Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Ασκητές και προφήτες

Στις δύσκολες μέρες που περνάμε, να που μέσα στη μοναξιά των σπιτιών εμφανίζεται το παρελθόν απροσδόκητη παρέα. Αυτό που αρνιόμασταν, ξορκίζαμε, ειρωνευόμασταν από το ύψος του παρόντος, του καλύτερου μέλλοντος συμπεριλαμβανομένου. Την πατήσαμε οι επιπόλαιοι. Να το τώρα που σαρκάζει με ανήλιαγο πρόσωπο και τους φόβους που κρυφά έτρεφε μέσα μας χωρίς να το υποπτευόμαστε. Μα πώς έμπαινε στον κήπο της ψυχής μας; Τι χαραμάδες έβρισκε ή ήταν εκεί ανέκαθεν, από την εποχή που ήμασταν εξαρτημένα βρέφη, δεν είχε φύγει ποτέ, παρ' όλη την παλικαριά που νυχθημερόν καλλιεργούσαμε; Εχουν πολλά να μας πουν οι ψυχαναλυτές. Στο μεταξυ γινομαστε ασκητεσ, μερικοι και προφητες. Ο κόσμος, λένε, ποτέ δεν θα ξαναγίνει όπως ήταν. Μην ελπίζετε, όλα θα αλλάξουν. Κι εκεί έρχονται οι θετικοί να πουν ότι πρέπει να προσπαθήσουμε όλοι να μη χαθούν βασικές κατακτήσεις της ανθρωπότητας, έστω της δικής μας ανθρωπότητας, της δημοφιλέστερης αν κρίνουμε από το πλήθος των εραστών-πολιορκητών της, και οι μη θετικοί να προφητέψουν ότι αυτά που χάνουμε, ελευθερίες, δυνατότητες, το μεγάλο άνοιγμα που πέτυχε η γενιά μας, έστω και με κλειστά σύνορα εσχάτως, χάνονται διά παντός και να τα κλάψουμε από τώρα. Δεν το πιστεύω, αλλά η εποχή, είπαμε, ευνοεί τους φόβους. Ξεμυτίζει μέσα μας ένας κρυμμένος τιμωρός, τόσα ταξίδια που έκανες, καθόλου δεν μετανιώνεις; Τόσες παρέες γνώρισες και τις χάρηκες με την ψυχή σου, τόσα νησιά, τόσες βόλτες με αυτοκίνητο, δεν έχεις ενοχές; Από την απληστία των απολαύσεων ξεκίνησε ο κορονοϊός, από την παραξενιά πλούσιων Κινέζων που έτρωγαν παράξενα ζώα, δεν αυτομαστιγώνεσαι που κάποτε φλέρταρες με ένα πακέτο κρέας κροκοδείλου, εδώ, εν Ελλάδι, και τελευταία στιγμή συγκρατήθηκες να μην το πάρεις; Μετανοείτε λίγο! Μπα, τίποτε σε τύψεις. Να μου πουν ότι δεν θα ήταν σωστό να τρώμε κροκόδειλο για τη βιοποικιλότητα, και κρέας μόνο μια φορά τον μήνα για τα αέρια του θερμοκηπίου, να ταξιδεύω μόνο με τα πόδια για οικονομία, υγεία και δεν ξέρω τι άλλο, σύμφωνοι. Οι φόβοι έχουν ξυπνήσει, η καρδιά

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Οι Αμνησιακοί



Διαβάζω το βιβλίο της Geraldine Schwarz, Les Amnesiques, μια πολύ ενδιαφερουσα έρευνα για την εξέλιξη της μνήμης των ναζιστικών εγκλημάτων στη Γερμανία και τη Γαλλία, πατρίδες της συγγραφέως, αλλά και στην Ιταλία και άλλες χώρες. Η ίδια είναι Γαλλογερμανίδα, μεγάλωσε στη Γαλλία και τώρα ζει στο Βερολίνο, και το πρώτο αντικείμενο της έρευνας της ήταν οι παπούδες της. Η ακρίβεια της καταγραφής και της κατανόησης καταστάσεων είναι συγκλονιστική. 
Στέκομαι σε μια αναφορά για την προσπάθεια που έγινε κάποια στιγμή το 1938 να δεχτούν Εβραίους πρόσφυγες από τη Γερμανία διάφορες χώρες, με πρωτοβουλία των ΗΠΑ. Μετέφρασα το απόσπασμα γιατί μου θυμίζει τη δική μας εποχή ως προς τους πρόσφυγες:
….Τον Ιούλιο του 1938, αντιμέτωπος με το πρόβλημα των Εβραίων προσφύγων που συνεχώς αυξάνονταν, ο αμερικανός πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούσβελτ συγκάλεσε διεθνή συνδιάσκεψη με την ελπίδα να τους διαμοιράσει αναλογικά σε όσο γίνεται περισσότερες χώρες. Η Ιταλία και η ΕΣΣΔ αρνήθηκαν να παραστούν. Αντιπρόσωποι 32 χωρών συναντήθηκαν στα Λουτρά Εβιάν στις όχθες της λίμνης Λεμάν. Μέσα στα δροσερά σαλόνια του ξενοδοχείου Ρουαγιάλ, που το 1909 είχε λανσαριστεί σαν το ‘ωραιότερο ξενοδοχείο του κόσμου’, στέκι εστεμμένων και διασήμων καλλιτεχνών, οι εθνικοί αντιπρόσωποι έπαιρναν το λόγο ένας- ένας εκφράζοντας τη βαθιά τους συμπόνοια για τη μοίρα των εβραίων της Ευρώπης. Αλλά κανένας δεν προσέφερε φιλοξενία, με την εξαίρεση του αντιπροσώπου της Δομινικανής Δημοκρατίας, που κι αυτή το έκανε ζητώντας οικονομική βοήθεια από τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ που εκπροσωπούνταν από έναν απλό επιχειρηματία, αρνήθηκαν να ανεβάσουν τον αριθμό που τους αναλογούσε και που είχαν ορίσει σε 27.370 βίζες το χρόνο για τη Γερμανία και την Αυστρία. Έτσι μια από τις χώρες με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο έδωσε τον τόνο, και οι άλλες ακολούθησαν. Παρά τις απέραντες αποικιακές αυτοκρατορίες που κατείχαν τότε η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία δεν δέχτηκαν καμία από τις επιλογές που τους προτάθηκαν, ούτε την Παλαιστίνη, ούτε την Αλγερία, ούτε τη Μαδαγασκάρη. Ο Αυστραλός αντιπρόσωπος εξήγησε ότι η χώρα του, μια από τις πιο εκτεταμένες και αραιοκατοικημένες του κόσμου, δεν ήθελε ‘να εισάγει ένα φυλετικό πρόβλημα’. Ο Ελβετός αντιπρόσωπος Χάινριχ Ρόθμουντ πληροφόρησε την ομήγυρη ότι η πατρίδα του δεν ήταν παρά ‘χώρα τράνζιτ’. Έξι μήνες αργότερα ξεκαθάρισε τη θέση του γράφοντας στον ειδικό απεσταλμένο στις Κάτω Χώρες: «Δεν αγωνιστήκαμε είκοσι χρόνια εναντίον της αύξησης των αλλοδαπών […] και ειδικά την εβραιοποίηση της Ελβετίας για να μας επιβάλουν τώρα μετανάστες». Η Σουηδία έφτασε να ζητήσει από τη Γερμανία να τυπώνει ένα μεγάλο J στα διαβατήρια για να μπορεί να τους αναγνωρίζει εύκολα. Πράγμα που έγινε το Οκτώβριο του 1938…

Για τι αριθμούς μιλάμε; Επρόκειτο για τον διαμοιρασμό σε 32 χώρες που διέθεταν άμεσα ή έμμεσα πολλά εδάφη, περίπου 360.000 Εβραίων οι οποίοι βρίσκονταν ακόμα στη Γερμανία, συν 180.000 της Αυστρίας, δηλαδή για λιγότερο από 20.000 για την κάθε χώρα. Πληθυσμοί κυρίως αστικοί που είχαν αποδείξει τις διανοητικές, επιχειρηματικές και καλλιτεχνικές τους ικανότητες και θα ωφελούσαν όποια χώρα τους έπαιρνε. Αυτή η μετανάστευση δεν θα μπορούσε παρά να πλουτίσει χώρες όπως η Αργεντινή η οποία πάντα έψαχνε υποψηφίους κατοίκους για τα ακατοίκητα εδάφη της. Ωστόσο, πριν καν την σύσκεψη στο Εβιάν, ο Αργεντινός υπουργός εξωτερικών είχε προωθήσει σε όλους τους προξένους της χώρας του μια μυστική εγκύκλιο με την εντολή να αρνούνται να δίνουν βίζα σε ‘πρόσωπα ανεπιθύμητα στη χώρα καταγωγής τους’ δηλαδή Εβραίους. …
Τη συνέχεια λίγο πολύ την ξέρουμε, βέβαια. 
Geraldine Schwartz, Les Amnesiques, recit, Flammarion 2017



Εγγόνια της ισπανικής γρίπης



Η Ισπανία δυσφημείται από τη γρίπη αυτή, ενώ δεν θα έπρεπε, επειδή ήταν η μόνη μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα που είχε ελευθεροτυπία σε μια εποχή πολέμου και ελέγχου του τύπου, και άρα μόνο οι ισπανικές εφημερίδες έγραφαν για την αρρώστεια, έτσι της έμεινε το όνομα. Ο παππούς μου είχε μείνει χήρος από τη γρίπη αυτή, συνάντησε αργότερα τη γιαγιά μου, επίσης χήρα από άλλη επιδημία, κι ως επιζώντες επιδημιών με ένα παιδί ο καθένας, παντρεύτηκαν κι έκαναν άλλα τέσσερα, εκ των οποίων πέθανε το ένα από τύφο, άλλη επιδημία.
Αυτά πριν εκατό χρόνια και βάλε, όταν οι στρατοί μετέφεραν και τους ιούς από τη μία χώρα στην άλλη, μεταξύ άλλων καταστροφών. Έκτοτε νικήθηκαν πολλές επιδημίες και ανίατες αρρώστιες, η δε Ευρώπη σταμάτησε και τους πολέμους σε λιγότερο από τρεις δεκαετίες μετά, σε βαθμό που οι σεναριογράφοι ιστοριών με μητριές, πατριούς και ορφανά να πρέπει να καταφεύγουν στο μεσοπόλεμο για να είναι πειστικοί. Τόσο μακριά και τόσο κοντά, πλέον. Προσωπικά είδα ήδη κάμποσα τέτοια σήριαλ εποχής, και κατέληξα να ψάχνω στο πατάρι φωτογραφίες της γιαγιάς, να δω αν όντως ντύνονταν τόσο ωραία τότε. Το διαπίστωσα, ντύνονταν σχεδόν τόσο ωραία.
Τώρα εμείς ντυνόμαστε πολύ πιο απρόσωπα και μαζικά, βολικά και φτηνά, αλλά πιθανότατα θα τα καταφέρουμε καλύτερα με τη γρίπη. Ποτέ δεν ξέρεις βέβαια, μια υπόθεση κάνουμε. Ωστόσο αυτό το αίσθημα του ανήκειν στην ανθρωπότητα που φαίνεται να διέπει ως τώρα την αντιμετώπιση του ιού αν μη τι άλλο είναι ικανό να θεραπεύσει παράπλευρα ορισμένες υπαρξιακές παρεξηγήσεις. Από πού ερχόμαστε, τι είμαστε, πού πάμε; Κυρίως το τι είμαστε. Αν και μοιάζει να χάνουμε κάποια στιγμή τον κόσμο μέσα από τα χέρια μας, γιατί τόσα πράγματα που κάθε μέρα κάνουμε τώρα δεν έχουν αξία, ωστόσο ακριβώς αυτή η δοκιμασία μας ξαναβάζει στο σύνολο που ανήκουμε. Είμαστε η ανθρωπότητα, έχουμε μια ιστορία με τρομερές καταστροφές και ζημιές πίσω μας, αλλά προχωράμε, αλλάζουμε, προοδεύουμε. Την είπα την  κακιά τη λέξη.
 Ίσως να αξίζει κάτι η προχωρημένη μας συνείδηση, όσο κι αν συχνά μας βυθίζει σε απελπισία. Οι γιατροί όλων των χωρών συνεργάζονται, η αξία της ζωής είναι ύψιστη για όλους, η επιστήμη έχει το πάνω χέρι και η πολιτική υπακούει.  Ακόμα και οι αντισπεσιστές θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι έχουμε αξιόλογη εξέλιξη ως είδος.
https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/235489_eggonia-tis-ispanikis-gripis

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

Ηγέτης χωρίς φραγμό και άλλης κουλτούρας ο Ερντογάν, που χρησιμοποιεί τους ανθρώπους –δυστυχισμένους, ανέστιους ανθρώπους– σαν όπλο εναντίον της Ευρωπαϊκής Ενωσης για να την εκβιάσει· και ατυχία μεγάλη να βρισκόμαστε στη μέση εμείς, οι μικροί και ανάδελφοι.
Οπλο οι άνθρωποι, και το χειρότερο είναι ότι τόσα χρόνια τού το έχουμε φτιάξει εμείς όλοι οι Ευρωπαίοι αυτό το όπλο, το έχουμε σφυρηλατήσει με τα χεράκια μας. Και όχι μόνο με τη συμφωνία να κρατάει εκεί τους πρόσφυγες και να αβγαταίνει τη φυσιγγιοθήκη του, αλλά και πριν, από την εποχή που κανείς πολιτικός δεν μπήκε στον κόπο να αντιμετωπίσει τους φόβους των κατοίκων της προνομιούχου Ευρώπης απέναντι στις αφίξεις ξένων, προσφύγων και μεταναστών.
Κανείς; Οχι, μάλλον αδικώ τη Μέρκελ η οποία κάποια στιγμή, αν θυμάστε, είχε δηλώσει ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να γυρίσει την πλάτη στους ανθρώπους που ζητούν τη βοήθειά της. Κάπως έτσι. Κάτι για τα ανθρώπινα δικαιώματα και άλλα τέτοια ευαισθητούλικα πράγματα πολύ ντεμοντέ στη σκληρή στροφή που αποφασίσαμε να κάνουμε ως ήπειρος και κοινωνία και λόγος, και έχουμε ριχτεί με τα μούτρα, λες και μας είχες αιώνες απομονωμένους σε ροζ μπουντουάρ συναισθημάτων. Είχε κάνει, τέλος πάντων, εκείνη τη δήλωση η Μέρκελ και ήδη έμοιαζε αφελής σαν τις φωτογραφίες της από τις κατασκηνώσεις της νεολαίας Ανατολικής Γερμανίας που τη δείχνουν έφηβη να χαμογελά.
Ακραία στάση, όπως απεδείχθη. Κανείς ποτέ δεν ξαναείπε τίποτε παρόμοιο, ούτε κι η ίδια, αφού αναλύθηκε εκτενώς το πόσο αντιδημοφιλή την έκανε αυτή η στάση. Από τότε δεν βρέθηκε πολιτικός να κάνει παρόμοιο λάθος, ενώ πολλοί έγιναν δημοφιλείς διακηρύσσοντας τα αντίθετα, πόσο πρέπει να προστατέψουν τους ψηφοφόρους τους από αυτήν την τρομερή απειλή που είναι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες και πόσο πολύ πρέπει να κλείσουν τα ήδη κλειστά σύνορα. Χρόνια μετά κι η ίδια η Μέρκελ κατάφερε να κάνει την περί ης ο λόγος συμφωνία, να μένουν οι πρόσφυγες στην Τουρκία.
Του οπλίσαμε τα χέρια και του γυαλίζουμε τα όπλα τού Ερντογάν, τρέφοντας κι αναδεικνύοντας πολιτικούς που εκμεταλλεύονται το αίσθημα απειλής από μετανάστες και πρόσφυγες. Και όσο το τρέφεις τόσο μεγαλώνει και τόσο ζητάει παραπάνω. Κλειστά σύνορα, καμία διέξοδος, καμία νόμιμη οδός χρόνια τώρα, αναστολή και των αιτήσεων ασύλου. Δεν ήταν αρκετά γυαλισμένη η καραμπίνα που του χαρίσαμε, να τη στιλβώσουμε κι άλλο.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Ξαφνικά ένα αγόρι


Βλέπω ξαφνικά τον πατέρα μου ανάμεσα στο πλήθος αυτό που περιμένει πίσω από το συρματόπλεγμα, δέκα χρονών με το μαλλί κουρεμένο γουλί και κοντό παντελόνι, τα γόνατά του χάλια. Τι γυρεύεις εσύ εδώ; του λέω. Γιατί ξαναβγήκες στους δρόμους και τριγυρίζεις με πόδια γυμνά, κανείς δεν φοράει πια κοντό παντελόνι, ούτε τα νήπια!
-Κάνει κρύο, αλλά δεν έχω άλλο, τέτοια φοράμε εμείς, άνοιξε μου!
-Δεν μπορώ να σου ανοίξω. Γιατί έμπλεξες με αυτούς τους ανθρώπους; Εσύ είχες ελληνική συνείδηση, ήσουν χριστιανός ορθόδοξος, ερχόσουν στην Ελλάδα, αυτοί είναι μουσουλμάνοι, είναι ξένοι, δεν έχουν καμία σχέση. Φύγε από την παρέα τους. Τι δουλειά έχεις εσύ, έχεις πεθάνει τριάντα χρόνια τώρα, είσαι στο βουνό επάνω, σε πήγαμε στο ωραίο πηλιορείτικο νεκροταφείο, ησύχασες. Πέρασες στην Ελλάδα όταν ήταν η στιγμή να περάσεις, έζησες, πολέμησες, δούλεψες, παντρεύτηκες, έκανες παιδιά, έχτισες σπίτια, γιατί ξαναβρίσκεσαι στους δρόμους, σε τέτοιους δρόμους; Πάνε εκατό χρόνια που ήρθες εδώ. Τι ζητάς και με ταράζεις τώρα, είμαι πια κι εγώ μεγάλη γυναίκα.
-Δεν μπορείς να μου ανοίξεις;
-Δεν μπορώ, δεν βλέπεις, είσαι με αυτό το πλήθος που αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας. Γιατί βρέθηκες μαζί τους; Πού είναι οι αδερφές σου;
-Τις έχασα, δεν ξέρω, πρέπει να τις αναζητήσουμε μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.
-Ποιανού Ερυθρού Σταυρού; Δεν γίνονται πια τέτοιες αναζητήσεις. Τώρα αναζητάμε τον εαυτό μας, την ταυτότητα μας, το νόημα της ζωής…
-Δεν μπορείς να φέρεις ένα τραπεζάκι εδώ με κάποιον αρμόδιο, να εξετάζει αιτήσεις ασύλου;
-Είστε χιλιάδες εκεί πέρα, πώς να έρθει ο άλλος με το τραπεζάκι να ζητάτε άσυλο;
-Ένας ένας να περιμένουμε στην ουρά.
-Μα τι λες; Τρελάθηκες τελείως;
-Πώς μιλάς έτσι στον πατέρα σου;
-Συγγνώμη, αλλά δεν καταλαβαίνω τι γίνεται. Τά’ χω χαμένα.
-Είστε πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προστατεύετε τους πρόσφυγες με συμβάσεις, δεν σας περισσεύει ένα τραπεζάκι μ’ έναν αρμόδιο; Τόσους υπαλλήλους προσλαμβάνει το κράτος…
-Εγώ, μια απλή συνταξιούχος είμαι, πατέρα. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε, κανείς δεν θα με πιστέψει αν πω ότι είσαι εδώ πέρα. Ο κόσμος έχει θυμώσει στην Ελλάδα. Κάνετε τους Έλληνες ρατσιστές, αυτό πετύχατε! Και βλέπω εφιάλτη μάλλον. Πρέπει να κάνω κάτι για να ξυπνήσω, άφησε με, μη μου μιλάς.. Πρέπει να γυρίσω στην πραγματικότητα. Μη με τρελαίνεις, φύγε!
-Δεν έχω να πάω πουθενά. Εδώ θα περιμένω, να φέρεις το τραπεζάκι.
-Εγώ να φέρω τραπεζάκι; Βάλε κανένα μακρύ παντελόνι τουλάχιστον, είσαι ο μόνος με κοντό…
-Το τραπεζάκι! Περιμένω το τραπεζάκι!  


Σε ένα άλλο νησί



Στην πιτσαρία του ορεινού σικελικού χωριού είχαν έρθει Κυριακή πρωί καμιά δεκαριά ώριμοι μάλλον άντρες και περίμεναν να παραλάβουν πίτσα για το σπίτι. Ήταν μόνοι, είχαν οικογένεια που προτιμούσε το έτοιμο φαγητό, ποιος ξέρει; Στο φούρνο δούλευε Πακιστανός, η κυρία στο ταμείο, ιδιοκτήτρια του μαγαζιού, εστιατόριο και λίγα ενοικιαζόμενα δωμάτια, μας είπε ότι το ‘παιδί’, ο Πακιστανός δηλαδή, έμενε εκεί χρόνια. Είχε έρθει πριν πολύ καιρό ως ασυνόδευτος ανήλικος, με μια μεγάλη φουρνιά εφήβων από την Ασία και την Αφρική που ανατέθηκαν σε οικογένειες του χωριού ώσπου να δουν πού θα πήγαιναν. Έμαθαν τη γλώσσα, πήγαν σχολείο, κάποιοι βρήκαν αργότερα τις οικογένειες τους κι έφυγαν, άλλοι συνέχισαν αλλού δουλειά ή σπουδές, και κάποιοι, λίγοι, έμειναν στο χωριό. Ήταν εντυπωσιακό, άνθρωποι προσηλωμένοι στην παράδοση της ντόπιας πίτσας, Σικελοί δηλαδή, να περιμένουν από έναν ξένο να τους την ετοιμάσει, αλλά ο ξένος εκείνος δεν έμοιαζε με ξένο και τόσο πολύ, δεν είχε το κατατρεγμένο ύφος που έχουν συνήθως οι μετανάστες. Σχεδόν με σόκαρε η άνεση με την οποία κινούνταν μπροστά στο φούρνο του, κι αν σόκαρε εμένα που έχω τη βούλα του ‘φιλομετανάστη’ πόσο θα σόκαρε τους συντοπίτες μου;
Πιο εύκολα συνηθίζεις την εικόνα ενός αξιοπρεπούς Αφρικανού ως ρεσεψιονίστ – καμαριέρη- σερβιτόρου σε μικρή πανσιόν, μια μέρα μετά, έστω κι αν τον λεν Μωχάμεντ, ίσως διότι έχουμε συνηθίσει περισσότερο σε τέτοιες εικόνες από το σινεμά εποχής. Δεν ρωτήσαμε αν ήταν κι αυτός εκπαιδευμένος επί τόπου, στη Σικελία, είναι γνωστό, έχουν φτάσει πάρα πολλοί μετανάστες εδώ και δεκαετίες και είναι φυσικό να τους βλέπεις παντού. Θα είχαν ίσως κι εκεί ξεσηκωμούς κατοίκων, να τους πάρετε στην ήπειρο θα φώναζαν  στους επάνω Ιταλούς, φαντάζομαι, δεν ξέρω. Δεν μπορεί να είναι τόσο ανεκτικοί οι Σικελοί, όσο κι αν έχουν περάσει από το νησί τους τόσοι και τόσοι λαοί ανά τους αιώνες, Φοίνικες, Έλληνες, Ρωμαίοι, Άραβες, Νορμανδοί, Φράγκοι, Ισπανοί, και δε συμμαζεύεται. Δεν μπορεί να συνήθισαν επειδή είναι πέρασμα το νησί τους, ούτε μπορεί να πήραν περισσότερα λεφτά από ευρωπαϊκά προγράμματα απ’ όσα εμείς, άσε που έχουν και μαφία. Γιατί να έχουν διαχειριστεί καλύτερα το μεταναστευτικό; Δεν υπάρχει λογική εξήγηση.
Προφανώς φταίει που ήμασταν τουρίστριες και τα βλέπαμε όλα εξωραϊσμένα. Αλλά θε εκτιμήσουμε περισσότερο την αξία του τουρισμού τώρα που μας τον κόβουν.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

Άλλη Ζέη

 Xτες διάβασα το τελευταίο της βιβλίο, Ένα παιδί από το πουθενά, και σκεφτόμουνα πόσο μοναδική είναι, θαύμαζα πώς μπόρεσε στα ενενήντα και χρόνια της να κοιτάζει πάλι τον κόσμο με παιδικά μάτια, να καταλαβαίνει, να παίζει, να παρηγορεί, να χαμογελά. Και πάντα να έχει τόσο βαθύ ανθρωπισμό, σε κάθε χαμόγελο. 

Δεν τη χαρήκαμε εμείς παιδιά την Άλκη Ζέη, ήταν τότε απαγορευμένη, εξόριστη, από στόμα σε στόμα μαθαίναμε γι αυτή, στο σχολείο μας, όπου είχαμε τον 'θείο Πλάτωνα' της γυμνασιάρχη, τον άντρα της Διδώς Σωτηρίου. Και τη διαβάσαμε στην εφηβεία πια, αποκάλυψη του πλούτου που μας έκρυβε η χούντα και πιο πριν η σκληρή συνέχεια του εμφυλίου. Εκφράζομαι ήπια, μακάρι να έβρισκα λίγο χιούμορ που θα της άρεσε. Ήταν μεγάλο δώρο η δροσιά της. Διάβασα τα βιβλία της στα παιδιά μου, περάσαμε βραδιές να κυλιούνται στο πάτωμα από τα γέλια. 

Αυτά τα μοντέρνα, τα τολμηρά κορίτσια του μεσοπολέμου, που τραβούσαν πίσω τα ελεύθερα μαλλιά τους και ατένιζαν τον κόσμο έτοιμα να τον κατακτήσουν χωρίς εμπόδια, πόσα πέρασαν, πόσα μας έδωσαν...

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Βόλτα στο Παλέρμο

Ροές, πιέσεις, κύματα

Μεγάλες πιέσεις δέχονται τα νησιά από τις μεταναστευτικές ροές, οι οποίες επιδεικνύουν αυξητικές τάσεις τους τελευταίους μήνες… Για νέο κύμα από τη Συρία προειδοποιεί ο επίτροπος.
Οι λέξεις των ειδήσεων σαν στίχοι, σαν τροπάριο, ίδιες κάθε μέρα στα δελτία. Μέχρι να βρεθούν άλλες ακόμα πιο ψυχρές, ακόμα πιο απανθρωποιητικές, σόρι κιόλας για τη γλωσσοπλαστική, αλλά δεν είναι χειρότερη από την ανθρωποζουληχτική, από την υγρή αυτή γλώσσα των κυμάτων και των ροών που μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε σταγόνες. Ποτάμια ή θάλασσες, ό,τι προτιμάτε. Αλμυρό νερό ή γλυκό, σε κάθε περίπτωση, όπως ξέρουμε, το νερό δεν αστειεύεται.
Τι πείσμα στο μεταξύ, ροές και κύματα να μην παύουν να είναι άνθρωποι ένας ένας. Κουρασμένοι, θυμωμένοι, παραιτημένοι, δυστυχισμένοι, απελπισμένοι, ή αισιόδοξοι ή απαθείς, εκεί, απτόητοι, παιδιά, γέροι, γυναίκες και άντρες μονάχοι σαν απελπισμένοι βράχοι. Η ανθρώπινη συνείδηση να καραδοκεί, σαν ιός με κορόνα, στους βάλτους, στις λάσπες, στα χαρτόνια, στις σκηνές, σε κάθε μπλούζα, σε κάθε παλτό μέσα, στο βάθος, πίσω από τριμμένα πουλόβερ, σωρούς βρομερές σακούλες, πανιά καταλερωμένα, νοβοπάν διαλυμένα, παπούτσια ξεχειλωμένα, παντού.
Ολοι άνθρωποι, καμιά άλλη ποικιλία. Homo sapiens, αμετανόητα και αναπόδραστα. Κάθε παιδί που γεννιέται, όλα, ώς το τελευταίο, με την ανθρώπινη συνείδηση προίκα. Κι έτοιμα να μάθουν καινούργιες γλώσσες, τα άτιμα. Οπως κι οι άλλοι, οι γερασμένοι, όλοι με τις γλώσσες τους, με τα ανθρώπινα μάτια τους, τους φόβους τους και τις απαιτήσεις τους, ανθρώπινες απαιτήσεις. Να θέλουν να ζήσουν. Να θέλουν κάτι να φτιάξουν. Να θέλουν να τους αγαπούν. Να θέλουν να δουλέψουν.
Να θέλουν να κερδίσουν χρήματα. Ισως να χτίσουν κάτι. Να τους πειράζουν τα άχρηστα χέρια τους, τα άχρηστα πόδια τους. Τα άκρα των ανθρώπων, πάντα θέλουν κάτι να κάνουν. Να τινάζονται τη νύχτα από την ακινησία της μέρας, να χτυπούν τους διπλανούς, στριμωγμένοι όπως είναι. Να είναι όλοι γεμάτοι ανθρώπινες δυνατότητες, ροές, κύματα, πιέσεις από ανθρώπινες δυνατότητες, ελπίδες, ικανότητες, συναισθήματα. Και χαρακτήρες, άλλοι επιβάλλονται, άλλοι υποχωρούν, άλλοι μαθαίνουν, άλλοι αφαιρούνται, και διαφορετικοί βαθμοί αντοχής. Πώς να αντέξουμε κι εμείς;
Και δώσ' του ροές, πιέσεις, βάρος, βάρος, κύματα, τσουνάμια, εισβολή, άντε πάλι από την αρχή, βρείτε και καμιά άλλη λέξη, ξέρω, οι περιθωριακές φυλλάδες λένε χειρότερες, φοβούνται ότι οι γείτονες «θα μας πνίξουν», έχουν ήδη πειστεί ότι πρόκειται περί νερού. Ροές, κύματα, πιέσεις είναι οι πιο ευγενικές. Και ολίγον εισβολή, μεταφορικά βεβαίως βεβαίως. Μέχρι να βρεθούν άλλες καλύτερες λέξεις, πιο μαζικές και πιο ψυχρές. Υπομονή.

Θέατρο στο τρόλεϊ

Για να πάω θέατρο πήρα τρόλεϊ, βρήκα και θέση, από τη χαρά μου έπιασα συζήτηση με τη διπλανή. Στην επόμενη στάση, ανέβηκε ένα ζευγάρι, πολύ αδύνατα σώματα, κουρασμένα πρόσωπα, η γυναίκα κρατούσε ένα μεγάλο υφασμάτινο χρυσάνθεμο με φύλλα από χάντρες σε στριφογυριστό σύρμα. Πριν καθίσουν, ρώτησε δυνατά, το 224 από πού θα το πάρω, μήπως ξέρετε; Της είπα, ξέρω τα πάντα για το 224.
Και πού πάει, ξαναρωτά. Πάει Καισαριανή, όπως κι αυτό το τρόλεϊ, μπήκε και η διπλανή στην κουβέντα, δεν χρειαζόταν να κατέβουν και να αλλάξουν. Βολεύτηκαν στη γαλαρία, απέναντί μας, ακούμπησε ο ένας στον άλλον και το έριξαν στον ύπνο, το λουλούδι δίπλα τους. Μπήκε κόσμος, γέμισε ο χώρος ανάμεσα, αλλά παρά τη φασαρία και τον συνωστισμό κάθε τόσο ακουγόταν δυνατά η φωνή της κοπέλας, τράβα τα μανίκια σου, έλεγε στον άντρα, θα κρυώσεις. Γύριζαν λίγο οι επιβάτες να δουν προς τι τόση ένταση, έβλεπαν τα αδύνατα σώματα, τις τραβηγμένες γραμμές στα πρόσωπα, κουνούσαν το κεφάλι, το απέστρεφαν. Σε λίγο άντε ξανά, τράβα τα μανίκια σου είπα, γιατί δεν μ’ ακούς; Κάνει κρύο!
Εκανε κρύο, αλλά στο τρόλεϊ ήμασταν ζεστά, κι εξάλλου πόσο να προφυλάξουν τα τραβηγμένα μανίκια; Η διπλανή μου μούτρωσε, κούνησε το κεφάλι με οίκτο, αυτή η φωνή κάθε τόσο ήταν τόσο παράλογη, αν ήθελαν κάτι να κρύψουν τα τραβηγμένα μανίκια, ήταν η δυνατή βραχνάδα τόσο μαρτυριάρα, αν δεν είχες προσέξει τη σχέση εθισμού με τα ναρκωτικά που φώναζε ολόκληρη η εμφάνιση του ζευγαριού, αν είχες ελπίσει ότι μιλώντας για λεωφορεία και στάσεις θα μπορούσες να αγνοήσεις το νυσταγμένο βλέμμα και το βήμα που τρέκλιζε, η βραχνή διαταγή υπενθύμιζε το πρόβλημα, οι συνάνθρωποι απέναντι χρειάζονται κάτι, κάποια βοήθεια που δεν μπορούν να ζητήσουν και δεν μπορείς να δώσεις, μόνο να ντρέπεσαι γι' αυτή τη φάλτσα έκθεση που δεν γινόταν να αποφύγεις.
Καθώς ο κόσμος αραίωσε, τους είδα ξανά τον έναν γερμένον στην άλλη με κλειστά τα μάτια, τα μανίκια του άντρα τραβηγμένα ώς τα νύχια, κι ήταν τόσο παράξενος με το σκληρό πρόσωπο χαλαρωμένο και τις μπουνίτσες σκεπασμένες σα μωρό που υπάκουσε τη μαμά του και ησύχασε. Είχαν φτάσει επιτέλους στην κοινή συνθήκη των ζευγαριών, τη γυναίκα να φροντίζει τον άντρα, το αγοράκι της, σα μανούλα, με τη διαφορά πως όλοι οι επιβάτες της διαδρομής Κυψέλη - Παγκράτι παρακολουθούσαν τα δρώμενα.

Πλατεία των αποστάσεων

Το πώς θα είναι η Ομόνοια μετά την ανάπλαση, που αναπλάθει την προηγούμενη ανάπλαση η οποία ανέπλαθε την προ-προηγούμενη, είναι, λέει, καλά κρατημένο μυστικό. Φαίνεται ότι θα μοιάζει με την παλιά, που είχε στη μέση ένα μεγάλο σιντριβάνι. Αυτό ετοιμάζεται πίσω από τις λαμαρίνες για να μείνουμε όλοι με το στόμα ανοιχτό μόλις τινάξει το πρώτο του νερό στ’ αστέρια, να θυμηθούμε την ωραία παλιά Αθήνα (που όλοι ήθελαν να αναπλάθουν, πράγμα που έκαναν).
Να νιώσουμε εμείς οι παλιοί Αθηναίοι ότι τα πράγματα επιστρέφουν αφού κάνουν τον κύκλο τους, ειδικά αν είναι κυκλικά, να μη χάνουμε το κουράγιο μας, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, η πόλη μάς ανήκει, αν μπορούσε να ανοίξει ξανά και το Μινιόν στην άλλη γωνία θα ξαναγινόμασταν παιδιά και θα μας φεύγαν οι ρυτίδες των επεμβάσεων, πολεοδομικών και τρομοκρατικών συμπεριλαμβανομένων.
Τουλάχιστον το νερό που στάζουν τα ταβάνια στους σταθμούς του ΗΣΑΠ θα είναι εξασφαλισμένο σε μόνιμη βάση, με το σιντριβάνι από πάνω εξασφαλίζεται η συνέχεια.
Θα είμαστε ξανά ορμητικοί και αισιόδοξοι όπως στη δεκαετία του '60, τότε που ξεχειλίζαμε σχέδια και δημιουργικότητα. Θα ξεχαστούν τα ενδιάμεσα στάδια, οικονομικής και υπαρξιακής κρίσης. Θα είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα. Η ανάπτυξη θα συνεχιστεί από εκεί που είχε σταματήσει.
Θα βλέπουμε πάντα από ψηλά την καινούργια πλατεία, όπως βλέπαμε και την παλιά, γιατί ήταν αδύνατον να βρεθεί τρόπος να πλησιάσει κανείς εκείνο το παλιό σιντριβάνι, ήταν αρσενική θεότης σε διαρκή οργασμό, οι πιστοί γύρω γύρω απλώς ραίνονταν με σταγονίδια. Ηταν η πλατεία που καλούσε να πάρεις αποστάσεις από το χωριό που άφηνες πίσω σου στην ελληνική επαρχία, κι ύστερα στη διεθνή επαρχία. Η ζωή στην Αθήνα θα περνούσε φτιάχνοντας αποστάσεις, σου έλεγε η πλατεία άμα τη αφίξει σου, έστω κι αν ήταν πολύ πιο δύσκολο λόγω περιορισμένου χώρου.
Σωστά επιστρέφει η αρχική ιδέα. Ακόμα χρειαζόμαστε αποστάσεις. Δεν κάνεις περίπατο στην Ομόνοια, δεν κάθεσαι σε σκιά δέντρου για να πιεις καφέ και να χαζέψεις. Η Ομόνοια δεν αντέχει ταπεινή καθημερινή ζωή σαν οποιαδήποτε πλατεία, έχει μηνύματα και σύμβολα, είναι ιδέα και ταμπού μαζί. Ετσι θα πάρουμε πίσω τον θεό μας, θα τριγυρίζουμε ξανά γύρω του, με τ’ αυτοκίνητα, θα μας πλημμυρίζει η σιγουριά ότι μπορούμε να παίρνουμε αποστάσεις.

Αλλαγή διαδρομής

 Νέα από τη νέα διαδρομή για Λαύριο που είπα να δοκιμάσω η άμυαλη.  Όταν φτάσεις με το καλό στο Κορωπι και ψάχνεις να βρεις από πού να πας γ...