Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

Ροζ πορεία



Πήρα νέα από δυο παλιές αμερικανίδες φίλες που είχα να δω χρόνια, ακόμα και να γράφουν στο facebook. Μου έστειλαν φωτογραφίες από τη μεγάλη πορεία των γυναικών στη Νέα Υόρκη, με σκουφάκι ροζ και οι δυο τους, μέσα στο πλήθος χαμογελαστές. Με ξαφνιάζουν, είναι κάτι τόσο διαφορετικό αυτή η μεγάλη πορεία από τις δικές μας ‘μεγάλες πορείες’ που ζούμε κάθε τρεις και λίγο. Δεν τους το είχα των Αμερικανών, τους θεωρούσα απολίτικους, δεν κάνουν αυτοί πορείες, νόμιζα. Έτσι τους θεωρούμε όλοι, αφοσιωμένους στο κυνήγι της προσωπικής ευημερίας, έχουν εξάλλου δημοκρατικό  πολίτευμα που λειτουργεί κανονικά, γιατί να ασχολούνται; Την επόμενη μέρα της εγκατάστασης του προέδρου κιόλας; Αφού κέρδισε στις εκλογές, τι μπορούν να του πουν;
Είχαν πολλά να πουν, όπως απεδείχθη. Τον παρακολουθούσαν, τις δηλώσεις του, τις πόζες του, τις απειλές του. Όλο αυτό το αντριλίκι που μας έχει λούσει επί μήνες, κι αυτός κι οι παρόμοιες καρικατούρες ανά τον κόσμο. Κι εκεί που ήμουν έτοιμη να καταγράψω την απογοήτευση μου, το συμπέρασμα πώς πάει, κουράστηκαν οι ευημερούντες λαοί, βαρέθηκαν τον πολιτισμό, τα πτυχία, όλον αυτό τον κόπο, τους καλούς τρόπους, το σεβασμό στις γυναίκες, κι άντε μετά να σέβεσαι και τους γκέι, τα ΑΜΕΑ, δεν θέλουν άλλο σεβασμό σε τίποτε, ξεμώραναν και τους πήρε το παράπονο, παραιτούνται από το δικαίωμα του πολίτη ήσυχα και σταθερά, θέλουν ηγέτη που παριστάνει ότι καθαρίζει για πάρτη τους, να διώχνει τους ξένους (Ωστόσο με τον Τραμπ γίνεται για πρώτη φορά μετανάστρια πρώτη κυρία των ΗΠΑ, πλάκα δεν έχει;) και να τους απαλλάξει απ’ όλες αυτές τις αποχρώσεις και τις συζητήσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα των άλλων, τα δικά τους θα τα υπερασπιστεί εννοείται, κι αναρωτιόμουν πού θα σταματήσει το εκκρεμές με τη φόρα πού ’χει πάρει, αυτά τα κορίτσια με μπέρδεψαν. Ίσως δεν είναι εκκρεμές τελικά, αλλά κάποια άλλη κίνηση της φυσικής, δεν ξέρω. Ή αυτά τα σχήματα δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τη χώρα της Ρόζας Παρκς, θυμάστε εκείνη τη μαύρη που αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της στον λευκό, όπως όριζε ο νόμος τότε, μια γυναίκα μόνη στο λεωφορείο. Είναι τόσο βαθιά η πεποίθηση των δικαίων στις γυναίκες φαίνεται, εκεί στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ, που δεν μπορούμε να τη συλλάβουμε εμείς οι μεσογειακές μετά από τόσα χρόνια θαυμασμού του μάγκα του πολλά βαρύ, και όσων συνεπάγεται.
Έχουν αυτές, κι αυτοί, την ισχυρή αίσθηση δικαίου, έχει ο άλλος την εξουσία, με όλους τους ωραίους θεσμούς, να δούμε τι θα γίνει. Πάντως το μέγα αρσενικό την τρίτη μέρα της προεδρίας μετακίνησε την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Ισραήλ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, και τώρα πρέπει να διαδηλώσουν όσοι τον ψήφισαν για να πάψει η Αμερική να ανακατεύεται στις υποθέσεις του κόσμου.

Διαδρομές



Καμιά φορά θέλεις να μην καταλαβαίνεις τι λένε οι άνθρωποι δίπλα σου.  Δυο γυναίκες δίπλα στην πόρτα του τρόλεϊ φλυαρούν με άνεση, δυνατά. Λένε για εφάπαξ, κάτι νούμερα τρελά, μήπως ακούω λάθος; Το πήρε, θα το πάρει, το καθυστερούν; Πάντως το δικαιούται. ‘Πρόλαβα’, έλεγε γελαστή μια άλλη πριν λίγους μήνες, με την ένταση κάποιου που ξέρει ότι πέφτει το σπίτι του, αλλά τραβάει το λιθαράκι, έστω κι αν έτσι πέσει γρηγορότερα. Στο παράλληλο σύμπαν του παρελθόντος, που συνεχίζει να ζει και ν’ αναπνέει κοντά μας, ενώ όλα έχουν αλλάξει, πολλοί δικαιούνται, όπως το έθεσε η άγνωστη, το θέμα είναι ποιος θα προλάβει. Το ξέρουν, γι αυτό δεν φωνάζουν συνήθως, σεμνύνονται. Να φύγουν  μακριά με το λιθαράκι αγκαλιά, χρυσό λιθαράκι, να μην πλακωθούν στα χαλάσματα, εδώ μετρά η ταχύτητα, να κινείσαι σαν αίλουρος.
Αυτά όταν δεν απεργούν οι υπάλληλοι του μετρό στην καρδιά της μέρας για να κάνουν γενική συνέλευση, άλλα λιθαράκια -βοτσαλάκια που αφαιρούνται με χειρουργική ακρίβεια, ο καθένας το δικό του, μη σπρώχνεστε, όλοι θα πάρετε, το δικαιούστε. Ευτυχώς δεν κυκλοφορώ στην εθνική οδό με τέτοιο καιρό, όπου οι αγρότες αψηφούν το κρύο και καίνε πίσα, ή μεγάλα ξύλα σε βαρέλια, να ζεσταίνονται να κλείνουν τους δρόμους, δεν περνάει αλλιώς γι αυτούς η μοναξιά του χειμώνα. Είναι κρίμα που δεν εξάγουν αυτή την τεχνολογία θέρμανσης σε δύσκολες συνθήκες προς τη Μόρια, να διδάξουν τους έρμους τους πρόσφυγες τι να καίνε και πώς για να ζεσταθούν χωρίς να πεθαίνουν. Παρόλα τα μέσα επικοινωνίας χρειαζόμαστε ακόμα την απλή συγκοινωνία για τα βασικά, φταίει η μεγάλη καθυστέρηση στην ανθρώπινη τηλεμεταφορά. Όταν εφευρεθεί θα μείνουν όλοι χωρίς δουλειά, από τους ταξιτζήδες και τους τελωνοφύλακες μέχρι τον Τραμπ, τον Ερντογάν και την Τερέζα Μέι.
Από το Μεταξουργείο, όπου προσγειώθηκε ο Ίκαρος με το σβέρκο σπασμένο, περνάω περπατώντας δέκα κόσμους διαφορετικούς μέχρι την Ομόνοια, ηπείρους που συγκλίνανε παρά τις προσπάθειες να μην συναντηθούν, και παίρνω τον ηλεκτρικό. Μιλιά εκεί μέσα, ο σεναριογράφος της μέρας δεν  ζητιανεύει, του τέλειωσαν οι ιστορίες, αφού δεν έχουμε εδώ ένα Χόλλυγουντ, ούτε καν Μπόλλυγουντ, μετακινήθηκε στο μετρό για καλύτερα. Οι επιβάτες μοιάζουν βυθισμένοι σε ενδοσκόπηση της παρακμής τους, τα βλέμματα πλημμυρισμένα παραίτηση. Κι όμως το μέλλον μας ανήκει, η κυβέρνηση ανακοίνωσε υπηρεσία διαστήματος, θα εκτοξευτούμε οσονούπω, μην απογοητεύεστε.

Στο ένα χέρι το τσιγάρο

Περπατάμε στην Εγνατία και σε ακούω να μιλάς. Μου εξηγείς κάτι, με το ένα χέρι συνοδεύεις την εξήγηση, με το άλλο κρατάς το αιώνιο τσιγάρο.  Μια μέρα, έτσι όπως περπατούσαμε οι δυο μας στην αιωνίως συννεφιασμένη τότε Θεσσαλονίκη, μια γυναίκα σου είχε βάλει τις φωνές. Ή μήπως ήταν άντρας, δεν θυμάμαι πια. Εκείνο που δεν θα ξεχάσω ποτέ ήταν ο τρόπος που στάθηκες στη μέση του δρόμου κι άρχισες να του εξηγείς τα περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το δικαίωμα  να καπνίζεις στη μέση του δρόμου, μ' εκείνη τη σιγανή, την υποβλητική, τη μαγική για μένα φωνή. Κι εκείνος να φωνάζει βέβαια, άντρας θα πρέπει να ήταν. Ή ίσως να είχε γίνει η ίδια σκηνή και με γυναίκα. Κι εγώ να σε τραβάω, τι χαλάς τα λόγια σου με τον κάθε μαλάκα; Αλλά  έτσι ήσουν, δεν περιφρονούσες κανέναν, κι ας ήταν βασική συνταγή παρηγοριάς για τους άλλους να μας λες να περιφρονούμε μερικούς. Μία από τις πολλές αντιφάσεις που χτίζανε τη γοητευτική προσωπικότητά σου.
Ήσουν ταυτόχρονα ειρωνική και τρυφερή. Σνομπ κι όμως ευγενική με τον καθένα. Αστεία και σοβαρή, δεν άφηνες ποτέ στόμφο να σε πτοήσει, ακόμα κι αν ήταν κάτι που θάμπωνε εκ πρώτης όψεως. Αποδομούσες τα σπουδαιοφανή και πρόσεχες τα ασήμαντα και περιφρονημένα. Στήριγμα για τους διπλανούς, για όποιον τυχερό βρισκόταν στο δρόμο σου. Και ταυτόχρονα μέτρο για όσους αποφάσιζαν ότι θέλουν να σου μοιάζουν.
Εγώ ήθελα να σου μοιάζω, σε θαύμασα από την πρώτη στιγμή που σε  είδα. Σε φέρανε σηκωμένη στους ώμους η αγοροπαρέα, σα θεά, κι έμεινα άφωνη να κοιτάζω αυτό το απίστευτο θέαμα.  Από εκείνη τη στιγμή περάσαμε μαζί τα φοιτητικά μας χρόνια. Μέσα στη θλίψη που σε χάνω, σκέφτομαι πόσο τυχερή ήμουν που σε συνάντησα, κι έζησα τόσα χρόνια το προνόμιο της φιλίας μας, Μαργαρίτα μου.
Ήμασταν ήδη τρεις κοπέλες στο διαμέρισμα εκείνο. Από το ίδιο σχολείο και άρτι αποφοιτήσασες, ελαφρώς χάπατα δηλαδή, μην πω βαρέως. Εσύ ήσουν ένα χρόνο μεγαλύτερη, ψημμένη. Είχες δώσει Ιατρική την πρώτη φορά. Έπρεπε να έχεις επιμείνει με την Ιατρική, σκέφτομαι τώρα, τόσα χρόνια μετά. Σου ταίριαζε, πέρασες τη ζωή σου να γιατρεύεις ψυχικά τους ανθρώπους γύρω σου. Και τώρα που έπεσες στην ανάγκη των γιατρών, δεν μπορούν να κάνουν τίποτε για σένα.
Γελάω πολύ όταν θυμάμαι την πρώτη είσοδο σου στο σπίτι μας, στο δωμάτιο που σου προτείναμε. Ήταν μια σκοτεινή κρεβατοκάμαρα, άδεια τελείως, μ' εναν γυμνό γλόμπο να κρέμεται απ' το ταβάνι. Εμείς είχαμε στα δωμάτια μας από ένα μεταλλικό ντιβάνι με στρώμα μπαμπακένιο, από κείνα τα ριγέ, και στην κουζίνα μοιραζόμασταν ένα τραπέζι από φορμάικα και μια ξύλινη καρέκλα για την καθεμία. Ψυγεία, τηλέφωνα, τηλεοράσεις, δεν υπήρχαν. Στάθηκες λοιπόν στην πόρτα εκείνου του άδειου δωματίου, γέρνοντας νωχελικά όπως συνήθιζες, σήκωσες το χέρι, το λεπτό κομψό χεράκι σου, και δήλωσες ότι θα έφερνες μια διπλή ντουλάπα με καθρέφτη, διπλό κρεβάτι ξύλινο και πολυέλαιο, για να δείξει το δωμάτιο. Είχαμε μείνει ξερές οι τρεις μας. Κι ήρθες με τη βαλίτσα σου, η οποία παρέμεινε το μόνο έπιπλο σου για όλον τον καιρό. Βρήκαμε κι ένα στρώμα, κι ένα μεγάλο πήλινο κεσέ γιαουρτιού για να μην καίγεσαι από τα τσιγάρα που έσπερνες παντού.
Ωστόσο μέσα στο απερίγραπτο χάλι εκείνου του δωματίου εσύ τον είχες τον πολυέλαιο, το πολυτελές κρεβάτι, και τους καθρέφτες σου νοερά. Η αρχοντιά σου ακτινοβολούσε όπου και να βρισκόσουν, ό,τι και να φορούσες. Κάθε σου κίνηση ήταν έργο τέχνης, κάθε σου λέξη ήταν ευγένεια.
Κι ήμουν εγώ τότε σαν παραζαλισμένο κοτόπουλο, από το σπίτι του υπερφοβισμένων υπερπροστατευτικών γονιών μου στη δυνατότητα να ζήσω επιτέλους μόνη μου στο μεγάλο άγριο κόσμο. Εκείνα τα λιμασμένα αγόρια που σε φέρανε σα θεά μπροστά μας την πρώτη μέρα της καινούργια μας ζωής, για να μας κάνουν καμάκι, ήταν  άγγελοι προστάτες.


Προσηλώθηκα επάνω σου και μαθήτευσα στον τρόπο που είχες ν' αντιμετωπίζεις τους ανθρώπους. Ποτέ δεν έγινα τόσο γενναιόδωρη, ποτέ δεν υπήρξα τόσο περήφανη, τόσο δοτική στους άλλους και τόσο τσιγκούνα να μοιραστώ δικά μου προβλήματα, όπως ήσουν εσύ. Σε στιγμές δύσκολες, μεγάλης αμηχανίας, σκεφτόμουν: τι θα έκανε τώρα η Μαργαρίτα, ας φανταστώ πως είμαι εκείνη! Αλλά εγώ δεν έκρυβα τόσο ζηλότυπα τις στεναχώριες μου, ζητούσα βοήθεια, ενώ εσύ ποτέ. Θα ήταν προσβολή ακόμα και να υποθέσουμε ότι χρειαζόσουν κάτι. Ή θα έπρεπε κάπως να το πλασάρουμε, σαν επιλογή ενός αστείου μεταξύ άλλων, πράγμα που ήθελε ταλέντο που δεν διέθετα. Ίσως το είχαν άλλες φίλες.
Έτσι όπως ήσουν με όλους τρυφερή και διαθέσιμη, κι έτσι όπως εγώ πάσχιζα να είμαι διακριτική, δεν κατάφερα ποτέ να σε διεκδικήσω όσο θα ήθελα. Δεν σε έπεισα να πάμε αρκετές βόλτες, αρκετές εκδρομές, αρκετά ταξίδια. Δεν σε χόρτασα ποτέ αγαπημένη μου. Γελούσες όταν στο έλεγα βέβαια,  δεν παρέλειπα να στο λέω.
 Προσπαθώ ν' ακούσω το γέλιο σου. Θέλω να μάθω να γελάω όπως εσύ με κάθε έντονη έκφραση συναισθημάτων. Εσύ, η πλουσιότατη, ο Μπιλ Γκέιτς της αγάπης, γελούσες με κάθε έκφραση συναισθηματισμού. Θα γελάω, αλλά θα τα λέω τα συναισθήματα μου. Θα τα λέω και θα ξαναγελάω. Πολύ γέλιο. Πολύ σε αγαπούσα. Γέλα όσο θέλεις.

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Πτυχίο στο Γιορκ

 Παρακολουθώντας σε απευθείας μετάδοση την τελετή απονομής πτυχίων στο Πανεπιστήμιο του Γιορκ (τι νομίσατε, την ενθρόνιση του Τραμπ θα σας έλεγα;) για να δω το καμάρι μου με τήβεννο, βλέπω: Κινέζους πτυχιούχους σε όλους τους τομείς, συντριπτική απόλυτη πλειοψηφία πλέον. Πριν λίγα χρόνια, στις άλλες απονομές, ήταν λιγότεροι. Υπάρχουν επίσης διάφοροι Ευρωπαίοι, πέντε Έλληνες ως τώρα, λίγοι Ισπανοί, Ρώσοι, Τσέχοι, αρκετοί Αφρικάνοι, λίγοι Γιαπωνέζοι, Ιρανοί, λίγοι Άγγλοι. Κυρίως Αγγλίδες. Μερικοί αρκετά μεγάλοι σε ηλικία. Στο τμήμα computer sciences όλοι άντρες, στην Ιστορία, Φιλοσοφία, Κοινωνιολογία κλπ, κυρίως γυναίκες. Τρεις μουσουλμάνες με μαντήλα κάτω από το καπέλο, δεν έδωσαν το χέρι στον πρύτανη, έκλιναν το κεφάλι, μια τέταρτη φορούσε γάντι και το έδωσε το χέρι της. Ό,τι μπορούν κάνουν κι αυτές. 

Αχ αυτοί οι Βρετανοί με τα πανεπιστήμια τους! Με τα μεσαιωνικά τους ρούχα σε φτηνές εκδοχές, κι όλο αυτό το ταρατατζούμ, τα καταφέρνουν να βάζεις τα κλάμματα από συγκίνηση τελικά, οι τύποι.

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Παγωμένος χωρόχρονος



Μην πετάτε σκουπίδια για λίγες μέρες, ο Δήμος κάνει έκκληση, διότι η χωματερή της Φυλής, που δεν τη λένε πια έτσι, έχει φρακάρει, ή μάλλον όχι, την έκλεισαν οι εργαζόμενοι, λένε πως έχει φρακάρει, αλλά μπορεί και όχι. Ακούγεται η φωνή στο ραδιόφωνο και μου θυμίζει τον εαυτό μου πριν τριάντα χρόνια, διάστημα που κάποτε δυσκολευόμουν να συλλάβω, αν και τώρα που το έζησα ως ενήλικας πάλι δυσκολεύομαι να το συλλάβω. Ήμουν νέα και αθώα, άκουγα την ίδια έκκληση. Από τότε είχε φρακάρει η χωματερή. Τότε ακόμα πιστεύαμε πως δεν μπορεί, κάτι θα γίνει διαφορετικό για τα σκουπίδια,  τώρα, κατάλαβα ότι ζούμε στη χώρα που όλα παγώνουν, αυτή είναι η συνείδηση του χρόνου εδώ.
Εκείνο που έγινε είναι αλλαγή ονομάτων, τώρα δεν τις λένε χωματερές, αλλά ΧΥΤΑ ή ίσως Χούτου. Στη χώρα του πάγου, όπου παγώνει ο χρόνος, αλλάζουν τα ονόματα συνεχώς, η ακινησία στολίζεται σα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η τρόικα βαφτίστηκε θεσμοί, αλλά έχουν παγώσει οι διαπραγματεύσεις. Παγωμένες και οι αξιολογήσεις στο δημόσιο, τουρτουρίζουν κι οι μεταρρυθμίσεις χρόνια τώρα, παγωμένες κι αυτές, πάγωσε η τσιμινιέρα, το ερείπιο του Αττικού και δίπλα της Μαρφίν, πιο κάτω το ερείπιο -γιαπί του Μινιόν, τριάντα χρόνια πριν και βάλε.
Το πάγωμα στο χρόνο έχει μερικές δυσκολίες όταν συναντιέται με το πάγωμα στο χώρο. Οι παγωμένες σκηνές στη Λέσβο, αυτό το φρόζεν κάμπινγκ όπου μένουν οι πρόσφυγες από το καλοκαίρι, δυσκολεύει λίγο την προσαρμογή τους στην υπέροχη, την ακίνητη, την αγαλματάκια ακούνητα- αμίλητα- αγέλαστα ελληνική πραγματικότητα. Αν όμως καταφέρουν να επιβιώσουν, καταλαβαίνετε πατριώτες ότι πάμε για ένα νέο Νόμπελ, βιοχημικό αυτή τη φορά, τον άνθρωπο που ζει με παγωμένο αίμα, μπροστά στην επιστήμη τι αξία έχει το Νόμπελ ειρήνης που χάσαμε; Ελπίζω οι πρόσφυγες να εκτιμήσουν αυτή την εξαιρετική προσπάθεια, αυτόν τον τόσο υψηλό στόχο που θα μας βάλει από τον παγωμένο χρόνο στον παγωμένο χωρόχρονο, και να συνεργαστούν γι αυτό το επίτευγμα που θα ανεβάσει πάλι την Ελλάδα στο βάθρο της παγκόσμιας πρωτοπορείας, από ευγνωμοσύνη για τη χώρα που τους δέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες, ενώ περνούσε η ίδια την κρίση της. Την παγωμένη κρίση της, στην οποία έχει βάλει στοίχημα να παραμείνει ακίνητη για όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν, ίσως μάλιστα και ξεπερνώντας λίγο τα ανθρώπινα όρια, διότι είναι χώρα θεών, ως γνωστόν.

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Εξαφάνιση

 Είναι παράξενη η Αθήνα όταν φυσάει και ερημώνει, σαν να πήρε ο αέρας τον κόσμο που προσωρινά την κατοικεί, πάντα προσωρινά. Είχε και λίγο ήλιο χθες, είχε και μερικά βιαστικά αυτοκίνητα, κάπως έμοιαζε αλλοτινή, ξεχασμένη, άδεια, παρατημένη. Σε μια στάση που περίμενα το τρόλεϊ, ένα μικρό αυτοκόλλητο έγραφε «εξαφάνιση» κι είχε τη φωτογραφία ενός ηλικιωμένου. Άρχισα να το διαβάζω, αλλά δεν ήταν όπως θα περίμενε κανείς: «Φίλε Γιώργο, έγραφε, πού χάθηκες; Γιατί δεν έρχεσαι όπως παλιά, να πάμε σε καμιά ταβέρνα, να παίξουμε χαρτιά, να κουβεντιάσουμε; Θέλουμε να σε ξαναδούμε, να ξέρεις αν διαβάζεις αυτό, ότι κάποιοι άνθρωποι σε αγαπούν και σε σκέπτονται. Υπογραφή, ο φίλος σου Αλέξανδρος».
 Δεν είχε άλλα στοιχεία, τηλέφωνα, διευθύνσεις.  Ήταν σαν γράμμα στον ίδιο τον φίλο Γιώργο, κι αν κυκλοφορεί στην περιοχή μπορεί και να το δει. Η φωτογραφία θα ήταν για να τραβήξει την προσοχή. Κάποιος βαρέθηκε να ζηλεύει τους νεώτερους που μπορούν να βρίσκουν τους παλιούς φίλους τους με το Ίντερνετ, και είπε θα δείτε, θα τον ξετρυπώσω εγώ τον Γιώργο. Μου ήρθε ξαφνικά η όρεξη να κολλήσω κι εγώ χαρτάκια: «Φίλη μου Αλίκη γιατί εξαφανίστηκες; Έλα να πιούμε έναν καφέ, να θυμηθούμε τα παλιά, σε έχω πεθυμήσει».
Φωτογραφία από κάτω.  Έτσι, για να κυκλοφορεί το πρόσωπο. «Φίλη μου Κατερίνα τι γίνεσαι; Πότε θα αδειάσεις από την οικογένεια να πάμε μια βόλτα όπως όταν ήμασταν φοιτήτριες; Ποτέ δεν συνήθισα να μένεις μακριά και να μη μοιραζόμαστε το μαγείρεμα στο σπίτι. Τηλεφώνησέ μου σε παρακαλώ Κυριακή βράδυ, που είμαι μελαγχολική».
Θα έφταιγε η ερημιά της πόλης κι ο αέρας που σε κάνει να νομίζεις ότι τα πάντα μπορούν να συμβούν, ή τουλάχιστον να αναζητηθούν με θάρρος και αισιοδοξία για θετικά αποτελέσματα.


http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4554129/?iid=2

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Ανελέητο έλεος



Βγήκα μια βόλτα στην πόλη, μετά τη γιορτή, μέσα στη λιακάδα, γεμάτη αισιοδοξία για το νέο έτος. Σε ξεγελούν οι ευχές, γλιστράς στην παιδική αυταπάτη πως ανήκεις σε ευγενές, γενναιόδωρο είδος, έρχεται κι ο ήλιος μετά κι ανοίγεις αθέλητα την ψυχή σου στο δρόμο, ξεχνώντας τις άμυνες που πρέπει να χρησιμοποιείς καθημερινά. Πρώτη προσγείωση, ο ζητιάνος με το κομμένο χέρι και το μισόκλειστο μάτι, απλώνει πολύ κοντά στο σώμα σου ένα ποτήρι για να ρίξεις λεφτά. Δεν χαλαρώνουν οι επαίτες επειδή εσύ μαλάκωσες, αντιθέτως. Είσαι στην καταλληλότερη στιγμή για να στέρξεις, υποτίθεται. Λίγο πιο κάτω ένα πολύ αδύνατο παιδί ρίχνει στον αέρα μπαλάκια και τα ξαναπιάνει, θα μπορούσε να θεωρηθεί άλλη κατηγορία, καλλιτέχνης του δρόμου, αλλά κάτι στην αδυναμία, κάτι στο ακατάπαυστο παραμιλητό τον κατατάσσει στην ίδια γκροτέσκα κατηγορία με τον προηγούμενο. Είναι καινούργια αυτά τα πρόσωπα στην περιοχή, η οποία δεν διακρινόταν για παρουσία επαιτών, όμως φαίνεται μπήκε στο χάρτη. Μεγαλώνει συνέχεια το κέντρο, όπου απαραιτήτως συναντάς κάθε παραλλαγή αθλιότητας που φαντάζεσαι, κατευθείαν βγαλμένη από τον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα. Αυτά παθαίνουμε που δεν διαβάζουμε λογοτεχνία, είμαστε υποχρεωμένοι να τη ζούμε αενάως. Κολλημένοι στους ιστορικούς αιώνες. Φαίνεται ότι ομάδες επαιτών βρίσκουν επαγγελματικές προοπτικές στην Αθήνα, και μάλλον έρχονται κι από άλλες χώρες, γιατί δεν πρέπει να τις ενοχλούν ιδιαίτερα οι αρχές. Έχουν πολλά στο κεφάλι τους οι αρχές, τι να πρωτοκοιτάξουν; Μάλιστα, αν έχεις πολλά στο κεφάλι σου, είναι μια καλή αιτία να μην κοιτάς τίποτε.
Το περίεργο είναι ότι αν και φτωχαίνουμε, μπορούμε να συντηρούμε ακόμα τόσους ζητιάνους, με όλο και πιο εξεζητημένες παρουσίες.
Δεν πρέπει να ενισχύουμε την κατάσταση αυτή, μου έλεγε ο πατέρας μου όταν ήμουν παιδί κι ήθελα να δίνουμε ελεημοσύνη στους δρόμους. Τον έβρισκα πολύ σκληρό, γι αυτό χρόνια αργότερα, ως μητέρα πλέον, έπαιρνα μια χούφτα κατοστάρικα -τότε- στη βόλτα με τα παιδιά, να μπορούν να δίνουν σε όποιον ήθελαν. Είναι παιδική, αυθόρμητη κίνηση, όμως όταν μεγαλώνει κανείς μπορεί να το σκέφτεται λίγο περισσότερο, την εκμετάλλευση, τις μαφίες, τα παιδιά που υποχρεώνονται σ’ αυτή την άθλια ζωή, την πόλη που γίνεται όλο και απωθητικότερη. Μπα, φαίνεται ότι ως περιπατητές είμαστε ακόμα σε παιδική κατάσταση, να ικανοποιήσουμε στα γρήγορα αυτή τη δυσάρεστη ενοχή που ποτέ δεν παραλείπει να σε πνίξει τη στιγμή που βλέπεις τον ζητιάνο, και δεν μπορούμε ακόμα, δεν μεγαλώσαμε αρκετά, να την επεξεργαστούμε.

Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...