρότερο τρόπο, τι εξήγηση υπάρχει; Δεν γίνονταν πια πόλεμοι, δεν υπήρχαν καταστροφές, δεν χρειαζόταν να στεγαστούν πρόσφυγες, ούτε η αστυφιλία ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Υπήρχε χρόνος, υπήρχε χρήμα, υπήρχαν πολεοδόμοι, υπήρχε και η πείρα του τι είχαν απογίνει τα μικρούτσικα οικόπεδα κι οι στενοί δρόμοι. Κι όμως όλα επαναλήφθηκαν με τον ίδιο τρόπο, λες και τόσο πολύ είχαμε συνηθίσει να ζούμε στα στενά, που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να διανοηθούμε κάτι άλλο.
Ποτέ δεν θα μάθω αυτή την καινούργια πόλη, θα συνεχίσω να χάνομαι στους στενούς δρόμους της αναζητώντας διευθύνσεις, αναζητώντας εξηγήσεις, μη βρίσκοντας όμως ποτέ τις απαντήσεις.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...