Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Αποχαιρετώντας τον Βασίλη Ριζιώτη

Αποχαιρετώντας τον Βασίλη Ριζιώτη, που πέθανε τη Μεγάλη Παρασκευή, θυμάμαι σαν όνειρο την εποχή που εργάστηκα στο ραδιόφωνο, τότε που ήταν εκείνος διευθυντής στο Πρώτο Πρόγραμμα της Ερα. Είχαν ήδη εκεί πάει μερικοί γνωστοί μου, άνθρωποι που δεν είχαμε διανοηθεί ότι θα μπορούσαν να κάνουν εκπομπές στο κρατικό ραδιόφωνο. Ήταν ο Χρήστος Βακαλόπουλος νομίζω, ο Κώστας Ρεσβάνης που έκανε μια εκπομπή “Νύχτα είναι θα περάσει”, η Μαρλένα Πολιτοπούλου που ξεκίνησε το “Μέρα -μεσημέρι” και σκέφτηκε να με καλέσει, μαζί και την Άννυ Κολτσιδοπούλου. Γράφαμε χρονογραφήματα σε εφημερίδες και περιοδικά, τότε λοιπόν αρχίσαμε να γράφουμε χρονογραφήματα για το ραδιόφωνο, τρια με τέσσερα τη μέρα, τα διαβάζαμε σα να μιλούσαμε, γινόμασταν ηθοποιοί σε ένα μικρό θεατρικό που άλλαζε συνέχεια. Κυρίως αυτό, και μαζί όλη τη δουλειά του ραδιοφώνου που ήταν ένα είδος σκηνής, συνεντεύξεις και τηλέφωνα, μοντάζ και ρεπορτάζ, ώρες δουλειάς για να βγει λίγο ζουμί, κάθε μέρα.
Τότε υπήρχε μόνο το κρατικό ραδιόφωνο και οι πειρατικοί σταθμοί. Το πρόγραμμα ήταν στάνταρ, θεωρήθηκε μεγάλη τόλμη να γίνονται εκπομπές όπου μιλούσαμε οι ίδιοι που γράφαμε τα κείμενα κι όχι οι εκφωνητές, και μάλιστα σε απευθείας μετάδοση, ή να διαβάζουν οι δημοσιογράφοι τις ειδήσεις. Ζούσαμε και δημιουργούσαμε μια μικρή καθημερινή επανάσταση, ήταν εποχή του πρώτου ΠΑΣΟΚ και οι δεξιές εφημερίδες μας χαρακτήριζαν “πρασινοκαρδερίνες” όμως κι οι Πασόκοι συχνά ενοχλούνταν και διαμαρτύρονταν στον διευθυντή της Ραδιοφωνίας, τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, και στον διευθυντή του Πρώτου, τον Βασίλη Ριζιώτη.
Κι ύστερα, όταν ξεκίνησε η ιδιωτική ραδιοφωνία, κινητοποιηθήκαμε μαζί του, βάλαμε τα δυνατά μας να ανανεωθεί ολόκληρο το πρόγραμμα. Δημιουργήθηκαν τότε εκπομπές ακόμα πιο ευφάνταστες και πρωτότυπες, όμως τα φώτα είχαν πέσει στην ιδιωτική ραδιοφωνία, κι έδινε έκτοτε τον τόνο. Παλαίψαμε για τρία χρόνια πάντως, θυμάμαι τον Ριζιώτη όρθιο πίσω από το τζάμι του στούντιο να παρακολουθεί με τις ώρες την έκβαση των εκπομπών.
Ας σταματήσω εδώ με τις προσωπικές αναμνήσεις. Θρηνούμε το δικό μας παρελθόν με την απώλεια των ανθρώπων που δουλέψαμε κοντά τους.
Ακούω πάντα ραδιόφωνο τα πρωινά, με σταθερή απελπισία. Το θέμα της παρλάτας, ή του διαλόγου που προσφέρουν οι σταθμοί, είναι σταθερά πολιτικό. Όταν λέμε πολιτικό, εννοούμε κυρίως τα σχόλια γύρω από τα πρόσωπα των πολιτικών, τι έκαναν, τι είπαν, τι απάντησαν, τι φορούσαν. Η ενασχόληση μαζί τους προφανώς προσδίδει κύρος στον απασχολούμενο, αυτό που δεν προλαβαίνει να κερδίσει με εκπομπές που χρειάζονται υπερβολική προετοιμασία. Δεν αναγνωρίστηκε ποτέ κι εκείνη η πολυτελέστατη κατάσταση που ζήσαμε τότε, οπότε δίκιο έχουν οι άνθρωποι και τρέχουν πίσω από τις ατάκες, τις τιράντες, τα μαργαριτάρια, τις ρήσεις των πολιτικών χώνοντας σφήνες στη σπουδαία ελληνική ιστορία το λιθαράκι τους. Είχαμε τεράστια τύχη να πέσουμε σ' εκείνη τη σελίδα, ας πούμε ένα ευχαριστώ κι ας γυρίσουμε το κουμπί τώρα στο ραδιόφωνο μήπως βρούμε συμπαθητική μουσικούλα.
. Ήταν όλο το επιτελείο σπάνιο εκείνα τα χρόνια, η Δέσποινα που είναι εδώ στη φωτογραφία, η Ρηνιώ, έμπαινες στο γραφείο της διεύθυνσης και άνοιγε η ψυχή σου. Σεβόταν τη δουλειά μας και την υπερασπιζόταν, αλλά ομολογώ, τότε τα θεωρούσα αυτονόητα αυτά, δεν ήξερα. 
Εχουν τόσο αλλάξει τα πράγματα που καμιά φορά αναρωτιέμαι στ' αλήθεια αν μπορέσαμε κάποτε να εργαστούμε με τέτοιες συνθήκες στο κρατικό ραδιόφωνο, αν υπήρξε εκείνη η ατμόσφαιρα ή την ονειρεύτηκα. Κι απόψε μαθαίνοντας ότι πέθανε ο Ριζιώτης, από τη μια επιβεβαιώνεται πως ήταν αληθινή, και ταυτόχρονα χάνεται έτσι ξαναζωντανεμένη, μαζί με τη νιότη μας


Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Φόρα τα γιορτινά σου προσφυγάκι

Φόρα τα καλά σου όταν θα είσαι προσφυγάκι στην πλατεία Βικτωρίας, της είπε ίσως η γιαγιά της. Είναι μέρα σημαντική για σένα αυτή, θα τη θυμάσαι για όλη τη ζωή σου. Έφτασες ζωντανή στην Ευρώπη, σε χώρα άγνωστη, βάλε τα γιορτινά σου. Δεν καταλαβαίνεις τι λένε, δεν έχεις σπίτι, τη νύχτα θα κοιμηθείς στριμωγμένη με άλλους δέκα, με άλλους είκοσι. Οι γονείς σου δεν μπορούν να σου πουν πού θα πάνε και τι θα απογίνουν, ποια γλώσσα θα μάθεις στο σχολείο που θα πας, δεν είναι καν σίγουροι αν θα τα καταφέρεις να πας σε κάποιο σχολείο. Φόρα το φουστάνι της Λαμπρής ανάμεσα σε γονείς και συγγενείς, φέρε μια γύρα να το δουν οι διαβάτες.
Θα θυμάσαι την πλατεία με το ξένο πλήθος, που ήσουν όπως όλοι, ξένη κι ανεπιθύμητη. Θα θυμάσαι το τσιμέντο, τη ζέστη, τους ανθρώπους καθισμένους περιμένοντας χωρίς να ξέρουν τι. Θα θυμάσαι τους πελάτες των κινητών που περίμεναν δωρεάν νουμεράκι για διαφήμιση, να μιλήσουν με τους άλλους που έμειναν πίσω και πήγαν μπρος. Θα θυμάσαι στη σειρά μπαλκονόπορτες και παράθυρα ατέλειωτων σπιτιών που δεν είδες ποτέ πώς είναι μέσα.
Ήρθες με βάρκα, είχες το φόρεμα διπλωμένο στο σακίδιο; Φόρεσες σωσίβιο και σε πήραν αγκαλιά να περάσεις τα βράχια; Ήρθες με αεροπλάνο, ήταν το φόρεμα στη χειραποσκευή; Στο χάρισαν μήπως εδώ παιδάκια που δεν τους κάνει πια; Ξέρεις όμως ήδη το μυστικό, τα άσπρα ταιριάζουν στις μελαχρινές. Είναι μια καλή αρχή να ξεκινήσεις την καινούργια ζωή σου.

The Geffrey museum of the home

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Elsinki

 Με το Ελσίνκι μπερδευόμουν γιατί αυτό το Ελ μπροστά το κάνει να μοιάζει αραβικό, όπως το Ελβενιζέλος, Ελσαλβαδόρ και Ελέι. Ωστόσο πλούσια τα ελέη και αχόρταγο το γιούγκενστυλ, ευτυχώς ελαφρωμένο στη λιακάδα




Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Σιδερώστρες

Στο τελευταίο μου ταξίδι στο Λονδίνο δεν επισκέφτηκα μουσεία. Επισκέφτηκα σπίτια φίλων, παιδιών, συγγενών, παιδιών φίλων και παιδιών συγγενών. Γενικά νέους, που μένουν όλοι με άλλους νέους, σε σπίτια με κάμποσες κρεβατοκάμαρες, όπου μοιράζονται την κουζίνα, το μπάνιο, και μερικοί προνομιούχοι και το σαλόνι, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, για να μπορούν να μοιράζονται το νοίκι. Η στέγη συνεχίζει να είναι η ακριβότερη της Ευρώπης, ίσως και του κόσμου, ποιος ξέρει; Το προνόμιο να ζεις και να δουλεύεις στην πόλη αυτή κοστίζει.
Μερικά από τα σπίτια αυτά χρειάζονται ανακαίνιση, αλλά δεν παύουν να είναι πανάκριβα. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων του Λονδίνου μπορούν να ζουν πλουσιοπάροχα μόνο από τα νοίκια. Δεν μένουν και πολύ στο σπίτι τους οι νέοι εργαζόμενοι, το μπάνιο να δουλεύει καλά, να είναι εμφανίσιμοι και περιποιημένοι, αυτό μετράει. Κάθε πρωί φεύγουν νωρίς, το βράδυ γυρίζουν συνήθως αργά, μερικοί πολύ αργά. Στα δωμάτια έχουν ο καθένας όρθια τη σανίδα σιδερώματος. Ανά πάσα στιγμή μπορούν να πατήσουν λίγο το γιακά του πουκάμισου, ή τη φούστα, για να μπορούν να φαίνονται άψογοι στο γραφείο.
Μέσα σε τέτοια έλλειψη χώρου η διαρκής ετοιμότητα της σιδερώστρας μοιάζει σπατάλη, όμως φαίνεται πως το πουκάμισο που δεν τσαλακώνει ή το κάζουαλ εν γένει ρούχο δεν κάνει για τη δουλειά της αρένας, που είναι το Λονδίνο. Εδώ πρέπει να εξαντλείς κάθε δυνατότητα να είσαι άψογος, σαν ευγενής με πύργο στην εξοχή, σα λόρδος με υπηρέτες να σε φροντίζουν, να μην αφήνεις στην τύχη τις λεπτομέρειες. Κι ας μη φτάνει ν' απλώσεις το χέρι σου ανεμπόδιστα από το γραφειάκι στον τοίχο.
Τους βλέπεις τα πρωινά να ξεχύνονται στους δρόμους του κέντρου, όλοι φιγουρίνια με τις τσάντες τους, με βήμα βιαστικό που νομίζεις ότι θα σε παρασύρει καθώς έχεις ξεμάθει τέτοιους ρυθμούς και ταχύτητες, και καταλαβαίνεις ότι παίζουν στο μεγαλύτερο χρηματιστήριο με το πολυτιμότερο νόμισμα που τους δόθηκε, τη μόρφωση και τις προσωπικές τους ικανότητες. Το σώμα στρατεύεται στον αγώνα αυτόν μαζί με το πνεύμα και με όλες τις δυνάμεις που μπορούν να στρατευτούν, της σιδερώστρας συμπεριλαμβανομένης. Μερικοί μετακινούνται με ποδήλατα, και κουβαλούν το κοστούμι χωριστά, άλλοι τρέχουν με αθλητικά κι έχουν στο σακίδιο τον εξοπλισμό ολόκληρο.
Τόσες εφευρέσεις κι ευκολίες δεν έχουν καταφέρει ν' αντικαταστήσουν την εντύπωση που δημιουργούν τα καλά υφάσματα, αυτά που εκ φύσεως τσαλακώνονται εύκολα, όταν είναι σιδερωμένα. Οι νέοι εργαζόμενοι τα έμαθαν αυτά σε κάποια άτυπη μετεκπαίδευση τους. Ως γονιός θα έπρεπε να ζητήσω συγγνώμη που τα άφησα μάλλον ανεκπαίδευτα σε θέματα εμφάνισης, πιστεύοντας αφελώς ότι μπορείς να κυκλοφορείς όπως λάχει, αρκεί να λάμπουν στα μάτια σου οι καλές σου προθέσεις και τα μοναδικά ταλέντα σου. Υπήρξαμε χαϊδεμένη γενιά που έθρεψε πολλές επιπολαιότητες. Ευτυχώς τα παιδιά μας έχουν υπομονή μαζί μας, Ακαι κυρίως, μπορούν να κινούνται ελεύθερα στις χώρες της Ευρώπης.

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Ερωτας για τα ιταλικά

Επισκέφτηκα τα παιδιά μου στην Αγγλία, όχι μόνο τα δικά μου για να είμαι ακριβής, και στο ταξίδι της επιστροφής διάβασα την πιο ταιριαστή ιστορία γλωσσικής περιπλάνησης από την αμερικανίδα συγγραφέα Τζούμπα Λαχίρι. Ένα βιβλιαράκι δίγλωσσο που διηγείται την αγάπη της για τα ιταλικά και τη μύηση της στην ιταλική γλώσσα.
Όπως ξέρουν όσοι την έχουν διαβάσει, έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά τα βιβλία της, η Τζούμπα Λαχίρι είναι ινδικής καταγωγής. Στο σπίτι της μιλούσαν Μπάνγκλα, αρχαία και ένδοξη γλώσσα, αφού οδήγησε στη δημιουργία του Μπανγκλαντές ως στοιχείο διακριτής ταυτότητας των Μπάγκλα από τους Πακιστανούς. Παρόλη τη δόξα, η νεαρή Τζούμπα δεν κατάφερε να μάθει τη γλώσσα τέλεια, διότι δεν φτάνει να την ακούς στο σπίτι τη μητρική σου, πρέπει και να τη διδαχτείς συστηματικά, όπως ξέρουν πολύ καλά όλοι οι έλληνες μετανάστες γονείς που θέλουν να μάθουν ελληνικά στα παιδιά τους. Στο σχολείο έμαθε καλά αγγλικά, σπούδασε στη Βοστώνη, μάζεψε πολλά διπλώματα τα οποία είναι όλα κορνιζαρισμένα στο σπίτι των γονιών της, κι έγινε διάσημη πολύ γρήγορα με τα βιβλία της που περιγράφουν ανθρώπους όπως εκείνοι: μετανάστες από την Καλκούτα που βρίσκουν δουλειά στο Πανεπιστήμιο και παντρεύονται με προξενιό συμπατριώτισσες τους, οι οποίες συνεχίζουν στην Αμερική να φορούν σάρι και να μαγειρεύουν τα φαγητά που έχουν μάθει από μικρές.
Και στο μεταξύ, όπως αποκαλύπτει στο βιβλίο αυτό (“In other words”) από φοιτήτρια ζούσε έναν κρυφό έρωτα για τα ιταλικά, κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα με διάφορους δασκάλους και πηγαίνοντας σε Ινστιτούτα. Κάποια στιγμή δεν της έφτασε αυτό, σηκώθηκε και πήγε να ζήσει στη Ρώμη οικογενειακώς, με μικρά παιδιά. Κι εν συνεχεία, επειδή οι άνθρωποι είναι άπληστοι, δεν της έφτασε ούτε αυτό, άρχισε να γράφει στα ιταλικά. Το βιβλιαράκι που διάβαζα στο ταξίδι, το έγραψε απευθείας στα ιταλικά, το μετέφρασε αγγλικά άλλος.
Η ιστορία ταιριάζει όχι μόνο με το δικό μου καταπιεσμένο πλέον πάθος για τα ιταλικά, αλλά και με τους προβληματισμούς μας όλον αυτόν τον καιρό περί μεταναστών, προσφύγων, μετακινήσεων, και πόσο κουβαλούν οι άνθρωποι τις παραδόσεις τους, πόσο προσαρμόζονται, εντάσσονται, αφομοιώνονται, τι κίνητρα έχουν για εξέλιξη, προς τα πού στρέφονται τα συναισθήματά τους, κλπ κλπ.
Βέβαια ο έρωτας των Αμερικανών για την Ιταλία είναι παλιά και γνωστή ιστορία από τον καιρό του Χένρυ Τζέιμς, αλλά να υποκύπτει σ' αυτόν Ινδή με την παράδοση μιας γλώσσας που κάποτε δημιούργησε ένα κράτος και οδήγησε ανθρώπους σε αυτοθυσία μόνο και μόνο για να αναγνωριστεί, μοιάζει ανεξήγητο. Αλλά έτσι είναι οι άνθρωποι, ησυχία δεν έχουν.

A week in London

Εννοείται ότι πήγα για προσκύνημα στο Selfridges
Είχα να ταξιδέψω δυόμιση χρόνια στο Λονδίνο, βρέθηκα σα χαμένη στο Γκάτγουικ. Φοβόμουν ότι δεν θα μπορούσα να μιλήσω αγγλικά, να ρωτήσω πώς πάνε στην πόλη. Η προφορά μου θα ήταν ακατανόητη, ως συνήθως, κι ακόμα πιο ακατανόητη η δική τους. Πήγα στο γκισέ με την καρδιά σφιγμένη, φυσικά δεν κατάλαβα την πρώτη απάντηση, ξαναρώτησα. Ύστερα πάλι, ρώτησα για τρίτη φορά, δεν μπορεί να ήταν τόσο απλό, κάποιο λάθος είχα κάνει. Φόρτωσα την κάρτα Oyster ξεχνώντας ότι υπάρχει εβδομαδιαία, που θα με συνέφερε πολύ περισσότερο.
Μέχρι να φτάσω στο σταθμό του Χόλμπορν είχα αγωνία πως δεν θα τα κατάφερνα. Τελικά, πήρα ανάποδη κατεύθυνση μόλις βγήκα έξω. Περπάτησα σέρνοντας τη βαλίτσα κάμποσα τετράγωνα, το πεζοδρόμιο εδώ έχει πλάκες, η βαλίτσα σκοντάφτει. Λίγο σαν την Αθήνα δηλαδή. Καλύτερα είναι στο Παρίσι και στο Βερολίνο, που τα πεζοδρόμια τα φτιάχνουν με ενιαίο υλικό.
Θα χρειαζόμουν μια βδομάδα για να συνηθίσω να κοιτάζω στη σωστή κατεύθυνση στις διαβάσεις, να χρησιμοποιώ χωρίς άγχος το μετρό, να μάθω τρια λεωφορεία, ακριβώς όσο θα μείνω δηλαδή, την τελευταία μέρα θα ήμουν πιο άνετη από κάθε προηγούμενη, αλλά θα έπρεπε να φύγω...
Το Λονδίνο μου φάνηκε πιο δραστήριο από ποτέ. Με περισσότερο κόσμο στους δρόμους, πυκνότερη κίνηση αυτοκινήτων, περισσότερους γερανούς, σκαλωσιές, φασαρία, πινακίδες, ουρανοξύστες. Το περίγραμμα του ορίζοντα αγνώριστο από την τελευταία φορά που το είδα. Το αγγουράκι, που εμείς το λέμε κουκουνάρι, ένα κτίριο που φάνταζε πανύψηλο όταν είχε πρωτοφτιαχτεί, τώρα χάνεται ανάμεσα σε νέους όγκους από γυαλί και τσιμέντο. Υπάρχει το Γουώκι- τώκι, ο τρίφτης τυριού, η λεπίδα, και δεν ξέρω τι άλλο, το ένα ογκωδέστερο και επιβλητικότερο από τ' άλλο. Αφού ακόμα τους δίνουν ονόματα σημαίνει πως τους έχουν υπό έλεγχο, ή ελπίζουν να τους έχουν. Αν σταματήσουν να τους ονομάζουν θα σημαίνει πως αδιαφορούν, τους συνήθισαν, δεν αμύνονται, αφήνονται να τους κυριαρχήσουν ως πλήθος;
Το να περπατάς ανάμεσα σε τέτοια εργοτάξια, κάτω από σκαλωσιές, δεν έχει καθόλου γούστο κι ενδιαφέρον, κι όμως κατάφερνα συνέχεια να χάνομαι και να βρίσκομαι σε τέτοια ανεπιθύμητα μέρη, που σημαίνει ότι έχουν γίνει πολλά. Θα αλλάξουν τα πράγματα όταν οι εργασίες τελειώσουν; Μόνο αν έχουν μαγαζάκια, παγκάκια, κάποια πρόβλεψη για διάλειμμα όλοι αυτοί οι μονότονοι χώροι, που θα μπορεί να κάνει ανεκτό αυτό το ενίοτε ασφυκτικό περιβάλλον.
Τα παιδιά μου μένουν με άλλους σε σπίτια πανάκριβα κι όχι καλά συντηρημένα. Πληρώνουν 600 λίρες ο καθένας για ένα δωμάτιο σε σπίτι που έχει και κοινόχρηστη κουζίνα και μπάνιο. Οι συγκάτοικοι τους είναι από την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γαλλία, την Πορτογαλία και άλλες πόλεις της Αγγλίας, αγόρια και κορίτσια. Ξυπνάνε το πρωί νωρίς, ώσπου να βγω εγώ για το μπάνιο έχουν όλοι φύγει για τις δουλειές τους. Τα κρεβάτια μένουν άστρωτα, στα δωμάτια τους είναι μονίμως στημένη η σιδερώστρα. Το βασικό είναι να έχουν άψογη εμφάνιση στη δουλειά. Στο δρόμο είναι σα να βλέπω αυτούς τους νέους σε αναρίθμητα αντίγραφα, όλοι κομψοί, αυστηροί, βιαστικοί, προσηλωμένοι στο στόχο τους. Να δουλέψουν, να αναγνωριστεί η δουλειά τους, να πετύχουν, να βελτιώσουν τη θέση τους, ίσως να γίνουν διευθυντές, ίσως ν' ανοίξουν δική τους επιχείρηση, να καταξιωθούν, να κερδίσουν λεφτά, περισσότερα λεφτά, να φτιάξουν κάτι πρωτότυπο, να μπορέσουν να δείξουν την αξία τους, να, να, να. Πλήθη χύνονται στο δρόμο κάθε πρωί, εκατομμύρια νέοι απ' όλο τον κόσμο με την ίδια φιλοδοξία. Εδώ είναι η αρένα, εδώ θα παλαίψουν με τα λιοντάρια, κι είναι αποφασισμένοι να νικήσουν.
Ηλικιωμένοι δεν περπατούν στους δρόμους του κεντρικού Λονδίνου την ημέρα. Οι ρυθμοί τους ενοχλούν, μπορεί να εμποδίζουν το μεγάλο κύμα που ορίζει τη μέση ταχύτητα μετακίνησης, η οποία οφείλει να είναι η υψηλότερη στον κόσμο, αλλιώς θα χάσουν κάποιο βραβείο. Αισθάνομαι το σώμα μου αδύναμο ν' αντιμετωπίσει όλη αυτή τη δυναμική της νεότητας που πάλλεται στους δρόμους. Νομίζω ότι θα με παρασύρουν, θα με τσαλαπατήσουν, θα σωριαστώ σε καμιά γωνιά, αλλά βέβαια ούτε καν με σκουντούν, εκπαιδευμένοι όλοι να περπατάνε γρήγορα με ελιγμούς, να αποφεύγουν τα εμπόδια, να σέβονται υποχρεωτικά τους μυριάδες άλλους που διασταυρώνονται μαζί τους. Η ανημπόρια μου αναδεικνύεται εσωτερικά, θα μπορούσα άραγε κι εγώ να βρω μια θέση στο μεγάλο αυτό στάδιο αναμέτρησης που είναι το Λονδίνο; Σίγουρα δεν θα κατάφερνα πια να γίνω ρεπόρτερ ή οτιδήποτε τέτοιο, αλλά ίσως νταντά;
Τα μεσημέρια οι εργαζόμενοι τρώνε κάτι πρόχειρο, είτε στο κοντινό πάρκο από το τάπερ που κατάφεραν να πάρουν μαζί τους, είτε σε κάποιο προχειράδικο της περιοχής. Υπάρχει μια αλυσίδα από δαύτα που δεν έχει ούτε τουαλέτες, η λογική θα είναι φαντάζομαι ότι θα γυρίσουν στη δουλειά τους οι πελάτες για κατούρημα και λοιπές σωματικές ανάγκες. Για μένα την οιονεί τουρίστρια η αλυσίδα είναι απολύτως αποφευκτέα: Pret a manger λέγεται, με παρέσυρε μια -δυο φορές με τον γαλλικό της τίτλο. Δεν θυμάμαι να έχω δει αλλού πουθενά φαγάδικο χωρίς τουαλέτα.
Σε κάθε βήμα ωστόσο βιτρίνες, πωλητές, τοίχοι ζωγραφισμένοι, επιγραφές, χάρτες σε κολώνες, κρεμασμένες γλάστρες, κάθε είδους προτάσεις- παρεμβάσεις- εκθέσεις, προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή και το ενδιαφέρον αυτών των βιαστικών και των λιγότερο βιαστικών όπως εγώ, που θα ήθελα πολύ να χαζέψω κάθε βιτρίνα για κάμποσο, αν δεν υπήρχε η διπλανή που θέλω κι αυτή να τη χαζέψω. Δύσκολο να μοιράσεις με δικαιοσύνη τον τουριστικό χρόνο μιας άσκοπης βόλτας, ή μάλλον απολύτως μάταιο ως προσπάθεια. Αφήνομαι λοιπόν στην αίσθηση των ασταμάτητων εντυπώσεων όπως σε μια βροχή, με την απληστία αχαλίνωτη, να καταβροχθίζει εικόνες. Μόνο τα πόδια σε λίγες ώρες θυμίζουν τις πεπερασμένες ικανότητες του σώματος.
Αχ σώμα, σώμα, γιατί να είσαι σώμα, φυλακισμένο στα μέλη που κουράζονται, βαρύ, χωρίς φτερά; Κοίτα εδώ τους νέους, ανήκουν κιόλας σε άλλο είδος, λεπτοί, ευκίνητοι, γυμνασμένοι, τρέχουν με πατίνια, περπατούν ανάλαφρα, κοντεύουν να πετάξουν. Τι γενιά βαριά η δική μας, να πληρώνεις τις ευκολίες σε δυσκινησία και λίπος...
Τα δυο μου παιδιά τελειώνουν τη δουλειά τους αργά, ο ένας πιο αργά από τον άλλον. Συναντούν φίλους, χορεύει σάλσα ο μεγάλος, ο μικρός κανονίζει να πάει για σκι στη Γαλλία. Χαίρομαι που τους έμαθα να αγαπούν το χορό και τα σπορ. Θα αντέξουν περισσότερο από μένα να περπατούν, να
ερευνούν, να ταξιδεύουν και να δουλεύουν. Εύχομαι πάντα να βρίσκουν δουλειά, να αγωνίζονται έτσι ώστε να μπορούν να διακριθούν, να εξαντλούν τις δυνατότητές τους, να νιώθουν ικανοποίηση απ' αυτά που κάνουν. Τα θαυμάζω που καταφέρνουν να ζουν και να δουλεύουν εδώ.

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Βρυξέλλες, αγαπημένη πρωτεύουσα

Με τις Βρυξέλλες και το Βέλγιο έχω σύνδεσμο βαθύ και τους οφείλω χρέη, όχι μόνο επειδή λατρεύω τον Ζακ Μπρελ και τον Ερζέ.
Το 1979 είχε προκηρυχθεί μια υποτροφία από την ελληνική κυβέρνηση για ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο Παρίσι, στην πολύ σπουδαία σχολή Δημοσιογραφίας Centre de formation des journalistes, δέκα μήνες με θέμα την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το επαγγελματικό μας σωματείο, η ΕΣΗΕΑ, του οποίου δεν ήμουν ακόμα μέλος, είχε αναλάβει να διοργανώσει εξετάσεις για να διαλέξει τον καλύτερο υποψήφιο. Πήγα και τις έδωσα, πέρασα, ήρθα πρώτη. Όμως η σχολή μου έστειλε ένα γράμμα που έλεγε ότι δεν με θεωρεί κατάλληλη. Κανένας από την Ελλάδα δεν πήγε εκείνη τη χρονιά στο πρόγραμμα.
Ωστόσο εγώ πήγα στο Παρίσι για σπουδές, έκανα ένα μεταπτυχιακό στο Πανεπιστήμιο, στη Νομική σχολή ουσιαστικά, με θέματα πολύ πιο θεωρητικά και αναλυτικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κι αφού βρισκόμουν εκεί, πέρασα από την περίφημη Σχολή, να μάθω γιατί δεν ήμουν κατάλληλη για το δικό τους πρόγραμμα, και μου έδειξαν μια επιστολή από την Ελλάδα, από το σωματείο, που έλεγε ότι ναι μεν είχα πρωτεύσει στις εξετάσεις, αλλά είχαν επιφυλάξεις και μπλα μπλα μπλα. (Επειδή δεν ήμουν μέλος; Επειδή δούλευα στην Αυγή που τότε ήταν περιθωριακή και αριστερή, ενώ είχαμε δεξιά διοίκηση στην Ένωση;)
 Έκανα αίτηση να με πάρουν την επόμενη χρονιά στο πρόγραμμα, και με πήραν. Την υποτροφία την έδωσε η βελγική κυβέρνηση. Για μένα αυτό έλεγε πως ήμασταν από τότε ένα μεγάλο κράτος, η Ευρώπη, κι ας αντιστέκονται ακόμα διάφοροι φύλαρχοι στις παρυφές και στο κέντρο.΄Θεωρούσα πως οι πολίτες θα καταλάβαιναν το δικό τους συμφέρον, το πόσο οι ελευθερίες και οι δυνατότητες τους προστατεύονται σε μια ομοσπονδία όπως αυτή που θα γινόταν η Ευρώπη, αλλά απεδείχθη ότι τα πράγματα δεν είναι εύκολα στο θέμα της κατανόησης των πολιτών.
Στους δέκα μήνες του προγράμματος επισκέφθηκα τρεις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, γνώρισα δημοσιογράφους απ' όλο τον κόσμο, πήγαμε πολλές φορές στις Βρυξέλλες και λιγότερες στο Στρασβούργο, έγραψα άρθρα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, κι έγινα φανατική οπαδός της. Υπήρχε τότε μεγάλος ενθουσιασμός, φαινόταν ν' ανοίγεται ο δρόμος μπροστά μας χωρίς εμπόδια. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι τριανταπέντε χρόνια αργότερα θα βρισκόμασταν στο ίδιο σημείο των εθνικών επιφυλάξεων από όλα περίπου τα έθνη, που όλο και πληθαίνουν στους κόλπους της Ένωσης, ότι ακόμα δεν θα είχε συντελεστεί η πολιτική ένωση, ότι οι εθνικισμοί θα ήταν ζωντανοί και πολύ αποτελεσματικοί για όλους τους ηγέτες που τους χρησιμοποιούν.
Δεν κατάφερα όλον αυτόν τον καιρό να υπερασπιστώ όσο θα ήθελα την ιδέα της Ένωσης. Ο αγώνας συνεχίζεται...

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Ραπτομηχανή σαν πινέλα



Η Χρύσα Βουδούρογλου ζωγραφίζει χρόνια με βελούδο και μετάξι. Οι μεγάλες, εντυπωσιακές ταπισερί της που “δημιουργούν αισθήματα ευφροσύνης, όπως λέει ο Γιώργος Χατζημιχάλης, κατάγονται από τα paper cuts του Ματίς”. Τις φτιάχνει με υφάσματα που βρίσκει στα μαγαζιά της Αθήνας, τα σχεδιάζει, τα κόβει και τα ράβει με μια ραπτομηχανή Σίνγκερ. Είναι τα υλικά της τα υφάσματα αυτά, όπως είναι οι ακουαρέλες, τα λάδια και οι καμβάδες τα υλικά της ζωγραφικής της.
Δεύτερη φορά βλέπω σε έκθεση τα υφασμάτινα αυτά έργα. Γεμίζουν τον τοίχο με ζεστασιά και χρώμα, με άφατα συναισθήματα, αφηρημένα αλλά τόσο εκφραστικά, σα μουσική που σε καλεί σε άλλους κόσμους.
Για δεύτερη φορά αναρωτιέμαι πώς της ήρθε να επιλέξει τη σκληρή δουλειά της ραπτομηχανής που δεν είναι σαν τη σκληρή δουλειά της παλέτας, όπως και να το κάνεις. Είναι δουλειά με αναφορά στις εργάτριες, ενώ η άλλη, κακά τα ψέμματα, είναι δουλειά με αναφορά στους καλλιτέχνες.
Και ξαφνικά μοιραία μου έρχεται στο μυαλό το σπιτάκι στη Νέα Ιωνία που μεγάλωσε μαζί με την αδερφή της, η μητέρα κι ο πατέρας της, πολυαγαπημένοι μας θείοι, που πηγαίναμε να επισκεφτούμε συχνά, και πάντα με ευφροσύνη τους συναντούσαμε. Έβρισκες στο σπίτι εκείνο τους τελευταίους δίσκους, τα πιο ψαγμένα περιοδικά, ό,τι μοντέρνο κυκλοφορούσε, κι ανθρώπους γεμάτους ιδέες και δημιουργικότητα. Οι τοίχοι στα δωμάτια ήταν γεμάτοι ως πάνω με τους πίνακες του Μιχάλη, του πατέρα της, ο οποίος έφτιαχνε σχέδια για υφάσματα, για ελληνικές βιομηχανίες. Αυτά που έχουμε ακόμα μερικοί, παλιωμένα πια, σε τέντες, σεντόνια, καλύμματα, μπορούσες να τα δεις στην αποθήκη τους, σε υπερμεγέθη τελάρα. Μεγάλα λουλούδια και κλάρες που ντύνανε έπιπλα, στόλιζαν κρεβάτια, φέρνανε τη φύση επιτακτικά στη μέσα πλευρά της βεράντας. Ήταν καλλιτέχνης ακόμα και στον τρόπο που μιλούσε, δεν υπήρχε πιο τρυφερός, ήπιος άνθρωπος, που είχε περάσει του λιναριού τα πάθη ως αριστερός και δεν είχε χάσει την αρχοντιά, την ευγένεια, τη γενναιοδωρία του. Η γυναίκα του, ένα περιβόλι ζωντάνιας, κεφιού, με μια φωνή αξέχαστη, μικρασιάτικη, βαθιά και υγρή, με μυθικές μαγειρικές, είχε δουλέψει παλιότερα εργάτρια σε κλωστήρια, κι έπαιρνε στο σπίτι φασόν τα υφάσματα, “θυμάμαι να κυλιέμαι πάνω τους, κι εκείνη τα είχε φέρει για δουλειά στο σπίτι” μου είχε πει κάποτε η Χρύσα.
Σαν αποκάλυψη γεμίζει το μυαλό μου με τις αξέχαστες μορφές τους καθώς κοιτάζω τις μεγάλες συνθέσεις της έκθεσης. Ο μόχθος τους έχει μετουσιωθεί εδώ, στις απίστευτες δημιουργίες της Χρύσας. Τα υφάσματα και τα σχέδια, το ράψιμο, οι συνδυασμοί, η καθημερινότητα του εργάτη και του καλλιτέχνη, η αναμέτρηση με τα χρώματα του βελούδου και του μεταξιού, είναι ύμνος αγάπης και τελετή αναβίωσης της δουλειάς των γονιών της, είναι δικαίωση και αναγνώριση του ταλέντου τους, αλλά μαζί και κατάθεση των παιδικών επιθυμιών για χειραφέτηση κι ελευθερία. Αυτή η ταπεινή χειρωνακτική δουλειά, η γυναικεία και άρα κακοπληρωμένη, δίνει το τολμηρό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα στην υπηρεσία της δικής της φαντασίας. Κυλιέμαι κι εγώ στις παιδικές εικόνες από το φωτεινό σπιτάκι, αλλά πιο πολύ σε όσες ποτέ δεν είδα, στη χαρά που μπορεί να δώσουν αυτές που οι ζωγράφοι επινοούν για μένα.
Η έκθεση είναι στη γκαλερί Ελευθερίας Τσέλιου, Ηρακλείτου 3, ανοιχτή από τις 12 το πρωί ως τις 8 το βράδυ, 12 με 3 το Σάββατο, ως τις 16 Απριλίου.
Και στις 15 Μαρτίου εγκαινιάζεται στο βιβλιοπωλείο του ΜΙΕΤ, Αμερικής 13, έκθεση ζωγραφικής της Χρύσας, με τίτλο “Δίδυμα τοπία”.






Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Έι, παιδάκια

Έι παιδάκια, δεν το ξέρετε, αλλά η παρουσία σας είναι μαζική και δημιουργεί τρομερές συζητήσεις. Εσείς τρεχοβολάτε πάνω- κάτω στις σκάλες του μετρό, ανεβαίνετε στην κάθοδο και κατεβαίνετε στην άνοδο και νιώθετε πολύ μοναδικά και ξεχωριστά το καθένα ανακαλύπτοντας τα κομφόρ της μητέρας πόλης, το γλεντάτε και μαζί τα ξεγελάτε, ρισκάρετε την ακεραιότητα των κορδονιών σας, κάνετε φασαρία, επιπλέον βρωμοκοπάτε, ή δεν έχετε καν κορδόνια και δεν φαντάζεστε τι ακούμε εμείς που σας κοιτάμε με δέος και οίκτο. Οι αριθμοί που σας συνοδεύουν εκρήγνυνται στα κεφάλια μας. Οι απειλητικές λεζάντες της εικόνας σας. Κι ύστερα σου λέει, ασυνόδευτα. Αμ δεν είστε.
Κι οι αριθμοί δεν είναι το χειρότερο, αλλά πού να καταλάβετε το δράμα μας, ανέμελα μικρά. Οι προοπτικές, οι απειλές, τα συμπεράσματα; Ήρθατε, πιάσατε στεριά, δεν ξέρετε ότι συνεχίζονται οι αφίξεις. Και δεν χαιρόμαστε καθόλου, εδώ στη χώρα όπου θριαμβεύει η ειρήνη τόσες δεκαετίες. Ας είστε η ζωντανή απόδειξη του θριάμβου της. Εδώ πρέπει να μοιράσουμε ευθύνες. Ποιος φταίει, πόσο η Τουρκία, πόσο η Τασία, πόσο η φιλανθρωπία, πόσο ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός. Να μετρήσουμε επικινδυνότητες, να βγάλουμε χαρτιά. Εδώ πρέπει ν' αποφασίσουμε, στο Αφγανιστάν ο πόλεμος είναι αρκετά επικίνδυνος για να πάρετε άσυλο, και δεν ξέρουμε καν αν συνεχίζεται. Εσύ με τα σχιστά ματάκια, Αφγανός δεν είσαι; Σου έχω κακά νέα, οι γείτονες δεν θα σε αφήσουν να περάσεις τα σύνορα. Δεν ξέρεις ποιοι γείτονες. Δικά μας βάσανα αμαρτίες άλλων γονέων παιδεύουσι ξένα τέκνα. Κάτι βόρειοι που παριστάναν τα εγγόνια του Μεγαλέξαντρου, ακούς εκεί. Ιστορίες με ακόντια και ασπίδες, γιατί να ασχολούμαστε με τη βαρετή ειρήνη της σήμερον; Με τις παράξενες ιστορίες της σήμερον, πληθυσμούς που μετακινούνται χωρίς εκ των άνω αποφάσεις; Δεν ξέρουμε απ' αυτά, μετακινούσαμε πληθυσμούς ομόγλωσους - ομόθρησκους, να φτιάξουμε ομοιογένεια. Και πριν την πετύχουμε, καταφθάνετε εσείς οι ανομοιογενείς, τι να σας κάνουμε; Είσαι άτομο παιδί μου, ή μάζα; Χαίρεσαι ατομικά τις κυλιόμενες σκάλες, ή σαν μέρος αγροτικών μαζών που δεν έχει ξαναδεί τέτοιο πράμα; Να δω τι θα κάνεις στο σύρμα του κρατιδίου που πλέον αποδεικνύει με χέβι μέταλ πως είναι κράτος κανονικό, όχι αστεία.
Αχ να σταματούσατε να έρχεστε πια στη γεωγραφικά κομβική μας χώρα. Μέσα στην αμηχανία μας, και σε κατάσταση ψυχολογικής παλινδρόμησης θάχετε για χρόνια λόξυγγα και φαγούρα απ' όσα λέμε κι ακούμε για λογαριασμό σας όλους αυτούς τους μήνες. Σκόνη της ερήμου στα λαρύγγια μας. Εσείς με τα παπούτσια τρύπια και τη ζωή επιτακτική κι εμείς με τις λέξεις ξετιναγμένες, τα μυαλά σε σύγχυση, τις έννοιες διαλυμένες.
Μήπως να μας βοηθούσατε παιδάκια καλύτερα, αντί να σας βοηθάμε εμείς; Μήπως σας ζητάμε βοήθεια μαζεύοντας πάμπερς στο Σύνταγμα, να μας θυμήστε τα βασικά πριν τρελαθούμε; Σ' αυτό το πρώην αγανακτισμένο Σύνταγμα να ζυγίσουμε την τύχη μας; Παιδάκια, μεγαλώστε και μορφωθείτε, σας εκλιπαρούμε, μιλήστε κάποτε για μας, κρεμόμαστε από τα χείλη σας.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Bάστα Μέρκελ

Άλλον πολιτικό δεν άκουσα να λέει πως δεν θέλει στην Ευρώπη συρματοπλέγματα. Διορθώστε με παρακαλώ αν κάνω λάθος, να μου γράψετε το ονοματάκι του, να θεραπεύσω την κατάθλιψη.. Φαίνεται, είναι η μόνη από τους πρώην του υπαρκτού σοσιαλισμού η οποία μετέτρεψε το μαρτύριο των συρματοπλεγμάτων που έζησε σε πολιτική στάση. Οι άλλοι εδώ, οι γείτονες που υπέφεραν δεκαετίες από τα συρματοπλέγματα, θέλουν να τα ξαναβάλουν για να προστατευτούν τώρα από τους ανεπιθύμητους πρόσφυγες και μετανάστες. Πράγμα που μας λέει ότι δεν αρκούν οι δοκιμασίες και τα βάσανα, οι στερήσεις και η καταπίεση για να αποκτήσεις σοφία, πρέπει να τα μετατρέψεις σε κάποια άποψη μέσα σου, να τα επεξεργαστείς με τρόπο που να αποκλείει τη χρήση τους στο μέλλον.
Αλλά οι πολιτικοί πολύ συχνά πιάνονται από τα αντίθετα όσων έλεγαν για να επιβιώσουν, και στη γειτονιά το έχουμε ξαναδεί, όταν διαλυόταν η Γιουγκοσλαβία τι εύκολα μετατράπηκαν σε εθνικιστές οι ψημένοι του υπαρξιακού, συγγνώμη του υπαρκτού. Τους πήγαινε απαλά το ρεύμα στην κορφή της εξουσίας, μέχρι που βρέθηκαν στα ευρωπαϊκά δικαστήρια έχοντας συντελέσει στη μείωση του υπερπληθυσμού της γης με μεθόδους πολύ ξεπερασμένες. Τώρα τα πράγματα είναι πιο απλά και αναίμακτα, δεν χρειάζεται να τρομοκρατείς χωριά με φωτιές και ένοπλα σώματα, τα τρομοκρατείς με εικόνες προσφύγων που θέλουν να εγκατασταθούν στην Ευρώπη. Είναι πρόοδος, οπωσδήποτε. Αλλά προτιμώ την αργή πρόοδο που υπερασπίζεται η Μέρκελ, την απόφαση που δεν μπορεί να επιβάλει. Οι ηγέτες που αφουγκράζονται τις κρυφές, ή όχι και τόσο κρυφές επιθυμίες των λαών τους, που απευθύνονται στους φόβους τους, πάντα καταστροφές έφερναν όταν βρίσκονταν στην εξουσία.
Μιλώντας για υπερπληθυσμό, η μόνη ήπειρος που δεν πάσχει είναι η Ευρώπη. Έχει μάλιστα το αντίθετο, δημογραφικό πρόβλημα. Τότε γιατί δεν δέχεται με ανοιχτή αγκαλιά τους πρόσφυγες; Μα πώς να τα βάλουν οι ηγέτες των χωρών της με τις προκαταλήψεις των πολιτών τους για τους ξένους, τους μουσουλμάνους, τους ελεεινούς; Πώς να οργανωθούν να τους δεχτούν όταν βλέπουν να χειροκροτά ο κόσμος όταν καίγεται κέντρο υποδοχής προσφύγων, και τα συναφή; Πώς να τους επιτρέψουν να εγκατασταθούν και να δουλέψουν, πώς να περιμένουν να πειστούν οι συντηρητικοί και οι φοβικοί ότι δεν θα τους φάει το πλήθος των καταδιωγμένων; Πώς να πληρώσουν το 'πολιτικό κόστος' οι πτωχοί;
Δύσκολη δουλειά, αλλά γι αυτό δεν υποτίθεται ότι είναι ηγέτες; Για τις δύσκολες δουλειές; Μα μόνο η Μέρκελ να την κάνει; Δεν πληρώνει αυτή πολιτικό κόστος; Τόσο πλούσια είναι η φράου;
We are on your side, frau Merkel! We support you, frau Merkel.
Τώρα εμείς εδώ, που άλλο δεν φιλοδοξούμε από το να είναι η χώρα μας απλός διάδρομος διέλευσης, να φύγουν οι άνθρωποι, να πάνε αλλού, είμαστε στο πλευρό σου.



Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...