Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Καπνιστές σας ζηλεύω

Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν σας αρέσει η απαγόρευση του καπνίσµατος. Ανοίγει τόσες κοινωνικές προοπτικές, τόσους νέους ορίζοντες. Το κάπνισµα έξω σας χαρίζει µια καινούργια διάσταση, µια δεύτερη πόλη. Και µιλώντας για πόλη, στην Πόλη ξέρετε τι κάνουν; 

Στα τραπεζάκια που είναι έξω, σε µερικά µαγαζιά ακουµπούν στη ράχη της καρέκλας µια µάλλινη εσάρπα διπλωµένη για τους καπνιστές που κρυώνουν. Μου φαίνεται τόσο ευρηµατικό και συµπαθές που σκέφτοµαι να ξαναρχίσω τις προσπάθειες να µάθω να καπνίζω, που τις έκοψα γύρω στα είκοσι. 

Δεν είναι βαρετό να ζούµε συνέχεια στο ίδιο περιβάλλον, µες σε καπνούς και σε βρισιές, τη στιγµή που τα πεζοδρόµια µάς περιµένουν να τα ανακαλύψουµε; 

(Τώρα µιλάω ήδη σαν εν δυνάµει καπνιστής!) 

Βέβαια εδώ κρύο δεν κάνει και όσοι θέλουν να βάλουν εσάρπες στις καρέκλες θα πρέπει να περιµένουν καιρό, αλλά υπάρχει η ελπίδα για κάποιον που θέλει επειγόντως να καπνίσει, ότι θα συναντήσει έξω από την ταβέρνα του, το κουτούκι ή το µπαρ του, µια παρέα ενδιαφέρουσα που σε καινούργιο φόντο θα τη δει αλλιώς. Κι αν πιάσει και λίγη ψύχρα ποιος στη χάρη του, θα µπορεί να απολαύσει τη σπάνια γεύση της ανθρώπινης αλληλεγγύης ενώπιον έστω των καιρικών συνθηκών, θα έχει ευκαιρίες να αστειευτεί ή να φλερτάρει. 

Στάδιον δόξης λαµπρόν ανοίγεται στης Σταδίου την οδόν, καθώς και σε όλες τις άλλες. Γιατί επιδεικνύετε αυτήν την αρνητική στάση, αγαπητοί καπνιστές, γιατί φοβάστε τόσο την καινοτοµία; Ασε που έχω την εντύπωση ότι ήδη τη γλεντάτε αυτήν τη µικρή κατασκήνωση στα πεζοδρόµια, ένα τσιγάρο δρόµο, αλλά δεν το λέτε για να µη χάσετε πόντους. 

Ελάτε τώρα, οµολογήστε το, θα βρούµε κι εµείς οι άλλοι έναν τρόπο να µπούµε στην παρέα σας, έστω µε µια τζούρα. 

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Τα τρένα που μας τίναξαν τις συνάψεις

Ποιοι είναι αυτοί που διαφηµίζουν τον ΟΣΕ, τον καηµένο τον ΟΣΕ που θέλει η κυβέρνηση η κακιά να τον κλείσει; Μήπως τα στελέχη µε τους µισθούς των δύο και τριών και τεσσάρων χιλιάδων ευρώ τον µήνα; Αυτοί που πλήρωναν συνεδρίες αλατοθεραπείας στο Σύνταγµα για να τους κατεβαίνουν ιδέες µέσα στις αλατοσπηλιές, αλλά που δεν τους κατέβηκαν; Γιατί αν τους είχαν κατέβει θα είχαν κάνει τα τρένα αληθινά τρένα τόσον καιρό, όχι αποµεινάρια της παρακµής των αποµειναριών που σέρνονται σε γραµµές σκουριασµένων αναµνήσεων. Πώς µπορούν και µιλάνε, αυτοί που µας έκαναν να µισήσουµε το πιο συµπαθητικό, το πιο ποιητικό και λογοτεχνικό επάγγελµα του κόσµου; Πώς µπορούν και πληρώνουν διαφηµίσεις για να καταγγέλλουν την άκαρδη κυβέρνηση, η οποία θέλει λέει να µας κάνει να αγοράσουµε όλοι αυτοκίνητα; Δεν ντρέπονται καθόλου να λένε τέτοια; Αυτοί δεν αγόρασαν αυτοκίνητο; Γιατί δεν µας λένε πόσα αυτοκίνητα συµφέρει να αγοράσεις µε τον µέσο µισθό τους µέσα σε έναν χρόνο, για να µιλήσουµε σε ρεαλιστική βάση; Μια λεπτοµέρεια στην ψυχολογία µας, έτσι για όσους αντιλαµβάνονται τα σηµεία των καιρών: Υπάρχει κάτι που συµβαίνει σε αυτήν τη χώρα, πέρα από το Μνηµόνιο και το ΔΝΤ. Κι αυτό είναι ότι µαθαίνουµε πολλά µαζεµένα από τα έργα και τις ηµέρες στελεχών, υπαλλήλων, συνδικαλιστών, και δεν συµµαζεύεται. Οσοι θέλουµε να µάθουµε κι όσοι ακόµα δεν θέλουµε, κάτι ψυλλιαζόµαστε. Βοά ο τόπος πλέον και η κλασική κλάψα, τα σκονισµένα συνθήµατα φαντάζουν σαν εκτροχιασµένα βαγόνια σε σµπαραλιασµένα δίκτυα. Δεν γίνεται ξανά τα ίδια παραµύθια να σερβίρονται µε τόση ευκολία. Για την αγάπη των λογοτεχνικών ηρώων, ανανεώστε λίγο το λεξιλόγιό σας αγαπητοί διαµαρτυρόµενοι όλων των ΔΕΚΟ, και κυρίως του ΟΣΕ. 

https://www.tanea.gr/2010/10/21/opinions/analwsima-ta-trena-poy-as-tinaksan-tis-synapseis/

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Μοσέν Αμπντελχοσεϊνί, χωρίς άσυλο

Αυτήν τη νεαρή κοπέλα, φωτογραφία στα χθεσινά «ΝΕΑ», την λένε Μοσέν, που είναι εύκολο. 

Επώνυµο Αµπντελχοσεϊνί, που είναι δύσκολο. Ακόµα πιο δύσκολο να κοιτάξεις αυτό το πρόσωπο, ένα κορίτσι µε γυαλιά, προσεγµένα φρύδια και ανταύγειες στα µαλλιά, που έχει ράψει τα χείλια του µε δυο µαύρες κλωστές, σαν να είναι πληγή που δεν πρέπει να ανοίξει. Πριν από είκοσι χρόνια το είχαν κάνει κάποιοι κρατούµενοι σε φυλακές αυτό, σε ένδειξη διαµαρτυρίας. Μας συγκινούσε τότε το ραµµένο στόµα, στο µεταξύ είναι που πάθαµε κάτι σαν αναισθησία; Η Μοσέν το κάνει για να της δώσει η Ελλάδα πολιτικό άσυλο. 

Περνάνε οι ηµέρες, άσυλο δεν δίνουµε, τα χείλη µένουν έτσι. 

Κοριτσάκι, θέλω να πω στη Μοσέν, µη ράβεις έτσι τα χείλη σου, σε ικετεύω. Δεν έπρεπε να το ξεκινήσεις αυτό καθόλου. Γιατί σε άφησαν; Δεν είχες φίλους από δω, να σου πουν ότι… 

δεν; Δεν, εδώ εµείς, δεν. 

Δεν συγκινούµαστε, πώς το λένε; Μην κυκλοφορείς και φωτογραφίζεσαι έτσι, µας αναγκάζεις να γίνουµε κι άλλο ασυγκίνητοι. Δεν ευκαιρούµε, έχουµε προβλήµατα, µας µειώνουν τους µισθούς, µπαίνουµε σε ύφεση και, επιπλέον, ο πρωθυπουργός σας είναι αντιαµερικανός. Μη µας σπρώχνεις στον πάτο της µικρότητας µε πράξεις εναντίον του εαυτού σου. Δεν θα κερδίσεις τίποτα κι εµείς θα χάσουµε τα τελευταία µας κουρέλια προσχηµάτων, πως είµαστε άνθρωποι λέει, πως ξέρουµε από διώξεις. Δεν µας φτάνουν οι µετανάστες, που αρρωσταίνουν κι επιβαρύνουν το Σύστηµα Υγείας µας (το οποίο τους περιθάλπει αντί να τους αφήνει να πεθαίνουν στον δρόµο), δεν µας φτάνει που οι πολιτικοί µας µιλάνε σαν να έπρεπε να γίνεται αυτό, έρχεσαι κι εσύ µε ραµµένο στόµα; Μα, δεν µας λυπάσαι; Εµείς να σε λυπηθούµε πρέπει; Είσαι σίγουρη;



https://www.tanea.gr/2010/10/20/opinions/analwsima-mosen-a-pntelxoseini-xwris-asylo/

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

Μαραθώνιος στη γέφυρα

Η φωτογραφία δείχνει τη γέφυρα του Βοσπόρου γεµάτη ανθρώπους. Συνήθως είναι γεµάτη αυτοκίνητα. 

Τις ώρες αιχµής για να περάσεις από τη µία πλευρά στην άλλη, από την Ευρώπη στην Ασία ή το ανάποδο, χρειάζεσαι ένα δίωρο. Μόνο δύο γέφυρες έχει ο Βόσπορος, πώς να χωρέσει ο κόσµος; Αλλά την Κυριακή δεν είχε αυτοκίνητα, οι πεζοί που την πληµµύρισαν έτρεχαν στον Ευρασιατικό Μαραθώνιο. 

Το κάνουν κάθε χρόνο τώρα τελευταία, και δεν σκέφτηκαν να ονοµάσουν τον Μαραθώνιο κάπως αλλιώς. Δεν σκέφτηκαν ότι ο µαραθώνιος έχει ονοµαστεί έτσι από τη µάχη του Μαραθώνα, όπου οι αρχαίοι Αθηναίοι νίκησαν τους αρχαίους Πέρσες και ίσως θα έπρεπε κι αυτοί ως Τούρκοι, και άρα συγγενείς ή απόγονοι των αρχαίων Περσών, να βρουν κάτι δικό τους, να µην υιοθετήσουν το όνοµα αυτό για τον µεγάλο αγώνα δρόµου, να συµπαρασταθούν ύστερα από τόσα χρόνια στη νικηµένη ανατολίτικη υπερδύναµη. Αλλά όχι, ο µαραθώνιος έχει περάσει σε όλες τις γλώσσες, σε όλες τις ηπείρους, ο καθένας τον βλέπει ως αναµέτρηση µε τις δυνάµεις του, το αναγνωρίζει ως πανανθρώπινη παράδοση. Αυτή είναι η τελική νίκη του Μαραθώνα, όσο και να προσπαθούν οι κάτοικοί του να γιορτάσουν την επέτειο της µάχης µε βαρετά πανηγύρια. Ο Μαραθώνας προ πολλού δεν µπορεί να σηµαίνει πια αντιθέσεις και συγκρούσεις. Στη γέφυρα του Βοσπόρου που ενώνει την Ευρώπη µε την Ασία, σε αυτήν την τόσο ιδιότυπη γεωγραφικά περιοχή, µαζεύτηκαν τόσο πολλοί που είναι να απορείς πώς κατάφεραν να φτάσουν απέναντι έτσι στριµωχτά, τρέχοντας κιόλας. Σε ποια κατεύθυνση τρέχουν δεν φαίνεται, µοιάζει να στριµώχνονται στις πύλες της Ευρώπης, θυµίζουν τους µετανάστες τους οποίους η Γηραιά Ηπειρος δεν θέλει, µπορεί όµως να επιστρέφουν και στην Ασία. Ονόµατα αυθαίρετα οι ήπειροι, τα πόδια των ανθρώπων διανύουν αποστάσεις. 

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Τελετουργικές καταλήψεις

Το πρωί το ραδιόφωνο µάς πληροφορεί ότι πάνω από εκατό σχολεία «τελούν υπό κατάληψη». Ωραίο αυτό το «τελούν». Δεν πάνε χαµένα τα αρχαία που παπαγαλίζει ο ελληνικός πληθυσµός στο γυµνάσιο και το λύκειο. Εχουµε µάθει όλοι µας ένα σωρό ελληνικούρες τώρα πια, για κάθε περίσταση. 

Κι εδώ που τα λέµε, αυτές οι καταλήψεις των σχολείων έχουν γίνει κάτι πολύ τελετουργικό. Συµβαίνουν κάθε χρόνο σχεδόν, περίπου τέτοια εποχή, ανάµεσα φθινόπωρο και διακοπές των Χριστουγέννων. 

Αν δεν κάνω λάθος, επαναλαµβάνονται την άνοιξη. 

Πάνε µε τον ασταθή καιρό, κατά κάποιον τρόπο. 

Τελετές ενηλικίωσης, από τις οποίες τα παιδιά πρέπει να περνάνε υποχρεωτικά, για να αποδείξουν την παλικαριά και τον ανδρισµό τους (αγόρια και κορίτσια). Εχω δει στην τηλεόραση τελετές ενηλικίωσης Ινδιάνων, που τους αγκιστρώνουν το γυµνό στήθος και τους τραβούν ολόκληρο το σώµα, οπότε µπορούµε να πούµε πως οι καταλήψεις σχολείων είναι κάτι πιο ήπιο. Αλλά και πάλι θα ταλαιπωρούνται τα καηµένα τα παιδιά, να πρέπει να παίζουν από τόσο µικρά το κουραστικό παιχνίδι της επικράτησης σε οµάδες, της ανάδειξης ηγετών, της αναµέτρησης µε όλη αυτή τη µεγαλίστικη ορολογία των διεκδικήσεων που στεγνώνει το µυαλό. Για πρώτη φορά στη ζωή µου, γιατί γενικά δεν το πιστεύω καθόλου, σκέφτοµαι ότι καλύτερα ήµασταν εµείς στο θέµα αυτό (µόνο σε αυτό όµως). 


Με δυο κοπάνες και µια αποβολή µπορούσαµε να κυκλοφορούµε µε ψηλά το κεφάλι, δεν χρειαζόταν όλο αυτό το βάσανο, αυτό το πολιτικό τσαλαβούτηµα. 

Και στις κοπάνες τουλάχιστον πηγαίναµε κάπου αλλού, δεν καθόµασταν πάλι µέσα, στο σχολείο! Αλλά τώρα παίζουν και οι γονείς, µερικοί συµπαρίστανται στα παιδιά, άλλοι κάνουν µηνύσεις. 

Οµως, ενηλικίωση µε τους γονείς να σε κρατούν και να σε προστατεύουν δεν γίνεται. Παιδιά, χρειάζεται να βρείτε κάτι άλλο.

https://www.tanea.gr/2010/10/15/opinions/analwsima-teletoyrgikes-katalipseis/

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

Κωνσταντινούπολη, πρώτη γνωριμία

  
Μωσαϊκά του βυζαντινού παλατιού
Το πρώτο ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη είναι σαν ταξίδι στο χρόνο. Η σημερινή Ισταμπούλ θυμίζει σε πολλά την Αθήνα της δεκαετίας του 50, κι ίσως γι αυτό αρέσει στους έλληνες να ταξιδεύουν εκεί. Στο δρόμο βλέπεις ένα σωρό φτωχούς ανθρώπους που έχουν έρθει από την επαρχία, ακριβώς όπως ήταν η Αθήνα πριν σαράντα χρόνια. Πολύς κόσμος. Πάρα πολύς κόσμος, τρέχει πάνω κάτω, αγωνίζεται, στριμώχνεται στα πεζοδρόμια, στους δρόμους, στις υπόγειες, διαβάσεις, στα φανάρια. Στη γέφυρα του Γαλατά κι από τις δυο μεριές ψαρεύουν άνδρες κάθε ηλικίας, είναι τόσοι πολλοί που δεν βρίσκεις  χώρο να σταθείς να χαζέψεις τη θέα. Πιάνουν συνέχεια ψάρια, δεν έχω δει τόσο εύκολο ψάρεμα. Μέχρι να περάσουμε από τη μια άκρη στην άλλη θα είδαμε και καμιά εικοσαριά ψάρια να σπαρταράνε στο καλάμι.

  Στα παζάρια γίνεται χαμός. Όχι μόνο στα μεγάλα παζάρια, όπως το Σκεπαστό Παζάρι και το Αιγυπτιακό, με τους ξένους, αλλά και στα μικρά, σε κάθε δρόμο, σε κάθε στενό. Εκεί η νοσταλγία μεγαλώνει, πουλάνε βλέπεις κάτι πράγματα που είχαν οι παππούδες μας, μνήμες από χωριά της παιδικής ηλικίας μας ξεπηδούν καθώς χαζεύουμε ξεχασμένα μπακίρια και ντενεκέδες, που εδώ χρησιμοποιούνται ακόμα, τηγάνια, σόμπες, ταψιά κάθε λογής, μασίνες, γκαζιέρες, ψηστιέρες, ηλεκτρικά είδη που έχουν εξαφανιστεί από τη δική μας ζωή. Και ψάθα χύμα, σαν αυτή που είχαν κάποτε οι γύφτοι για να φτιάχνουν τις καρέκλες. Και κάθε είδους πλεγμένη ψάθα βέβαια.
Εκεί στο παζάρι των στενών είδα κάποια στιγμή έναν άντρα που φορούσε ένα ξηλωμένο παλιό σακάκι. Είχε ανοίξει μια μεγάλη τρύπα στο μέσα μέρος της μανικοκόλλησης, κι όπως κουνούσε τα χέρια φαίνονταν οι στρώσεις του υφάσματος. Ήταν τόσο παλιοκαιρίστικο το ρούχο, τόσο σκούρο, τόσο ντεμοντέ, που πιο πολύ απ’ όλα με ταξίδεψε στο χρόνο, τότε που στην Αθήνα έβλεπες ένα σωρό κόσμο με ρούχα παλιά και μπαλωμένα αξιοπρεπώς και επιμελώς. Τόσο παλιά που θα νόμιζες ότι το ονειρεύτηκα, αλλά ξέρω ότι το έχω ζήσει, στην πόλη μου, που τώρα έχει τόσο αλλάξει ώστε να μοιάζει σαν άλλη ζωή.
Το άλλο ταξίδι στο χρόνο είναι η επίσκεψη στα αξιοθέατα, που αρχίζει από τον Ιππόδρομο, όπου στέκονται στη σειρά, ένας αιγυπτιακός Οβελίσκος, ένας μπρούτζινος μικρός κίονας από τους Δελφούς που θα ανήκε σε τρίποδο, κι ένας άλλος χτιστός ρωμαϊκός οβελίσκος, λεγόμενος του Πορφυρογέννητου, που είναι απλώς ένας στύλος από πέτρες. Έτσι αρχίζουμε από την πρώτη αυτοκρατορική εποχή της πόλης, τότε που ο Κωνσταντίνος μάζεψε ό,τι αριστούργημα μπορούσε, από κάθε γωνιά της Αυτοκρατορίας και το έφερε να στολίσει την καινούργια του πόλη.
Έχει μείνει ένα μικρό κομμάτι από τον Ιππόδρομο, αλλά και μόνο τη βάση του Οβελίσκου να δεις φαντάζεσαι μια χαρά την αγριότητα των θεαμάτων που αγαπούσαν οι πρόγονοί μας οι Ρωμαίοι.
Η πλατεία είναι γεμάτη υπαλλήλους από το παρακείμενο κρατικό κτίριο (ένα πολύ όμορφο κτίριο), μαθητές που επισκέπτονται αξιοθέατα με τις γραβάτες και τα κοστουμάκια τους, τουρίστες όλων των εθνών. Λίγο πιο πέρα, σε μια σειρά παγκάκια  που καθόμαστε αφού επισκεφτήκαμε καναδυο μαυσωλεία (τουρμπέδες) και μερικά τζαμιά, κυκλοφορούν πωλητές σιμιτιών και επίσης μπορείς να παραγγείλεις κάτι να πιεις. Οι υπαίθριοι πωλητές είναι πολύ ισχυρή παράδοση. Αγοράζω ένα χυμό ρόδι, κάτι που στην Αθήνα το βρίσκεις μόνο στο Public με έξι ευρώ και θεωρείται σπάνιο. Εδώ κοστίζει δυο τούρκικες λίρες.
Συνεχίζουμε στην Αγιασοφιά, μαζί με πολλούς ασιάτες και ευρωπαίους τουρίστες. Απ’ έξω δεν είναι όμορφη, εξαιτίας των προσθηκών που έχουν γίνει κατά καιρούς για να τη στηρίξουν, αλλά μέσα είναι όντως υποβλητική. Αν και σε μια μητρόπολη για την οποία έχεις ακούσει τόσα πολλά από μικρό παιδί, είναι δύσκολο να εντυπωσιαστείς, το παλεύουμε. Με τον οδηγό στο χέρι πηγαίνουμε σε όλα τα σημεία που αναφέρει, βγάζουμε φωτογραφίες, στεκόμαστε στην ουρά για να θέσουμε το δάχτυλο σε μια τρύπα της ‘κολώνας που δακρύζει’, ξελαιμιαζόμαστε για να δούμε τη διακόσμηση στις οροφές.
Η μεγαλοπρέπεια όμως δεν μπορεί να κρύψει ένα είδος τσαπατσουλιάς που επικρατεί εδώ μέσα. Η χριστιανική μητρόπολη έγινε μουσουλμανική, τα μωσαϊκά σκεπάστηκαν, ύστερα ξεσκεπάστηκαν, ύστερα ξανασκεπάστηκαν και ξαναμαναξεσκεπάστηκαν. Οι συντηρητές θα πρέπει να σπάνε το κεφάλι τους πώς να τα διατηρήσουν και πώς να τα αναδείξουν όλα. Τα μουσουλμανικά μάλλον παρουσιάζονται αρκετά με τα μεγάλα στρογγυλά πανό στα τύμπανα του θόλου που έχουν καλλιγραφίες απο το Κοράνι, τα χριστιανικά συνεχίζουν να αποκαλύπτονται. Νοσταλγώ τον Άγιο Μάρκο της Βενετίας που δεν έχει περάσει τόσες ταλαιπωρίες, αν και θεμελιωμένος πάνω σε παλούκια.
Καλύτερα θα ήταν να είχαμε πάει  πρώτα στα μωσαϊκά από το Μεγάλο Παλάτιο, που είδαμε μερικές μέρες μετά. Είναι ένα σχετικά άγνωστο και σχετικά καινούργιο αξιοθέατο, γιατί οι τελευταίες βυζαντινές δυναστείες είχαν εγκαταλείψει το Παλάτιο  και είχαν μετακομίσει στις Βλαχέρνες, οπότε θα πρέπει να ήταν ερειπωμένο πριν απο την οθωμανική κατάκτηση. Δεν έχει απομείνει τίποτε πέρα από αυτά τα ψηφιδωτά, που στεγάζονται σε ένα απλό μουσείο, πίσω από την Αγιασοφιά, δίπλα σε ένα παζάρι. Είναι φτιαγμένα στην εποχή του Ιουστινιανού, αλλά δεν θυμίζουν τα σύγχρονα τους, της Αγίας Σοφίας. Εδώ βλέπεις, σε άσπρο φόντο, παιδιά που παίζουν με ζώα, που κυνηγάνε, υπάρχουν θηρία μέσα σε δάση, κεφάλια του Βάκχου, αρκούδες, πίθηκοι που κατεβάζουν χουρμάδες με ένα καλάθι στην πλάτη, ελέφαντες παρέα με λιοντάρια, αγόρια που ταΐζουν το γαϊδουράκι τους, κουβαλάνε τα παιχνίδια τους, ένα σωρό σκηνές ανάλαφρες και γεμάτες ζωντάνια, απενοχοποιημένες, χαρούμενες και ευχάριστες, πολύ κοντά στον αρχαίο παγανισμό. Εντάξει, δεν βλέπεις και την Αφροδίτη να χαριεντίζεται αποκαλύπτοντας στήθη και μπούτια, αλλά ούτε και το καταθλιπτικό, αυστηρό βλέμμα των διαφόρων χριστιανών αγίων.
Μετά από αυτή την πανδαισία, τα χριστιανικά μωσαϊκά της Μονής της Χώρας σε κάνουν να σκεφτείς  ότι οι αυτοκράτορες κρατούσαν για τον εαυτό τους ένα ευχάριστο περιβάλλον και για τους πιστούς δημιουργούσαν διδακτική υποβλητικότητα. Ταυτόχρονα, ίσως και νωρίτερα, η εικονογραφία της εκκλησίας μπορεί να έχει κρατήσει μερικά χρώματα, κάποια ποικιλία στα φυλλώματα των φυτών και μια ζωντάνια στην απόδοση των λίγων ζώων που απομένουν, αλλά όλα έχουν το στυλιζάρισμα της θρησκείας που έπρεπε πια να ελέγξει, να ομογενοποιήσει, να συγκρατήσει, να απειλήσει. Η αυτοκρατορία άλλαζε τα πολιτικά της μέσα, είχαν τελειώσει οι ελευθερίες και τα ρίσκα του πολυθεϊσμού. Δεν της αρκούσε να ελέγχει τα σύνορα, έπρεπε να ελέγχει και τα άτομα΄, να τακτοποιεί και να ρυθμίζει τις συνειδήσεις. Απαντώντας στις προκλήσεις των δυνατών θεών της Ανατολής, το Μίθρα, την Αστάρτη, τον Όσιρι, κι όλους τους άλλους που είχαν πέραση στον πληθυσμό της, και λατρεύονται απο τους στρατιώτες της, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το κράμα που η ίδια κατασκεύασε ως Χριστιανισμό, να ξέρει τι της γίνεται.
Είμαστε ακόμα όλοι μας παιδιά της Ρώμης. Ακόμα μας κυνηγάνε τα οράματα και τα κατορθώματα της, αφού κυνήγησαν επί αιώνες τους βασιλιάδες και τους αυτοκράτορες Ανατολής και Δύσης, και κάθε μικρό και μεσαίο ηγεμόνα, κάθε παπά και κάθε διανοούμενο. Μια Ευρώπη ενωμένη, πότε με τον Ιουστινιανό, πότε με τον Καρλομάγνο, πότε με τους Γερμανούς της Αγίας Ρωμαϊκής κλπ, πότε με τους τσάρους, πότε με το Ναπολέοντα, πότε με το Χίτλερ. Ακόμα κι ο Μωάμεθ ο πορθητής κάτι τέτοια θα είχε κατά νου. Όλοι ήθελαν να ενώσουν την Ευρώπη, υπό την κυριαρχία τους βέβαια, να δημιουργήσουν ξανά την PAX ROMANA. Αυτό που φανταζόταν ο καθένας ότι ήταν η PAX ROMANA. Κι όταν, πριν μερικά χρόνια, ονειρευτήκαμε  ότι η Ενωμένη Ευρώπη, θα μπορούσε να γίνει αλήθεια πια, όχι σαν αυτοκρατορία, αλλά σαν εθελούσια ένωση κρατών –εθνών που παραιτούνται από τους εθνικισμούς τους, πάλι κάτι ρωμαϊκό ονειρευτήκαμε. Και ιδού το αποτέλεσμα, σε αυτό που θέλησε να γίνει η Ενωμένη Ευρώπη, λυσσομανάνε πάλι οι εθνικισμοί.

Στο χαρέμι του ΤοπΚαπι
 Εδώ, στην Πόλη, σαν κύμα τραβήχτηκε η μια αυτοκρατορία, η ρωμαϊκή, σαν άλλο κύμα ήρθε κι απλώθηκε η οθωμανική. Ο πορθητής ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο, να τελειοποιήσει το καθεστώς της μιας θρησκείας που ελέγχει τους πάντες, πιστεύοντας ότι η δική του θα ήταν η καλύτερη. Αλλά περιορίστηκε στην παρηκμασμένη ανατολική πλευρά της μονοθεϊστικής επικράτειας και βρέθηκε απλώς κάτω από το θόλο που τόσο είχε θαυμάσει. Τον ξαναθαύμασε, έκανε με ενθουσιασμό την Αγιασοφιά τζαμί, κι ύστερα συνέχισε να παράγει θόλους. Αν δείτε τζαμί χωρίς θόλο ξαφνιάζεστε, κι όμως δεν είναι θρησκευτικός κανόνας του Ισλάμ οι θόλοι, υποθέτω. Μίμηση της κατακτημένης μητρόπολης είναι, ένα είδος αναβίωσης του αυτοθαυμασμού για την πόλη που κατάφερε κάποτε ο πορθητής να κατακτήσει. Πέρασαν αιώνες μέχρι να χειραφετηθούν οι μουσουλμάνοι από αυτό το σχέδιο. Αλλά καθώς μετά την Αγιασόφια πάμε στο Μπλε Τζαμί, σκέφτομαι ότι οι μουσουλμάνοι, τουλάχιστον οι Τούρκοι, είναι επίσης παιδιά των Ρωμαίων, μόνο που ίσως το συνειδητοποιούν λιγότερο.
Κι έπειτα πάμε στο Τοπ Καπί βεβαίως, με μιλιούνια κόσμο, με ουρές παντού, με υπομονή, επιμονή και τη γνωστή τουριστική μας επιμέλεια. Ευτυχώς το μισό είναι κλειστό για συντήρηση, θα επιβιώσουμε. Περνάμε απο το χαρέμι, όπου τη στιγμή εκείνη δεν έχει πολύ κόσμο. Ένα εξαιρετικά στολισμένο κλουβί για γυναίκες, που θα έχει κάνει όλους τους άντρες του κόσμου κάποια στιγμή να ονειρεύονται. Κι όλες τις γυναίκες του κόσμου κάποια στιγμή να ανατριχιάζουν. Ρίχνει ακόμα την εφιαλτική του σκιά πάνω στα ζευγάρια της Ιστάμπουλ που θέλουν να ζήσουν ισότιμα, άραγε;
Το παρόν μας αγκαλιάζει ανάλαφρο καθώς κάνουμε βόλτα στην Ιστικλάλ, έναν από τους πιο πετυχημένους πεζόδρομους του κόσμου. Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά ως αργά, οι δρόμοι πλημμυρίζουν νεολαία, οικογένειες, τουρίστες, ντόπιους, περιπατητές και μικροπωλητές. Περνάει και το τραμ, τρέχουν τα πιτσιρίκια πάνω του. Είναι το παλιό τραμ, καμία σχέση με το σύγχρονο που διασχίζειεδώ και λίγα χρόνια ένα μεγάλο μέρος του κέντρου της πόλης.
Σε μερικά σπίτια υπάρχουν ελληνικές επιγραφές, εδώ είναι η μεγάλη οδός του Πέρα, το κοσμοπολίτικο, και κυρίως ρωμέικο, καμάρι της Κωνσταντινούπολης. Όμως μόνον έναν έλληνα συναντάμε, κι αυτός δεν είναι ντόπιος, τώρα εγκαταστάθηκε εδώ, που παντρεύτηκε Τουρκάλα. Μας δείχνει ένα ρωμέικο μαγαζί στη γωνία, 'καπέλα Καίτη'. Έχει κλείσει απο νωρίς, οι κυρίες που το κρατούν είναι μεγάλες και κουράζονται.
Βοηθάει τον πωλητή χυμού απο ρόδι
Κάτω απο το Φανάρι, στην επόμενη βόλτα μας, βλέπουμε τα σπίτια των Ρωμιών, πώς ερημώνουν αγριεμένα. Όταν φτάσεις εδώ απο το Μπαλάτ, την εβραίικη γειτονιά που είναι γεμάτη ζωντάνια, σε πιάνει η ψυχή σου με την αλλαγή του τοπίου. Η Ιστάμπουλ έχασε τους ρωμιούς της και τους νοσταλγεί, τους νοσταλγούν όσοι έχουν την ωριμότητα να το παραδέχονται. Αυτή τη στιγμή, μπορεί οι Τούρκοι να είναι πιο φτωχοί και εκτός Ευρώπης, αλλά σε κάποια πράγματα είναι ωριμότεροι απο μας, και ο πρωθυπουργός τους πιο τολμηρός απο τους πολιτικούς μας.
Την τελευταία μέρα, κάνοντας εκδρομή στο Βόσπορο, σε μια ταβέρνα ένας γέρος με τραβάει να μου δείξει οπωσδήποτε τη φωτογραφία της Παναγίας Σουμελά στην Τραπεζούντα, την πατρίδα του. Την ξέρω βέβαια αυτή τη φωτογραφία, αλλά απο ευγένεια πηγαίνω. Μου λέει ότι ήσαν έλληνες εκεί πολλοί, όπως κι εδώ, και τώρα έφυγαν κι απο δω, τέτοια. Έχει πράσινα μάτια που βουρκώνουν καθώς μιλάει. Μετά τη βόλτα μας, όταν επιστρέφουμε και περνάμε ξανά μπροστά απο την ταβέρνα του, ακούω κάποιον να φωνάζει  'Αφέντη!'. Γυρίζω, τον βλέπω. Γελά απο τη χαρά του που με ξαναβρήκε. Θα με φώναξε έτσι επειδή το 'εφέντιμ' δεν έχει γένη, σκέφτομαι, δεν υπάρχουν γένη στα τούρκικα, και νομίζει ότι αρκεί να πει 'αφέντη' για να είναι σωστά ελληνικά! Κοκκινίζω, ο αφέντης.  Είναι τόσο απρόσμενη προσφώνηση.
'Αυτή εδώ είναι ελληνίδα και έμαθε τούρκικα' πληροφορεί ενθουσιασμένος τους νεαρούς που δουλεύουν στο μαγαζί του, κι εκείνοι κουνάνε το κεφάλι κάπως απορημένοι.
'Γεια σου εφέντιμ, του λέω κι εγώ βιαστκά, μη χάσω και το πλοίο. Σε εμπιστεύομαι στον Αλλάχ!' (Αλλάχ ισμαρλαντίμ)
Από τον πύργο του Γαλατά

Oi ποδηλάτες ονειρεύονται

Την Κυριακή ήρθαν στο πάρκο οι ποδηλάτες και έκαναν πικνίκ. Μου φαίνεται η πιο ενδιαφέρουσα προεκλογική είδηση της εβδοµάδας. Δεν αρκούνται πια µόνο στον γύρο της Αθήνας. Κάθε Παρασκευή βράδυ, ώρες τρελές, όταν τελειώνει η εβδοµάδα εργασίας των περισσότερων, βγαίνουν οι ποδηλάτες µια µεγάλη βόλτα στο Λεκανοπέδιο. Υπάρχουν πολλοί που κουνάνε το κεφάλι, τους λένε τρελούς. 

Δέκα χρόνια πριν, πάλι, όσους κυκλοφορούσαν µε ποδήλατο στην Αθήνα τους έλεγαν τρελούς. 

Αλλά ήταν µόνοι τους και λίγοι. 

Το θέµα του ποδηλάτου στην Αθήνα είναι ίσως το µόνο που µπορεί να σε κάνει να πιστέψεις στην έννοια της προόδου. Στο πόσο µπορεί να προοδεύσει η εξάπλωση της τρέλας, ιδίως. 

Ευτυχώς που υπάρχουν και τα ποδήλατα, γιατί η προεκλογική περίοδος θυµίζει ρεάλιτι κατά τα άλλα. Οπως υπάρχουν οµάδες πολιτών που µαζεύονται και καθαρίζουν ρέµατα, ευπρεπίζουν δρόµους, κρατάνε τις πλατείες ανοιχτές και ασφαλείς. Μπορεί το ρεπορτάζ γύρω από αυτές τις κινήσεις να βγαίνει ακόµα κάπως ρηχό και χαζοχαρούµενο, αλλά τουλάχιστον σπάει τη µονοτονία τού ποιος φίλος του Μητσοτάκη πήγε µε τον Σαµαρά, αν θύµωσε ο Φασούλας και αν ο κοµµατάρχης τού τάδε παζαρεύει µε τον δείνα, ποιοι είναι αντίζηλοι εκεί και ποιοι ψηφίζουν για το Μνηµόνιο εδώ. 

Οι ποδηλάτες είναι άνθρωποι που ταξιδεύουν. 

Θα πήγαν, ας πούµε, στο Μιλάνο και θα είδαν ότι µπορείς να νοικιάσεις ποδήλατα δηµοτικά, θα το δοκίµασαν, θα ένιωσαν αυτή την ευφορία που σου χαρίζει η ποδηλασία, θα είπαν γιατί να µην κάνουµε και στην Αθήνα ποδήλατο; 

Κι έτσι άρχισαν τις βόλτες της Παρασκευής και καθώς ευτυχούν κάνοντας µεγάλες αποστάσεις όλοι µαζί, ονειρεύονται κιόλας ότι η Αθήνα θα έχει κάποια µέρα ποδηλατοδρόµους για να κάνουν όλοι ποδήλατο και όχι µόνο όσοι έχουν ψυχή κασκαντέρ. 

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

Στο Δήμο Αθηναίων έχουμε μονοκρατορία

Θα ήθελα να γράψω µε κάποιο νόστιµο τρόπο όλα αυτά που έζησα ψάχνοντας πότε το σχέδιο της πολυκατοικίας µας στην Πολεοδοµία του Δήµου Αθηναίων, πότε τις αποχετευτικές του αρµοδιότητες, πότε τους νόµους για απαλλοτριώσεις αλλά και τις πρακτικές που έχουν επικρατήσει πίσω από τις ελπίδες και τις ψευδαισθήσεις µας. Θα ήθελα ψύχραιµα να τα διηγηθώ ένα ένα, αλλά µε πνίγουν σαν νερά απότοµης βροχής που δεν βρίσκουν διέξοδο σε χαντάκι. Από πού να αρχίσω και πώς να το κάνω γλαφυρό, πώς να εξηγήσω όλα αυτά τα βαρετά και αντιπαθητικά πράγµατα που χρειάστηκε να καταλάβω για να πάρω µια µικρή µόνο γεύση για το πώς λειτουργεί ή µάλλον πώς µπλοκάρεται µε σχεδόν επιστηµονική αδιαφορία η λειτουργία αυτής της πόλης; 

Ναι, είναι βαρετό, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι χάρις στις ιδέες µας για αποκέντρωση, που είναι στη βάση σωστές και λογικές, οι δήµοι έχουν αναλάβει πάρα πολλές δουλειές. Και ίσως θα ήταν πιο σωστό να πούµε ότι έχουν αναλάβει πάρα πολλές εξουσίες, γιατί µε τις δουλειές δυσκολεύονται. Στην Αθήνα τα δηµοτικά διαµερίσµατα, ας πούµε, έχουν απίστευτες αρµοδιότητες και δυνατότητες, ναι, αυτοί οι λεβέντες που βλέπετε να χαζεύουν οληµερίς πάνω από ένα παρτέρι της Φωκίωνος Νέγρη, κάτι παλικάρια που θα έστυβαν την πέτρα κανονικά και τώρα κάθονται και χαχανίζουν πίνοντας φραπέ δίπλα στα µαραγκιασµένα λουλούδια, είναι εργαζόµενοι του έκτου δηµοτικού διαµερίσµατος. Το οποίο, όπως όλα, έχει τον ίδιο επικεφαλής την τελευταία εικοσαετία, ενώ έχουν αλλάξει πέντε έξι δήµαρχοι, που είναι όµως όλοι από το ίδιο κόµµα. Εχουµε µονοκρατορία στον Δήµο, έχουµε εφεύρει το νέο πολίτευµα της ακινησίας. Ξεχάσαµε ότι υπάρχει κι άλλη επιλογή, συνηθίζουµε την υποβάθµιση και τον κατήφορο. Μένοντας ακίνητοι απλώς βουλιάζουµε στον βάλτο.

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

Ο νεροχύτης έρχεται

Με τη µέση ακόµα σφιχτοδεµένη στον ορθοπεδικό κορσέ (ή µήπως ορθοπαιδικό; Είναι η ορθή πέδη ή το ορθό παιδί; Εδώ προκύπτει ένα σχεδόν βατοπεδινό ή βατοπαιδικό δίληµµα. Αν είναι να νιώθουµε παιδιά, εντάξει να το πούµε ορθοπαιδικό. 

Ελα όµως που µερικά παιδιά ήταν φανατικά µε την ορθογραφία και δεν εννοούν να ξεχάσουν όσα έµαθαν σε τρυφερή ηλικία; Τέλος πάντων…, ψάχνω στο Google πληροφορίες περί λουµπάγκο. Το παθαίνουν οι περισσότεροι άνθρωποι κάποια στιγµή της ζωής τους. Το 80% σχεδόν. Κι αυτό το 20% που περισσεύει πώς τα καταφέρνει; Δεν υπάρχει συνταγή. 

Πάντως να µη νοµίζω ότι έχω κάτι σπάνιο, είναι µπανάλ και πανανθρώπινο. 

Οι δουλειές, η κούραση, η όρθια στάση του ανθρώπου. Είναι το τίµηµα της όρθιας στάσης. Πώς να το αποφύγεις; 

Μακριά από τον νεροχύτη, συστήνει η φυσικοθεραπεύτρια. 

Εντάξει, εγώ να µείνω µακριά από το νεροχύτη, εκείνος όµως πώς θα κρατηθεί µακριά από µένα; Ερχεται και µε βρίσκει εκεί που κοιµάµαι για να ξεχάσω τον πόνο και την πίκρα µου, να ανήκω σε ένα ποσοστό που δεν έφτασε ποτέ κανένα κόµµα στις εκλογές, κυρίως κανένα από αυτά που έχω ψηφίσει. 

Εγώ δεν σκύβω, εκείνος χαµηλώνει, µουρµουρίζει και γουργουρίζει. Με τραβά κοντά του σαν να είναι ωκεανός κι εγώ η γοργόνα που τον αρνήθηκα για την αγάπη κάποιου αναίσθητου πρίγκιπα. 

Το αλουµίνιο λαµπυρίζει από ειδικά καθαριστικά. 

Καθρεφτίζει αστραφτερά σκεύη, γεµίζει νερά που τραγουδάνε. Τι νεροχύτης είναι αυτός ακαταµάχητος; Πόσο χαµηλά ακόµα θα φτάσει για να µε δελεάσει; Αυτός αλλάζει τη µέρα µου, στολίζει τη ζωή µου. 

Σκύβω προς το µέρος του και ουρλιάζω από πόνο καθώς ξυπνάω. Δεν είναι µόνο η όρθια στάση που µας ξεχωρίζει, είναι και τα αντικείµενα που εισχωρούν στα όνειρά µας.

https://www.tanea.gr/2010/10/12/opinions/analwsima-o-neroxytis-erxetai/

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

Ακριβές αγκαλιές εντελώς δωρεάν

Τα παιδιά βγήκαν στο Σύνταγµα κρατώντας ταµπέλα «Δωρεάν Αγκαλιές». Αν ήθελες πήγαινες και τους αγκάλιαζες. 

Μετάφραση του Free hugs. Θα µεταφραζόταν και «ελεύθερες αγκαλιές», ή «αγκαλιές έτσι χωρίς πρόγραµµα», «αγκαλιές χωρίς λόγο». Υποτίθεται ότι πάντα δωρεάν είναι οι αγκαλιές, ή το κόστος δεν αποτιµάται. Βέβαια η λέξη δωρεάν υποδεικνύει την αξία τους. Θα ήταν ακριβές αν δεν ήταν δωρεάν, οπότε ξανασκέψου όλες τις αγκαλιές της ζωής σου, µήπως είσαι πλούσιος και δεν το ξέρεις; 

Μου αρέσουν αυτές οι φιλοσοφικές δράσεις, αλλά διστάζω να πέσω στην αγκαλιά των νεαρών παιδιών. Η αγκαλιά, πώς να το κάνουµε, χρειάζεται έναν βαθµό εξοικείωσης. Οπως τα φιλιά στο µάγουλο. Στη Γαλλία όταν συστήνεσαι φιλιέσαι τρεις φορές. Για µήνες, όταν σπούδαζα εκεί, στεκόµουν παγερή, να αποθαρρύνω τέτοια φιλιά. Οι άλλοι πάγωναν ακόµα περισσότερο όταν έλεγα πως είµαι Ελληνίδα. Σκόνη έκανα τον µύθο θερµότητας των Ελλήνων. Πιστεύω πως οι Ελληνες είµαστε επιφυλακτικοί άνθρωποι. Δεν κατάλαβα ποτέ πώς βγάλαµε φήµη θερµών. Η µόνη εξήγηση είναι ο Ζορµπάς, ο οποίος όµως, µάθαµε τελικά, ήταν Σλαβοµακεδόνας. Πάντα τα εθνικά κλισέ είναι ιστορίες παρεξηγήσεων. 

Χαζεύω ένα τέταρτο τα νεαρά παιδιά να γελάνε αγκαλιάζοντας περαστικούς πιο τολµηρούς από µένα. Μελετάω τις αντιδράσεις, τον δισταγµό, την απόφαση, τα γέλια. Εχει ρίσκο να αγκαλιάζεις αγνώστους; 

Ανταλλάσσεις κύτταρα σε τόσο λίγο χρόνο; Παραβιάζεται κάτι ιδιωτικό που το θέλεις ανέγγιχτο; Βρίσκεις µια ευχαρίστηση που οφείλεις αµέσως να αρνηθείς; 


Γιατί µας παιδεύουν έτσι τα νεαρά παιδιά στις πλατείες; 

Ζήλεψα κοιτώντας, πήγα κι εγώ σε µια αγκαλιά για µισό δευτερόλεπτο. Φαντάσµατα οικειότητας, γνωριµιών, σχέσεων και προσδοκιών πέρασαν από τις µασχάλες µου κι ελευθερώθηκαν αµέσως. Μόλις ξεµάκρυνα µε αγκάλιασε µια αόρατη µελαγχολία. 

Γύρισα σπίτι να κρατήσω τον σκύλο µου αγκαλιά κατά βούληση. Εντελώς δωρεάν. 

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Κουφός είσαι;

Στο εξώφυλλο του µικρού βιβλίου, η φράση αυτή εγκαλεί προκλητικά τη γλώσσα της καθηµερινότητας. Γιατί η συγγραφέας, η Σοφία Κολοτούρου, είναι κουφή ή είναι κωφή κι αυτή η διαφορετική γραφή, η χρήση του ωµέγα ή του ου για την πρώτη συλλαβή της λέξης, περιέχει και τη διαφορά που µπορεί να έχει στη στάση του κανείς απέναντι σε ανθρώπους που δεν ακούνε. Ενα φωνήεν αλλάζει, και η υποτιµητική ειρωνεία γίνεται απόσταση σεβασµού. Και στις δυο περιπτώσεις η γλώσσα, οι λέξεις αυτές, δεν βοηθούν στην αντιµετώπιση του προβλήµατος ακοής. Χρειάζεται κάτι άλλο, γνώσεις και εµπειρίες για τις ικανότητες και τις ελλείψεις ενός ανθρώπου µε αυτήν την ειδική ανάγκη. Και αναλαµβάνει η συγγραφέας, στο µικρό αυτό βιβλιαράκι, να µας διαφωτίσει. Είναι καταπληκτικό πόσα δεν ξέρουµε για την κωφότητα, είναι εντυπωςσιακό και πόσο ξεχνάµε να ρωτήσουµε. Η νεαρή Σοφία αναλαµβάνει να µας φωτίσει, να µας ανοίξει τα µάτια ή τα αυτιά – ό,τι προτιµάτε. 

Σαν γιατρίνα που είναι θεραπεύει την άγνοιά µας µε την πιο καλή συνταγή. 

Οµολογώ πως ντράπηκα λιγάκι για τόσα που δεν ήξερα, αλλά τουλάχιστον χάρηκα που τα έµαθα µε αυτόν τον τόσο γενναιόδωρο τρόπο. Γιατί τα διηγήµατα στο µικρό αυτό βιβλιαράκι, που είναι µικρές ιστορίες από τη ζωή της συγγραφέα, είναι γραµµένα µε εξαιρετικό χιούµορ και ζωντάνια. 


Είναι σαν να ακολουθείς τη Σοφία στις «Κουφές ιστορίες καθηµερινής τρέλας», όπως είναι ο υπότιτλος του βιβλίου της, και να αγωνίζεσαι µαζί της να καταλάβεις από τα χείλη της πωλήτριας τι σου λέει, να πείσεις την υπάλληλο του Δηµοσίου για την ειλικρίνειά σου, να τα βγάλεις πέρα σε έναν κόσµο φωνακλάδικο που δεν έχει προνοήσει για εσένα. Και να την βλέπεις να µην παραιτείται από τίποτε, ούτε καν από τη µουσική. 


https://www.tanea.gr/2010/10/01/opinions/analwsima-koyfos-eisai 

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...