Πέμπτη 20 Μαρτίου 2003

Aπευθείας μετάδοση

 Στο σπίτι μας έχουμε δύο νέες αφίξεις. Ένα κουτάβι που μαζέψαμε σπ' το δρόμο και τον πόλεμο στο Ιράκ. Το κουτάβι στις εφημερίδες και ο πόλεμος στην τηλεόραση. Όλη τη μέρα ανοιχτή πλέον, καθότι μας παρέχει την αυταπάτη ότι παρακολουθούμε από κοντά τα γεγονότα. Φωνές βραχνιασμένες, που ενίοτε ακούγονται σα να μιλάνε ξένη γλώσσα, συνοδεύουν εικόνες εντελώς άσχετες που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά χωρίς λεζάντα, το περίγραμμα ενός θόλου στο νυχτερινό ορίζοντα, αστέρια κινούμενα, ύστερα γκρο πλαν από πιλότους που ετοιμάζονται να μπουν στους θαλαμίσκους. Από το πρωί ανοίγει το κουμπί κι η φωνή ξεχύνει την αγωνία της στην καθημερινότητα μας. Δεν μπορούμε να πλύνουμε ένα φρούτο και να μην ακούσουμε ένα διάγγελμα, ή να απαντήσουμε στο τηλέφωνο και να μην απαντάει μαζί μας και ο ανταποκριτής στη Βαγδάτη. Παρόλο που ξέρουμε πόσο καλά ελέγχεται στρατιωτικά και κεντρικά η ροή των πληροφοριών, παρόλο που με δυσκολία ακούμε, κι ούτε μπορούμε να βγάλουμε συμπέρασμα από όσα μας λένε οι ανταποκριτές, αφήνουμε αυτή τη φασαρία ανεξέλεγκτη, σε ένδειξη συμπαράστασης ίσως στον άμαχο πληθυσμό του Ιρακ, που δεν θα ξέρει πώς να φυλαχτεί από τις βόμβες. Η ρουτίνα μας πάσχει από κατάθλιψη, μοιάζουν χωρίς νόημα οι συνήθειες μας. Τα παιδιά μου ζηλεύουν τους μεγάλους του Γυμνασίου, που βγήκαν στους δρόμους και χοροπηδούν σαν αγαναχτισμένα πιθηκάκια. Ο ανθρώπινος πολιτισμός, που θάπρεπε να μαθαίνουν, τους φαίνεται ανούσιος. Ευτυχώς μας βάζει το κουτάβι σε σειρά, θέλει συνεχώς φροντίδα. Αν ήταν αρσενικό θα κινδύνευε να ονομαστεί Σαντάμ ή Μπους, αλλά τη γλύτωσε, είναι θηλυκό και έχει εξασφαλίσει την αμνησία

Τρίτη 18 Μαρτίου 2003

Η Ραχήλ

Μαζί με έναν ηγέτη της Τζιχάντ, ένα αγόρι δεκατριών χρόνων κι ένα μωρό κοριτσάκι, σκοτώθηκε και η Ραχήλ στη Γάζα. Ακτιβίστρια Αμερικάνα, είκοσι τριών χρόνων, που το παράκανε στον ακτιβισμό. Έφτασε στο σημείο να πάει να ξαπλώσει μπροστά σε μια μπουλντόζα που ετοιμαζόταν να γκρεμίσει το σπίτι του ηγέτη της Χαμάς, ή του γείτονα του ηγέτη της Χαμάς, ή της θείας του γείτονα, δεν έχει μεγάλη σημασία. Η Ραχήλ, με το εβραϊκό όνομα λοιπόν, διότι στην Αμερική όπως ξέρετε δίνουν συχνά εβραϊκά ονόματα στα παιδιά τους, κι έχουν αδυναμία στο όμορφο όνομα Ραχήλ, που μεταφράζουμε Ρέιτσελ, σα να μην το έχουμε ξαναδεί, η Ραχήλ δεν το φανταζόταν ότι η μπουλντόζα δεν θα σταματούσε. Δεν είχε καταλάβει πως οι οδηγοί αυτών των οχημάτων που γκρεμίζουν σπίτια στους καταυλισμούς, έχουν ξεπεράσει πολλά πράγματα και όρια και δεν καταλαβαίνουν τι θα πει Αμερικανός υπήκοος που δεν πρέπει να σκοτωθεί με τους ντόπιους. Κι έτσι τους έμπλεξε άσχημα τους ανθρώπους και τώρα θα πρέπει να ζητάνε συγγνώμη από τους γονείς της και την κυβέρνησή της και να λένε ότι επρόκειτο για ατύχημα. Και στην πατρίδα της θα προβληματιστούν πολλοί για το πού σταματά η αξία της ζωής ενός Αμερικανού υπηκόου και πού αρχίζει η ευκολία με την οποία μια μπουλντόζα μπορεί να συνθλίψει άνθρωπο, ακόμα κι αν είναι Αμερικανός υπήκοος με όνομα εβραϊκό. Σα να τους βλέπω τώρα, αυτούς που την κατηγορούν ότι πήγε και μπλέχτηκε σε ιστορίες που δεν την αφορούσαν, και άλλους που σωπαίνουν, γιατί κάτι δεν κολλάει με όσα πιστεύουν για ελευθερίες και δημοκρατίες και άξονες του κακού.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2003

Γλέντησε η Αθήνα;


 Θα γλέντησε. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι πατημένες σερπαντίνες χτες το βράδυ. Από πού είχε περάσει το γλέντι; Το Σάββατο τα ψάχναμε στο Κολωνάκι με το πρόγραμμα στο χέρι. Φυσούσε γνήσιος βοριάς κι είχε ένα κάποιο νόημα αντίστασης να επιμένεις. "Πού είναι βρε παιδιά ο Σαββόπουλος, πού τραγουδά;" Τέλειωσε πριν καταφέρουμε να φτάσουμε. Δεν θάπρεπε να αργούν όλα λιγάκι; Την Κυριακή γλύκανε ο ουρανός, κυνηγούσαμε το αερόστατο στον πεζόδρομο της Αεροπαγίτου. Το είδαμε κάποια στιγμή από μακριά, φούσκωσε, μεγάλωσε, αλλά μέχρι να φτάσουμε είχε μαραγκιάσει πάνω στο πλακόστρωτο. Ώσπου να το αποφασίσουμε ότι δεν θα πετάξει, είχαν πετάξει οι πολύτιμες στιγμές που χόρεψε το γαϊτανάκι κι έπαιξε η φιλαρμονική. Προλάβαμε να τους δούμε, με τα ωραία τους καπέλα, να μπαίνουνε στα πούλμαν και ν' απομακρύνονται. Βιαστικά βιαστικά, ίσως τους περιμέναν για φαί. Τρεις ωραιότατοι νέοι σε ξυλοπόδαρα πέρασαν  ανάμεσα στο πλήθος. Σαν θυμωμένοι ήταν, ποιος ξέρει για ποιο λόγο. Ο κόσμος συνέχισε να μαζεύεται και να σκορπίζει, πρώτη φορά μαζεύτηκαν τόσοι άνθρωποι στην περιοχή, ντόπιοι μάλιστα, Αθηναίοι που δεν ξεκουνάνε από τα σπίτια τους να βρεθούνε σε δημόσιο χώρο εύκολα, κι είχαν μείνει με την προσδοκία μετέωρη. Η γιορτή το είχε σκάσει πριν την δουν καλά καλά, αλλά κι αυτοί με τα σκούρα ρούχα, σοβαροί, επιφυλαχτικοί, σφιγμένοι, πού πήγαιναν στην Αποκριά; Μόνο κάτι πιτσιρίκια είχαν ντύσει με πολύχρωμα σατέν και προσπαθούσαν να τα εμποδίσουν να λερωθούν. Πόσο μακριά είναι η Πάτρα, η τέχνη που έχουν να γλεντάνε, να σε κάνουν να  ανοίγεσαι, να συμμετέχεις.  Μεσημέριασε κι ήρθε σωτήρια η πείνα να μας βάλει στη γνωστή κατεύθυνση. 

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2003

Εγιναν αλλού αυτά;


Περπατούσαμε στην ηλιόλουστη Βασιλίσσης Σοφίας με το υπέροχο αίσθημα ότι διαδηλώναμε ταυτόχρονα σε εκατοντάδες πόλεις στον κόσμο εναντίον στην απόφαση των ΗΠΑ να επιτεθούν στο Ιράκ. Δίπλα μας  νεαρές Ολλανδέζες γελούσαν, μια κοπέλα χόρευε σε ξυλοπόδαρα, παιδάκια χοροπηδούσαν, γιαγιάδες χαίρονταν τη μεγάλη συντροφιά, παππούδες φλέρταραν και το πλήθος ανακάλυπτε το καλύτερο του πρόσωπο. Δεν είναι μικρό πράγμα, να νοιώθεις πολιτικά ότι ανήκεις σε μια κίνηση που αγκαλιάζει όλον τον πλανήτη. Μέσα σ' αυτή την ευφορία, ήρθε εντελώς απρόσμενο ένα βίαιο σπρώξιμο προς τα πεζοδρόμια, φωνές τρομαγμένες και πέτρες που εκσφενδονίζονταν πάνω από τα κεφάλια μας στο αστυνομικό άγημα που βρισκόταν στη γωνία του Μεγάρου Μουσικής. Το ωραίο πλήθος έγινε τρομαγμένο κοπάδι, που χτυπούσε στα κάγκελα του πεζοδρομίου και σκόρπιζε στα στενά, μέσα σε πανικό, πονόλαιμο βήχα και κλάμα. Έγιναν αυτά πουθενά αλλού στον κόσμο; Τα παιδιά έκλαιγαν, μας κοιτούσαν κατηγορώντας μας βουβά ότι τα ξεγελάσαμε, βάζοντας τα να συμμετέχουν σε κάτι επικίνδυνο. Γυρίσαμε σπίτι πικραμένοι. Το βράδυ, φορτωμένοι ήδη ενοχές, βάλαμε να δούμε  ειδήσεις στα δύο μεγάλα κανάλια, προσπαθώντας να καταλάβουμε τι είχε γίνει, και βλέπαμε επί μισή ώρα τον τέως στην Αθήνα. Ύστερα παίχτηκε το ρεπορτάζ με κουκουλοφόρους που έβαλαν φωτιά στη Χρήστου Λαδά, κι έπαιξαν ξύλο κοντά στην πρεσβεία με αστυνομικούς. Αυτή ήταν η συμμετοχή της Αθήνας στην παγκόσμια διαδήλωση; Χρειάστηκε να περιμένουμε τις ειδήσεις της ΝΕΤ για να πειστούμε ότι είχαμε  πάρει μέρος σε ένα παγκόσμιο ειρηνικό συλλαλητήριο, ότι συμμετείχαμε σε κάτι σπουδαίο, ότι δεν είμασταν απλώς το κοινό σε μια διαμάχη ΜΑΤ με  χούλιγκαν. Αλλά γιατί; Γιατί πρέπει σε όλα τα πράγματα να υπάρχει μια τέτοιου είδους "ελληνική εξαίρεση"; 

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2003

Τροχονόμος

Στέκεται στη γωνία Αιγίνης και Παξών, φορώντας ένα γιλέκο κίτρινο που γράφει
«τροχονόμος». Είναι νεαρή, είναι όμορφη και φορά ένα γυάλινο κρεμαστό
σκουλαρίκι. Είναι στενός εκεί ο δρόμος και το οδόστρωμα, χρόνια πριν ανοιχτεί
η εθνική της Καλαμάτας ή δοθεί στην κυκλοφορία η περιφερειακή της Πάτρας,
είναι τόσο γεμάτο λακκούβες και λοφάκια που αξίζει να γίνει αξιοθέατο, να
έρχονται οι τουρίστες να το επισκέπτονται και να τους κόβουν εισιτήριο.
Απίστευτης ποικιλίας λοφάκια και λακκούβες σε ελάχιστα τετραγωνικά, και πάντα,
μα πάντα, ακόμα και το καλοκαίρι, νερά και λάσπες που κυλάνε σε μικρά ρυάκια.
Στο μεταξύ κυλάν και τ' αυτοκίνητα σε διαρκή ροή, χτυπολογώντας ρόδες και
πιτσιλώντας πεζούς, κυλά κι ο χρόνος και χτυπά το κουδούνι του Σχολείου στην
Αιγίνης, διότι υπάρχει και Σχολείο μέσα σ' αυτό το στρίμωγμα, σχολείο -
πολυκατοικία, μοναδικό στο είδος του, αξιοθέατο κι αυτό. Τότε εμφανίζεται η
τροχονόμος, με τα σγουρά μαλλάκια της κι ένα κασκόλ πολύχρωμο, χαμογελά στα
παιδιά που τρέχουν και στις μαμάδες που τα κυνηγούν ακροβατώντας στα στενά
περάσματα που αφήνουν τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Κρατά μια σφυρίχτρα, αλλά
δεν την χρησιμοποιεί, τα αυτοκίνητα κόβουν ταχύτητα από μόνα τους, κάτι οι
λακκούβες, κάτι το πορτοκαλί γιλέκο και τα σγουρά μαλλιά, το χρωματιστό κασκόλ
και το σκουλαρίκι. Ξαφνιάζονται οι περαστικοί, για λίγο μέσα στην ένταση που
χρειάζεται το περπάτημα στον άθλιο δρόμο, την αίσθηση του χάους που κυριαρχεί,
νιώθουν πως κάτι ακόμα υπάρχει κοινωνικό σ' αυτή τη γειτονιά, δεν είναι
τελείως ζούγκλα πια η κατάσταση, κάτι έχει απομείνει ή κάτι περίσσεψε από αυτό
που στ' αλήθεια αξίζαμε, δεν χάθηκαν όλα.
https://www.tanea.gr/2003/02/14/opinions/analwsima-troxonomos/

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2003

Πλακοστρώσεις

Φτιάχνουν πυρετωδώς τον σταθμό του ηλεκτρικού στην Ομόνοια, ξοδεύονται σε
πλακοστρώσεις και φωτισμό. Αλλά η διαδρομή δεν αλλάζει. Μόλις βγεις στο φως,
από το Θησείο και κάτω, σε χαστουκίζει ακατάπαυστα η ασχήμια και η
τσαπατσουλιά. Πώς να το πλακοστρώσεις όλο αυτό το τοπίο; Στην πάνω πλευρά της
διαδρομής, Αττική - Κηφισιά, τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα, αλλά εκεί, για
εξισορρόπηση ίσως, εμφανίζονται οι πιο παραμορφωμένοι επαίτες της χώρας, που
ζητούν τραγουδιστά οικονομική ενίσχυση για να κάνουν πλαστική εγχείρηση. Είναι
τόσο ακραία παραμορφωμένοι που ελάχιστοι αντέχουν να βάλουν το χέρι στην τσέπη
και να τους ενισχύσουν. Αν συναντούσαν τουλάχιστον έναν Φελίνι σ' αυτή την
καθημερινή τους διαδρομή, ίσως σώζονταν με μια λυρική υπέρβαση, ίσως
σωζόμασταν κι εμείς που τους αντικρύζουμε σαν αρχέγονη τύψη στις πιο
ανυποψίαστες ώρες. Όταν λείπουν πάλι, βλέπεις άλλους, ηπιότερες περιπτώσεις,
πάντα τραγουδιστά να ζητιανεύουν, αυτό έχει γίνει καθεστώς. Ίσως είναι πιο
εύκολο να τα λες σαν τραγούδι, τα ίδια και τα ίδια λόγια συνεχώς, γίνεσαι κάτι
σαν καλλιτέχνης, ερμηνεύεις τον ρόλο σου, βγάζεις το μεροκάματό σου.

Στο καινούργιο κομμάτι του Μετρό όλα αστραφτερά, αποστειρωμένα, με τους
φρουρούς να κρατάνε αγκαλιά τα πολυβόλα, λες και χρειαζόμαστε πολυβόλο για
καθαριότητα και τάξη, στο παλιό κρατάμε εμείς αγκαλιά τις τσάντες και
σφίγγουμε την καρδιά και τα μάτια να μη μας ξεφεύγει το έλεος χύμα στους
επαγγελματίες της ελεημοσύνης. Δύο σύμπαντα παράλληλα τα δύο Μετρό και η
Ομόνοια η πύλη συνάντησης. Την τρίβουνε, την πλακοστρώνουνε, την ψεκάζουνε,
αλλά πώς να καθαρίσει; Από τα βάθη της ψυχής της εκλύεται η συσσωρευμένη
αθλιότητα και ξαναλερώνει τα πλακάκια
https://www.tanea.gr/2003/02/11/opinions/analwsima-plakostrwseis/

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2003

Την Ευρωσύνη μην την κλαις



Βαρέθηκα να διαβάζω επικήδειους της Ευρώπης, από ανθρώπους που ουδέποτε την πίστεψαν, δεν την θέλησαν, δέν την αναγνώρισαν και δεν την είδαν ακόμα να γεννιέται. Η Ευρώπη έχει μεγάλη δύναμη αλλά δεν το γνωρίζει, Έτσι είναι σα να μην την έχει. Θα μπορούσε να κάνει πολλά, αλλά δεν τα επιχειρεί, γιατί δεν πιστεύει στον εαυτό της. Ίσως να μην καταφέρει ποτέ να υπάρξει, αλλά αυτό θα οφείλεται περισσότερο στους ρεαλιστές όλων των χωρών της που δεν καταλαβαίνουν ότι μόνο με ρομαντισμό και έλλειψη ρεαλισμού αλλάζεις καταστάσεις. Εδώ στην Ελλάδα θα μπορούσαμε να είμαστε λιγότερο ρεαλιστές τέτοιου είδους τουλάχιστον. Στο κάτω κάτω υπάρχουμε επειδή πριν διακόσια χρόνια μερικοί ρομαντικοί έμποροι αποφάσισαν να μην είναι ρεαλιστές. Θα μπορούσαμε, ρομαντικά ξανά, να επενδύσουμε στην ύπαρξη της Ευρώπης περισσότερο από ότι στους εγωισμούς και τα κόμπλεξ μας. Ίσως να είναι η Ευρώπη τόσο γηραιά όσο λένε και να μην αντέχει άλλες αλλαγές. Δεν είναι η κίνηση των οκτώ που την υπονομεύει, αλλά οι φόβοι, οι δισταγμοί,οι εγωισμοί και τα κόμπλεξ των πολιτικών, οι εδραιωμένες νοοτροπίες, η αμοιβαία καχυποψία. Τα συνασθήματα των πολιτών της έχουν σημασία. Πιο πολύ μετράνε κι από όσο θα μετρήσει ένας δικός της στρατό. Κι ο στρατός θα έχει σημασία επειδή ίσως αλλάξει αυτά τα συναισθήματα. Ίσως και να μην είναι τόσο γηραιά η Ευρώπη, όσο λένε όσοι ελπίζουν ότι θα εξαφανιστεί με την πρώτη σταγόνα της βροχής -του πολέμου- στο Ιράκ. Ίσως μπορεί να φτιάξει έναν κλώνο, καλύτερο από τον εαυτό της, για το μέλλον, με μνήμη και συνείδηση

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2003

Αφετε τα παιδία

"Κλείστε την τηλεόραση να μη βλέπουν τα παιδιά εικόνες πολέμου και προπαντός μη συζητάτε μπροστά τους για το Ιράκ", συνιστά ο παιδαγωγός Τζέρι Όλντριτζ στους αμερικάνους γονείς (μήπως και στους Ιρακινούς;) Ε, ναι τα παιδιά  πληγώνονται βαθύτατα με τον πόλεμο τον αληθινό, έστω κι αν τον βλέπουν στην οθόνη. Άσχετα αν τους αρέσουν τα πολεμικά παιχνίδια. Άλλο τα παιχνίδια κι άλλο εντελώς ο πόλεμος, αλλά δεν μπορείς να τα κρατήσεις κλεισμένα ασφαλή στην ασφάλεια του σπιτιού τους. Αφού ο πρόεδρος (και συμβολικά πατέρας) Μπους δεν φαίνεται να προβληματίζεται από τέτοια, ίσως θα ήταν καλό να αφήνουν τα παιδιά να τον δουν τον πόλεμο, εάν και όταν αρχίσει. Τα παιδιά έχουν το δώρο της αφέλειας και θα μπορούσαν να διατυπώσουν δυνατά και καθαρά την απορία που εμείς οι μεγάλοι θεωρούμε απλοϊκή και δεν την διατυπώνουμε. Π.χ. να ρωτήσουν: Μπαμπά, αφού ο Μπιν Λάντεν που μας επιτέθηκε, είναι Σαουδάραβας και ισλαμιστής, εμείς γιατί πολεμάμε τον Σαντάμ, που είναι Ιρακινός και δεν έχει θεοκρατία; Τότε θα απαντούσε ίσως ο Μπους διάφορα τρομερά περί του Σαντάμ που είναι η προσωποποίηση του κακού, αλλά υπάρχουν παιδιά επίμονα και πεισματάρικα, που δεν σ΄αφήνουν ήσυχο αν δεν πάρουν ικανοποιητική απάντηση κι εκεί θα ήταν δύσκολα τα πράγματα για τον απαντητή. Θα είναι δύσκολα τα πράγματα για απαντήσεις. Διότι εμείς μπορεί να αναλύουμε και να λέμε για πετρέλαια, ή πως η Αμερικη έχει καταντήσει η ίδια θεοκρατική και αναζητεί την προσωποποίηση του κακού για να βγάλει το άχτι της, αλλά αυτά είναι αναλύσεις για μεγάλους. Δεν αρκούν να ικανοποιήσουν τα παιδικά "γιατί".

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2003

Δύσκολα βράδια


Τι μελαγχολική η Αθήνα την Κυριακή με το κρύο. Κλειστά τα μαγαζιά, ερημιά στο δρόμο. Στην Εθνική Βιβλιοθήκη μπροστά ένα κοριτσάκι τσιρίζει ταίζοντας τα περιστέρια, γυρίζουν οι λιγοστοί διαβάτες φρικαρισμένοι, κοιτάζονται ανήσυχοι, σα να άκουσαν κραυγή δαιμονική από τον άλλο κόσμο, φοβούνται τα μύρια όσα ακούγοντας μια παιδική φωνή. Σαν λάθος υπάρξεις νοιώθουν όσοι ξέμειναν στο δρόμο τέτοια μέρα, να μην είναι σε μια ζεστή γωνιά, να μη χαίρονται τη θαλπωρή, ή έστω το φασαριόζικο μπελά μιας οικογένειας. Πολύ ανέτοιμοι υλικά και ψυχολογικά  είμαστε στο κρύο, που είναι και καιρός για δύο. Δεν φτάνει η μοναξιά, έχουμε και τις παροιμίες. Παραδοσιακοί, κολλημένοι στις αναγνωρισμένες σχέσεις και ανοργάνωτοι για κάθε περίοδο ελλείψεων, είτε πετρελαίου για τον καυστήρα, είτε μιας φιλικής ψυχής για την αποψίλωση της Κυριακής. Να περνούσε κανένα λεωφορείο τουλάχιστον, να μπεις μέσα να πεις κάτι για το κρύο στο συνεπιβάτη. Εξαφανίζεται αυτό το είδος τις μέρες της σχόλης. Μόνο τα φαστφουντάδικα είναι ανοιχτά, φωτεινά και σφουγγαρισμένα όπως πάντα, εκκλησίες κοινωνικότητας. Και τα ίντερνετ καφέ, μεγάλη παρηγοριά. Προσηλωμένοι στις οθόνες οι νεαροί, με όπλα τα πλήκτρα και το ποντίκι, αγνοούν την έχθρα της νύχτας που έρχεται βιαστική και με λιγότερα ακόμα λεωφορεία, καφενεία και μαγαζιά. Παρόντες με αιτία στην παράλογη ερημία. Λένε ότι το ίντερνετ απομονώνει, αλλά δεν σκέφτονται τους απομονωμένους ή τους ντροπαλούς, αυτούς που δεν έχουν το χάρισμα να πιάνουν κουβέντες ή να φτιάχνουν φιλίες, αυτούς που δεν εκπαιδεύτηκαν καν για να μπορέσουν να το κάνουν. Επικοινωνούν τουλάχιστον με το πληκτρολόγιο και την οθόνη, στο ρυθμό των λέξεων που γράφονται. Διαπλέουν σώοι τη δύσκολη στιγμή. 

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2003

Ο φόβος του κενού

Ο κ. Στεφανής είναι ψυχίατρος και ξέρει για τι πράγμα μιλάει. Η ζωή μας απειλείται από ένα μεγάλο κενό, κι όσο την απλοποιούμε τόσο νιώθουμε στον σβέρκο την καυτή του ανάσα. Του κενού. Τουλάχιστον αυτό έχουμε πιστέψει, με βάση αυτή τη φιλοσοφία πορευόμαστε. Κάνουμε τη ζωή μας δύσκολη από το πρωί μέχρι το βράδυ, γινόμαστε ακοινώνητοι προσπαθώντας να τη διευκολύνουμε εις βάρος των άλλων και πιστεύουμε ότι έτσι μπορούμε να σωθούμε, με αποτέλεσμα να γίνεται για όλους μας όλο και πιο δυσάρεστη και καταθλιπτική. Και βαθιά μέσα μας εκτρέφουμε τη σιγουριά ότι έτσι πνιγμένοι καθημερινά από τα ασήμαντα, δεν κινδυνεύουμε να συναντήσουμε τα σημαντικά, τα υπαρξιακά, τα σοβαρά, που θα μας πιάσουν από τον γιακά και θα μας ταρακουνήσουν. Κολυμπάμε, παλεύουμε, αγωνιζόμαστε με νύχια, δόντια, θράσος, μούτρα και βρισιές και δεν αυτοκτονούμε σαν τους Σουηδούς που τα έχουν όλα λυμένα και σπάνε τα μούτρα τους στα υπαρξιακά ερωτήματα. Έτσι νομίζουμε. Αυτή είναι η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Και δεν ζητάμε δυνατά και αποφασιστικά αυτή την περίφημη καλυτέρευση των συνθηκών, για την οποία γίνεται τόσος λόγος. Υποσυνείδητα φοβόμαστε το κενό που θα προκύψει όταν στ' αλήθεια λυθούν τα καθημερινά.
Μήπως δεν είμαστε άξιοι για τόση άνεση; Μήπως δεν έχουμε την κατάλληλη παιδεία; Ή μήπως κάποιοι άλλοι επωφεληθούν περισσότερο από μας - αυτός ο φόβος προπάντων.
Δεν έχουμε μετρήσει ακόμα πόσο βαραίνει η ταπείνωση από τα καθημερινά, δήθεν ασήμαντα, πάνω στον καθένα, τι χάνουμε σε ενέργεια και ευτυχία από το ποσοστό ταλαιπωρίας που μας αναλογεί, πόσο καθηλωμένοι μένουμε με αυτή τη νοοτροπία.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2003

Αδέσποτα πεζοδρόμια


Υπάρχει κάτι πιο αδέσποτο από τα αδέσποτα κι αυτό είναι τα πεζοδρόμια. Τα πεζοδρόμια δεν ανήκουν σε κανέναν, απ' ότι φαίνεται, και κανείς δεν διαμαρτύρεται για τη θανάτωση τους. Τα αδεσποτα πεζοδρόμια δεν είναι θύματα των αδέσποτων σκύλων, διότι οι αδέσποτοι σκύλοι έχουν συνήθειες ξεπερασμένες όπως το να αποφεύγουν να ρυπαίνουν πεζοδρόμια. Τα υπό δεσπότη σκυλιά όμως, αυτά του δίνουν και καταλαβαίνει. Προφανώς κατόπιν δεσποτικής προτροπής. Και παρόλο που έγιναν τόσα και τόσα τις τελευταίες μέρες για τα αδέσποτα ζώα και τα δεσποζόμενα μέχρι και πορεία στη Βουλή με ζώα και δεσπότες, κουβέντα δεν ακούστηκε για τα πεζοδρόμια. Και παρόλο που ψηφίστηκε και νομοσχέδιο και συζητήθηκε και τέλος κατοχής και δεσποτείας ζώου και ένα σωρό άλλα χαριτωμένα και κοινωνικά, ουδείς αναφέρθηκε σ' αυτή τη λεπτομέρεια. Προφανώς οι φιλόζωοι θεωρούν ότι είμαστε τόσο σκληροί με τα ζώα γενικώς, ώστε υπάρχει χώρος και ανοχή ανάμεσα στο πόσο σκληροί είμαστε και στο πόσο καλοί οφείλουμε να γίνουμε, χώρος κι ανοχή και περιθώριο για τις ακαθαρσίες των αγαπημένων τους σκυλιών και τη δική τους τεμπελιά, να τις μαζεύουν. Ποιος θα έχει μούτρα να διαμαρτυρηθεί για τα πεζοδρόμια σε μια κοινωνία που θα έπρεπε να ντρέπεται για τη μη φιλοζωία της; Ουδείς, ούτε καν οι νομοθέτες, που προβλέπουν διάφορα για τα αδέσποτα, αλλά δεν τολμούν να πουν κουβέντα για τα μη αδέσποτα, τώρα μάλιστα που έδειξαν τα δόντια τους. Τα σκυλιά που τρέφονται για να προκαλούν φόβο, είναι χαρακτηριστική όψη της φιλοζωικής μόδας. Πράγμα που δεν μπορεί να πει κανείς για τα πεζοδρόμια. Ούτε φόβο ούτε σεβασμό προκαλούν.

Queen on sea

 H ταινία «Βασίλισσα της θάλασσας» μου κόστισε μια ταραγμένη νύχτα. Δεν ήταν τόσο η άνοια της γριάς μητέρας που με σόκαρε, όσο η άγνοια της ...