Κυριακή 25 Μαΐου 2003

Οι Έλληνες με τα μαύρα

Μπορεί να είναι σαχλή και να να μην είναι του επιπέδου μας. Μπορεί να είναι κιτς καρακίτς και να πρέπει να απέχουμε ως χώρα, όπως λέει ο Σταύρος Ξαρχάκος, αφού εμείς ζούμε ολημερίς με αυστηρά καλλιτεχικά κριτήρια και δεν έχουμε σχέση με το κιτς ως λαός, δεν ξέρουμε καν περί τίνος πρόκειται. Μπορεί να μην καταφέρνει να βγάζει τραγούδια που αγαπήσαμε, αλλά το βλέπουμε ανελλιπώς. Για το Φεστιβάλ της Γιουροβίζιον λέω βέβαια. Αφού όλο το χρόνο το βρίσουμε καλά καλά, στηνόμαστε και ξενυχτάμε στο τέλος, να το παρακολουθήσουμε μέχρι την τελική ψηφοφορία. Μαζοχιστές είμαστε, κι αυτό πλέον έχει αρχίσει να βγαίνει και ενδυματολογικά. Πέρσι ήταν ο Ρακιντζής με τις μαύρες δερμάτινες φόρμες και τη μιλιταριστική χορογραφία, φέτος πάλι μαύρο δέρμα κολλητό σαν πανοπλία με το λευκό κορμί της Μαντώς από μεσα να φαίνεται ότι υποφέρει από τα σφιχτά κορδόνια κι ένα σταυρό του μαρτυρίου στο λαιμό. Κοψοχρονιά το πήρανε το μαύρο το δερμάτινο ή είπανε να το ανακυκλωσουν να μην πηγαίνουν τα λεφτά χαμένα; Εκτός πια κι αν συμβολίζει τα βασανιστήρια που περνούν όσοι έλληνες τραγουδιστές αποφασίσουν να πάρουν μέρος, αρχίζοντας από το προκαταρκτικό σνομπάρισμα και φτάνοντας στο τελικό φτύσιμο, σαν αυτό που υπέστησαν πρόπερσι οι Αντικ επειδή τόλμησαν να φτάσουν στην τρίτη θέση. Αφού κέρδισαν φορώντας άσπρα οι ξενόφερτοι, έκτοτε το ρίξαμε στη μαυρίλα, πενθώντας τη χαμένη μας αθωότητα. Κι αυτοί οι Κύπριοι δεν μας λυπούνται τέλος πάντων μια φορά, να μην το δώσουν το δωδεκάρι, να αποκλειστούμε να ησυχάσουμε.  Άντε άλλη μια χρονιά ν' ακούμε περισπούδαστους μύδρους και να βάφουμε τα επόμενα μαύρα.

Τετάρτη 23 Απριλίου 2003

Ομόνοια

Θα τη συνηθίσουμε την Ομόνοια, πράγματι. Δεν υπάρχει περίπτωση αλλαγής, ό,τι
έγινε έγινε και μόνο λίγες ζαρντινιέρες ενδέχεται να μπουν. Πώς θα στέκονται
στην επικλινή επιφάνεια δεν ξέρουμε, αλλά αν τα φυτά γέρνουν από την
υπερυψωμένη πλευρά της 3ης Σεπτεμβρίου ίσως κάπως να διορθωθεί εκείνος ο
τοίχος που υψώνεται αίφνης και κλείνει την πλατεία. Κατά τα άλλα, ας
προσπαθήσουμε να τη συνηθίσουμε. Ίσως να έχουν δίκιο αυτοί που υποστηρίζουν
ότι είναι μία πρωτοποριακή πρόταση κι εμείς οι Αθηναίοι, επειδή είμαστε τόσο
στερημένοι από όμορφα πράγματα στην πόλη μας, δεν έχουμε την ωριμότητα να τη
δεχθούμε. Δεν αποκλείεται. Θυμάστε τον Φοίβο και την Αθηνά, τις μασκότ των
Ολυμπιακών Αγώνων, όταν πρωτοβγήκαν τι σοκ είχαμε πάθει; Και όχι μόνο τα
συνηθίσαμε τα προϊστορικά κουκλιά, αλλά τα έχουμε αγαπήσει όλως ιδιαιτέρως.
Ήταν όντως μια τολμηρή πρόταση που μας ξένισε και χρειάστηκε χρόνος να την
αποδεχθούμε, ας υποθέσουμε λοιπόν ότι μπορεί να συμβαίνει το ίδιο με την
Ομόνοια. Να τη συνηθίσουμε, αλλά ως πρωτοποριακή πρόταση. Όχι ως πλατεία
δευτέρας διαλογής, όπου τα σχέδια γίνονται μισά για οικονομία και κόβονται τα
καλύτερα κομμάτια, αφού έτσι κι αλλιώς μόνο μετανάστες συχνάζουν. Να τη
δεχθούμε όπως είναι αυτή τη στιγμή, με τους ξένους να ψάχνονται ακολουθώντας
τη γνωστή σε όλες τις πόλεις αναζήτηση του κέντρου και να δούμε αν μπορέσουν
σ' αυτό το μοντέρνο χάος να ανοίξουν δρόμους. Να μη συνηθίσουμε τη βρώμα και
την εγκατάλειψη, που ίσως αντέχαμε ως προσωρινή τόσα χρόνια, αλλά τώρα, με
τόσους γρανίτες και τόσα μάρμαρα, δεν πρέπει να αντέξουμε. Να απαιτήσουμε την
πρόταση ολόκληρη, να μη δεχθούμε τη μουντζούρα.
https://www.tanea.gr/2003/04/23/opinions/analwsima-omonoia/

Κυριακή 13 Απριλίου 2003

Επίπλωση Βαγδάτης


Η πόλη που ο φακός και το βλέμμα μας δεν μπορεί να εγκαταλείψει, η Βαγδάτη που συνεχίζει να είναι ενωμένη με τους εσωτερικούς μας χώρους με έναν παράξενο ομφάλιο λώρο, γέμισε καρέκλες γραφείου. Καρέκλες μοντέρνες, με ρυθμιζόμενη πλάτη και ύψος, αγκαλιά στα χέρια γυναικών με καλυμμένα πρόσωπα,  που τις μετέφεραν σε άγνωστη κατεύθυνση.  Μερικές βρίσκονταν παρατημένες στο δρόμο, να στριφογυρίζουν και να τσουλάνε, σύμβολα εξουσίας που καταλύθηκε, οι κουρελιασμένοι θρόνοι των γραφειοκρατών. Τι θέση θα πάρουν στα σπιτικά που τις μετέφεραν; Μαζί με χαμηλά μαξιλάρια θα τις ταιριάξουν; Οι πεζοναύτες προσπερνούσαν αδιάφοροι, αρχάγγελοι μιας πειθαρχίας καταπληκτικής, δικής τους όμως και αθώρητης από τους ιθαγενείς, μέσα στην καρδιά του χάους. Ανώτεροι εκείνοι. Ντουλάπια τραπέζια, βάζα, μεταφέρθηκαν κι αυτά προχείρως, οι εικόνες τους είχαν κάτι το προσβλητικό, το άσεμνο. Ας ήταν πράγματα της κυβέρνησης του Σαντάμ. Δεν είναι δυνατόν να λεηλατείς σε απ' ευθείας μετάδοση. Δεν είναι τυχαίο που ο Ράμσφελντ βρήκε την ευκαιρία να κάνει εκείνη την μειωτική παρατήρηση για τα βάζα. Ένα είδος ρατσισμού, μια βαθιά περιφρόνηση φιδοσερνόταν στην εικόνα, ανάμεσα στους πάνοπλους πεζοναύτες και στους ντόπιους με τις παντόφλες που ρήμαζαν ότι έβρισκαν. Ακόμα και το μουσείο, σωροί από πήλινες πινακίδες φάνηκαν να θρυμματίζονται στο πάτωμα. Αν ήταν χρυσαφικά ίσως θα είχαμε σοκαριστεί, ίσως να είχαν βάλει και φρουρά οι πεζοναύτες. Αλλά για τα πήλινα θραύσματα; Ήταν τα πρώτα δείγματα γραφής της ανθρωπότητας απλώς, μερικά ακόμα αδιάβαστα ίσως, μερικά μυστηριώδη. Ίσως όμως και να είχε σκοτωθεί προηγουμένως, σε παιδική ηλικία, και ο αρχαιολόγος που θα τα αποκρυπτογραφούσε κάποτε. 

Πέμπτη 10 Απριλίου 2003

Τι τους κινεί;

Πώς μπορούν οι στρατιώτες και πολεμούν στο Ιράκ; Πώς την βολεύουν μέσα στο
μυαλό και τη συνείδησή τους οι πεζοναύτες αυτή την καθημερινή δουλειά; Από πού
αντλούν κουράγιο και δύναμη και πεποίθηση να συνεχίζουν; Είναι τόσο πολύ
πεισμένοι ότι επιτελούν έργο θεάρεστο ή απλώς ακολουθούν τη στρατιωτική
πειθαρχία; Μέσα τους τι σκέφτονται, άραγε; Τους κρατά η πεποίθηση ότι εκτελούν
το σωστό ή το ότι έχουν εξασκηθεί να υπακούουν; Το αίσθημα ανωτερότητας;
Αισθάνονται, άραγε, ανώτεροι χάρη στην υπεροπλία τους; Τους παρασύρει απλώς το
πλάνο της ημέρας; Χρειάζεται να μισούν για να πολεμούν και, αν χρειάζεται, πώς
κατάφεραν να μισήσουν; Και πώς διατηρούν το απόθεμα του μίσους; Μήπως απλώς
βρήκαν μέσα τους τα όχι και τόσο βαθιά θαμμένα ένστικτα της επίθεσης, της
καταστροφής, της αρπαγής, του φόνου; Και πώς είναι να τα ξαμολάς αυτά τα
ένστικτα; Τι απαντάς μετά στο πολιτισμένο κομμάτι του εαυτού σου, στη γυναίκα
σου, στην αδελφή σου; Και αν αλήθεια νόμισαν ότι βλέπουν πολυβόλα στο
ξενοδοχείο των δημοσιογράφων; Αν είναι πραγματικά τόσο φοβισμένοι που να μην
ξέρουν τι κάνουν, να πυροβολούν λεωφορείο με παιδιά από φόβο, πάνοπλοι αυτοί,
να ρίχνουν με τανκς σε ξενοδοχείο με δημοσιογράφους, να επιτίθενται ακόμα και
σε δικούς τους από σκέτο φόβο; Τι μύθους έχουν στο κεφάλι τους και φοβούνται
τα γυναικόπαιδα; Μήπως είναι ο φόβος που τους διατηρεί σε εγρήγορση; Ο φόβος
τούς κάνει θηρία; Τι αποκομίζουν οι ψυχές απ' αυτή την ιστορία; Αναρωτιέμαι,
καθώς οι ημέρες που περνούν αλλοιώνουν σ' εμάς, που μόνο παρακολουθούμε τον
πόλεμο, τόσα πράγματα, τόσες ιδέες, τόσες πεποιθήσεις. Σ' αυτούς άραγε τι γίνεται;

https://www.tanea.gr/2003/04/10/opinions/analwsima-ti-toys-kinei/

Κυριακή 30 Μαρτίου 2003

Μεταμοντέρνος αιώνας

Από το 1864, την εποχή του Αμερικανικού Εμφύλιου, είχε να γίνει αυτό. Να καλέσει ο πρόεδρος το λαό σε ημέρα νηστεία και προσευχής με σκοπό τη νίκη κατά της τρομοκρατίας και ευόδωση της εκστρατείας. Η Γερουσία και η Βουλή των Αντιπροσώπων καλούν τον πρόεδρο Μπους να ορίσει μια τέτοια εθνική ημέρα για να προσευχηθεί ο λαός και μάλλον θα τους κάνει τη χάρη, αφού κι αυτός είναι θρήσκος κι αφοσιωμένος. Κι έτσι θα επιστρέψει η Αμερική στον προπερασμένο αιώνα και θα πληρεί ακόμα πιο ξεκάθαρα την εικόνα των Σταυροφόρων που εισβάλλουν στην Ανατολή. Θα διευκολύνει την αντίληψη μας για τον πόλεμο που ξεκίνησε, γιατί αυτή η ιστορία με το πετρέλαιο δεν είναι πειστική. Απευθύνεται σε ανθρώπους που τους έχει καταστρέψει η λογική και η πεποίθηση ότι όλα τα κυβερνά το χρήμα, ενώ υπάρχουν αξίες μεγαλύτερες, η εξουσία ας πούμε, η αίσθηση του μεγαλείου, της ηγεμονίας, της εκδίκησης. Πόσες αυτοκρατορίες δεν καταστράφηκαν επειδή δεν θέλησαν να κοιτάξουν τα οικονομικά συμφέροντα τους; Ο πόλεμος του Μπους έχει αρχίσει να κοστίζει περισσότερο από όλα τα κοιτάσματα πετρελαίου της γης. Καιρός λοιπόν να καταλάβουμε όλοι ότι πολεμά για κάτι σημαντικότερο από τα πετρέλαια, για ένα πάθος, για μια επιβεβαίωση. Θα πρέπει να διαβάσουμε ξανά μεσαιωνική Ιστορία, θρησκευτικούς πολέμους, Εκατονταετή και Τριακονταετή, δεν αρκεί  η μελέτη του σύγχρονου κόσμου, του εικοστού αιώνα. Κι αυτό που θα προκύψει, σύνθεση εγωισμών, θρησκειών και εξελιγμένων τεχνολογιών, θα είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ όπως είπε ο Ράμσφελντ, κάτι πασίγνωστο και πανάρχαιο σαν το μίσος και το θάνατο, που αιώνες οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεπεράσουν.

Τρίτη 25 Μαρτίου 2003

Δώρα για τους αριστούχους


Θυμάστε τον Ρομπέρτο Μπενίνι στην απονομή των Όσκαρ; Είχε ευχαριστήσει τους γονείς του για "το δώρο της φτώχειας" που του είχαν κάνει. Μόνο οι πολύ στερημένοι μπορούν να αγωνιστούν αρκετά σκληρά, για να φτάσουν ψηλά, εννοούσε. Τα παιδιά των μεταναστών πολύ συχνά διαπρέπουν στα σχολειά μας, επειδή τους χάρισαν κι οι δικοί τους γονείς τη φτώχεια. Αγωνίζονται σκληρά για να ξεφύγουν, να σπουδάσουν, να γνωρίσουν καλύτερη ζωή.  Κι έτσι κάθε χρόνο έχουμε την ίδια ιστορία, να είναι αριστούχοι και να δικαιούνται να κρατήσουν τη σημαία στην παρέλαση, αλλά να αντιδρούν κάποιοι γονείς άλλων παιδιών,  που δεν τα θεωρούν Έλληνες, κι ας μετέχουν της ημετέρας παιδείας. Πώς να χάσουν οι άνθρωποι την ευκαιρία να κάνουν κι αυτοί ένα ακόμα δώρο στα προνομιούχα παιδιά; Γιατί η φτώχεια από μόνη της δεν αρκεί. Μερικά ψυχικά τραύματα είναι ότι χρειάζεται για να πλουτίσει και να βαθύνει η γνώση και η καλλιέργεια μιας παιδικής ψυχής. Έτσι διδάσκονται για τα καλά την ανελέητη πλευρά της ελληνικής πραγματικότητας αυτά τα παιδιά, που δεν καταλαβαίνει από προσόντα, βαθμούς και επιδόσεις, έχει άλλα κριτήρια, άσχετα τελείως με την αξιοκρατία. Η προσγείωση που περιμένει τους άλλους καλούς μαθητές μόλις πάρουν το πτυχίο τους, εδώ προσφέρεται εγκαίρως για να βαθύνει τη γνώση του κόσμου και να ενισχύσει τις άμυνες ή τις ευαισθησίες. Τα παιδιά αυτά θα μεγαλώσουν με διπλά δώρα, από τη μία η φτώχεια που τους προσέφεραν οι γονείς, από την άλλη η αδικία που τους προσφέρουν οι γονείς των συμμαθητών τους. Όσα καταφέρουν λοιπόν  να επιβιώσουν, θα διαπρέψουν σίγουρα, αφού θα είναι προικισμένα πολλαπλώς. 

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2003

Aπευθείας μετάδοση

 Στο σπίτι μας έχουμε δύο νέες αφίξεις. Ένα κουτάβι που μαζέψαμε σπ' το δρόμο και τον πόλεμο στο Ιράκ. Το κουτάβι στις εφημερίδες και ο πόλεμος στην τηλεόραση. Όλη τη μέρα ανοιχτή πλέον, καθότι μας παρέχει την αυταπάτη ότι παρακολουθούμε από κοντά τα γεγονότα. Φωνές βραχνιασμένες, που ενίοτε ακούγονται σα να μιλάνε ξένη γλώσσα, συνοδεύουν εικόνες εντελώς άσχετες που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά χωρίς λεζάντα, το περίγραμμα ενός θόλου στο νυχτερινό ορίζοντα, αστέρια κινούμενα, ύστερα γκρο πλαν από πιλότους που ετοιμάζονται να μπουν στους θαλαμίσκους. Από το πρωί ανοίγει το κουμπί κι η φωνή ξεχύνει την αγωνία της στην καθημερινότητα μας. Δεν μπορούμε να πλύνουμε ένα φρούτο και να μην ακούσουμε ένα διάγγελμα, ή να απαντήσουμε στο τηλέφωνο και να μην απαντάει μαζί μας και ο ανταποκριτής στη Βαγδάτη. Παρόλο που ξέρουμε πόσο καλά ελέγχεται στρατιωτικά και κεντρικά η ροή των πληροφοριών, παρόλο που με δυσκολία ακούμε, κι ούτε μπορούμε να βγάλουμε συμπέρασμα από όσα μας λένε οι ανταποκριτές, αφήνουμε αυτή τη φασαρία ανεξέλεγκτη, σε ένδειξη συμπαράστασης ίσως στον άμαχο πληθυσμό του Ιρακ, που δεν θα ξέρει πώς να φυλαχτεί από τις βόμβες. Η ρουτίνα μας πάσχει από κατάθλιψη, μοιάζουν χωρίς νόημα οι συνήθειες μας. Τα παιδιά μου ζηλεύουν τους μεγάλους του Γυμνασίου, που βγήκαν στους δρόμους και χοροπηδούν σαν αγαναχτισμένα πιθηκάκια. Ο ανθρώπινος πολιτισμός, που θάπρεπε να μαθαίνουν, τους φαίνεται ανούσιος. Ευτυχώς μας βάζει το κουτάβι σε σειρά, θέλει συνεχώς φροντίδα. Αν ήταν αρσενικό θα κινδύνευε να ονομαστεί Σαντάμ ή Μπους, αλλά τη γλύτωσε, είναι θηλυκό και έχει εξασφαλίσει την αμνησία

Τρίτη 18 Μαρτίου 2003

Η Ραχήλ

Μαζί με έναν ηγέτη της Τζιχάντ, ένα αγόρι δεκατριών χρόνων κι ένα μωρό κοριτσάκι, σκοτώθηκε και η Ραχήλ στη Γάζα. Ακτιβίστρια Αμερικάνα, είκοσι τριών χρόνων, που το παράκανε στον ακτιβισμό. Έφτασε στο σημείο να πάει να ξαπλώσει μπροστά σε μια μπουλντόζα που ετοιμαζόταν να γκρεμίσει το σπίτι του ηγέτη της Χαμάς, ή του γείτονα του ηγέτη της Χαμάς, ή της θείας του γείτονα, δεν έχει μεγάλη σημασία. Η Ραχήλ, με το εβραϊκό όνομα λοιπόν, διότι στην Αμερική όπως ξέρετε δίνουν συχνά εβραϊκά ονόματα στα παιδιά τους, κι έχουν αδυναμία στο όμορφο όνομα Ραχήλ, που μεταφράζουμε Ρέιτσελ, σα να μην το έχουμε ξαναδεί, η Ραχήλ δεν το φανταζόταν ότι η μπουλντόζα δεν θα σταματούσε. Δεν είχε καταλάβει πως οι οδηγοί αυτών των οχημάτων που γκρεμίζουν σπίτια στους καταυλισμούς, έχουν ξεπεράσει πολλά πράγματα και όρια και δεν καταλαβαίνουν τι θα πει Αμερικανός υπήκοος που δεν πρέπει να σκοτωθεί με τους ντόπιους. Κι έτσι τους έμπλεξε άσχημα τους ανθρώπους και τώρα θα πρέπει να ζητάνε συγγνώμη από τους γονείς της και την κυβέρνησή της και να λένε ότι επρόκειτο για ατύχημα. Και στην πατρίδα της θα προβληματιστούν πολλοί για το πού σταματά η αξία της ζωής ενός Αμερικανού υπηκόου και πού αρχίζει η ευκολία με την οποία μια μπουλντόζα μπορεί να συνθλίψει άνθρωπο, ακόμα κι αν είναι Αμερικανός υπήκοος με όνομα εβραϊκό. Σα να τους βλέπω τώρα, αυτούς που την κατηγορούν ότι πήγε και μπλέχτηκε σε ιστορίες που δεν την αφορούσαν, και άλλους που σωπαίνουν, γιατί κάτι δεν κολλάει με όσα πιστεύουν για ελευθερίες και δημοκρατίες και άξονες του κακού.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2003

Γλέντησε η Αθήνα;


 Θα γλέντησε. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι πατημένες σερπαντίνες χτες το βράδυ. Από πού είχε περάσει το γλέντι; Το Σάββατο τα ψάχναμε στο Κολωνάκι με το πρόγραμμα στο χέρι. Φυσούσε γνήσιος βοριάς κι είχε ένα κάποιο νόημα αντίστασης να επιμένεις. "Πού είναι βρε παιδιά ο Σαββόπουλος, πού τραγουδά;" Τέλειωσε πριν καταφέρουμε να φτάσουμε. Δεν θάπρεπε να αργούν όλα λιγάκι; Την Κυριακή γλύκανε ο ουρανός, κυνηγούσαμε το αερόστατο στον πεζόδρομο της Αεροπαγίτου. Το είδαμε κάποια στιγμή από μακριά, φούσκωσε, μεγάλωσε, αλλά μέχρι να φτάσουμε είχε μαραγκιάσει πάνω στο πλακόστρωτο. Ώσπου να το αποφασίσουμε ότι δεν θα πετάξει, είχαν πετάξει οι πολύτιμες στιγμές που χόρεψε το γαϊτανάκι κι έπαιξε η φιλαρμονική. Προλάβαμε να τους δούμε, με τα ωραία τους καπέλα, να μπαίνουνε στα πούλμαν και ν' απομακρύνονται. Βιαστικά βιαστικά, ίσως τους περιμέναν για φαί. Τρεις ωραιότατοι νέοι σε ξυλοπόδαρα πέρασαν  ανάμεσα στο πλήθος. Σαν θυμωμένοι ήταν, ποιος ξέρει για ποιο λόγο. Ο κόσμος συνέχισε να μαζεύεται και να σκορπίζει, πρώτη φορά μαζεύτηκαν τόσοι άνθρωποι στην περιοχή, ντόπιοι μάλιστα, Αθηναίοι που δεν ξεκουνάνε από τα σπίτια τους να βρεθούνε σε δημόσιο χώρο εύκολα, κι είχαν μείνει με την προσδοκία μετέωρη. Η γιορτή το είχε σκάσει πριν την δουν καλά καλά, αλλά κι αυτοί με τα σκούρα ρούχα, σοβαροί, επιφυλαχτικοί, σφιγμένοι, πού πήγαιναν στην Αποκριά; Μόνο κάτι πιτσιρίκια είχαν ντύσει με πολύχρωμα σατέν και προσπαθούσαν να τα εμποδίσουν να λερωθούν. Πόσο μακριά είναι η Πάτρα, η τέχνη που έχουν να γλεντάνε, να σε κάνουν να  ανοίγεσαι, να συμμετέχεις.  Μεσημέριασε κι ήρθε σωτήρια η πείνα να μας βάλει στη γνωστή κατεύθυνση. 

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2003

Εγιναν αλλού αυτά;


Περπατούσαμε στην ηλιόλουστη Βασιλίσσης Σοφίας με το υπέροχο αίσθημα ότι διαδηλώναμε ταυτόχρονα σε εκατοντάδες πόλεις στον κόσμο εναντίον στην απόφαση των ΗΠΑ να επιτεθούν στο Ιράκ. Δίπλα μας  νεαρές Ολλανδέζες γελούσαν, μια κοπέλα χόρευε σε ξυλοπόδαρα, παιδάκια χοροπηδούσαν, γιαγιάδες χαίρονταν τη μεγάλη συντροφιά, παππούδες φλέρταραν και το πλήθος ανακάλυπτε το καλύτερο του πρόσωπο. Δεν είναι μικρό πράγμα, να νοιώθεις πολιτικά ότι ανήκεις σε μια κίνηση που αγκαλιάζει όλον τον πλανήτη. Μέσα σ' αυτή την ευφορία, ήρθε εντελώς απρόσμενο ένα βίαιο σπρώξιμο προς τα πεζοδρόμια, φωνές τρομαγμένες και πέτρες που εκσφενδονίζονταν πάνω από τα κεφάλια μας στο αστυνομικό άγημα που βρισκόταν στη γωνία του Μεγάρου Μουσικής. Το ωραίο πλήθος έγινε τρομαγμένο κοπάδι, που χτυπούσε στα κάγκελα του πεζοδρομίου και σκόρπιζε στα στενά, μέσα σε πανικό, πονόλαιμο βήχα και κλάμα. Έγιναν αυτά πουθενά αλλού στον κόσμο; Τα παιδιά έκλαιγαν, μας κοιτούσαν κατηγορώντας μας βουβά ότι τα ξεγελάσαμε, βάζοντας τα να συμμετέχουν σε κάτι επικίνδυνο. Γυρίσαμε σπίτι πικραμένοι. Το βράδυ, φορτωμένοι ήδη ενοχές, βάλαμε να δούμε  ειδήσεις στα δύο μεγάλα κανάλια, προσπαθώντας να καταλάβουμε τι είχε γίνει, και βλέπαμε επί μισή ώρα τον τέως στην Αθήνα. Ύστερα παίχτηκε το ρεπορτάζ με κουκουλοφόρους που έβαλαν φωτιά στη Χρήστου Λαδά, κι έπαιξαν ξύλο κοντά στην πρεσβεία με αστυνομικούς. Αυτή ήταν η συμμετοχή της Αθήνας στην παγκόσμια διαδήλωση; Χρειάστηκε να περιμένουμε τις ειδήσεις της ΝΕΤ για να πειστούμε ότι είχαμε  πάρει μέρος σε ένα παγκόσμιο ειρηνικό συλλαλητήριο, ότι συμμετείχαμε σε κάτι σπουδαίο, ότι δεν είμασταν απλώς το κοινό σε μια διαμάχη ΜΑΤ με  χούλιγκαν. Αλλά γιατί; Γιατί πρέπει σε όλα τα πράγματα να υπάρχει μια τέτοιου είδους "ελληνική εξαίρεση"; 

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2003

Τροχονόμος

Στέκεται στη γωνία Αιγίνης και Παξών, φορώντας ένα γιλέκο κίτρινο που γράφει
«τροχονόμος». Είναι νεαρή, είναι όμορφη και φορά ένα γυάλινο κρεμαστό
σκουλαρίκι. Είναι στενός εκεί ο δρόμος και το οδόστρωμα, χρόνια πριν ανοιχτεί
η εθνική της Καλαμάτας ή δοθεί στην κυκλοφορία η περιφερειακή της Πάτρας,
είναι τόσο γεμάτο λακκούβες και λοφάκια που αξίζει να γίνει αξιοθέατο, να
έρχονται οι τουρίστες να το επισκέπτονται και να τους κόβουν εισιτήριο.
Απίστευτης ποικιλίας λοφάκια και λακκούβες σε ελάχιστα τετραγωνικά, και πάντα,
μα πάντα, ακόμα και το καλοκαίρι, νερά και λάσπες που κυλάνε σε μικρά ρυάκια.
Στο μεταξύ κυλάν και τ' αυτοκίνητα σε διαρκή ροή, χτυπολογώντας ρόδες και
πιτσιλώντας πεζούς, κυλά κι ο χρόνος και χτυπά το κουδούνι του Σχολείου στην
Αιγίνης, διότι υπάρχει και Σχολείο μέσα σ' αυτό το στρίμωγμα, σχολείο -
πολυκατοικία, μοναδικό στο είδος του, αξιοθέατο κι αυτό. Τότε εμφανίζεται η
τροχονόμος, με τα σγουρά μαλλάκια της κι ένα κασκόλ πολύχρωμο, χαμογελά στα
παιδιά που τρέχουν και στις μαμάδες που τα κυνηγούν ακροβατώντας στα στενά
περάσματα που αφήνουν τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Κρατά μια σφυρίχτρα, αλλά
δεν την χρησιμοποιεί, τα αυτοκίνητα κόβουν ταχύτητα από μόνα τους, κάτι οι
λακκούβες, κάτι το πορτοκαλί γιλέκο και τα σγουρά μαλλιά, το χρωματιστό κασκόλ
και το σκουλαρίκι. Ξαφνιάζονται οι περαστικοί, για λίγο μέσα στην ένταση που
χρειάζεται το περπάτημα στον άθλιο δρόμο, την αίσθηση του χάους που κυριαρχεί,
νιώθουν πως κάτι ακόμα υπάρχει κοινωνικό σ' αυτή τη γειτονιά, δεν είναι
τελείως ζούγκλα πια η κατάσταση, κάτι έχει απομείνει ή κάτι περίσσεψε από αυτό
που στ' αλήθεια αξίζαμε, δεν χάθηκαν όλα.
https://www.tanea.gr/2003/02/14/opinions/analwsima-troxonomos/

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...