Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018

Ξεπουλήματα

 Οχι, όχι, να μην ξεπουληθούν οι αρχαιολογικοί χώροι! Πρέπει να παραμείνουν στη διάθεση των φυλάκων που τους χειρίζονται τέλεια κι έχουν και τα τυχερά τους, προφανώς, αλλιώς γιατί αρνούνται να χρησιμοποιήσουν τα μηχανήματα ηλεκτρονικών εισιτηρίων. Καλά τα λέει ο Μίκης. Είναι η εθνική μας κυριαρχία! Η κάθε ομάδα να κάνει ό,τι θέλει στο ξέφραγο αμπέλι που λέγεται ελληνικό κράτος

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2018

Να μάθω ελληνικά…

Εδώ οι μαθητές μας της προπέρσινης χρονιάς δηλώνουν το στόχο τους, που είναι και δικός μας. Θέλουν να μάθουν ελληνικά! Κι εμείς προσπαθούμε να βοηθήσουμε. Να διευκρινήσω ότι μας προσφέρει στέγη ο Δήμος Αθηναίων στα Ανοιχτά Σχολεία και αυτή είναι η μόνη χορηγία που έχουμε δεχτεί. Οπότε, όποιος έρθει να βοηθήσει πρέπει να ξέρει ότι δεν είμαστε ΜΚΟ, κακώς μάλλον αλλά δεν ασχοληθήκαμε ποτέ με αυτή τη διαδικασία, δεν ενισχυόμαστε χρηματικά από πουθενά, κακώς επίσης, με δικά μας μέσα φτιάχνουμε φωτοτυπίες κι ό,τι άλλο χρειάζεται, δεν παίρνουμε βέβαια χρήματα από τους μαθητές, και προσφέρουμε τη διδασκαλία. Αυτά αισθάνομαι την ανάγκη να τα δηλώσω φέτος, διότι ακούγονται πολλά για οργανώσεις που σπαταλούν χρήματα κλπ. 

Ωστόσο επειδή η ψυχική, ας την πούμε, ανταμοιβή, αξίζει πολλά, συνεχίζουμε τα μαθήματα δια ενδέκατη χρονιά, και παραμένουμε ανοιχτοί σε συμμετοχές εθελοντών

https://youtu.be/5wS1RlrWjlg?si=9IIwv2-pb2MgMYoY

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

Θυμάσαι να φυσάει;

Θυμάμαι μια καλαμένια καλύβα στην ακρογιαλιά, ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Θυμάσαι;
Εντάξει, θυμάμαι. Απορώ πώς τη βγάζαμε τότε, δεν είχαμε ούτε μπάνιο, ούτε ντους, ούτε σαλόνι, κρεβατοκάμαρες, χολ, τίποτε τέτοιο. Κι ο αέρας πώς δεν την έπαιρνε, μου λες;
Ηταν ωραία. Το καλύτερο καλοκαίρι μας. Τι απέγινε άραγε; Θα έχει διαλυθεί προ καιρού. Ολα τα υλικά ήταν ανακυκλώσιμα στη φύση, δεν υπήρχε ίχνος πλαστικού, βρόμα καθόλου. Πόσο μας άρεσε! Δεν καταλαβαίνω πώς γεμίσαμε το καλοκαίρι με φροντίδες για το σπίτι, να πρέπει να το ενισχύουμε συνέχεια, να τρέχουμε σε μαστόρους, να βάφουμε, να καρφώνουμε, να καθαρίζουμε…
Μεσολάβησαν τα παιδιά βέβαια, άλλαξαν όλα, αποκτήσαμε ανάγκες. Ασε που άλλαξε και το κλίμα, δεν φυσούσε τότε τόσο πολύ, μπορούσες να μένεις έξω μέρες ολόκληρες… Τώρα οι θερμές μάζες είναι πιο θερμές προφανώς και μετακινούνται πιο βίαια…
- Σίγουρα; Μήπως απλώς γεράσαμε; Πάντα θα φυσούσε.
- Θυμάσαι να φυσάει; Εγώ καθόλου. Ηταν όλα τέλεια, ήρεμα. Απλά. Τώρα δεν μπορείς να σταθείς ένα δευτερόλεπτο!
- Δεν μπορεί να μη φυσούσε. Υπήρχαν καραβάκια με πανί στον κόλπο. Χωρίς αέρα πώς θα ταξίδευαν;
- Μήπως ήταν μούφα τα πανιά; Μήπως είχαν μηχανές στο βάθος;
- Λες να ήταν πάντα μούφα τα πανιά; Οι άνθρωποι κινούνταν με ιστιοφόρα επί αιώνες. Με ιστιοφόρα γύρισαν τον πλανήτη. Με ιστιοφόρα ανακάλυψε ο Κολόμβος την Αμερική. Ολες οι μεγάλες εξερευνήσεις έγιναν με πανιά. Αρα πάντα φυσούσε.
- Εγώ δεν θυμάμαι να φυσάει εκείνο το καλοκαίρι με την καλύβα. Αργότερα άρχισε. Καθώς χτίζαμε σιγά σιγά το εξοχικό μας εμείς, δυνάμωνε ο αέρας. Στην αρχή θέλαμε ένα δωμάτιο για να μη μας πάρει ο αέρας το κρεβάτι, ύστερα δεν έπρεπε να μας πάρει ούτε το κομοδίνο, κι ούτω καθεξής.
- Την κουζίνα, τον καναπέ, τα μαξιλάρια, τις τέντες.
- Κυρίως τις τέντες, δεν θα γινόταν ιστιοφόρο το σπίτι μας.
- Αρα ο αέρας δυνάμωνε, λόγω κλιματικής αλλαγής!
- Μάλλον λόγω κλιμακτηριακής αλλαγής!
- Εγώ δεν γερνάω. Είμαι όσο νιώθω. Το κλίμα αλλάζει! Πρέπει να ενισχύσουμε τα αντιανεμικά πετάσματα!

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Τι ωραία χρώματα!

Επιτέλους τέλειωσε αυτό το κέντημα που είχα αγοράσει τρία χρόνια πριν, με την ιδέα ότι της μαμάς θα της άρεσε να κεντάει. Δεν της άρεσε. Είχε τελειώσει με το ζόρι ένα άλλο, πολύ πιο απλό, κι αμέσως έσπευσα εγώ να της πάρω καινούργιο δυσκολότερο. Να τη σκέφτομαι ήρεμη να κεντάει με τις ώρες, να χαίρεται τη δημιουργία, κι εγώ να παρακολουθώ την πρόοδο της, κάπως ετσι το είχα φανταστεί.  Να γίνω κάτι σα μαμά της εγώ, κι εκείνη η κόρη μου. Αλλά τα πράγματα δεν γίνονται όπως τα φανταζόμαστε.
Προσπάθησα κάμποσες φορές να της δείξω τι να κάνει με αυτές τις μικρούτσικες λοξές βελονιές, στο τέλος τα βρόντηξε και μου είπε να το ξεχάσω. Έμεινε δυο χρόνια το κέντημα στο εξοχικό, περίεργο που δεν έφαγε τα μαλλιά ο σκώρος, τελικά κάποια στιγμή το ξαναβρήκα μπροστά μου. Είχαν προχωρήσει τα γερατιά της μαμάς ραγδαία. Το πήγα στο σπίτι της κι άρχισα να το κεντάω εγώ. Αφού ένιωσε ασφαλής ότι δεν θα την έβαζα να το κεντήσει η ίδια, άρχισε να το χαζεύει. Περνούσαμε έτσι μερικές ώρες κάθε απόγευμα, εγώ να κεντάω, εκείνη να μου παίζει πιάνο για να έχω μουσική υπόκρουση, ύστερα να μου διαβάζει για να ακούω ιστορίες, κι ενδιαμέσως να θαυμάζει το κέντημα και τα χρώματα του. "Μα τι ωραία χρώματα είν' αυτά παιδί μου! Μπράβο καταπληκτικά! Είσαι σπουδαία!" Ήταν πάντα η μαμά μου κι εγώ το κοριτσάκι της, κι αντί να αντιστρέψουμε τους ρόλους, τους παίζαμε όπως θα έπρεπε να τους είχαμε παίξει τότε που ήμουν μικρή κι εκείνη δούλευε και δεν προλάβαινε ποτέ να με μάθει κέντημα, ή να μου παίζει πιάνο, ή να μου διαβάσει ολόκληρα βιβλία.
Πόσες εργατοώρες έχει αυτό το κέντημα; Άμέτρητες. Διαβάσαμε δυο φορές μια ωραία Βίβλο εικονογραφημένη, τέσσερεις την Ελληνική Μυθολογία, μία τους Πέντε Έλληνες Σοφούς, άλλη μία τον Μέγα Αλέξανδρο του Καζαντζάκη, όλα σε παιδικές εκδόσεις. Άκουσα σε καθημερινή βάση ολόκληρο το άλμπουμ "Είκοσι κλασικά κομμάτια για πιάνο". Ασκήθηκα στην υπομονή και τη συμφιλίωση με τη φθορά, χωρίς να πετύχω το στόχο μου βέβαια, που είναι να είμαι πάντα ήρεμη και ψύχραιμη. Δύσκολο, αφού είμαι ακόμα το παιδί, κι εκείνη η μητέρα.
Τώρα το μαξιλαράκι τέλειωσε, το γήρας προχωράει, και σκέφτομαι ότι μάλλον πρέπει να προμηθευτώ ένα καινούργιο για φέτος. Και στη βιβλιοθήκη μου να βρω κάτι που δεν έχουμε ακόμα διαβάσει. Βέβαια με τη Βίβλο είχαμε τη χαρά να μπορεί να θυμάται κάθε τόσο αποσπάσματα: Από το "Είπεν ο Θεός γεννηθήτω φώς- και εγένετο φως" μέχρι το Πάτερ ημών ολόκληρο, περνώντας από τους παίδες εν καμίνω και το Αρον τον κράβατον σου και περιπάτει, κι ένα σωρό ακόμα. Αλλά πραγματικά δεν την αντέχω τρίτη φορά, νομίζω κι εκείνη, αν και της θυμίζει κάτι κάθε τόσο, την έχει μπουχτίσει. Μάλλον θα στραφώ στην ωραία παιδική έκδοση "Μύθοι απ' όλον τον κόσμο".

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2018

Καλή χρονιά για ξένα και δικά

Αραγε θα πάνε στο σχολείο τα πιτσιρίκια απέναντι, που περνάνε τη μισή μέρα ανεβασμένα στο παράθυρο του ισογείου, κι όποτε βγαίνω από το σπίτι φοβάμαι πως θα πέσουν; Πέρασαν μήνες που έχουν έρθει από κάποια βασανισμένη επαρχία του κόσμου, κατά τα φαινόμενα, έμαθαν να ισορροπούν στο περβάζι και να διασκεδάζουν χαζεύοντας τους περαστικούς.
Θα ανοίξουν οι ορίζοντές τους στο τσιμεντένιο προαύλιο του γωνιακού Δημοτικού και μπορεί, καθώς είναι προπονημένα στην ακινησία, να διαπρέψουν στο σχολείο. Να μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν, να μάθουν να ζουν στον τόπο μας.
Ποιος ξέρει; Λέμε λέμε διάφορα περί σχολείου, αλλά δεν έχουμε ιδέα τι κάνει μια δασκάλα μόνη στην τάξη μπροστά στα είκοσι παιδάκια που αντικρίζει πρώτη φορά κάθε 11η Σεπτεμβρίου. Πώς τα βγάζει πέρα με τα άτακτα, με τα ξένα, με αυτά που οι μανάδες τους δεν ξέρουν ελληνικά, με τα πονηρά, με τα αεικίνητα, με αυτά που τα ίδια δεν ξέρουν ελληνικά και δυσκολεύονται.
Τις αληθινές λύσεις δεν τις έχουμε δει να εφαρμόζονται, δεν τις φανταζόμαστε καν. Κι όταν διαβάζω τα όσα περισπούδαστα γράφονται για το σχολειό και τα Πανεπιστήμια, συχνά έχω την εντύπωση ότι οι αρθρογράφοι αναφέρονται σε κάποια άλλη χώρα, ή σε κάποια άλλη εποχή, του παρελθόντος ή του μέλλοντος, δεν έχω καταλάβει ακόμα.
Είναι το σχολείο πράγματι πολύ φτωχό, μάλλον τσιγκούνικο, για τα παιδιά τα δικά μας που πάνε χορτάτα από εικόνες, χρώματα, παιχνίδια, ιστορίες, αν υποθέσουμε δηλαδή πως συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αλλά για όσα δεν είναι πολύ χορτάτα γενικώς, μπορεί να γίνει σανίδα σωτηρίας από τη μιζέρια που τους εξασφαλίζει η οικογένειά τους.
Μπορεί η πόρτα του να γίνει πύλη ελευθερίας, να ανοίξει στο ξεκίνημα του ταξιδιού της αληθινής ζωής, αυτής που σου προσφέρει κάποια παραπάνω δυνατότητα από τις καθορισμένες. Παρακολουθώ ήδη μερικά που είχαν έρθει σιωπηλά, χαμένα, φοβισμένα, δεν ήξεραν λέξη, έκλαιγαν και κρύβονταν, και τώρα μιλάνε άνετα, έχουν φίλους, ξεχωρίζουν κιόλας οι προσωπικότητές τους.
Κάποτε, όταν ηρεμήσει το περιφερόμενο μίσος γύρω μας που αρνείται να αντιληφθεί τι συμβαίνει, θα μιλήσουμε περισσότερο για τους δασκάλους και τη δουλειά τους, θα βρούμε τρόπο να τους ευχαριστήσουμε, να αναγνωρίσουμε τη σιωπηλή τους προσφορά.

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2018

Θέατρο με τη Μαργαρίτα

Με τη Μαργαρίτα πολλά χρόνια μετά το "Φριχτό παραμύθι"
Ας πούμε ότι είμαστε μαζί ακόμα. Μαζί δεν είχαμε ξεκινήσει ως τελειόφοιτες φοιτήτριες να γράφουμε θεατρικό έργο για το ΦΟΘΚ; Βασικά, τον είχαμε μόνοι μας επανιδρύσει τον ΦΟΘΚ, ιδέα του Μητσομπούνη ήταν, εκείνος ήξερε, ήταν μέλος προδικτατορικά. Ας φτιάξουμε μια αφίσα, είπε. Την έφτιαξε μόνος του, αρχιτέκτονας γαρ, και σκηνογράφος στο Θεατρικό Εργαστήρι τότε πλέον, εξέλιξη του πρώτου ΦΟΘΚ. Τη θυμάμαι σαν και τώρα, στο χοντρό ριζόχαρτο, την τύπωσε καμιά δεκαριά φορές και αποφάσισε ότι πρέπει να την κολλήσουμε γύρω από το Πανεπιστήμιο.
Εμένα μου φαίνονταν αδιανόητα όλ' αυτά. Μπορούσαμε δηλαδή έτσι στα καλά καθούμενα εμείς οι τέσσερεις να γράψουμε μια αφίσα και να την κολλήσουμε όπου μας άρεσε; Βγαίναμε από χούντα, σας θυμίζω. Και βέβαια, είπε ο Μητσομπούνης που ήξερε. Όποιος θέλει να συμμετέχει στην ιδρυτική συνεδρίαση του Φοιτητικού Ομίλου Θεάτρου και Κινηματογράφου, να έρθει τάδε μέρα τάδε ώρα στην τάδε αίθουσα της Φιλοσοφικής. Και μας έδιναν αίθουσα στη Φιλοσοφική; Βεβαιότατα! Ήμασταν η "Πρωτοβουλία για την επανίδρυση του ΦΟΘΚ"
Βγήκαμε νύχτα με σελοτέιπ και κολλήσαμε τις αφίσες, και νάσου την ορισμένη ώρα κάμποσοι φοιτητές στην αίθουσα, να επανιδρύουμε τον ΦΟΘΚ. Μέχρι τα Χριστούγεννα συζητούσαμε τι έργο θα ανεβάζαμε. Εγώ ήθελα τη 12η νύχτα του Σαίξπηρ. Με τη μία Σαίξπηρ, τρομάρα μου. Δεν συμφωνούσαμε. Κάποια στιγμή μας επισκέφτηκε ο Γιώργος Σκούρτης, άκουσε τις διάφορες απόψεις κι απεφάνθη ότι δεν έπρεπε να πάρουμε έτοιμο έργο αλλά να γράψουμε ένα δικό μας! Πανζουρλισμός έγινε και η πρόταση πέρασε σχεδόν παμψηφεί.
Δεν μου άρεσε καθόλου η ιδέα αυτή, ανυπομονούσα να παίξω, δεν ήθελα να γράψω. Αλλά πεισμώσαμε. Καλά, έτσι είσαστε; Ας γράψουμε έργο λοιπόν! Κι αρχίσαμε οι δυο μας να τριγυρίζουμε στα βιβλιοπωλεία και να κλέβουμε στίχους, έμμετρο θα το κάναμε το έργο μας. Θα έδειχνε την επόμενη μέρα μετά την επανάσταση, κάποια φλου, μακρινή επανάσταση, με αντάρτες και αντάρτισσες, που έμπαιναν νικητές στην πόλη. Και μόλις έμπαιναν νικητές, η πρώτη τους δουλειά να στείλουν τις γυναίκες πίσω στα σπίτια τους, ή στα μπουρδέλα τους, διότι χρειάζονται κι αυτά! Μόνο μια νεαρή αντάρτισα το αμφισβητούσε όλο αυτό κι έμενε μόνη στη σκηνή να απορεί και να σχολιάζει.
Φεμινιστικό έργο ακραίων συμβολισμών, χα χα! Τίτλος, "Το φριχτό παραμύθι" από το ποίημα του Εγγονόπουλου "Μπολιβάρ". Η ελευθερία είναι το φριχτό παραμύθι. Ο προτελευταίος στίχος του έργου λέει: "...το φριχτό παραμύθι/ Λιμπερτά". Ναι, μας είχε απογοητεύσει η στάση των πολιτικών οργανώσεων απέναντι στις γυναίκες, περιμέναμε περισσότερο φεμινισμό, και σεβασμό. Δεν υπήρχε τίποτε από τα δυο, η αντρίλα ήταν η αξία.
Πόσο διασκεδάσαμε παρωδώντας στίχους για το έργο μας. Θυμάμαι έναν, τη στιγμή που μπαίνουν οι αντάρτες στην πόλη και πετάνε τους μπερέδες στον αέρα: "Αυτός είναι ο ιερός μπερές, ο στρογγυλός και μαύρος..." Κλέβαμε ασύστολα ποιητές σύγχρονους και παλιούς, μοντέρνους και κλασσικούς. Υπήρχε και πεζό, "Βάλε το σφυροδρέπανο στην πρίζα," θυμάμαι την ατάκα του θριαμβευτή αρχηγού.
Ήταν πολύ νωρίς για τόση πλάκα. Αρχή του 1975, πρώτη χρονιά χωρίς χούντα στο Πανεπιστήμιο, κι εμείς κοροϊδεύαμε τα ιερά και τα όσια. Αφού το έργο εγκρίθηκε ως το καλύτερο που είχε γραφτεί, κι αρχίσαμε να μοιράζουμε ρόλους, περιμέναμε μάλιστα και τον Σκούρτη να μας πει εντυπώσεις, εμφανίστηκε μια ομάδα Κνιτών στις πρόβες, ήταν πάντα ανοιχτές οι διαδικασίες μας, και ψήφισε να μην ανέβει η παράσταση. Έτσι έληξε άδοξα η θεατρική συνεργασία με τη Μαργαρίτα.
Κοίτα τώρα, τόσα χρόνια μετά, η Αθηνά αποφάσισε να ανεβάσει ένα κείμενο που είχες γράψει, ένα μικρό θεατρικό μονόλογο, να κάνει μια μικρή παράσταση στη μνήμη σου. Κι εγώ έγραψα άλλο ένα, έτσι θα είμαστε παρέα στη σκηνή, εσύ απούσα πια, εγώ εδώ προς το παρόν. Η Αθηνά δεν την ξέρει αυτή την ιστορία με το "Φριχτό παραμύθι". Και το καλοκαίρι που πήγα να δω τις κόρες σου και προσπαθούσα να τους πω ιστορίες, δεν τη θυμήθηκα. Τώρα μου ήρθε, που ξεκίνησαν οι πρόβες για τους μονολόγους μας. Ξαφνικά θυμήθηκα ότι έχουμε ξανακάνει μαζί θέατρο. Αχ Μαργαρίτα....


Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

Regina rosas amat

Από τη δεκαετία του 1970, που τέλειωσα τις δευτεροβάθμιες σπουδές μου, δεν καταλαβαίναμε γιατί μαθαίναμε λατινικά. «Θα σας χρειαστούν στη Νομική», είπε κάποτε ο πατέρας μου, ακούγοντας τη διαρκή μου γκρίνια. Η καθηγήτριά μας δεν ασχολούνταν καν με επιχειρήματα, σήκωνε μοιρολατρικά τον σταυρό του αντιπαθητικού της μαθήματος, κάνοντας ότι δεν βλέπει την ειρωνεία και την απαξίωσή μας. Εισαγωγικές δίναμε Καίσαρα, ιστορίες με στρατόπεδα που στήνονταν στη μακρινή Γαλατία. Θα είχε ενδιαφέρον για μας που αργότερα στήναμε καλαμένιες καλύβες σε έρημες παραλίες, αλλά ούτε αυτό αφήσαμε ποτέ να μας συγκινήσει.
Μισούσαμε τα Λατινικά αποφασισμένα κι αμετάκλητα. Πιστεύαμε ότι διδασκόμαστε κάτι απολύτως ξεκομμένο, κι όμως, λίγα πράγματα από όσα μάθαμε στο σχολείο συνεχίσαμε να μαθαίνουμε όσο τα Λατινικά. Διότι βλέπετε, συνέχεια μαθαίνει κανείς λατινικά. Συνεχίζει όντως να τα μαθαίνει στη Νομική, κι είναι πολύ διαφορετικά από εκείνα του σχολείου. Τα μαθαίνει στην Ιατρική, τα μαθαίνει στη Βιολογία, τη Φυτολογία, τη Φαρμακευτική, τα μαθαίνει στη Φιλοσοφία, στις Φιλολογίες όλων των ξένων γλωσσών.
Τα μαθαίναμε στην Ιστορία, τα μαθαίνουμε διαβάζοντας Λογοτεχνία. Ακόμα και διαβάζοντας Αστερίξ ή αργότερα Χάρι Πότερ. Και συνεχίζουμε να τα μαθαίνουμε, διότι βρίσκονται τα άτιμα παντού, στις προσόψεις των ωραίων κτιρίων που επισκεπτόμαστε, στις επικεφαλίδες των σπουδαίων βιβλίων, στη μουσική που παίζουμε κι ακούμε, στις γλώσσες που αγαπάμε. Είναι στην πηγή της Ευρώπης, η γλώσσα που τη γέννησε.
Γιατί δεν μας το είχαν πει, αναρωτιέμαι συχνά προσπαθώντας να μεταφράσω επιγραφές σε μνημεία, ότι θα ζούσαμε μια ζωή μέσα στα Λατινικά, και μας άφηναν να νομίζουμε ότι χάνουμε τον καιρό μας; Τουλάχιστον είχα μάθει να κλίνω τα ουσιαστικά, πολύ χρήσιμο για να καταλάβεις τη σύνταξη μιας φράσης, αλλά όλο και ξεθωριάζουν οι χλομές μου γνώσεις, όλο και κυριαρχεί η άρνηση που είχαμε τότε πάνω στη μνήμη που προσπαθεί να ανακαλύψει όσα άθελά μου κράτησε.
Αραγε τι συνέβη τα επόμενα χρόνια στα σχολεία; Προσπάθησαν οι καθηγητές ποτέ να εξηγήσουν την αξία τους ή θα προσέκρουαν στον βασικό πυρήνα διδασκαλίας του σχολείου, ότι μόνο η Ελλάδα αξίζει, ότι η Ρώμη και το Βυζάντιο μέχρι να χρησιμοποιήσουν ελληνικά δεν ήταν παρά μια δυστυχής παρένθεση; Αμφιβάλλω. Μάλλον η αντίληψη αυτή ενισχύεται με τα χρόνια και τα σχολικά λατινικά θα πρέπει να περιφρονούνταν όλο και περισσότερο. Οπότε δεν τα κλαίω που καταργούνται. Απλώς σκέφτομαι, αντί για άλλη ξένη γλώσσα, τώρα που μου χρειάζεται για να γυμνάζω το μυαλό, να ξεκινήσω Λατινικά από την αρχή.

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

Η Γιαπωνέζα μας ξεθωριάζει

Στο εξοχικό μας στο Πήλιο έχω πάει διάφορα αντικείμενα περασμένων μεγαλείων. Πιάτα από το σερβίτσιο φαγητού της μαμάς μιας φίλης που μου τα χάρισε επειδή δεν είχε χώρο να τα βάλει, ντιβάνια της φοιτητικής μας εποχής από εκείνα τα άθλια τα σιδερένια, κάτι αντίκες που αγόραζα την ίδια εποχή από το υστέρημά μου, απολύτως άχρηστες, κεντημένα τραπεζομάντηλα από τη γιαγιά και τη θεία, κουρτινάκια δαντελωτά που μας κάνουν τη ζωή δύσκολη, ένα τεράστιο ξύλινο τάβλι από τους Πόντιους που πουλούσαν το βιος τους στις πλατείες τη δεκαετία του 90, παιχνίδια των παιδιών που τα βρίσκουν άλλα παιδιά και παίζουν, το πιο χρήσιμο. Μαξιλάρια από τον πρώτο μου καναπέ, κι ανάμεσά τους αυτό το κεντημένο από τη μητέρα ενός φίλου μου που επίσης δεν είχε χώρο στο σπίτι του, διότι είναι μεγάλο, έχει εξήντα πόντους διάμετρο
Όταν το πρωτοέφερα εδώ είχε ακόμα ζωηρά χρώματα κι ήταν σχετικά αφράτο, τώρα πια έχει πατικωθεί το βαμβάκι μέσα και τα χρώματα ξεθωριάζουν. Γι αυτό σκέφτηκα να το φωτογραφίσω πριν χαθούν τελείως, πριν πάψει εντελώς να παίζει ρόλο μαξιλαριού. Δεν είναι ολόκληρη η ζωγραφιά κεντημένη, μόνο τα φύλλα των δεντρων και τα στολίδια στα ρούχα της κυρίας, οι κορμοί και η ίδια η κυρία είναι ζωγραφισμένα στο ύφασμα. Κάθε καλοκαίρι το κορδόνι του μαξιλαριού ξηλώνεται λίγο, τα ράβω, το τινάζω, το χτυπάω, αλλά δεν διορθώνεται και πολύ η κατάσταση του. Είναι πια ετοιμόρροπο, για πέταμα, και πιάνω τον εαυτό μου να το κοιτάζει κάνοντας σκέψεις απρόσκλητες. Ξαφνικά παρασύρθηκα να σπάω το κεφάλι μου για το πότε να το κέντησε η κυρία Ματίλντη, πριν ή μετά τον πόλεμο; Να είχε ήδη χάσει τον πρώτο της άντρα και το πρώτο της παιδί στα στρατόπεδα όταν ξεκίνησε να το φτιάξει;
Αδύνατον να βγάλω από το νου μου, όταν θυμάμαι την κυρία Ματίλντη, τη γιαγιά Τούλα των φίλων των παιδιών μου, τη σκέψη του αριθμού που είχε πάντα ανεξίτηλο στο μπράτσο της. Ήταν επιζήσασα του Άουσβιτς, από τις τελευταίες φουρνιές Ελλήνων Εβραίων που μάζεψαν οι Γερμανοί, Κερκυραία, είχε δουλέψει στα στρατόπεδα κι είχε γυρίσει πίσω ζωντανή. Στα Τρίκαλα παντρεύτηκε τον πατέρα του αγαπημένου μας φίλου, του Ισαάκ. Πολλά χρόνια αργότερα έδωσε συνέντευξη σε συνεργάτιδα του Στήβεν Σπήλμπεργκ που συγκέντρωσε μαρτυρίες επιζώντων Εβραίων από τα στρατόπεδα, κι εκεί ακούσαμε την ιστορία, που ποτέ δεν τολμήσαμε εμείς να της ζητήσουμε να πει. Η αφήγηση της είναι καταγραμμένη στο αρχείο του Σπήλμπεργκ για το Ολοκαύτωμα.
Αυτή λοιπόν είναι η κεντήστρα του έργου που φωτογράφισα για να διατηρήσω έστω και τώρα τα χρώματα του, κι η σκέψη που μου έρχεται απρόσκλητη περί του πότε να το κέντησε το σχέδιο με τη Γιαπωνέζα είναι βέβαια κουτή. Δύσκολα θα έβρισκε πράγματα της ζωής της πριν τον πόλεμο η Ματίλντη, που πέρασε καιρό και σε στρατόπεδα αποκατάστασης και μετάβασης πριν μπορέσει να έρθει πίσω στην Ελλάδα, όπου εγκαταστάθηκε σε άλλη πόλη. Λογικά λοιπόν θα κέντησε στη διάρκεια του δεύτερου γάμου της το μαξιλάρι. Γιατί δηλαδή να μη βρίσκει στο δεύτερο κομμάτι της ζωής της, που ήταν και το μεγαλύτερο, τη γαλήνη και την όρεξη να κεντάει Γιαπωνέζες με βεντάλια η κυρία Ματίλντη, γιατί να μου φαίνεται αυτό τόσο αξιοσημείωτο; Τι έπρεπε να κάνει δηλαδή, μήπως να κεντήσει σε μαξιλάρι την είσοδο του Άουσβιτς με κείνη την πασίγνωστη πύλη και το ρητό περί εργασίας που σε κάνει ελεύθερο;
Τη βλέπω μπροστά μου να κάθεται στο σπίτι της στα Τρίκαλα, ανάμεσα στα άβολα και όμορφα έπιπλα της εποχής της, να σχεδιάζει το μαξιλάρι της πρώτα σε χαρτί, να το περνάει στο ύφασμα με καυστικό πενάκι, κι ύστερα να φτιάχνει σβέλτα τις μεγάλες βελονιές της για τα φύλλα, σίγουρη ότι εκείνο που μετράει δεν είναι οι λεπτομέρειες αλλά το σύνολο, και δεν χρειάζεται να είναι ψιλές οι βελονιές, να κάνουν επίδειξη υπομονής και προσήλωσης. Άραγε μόνη της να το σχεδίασε, να αποφάσισε να δώσει τη νωχελική στάση στην ηρωίδα της, ή να το αντέγραψε από κάπου επειδή της άρεσε; Θα ξέρει ο Ισαάκ να μου πει; Να τη θυμάται άραγε καθώς κεντούσε, ή καθώς περνούσε το κορδόνι και το σουρωμένο βελούδο για να φτιάξει το μαξιλάρι;
Διάβασα ένα άρθρο τις προάλλες, για το γιαπωνέζικο κίνημα του μίνιμαλ στη διακόσμηση: να έχεις στο σπίτι σου μόνο τα απαραίτητα, και χώρο άδειο όσο μπορείς για τη φαντασία και τη δημιουργικότητα υποθέτω, (που θα σε βοηθάει να γεμίζεις τα σπίτια των άλλων;). Κανονικά θα έπρεπε να πετάξω όλη την παλιατσαρία από εδώ μέσα, αλλά αντίθετα μαζεύω κάθε φορά και κάτι ακόμα. Τι θα έλεγαν οι Γιαπωνέζοι αυτοί αν πετούσα τη Γιαπωνέζα μου; Θα καταλάβαιναν ότι για μένα είναι κομμάτι της ευρωπαϊκής μου Ιστορίας, που με κοιτάζει μυστηριωδώς πίσω από τη βεντάλια της, κι ακόμα δεν έχει πει όλα τα μυστικά της;

Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

Ο πελάτης έχει πάντα άδικο



Πάνε τριάντα χρόνια, η γειτόνισσα μου αποφάσισε να χτίσει αυθαίρετο εξοχικό στην περιοχή καταγωγής του άντρα της, κοντά στη θάλασσα.  Όταν μου το ανακοίνωσε, προσπάθησα  να την αποθαρρύνω. Μην το κάνεις, της έλεγα, χωρίς να έχω τότε κάποιο επιχείρημα να την πείσω, κάποιο χειροπιαστό παράδειγμα προς αποφυγήν. Δεν είναι σωστό! Εκείνη χαμογελούσε πονηρά με τις ρομαντικές μου απόψεις. «Μα τι λες τώρα; Θα κάθομαι να βγάζω άδειες, να τρέχω, να πληρώνω, όχι δεν γίνεται».
Δεν είχα παρά αόριστους φόβους, ότι μπορεί να μη το φτιάξει σωστό ο εργολάβος, θα μπει σε μπελάδες, θα την κυνηγάνε, τέτοια. Όχι, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, επέμενε εκείνη χαμογελώντας μυστηριωδώς. Όλα είναι κανονισμένα.
Στα χρόνια που πέρασαν την άκουσα πολλές φορές να παραπονιέται για τους μπελάδες που της δημιούργησε η απόφαση εκείνη. Δεν μου φάνηκε κομψό να της υπενθυμίσω ότι της τα έλεγα εγώ. Εκείνη μόνη της μια μέρα, πληρώνοντας το πολλοστό πρόστιμο για νομιμοποίηση και φακελάκι για ηλεκτροδότηση, ή δεν ξέρω τι άλλο, αναστέναξε και μου είπε, μωρέ μου τα είχες πει εσύ, αλλά άκουγα εγώ τότε; Τόσο μυαλό είχα…
Ποτέ δεν μου ομολόγησε τι ακριβώς είχε τότε, στο ξεκίνημα «κανονίσει», και ήταν τόσο ήρεμη και αισιόδοξη. Αλλά με τα χρόνια κατάλαβα,  παρακολουθώντας την πολιτική ζωή, πώς λειτουργεί η φάμπρικα των αυθαιρέτων.
Τα αυθαίρετα δεν είναι πια κατοικίες ανάγκης φτωχών ανθρώπων φτιαγμένες βιαστικά. Είναι οργανωμένες καταστάσεις, για να μην πω κυκλώματα και φανώ συνομωσιολόγος. Ωστόσο στην περίπτωση των αυθαιρέτων γίνομαι, δεν μπορώ  να πειστώ από καμία εκστρατεία κατεδάφισης, καμία εξαγγελία νομιμοποίησης που θα είναι η τελευταία. Υπάρχουν πολιτικοί που πατρονάρουν κανονικά τα αυθαίρετα, υποσχόμενοι νομιμοποίηση και κρατώντας στο χέρι τους οικιστές για χρόνια. Η διαδικασία τους κάνει κομματάρχες του παλιού καιρού, ένα είδος φεουδαρχών, καθώς η σχέση εξάρτησης που δημιουργούν με τους ψηφοφόρους στηρίζεται στην υπόσχεση παράκαμψης του νόμου, στην επιβίωση ενός παράλληλου συστήματος όπου οι πολιτικοί κάνουν ό,τι θέλουν, κι απλώς παρενοχλούνται από τους θεσμούς και τους νόμους. Πελατειακό σύστημα, όπου ο πελάτης έχει πάντα άδικο. Η βλάβη από το πατρονάρισμα αυτό, δεν είναι μόνο στο περιβάλλον. Δηλητηριάζει την πολιτική ζωή και τις πολιτικές συνειδήσεις, που ακόμα πιο εύκολα κι αποτελεσματικά θα ξανακαστρέψουν το περιβάλλον.

http://www.efsyn.gr/arthro/o-pelatis-ehei-panta-adiko

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

Nαυτία

 Κάποτε είχα το εξής κουσούρι: υπέφερα τόσο βλέποντας κακή ηθοποιία που δεν άντεχα, έβγαινα από το θέατρο με το στομάχι ανακατεμένο, ή έμενα σκυμμένη βουλώνοντας τ' αυτιά μου μέχρι να τελειώσει. Εχει πολύ καιρό να μου συμβεί κάτι τέτοιο στο θέατρο, και νόμιζα ότι το έχω ξεπεράσει πια, αλλά μάλλον οι νέοι ηθοποιοί είναι πολύ καλοί και δεν με ξαναπιάνει ποτέ σε θέατρο τέτοια ναυτία.

Με πιάνει όμως στην τηλεόραση με τους πολιτικούς. Δεν αντέχω να βλέπω το κακό τους παίξιμο, αν θέλω να μάθω τι λένε προτιμώ να τους διαβάζω. Ακόμα κι αυτούς που ψηφίζω προτιμώ να μην τους ακούω, μέσα στη φωνή βλέπω διάφανα κάθε τους δισταγμό, κάθε υπαναχώρηση, κάθε αδυναμία. Ακούω το μέταλλο περισσότερο από τις λέξεις, με πιάνει στεναχώρια, που κι αυτή προσπαθώ να αποφεύγω. Οι περισσότεροι πολιτικοί μιλάνε χειρότερα από τους μέτριους ηθοποιούς πια, δεν αντέχονται.
Το χειρότερο μου είναι ν' ακούω Τσίπρα. Δεν μπορείς να το αποφύγεις βέβαια, το παίζουν παντού. Αυτό το διάγγελμα στην Ιθάκη κουδουνούσε περισσότερο από κάθε λόγο του, που πάντα μου φαινόταν κουδουνιστός, σαν τον ήχο που κάνει κάτι άδειο που αντηχεί δυνατά. Μιλούσε σαν πολύ κακός ηθοποιός, που δεν πιστεύει ο ίδιος ούτε λέξη από όσες λέει, τις πιάνει και τις πετάει στα μούτρα του κοινού σα σκουπίδια. Δεν πιστεύει ούτε τα ίδια τα κατορθώματα, ούτε το ίδιο του το μίσος για τους άλλους, που προσπαθεί να καλλιεργήσει. Αναρωτιέμαι αν μόνο εγώ άκουγα μέσα στο μέταλλο της φωνής του αυτό το αλαλάζον κύμβαλο.

Οι γυναίκες διαλέγουν!

Κάποτε, όταν το χωριό είχε χιλιάδες κατοίκους, στις κερκίδες αυτές κάθονταν οι γυναίκες όταν γινόταν πανηγύρι. Οι άντρες χόρευαν στην πλατεία, και κάθε τόσο έκαναν με το χέρι νόημα στην εκλεκτή τους να κατέβει, κάπως σαν αυτό που έκανε ο Αντρέας Παπανδρέου στη Λιάνη από τη σκάλα του αεροπλάνου. Κατέβαινε η νεαρή και χόρευε και πλέον λογοδινόταν, ή χοροδινόταν στο νεαρό. 

Σα να λέμε οι άνδρες επεδείκνυαν τα προσόντα, ως οφείλουν, και κανονικά έπρεπε οι γυναίκες να επιλέγουν εκείνες από ψηλά.. —



 

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...