Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

Σε κείνα εκεί τα μάρμαρα

Την ημέρα που οι κυβερνήτες μας επώαζαν τη ρήξη με τους Ευρωπαίους, εγώ παρακολουθούσα την ένωση με τα δεσμά του γάμου ενός ζεύγους αγαπημένων παιδιών, στη Σύρο. Εβλεπα με συγκίνηση, με βαθιά αναψυχή, αν μου επιτρέπετε το λογοπαίγνιο, Σκοτσέζους με τα κιλτ τους να ανεβαίνουν τα σκαλιά του Δημαρχείου της Ερμούπολης παρέα με Ολλανδούς, Κουβανούς, Νεοζηλανδούς, Ευρωπαίους πάσης φύσεως, Ελλήνων συμπεριλαμβανομένων.
Από την Ελλάδα η νύφη, από τη Σκοτία ο γαμπρός και γύρω τους συμφοιτητές απ’ όλο τον κόσμο που είχαν ταξιδέψει για δυο ή τρεις μέρες για να τους δουν και να γευτούν ελληνικό νησί πολυτραγουδισμένο, με λαχτάρα να γνωρίσουν τον τόπο, να δουν, να καταλάβουν, χωρίς προκαταλήψεις, να χαρούν και να συναντηθούν ξανά.
Μπορεί να έχουν ξανανεβεί τα σκαλιά του επιβλητικού και χαριτωμένου αυτού κτιρίου σκοτσέζικα κιλτ ή και ινδικά φουλάρια, μαντίλες, αφρικάνικοι χιτώνες και δεν ξέρω τι άλλο ρούχο. Διεθνής η Ερμούπολη υπήρξε από τη στιγμή που πήρε την πρώτη αναπνοή της.
Γάλλοι είχαν εγγυηθεί την ειρηνική ζωή στο νησί όταν ακόμα είχε μόνο ένα μικρό χωριό καθολικών ψηλά στον λόφο, Αγγλοι έδωσαν τα πρώτα δάνεια στους εμπόρους που έφτασαν ρακένδυτοι στο λιμάνι, κατεστραμμένοι και πενθούντες μετά τη σφαγή της Χίου κι έφτιαξαν την πόλη μέσα σε λίγους μήνες.
Σ’ όλο τον κόσμο, σ’ όλη την τότε καταναλωτική κοινωνία πούλησαν οι έμποροι ό,τι έφτιαξαν κι ονόμασαν την πόλη τους Ερμούπολη «προς τιμήν του κερδώου Ερμού». Ωραία ιστορία να τη διηγηθείς στους ξένους, που διψούν να ακούσουν ιστορίες από την Ελλάδα, καθώς τους δείχνεις τα πέτρινα νεοκλασικά. Καλύτερα να μη σκέφτεσαι βέβαια το παρόν και το πώς επιβιώνει μια τέτοια πόλη σε συνθήκες διαφορετικής νοοτροπίας. Ισως οι νοοτροπίες να μην κανονίζουν τα πάντα. Ελπίζω ακόμα.
Με δυο λόγια, την ώρα που οι οφειλέτες μας έστηναν σκηνικό ρήξης, το πολλοστό πλέον σκηνικό ρήξης που παρακολουθήσαμε να στήνεται, τόσο που πια έχουμε συνηθίσει τη διαρκή ταραχή κι έχουμε αρχίσει να ονειρευόμαστε καταστροφές μπας και ηρεμήσει η ψυχή μας, φαντασιωνόμαστε μάλιστα επιστροφή σε αγροτικές γαλήνιες καταστάσεις που δεν υπήρξαν ποτέ, την ίδια αυτή ώρα οι νέοι μας αντιμετωπίζουν προκλήσεις συνύπαρξης με το πιο θετικό, το πιο ανοιχτό πνεύμα που μπορεί κανείς να φανταστεί, προκλήσεις συνδυασμού και σύγκρισης παραδόσεων και συνηθειών, διαφορετικών έως αντίθετων τελείως νοοτροπιών, με αισιοδοξία και αποφασιστικότητα.
Μιλάνε τα αγγλικά τους στο διεθνές περιβάλλον, καταλαβαίνουν όλου του κόσμου τα αγγλικά και καλλιεργούν επιπροσθέτως ισπανικά και γαλλικά κι ένα σωρό ακόμα γλώσσες. Βρίσκουν θέματα και τρόπους σύγκλισης με άλλα παιδιά, από τους πιο μακρινούς πολιτισμούς. Εχουν βρει τρόπους, θάρρος, κέφι που πάει παντού. Βοηθήσαμε κι εμείς, τα στήσαμε στα πόδια τους με την κλασική μανία μας για εκπαίδευση.
Ζουν σε άλλο κόσμο τα παιδιά μας

Θα εχουμε πάντα το Παρίσι

Θα έχουμε πάντα το Παρίσι, έλεγε ο άλλος, κι εγώ, επειδή δεν το έχω πάντα το Παρίσι, αν κι έχω πάντα την έλλειψη του Παρισιού, έλεγα: θα έχω πάντα το Πεδίον του Αρεως. Θα μπορώ να περνάω, έλεγα, κάθε πρωί από μέσα, θα παίρνω βαθιές ανάσες κάτω από τα δέντρα, θα παίρνω δύναμη κι ύστερα θα παίρνω δρόμο και θα αφήνω δρόμο για να αντιμετωπίσω τη μέρα.
Ας το έχουν εγκαταλείψει οι κηπουροί και οι φύλακες που για ένα διάστημα φάνηκε να ορίστηκαν να το φροντίζουν. Φαίνεται πως δεν έφταναν τα λεφτά, κατανοητό. Ας χορτάριασαν τα παρτέρια, ας έσπασαν τα μάρμαρα που βάλανε σ’ εκείνο το μοντέρνο σιντριβάνι. Ας έκλεισαν οι παιδικές χαρές «προσωρινά» για πέντε χρόνια τώρα. Στο κάτω κάτω τα παιδιά μου μεγάλωσαν, δεν τις χρειάζονται.
Κι εκείνες οι «διαδρομές νερού» ας έγιναν στάσιμη βρόμα. Και οι πλαστικοί σωλήνες ας κόπηκαν φέτες από το ξεχορτάριασμα που γίνεται κάθε διετία. Κι ας μεταφέρθηκε η πιάτσα ναρκωτικών στο άγαλμα από κάτω. Ας ξεκόλλησαν άγνωστοι μέχρι και τα μεταλλικά στολίδια από το μνημείο του Ιερού Λόχου. Εγώ θα περνάω κάθε πρωί, τα δέντρα δεν παθαίνουν τίποτε. Ας βρομάει ο τόπος στην είσοδο της Ευελπίδων.
Καλοκαίριασε, τα παιδιά της γειτονιάς πάλι βγαίνουν και παίζουν μπάλα, θα έχουμε πάντα το πάρκο.
Αμ δε. Πρώτα έκλεισε η πόρτα του φράχτη δίπλα στο Γκρην Παρκ, άλλη θλίψη κι αυτό. Με βόλευε πολύ, αλλά τι να κάνω, πήγαινα από την άλλη. Υστερα έκλεισε η άλλη πόρτα, δίπλα στη Γεωγραφική Υπηρεσία. Ας είναι, ανέβαινα λίγη ακόμα ανηφόρα.
Τώρα έκλεισε και η άλλη πόρτα στη Μαυροματαίων. Θυμήθηκα πριν από δέκα-δεκαπέντε χρόνια: όταν ανήκε ακόμα στο ΥΠΕΧΩΔΕ, που είχαν χτίσει τις πόρτες κάποιο ωραίο πρωινό κι άρχισε εκείνη η μακρά αντιπαράθεση που οδήγησε στην ανάπλαση και σε άλλη αντιπαράθεση, κι από αντιπαράθεση σε αντιπαράθεση ξοδεύτηκαν του κόσμου τα λεφτά, έμεινε κλειστό τρία χρόνια, κι έχει φτάσει σε σημείο χειρότερο απ’ ό,τι πριν από την ανάπλαση.
Τουλάχιστον να ξέραμε τι γίνεται, θα ήταν σημαντικό. Κάποια στιγμή είχε μπει μια πινακίδα: «Οι πόρτες θα κλείνουν από τις 11 το βράδυ ώς τις 5 το πρωί». Ωραία, σύμφωνοι. Κανόνες, ενημέρωση, σχεδόν Παρίσι. Αλλά δεν ίσχυσαν ποτέ. Οι πόρτες έμειναν ανοιχτές και τώρα άρχισαν να κλείνουν διά παντός. Κανείς δεν ξέρει γιατί και πώς, ψυχή δεν υπάρχει να μιλήσεις, να ρωτήσεις.
Φαίνεται πως δεν θα έχω πάντα το πάρκο. Θα έχω μάλλον την ευκαιρία να διαπιστώνω ότι η αυθαιρεσία σε καθημερινή βάση εξαντλεί τη συνείδηση του πολίτη, ταπεινώνει και απελπίζει, έτσι που να μπορεί να χτίσει τον αυταρχισμό πάνω στην περιφρόνηση των αναγκών και των απαιτήσεών του.
Αλλά βέβαια, θα έχουμε πάντα το Παρίσι να μας θυμίζει ότι θα μπορούσαμε να ζούμε καλύτερα.

Σάββατο 27 Ιουνίου 2015

Αφίξεις σε νησιά

 Πριν 41 χρονια, καλοκαιρι, ειχαμε μολις φτασει στην Αμοργο με δυο φιλους, κοιμηθηκαμε στην αμμουδια, οπως καναμε τοτε, και μολις ξυπνησαμε ακουσαμε οτι ειχε γινει επιστρατευση.

Γυρισαμε αναυλοι, δεν ειδα ποτε την Αμοργο.

Χτες βραδυ εφτασα στην Ικαρια, συγκοινωνια δεν ειχε, μας λυπηθηκε ενας νεαρος με βαν, μας φορτωσε με κατι αλλους νεαρους που ταξιδευαν οπως εγω πριν 40 χρονια, , φτασαμε τσουβαληδον στον προορισμο μας. Πεφτω για υπνο, με ξυπναει ο γιος μου, δημοψηφισμα την Κυριακη!

Ωστοσο τα πραγματα δεν ειναι ιδια. Νομιζω οτι θα δω την Ικαρια.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Εντιμος νά' ναι, προπαντός

Ελπίζω το τέλος αυτής της εβδομάδας που άρχισε πολύ ήσυχα, με τους αθηναίους να λείπουν σε παραλίες και κήπους απ' όπου ανέβαζαν ωραίες φωτογραφίες βοηθώντας να οραματιζόμαστε το καλοκαίρι, να μας βρεί με κάποια συμφωνία, να έχει γίνει επιτέλους ο έντιμος συμβιβασμός. Ήδη η συνοδεία αυτού του συμπαθητικού επιθέτου στη φοβερή και τρομερή λέξη φετίχ είναι τεράστια πρόοδος. Υπονοεί βεβαίως ότι ο συμβιβασμός καθεαυτού δεν μπορεί παρά να είναι άτιμος, αλήτης, απατεώνας, πουλημένος, ξεφτιλισμένος, γουρούνι -δολοφόνος. Αλλά αυτό το ξέρουμε. Στα πέντε χρόνια της κρίσης εμπεδώσαμε το ασυμβίβαστο -με την πραγματικότητα- σε όλα τα επίπεδα. Δεν υπήρχε τίποτε χειρότερο από το συμβιβασμό, γι αυτό ήταν ασυμβίβαστοι οι πάντες, ακόμα και όσοι συμβιβάζονταν.
Φυσικά και πριν την κρίση το φορούσαμε το κλισέ του ασυμβίβαστου, του άντρα του ασίκη που φοράει παντελόνια και δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του, αλλά με την κρίση πια το παντελόνι έγινε μεταλλικός σωλήνας και ο συμβιβασμός δράκος που πετάει φωτιές. Αηγιώργηδες οι παντελονοφορούντες ηγέτες ορμούσαν να τον σκοτώσουν, αλλά εκείνος ξαναζωντάνευε με κάθε χτύπημα και απειλούσε τον επόμενο. Οπότε φτάσαμε στην ανάγκη του πιο ασυμβίβαστου (μέχρι στιγμής, μην ξεχνάμε την απειλή της Ζωής περί Χρυσής Αυγής, αυτοί είναι όντως οι πιο ασυμβίβαστοι απ' όλους) να πρέπει να ντύσει το συμβιβασμό με κάτι σε ροζ και να τον παρουσιάσει εξημερωμένο. Τραγικό, αφού αυτός ο ίδιος τον εξέθρεψε έτσι αιμοβόρο, με κόκκινα μάτια, με πράσινες φολίδες και νύχια κοφτερά, αλλά δεν θα κλάψουμε κιόλας για τη μοίρα των ηρώων της μεταμφίεσης.
Ναι, είναι δύσκολο, μετά από τόση αγανάκτηση, τόσες απειλές, τόσες μεγάλες κουβέντες, τόσες υπερβολικές παρομοιώσεις, τόση σπατάλη επιθέτων και δακρύων, αλλά αυτά έχει η ζωή. Συμβιβάζεται ο άνθρωπος, με το που γεννιέται. Αναπνέει επειδή έχει συμβιβαστεί, μεγαλώνει εάν και εφόσον συμβιβάζεται. Ο συμβιβασμός είναι αναγκαία συνθήκη για να δουλέψει, να ζήσει σε διαμέρισμα, να οδηγήσει αυτοκίνητο, να θεραπευτεί αν αρρωστήσει. Αναγκαία συνθήκη για να γνωριστεί, να συγκινηθεί και ν' αγαπήσει. Ποιο κομμάτι εφηβικής κουλτούρας που ξεμένει σαν κατακάθι σε αδέξιους ενήλικες τον έχει τόσο συκοφαντήσει; Φταίει ο Καζαντζάκης, ο Κάλβος, τίποτε τραγούδια των Ρόλινγκ Στόουνς; Η χούντα, που κράτησε στη φορμόλη τη νεότητα της νυν ώριμης γενιάς; Τι στην ευχή δημιούργησε στον πολιτικό λόγο την απέχθεια της έννοιας του συμβιβασμού; Ο ίδιος ο νόμος, ο κάθε νόμος, είναι συμβιβασμός, η αρχή που δίνει εξουσία είναι συμβιβασμός.
Αυτά τα πέντε ασυμβίβαστα χρόνια, πόσο φτώχυνε ο πολιτικός λόγος, πόσο οχυρώθηκε σε όλο και φτηνότερα κλισέ, πόσο ντενεκεδένιο ήχο παράγει, μόνο και μόνο επειδή επιμένει στο δήθεν ασυμβίβαστο, δήθεν ελληνικό στυλάκι, πόση πλήξη κι έκπτωση και παθητικότητα γέννησε, πόσο μονοδιάστατα καθόρισε τη σκέψη και το διάλογο, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να υπολογίσουμε. Ας τον πουν λοιπόν έντιμο, κι ας τον κάνουν επιτέλους, οι γενναίοι. Εμείς οι δειλοί που τον λέγαμε σκέτο συμβιβασμό, θα τον ζωγραφίσουμε στη γωνιά μας με χρυσομπογιά, θα τον κεντήσουμε με χρυσοκλωστή. Γιατί ξέραμε πάντα την αξία του.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Όσα θα φέρει ο άνεμος


Όταν ήμουν παιδί μιλούσαν καμιά φορά με φρίκη για αγόρια που παίζουν με κούκλες. Το ψιθύριζαν μεταξύ τους οι μεγάλοι, κουνούσαν το κεφάλι, και μέσα στον αποτροπιασμό υπήρχε κάτι σα διεστραμμένη ηδονή που δεν μπορώ να την ερμηνεύσω ακόμα. Τώρα πια δεν χρειάζεται, εξάλλου. Τώρα κάπου είδα έναν τίτλο: “Τι σκέφτεστε αν δείτε ένα αγόρι να παίζει με κούκλες;” Η απάντηση ήταν “ότι θα γίνει καλός πατέρας”. Μόνο που το διάβασα ένιωσα λίγο βάρος να φεύγει από πάνω μου. Περίεργο ακόμα να βαραίνουν όλα εκείνα τα βαριά πράγματα που μας φόρτωναν στην παιδική μας ηλικία. Κι όμως.
Κοιτάξτε τους Ιρλανδούς που πανηγυρίζουν για το δημοψήφισμα περί του γάμου ομοφυλοφίλων. Τι συγκίνηση έχουν τα πρόσωπά τους, πώς δακρύζουν οι μεγαλύτεροι. Πόσοι τόνοι βάρος σηκώνεται από πάνω τους. Εντάξει, συμφωνώ ότι δεν πρέπει τα ανθρώπινα δικαιώματα να μπαίνουν σε δημοψήφισμα, και πράγματι υπάρχει κίνδυνος να έγινε μια κακή αρχή, αλλά πάλι πώς να μην καταλάβεις και τη συγκίνηση των ανθρώπων που αισθάνονται την κοινωνία να ανοίγει για να τους δεχτεί; Δεν είναι ανεκτίμητη κι αυτή η στιγμή;
Εδώ στην Ελλάδα δεν έχουμε ακόμα συζητήσει καν αν θα επεκταθεί το σύμφωνο συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια. Οι πολιτικοί μας δεν θέλουν να χαλάνε καρδιές, από το 1821. Άμα το φέρει ο άνεμος θα' ρθει. Εδώ ο άνεμος όμως φέρνει άμμο της Αφρικής, οπότε ας μην το ζορίζουμε το πράγμα. Μπορεί σε λίγο να φέρει και σκόνη της Παλμύρας. Όχι πολύ μακριά από την Ευρώπη που ριγά στους ανέμους της ελευθερίας, οι τζιχαντιστές σφάζουν και καταστρέφουν για πολύ λιγότερο από την επιθυμία να ελευθερώσεις την ερωτική σου ταυτότητα. Ίσως να είμαστε εδώ πέρα κάτι ενδιάμεσο, ένα σταυροδρόμι φόβων και προκαταλήψεων, όχι πολύ ευρωπαίοι κι ούτε εντελώς κάτι άλλο. Θα δείξει.
Μπορεί να ζούμε μια σπάνια στιγμή, κάτι που να μην είναι ακριβώς πόλεμος πολιτισμών αλλά το αποκορύφωμα της αντίδρασης στην ανθρώπινη πρόοδο που φάνηκε να σαρώνει τον πλανήτη. Μπορεί να μην είναι η μισανθρωπία που κερδίζει έδαφος στην Ανατολή και φλέγεται από επιθυμία καταστροφής της Δύσης το σημαντικό που συμβαίνει, αλλά η ατομική απελευθέρωση που απειλεί καταπιεστικά καθεστώτα τα οποία δεν παραδίδουν το πνεύμα αν δεν καταστρέψουν ό,τι μπορούν.
Ναι, πραγματικά δεν μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε τέτοια απανθρωπιά και φρίκη σαν αυτή που μας τρίβουν στα μούτρα με βίντεο οι δολοφόνοι του ISIS, αλλά και το μακρύ δρόμο της απελευθέρωσης στις ανθρώπινες κοινωνίες που έχει ξεκινήσει στη Δύση, ούτε κι αυτόν μπορούσαμε να φανταστούμε, τότε που διδασκόμασταν κλισέ και προκαταλήψεις.
Ευτυχώς εδώ, είπαμε, αποφάσεις δεν παίρνουμε, σπίτια δεν κλείνουμε, καθόμαστε και χαζεύουμε.


Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Κόντεψα να ξεχάσω…

Την ενέργεια και το χρόνο και την προσπάθεια που ξόδεψα στη νεότητά μου για να καταλαβαίνω περίπλοκες ιδεολογικές κατασκευές και να παρακολουθώ βαρετές συνεδριάσεις, οι οποίες τελικά περιέγραφαν το σταλινισμό, αν τις είχα επενδύσει σωστά θα είχα μάθει πιάνο, τουλάχιστον. Ή/ και μπαλέτο. Με την ενέργεια, την προσπάθεια, το χρόνο που ξόδεψα τα τελευταία πέντε χρόνια για να καταλάβω τις οικονομικές προεκτάσεις του ελληνικού συστήματος, θα είχα μάθει μια καινούργια ξένη γλώσσα. Αντ' αυτού κόντεψα να ξεχάσω κι αυτές που ήξερα. 

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Η τυραννία της μιζέριας

Κατίνα, λέγαν τη γιαγιά μου εμένανε

“Αυτά που γράφεις πρέπει να είναι πολύ απλά, να τα καταλαβαίνει κι η κυρά Κατίνα της Κοκκινιάς!”. Θυμάμαι σαν και τώρα το κήρυγμα σπουδαίου συναδέλφου, τις πρώτες μέρες μαθητείας μου σε εφημερίδα, σαράντα χρόνια πριν.
Η Κοκκινιά τότε υπήρχε στα τραγούδια, ενώ η Κυψέλη όπου ζούσα εγώ δεν είχε μπει ακόμα. Ποια ήταν αυτή η κυρά Κατίνα που έπρεπε να λαμβάνω υπόψη; Θα δούλευε πολύ στο σπίτι, το απόγευμα θα καθόταν στο ασβεστωμένο πεζοδρόμιο καθαρίζοντας φρέσκα φασολάκια; Δεν έμαθα ποτέ. Κάθε απόπειρα να υπολογίσω τι καταλάβαινε και τι όχι αποτύγχανε πλήρως. Πετύχαινε σίγουρα να φοβάμαι ένα σωρό δύσκολα ή περίπλοκα θέματα, να υποχωρώ στη σαγήνη του κλισέ, να αλλοιώνω τη σκέψη μου, να στραμπουλάω το μυαλό μου.
Αν εγώ αγνοούσα την κυρα Κατίνα, εκείνη ήταν πανταχού παρούσα. Δεν πήγα στην Κοκκινιά να την ψάξω, αλλά το φάσμα της, το φάντασμα της, πετιόταν μπροστά μας από παντού, σε εφημερίδες και περιοδικά, σε τίτλους και συνθήματα, σε στίχους και εικόνες. Ήταν αδύνατον να την ξεχάσεις γράφοντας, όλα τη θυμίζαν στα γραφεία των εφημερίδων που δούλευα και δεν ήταν στην Κοκκινιά, κέντρο -κατάκεντρο ήταν στην Αθήνα τον καιρό εκείνο.
Πέρασε πολύς καιρός για να καταλάβω ότι την κυρα Κατίνα τη φιλοτεχνούσε ο καθένας όπως ήθελε. Άλλος την έβλεπε σαν στερεότυπο της γεμάτης αυταπάρνηση μητέρας, που οφείλει να σέβεται και να μην κουράζει με πνευματικές απαιτήσεις. Άλλος σαν άτομο που επιθυμούσε να ανέβει πνευματικά, και χρειαζόταν πράγματι λίγη ενθάρρυνση, άρα η απλότητα θα τη βοηθούσε. Αλλος σαν πρότυπο αγράμματου και άρα χειραγωγήσιμου ανθρώπου, που να χρειάζεται πολιτικές ηγεσίες για να σωθεί. Αλλος και τα τρία μαζί, ναι μεν αξιοσέβαστη εκπρόσωπο του λαού, μητέρα, φασολάκια, αυτοθυσία, αλλά που επιθυμεί να βελτιώσει τη ζωή της, κι αν δεν το επιθυμεί αυτή το επιθυμούμε εμείς που οδηγούμε, άρα αν δεν είναι αρκετά αγράμματη και απλοϊκή δεν μας κάνει. Κανείς δεν τη γνώριζε στ' αλήθεια, όλοι την επινοούσαν. Κι όσο φιλοτεχνούσαν την εικόνα της και την τελειοποιούσαν, οι αληθινές Κατίνες, οι γυναίκες δηλαδή, (γιατί και το Κατίνα από κει θα βγαίνει, απο την τούρκικη λέξη καντίν, που θα πει γυναίκα, και όπως όλες οι τούρκικες λέξεις φορτώθηκε την υποτίμηση της έννοιας) άλλαζαν, πλούτιζαν, μορφώνονταν, κι αν δεν αγόρασαν ποτέ εφημερίδα, παρακολουθούσαν τηλεόραση, εξελίχτηκαν, ενώ οι γραφιάδες πάσης φύσεως συνέχιζαν να τις φαντασιώνονται βουτηγμένες στην ιδανική τους άγνοια, στην εύπλαστη μιζέρια τους, αυτή που δίνει άλλοθι στο μίσος, στις αυλές της Κοκκινιάς τις ανύπαρκτες.
Τώρα πια ξέρω πως όταν επικαλούνται την Κατίνα, την αμόρφωτη μητέρα, την απειλητική απλοϊκότητα, την εφιαλτική αφέλεια, τη φτώχεια που οφείλουμε να επιδεικνύουμε για να μην προκαλούμε, τη λαϊκή γνησιότητα που δεν διαθέτουμε και δεν ξέρουμε πού πουλιέται, δεν χρειάζεται να σπάω το κεφάλι μου παρά για ένα πράγμα: τους καλύτερους τρόπους που μπορεί να εφαρμοστεί το “Λάθε βιώσας”

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Μήπως φταίει ο Ρουσώ;

Διαβάζοντας το άρθρο του Νίκου Δήμου «Η ολέθρια επιρροή της Γαλλίας»,μελαγχόλησα. Θυμήθηκα τις ξέφρενες αναζητήσεις της νεανικής σκέψης, τον Μάη του ’68 και πριν και μετά, που εδώ είχαμε δικτατορία κι εκεί λέγονταν τα πιο ακραία και τολμηρά πράγματα στο θέμα της ελευθερίας, τα οποία προσπαθούσαμε να διαβάσουμε από τα ρεπορτάζ των περιοδικών ποικίλης ύλης. Για πολύ καιρό η εξέγερση εκείνη είχε αξεπέραστη γοητεία, επειδή ακριβώς ασχολήθηκε με το αίτημα της ελευθερίας, το πιο πολυτελές και ταυτόχρονα βασικό πολιτικό αίτημα, προσπαθώντας να συνδυάσει φιλοσοφικά την απόλυτη ατομική ελευθερία με κάποιο μαγικό πολιτικό σύστημα που θα μπορούσε να την εγγυηθεί.

Τώρα πια ξέρουμε ότι αυτό δεν γίνεται. Στα καθεστώτα αυτά οι μόνοι που είναι απόλυτα ελεύθεροι είναι οι δικτάτορες. Ισως ουτε κι αυτοι, αλλά αυτό είναι θέμα άλλης συζήτησης. Ο Σαρτρ, ο πιο γνωστός, ο πιο ταγμένος στην εμβάθυνση, στην εσωτερική έρευνα και την ανάδειξη της μεγαλύτερης δυνατής ελευθερίας, είχε επισκεφτεί δικτάτορες με σοσιαλιστικό μανδύα, είχε υπερασπιστεί καθεστώτα που εξόντωσαν εκατομμύρια πολίτες τους. Αυτή η τρομερή, η ασύλληπτη αντίφαση έγινε κατανοητή από κάποιους πρωταγωνιστές του Μάη του ’68, όπως ο Κον Μπεντίτ. Αλλοι έμειναν αμετανόητα προσκολλημένοι στη γοητεία του απόλυτου. Δεν είναι εύκολο να το αρνηθείς, μοιάζει τόσο νεανικό, τόσο ακαταμάχητο.

Γιατί είναι γαλλικά αυτά, κι όχι αγγλικά ή γερμανικά; Ισως φταίει ο Ρουσό, που λέει και το τραγουδάκι. Η ιδέα πως ο άνθρωπος γεννιέται καλός και τον χαλά ο πολιτισμός. Αυτό που μαθαίνουμε ότι είπε ο Ρουσό. Ποιοι είναι οι Αγγλοι που έχουν πει ότι οι άνθρωποι είναι άπληστοι, αυτή τη φύση έχουν, και για να ζήσουν σε κοινωνία χρειάζονται νόμους να τους συγκρατούν; Κάποιος που ποτέ δεν έγινε δημοφιλής σαν τον Ρουσό. Ή σαν τον Σαρτρ.

Κι όμως, οι απόψεις μπορούν να συνδυαστούν, γιατί η έρευνα του εαυτού δεν έχει νόημα χωρίς την κατανόηση της ανάγκης για ρύθμιση των κοινωνιών. Και οι Γάλλοι και οι Αγγλοι δίκιο έχουν (μα ήταν Αγγλοι αυτοί με την απληστία; Ολέθρια η αμάθειά μου). Χρειάζεται μικρή δόση από το καθένα, και καθαρά σκεύη.

Δεν είναι εύκολο ν’ απαρνηθείς τα νιάτα σου τελείως. Κάτι από τη γαλλική σχολή ευωδιάζει ακόμα σαν Σανέλ. Αλλά αφού η απόλαυση της ατομικής ελευθερίας είναι τόσο σημαντική, οφείλει κανείς να καταλαβαίνει την ανάγκη και του άλλου («την κόλαση» που έλεγε ο Σαρτρ, αλλά κόλαση-ξεκόλαση, δεν έχει να κάνει) να απολαμβάνει εξίσου. Αρα πέφτεις στην υποχρέωση της ρύθμισης της κοινωνίας, στην ανάγκη των νόμων, των όσο γίνεται καλύτερων νόμων, άρα των Αγγλων (ή μήπως είναι Γερμανοί; Ολλανδοί; Νορβηγοί; Αμερικανοί;).

Κι ύστερα ξαναγυρίζεις πάντα στον εαυτό σου, εννοείται. Γιατί τον Σαρτρ πολλοί αγάπησαν. Και τη Σιμόν ντε Μποβουάρ περισσότερες. Αλλά τους δικτάτορες που επισκέφτηκαν τους έχει πια ξεσκεπάσει η Ιστορία, και τα καθεστώτα που συμπάθησαν πριν καταλάβουν τι γινόταν, δεν τα αντέχουμε ούτε στους εφιάλτες μας.

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Σαθρή Ευρωελλάδα;

Ρωμαϊκές δεξαμενές στην ανασκαφή της Ελεύθερνας, σκαμένες σε σαθρά εδάφη
Θαύμαζα την αναστήλωση κάποιου ενετικού μνημείου στην Κρήτη, δεν θυμάμαι ποιού γιατί επισκέφτηκα πολλά, μπορεί να μην ήταν ενετικό αλλά κάτι άλλο, οθωμανικό, ή ελληνικό ή μινωικό, ίσως και ρωσικό, πέρασαν και Ρώσοι κάποια στιγμή απ' το νησί, θαύμαζα και την πινακίδα, την πολλοστή που έβλεπα στην άπληστη περιήγηση μου, που πληροφορούσε ότι οι εργασίες είχαν γίνει με συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου. Κάστρα, πύργοι, κρήνες, σχολεία, τζαμιά που έγιναν μουσεία, λότζες που έγιναν δημαρχεία, ανασκαφές, αναπαλαιώσεις, αναδείξεις, λιοτριβιά και νεώρεια, μινωικοί τάφοι, ρωμαϊκές δεξαμενές, ό,τι βάζει ο νους του ανθρώπου στον προνομιούχο αυτό τόπο, έχει ξανακοιταχτεί κι αναδειχτεί και προσεχτεί με ευρωπαϊκό χρήμα, αλλά και με ευρωπαϊκή ματιά. Είναι η ματιά που δεν πετάει τίποτε, που στέκεται μπροστά στο παρελθόν όσο πιο ψύχραιμα μπορεί και προσπαθεί να δει και να το συντηρήσει σα βιβλίο που οφείλει να παραδίδεται στους παρόντες και τους επόμενους. Νοερά θεωρεί κάθε τουρίστα, κάθε παιδί πενθήμερης γυμνασιακής εκδρομής, εν δυνάμει ερευνητή που ανά πάσα στιγμή θα έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται τις πηγές, έστω κι αν προς το παρόν πίνει απλώς το φραπέ του στη σκιά της Φορτέτσας, ή μαθαίνει μπρέικντανς στα υπόστεγα της καθολικής μητρόπολης.
Επειδή είχα πολλά χρόνια να πάω στην Κρήτη μπόρεσα να καταλάβω την καταπληκτική δουλειά που έχει γίνει όλ' αυτά τα χρόνια, κι έχει γίνει σ' όλη την Ελλάδα, την οποία την ξεχνάμε γιατί τη ζούμε καθημερινά και δεν μας ικανοποιεί, θέλουμε κάτι καλύτερο συνέχεια. Και καλά κάνουμε, αλλά το να εκτιμάς κι αυτό που έχεις χρειάζεται καμιά φορά, να στέκεσαι και ν' αναλογίζεσαι ότι οφείλεις να το φροντίσεις. Είχα πάει στις πόλεις της Κρήτης πριν χρόνια, τότε που δεν υπήρχαν ακόμα πεζόδρομοι στο κέντρο, αυτό το “δίκτυο πεζοδρόμων” που ξαναδίνει στις παλιές πόλεις κάτι από την ιστορική τους φυσιογνωμία και ξετρελαίνει τους επισκέπτες και τους ίδιους του κατοίκους. Γιατί, στο κάτω- κάτω, δεν ζούμε σε πόλεις για να ταλαιπωρούμαστε, ή μόνο για να βρίσκουμε νοσοκομεία, αλλά και για ν' απολαμβάνουμε, να αγγίζουμε τον πολιτισμό. Ενώ λοιπόν, για παράδειγμα, πριν δεκαετίες είχα χαθεί κι απελπιστεί στο Ηράκλειο και δεν κατάφερνα να ξεχωρίσω τα ιστορικά κτίρια μέσα στο χαμό και τη φασαρία, τώρα βρήκα την παλιά πόλη περπατώντας λες και ταξίδευα στο χρόνο.
Ταξιδεύοντας άκουσα και τη φράση Βαρουφάκη, περί της σαθρής ευρωζώνης ή κάτι τέτοιο. Σαθρά βεβαίως μπορεί να είναι όλα αν τα αφήσουμε να αποσαθρωθούν. Αν ας πούμε δεν βρεθούν λεφτά για να συνεχιστεί η ανασκαφή που άρχισε το Πανεπιστήμιο Κρήτης, ούτε άλλοι τρόποι να συνεχιστεί, οικονομικότεροι, μπορεί τα πετρώματα της Ελεύθερνας να διαλυθούν και να καλύψουν τα πάντα, καθώς είναι και κάπως εύθρυπτα. Είναι στο χέρι των ανθρώπων του τόπου πια όπου γίνεται ένα έργο, στήνεται μια υποδομή, αν θα μείνει όρθια και θα λειτουργήσει, ή θα εγκαταλειφθεί στην αδιαφορία κάνοντας αναδρομικά τα λεφτά που ξοδεύτηκαν να είναι σαθρά κι απόσαθρα.
Στην Ελλάδα παντού έχει στηθεί υποδομή για εξαιρετικά πράγματα. Αν θέλουμε να αποδείξουμε βέβαια πόσο σαθρή είναι η Ευρώπη, ας την αφήσουμε να καταστραφεί. Θα έχουμε πείσει οπωσδήποτε τον εαυτό μας.

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Φλομώσαμε στον τσαμπουκά


Γερνάω μαζί με την Ελλαδα. Ετσι λένε οι στατιστικες, τουλάχιστον. Οτι ο πληθυσμός γερνάει. . Καθώς γερνάω, αισθάνομαι δυσπεψία για όλη αυτή την αντρίλα που καλούμαι να καταναλώσω στην πολιτική ζωή. Και μάλιστα απο ανθρώπους πιο γέρους κι από μένα, ενίοτε.
Γερνώντας, εγώ προσωπικά, θέλω να καταλάβω περισσότερα πράγματα και αναθεωρώ, οπωσδήποτε. Υπάρχει γήρας χωρίς αναθεωρήσεις; Ισως μερικοί νομίζουν ότι θα το αποφύγουν αν δεν αναθεωρήσουν τίποτε, κι έτσι απλώς χάνουν την πλήρη απόλαυση του κύκλου της ζωής. Μέχρι που μπορεί να ζούμε αυτή την υπερπαραγωγή και υπερκατανάλωση τσαμπουκά επειδή οι γέροι δεν παραδέχονται τα γηρατειά τους.
Η αλήθεια είναι ότι ο τσαμπουκας είχε πάντα γκραν σουξέ ως τοιούτος, έστω κι αν δεν έφερνε άλλο αποτέλεσμα πλην της δόξας του εαυτού του.   
Αν και η χώρα γερνάει λοιπόν, καταπώς λένε, έχει εγκλωβιστεί στο σουξέ του τσαμπουκά και δεν ξέρει πώς να φύγει. Την πάτησαν κι άλλοι πριν απ' αυτή την κυβέρνηση, πρώτα κερδίσαν εκλογές με τσαμπουκά, κι ύστερα ντρέπονταν να παραδεχτούν ότι ο τσαμπουκάς δεν είχε νόημα. Να πουν, ας πούμε, ρε παιδιά συγγνώμη, είπαμε και μια κουβέντα παραπάνω για να περνά η ώρα. Το βλέπουμε τώρα καλύτερα, απο κοντά κι απο μέσα, ίσως να είναι πιο κομψό, πιο αρμόζον με την πατροπαράδοτη ελληνική αισθητική, ή τη φιλοξενία, ή όποιο άλλο πατροπαράδοτο θέλετε τέλος πάντων, να μην είμαστε σε μια Ένωση κρατών που τους βλέπουμε όλους εχθρούς. Κάνει κακό και στην υγεία. Ρίχνει τα αντισώματα. Και, εντάξει, βρίσαμε, κάψαμε, ξεθυμάναμε. Δεν γίνεται συνέχεια να βρίζεις και να καις. Κάποια στιγμή πρέπει να γυρίσεις και στη δουλίτσα σου. Εχει νόημα να συνεχίσουμε να κρατάμε αυτή την απόλυτα αρνητική στάση; Ν στεκόμαστε στο πείσμα και το γινάτι;
Στο κάτω- κάτω οι Ευρωπαίοι είναι προχωρημένοι σε θέματα δημοκρατίας, οικονομίας, δικαιωμάτων, κατανομής, δικαιοσύνης. Λεφτά μας δίνουν, ας δούμε αναλυτικά τι ζητάνε. Χωρίς φωνές, και μη σπρώχνεστε.
Δυστυχώς κανείς ακόμα δεν είχε τα κότσια να το πει αυτό. Ούτε το ΠΑΣΟΚ επι Παπανδρέου, όυτε η ΝΔ του Σαμαρά, ούτε η Δημαρ του Κουβέλη, ούτε το ΠΑΣΟΚ του Βαγγέλη. Ολοι θρηνούσαν που έπρεπε ν' ακολουθήσουν το μνημόνιο. Ολοι μετέφραζαν, οι ίδιοι, μόνοι τους, τη στάση τους σε έλλειψη τσαμπουκά. Κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ τις εκλογές που τον είχε μεγαλύτερο, τον τσαμπουκά, και τώρα δεν ξέρει πώς να του ξεφύγει. Τον έχει σφίξει στο λαιμό σα φίδι, που θα τον πνίξει εντελώς κι εμάς μαζί. Και φυσικά απειλεί με τη ΧΑ, την πλούσια πηγή αντρίλας.
Κι όμως πόσο πρωτότυπο, πόσο αληθινά τολμηρό θα ήταν να άρχιζαν όλοι τους να παραδέχονται ότι ήταν υπερβολικές οι κραυγές, ότι δεν έλεγαν όλη την αλήθεια, ότι κανένας δεν την είπε ακόμα. 
Αυτή την παλικαριά ποιος θα μπορούσε να τη δείξει πρώτος; 
Γιατί μιλάνε τώρα και για κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Παναγία βόηθα δηλαδή. Να σμίξουν όλα τα αντριλίκια, όπως τότε με το "Μακεδονικό" που φουσκώσαμε τεστοστερόνη πανταχόθεν και φάγαμε, κι ακόμα τρώμε, την ήττα της ζωής μας

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...