Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2003

Κλώνοι και κλωνιά

Οι γυμνοί κλώνοι του χειμώνα που συναντάς στα ορεινά χωριά όταν πηγαίνεις εκδρομές, αυτοί είναι οι αγαπημένοι μου κλώνοι. Υπομονετικά υψωμένοι, χωρίς σεμνοτυφία για τη γύμνια τους, περιμένουν την άνοιξη γεμάτοι σφιχτά ματάκια, που θα γίνουν καινούργια φύλλα. Οι κατά κυριολεξία κλώνοι δηλαδή, σε δέντρα επί τούτου φυτεμένα, για να αφήνουν το λιγοστό φως του χειμώνα να περνάει και να παρέχουν δροσιά το καλοκαίρι. Τα επί τούτου φυτεμένα παιδιά ωστόσο είναι άλλο πράγμα. Μεγαλώνουμε δένδρα, εκτρέφουμε ζώα, παρεμβαίνουμε στη φύση, την καταπιέζουμε, αλλά διατηρούσαμε αυτό το ταμπού με το ανθρώπινο είδος, να επιτρέπουμε σε κάθε νέο άτομο ένα ποσοστό τού τυχαίου στον σχηματισμό του. Κι ήταν αυτό ίσως η αυταπάτη της ελευθερίας που είχαμε αποφασίσει ότι αξίζουμε ως άνθρωποι. Πέρα από ράτσες και οικογένειες και εισοδήματα, πέρα από χώρες και καταστάσεις όπου κάθε παιδί γεννιόταν, τουλάχιστον είχε τη δυνατότητα να εκπλήξει τους γεννήτορές του. Το αυτονόητο δικαίωμα να είναι κάτι καινούργιο, κάτι αναπάντεχο εν τέλει, όσο κι αν τους μοιάζει. Και κάθε νεογέννητο να έχει μαζί του τους τρεις μάγους με τα δώρα, κλειστά πακέτα τα δώρα, να μην ξέρει κανείς τι περιέχουν. Τώρα που η μικρή Εύα στερείται την ελευθερία αυτή, καταλαβαίνουμε πόσο σπουδαίο πράγμα είναι. Και γεννιέται μαζί της μια υποψία: μήπως δεν την αξίζουμε; Ίσως, αφού έχουμε υποτάξει τη φύση, αφού έχουμε υποδουλώσει τα ζώα, να μην έχουμε δικαίωμα σ' αυτή την πολυτέλεια. Ίσως να μας αξίζει ως είδος αυτή η εξέλιξη, από τη μεγάλη αλαζονεία, να παρακμάσουμε έτσι, βυθιζόμενοι στα ίδια μας τα γονίδια. Φριχτό. Εν αντιθέσει με τα υπέροχα κλωνιά των δένδρων.

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2002

Πατίνια και πολυβόλα

 

Φέτος είναι της μόδας το χακί και τα χρώματα παραλλαγής, αλλά εκείνη φόρεσε γαλάζιο. Γαλάζιο στηθόδεσμο, χωρίς μπλούζα από πάνω. Προφανώς έχει χορτάσει παραλλαγή στην Οχρίδα. Σορτσάκι μπλε και καπελλάκι με μπορ που γυρίζει, σακκίδιο, πατίνια στα πόδια και ειδικά γάντια. Περνά μπροστά απ’ το φρουρό της προεδρικής κατοικίας και τον κοιτά λοξά, σα να του ψιθυρίζει το παληό καλό σύνθημα, κάνε έρωτα, όχι πόλεμο, ή τέλος πάντων σκέψου το μόνος σου, εγώ τίποτα δε λέω. Στα χακί ο φρουρός, με το πολυβόλο αγκαλιά, αντί να αγκαλιάζει οτιδήποτε άλλο, στρέφει και την κοιτάζει ξαφνιασμένος. Κοίτα μερικοί αναίδεια που την έχουν, θα σκέφτεται, εδώ ο κόσμος χάνεται, μέσα στο σπίτι που φρουρώ, οι ηγέτες, Σλάβοι και Αλβανοί, προσπαθούν να υπογράψουν συμφωνία ειρήνης, έξω στα βουνά και στα χωριά οι εξτρεμιστές προσπαθούν να μην αφήσουν την ειρήνη να υπογραφεί, εγώ ντυμένος απ’ την κορφή ως τα νύχια με παραλλαγή (και τι θέλω τάχα να παραλλάξω;) κρατάω αγκαλιά το πολυβόλο, αντί για οτιδήποτε άλλο, κι αυτή η νεαρή, ημίγυμνη σχεδόν, με τον αφαλό έξω, μπούτια γόνατα, πλάτες, όλα, πάει με τα πατίνια, ποιος ξέρει πού, ίσως για κολύμπι! Πώς καταντήσαμε έτσι σ’ αυτή τη χώρα, να μη σέβεται τίποτα η νεολαία. Τόσο σοβαρά πράγματα διακυβεύονται μέσα σ’ αυτό το κτίριο κι αυτή περνάει απ’ έξω λες και βρίσκεται σε καμιά από αυτές τις διεφθαρμένες πλούσιες πόλεις, που σκέφτονται μόνο την καλοπέραση και δεν ενδιαφέρονται για τα ιδανικά. Αίσχος δηλαδή, φοράει και πατίνια, να μη μπορείς να τη φτάσεις σε περίπτωση πού, ας υποθέσουμε, αποφάσιζα να την κυνηγήσω λιγάκι…

Η ανεύρετη πηγή

Κάποια μακρινή καλοκαιρινή μέρα, μας είχαν υποσχεθεί οι πολυταξιδεμένοι φίλοι μας, να μας δείξουν τις πηγές ενός ποταμού. Πηγαίναμε πηγαίναμε, περνούσαμε φαράγγια και χωριά και μέρη ωραία και βλέπαμε το ποτάμι συνέχεια δίπλα μας, αλλά τις πηγές του δεν τις φτάσαμε ποτέ. Δεν τις βρήκαμε εκείνη την ημέρα, ούτε την επόμενη κι ύστερα δεν ψάξαμε πια, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι οι πηγές των ποταμών είναι κάτι διακριτικό, μυστικό, δεν σου φανερώνεται εύκολα, δεν τις βλέπεις. 

Εδώ και κάμποσο καιρό αγοράζω στην Αθήνα πλαστικά μπουκαλάκια νερό με το όνομα της πηγής εκείνης. Εκεί που δεν είχαμε φτάσει, πάνω στα όρη στα βουνά και στα μεγάλα δάση, τώρα υπάρχουν συνεργεία εμφιάλωσης. Την ανεύρετη πηγή την έχουν περιζώσει, ίσως της κανανε μια βρύση να τρέχει οργανωμένα και φανερά, ή ίσως τίποτα, μόνο τα φορτηγά με τα μπουκάλια που πάνε κι έρχονται μέχρι τελικής εξαντλήσεως. 

Για δευτερόλεπτα θυμάμαι την αμηχανία μας μέσα στην ωραία εκείνη φύση, είναι εδώ η πηγή; πώς είναι οι πηγές;, με τι μοιάζουν, κι ύστερα ανοίγω το μπουκαλάκι και πίνω το νερό, με το θρίαμβο του ανθρώπου της πόλης, που όλα τα έχει έναντι χρημάτων, σβήνοντας μαζί με τη δίψα και τα ίχνη της θλίψης, γιατί να μην τη βρούμε τότε εμείς εκείνη την πηγή, πριν ακόμα μπει το νερό της σε μπουκάλια, γιατί να μην την έχουμε γευτεί. 

Γρήγορα το ξεχνάω βέβαια, προχωρώντας στις δουλειές μου, το σημαντικό είναι να βρίσκεις το νερό στα περίπτερα όταν πεθαίνεις της δίψας. Είναι ν΄απορείς πώς ζούσαν οι άνθρωποι εδώ πριν εξαπλωθεί αυτή η συνήθεια.

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2002

Κλήση επειγόντως

 Φιλενάδα μου, σπανίως τηλεφωνώ και το σπάνιο θα γίνει σπανιότερο.

Τρόμαξα να μάθω τους καινούργιους αριθμούς, να τους συνηθίσω και να τους
περάσω στις μνήμες του τηλεφώνου και του εγκεφάλου μου. Για δεκαετίες οι
αριθμοί έμπαιναν ένας ένας στο νούμερό σου, σαν διακριτική υπενθύμιση ότι ο
πληθυσμός της πόλης αυξάνεται διαρκώς κι αφού η πόλη αρέσει και μεγαλώνει,
οφείλεις να αποστηθίζεις νούμερα. Ύστερα ήρθαν τα κινητά τηλέφωνα που μας
έφεραν πιο κοντά, ιδίως στην οικογένεια και στα παιδιά που τα παίζουν στα
δάχτυλα κι εσύ φιλενάδα μου πήγες να μείνεις πιο μακριά, πιστεύοντας ότι δεν
απομακρύνεσαι, αφού τόσο καλά λειτουργούν οι επικοινωνίες.

Και γέμισες τηλέφωνα και κινητά κι ακίνητα και δεν μετακινείσαι πια με τίποτα,
θέλεις να ερχόμαστε εμείς σε σένα, εκεί στην εξοχή, με τα σκυλιά και με τους
κήπους σου.

Κι όπως η Μεσογείων κάποτε κυλούσε κι ερχόμασταν και σε βλέπαμε, έτσι και το
τηλέφωνό σου ήταν απλό, αλλά αφού η Μεσογείων έπηξε και ο αριθμός τηλεφώνου
σου μεγάλωσε μαζί με όλα τα άλλα, πέρασε καιρός που δεν βλεπόμαστε και δεν
ακουγόμαστε και δεν μας πειράζει πια και τόσο.

Και τώρα πάλι αλλάζει αριθμούς το τηλέφωνο, για λόγους άγνωστους, αλλά με χαρά
και πάλι.

Κι ούτε αυτή τη χαρά δεν ξέρουμε που τη βρίσκει το σύστημα.

Αλλά η ενέργεια λιγοστεύει και τα διαθέσιμα μπάιτς του μυαλού επίσης κι όσο
πλουτίζουν και ποικίλλουν και διαστρέφονται τα νούμερα τόσο γίνεται αδιάβατη η
Μεσογείων.

Αλλάζει ο αριθμός κλήσης και ο κωδικός μετακίνησης. Από την πολλή ευκολία
χαθήκαμε.

Για δώσε σήμα με τη νέα μέθοδο, μη μας ζώσει η σιωπή.

 https://www.tanea.gr/2002/11/04/opinions/analwsima-klisi-epeigontws/

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2002

Μπετόβεν και μπουζούκια

Σιωπηλά πλήθη συνωθούνται στις αποβάθρες του Μετρό. Μεσημέρι, κόσμος πολύς, τα
βαγόνια γεμάτα και οι πόρτες ανοιγοκλείνουν δυο τρεις φορές μέχρι να
καταφέρουν να κλείσουν χωρίς να μαγκώνουν χέρια ή τσάντες. Από τα μεγάφωνα
ακούγεται Μπετόβεν. Μάλιστα, Μπετόβεν, η κορύφωση της 5ης Συμφωνίας είναι ή
κάτι τέτοιο, μια ορχήστρα εν βρασμώ. Διακριτικά ωστόσο δημιουργεί ατμόσφαιρα,
σαν χρωματιστός καπνός που γλιστράει ανάμεσα στα πόδια των επιβατών και
εναρμονίζει τα κουρασμένα βήματα με κάτι ανώτερο, σημαντικό, αόριστο αλλά
καλοδεχούμενο. Τι δουλειά έχει εδώ ο Μπετόβεν, θα μπορούσε κάποιος να πει,
αλλά δεν θα ήταν ειλικρινής, γιατί το πάθος της μουσικής που απαλά ξεχύνεται
ανάμεσα στον θόρυβο των τρένων, θα τον είχε ήδη κι αυτόν εξυψώσει και
στηρίξει. Είναι σαν δώρο, έτσι αθώρητη, χωρίς διαφήμιση, τίτλους, κραυγές, στη
σωστή ένταση, σαν να την έγραψε ο μέγας μουσουργός ειδική παραγγελία για τους
βιαστικούς και κουρασμένους Αθηναίους του 21ου αιώνα που χρησιμοποιούν Μετρό
και χρειάζονται όλοι ανεξαιρέτως παρηγοριά και τόνωση. Στα λεωφορεία παίζουν
καψούρικα λαϊκά, γέμισαν μεγάφωνα τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας μας και δεν
μπορούν να τα αφήσουν αχρησιμοποίητα. Φταίει η ένταση ή τα καψούρικα που
αποφεύγω πλέον τα λεωφορεία; Έχει διαχωριστεί το μουσικό σύμπαν σε πάνω και
κάτω, πάνω μπουζούκια, κάτω Μπετόβεν, έτσι αποφάσισε φαίνεται το υπουργείο
τοπίου που διατρέχει τις υπηρεσίες του υπουργείου Μεταφορών. Καλά είναι τα
καψούρικα στη διαπασών για τα γλέντια, αλλά για τη βιοπάλη προτιμώ τον
Μπετόβεν. Ίσως επειδή ήταν κι αυτός παιδί της εργατικής τάξης και έζησε
πονεμένα ονειρευόμενος τη μεγάλη χειραφέτηση των μαζών, την ανύψωσή τους από
την επαναλαμβανόμενη, βαρετή καθημερινότητα.

https://www.tanea.gr/2002/10/23/opinions/analwsima-mpetoben-kai-mpoyzoykia/

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2002

Xαμηλά ο πήχυς

Κυριακή συννεφιασμένη και τα παιδιά παίζουν στο πάρκο. Μαζεύονται πάντα στο
κέντρο, στο πρώην σιντριβάνι. Πρώην, γιατί χρόνια τώρα δεν τινάζει νερό, είναι
κρίμα που αυτό τουλάχιστον δεν το πήρε ο Δήμος Αθηναίων, ο οποίος ειδικεύτηκε
στους πίδακες, αν μη τι άλλο. Εκεί γύρω στο παρτέρι, το γρασίδι έχει φουντώσει
απ' τις βροχές. Μια μικρή παράξενη ζούγκλα, διότι δεν το κούρεψαν φυσικά,
τραβάει τα παιδιά σαν μαγνήτης. Χάνονται οι γαμπίτσες τους στο χορτάρι,
χοροπηδάνε και φωνάζουν, ξυπνάει μέσα τους το πουλάρι. Και κάποια στιγμή,
μοιραία, ακούγονται τα δυνατά τους κλάματα, γιατί σκόνταψαν στην κρυμμένη
μεταλλική περίφραξη του παρτεριού. Στο χαμηλό ωραίο κιγκλίδωμα που είχε μπει
εκεί δεκαετίες πριν αποφασίσουν να παρατήσουν στην τύχη του το Πεδίον του
Άρεως. Τότε που το σχεδίασαν, πίστευαν ότι χρειάζονται όρια ανάμεσα στους
χώρους, δεν φαντάζονταν ότι θα μεταμορφώνονταν σε παγίδες. Μέχρι πέρυσι
ξεχώριζε το καγκελάκι, τώρα που ανήκει στην περίφημη Νομαρχία Αττικής,
ισοπεδώθηκε πλήρως. Τόσο υπεράνω είναι αυτή η Υπερνομαρχία, που προφανώς δεν
μπορεί ν' ασχοληθεί με ζητήματα χαμηλά, όπως το γρασίδι. Ας είναι κι αυτό
υπεράνω του κιγκλιδώματος. Με τι ασχολείται, κανένας δεν έχει καταλάβει
ακριβώς. Ούτε το σκέφτεται την ώρα που σκοντάφτει. Μανάδες, παιδιά, γέροι,
έφηβοι και πάσης φύσεως περιπατητές που λιμπίζονται το γρασιδάκι, τρώνε τα
μούτρα τους καθημερινά και απομακρύνονται πονεμένοι κι απορημένοι. Πώς να
ανεβάσεις ένα τόσο χαμηλό και ύπουλο ζήτημα στην προεκλογική καμπάνια; Κάποιος
βάζει χαμηλά τον πήχυ, κόντρα στην Ντόρα, που είπε ότι τον βάζει ψηλά. Εκτός
πια κι αν το κάνουν επίτηδες. Οι τωρινοί νεοδημοκράτες υπερνομάρχες, ως
ιδεολογικοί αντίπαλοι του Τζαννετάκου.

https://www.tanea.gr/2002/10/07/opinions/analwsima-xamila-o-pixys/

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2002

Ποσείδι

Το Πανόραμα Θεσσαλονίκης το ονόμασαν ελληνικό Μπέβερλυ Χιλς. Και τη Χαλκιδική, ελληνική Ριβιέρα. Δεν ξέρω αν έχει η Ριβιέρα τόσο όμορφη θάλασσα, τέτοια απόχρωση του γαλάζιου προς το τυρκουάζ στις αμμουδιές της, όπως η Χαλκιδική.  Και στην Κασάνδρα, στο σημείο που δείχνει ο χάρτης μια μυτούλα ξηράς, βλέπεις την αμμουδιά, λευκή, (μόνο η λευκή άμμος δίνει τέτοιο χρώμα στο νερό) να προχωρά μέσα στα κύματα και να φτιάχνει δυό παραλίες. Το μέρος λέγεται Ποσείδι κι υπάρχει κι ένας φάρος εκεί, να το σημαδεύει. Οι λουόμενοι μπορούν κάθε φορά να διαλέγουν σε ποια μεριά θα κολυμπήσουν. Όταν έχει κύμα στη μία πλευρά, η άλλη είναι γαλήνια. Εξαιρετικό προνόμιο, και ποιοι το χαίρονται κυρίως; Οι φοιτητές του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που έχουν δίπλα κατασκήνωση. Μέσα στα δέντρα, μπορούν να στήνουν τη σκηνή τους, ή να νοικιάζουν ξύλινα σπιτάκια, σε τιμή συμβολική.  Τι Ριβιέρα και τι Μπέβερλυ Χιλς. Αυτός είναι ο παράδεισος επί της γης. Η φοιτητική ιδιότητα,  παρέχει αυτή τη δυνατότητα, μαζί με διάφορες άλλες.  Και σ’ αυτόν τον παράδεισο, απροσπέλαστο για όσους δεν πέρασαν στο Πανεπιστήμιο, οι ένοικοι έχουν σπείρει τα σκουπίδια τους όπου υπάρχει ελεύθερος χώρος. Ούτε σακκούλες, ούτε σωροί, ελεύθερα, παντού, πάσης φύσεως απορρίματα, κι οι προνομιούχοι παραθεριστές,  να κυκλοφορούν ανάμεσα τους, ανενόχλητοι. Αφού πέρασαν στα ΑΕΙ, θεωρούν ότι δεν έχουν άλλη υποχρέωση. Μαζεύουν ήλιο, μαζεύουν ξεκούραση, μαζεύουν βαθμούς, σκουπίδια προφανώς δεν μπορούν να μαζέψουν. Εκπαιδεύονται καταλλήλως όλο το χειμώνα στα πανβρώμικα ανώτατα εκπαιδευτικά (αλίμονο, η ανωτερότης δεν αμφισβητείται, είναι κατοχυρωμένη) και το καλοκαίρι κάνουν επαναλήψεις στο πιο παραδεισένιο σημείο της Χαλκιδικής.

 Και λέμε, καλά που δεν είναι γνωστό όσο η Ριβιέρα, το όμορφο Ποσείδι, και μόνο  οι ντόπιοι, περνάμε και βλέπουμε το χάλι αυτό κι αναρωτιόμαστε, τι σόι αγωγή δίνουμε στα παιδιά μας.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2002

Μουσώνες στην Ελλάδα

 Φθινόπωρο όπως τα παλιά, ή περίπου. Σεπτέμβριος με βροχές που δεν δροσίζουν,

μπόρες απότομες, σαν τροπικές. Κάτι σαν τους μουσώνες, που είδαμε στο σινεμά
φέτος, σ' εκείνο το ωραίο ινδικό έργο. «Ο γάμος των μουσώνων» λεγόταν. Μεγάλη
επιτυχία, λίγους μήνες πριν γίνει ακόμα μεγαλύτερη ο «Γάμος α λα ελληνικά».
Αδελφοποίηση του κλίματός μας με το ινδικό κλίμα, μέσω πανάκριβων γαμήλιων
τελετών και τρυφερών ιστοριών. Την ίδια ώρα που στο Γιοχάνεσμπουργκ συζητούν
για εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς πρόσβαση σε τρεχούμενο νερό, στην Ευρώπη δεν
στεγνώνουν οι πλημμύρες. Στον δε Πειραιά συννέφιασε και στην Αθήνα βρέχει.
Κυλάνε τα παραπανίσια νερά απρόσκλητα σε υπόγεια που χτίστηκαν για αποθήκες
και έγιναν κατοικίες, κυλάει και η νομοθεσία για την αυθαίρετη χρήση των
υπογείων και ισογείων. Σαν το νερό στ' αυλάκι, η νομιμοποίηση των αυθαιρέτων.
Μαζί με την επαναφορά του συντελεστή δόμησης, τη δικαίωση δηλαδή ενός ακόμα
μεγάλου λαϊκού αιτήματος, για όσους δεν πρόλαβαν να εξαργυρώσουν τα
τετραγωνικά τους και τους ορόφους που δικαιούνταν. Όλα μαζί πακέτο,
νομιμοποιήσεις και τακτοποιήσεις, μόνο το νερό έρχεται απρόσκλητο, την ίδια
μέρα με τα μεγάλα λόγια περί πλανήτη, περί περιβάλλοντος, περί υποδομών, περί
σωτηρίας, περί θυσιών, την ένδοξη Τρίτη Σεπτεμβρίου, που όλοι κάναμε μποϊκοτάζ
στα σούπερ μάρκετ. Ε, δεν γίνεται και μποϊκοτάζ στις ακίνητες περιουσίες των
μικρομεσαίων. Όλα σε μια μέρα θα γίνουν; Σάμπως θα αλλάξει το κλίμα του
πλανήτη με λίγα τετραγωνικά που θα στριμωχτούν στις ήδη στριμωγμένες πόλεις
μας; Ενώ μπορεί να αλλάξει το εκλογικό κλίμα. Εξάλλου συνηθίσαμε να ζούμε
στριμωγμένοι, αν αραιώσουμε καταθλιβόμαστε. Η οικολογία έχει νόημα στο
Γιοχάνεσμπουργκ, εδώ συνεχίζουμε την ανάπτυξη.


https://www.tanea.gr/2002/09/04/opinions/analwsima-moyswnes-stin-ellada/

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2002

Του Αυγούστου το φεγγάρι

Πώς ξέφυγε έτσι η πανσέληνος του Αυγούστου από φορείς και διαφθορείς, παραθεριστές και εκπολιτιστές, σαν σαργουδάκι από κομμένο δίχτυ, γλύστρησε, χάθηκε στ’ ανοιχτά του χρόνου; Το ένα το φεγγάρι το τραγουδισμένο, το αυγουστιάτικο φεγγάρι με τ’ όνομα, που μας ξανάκανε για λίγο ειδωλολάτρες και ζωροαστρικούς, βαρέθηκε φαίνεται τις μεγαφωνικές εγκαταστάσεις στους αρχαιολογικούς χώρους, τα φωτιστικά εφέ,  που αναιρούσαν το νόημα της γιορτής, το πηγαινέλα των αυτοκινήτων, που έπνιγαν και στα πέριξ ό,τι ησυχία κι ό,τι φεγγαρίσιο φως απέμενε, αποφάσισε να σκοτίσει το νου εορταστών και ρομαντσοφόρων, γνωστών τραγουδιστών που ρουφούσανμε με φωνακλάδικη απληστία, όποια απαλή αναμνησούλα μας απόμενε από γαλήνιες νύχτες, προέδρων, οργανωτών, και λοιπών εκμεταλλευτών. Μας ξεγέλασε η «πρώτη αυγουστιάτικη πανσέληνος του καινούργιου αιώνα», ήρθε νωρίς, πέρασε διακριτικά, ιδιωτικά, χωρίς φανφάρες, με φάλτσες φωνές, με μικρές παρέες, με απορίες, μα είναι στ’ αλήθεια η πανσέληνος αυτή; Έτσι τόσο ανεπίσημα; Δεν φυσούσε ούριος άνεμος ν’ αποπλεύσουν τα καράβια της μεγάλης  θερινής εκστρατείας αποκέντρωσης του θορύβου, από τη μητέρα πρωτεύουσα, στα στερημένα παιδιά της και περιμένοντας στην προβλήτα χαθήκανε  τα ημερολόγια με τις σεληνιακές φάσεις. Και τρέχουν τώρα οι φορείς και οι οργανωτές, κατόπιν εορτής, να γραπώσουν την πανσέληνο του Σεπτεμβρίου. Θα εορταστεί ως φθινοπωρινή και η μεγάλη πολυτέλεια, μας υπόσχονται, θα είναι να μην έχει μουσική σε μερικά σημαντικά μέρη, όπως η Ακρόπολη κι ο ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Μαζί με την αγορά σχολικών ειδών και τη μελέτη του εκκαθαριστικού της εφορίας, νύχτες με τραβολόγημα σε αρχαιολογικούς χώρους, να κλαίμε το καλοκαίρι που θα τελειώνει. Δεν είναι κακό σαν ιδέα.

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2002

Σκληρά αναγνώσματα

Μαζεύονται αδιάβαστα στο τραπεζάκι τα αστυνομικά διηγήματα που προορίζονταν
για το καλοκαίρι. Τα ένθετα εφημερίδων και περιοδικών θα περιμένουν, η
17Νοέμβρη είναι το ανάγνωσμα τώρα, και μπήκαμε στον δεύτερο μήνα. Σε αυτά τα
μπανάλ πρόσωπα που «μας απογοήτευσαν» αναγνωρίζουμε κλισέ που έχουμε
χρησιμοποιήσει, τρόπους σκέψης που μας είναι γνωστοί. Αυτοί οι συνηθισμένοι
τύποι μάς προσφέρουν άυπνα μεσημέρια.

 Η απολογία του Σάββα Ξηρού καταγράφειγεγονότα που θυμόμαστε, άλλοτε ζωντανά κι άλλοτε λιγότερο, τον φόνο Μπακογιάννη, ληστείες τραπεζών, τι είχαμε τότε σκεφτεί, τι είχαμε πει στους γύρω μας, ποιος είχε θυμώσει, ποιος είχε αδιαφορήσει, ποιος είχε λυπηθεί,
ποιος είχε ικανοποιηθεί και ποιος είχε νιώσει αδύναμος ως πολίτης κράτους που
ήθελε να λέγεται πολιτισμένο, αλλά δεν τα έβγαζε πέρα με τον πρωτογονισμό. \

Κι ίσως ο καθένας από μας, τους πολίτες, να είχε νιώσει λίγο από όλα αυτά και
μερικά ακόμα, όπως ένα στοιχείο γοητείας ενίοτε για τον πρωτογονισμό αυτό.
Κάποιον θαυμασμό ελπίζει πάντα να προκαλέσει η βία - έτσι ξεκινά. Ιδίως η βία
αυτού του είδους, που τη θεωρούν «πολιτική» αυτοί που την ασκούν. Περιμένει να
συγκινήσει, να αποκτήσει οπαδούς, να δημιουργήσει το δικό της καθεστώς. Πόσο
νιώθαμε την απειλή, πόσο μας αφορούσε η ασφάλεια των τραπεζών, των βουλευτών,
των εφοπλιστών, των αστυνομικών, των ξένων αξιωματούχων - χωρίς ταυτότητα
αυτοί, η ιδιότητά τους αρκούσε για να τους εξασφαλίσει θάνατο - πόσο
αρνούμασταν να ενδιαφερθούμε, αφού δεν ήμασταν εφοπλιστές, βουλευτές,
τράπεζες, αστυνομικοί, ξένοι αξιωματούχοι. 

Η απαρίθμηση των στόχων από τον Ξηρό, με χρονολογική σειρά, εκθέτει τη δική του δράση και υπενθυμίζει τη δική μας αμηχανία. 
Σκληρή αυτογνωσία καλοκαιριάτικα.
https://www.tanea.gr/2002/08/14/opinions/analwsima-sklira-anagnwsmata/





Τρίτη 13 Αυγούστου 2002

Της Μεταμορφώσεως



Πάλι ξανά στα μέρη τα γνωστά, για τον Δεκαπενταύγουστο που αναζητά πατροπαράδοτες εικόνες. Πού να τις βρει στα γνωστά μέρη; Μεταμορφώθηκαν απότην περσινή χρονιά. Εκεί που ήταν μποστάνι έγινε φέτος συγκρότημα ενοικιαζόμενων κατοικιών, απίστευτη ταχύτητα. Σκεπαστές βεραντούλες με μπετόν και καγκελάκι ελληνορωμαϊκό. Εκεί που πίναμε ουζάκι, επεκτάθηκε το μαγαζί με κερκυραϊκές στοές ένθεν και ένθεν, έστησε κιόλας μπροστά μια πλαστική γερτή κολόνα που καταλήγει σε τρισδιάστατη επιγραφή, από μέσα φως κι απέξω το όνομα του επιχειρηματία με γράμματα σε μέγεθος καρπουζιού (για την παρομοίωση φταίει το ξεπατωμένο μποστάνι). Γενικώς τα ονόματα γιγαντώθηκαν, ο φούρναρης έγραψε τα δικά του σε ταμπέλα τριπλάσια, τα σημεία στίξης μεγάλα σαν πιατέλες. Γέμισε το τοπίο ονοπατεπώνυμα, αυτό δεν είναι χωριό, αυτό είναι δάσος ονομάτων, ληξιαρχείο σε εφιαλτική μεγέθυνση, η πάλη των λάμψεων. Ποιος θα φωτίζει περισσότερο και ποιος θα επισκιάσει τον άλλον. Πλην όμως σκιά δεν απέμεινε, πάνε κι οι ελιές, που τις έβλεπες και κάπως δροσιζόταν η ματιά σου, κάπως γαλήνευε. Τώρα οι ταμπέλες σου μεταδίδουν την αγωνία του ιδιοκτήτη, θα πάνε καλά οι δουλειές φέτος, θα αποσβεστούν τα έξοδα, θα βγει κέρδος; Αμάν, άφησες τη δική σου αγωνία στην πόλη κι ήρθες εδώ να ενστερνιστείς ετούτη. Τη νύχτα τα φώτα δεν αφήνουν ούτε φεγγάρι να φανεί, αλλά δεν βρίσκεις τίποτα να θέλεις να
κοιτάξεις απ' όσα άπλετα φωτίζονται. Τα μέρη τα γνωστά έγιναν αγνώριστα, πού
βρίσκομαι; Αναρωτιέσαι, αν ξεχαστείς, ποια μεγάλη γιορτή έρχεται, της Παναγίας
λέγεται ή της Μεταμορφώσεως; Αυτήν έπρεπε να γιορτάζουμε, μεγάλη η χάρη της,
πότε ξανά στο ημερολόγιο τη συναντάμε έτσι περίλαμπρη;

https://www.tanea.gr/2002/08/13/opinions/analwsima-tis-metamorfwsews/

Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...