Τρίτη 2 Ιουλίου 2002

Γιορτή της Δημοκρατίας

Θα μπορούσαμε να κάνουμε πάρτι στους δρόμους με λαϊκούς χορούς και γαϊτανάκια,
αλλά δεν συνηθίζουμε τα γαϊτανάκια, κι επιπλέον η γιορτή καθιερώθηκε εξαρχής
σεμνή, επειδή η χούντα έπεσε από τα όσα έκανε στην Κύπρο. Σεμνή και
συγκρατημένη λοιπόν η γιορτή της Δημοκρατίας, ίσως και λίγο κυριλέ. Κι ίσως
και λίγο χλιαρή, σαν τα βραδάκια της Αθήνας. Ωστόσο είναι ό,τι πολυτιμότερο
έχουμε αυτή η Δημοκρατία. Ίσως να ήλθε με τρόπο λιγότερο εντυπωσιακό απ' όσο
της ταίριαζε. Η λαϊκή πάλη εκείνης της μέρας ήταν περιορισμένη στ' αυτοκίνητα
που διάβαιναν την πόλη βαρώντας τις κόρνες τους. Ξέμειναν τότε μερικά λάβαρα,
περίσσεψαν ρητορικές, λέξεις σαγηνευτικές έμειναν αμήχανες, αχρησιμοποίητες,
να περιφέρονται για χρόνια σε συζητήσεις μεγαλόστομες, σε επιθυμίες θολές,
πρόσφορες διά πάσαν χρήση. Λέξεις και τίτλοι και ονόματα που οξειδώθηκαν από
αίμα. Στα σήματα εμπορικών εταιρειών υπάρχει προστασία νομική, στα πολιτικά
δεν υπάρχει. Στις πολιτικές λέξεις δεν υπάρχει προστασία, ο καθένας αφήνεται
μόνος του να τις ζυγίζει και να τις μετρά. Ο καθένας αφήνεται μόνος του να
διασώσει τα ρομαντικά όνειρα της Επανάστασης από τούτη την απίθανη ιστορία
ληστειών και δολοφονιών, καρφωμάτων και βολεμάτων, βίας και τρόμου, εξοχικών
και παραμυθιών. Έχει ωστόσο βοηθό τη γιορτή της Δημοκρατίας, την ιστορία και
τις αρχές της, την εξέλιξή της και τις προοπτικές της. Ίσως παραείναι άχρωμη
αυτή η γιορτή, ίσως της άξιζε κάτι σαν επίσημη οινοποσία, διανομή κοκορετσιού,
χρωματιστά λαμπιόνια. Αλλά είναι μοναδική κι όλο και σημαντικότερη
αποκαλύπτεται, ας τη γιορτάζουμε χωρίς ιδιαίτερη θέρμη. Μέτρο όλων των
πολιτικών πραγμάτων, όλων των λέξεων και πράξεων και δημοκοπιών. Χρειάζεται
ψυχραιμία αυτή η δουλειά.


Τετάρτη 19 Ιουνίου 2002

Μαμά με ποιον είσαι σήμερα;

Αυτά τα εξοντωτικά μετασχολικά διλήμματα δεν τα αντέχω. Πρωί πρωί να σε ρωτάνε
με ποιον είσαι μεταξύ Ιαπωνίας και Τουρκίας και το μεσημέρι με ποιον είσαι
μεταξύ Ιταλίας και Κορέας. Έχει βαρέσει καμπανάκι το μυαλό μου με τους
συνδυασμούς του Μουντιάλ. Και είμαι συνεχώς με αυτούς που χάνουν, από έμφυτη
κλίση, φαίνεται, προς τους λούζερ. Δεν τους αντέχω τους νικητές. Μέσα στη
ζέστη, με τους δημοσιογράφους να μισοαπεργούν στο ραδιόφωνο και να μας
βομβαρδίζουν ανυπεράσπιστους οι διαφημίσεις για κλιματιστικά. Ριγμένοι σαν
γατιά στους καναπέδες και η χαλάρωση να μην αναπληρώνει το βάσανο της ημέρας.
Δεν είμαι με τους Γιαπωνέζους, λοιπόν, μου φτάνει που αγόρασα κλιματιστικό.
Είμαι με την Τουρκία και την Ιταλία, είναι γείτονες. Αν μάθουμε να αγαπάμε
τους γείτονες, ίσως κερδίσουμε κάποτε στη Γιουροβίζιον. Μήπως οι αληθινοί μας
γείτονες είναι πια οι Γιαπωνέζοι, έτσι που περιφερόμαστε από κλιματιστικό σε
κλιματιστικό; Ε, όχι, ας το ανάβω το ρημάδι, δεν τους υποστηρίζω και στο
ποδόσφαιρο, θα αντισταθώ κι εγώ σε κάτι. Οι φίλοι μου είναι όλοι με
αφρικανικές και νοτιοαμερικανικές ομάδες όταν παίζουν εναντίον ευρωπαϊκών, για
να αντιστέκονται σ' αυτό που είναι οι ίδιοι. Εγώ θα αντισταθώ στην
επικυριαρχία των γιαπωνέζικων κλιματιστικών και αυτοκινήτων και τουριστών. Θα
υποστηρίξω έως το τέλος τις ομάδες της πατρίδας Ευρώπης, να έχουν και τα
παιδιά έναν μπούσουλα να διαλέγουν. Ίσως κερδίσει η Αγγλία και σηκώσουμε
κεφάλι. Την Ιταλία την καρατομήσανε μ' εκείνα τα τύμπανα γύρω γύρω οι
Κορεάτες. Αν πάλι καταφέρατε να είστε με την Κορέα, θαυμάζω την
αποστασιοποίησή σας. Η δε Τουρκία κέρδισε. Μήπως φταίει που την υποστηρίξαμε;

https://www.tanea.gr/2002/06/19/opinions/analwsima-mama-me-poion-eisai-simera/

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2002

Χαμένο τοπίο

Τους καταλαβαίνω αυτούς τους αρμόδιους του 2004 που πρέπει να μαζέψουν
εθελοντές. Μάνα είμαι κι εγώ και πονώ. Τα πάθη και οι περιπέτειες της φυλής με
έχουν προικίσει με το γνωστό άγχος κάθε σύγχρονης Ελληνίδας και Έλληνα. Μην
πιαστώ κορόιδο στη ζωή. Άγχος που μεταβιβάζεται ως υψίστη παράδοση από γενιά
σε γενιά. Και προφανώς ξυπνά αυτομάτως μπροστά στη λέξη εθελοντής. Γίνεται
ταυτόχρονη μετάφραση. Εθελοντής ίσον «κορόιδο που δουλεύει τσάμπα, ενώ οι
άλλοι τα παίρνουν». Πώς αλλιώς, παρά με κλασικά ρουσφετόμορφα κίνητρα, να
βρεις εθελοντές στη χώρα των μη κορόιδων; Ωστόσο θα μπορούσαν να ρισκάρουν μια
προσπάθεια. Να ψάξουν μήπως κάτω από τις μάζες των καταπιεσμένων από τον φόβο
της εκμετάλλευσης πολιτών, κρύβονται οι ντροπαλοί γενναιόδωροι. Αυτοί που
κάνουν «κρα» για λίγη προσφορά, λίγη κοινή εργασία, λίγη συμμετοχή στο
πανηγύρι - έως και πολλή - αλλά ντρέπονται να το ομολογήσουν. Πώς να
τολμήσουν; Σίγουρα θα τους κογιονάρουν οι γείτονες, θα τους ειρωνευτούν οι
φίλοι και θα τους οικτίρουν οι συγγενείς. Άσε που οπωσδήποτε θα τους μαλώσει η
μαμά τους. Αναγκαστικά ξεχνούν τη χαρά της προσφοράς, για λόγους κοινωνικής
αποδοχής. Ωστόσο εδώ μιλάμε για πανηγύρι. Για μια σπουδαία γιορτή που θα
μείνει στη μνήμη και θα δώσει ευκαιρίες για εμπειρίες και γνωριμίες. Η αρχή θα
ήταν δύσκολη, να βρεθεί ο πρώτος τολμηρός, που θα ξεπερνούσε τα φράγματα των
προκαταλήψεων. Θ' ακολουθούσαν άλλοι, πλήθη με χαμόγελα εμπιστοσύνης. Ένα
σπάνιο ελληνικό τοπίο θα αντικρύζαμε. Αλλά τώρα, με τα διπλώματα και τις
βεβαιώσεις, δεν θα μάθουμε ποτέ τι είδους φάτσα θα είχε αυτός ο πρώτος και πώς
θα χαμογελούσαν οι επόμενοι.


https://www.tanea.gr/2002/06/13/opinions/analwsima-xameno-topio/

Τετάρτη 29 Μαΐου 2002

Tα παπάκια

Οι δημοσιογράφοι καπνίζουν, όπως αποκάλυψε χθεσινή έρευνα. Κι επειδή
καπνίζουν, αρρωσταίνουν και πάνε στα ιατρεία και ζητάνε φάρμακα. Ενίοτε, για
να πάνε στα ιατρεία, περνούν με τα πόδια την οδό Ηριδανού, όπου κάποτε υπήρχε
μια ταβέρνα που λεγόταν «Τα παπάκια». Θα έβγαιναν ίσως τα νερά του ποταμού σε
μια λιμνούλα με παπάκια. Ήταν ένα χαμηλό σπίτι με μεγάλη αυλή και την είχαν
εξωραΐσει με πέργκολες και τοιχογραφίες. Είχε καταφέρει να γίνει της μόδας, ο
κόσμος τα βράδια στεκόταν ουρά τραπέζι. Έγινε συνώνυμη της κοσμικής Αθήνας.
Πλην όμως αυτό δεν έσωσε την ταβέρνα, ούτε το χώρο. Ούτε σκέφτηκε ο Δήμος
Αθηναίων να αγοράσει το οικόπεδο, όταν πουλήθηκε, να κρατήσει ένα τετράγωνο μ'
ένα χαμηλό σπίτι, να ανασαίνει η περιοχή. Δεν κάνουν τέτοια οι δήμοι, ούτε που
τα υπόσχονται στις προεκλογικές τους εκστρατείες. Έτσι το οικόπεδο ακολούθησε
τη μοίρα του, πουλήθηκε, ισοπεδώθηκε, σκάφτηκε, ήταν και φαρδύ, πλούσιο,
ευρύχωρο, έδωσε και λίγο παραπάνω πεζοδρόμιο, κι άρχισε να κτίζεται ένα
καμαρωτό μεγαθήριο οκτώ ορόφων μέσα στα στενά. Αντάξιο των επιβλητικών κτιρίων
της Βασιλίσσης Σοφίας, αλλά χωρίς προοπτική να το ατενίσει κανείς ποτέ σε όλο
του το μεγαλείο.
Είναι μεγάλο, καλοφτιαγμένο, έχει και πάρκινγκ, όλα καλά κι ωραία, μόνο οι δημοσιογράφοι που πάνε στα ιατρεία τους, λίγο πιο πάνω στην Ηριδανού, μερικοί που ξέρω τουλάχιστον, νοσταλγούν τα Παπάκια. Άκουσον άκουσον, τα ψευτοκοσμικά «παπάκια» με τη μίζερη αυλή τους, που οι ίδιοι σάρκαζαν, όταν ήταν της μόδας. Τέτοια κάνουν κι ύστερα στενοχωριούνται και το ρίχνουν στο κάπνισμα, αρρωσταίνουν και τρέχουν πάλι στην Ηριδανού, να βλέπουν τους ορόφους.
https://www.tanea.gr/2002/05/29/opinions/analwsima-ta-papakia/

Δευτέρα 27 Μαΐου 2002

H τελευταία σεμνοτυφία

"Ένα δωράκι να σας δώσουμε;" Χαμογελαστά νεαρά πλάσματα προσπαθούν να σταματήσουν τις βιαστικές γυναίκες που φαντάζονται ότι μπορούν να γίνουν πελάτισες των ινστιτούτων αδυνατίσματος. Ένα δωράκι για σας, ένα δωράκι για όλους. Αδυνατίστε!
Πώς τις διαλέγουν τις γυναίκες; Προτιμούν τις εμφανώς υπέρβαρες, ή αυτές που απλώς φαίνονται να φροντίζουν τον εαυτό τους και θα τις ενοχλούσε έστω και λίγη κοιλίτσα; Οι εμφανίσεις στην πλαζ απειλούν την καθημερινότητά μας. Πόσο άγχος καλλιεργείται με την προοπτική της μεγάλης αυτής χαλάρωσης... Τα τρόλεϊ στολίστηκαν με διαφημίσεις εσωρούχων και σωμάτων εξωγήινης τελειότητας.
Είναι ίσως η τελευταία κοινωνική καταπίεση που ακόμα έχει πέραση. Ας ζούμε μέσα σε αφθονία τροφής, ας έχουμε τη δυνατότητα να συσσωρεύσουμε λίπος αρκετό για τη διάσχιση της Σαχάρας, δεν θέλουμε να το δείχνουμε. Είναι η μόνη σεμνοτυφί απου μας έχει απομείνει. Τα πάχη μας, οι αμαρτίες μας. Θέλουμε να εμφανιζόμαστε στις παραλίες εξαϋλωμένες, αποστασιοποιημένες από την πλούσια υλική υποδομή του σύγχρονου βίου. Αθώς, σα ν αμη ριχτήκαμε ποτέ σε σοκολατένιες λιχουδιές, σα να μην έχουμε πατήσει πόδι σε ταβέρνα. Νεράιδες.
Δικαιούνται και οι άνδρες βέβαια μια νερίδα άγχους, αλλά σαφώς μικρότερη. Η προσπάθεια για ωραία εμφάνιση βαραίνει τους ώμους των γυναικών, όπως τόσες και τόσες ευθύνες του πολιτισμού. Με αυταπάρνηση διεξάγουμε τον αγώνα τον καλό, έναν αγώνα χωρίς μετάλλια και δόξα. Με μόνο στόχο τη βελτίωση ενός θεάματος που δεν χαιρόμαστε καν οι ίδιες.
Πρόκειται για κοινωνική προσφορά που δεν εκπίπτει καν από τους φόρους, κι επιπλέον επισύρει σχόλια ειρωνικά αντί επαίνων.
Αχάριστη κοινωνία, θα μπορούσε κανείς να ανακράξει. Και θα είχε δίκιο.

Τρίτη 21 Μαΐου 2002

Το μάθημα Οικοκυρικών

 Κάποιος σχολιαστής ανέφερε απαξιωτικά το µάθηµα Οικοκυρικών στα γυµνάσια, κι αναρωτήθηκα αν υπάρχει ακόµα. Νοµίζω έχει καταργηθεί από δεκαετίες. Αλλά η αναφορά µού θύµισε της εποχής µου το µάθηµα Οικοκυρικών, που δεν ήταν προαιρετικό βέβαια τότε. Ηταν απλώς από τα µαθήµατα - χαβαλέ, που θεωρούσαµε ότι έπρεπε να συνοδεύουµε µε χοντρή καζούρα στις καθηγήτριες. Δεν µπήκε µια φορά η γυναίκα στην τάξη και να της κάνουµε τη ζωή εύκολη. Εκείνη ωστόσο συνέχιζε την παράδοσή της, δεν κατέθετε τα όπλα, όσο κι αν γελούσαµε και κοροϊδεύαµε.

 Κι έτσι, στο περιφρονηµένο αυτό µάθηµα εγώ τουλάχιστον έµαθα πράγµατα που δεν θα ήξερα µε άλλο τρόπο. Εµαθα, ας πούµε, πλέξιµο, αυτή τη µαγική διαδικασία που µου χάρισε ικανοποίηση πολλές φορές στα επόµενα χρόνια, βασικές αρχές της µαγειρικής που η µαµά µου δεν υπήρχε περίπτωση να µου δείξει, καθώς τότε δούλευε και γενικά αντιπαθούσε τις δουλειές στο σπίτι, έµαθα ράψιµο και πώς να βάζεις σωστά τα µαχαιροπίρουνα στο τραπέζι, πώς να συστήνεις τους ανθρώπους, πότε να σηκώνεσαι όταν σε χαιρετάνε, κι όλα αυτά σε µια χρονιά, µε µια ώρα διδασκαλία την εβδοµάδα.
Αντίθετα στη γυµναστική, που κάναµε έξι χρόνια και δυο ή τρεις φορές την εβδοµάδα, δεν έµαθα τίποτε γιατί οι γυµνάστριες δίδασκαν µόνο όσες µαθήτριες ήξεραν ήδη, πράγµα που συµβαίνει ακόµα και τώρα, σε περισσότερα µαθήµατα από όσα φαντάζεστε.
Αν τα γράφω αυτά δεν είναι για να υποστηρίξω ότι πρέπει να ξαναµπούν τα Οικοκυρικά στο γυµνάσιο.
Απλώς, όταν µε ρωτάνε πού έµαθα να πλέκω και λέω «στο σχολείο» δεν µε πιστεύει κανείς. Καταθέτω δηµόσια λοιπόν την ευγνωµοσύνη µου στην καθηγήτρια που ελπίζω ότι δεν βασάνισα πολύ. Δεν µου άρεσαν οι οµαδικές επιθετικότητες, αλλά κι ένα ευχαριστώ ποτέ δεν της είπα.

https://www.tanea.gr/2010/11/02/opinions/analwsima-to-athi-a-oikokyrikwn/

Δευτέρα 20 Μαΐου 2002

Eλα όπως είσαι

Η Αθήνα έχει λέει νέφος - άκου να δεις - και αυτό ενδέχεται να προκαλέσει προβλήματα το 2004. Ίσως παθαίνουν δύσπνοια οι αθλητές, ίσως λιποθυμούν. Ίσως
θερμοπληξίες διαφόρων καλομαθημένων αλλοδαπών, σε συνδυασμό με καρδιακά επεισόδια, να πλήξουν το κύρος της χώρας μας και να αμαυρώσουν τη λαμπερή
εικόνα που ετοιμαζόμαστε να δώσουμε στον πλανήτη. Πανικός. Άδικος, διότι ως συνήθως μάς λείπει η αυτοπεποίθηση. Αν είχαμε λίγη, απλώς θα προκηρύσσαμε μια νέα σειρά από αγωνίσματα στα οποία έχουν πείρα οι ντόπιοι. Για παράδειγμα,
τρέξιμο σε πεζοδρόμια ανάμεσα σε μηχανάκια, αναρρίχηση παρκαρισμένων
αυτοκινήτων, διάβαση οδών με καροτσάκι (πάσης φύσεως, ήγουν, με παιδί, με
ψώνια ή αναπηρικό, τρία χωριστά πρωταθλήματα). Αυτά όλα θα μπορούν να
σχηματίσουν έναν συνδυασμό που θα ονομάσουμε, σε ειδική τελετή, «μοντέρνο
πένταθλο». Ύστερα θα προσθέσουμε άλλα τρία. Δρόμο αντοχής στην Ακαδημίας, πίσω
από μπλε λεωφορείο παλιάς τεχνολογίας, βάδην μετ' εμποδίων στα κάγκελα της
Μιχαλακοπούλου και διάσχιση διάβασης με διαγραμμίσεις χωρίς φανάρια. Τα
τελευταία, για να σχηματιστεί το δέκαθλο, θα είναι με εισόδους σε
κλιματιζόμενα μαγαζιά και συναπτές εξόδους, καθώς και σε ταξί. Είναι βέβαιο
ότι σε όλα αυτά θα διαπρέψουμε, ακόμα κι αν οι αθλητές παρουσιαστούν την
τελευταία στιγμή. Προσηλωμένοι όπως θα είναι οι πάντες στο νέο μήνυμα που θα
δώσει η χώρα μας στους Αγώνες, όπως έχει υποσχεθεί, αφού ξαναγυρίζουν στην
πηγή τους μετά 100 χρόνια (ή μήπως 2000;) θα μας μιμηθούν εν συνεχεία και θα
έχουμε την ευκαιρία να διαπρέπουμε στο μέλλον σε όλα αυτά τα αγωνίσματα, με τα
οποία τόση εξοικείωση έχουμε. Επιτέλους, θα δικαιωθεί η Αθήνα, όπως είναι, με το νέφος της μαζί. 
Έλα όπως είσαι.
https://www.tanea.gr/2002/05/20/opinions/analwsima-ela-opws-eisai/

Τετάρτη 15 Μαΐου 2002

Αρχέγονες πολυτέλειες

Παγκάκι, 43 ευρώ. Το καρτελάκι στριφογυρίζει στον αέρα. Παιδεύομαι να το συλλάβω και το μελετώ μια ώρα για να το πιστέψω. Είναι από ξύλο και μαντέμι, πώς γίνεται να κοστίζει τόσο λίγο; Made in India, γράφει από κάτω. Το μεταφέρανε πλοία ή νταλίκες, γεμίζοντας την ατμόσφαιρα καυσαέριο. Να μην το αγοράσω. Ίσως το έχουν φτιάξει παιδιά. Στην Ινδία εκατομμύρια παιδιά αναγκάζονται να δουλέψουν για να ζήσουν την οικογένεια τους. Οι γονείς τους είναι άνεργοι. Κι ένας λόγος που είναι άνεργοι είναι ότι αυτά δουλεύουν, οπότε οι εργοδότες προτιμούν τη δική τους φτηνότερη εργασία. Όμως ένα παγκάκι στο κηπάκι μας πόσο μ' αρέσει. Διαστέλλοντοι οι πνεύμονες σου από άνεση, μόνο που το βλέπεις. Αν πάλι το παιδάκι τςη Ινδίας μείνει χωρίς δουλειά, τι θα γίνει η οικογένεια του;
Δίπλα έχει ξύλινα τικ τραπέζια και καναπέδες. Πάμφθηνα επίσης. Θα γίνουμε όλοι άρχοντες με τέτοια έπιπλα στα εξοχικά μας. Ίσως είναι φτιαγμένα από αρχέγονα δάση, που καταγγέλει η Greenpeace ότι καταστρέφονται. Όσο όσο για την ανάπτυξη. Αυτά είναι made in China.  Οι καταπιεσμένοι εργάτες της Κίνας κρατούσαν το πριόνι. Μετακινούνται ρακένδυτοι από πόλη σε πόλη, επειδή χάνουν τις δουλειές τους καθώς ιδιωτικοποιούνται τα εργοστάσια. Ώσπου να γεμίσουν έπιπλα τικ όλα μας τα σπίτια, θα έχουν εξαφανιστεί όλα τα δάση εκεί κάτω. Κι οι εργάτες τι θα απογίνουν;
Αγοράζω ένα παγκάκι, τουλάχιστον δεν είναι ξύλινο. Δίνω πέντε ευρώ πουρμπουάρ στον Πακιστανό που το κουβάλησε στο αυτοκίνητο. Να εξαγοράσω και λίγες ενοχές. Κοίταξε κι αυτός καλά καλά το χαρτονόμισμα. Thank you, φώναξε ξαφνιασμένος και το πρόσωπο του έλαμψε.

Τρίτη 14 Μαΐου 2002

Γιατί ειρωνεύεστε την Υβέτ;

Όλοι οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για την εμφάνισή τους, αλλά δεν το παραδέχονται
εύκολα, για να θεωρούνται σοβαροί. Εκείνο που κάνουν εύκολα, είναι να
ειρωνεύονται τα μανεκέν. Γι' αυτό έσπευσαν να ειρωνευτούν την επιλογή της Υβέτ
για το ψηφοδέλτιο του Παπουτσή. Πράγματι η Υβέτ δεν συμβολίζει τους φτωχούς
μετανάστες, όπως έγραφε χθες ο Μητρόπουλος. Συμβολίζει όμως τους πλούσιους.
Αυτούς που τα κατάφεραν τέλος πάντων, που πέτυχαν στην Ελλάδα. Την πραγμάτωση
του ονείρου πολλών που έρχονται και δουλεύουν εδώ σκληρά, για να ζήσουν καλά,
να γνωρίσουν την ευημερία. Κι αν οι μετανάστες έχουν τη δυνατότητα να
ανέλθουν, αυτό σημαίνει ότι ενσωματώνονται στην κοινωνία μας. Καλύτερα για
όλους. Δεν απομονώνονται σε γκέτο, άρα δεν μας προκαλούν ανασφάλειες και
φόβους, καχυποψίες και ρατσισμούς. Είναι πολύ σοβαρά και σπουδαία αυτά τα
ζητήματα και δεν βλέπω γιατί η Υβέτ τα συμβολίζει χειρότερα από άλλους. Δεν
της ζητούν να τα αντιμετωπίσει, μόνο να τα συμβολίσει, έτσι δεν είναι; Άλλα
ανοίγματα του Παπουτσή με ανησυχούν εμένα, που είναι κιόλας ξεχασμένα. Δεν
είχε υποσχεθεί το χτίσιμο νέας Μητρόπολης στον Χριστόδουλο; Θυμάμαι λάθος; Να
κάτι που δεν είναι διαχείριση συμβόλων, αλλά οικοπέδων και ελεύθερων χώρων,
από τα οποία πάσχει η Αθήνα. Και να κάτι που πέρασε χωρίς κριτική και χωρίς
ειρωνεία. Γι' αυτό και δεν είμαι σίγουρη. Έγινε, δεν έγινε; Παίζεται με
Παπουτσή η καινούργια μητροπολιτική εκκλησία, ή είναι εξασφαλισμένη η
πρωτοκαθεδρία της παλιάς; Πάνω σ' αυτό το θέμα θα ήθελα μεγαλύτερη ανάλυση.
Επειδή έχω μεγάλη αγάπη στην ήδη υπάρχουσα Μητρόπολη. Παλαιά, αγαπητά κτίρια
και νεαρά, νόστιμα ξενικά πρόσωπα, είναι μια χαρά συνδυασμός συμβόλων, βρίσκω.
https://www.tanea.gr/2002/05/14/opinions/analwsima-giati-eirwneyeste-tin-ybet/

Πέμπτη 9 Μαΐου 2002

Ο μάστορας

Τα διόδια της Ελευσίνας δεν λειτουργούσαν, σπασμένοι ρημαγμένοι θαλαμίσκοι,
παρουσία χωρίς αιτία. Αλλά από 'κει άρχιζε να σέρνεται διπλή και πολλαπλή η
ουρά των αυτοκινήτων. «Θα έρθουν οι δημοσιογράφοι να μας ρωτήσουν πώς
αισθανόμαστε», είπαν τα παιδιά, αλλά οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Δεν ήρθε
κανείς, μόνοι αγκομαχούσαμε, μαζί με άλλους χιλιάδες, στην ίδια κατάσταση.
Αιχμάλωτοι της λαμαρίνας. Πού και πού με κατάπληξη αντιλαμβανόμασταν την
ύπαρξη ανθρώπινων όντων στα κλουβιά, μια κοπέλα που γελά, τρία νήπια
ταξιδεύουν με πιτζάμες. Και δεξιά, ένας μάστορας μεταφέρει την οικοδομική
ξυλεία του, με μια σακαράκα που τραντάζεται ολόκληρη. Πασπαλισμένος σε
πρόσωπο, μουστάκια και μαλλιά με γκρίζα σκόνη, μας κοιτά και χαμογελά
περίεργα. Τι το αστείο βλέπει; Όλες τις αστραφτερές, φρεσκοπλυμένες,
καταλυτικές κούρσες, τα καταπληκτικά τζιπ παντός καιρού, τα αεροδυναμικά
μοντέλα τελευταίας τεχνολογίας, να σέρνονται ταπεινά, στη μοίρα της
επιστροφής. Κι αυτός δηλαδή, πώς είναι έτσι άνετος; Μέρα που διάλεξε να
κουβαλήσει ξύλα. Επίτηδες το κάνει, για να γελά με μας. Μάστορα, μπας και
ξέρεις κάτι παραπάνω γι' αυτόν τον δρόμο που περνάμε; Πώς μαστορεύτηκε, πώς
στρώθηκε και πώς ανοίχτηκε; Ή μάλλον πώς κλείστηκε και δεν μας χωράει; Πώς
αυγαταίνουμε έτσι και ξεπερνάμε κάθε του πρόβλεψη; Καβαλά το ρείθρο, ανεβάζει
στο πεζούλι τη σακαράκα, μισός πάνω και μισός κάτω απομακρύνεται μ' ένα
τελευταίο σαρδόνιο χαμόγελο, τινάζοντας πλαγίως χαλίκια. Προσαρμοσμένη σαν
σαύρα στο άτσαλο περιβάλλον η μαούνα του. Εμείς με τα πολυτελή, τα
«ονειρεμένα» τα «οράματα» τα «ασυμβίβαστα», εμείς με τα ιδιωτικά θαύματα της
τεχνολογίας, είμαστε οι άσχετοι. Δεν κολλάμε με τίποτα στο τοπίο, αλλά έλα που με τίποτα δεν μπορούμε και να ξεφύγουμε.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2002

Στεφάνια Πρωτομαγιάς

Στα φοιτητικά μας χρόνια η μητέρα μιας φίλης, είχε αφήσει εποχή με την
αυστηρότητά της. Μας παρακολουθούσε άγρυπνα και γκρίνιαζε συνέχεια. Τίποτα
σωστό δεν κάναμε κατά τη γνώμη της. Ήασταν μια άχρηστη γενιά. Χειρότερη
θεωρούσε την κόρη της φυσικά, αλλά και οι υπόλοιπες δεν πηγαίναμε πίσω. Μια
Πρωτομαγιά, ωστόσο, που ήταν μαζί μας σε εκδρομή, δεν γκρίνιαξε καθόλου.
Είπαμε ότι θα φτιάξουμε στεφάνια, κι εκείνη το πήρε πολύ ζεστά. Ήταν όλο κέφια
και μάζεψε τριαντάφυλλα και πασχαλιές, χωρίς ν' ασχοληθεί καθόλου με μας.
Χαμογελούσε και τραγουδούσε. Δεν πιστεύαμε στ' αυτιά μας. Ύστερα έπιασε με
επιδεξιότητα τα κλωνάρια των λουλουδιών και τα 'φερε βόλτα, γρήγορα γρήγορα
έπλεξε κάτι καταπληκτικά στεφάνια χωρίς κλωστές και ραφές.
 Είχαμε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Σιωπηρά εκείνη την ημέρα είχαμε νιώσει, πράγματι, άχρηστη γενιά. Και αναπόφευκτα σκεφθήκαμε τις τέχνες που κατείχε εκείνη κι είχαν
μείνει αναξιοποίητες. Για άλλη ζωή είχε μεγαλώσει κι αλλού είχε βρεθεί, γι'
αυτό τίποτα δεν της άρεσε και διαρκώς παραπονιόταν. Από το χωριό της στην
Αθήνα, σε καθημερινότητα που δεν τη χώραγε. Και με λιγότερα στεφάνια...
Αρχίσαμε να τη σεβόμαστε, να την καταλαβαίνουμε ως άνθρωπο. Δεν ξανατύχαμε
μαζί Πρωτομαγιά, αλλά τη θυμάμαι κάθε χρόνο, όταν προσπαθώ να φτιάξω στεφάνι.
Τυλίγω κι εγώ τα κλωνάρια, ακολουθώ την ίδια μέθοδο, αλλά παρά τις προσπάθειές
μου, δεν έχω καταφέρει ποτέ να φτιάξω ένα τόσο όμορφο στεφάνι. Στο τέλος
βγαίνει πάντα λίγο στραβό και άτσαλο, αλλά δεν πειράζει. Πάλι καλά που τη
θυμάμαι μόνο με τα στεφάνια, και αποφεύγω επιμελώς να τη θυμηθώ όλες τις άλλες
ημέρες, όταν γκρινιάζω στα παιδιά μου.
https://www.tanea.gr/2002/05/02/opinions/analwsima-stefania-prwtomagias/

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...