Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Άλλες παρελάσεις

 Μικρή δεν με πηγαίνανε ποτέ σε παρελάσεις. Μεγάλη δεν πήγα παρά μόνο για να δω τα παιδιά μου, δυο φορές που παρελάσανε. Όταν πήγαινα σχολείο ο πατέρας μου δεν ήθελε να παίρνω μέρος στις μαθητικές παρελάσεις, και δεν έπαιρνα. Ποτέ δεν έχω παρακολουθήσει στρατιωτική παρέλαση στη ζωή μου, ούτε και στην τηλεόραση.

Ωστόσο κάποτε θυμάμαι ότι είχα δει στην Αθήνα καρναβάλι. Είχε άρματα πολύ εντυπωσιακά, τα θυμάμαι να κατεβαίνουν την Πανεπιστημίου, στολισμένα με άπειρα λουλούδια, κοπέλες να χορεύουν επάνω, με κάτι περίεργα σχέδια, πολύ εντυπωσιακά. Είχα μαγευτεί. Αλλά δεν πρέπει να έγινε πάνω από δυο -τρεις φορές.
Αυτό το ωραίο πράγμα γιατί σταμάτησε τόσο εύκολα, κι οι παρελάσεις συνεχίζονται απτόητες;

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Πού πας κυρά μου;

Οδηγώ στην εθνική και στα πρώτα διόδια αναζητώ τα γραφεία της εταιρίας που εισπράττει διόδια. Βγαίνω δεξιά, βλέπω κάτι σαν προκάτ σπιτάκι με το σήμα της επάνω, αλλά φραγμένο. Προχωράω λίγο και χωρίς να το καταλάβω κλείνω μια στενή δίοδο για το πίσω προκάτ σπιτάκι, που νόμιζα ότι είναι συνέχεια. Αμ δε. Κάνω να βγω από τ' αυτοκίνητο, ακούω ένα επίμονο κορνάρισμα, πάει η ψυχή μου στην Κούλουρη, κοιτάζω δίπλα, ένα περιπολικό.
-Πού πας κυρά μου και κλείνεις το δρόμο!
-Συγγνώμη δεν κατάλαβα...
-Δεν βλέπεις ότι είναι η πόρτα της Αστυνομίας εδώ; (έξαλλος)
-Δεν το είδα, έψαχνα την πόρτα της εταιρίας...
-Άει φύγε γρήγορα απο κει πέρα!
-Να πάω πίσω, εκεί είναι η εταιρία; ρώταγα κιόλας, η θρασύς για να δείξω ότι τους μεταχειρίζομαι σαν κανονικούς αστυνομικούς που οφείλουν να δώσουν πληροφορίες, κι όχι σαν μπάτσους, που τους φοβάμαι και απλώς τους αποφεύγω, κι όταν συγκρατούνται από το να με κλωτσήσουν απλώς εξαφανίζομαι.
-Άει μπες μέσα και φύγε!
-Και πού είναι η πόρτα παρακαλώ για την εταιρία;
-Φύγε από κει και θα σου δείξω, λέει ο σωματώδης τύπος στο τιμόνι καθώς συγκρατείται με κόπο να μη με βρίσει.
Φεύγω. Πάω προς τα πίσω. Αλλά δεν μπορεί να με αφήσουν έτσι, πριν στρίψουν βγάζει το κεφάλι ο συνοδηγός και γαυγίζει όσο πιο εξευτελιστικά μπορούσε, διότι πλέον απηύδισε με την απάθειά μου -η καρδούλα μου το ξέρει- όχι βέβαια την πληροφορία που του ζήτησα, αλλά την απορία του:
-Καλά ρε, πρώτη φορά οδηγάς;
Ακούγεται το αγανακτησμένο γέλιο τους και φεύγουν. Δεν χρειάζεται απάντηση, έχω φύγει κι εγώ, ήταν απλώς ένα επιβαλόμενο ξέσπασμα, για να μην ξεχνάμε και πού βρισκόμαστε. Να μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Να νιώσω τον εξευτελισμό από την εξουσία σαν ένα κομμάτι λάσπη που μου εκτοξεύουν στα μούτρα και πρέπει να σταθώ να βγάλω από πάνω μου.
Θυμάμαι ξαφνικά, καθώς μάταια κάνω όπισθεν και ψάχνω την άλλη πόρτα, που δεν υπάρχει, είτε είναι τόσο κλειστή ώστε να μην ξεχωρίζει, θυμάμαι ένα περιστατικό σε ένα κινέζικο εστιατόριο στο Λουξεμβούργο, όπου ήμουν πριν μια εβδομάδα ακριβώς. Στη γωνία της αίθουσας που τρώγαμε ήταν ένα τύπος, ένα μεσήλικας μόνος του, ο οποίος αφού έφαγε αρνιόταν να πληρώσει. Έγιναν διάφορες κουβέντες στα πνιχτά μεταξύ των Κινέζων, οι οποίοι κάποια στιγμή κάλεσαν την Αστυνομία. Έφτασαν δυο νεαροί, ένας άντρας και μια γυναίκα, μίλησαν γαλλικά με τους κινέζους κι ύστερα προχώρησαν στον τύπο, ο οποίος δεν είχε σηκωθεί από το τραπέζι, του είπαν καλημέρα, του συστήθηκαν με ονοματεπώνυμο ο καθένας, τον χαιρέτησαν δια χειραψίας όρθιοι, κι ύστερα κάθησαν μαζί του και συζήτησαν στη γλώσσα της περιοχής.
Τι τα θέλουμε τα ταξίδια στην Ευρώπη τρομάρα μας; Παίρνουν τα μυαλά μας αέρα κι ύστερα κάνουμε απερισκεψίες.

Κερδισμένη ώρα, χαμένα χρόνια

Ήταν η Κυριακή μεγαλύτερη χθες με την αλλαγή της ώρας και θα έπρεπε να νιώθω πιο ξεκούραστη και προνομιούχα. Γιατί δεν μου συνέβη; Έφταιγε η βροχή που ξεσπούσε κάθε τόσο απότομα και ματαίωνε τα σχέδια για βόλτα, έφταιγε η συννεφιά που κάνει τον ουρανό να χαμηλώνει και χρωματικά να αναμειγνύεται με τα βρώμικα τσιμέντα της Αθήνας; Δεν μου φάνηκε η ώρα που μας χάρισαν, δεν την ευχαριστήθηκα, έφυγε κι αυτή βιαστικά σαν όλες τις συνηθισμένες. Από πού την πήραν, άρχισα να αναρωτιέμαι, και μου τη σερβίρουν τώρα μέσα σ΄ αυτό τον παλιόκαιρο; Και ψάχνοντας να βρω κλεμμένες ώρες βρέθηκα να μετράω κλεμμένα χρόνια στη ζωή, που πάντα κάνεις λάθος τους υπολογισμούς και πάντα αλλιώτικος σου βγαίνει ο λογαριασμός. Φταίει το ότι ο χρόνος του μέλλοντος πάντα επενδύεται με ελπίδες, φαντάζεσαι το μέλλον απελευθερωμένο, χειραφετημένο, λες και ο χρόνος από μόνος του θα τα αλλάξει όλα. Η έννοια του χρόνου εμπνέει όρους που μας μπερδεύουν, ας πούμε τη λέξη «καθυστέρηση». Ήμασταν παιδιά και μαθαίναμε πως η Ελλάδα ήταν σε όλα λίγο καθυστερημένη λόγω προηγούμενων καθυστερήσεων, είχαμε πιστέψει όμως πως κάπως θα έτρεχε στο μεταξύ να προλάβει τους άλλους και όταν θα μεγαλώναμε θα βρίσκαμε τα πράγματα κανονικά και όπως πρέπει.

Μεγαλώσαμε και οι παλιές καθυστερήσεις έγιναν ιδιαιτερότητες, δεν βιάζονται καθόλου να προλάβουν, κοιτάζουν πίσω ευχαριστημένες, νωχελικά απολαμβάνουν τη λιακάδα και σαν γατούλες γλείφουν το γυαλιστερό τους τρίχωμα. Νωχελικά κι εσείς χαζέψτε στη λιακάδα μας λένε, έτοιμες να βγάλουν νύχια αν εμφανιστεί απειλή ταχύτητας και αλλαγής. Μόνο η συννεφιά τούς το χαλάει. Μια ώρα περίσσευμα ξαφνικά την Κυριακή τη συννεφιασμένη, όπου το ρίχνεις στην περισυλλογή και μετράς κερδισμένες ώρες και χαμένα χρόνια.
Από τα ΝΕΑ, το 2009
http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4542906/?iid=2

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Σύνταγμα

 Από τη στάση των τρόλεϊ στο Σύνταγμα, έως τη διάβαση όπου τ' αυτοκίνητα δεν σταματούν κι οι πεζοί δεν διαβαίνουν, σε σταματούν τρεις φορές νεαρές με τα δωράκια στα μούτρα, να τους δώσεις το ονοματάκι σου, να απαντήσεις σε έρευνα αγοράς, να σου χαρίσουν αυτές ένα χαρτομάντιλο, κάνεις σλάλομ ανάμεσα σε χιλιάδες ταξί ατάκτως παρκαρισμένα, ανάμεσα σε μοτοσικλέτες αστυνομίας, συναντάς τρεις ζητιάνους, κολλάνε οι σόλες σου σε δέκα ειδών κολλώδεις βρώμες στις πλάκες, και στην κολώνα της Τράπεζας διαβάζεις:

"Με μνημόνια ή χωρίς, θάνατος στον αστικό τρόπο ζωής"
Ζούμε με στόχο, όχι αστεία. Αποθανέτω η ψυχή- και το σώμα- μετά των αλλοφύλων

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Ποιο είναι το αυτονόητο;

Δεν παρακολούθησα το debate της περασμένης Τετάρτης. Περνώντας δίπλα από την οθόνη, άκουσα μόνο μια ερώτηση, ύστερα ακόμα μια, ξαναπερνώντας για να πάω να χωθώ στο κρεβάτι μου και να κουκουλωθώ ώς το κεφάλι. Η μία ήταν για τις γερμανικές αποζημιώσεις, η άλλη δεν ήταν για τίποτε, αναφερόταν ξεκάθαρα σε ένα συναίσθημα: «Είπατε πως πρέπει να είναι φίλοι μας οι Γερμανοί;» Απευθυνόταν στον Σταύρο Θεοδωράκη, ο οποίος απάντησε ότι και οι Γερμανοί και οι Σουηδοί και όλοι οι λαοί θέλουμε να είναι φίλοι μας.
Με πείραξε, με προσέβαλε το αυτονόητο που κρυβόταν πίσω από τις ερωτήσεις. Ο υπαινιγμός ότι όλοι οι Ελληνες οφείλουμε, αλλιώς είμαστε ύποπτοι εθνικά, να μην αισθανόμαστε φίλους τους Γερμανούς και να υπερασπιζόμαστε το αίτημα για τις γερμανικές αποζημιώσεις. Οσοι δηλαδή θεωρούμε ιδιαίτερα φίλους τους Γερμανούς και δεν συμφωνούμε με τη διεκδίκηση των αποζημιώσεων δεν είμαστε καλοί Ελληνες, μη σου πω και ύποπτοι.
Κι όσοι θεωρούμε αυτονόητο ότι η απόφαση των νικητών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συμμάχων, στους οποίους ανήκε η Ελλάδα, να χαριστούν οι αποζημιώσεις, να μην ξαναγίνει το λάθος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που είχε οδηγήσει στον Δεύτερο, είναι από τα πιο σημαντικά βήματα προόδου που έχει κάνει η ανθρωπότητα και είμαστε περήφανοι που ανήκουμε στην Ευρώπη αυτή, της δύσκολης απόφασης, της προσπάθειας ειρήνης, λήθης, συμφιλίωσης, όσοι δεν θέλουμε να ξεχωρίσει η Ελλάδα τον εαυτό της από τη στάση αυτή, όσοι θεωρούμε ότι αξιοπρέπεια είναι να συνεχίσουμε να ανήκουμε σε αυτή την ομάδα κρατών και λαών κι όχι να βγούμε αυτοβούλως στην άκρη απαιτώντας χρήματα τώρα πίσω πίσω, προβάλλοντας βίντεο σπαρακτικά της Κατοχής μέσα στο μετρό, ξύνοντας πληγές που πρέπει να επουλωθούν, που ανήκουν πια στον στοχασμό, στην τέχνη, δεν μπαίνουν στις πολιτικές αναμετρήσεις, δεν θέλουμε να μπαίνουν, εμείς δεν έχουμε φωνή, δεν έχουμε πολιτική έκφραση;
Δεν υπάρχει δημοσιογράφος να θεωρήσει αυτονόητα αυτά τα πράγματα, να βρει τον τρόπο να αντισταθεί στην κατρακύλα των εκβιαστικών ερωτήσεων, δεν υπάρχει πολιτικός να βρει το κουράγιο να ταρακουνήσει λιγουλάκι αυτή τη βεβαιότητα των επιθετικών παρελθοντολάγνων;
Εκλογές κάθε τρεις και λίγο φαίνεται ότι κάνουν τα ταμπού ακατανίκητα και ακόμα πιο ταμπού. Πού να βρεθεί καιρός για συζήτηση και αποχρώσεις; Μέσα στο ψυχαναγκαστικό κλίμα που δημιουργούν αυτά τα δήθεν debate, άντε τόλμα να πεις, να σκεφτείς περνώντας μπροστά από την οθόνη, ότι ναι, οι Γερμανοί είναι φίλοι μας.
Περισσότερο από άλλους, πώς να το κάνουμε; Από την εποχή της δημιουργίας του νέου ελληνικού κράτους, με εξαίρεση την Κατοχή, που έγιναν εχθροί των πάντων, έκαναν περισσότερα από πολλούς για την Ελλάδα. Θα μας υπαγορεύσουν και τη σκέψη και το βλέμμα τώρα οι κατασκευαστές κλισέ;
15-9-2015

Να φύγουμε, να πάμε αλλού!

Γιατί δεν πάνε οι πρόσφυγες στη Σαουδική Αραβία, αναρωτιούνται πολλοί. Δεν ξέρω για όλους τους πρόσφυγες, αλλά για δύο νεαρούς που γνώρισα πέρσι, λίγο πριν φύγουν για το παράνομο και πεζοπορικό ταξίδι τους ώς τη Γερμανία. Αυτή η δουλειά γινόταν φυσικά και πριν φτάσει στα πρωτοσέλιδα, συστηματικά, από τότε που έγινε αδιέξοδος ο πόλεμος στη Συρία.
Καθώς έχουν την ηλικία των παιδιών μου οι νεαροί αυτοί, τους έβλεπα να ετοιμάζουν τα σακίδια για την πορεία, τα παγούρια, τα σάντουιτς, δεν άντεξα, άρχισα τα μαμαδίστικα. ❝Πώς θα το κάνετε αυτό, παιδιά; Οι μαμάδες σας το ξέρουν;❞. Τέτοια. ❝Και πού είναι αυτές οι μαμάδες; Τις αφήσατε στη Συρία;❞.
❝Η δική μου είναι στη Σαουδική Αραβία❞ λέει ο ένας.
❝Και γιατί δεν πας κι εσύ εκεί, παιδί μου;❞ εγώ, ως άσχετη.
Με κοιτάζει πικρά, δείχνει τον εαυτό του, το πρόσωπό του, και λέει:
❝Να πάω εγώ στη Σαουδική Αραβία, για κοιτάξτε με! Εγώ, κυρία, είμαι φωτογράφος. Ξέρετε πώς είναι η ζωή στη Σαουδική Αραβία; Δεν μπορείς να κυκλοφορείς όπως θέλεις, να δουλεύεις, να φωτογραφίζεις. Οι γυναίκες ξέρετε πώς πρέπει να κυκλοφορούν; Κουκουλωμένες απ’ την κορφή ώς τα νύχια. Τι φωτογραφίες να βγάλω, τι να τις κάνουν τις φωτογραφίες μου; Στη φυλακή θα βρεθώ. Είμαι είκοσι δύο χρονών, θέλω να ζήσω. Δεν μπορώ να πάω εκεί, δεν θέλω τέτοια ζωή❞.
Αυτά μου είπε ο νεαρός, και κατάπια τη γλώσσα μου. Είχα μιλήσει λες κι η ζωή είναι ένα βάρος που το φέρεις όπως λάχει, χωρίς επιλογές, χωρίς επιθυμίες και φιλοδοξίες· γιατί; Επειδή γεννήθηκες στη Συρία; Λες κι οι μουσουλμάνοι απανταχού της γης είναι τζιχαντιστές που δεν έχουν άλλο στο μυαλό τους από το πώς να καταστρέψουν την ανθρωπότητα, ταγμένοι σε ομοιόμορφη ζωή.
Ομως οι άνθρωποι έχουν αυτό το κακό, θέλουν να ζήσουν, κι όχι στοιβαγμένοι σε κοντέινερ, αλλά σε πόλεις αληθινές, με ευκαιρίες και με πειρασμούς. Θέλουν να αναμετρηθούν μ’ αυτό που υπάρχει στον κόσμο, δεν μπορεί να επιλέξουν την κατάσταση του τυφλοπόντικα.
Κι όσο γι’ αυτό που λέγεται, ότι δεν έχουν πρόσφυγες οι χώρες της Ασίας, είναι ανακρίβεια φυσικά, οι περισσότεροι πρόσφυγες βρίσκονται στις γειτονικές με τη Συρία χώρες.
Για να συνεχίσω την ιστορία, οι νεαροί έφτασαν στη Γερμανία, έβαλαν και φωτογραφίες τους στο Facebook για να μην ανησυχώ, όπως μου είχαν υποσχεθεί, μπροστά σε διάφορες γοτθικές μητροπόλεις, κι όλο χαμογελούν.
Θα ζήσουν οι πρόσφυγες, θα περάσει αυτή η μπόρα, θα βρουν γρήγορα την αξιοπρέπειά τους, ίσως θα τους ξεχωρίζει μόνο το ότι θα μπορούν να εκτιμούν περισσότερο τον ειρηνικό τρόπο ζωής που εμείς περιφρονούμε.
8-9-2015

Οι drama queens δεν χάνονται

Κάποιος ονειρεύεται χαμένες γενιές, για να βγει μπροστά να τους δείξει τον δρόμο, έχει το θράσος να το λέει, ν’ απευθύνεται στους εικοσάρηδες μ’ αυτό το επίθετο. Ετσι και πετύχει κάνα παιδί σε υπαρξιακό πρόβλημα, του σερβίρει ταυτότητα, νομίζει.
Ούτε ο πρώτος είναι, ούτε ο τελευταίος που μαζεύει κλισέ της δεκάρας από τους άπειρους drama queens της πεντάρας που κυκλοφορούν στην πιάτσα. Πραμάτεια προεκλογική από τον πάτο του καλαθιού, για πελάτες εθισμένους στην κλάψα. Ας ανανεωθεί τουλάχιστον το ρεπερτόριο. Η χαμένη αυτή γενιά έχει στη διάθεσή της τις περισσότερες δυνατότητες για σπουδές από κάθε προηγούμενη.
Ποτέ δεν υπήρχαν τόσες σχολές, τόσες υποτροφίες, τόσοι κλάδοι, τόση κατανόηση για κάθε ταλέντο και για κάθε ελάττωμα, για κάθε κλίση και για κάθε ιδέα, όσο σήμερα.
Οι πανελλαδικές βέβαια συνεχίζουν να είναι εξουθενωτικό και παραμορφωτικό σύστημα εισαγωγής στα Πανεπιστήμια, αλλά για κάποιον που θέλει να σπουδάσει στ’ αλήθεια δεν είναι παρά ένα είδος τελετής ενηλικίωσης, που περνάει και τον αφήνει στο κατώφλι της ζωής του με όλη την πιθανή ελευθερία και τον πιθανό σεβασμό που μπορεί να ονειρευτεί άνθρωπος.
Οι σημερινοί εικοσάρηδες είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Εχουν ίντερνετ, όποτε θέλουν μπορούν να ψάξουν ό,τι βαστάει η καρδιά τους. Στην Αγγλία και στις άλλες περιζήτητες για σπουδές χώρες πληρώνουν τα λιγότερα δίδακτρα, ενώ οι εκτός Ε.Ε. πρέπει να είναι παιδιά πριγκίπων για να σπουδάσουν.
Κινούνται ελεύθερα στις πιο ελεύθερες χώρες του κόσμου, τις ευρωπαϊκές, τις γεμάτες υποτροφίες, επιδοτήσεις σπουδών, προσφορές πρακτικής, τις πιο επινοητικές, τις πιο σεβαστικές απέναντι στους νέους. Οι γονείς εδώ τα μορφώνουν επαρκώς για να μπορούν να σταθούν παντού, κι ας λέμε.
Τι το χαμένο έχει αυτή η γενιά; Μα δεν μπορεί, δεν πρέπει, δεν γίνεται, να ελπίζουν όλοι να διοριστούν κάπου στο Δημόσιο άμα τη λήψει του πτυχίου τους! Για φαντάσου, μεγάλη δυστυχία! Μπορεί να είναι πράγματι, αλλά όχι για τους ίδιους τους νέους.
Μάλλον για μας τους μεγαλύτερους, τους δυσκίνητους, που φοβόμαστε γιατί δεν ξέρουμε, που μένουμε εδώ και δεν μπορούμε να συγκρίνουμε, για μας είναι μεγάλη χασούρα, πράγματι, που δεν μπορούν να διοριστούν πολλοί νέοι στο Δημόσιο, διότι θα μείνουμε με τους γνωστούς παλιούς και κακομαθημένους.
Αλλά για τους ίδιους είναι μάλλον ελευθερία, κίνητρο να αναζητήσουν τις αληθινές τους κλίσεις και κλήσεις, να εκπαιδευτούν, να βυθομετρήσουν τον χαρακτήρα τους.
Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να προσφέρει το κράτος, αφού πλέον κορέστηκε ως εργοδότης, θα ήταν μεγαλύτερος σεβασμός στη νεανική ελευθερία σπουδών. Αυτό μπορεί να το κάνει, να ακολουθήσει πια τα ευρωπαϊκά παραδείγματα των ανοιχτών τμημάτων, να μην υποχρεώνει κάποιον που πέρασε σε μια σχολή στις πανελλαδικές να την ακολουθεί ώς το τέλος χωρίς τη δυνατότητα να αλλάξει τμήμα.
Αλλά κι αυτό να μην κάνει, γιατί πια τι να περιμένει κανείς απ’ αυτό το κράτος κι απ’ αυτό το υπουργείο, ο εικοσάρης μπορεί να βρει τον δρόμο του καλύτερα, πιο ξεκάθαρα, πιο απλά, από κάθε άλλο εικοσάρη που πέρασε απ’ αυτόν τον τόπο.
Χαμένες γενιές, μιζέρια, φτώχεια, αμηχανία, αμορφωσιά, ονειρεύονται οι ηγέτες που θέλουν να κυβερνούν απαίδευτους, μίζερους, φτωχούς, αμήχανους, χαμένους. Οι ζωές είναι μοναδικές, μην αναζητήσετε ελαφρυντικό για καμία χασούρα.
1η Σεπτεμβρίου 2015

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Στο πατάρι

Υιοθετούμε τους γονείς μας. Όταν διηγούνται τις περιπέτειες των παιδικών τους χρόνων σκάμε που δεν μπορούσαμε να βοηθήσουμε τότε που μας χρειάζονταν. Τους παίρνουμε από το χέρι, έτοιμοι να τους προστατεύσουμε από κάθε επίθεση, αδιαφορώντας για κάθε κριτική.
Ο πατέρας μου ήταν προσφυγάκι. Το είχα από πολύ μικρή υιοθετήσει. Μικρότερη απ' όσο ήταν ο ίδιος όταν ξεκίνησαν να φύγουν από τον τόπο τους, ήμουν εγώ όταν ένιωθα δυνατή κι έτοιμη να τον προστατέψω.
Δεν μελαγχολούσε όταν διηγόταν το ταξίδι από την πατρίδα του, τα Σπάρτα, μέχρι την Αττάλεια, απ' όπου τους παρέλαβαν πλοία για την Ελλάδα. Ήταν τότε ο άντρας της οικογένειας στο καραβάνι από γυναικόπαιδα, αφού ο μεγάλος αδερφός είχε ακολουθήσει τον μπαμπά τους στην εξορία. Θα πρέπει να καμάρωνε, μέσα στο φόβο και την έκπληξη για ό,τι ζούσε. Κάποια στιγμή μου τον περιέγραψαν οι μεγάλες αδερφές του να πιάνει μια βαριοπούλα, πριν φύγουν από το σπίτι, να γκρεμίζει αποφασιστικά έναν τοίχο όπου πίστευαν πως είχαν φυλαχτεί λίρες. Δεν θυμάμαι αν βρήκαν κάτι εκεί, δεν ζει κανείς πια για να ρωτήσω, αλλά σαν να τον βλέπω, μικρόν κι αποφασιστικό, να την πιάνει τη βαριοπούλα και αλύπητα να χτυπάει τον τοίχο του αγαπημένου -ωστόσο- σπιτιού.
Οκτώ μέρες περπατούσαν τη μέρα και τη νύχτα έστρωναν και κοιμούνταν. Όταν τα διηγόταν αυτά σε μας, πολλά- πολλά χρόνια αργότερα, είχε προπάντων αγωνία να είναι ακριβής, και γελούσε χαρούμενος όταν κατόρθωνε να θυμηθεί κάποια λεπτομέρεια.
Με έπνιγε η αδυναμία και ο θυμός, να μην είμαι τότε εκεί να τον βοηθήσω. Τι νόημα έχει να διαθέτεις σπίτι σταθερό και τόπο και πόλη, αν δεν είναι για να μπορείς να βοηθήσεις τον ασθενή και οδοιπόρο, που λεν κι οι χριστιανοί; Αυτό είναι το προνόμιο που σου δίνει. Έτσι σκεφτόμουν, με βαθιά σιγουριά.
Μια γυναίκα, στην Αθήνα πια, τον είχε προσβάλει φωνάζοντας στο γιο της, έξω στο δρόμο: “Φύγε από κει, μην παίζεις με τους πρόσφυγες”. Τι αξιολύπητη! Τη λυπόμουν, ένιωθα τη ντροπή του μικρού μου μπαμπά για λογαριασμό της. Μια μακρινή συγγενής τους είχε καλέσει κάποτε σε τραπέζι, αλλά είχε τσιγκουνευτεί το ρύζι στη σούπα, “ψάχναμε να ψαρέψουμε κανα σπυρί” διηγόταν γελώντας. Είχε χάσει την ευκαιρία να μείνει στη μνήμη του φτωχού αγοριού σερβίροντας πλούσια σούπα. Λες και την είχε κάθε μέρα.
Υπάρχει στην ιστορία και η Αλεξάνδρα, η ωραία και τολμηρή ξαδέρφη των παιδιών, παντρεμένη στην Αθήνα, που έμαθε για το καράβι από την Αττάλεια, πήρε ψωμιά, ανέβηκε στο κατάστρωμα και μοίραζε. Δεν άφηναν τους πρόσφυγες να βγουν στο λιμάνι, είχαν ήδη πολλοί φτάσει στην Αθήνα, μόνο αν κάποιος βεβαίωνε ότι προσφέρει στέγη μπορούσαν να κατέβουν. Η Αλεξάνδρα τους είδε ανάμεσα στο πλήθος, δήλωσε ότι εκείνη θα τους φιλοξενούσε. Έτσι τους άφησαν να μείνουν στην πρωτεύουσα, όπως ήθελαν διακαώς, κι εκεί τους βρήκε ο πατέρας αργότερα με τον μεγάλο αδερφό. Ο τόπος φιλοξενίας ήταν το πατάρι ενός μαγαζιού. Διότι, τι νόημα έχει να διαθέτει πατάρι το μαγαζί σου, αν δεν μπορείς όταν χρειάζεται, κάποια στιγμή στη ζωή σου, σε μια φριχτή και σπάνια ευκαιρία, να φιλοξενήσεις μια οικογένεια προσφύγων;

Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

Ξύλινοι φράχτες

 Πόσο μου αρέσουν οι ξύλινοι φράχτες! Όμως το σπίτι μας είναι από τα τελευταία στο χωριό που έχει τέτοιο φράχτη. Χαλάνε εύκολα και είναι ακριβοί. Όλοι βάζουν μεταλλικούς, ή πέτρινους τοίχους, ή πεζουλάκια με δυο οριζόντιους κορμούς. Δεν ξέρω πόσο να αντέξει αυτός, είναι ήδη 25 ετών. Ο μαραγκός που τον έφτιαξε, ξάδερφος της μάνας μου, δεν ζει πια. Το ξυλουργείο του έχει κλείσει. Θα υπάρχουν βέβαια τεχνίτες, αλλά θα μπορέσουμε να τους πληρώσουμε όταν χρειαστεί; Πέρσι βάψαμε μόνοι μας ένα σωρό κάγκελα στην αυλή. Ετούτα όμως είναι πολλά, δεν ξέρω αν μπορούμε.




Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Μνήμη μνημονίων

Αδεια η Αθήνα καθώς στη Βουλή υπογράφεται το τρίτο Μνημόνιο. Μερικοί τουρίστες κυκλοφορούν στο Σύνταγμα και ψήνονται καρτερικά.
Αν περάσουν από την Καθολική Μητρόπολη αποκλείεται να φανταστούν ότι οι δαγκωνιές στα μαρμάρινα σκαλιά της έχουν γίνει με σφυρί.
Ή στο Οφθαλμιατρείο το κατώφλι ότι φαγώθηκε κομμάτι κομμάτι με βαριοπούλα.
Θα πρέπει να είναι πολύ καλά πληροφορημένοι για να ξέρουν τι κατέστρεψε το τετράγωνο με τα νεοκλασικά στη Σταδίου γωνία με Κλαυθμώνος.
Εμείς όμως ας θυμηθούμε. Μνημόνιο σημαίνει μνήμη, κι εξάλλου βοηθά και η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Αννα Γαϊτάνη, που τη μέρα της ψηφοφορίας του τρίτου Μνημονίου εμφανίστηκε στη Βουλή με το γνωστό παραστατικότατο μπλουζάκι: μια μάγκισσα, μια γόησσα, μια νεαρή ξανθή με ύφος πολύ σκληρό κι ασήκωτο ανάβει το τσιγάρο της, μάλλον το τσιγαριλίκι της, με τη φλόγα που ήδη καίει στο φιτίλι μιας μολότοφ, αυτό δείχνει η στάμπα στο τισέρτ.
Κι από κάτω το Α της αναρχίας, για υπογραφή. Ομολογώ πως δεν κάθισα να ξενυχτήσω με την ψηφοφορία στη Βουλή, είδα μόνο τη φωτογραφία αυτής της μπλούζας κι η μνήμη ξύπνησε.
Θυμήθηκα τις άγριες μέρες του 2010, τότε που επί μήνες το κέντρο της Αθήνας καιγόταν, καταστρεφόταν, σκαλί σκαλί, βιτρίνα τη βιτρίνα, ΑΤΜ το ΑΤΜ.
Κάθε κινητοποίηση έπρεπε να είναι πιο μεγάλη από την προηγούμενη, μέχρι τη μέρα της μεγάλης πορείας που στοίχισε τους τρεις νεκρούς στη Marfin.
Μολότοφ είχαν ρίξει τότε μέσα στην τράπεζα. Οι δράστες δεν συνελήφθησαν ποτέ.
Τρεις ζωές για την ψήφιση του πρώτου Μνημονίου. Μέμνησο των Αθηναίων εκείνων που είχαν ξεκινήσει να πάνε στη δουλειά τους μια μέρα σαν τις άλλες.
Διαδήλωση είχε εξάλλου κάθε τρεις και λίγο στη Σταδίου τότε.
Δυο χρόνια μετά, τον Φεβρουάριο του ’12, για το δεύτερο Μνημόνιο αυτή τη φορά, κάηκε η Αθήνα ξανά.
Κτίρια, μαγαζιά, στοές, που κάποια ξανάγιναν, και το «Αττικόν», που δεν ξανάγινε, ίσως επειδή το ανέλαβε αυθημερόν το υπουργείο Πολιτισμού.
Πέντε χρόνια μετά, το τρίτο Μνημόνιο υπογράφεται ήσυχα κι απλά, χωρίς καταστροφές, χωρίς νεκρούς, χωρίς τραυματίες, χωρίς εμπρησμούς, χωρίς σπασίματα, εκτός από τα νεύρα μας δηλαδή, χωρίς διαδηλώσεις.
Μόνο ένα μπλουζάκι που τα νοσταλγεί όλ' αυτά, μέσα στη Βουλή.
Ε, λοιπόν, μπορεί να είμαστε φτωχότεροι απ' ό,τι το 2010, με το πρώτο Μνημόνιο, κι από το 2012 με το δεύτερο.
Αλλά τουλάχιστον οι μολότοφ εμφανίζονται μόνο στο μπλουζάκι της Αννας. Να θυμόμαστε, να ξέρουμε, να συζητήσουμε κάποτε το θέμα, ίσως. Οταν ηρεμήσουμε κι άλλο.
Αρα βρισκόμαστε σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Είναι μεγάλη πρόοδος, κι εύχομαι στον σχεδιαστή και στον παραγωγό να φορεθεί πολύ το μπλουζάκι τους.
Να το κάνουν και φούστα, και πανωφόρι, τσάντα, μαντιλάκι, παπούτσια, χαρτοπετσέτες. Να μείνει μόνο η ανάμνηση από εκείνες τις φριχτές μέρες του '10 και του '12.
Να τις συζητάμε, να τις αναλύουμε, να μας σωφρονίζουν, κι οι νοσταλγοί τους να τις ζούνε νοερά φορώντας τα μπλουζάκια τους.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Αντρες και λουλούδια

Απ' όλες τις φωτογραφίες πρόσεξα αυτήν με τους άντρες που κρατούν ο καθένας ένα μάτσο λουλούδια. Δεν είναι συνηθισμένη πόζα, συνήθως κορίτσια φωτογραφίζονται έτσι, ή οικογένειες, ή παιδιά. Χρονολογία δεν είχε, ούτε λεζάντα. Πού πήγαιναν, από πού έρχονταν οι νεαροί; Είχαν μαζέψει τα λουλούδια μόνοι τους, είχαν πάει βόλτα έτσι κοστουμαρισμένοι; Και για πού τα προόριζαν;
Γύρω δεκάδες φωτογραφίες κολλημένες στους τοίχους και στα τραπέζια του σχολείου προσπαθούσαν ν' αποτυπώσουν τη ζωή του χωριού σε μια εορταστική έξαρση αυτογνωσίας που επαναλαμβάνεται κάθε Αύγουστο τα τελευταία χρόνια. Η πρώτη έκθεση φωτογραφίας παρελθόντων ετών στη Δράκεια άνοιξε μετά το αντάμωμα των απανταχού Δρακειωτών. Αν και έμαθα πως είμαι Δρακειώτισα μετά τα είκοσι χρόνια μου, κάνω ό,τι μπορώ έκτοτε για να ιδιοποιηθώ κάποιο κομμάτι της κληρονομιάς του δράκου. Πού θα πάει, θα τα καταφέρω.
Στο γειτονικό Άγιο Λαυρέντη έχουν τον Μουσικό Αύγουστο, εδώ στη Δράκεια πιο γήινοι, πιο πρακτικοί, οργανώνουν τη γιορτή της ελιάς. Ελπίζω να μας πάει το λάδι σιγά- σιγά, όχι με καμιά απότομη γλίστρα, σε κάτι πιο χορευτικό, να ταιριάζουμε με τους κοντοχωριανούς μας. Στο μεταξύ ψάχνω τις σκιές λησμονημένων προγόνων στην έκθεση φωτογραφίας που στήθηκε στο σχολείο με συνεισφορά απ' όλα τα σεντούκια. Σιωπηλές εικόνες από τη ζωή στο χωριό, πόζες κυρίως στην πλατεία, κάτω από τον πλάτανο, στο καφενείο, μπροστά στην εκκλησία, γιορτές και πανηγύρια και περιστάσεις κρίσιμες όπως το μάζεμα των μπάζων μετά το σεισμό που τους κινητοποίησε όλους, και που χρονολογείται με ακρίβεια: 1955. Γάμοι, βαφτίσια, κι άλλα σημαντικά γεγονότα, χαμόγελα αλλά και αρκετή βλοσυρότητα, ξάφνιασμα ενίοτε, αμηχανία. Μπορεί κανείς να παρατηρήσει το πέρασμα του χρόνου με την ποιότητα των εικόνων, τα ρούχα, την πρόοδο στα σώματα. Πόσο λεπτοί ήταν οι νέοι των προηγούμενων γενεών, πώς σταδιακά παχαίνουν. Αυτοί οι τέσσερις σήμερα θα χρειάζονταν γυμναστήριο. Τα ρούχα πλέουν πάνω τους, κι ας ήταν πιθανότατα χειρώνακτες που αποκτούσαν μπράτσα ήθελαν δεν ήθελαν. Τότε αρκούσε το μουστακάκι για να υπογραμμίζει τον ανδρισμό. Μέχρι κι αγκαλιές αγριολούλουδα μπορούσες να κρατάς κατά τα άλλα.
Φωτογράφισα στα γρήγορα τη φωτογραφία, κι ύστερα παρατήρησα ότι ο ένας έχει και στο πέτο λουλουδάκι. Μπορεί απλώς να είναι γαμπρός, να πήγαινε στο γάμο του, κι οι άλλοι να ήθελαν να βοηθήσουν το στολισμό. Να τους τα έκοψαν οι μανάδες, ή οι αδερφές τους τα μπουκέτα, και να τους τα έβαλαν στα χέρια. Να μην υπήρξε βόλτα στην εξοχή, κι η σχέση αντρών και λουλουδιών να είναι δική μου προβολή και νοσταλγία ανύπαρκτων ρομαντισμών.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...